Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου (του Δημήτρη Χατζή)
Posted by sarant στο 28 Σεπτεμβρίου, 2025
Ο τίτλος είναι κάπως παραπλανητικός, αφού υποβάλλει την ιδέα ότι πρόκειται για αυτοτελές έργο. Στην πραγματικότητα, θα δημοσιεύσω σήμερα ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Δημήτρη Χατζή «Το διπλό βιβλίο». Το έργο εκδόθηκε αρχικά το 1976. Σήμερα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Το ροδακιό.
Στο βιβλίο αυτό, ο Χατζής αφηγείται τη ζωή ενός μετανάστη στη Γερμανία, από τους παλιούς, της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Τα κεφάλαια του βιβλίου έχουν μεγάλη αυτοτέλεια, μπορούν σχεδόν να σταθούν αυτόνομα, ιδίως το κεφάλαιο που θα παραθέσω σήμερα, το έκτο κεφάλαιο από το βιβλίο.
Ο κεντρικός ήρωας, ο Σκουρογιάννης, εμφανίζεται βέβαια και στα προηγούμενα κεφάλαια του βιβλίου, αφού είναι στενός φίλος του αφηγητή. Εδώ, περιγράφεται η επιστροφή του στο γενέθλιο χωριό, το Ντομπρίνοβο.
Το Ντομπρίνοβο είναι υπαρκτό χωριό, Ηλιοχώρι που το λένε, στο Ζαγόρι. Υψόμετρο 920, κάτοικοι 35 το 2011, 1800 κάποτε.
Σκανάρισα το κείμενο από μια προηγούμενη έκδοση που έχω. Έκανα ελάχιστο εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας και μονοτόνισα.
Θυμίζω πως στο ιστολόγιο έχουμε παρουσιάσει παλιότερα το διήγημα του Δημήτρη Χατζή Άι Γιώργης.
Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου
Ο Σκουρογιάννης μας χαιρέτησε, μας αποχαιρέτησε προχτές. Γύρισε στην πατρίδα.
Κάπου κάπου μέσα στή δική μου τήν Ιστορία έχω πει καί γι’ αύτόν δυό λόγια, ποιος ήταν. Από τους παλιούς μετανάστες, εκείνους της πρώτης μεγάλης φουρνιάς, έμεινε είκοσι χρόνια εδώ. Με το συμβόλαιο κι έκοβε σύρματα — συρματόσκοινα στην ΑΕΓΚ. Ένας σιδερένιος μπάγκος με το μαχαίρι, στέκεσαι μπροστά — δε χρειάζονται μπράτσα, τέχνη, μυαλό, τίποτα δε χρειάζεται, να κόβεις μονάχα. Ώρες οχτώμισι κάδε μέρα, μισή ώρα διάλειμμα γιά το μεσημέρι — και σου τα μετρουν με τη νόρμα. — «Να τα βάλεις συνέχεια, φτάνουν πάνω από σαράντα φορές Στουτγκάρτη – Ντομπρίνοβο τα σύρματα που ’κοψα» — είπε μια μέρα στο ελληνικό καφενείο.
Άλλο τίποτα δέν έκανε, δε χρειάστηκε να κάνει, δεν είχε να κάνει και δε μπορούσε να κάνει. Κοιμήθηκε χρόνια μαζί με τούς άλλους σέ κείνα τα κοινόβια, τα «χάιμ» πού λένε, κοιμήθηκε κάποιον καιρό και στο δωμάτιο το δικό μου, ξαναγύρισε στά «χάιμ», ξαναπήρε κάποτε κάποιο δωμάτιο με κάποιους άλλους — που θά πει πως κατοικιό δικό του δεν είχε — κάπως έτσι σα να ’ταν περαστικός. Είκοσι χρόνια περαστικός. Έφαγε το μεσημέρι στίς καντίνες με το κουπόνι, το βράδυ το πακετάκι του με τα τέσσερα ψωμάκια, εκατό γραμμάρια το σαλαμικό, το βούτυρο πάντα στά δυο — για δυο μέρες. Πάλι δηλαδή σαν περαστικός, ταξιδιώτης, σαν στρατιώτης. Καμιά φορά Σαββατόβραδο, με το καλό το κοστούμι του, ερχόταν μαζί μου — να βρούμε καμιά Γερμανίδα. Και να τη βρεις —άσε που δεν γίνεται πάντοτε— την Κυριακή την έχεις πάλι τη μοναξιά σου — και να ’σαι βέβαια απ’ το Ντομπρίνοβο τα συλλογιέσαι και τα λεφτά που ξοδεύτηκαν —και τα λυπάσαι διπλά να τύχει να πάνε χαμένα— εκείνη η ξανθή— στο τέλος δεν έγινε τίποτα —αυτός ήτανε τότε στο «χάιμ» — αυτή δωμάτιο δικό της δεν είχε — είπε «σιάντε», κρίμα δηλαδή το καημένο — καλό κορίτσι φαινόταν — μα τα λεφτά τα λυπάσαι — δεν είμαστε μεις για τα τέτοια — μπαρ και κεράσματα, τσιγάρα ακριβότερα. Και το έλληνικό καφενείο, να πάς και κει κάθε βράδυ, τα θέλει κι αυτό τα δύο-τρία μαρκούλια του — ο Σκουρογιάννης δεν τα ’δινε εύκολα. τα περισσότερα βράδια ξεροστάλιασε μαζί με τούς άλλους στο σταθμό των σιδηροδρόμων — να πεις δυο λόγια με τους Ρωμιούς — δεν είναι δα και της προκοπής — όλο τα ίδια — βαριέσαι — όσο που νιώθεις την κούραση, σα ν’ ανεβαίνει, σε πιάνει απ’ τα πόδια, έχεις και να ξυπνήσεις πρωί, να ’σαι στην ώρα σου στην ΑΕΓΚ, να χτυπήσεις την καρτέλα σου σε κείνο το μηχανάκι —- «Άντε, γεια σας από μένα, τα ξαναλέμε κι αύριο…».
Έτσι. Είκοσι χρόνια. Εφτά χιλιάδες τρακόσιες μέρες — κάπου χίλια κοψίματα κάθε μέρα — δυο κοψίματα στο λεφτό — είναι η νόρμα — εγώ του τα ’κανα αυτά τα μετρήματα. Εφτά χιλιάδες τρακόσια τα βράδια, τα τέτοια βράδια — αυτά τα μέτρησε μόνος του — το κάθε βράδυ με τον καημό του.
Η Γερμανία, η Στουτγκάρτη, κτίρια μεγάλα, δρόμοι φωτισμένοι, κέντρα, θεάματα — όλα του μείνανε ξένα, πεντάξενα, μακριά απ’ αυτόν, αδιάφορα, ανύπαρκτα —μια μάντρα κλεισμένη γύρω του. Ψηλή, κλειστή γύρω γύρω, με κάποιες μικρές, χαμηλές πορτοπούλες — ανοίγει η μία κάθε πρωί — βγάζει στην ΑΕΓΚ — ανοίγει η άλλη το μεσημέρι — στην καντίνα βγάζει μονάχα — το βράδυ ανοίγεται η τρίτη — φαίνεται να ’ναι μεγάλη, πλατύτερη — πουθενά δε βγάζει κι αυτή, στο σταθμό μονάχα, στο ελληνικό καφενείο, στο «χάιμ» — και ξανακλείνουνε πίσω του κάθε φορά που περνάει.
Αυτή ’ταν η Γερμανία του Σκουρογιάννη.
Πήρε, λοιπόν, τη μικρή του τη σύνταξη για τα είκοσι χρόνια του, είχε βέβαια και κάτι λεφτά μαζεμένα με την τόση τη στέρηση και ξεκίνησε αμέσως για την Ελλάδα —πίσω για το Ντομπρίνοβο — Ηλιοχώριον, επαρχία Δωδώνης. Μέσα για μέσα στην καρδιά του Πίνδου. Δημήτριος Σκουρογιάννης — ι Μήτρους που λέγαμε — ο επιστήθιος φίλος μου και φίλος πολύ και του συγγραφέα μας. Στα σαράντα πέντε του πια μα γερός ακόμα σα βούβαλος, στρογγυλοπρόσωπος, αγριομάλλης, μεγαλόκορμος και στραβοπόδαρος, όπως είναι όλοι τους από κείνα τα μέρη, από κείνα τα βουνά τα μεγάλα.
Και γύρισε ο Σκουρογιάννης εκεί. Έτσι που το ’χε τάξει στον έαυτό του. Αυτό το Ντομπρίνοβο ήταν το στήριγμα της καρδιάς του στα χρόνια της ξενιτιάς, ήταν το τέρμα του μακρινού ταξιδιού του — κι η άνταμοιβή του μαζί. Τα μεγάλα βουνά της πατρίδας ερχόνταν και ξαναρχόνταν στην ερημία του ξένου του τόπου, σκεπάζοντας με την αχλή τη γαλάζια τους την καταχνιά της βορινής πολιτείας. Και το βράδυ πάλι, καθώς έκλεινε αποσταμένος τα μάτια του, το ξερό, μονότονο όλη μέρα κροτάλισμα των σιδερικών που βούιζε ακόμα στ’ αυτιά του σκεπαζότανε σιγά σιγά από κείνο το γνώριμο, το βαθύ τους ανάσασμα των χιλιάδων και χιλιάδων πεύκων κι έλατων στον Πίνδο —εκεί, σε κείνον τον τόπο, που ’ταν ο τόπος του, όσο δεν ήτανε κανενός — κι αποκοιμότανε μέσα σ’ αυτό.
Κρυφά, να μη φανερώνεται στους άλλους και τον αποπαίρνουνε με τις σαχλαμάρες και τα πειράγματα του ελληνικού καφενείου, αυτόν το γυρισμό δούλευε μέσα του —και τον χαιρόταν που θα τον είχε. Να τελειώσει καμιά φορά με τις νόρμες, τα ακόρντ, τα όρντνουνγκ, τα συρματόσκοινα και να τελειώσει και με την άσφαλτο, το τσιμέντο και τ’ αλουμίνιο, να φτάσει κάποτε κει:
— Κόβι, Μήτρου μ’, κόβε να γυρίσουμε καμιά φορά…
Και καμιά φορά ξεχνιόταν ωστόσο, ξεσπούσε μπροστά στους άλλους: — «Ιμείς από του Ντουμπρίνουβουν» «Ιμείς εκεί στο Ντουμπρίνουβον… Ιδέαν δεν έχετε ισείς…»
— Παράτα μας, ρε Σκουρογιάννη, μ’ αυτό το Ντομπρίνοβο, του ριχνόνταν όλοι.
Τότες έσκυβε το κεφάλι, φούσκωνε τα μάγουλά του, μετάνιωνε που του ξέφυγε και το ξανάπε, σώπαινε κι ορκιζότανε μέσα του να φυλάγεται, να το φυλάει για τον εαυτό του, θησαυρό του, καημό του.
Αύγουστος ήταν. Από τη Θεσσαλονίκη που κατέβηκε με το τραίνο —τίποτα δε στάθηκε να δει — γραμμή λεωφορείο και στην Κοζάνη, γραμμή κι από κει για την Κόνιτσα. Εκεί το νοίκιασε το μικρό ημιφορτηγό για τις έξι βαλίτσες του, κάτι δέματα, κάτι πακέτα, άλλα μικρότερα — τα καζάντια του στη Γερμανία. Σε τρεις-τέσσερες ώρες σταματήσανε στο μικρό μπακάλικο — ήταν άπό τότε, πριν φύγει. Τώρα με το δρόμο που φκιάξανε, το μεγαλώσανε και σταματούν εκεί τα λεωφορεία. Κατέβασε τα πράματα, πλήρωσε τον άνθρωπο, έφυγε το φορτηγάκι, αυτός στάθηκε μια στιγμή και κοίταξε γύρω του. Αριστερά του το βουνό της Λάιστας, κάτω η βαθιά ποταμιά που πάει με τ’ άλλα νερά να βρει τον Αώο. Το χειμώνα βουίζει, η πλατιά της χαλικαριά λαμποκοπάει τώρα μέσα στον ήλιο. Πέρα, μπροστά του, ο Γυφτόκαμπος. Αντίκρυ του εκείνη η πλαγιά με τα πεύκα, τα ελάτια να κατρακυλούν αραδιαστά, πυκνά, στητά, φουντωτά. Ξοπίσω της, πέρα, τα βουνά τα μεγάλα — όπως τα ’ξερε. Ο τόπος του.
Είκοσι χρόνια τα ’στείλε ταχτικά κάθε μήνα στους γονιούς του τα ογδόντα του μάρκα και να ’ρθεί δεν θέλησε. Δεν ήτανε μόνο για τα λεφτά, την οικονομία, και δεν ήταν ύστερα μονάχα για τη δικτατορία, τις φασαρίες. Χωρίς να το ξέρει, χωρίς να μπορεί να σκεφτεί τέτοια πράματα, ήταν κι αυτός από τους ανθρώπους εκείνους που δεν το λιανίζουνε τ’ όνειρό τους, το θέλουν ακέριο, σωστό, μια και καλή, το φκιάχνουνε μέσα τους, το στήνουνε, το δουλεύουν και ξέρουν, μπορούνε να την καρτερούνε την ώρα του.
Το χωριό αρχίζει λίγο πιο κάτω απ’ το δρόμο, κατηφορίζοντας από τούτη τη μεριά της βαθιάς κοιλάδας. Τίποτα δε φαίνεται από το δρόμο. Μεγάλες καρυδιές τα κρύβουν, τα σκεπάζουν ολότελα τα πέτρινα σπίτια του ως κάτω στην εκκλησία με τον πελώριο πλάτανο μπρος της. Το μεσημέρι κρατούσε ακόμα, ψυχή δεν ήταν στο δρόμο. Τράβηξε τα πράματά του στην άκρη, κάθισε στον ίσκιο πάνω σ’ ένα κασόνι κι άκουγε τα τζιτζίκια. Σήκωσε μια στιγμή το κεφάλι κατά το δέντρο, χαμογέλασε — τον καλωσορίζανε.
Εκεί τον βρήκαν αργότερα, τον γνωρίσανε, τον βοηθήσαν να κατεβάσουν τα πράματα, μπήκε στο πατρικό του, ήρθαν όλοι, τον καλωσορίσανε, τον δεχτήκανε μετά χαράς, μείνανε ως το βράδυ μαζί του.
Είχε φτάσει.
Από τότε που γίνηκε ο κόσμος οι Ντομπρινοβίτες ξενιτεύονται. Στο χωριό τους γυρίζουν άμα γεράσουν. Ποτές τους δεν ήτανε ξυλοκόποι στα δάση που ’χουνε γύρω τους, αγωγιάτες στα βουνά τους, τσομπαναραίοι, μαστόροι, χρυσικοί, καλαντζήδες. Ένα παρακλάδι της Εγνατίας περνούσε από κει. Το παίρνανε και τραβούσαν — όπου τους βγάλει. Ξενιτευόντανε για να καζαντίσουν. Στα Γιάννινα, τη Θεσσαλονίκη — τον παλαιό καιρό πηγαίνανε στα μέρη της Μαύρης Θάλασσας, κάτω χαμηλά στη Μεσημβρία, τον Πύργο, την παλιά Ανατολική Ρωμυλία — δικά τους ήτανε κάποτε κείνα τα μέρη. Ο συγγραφέας μας λέει πώς είναι άνθρωποι σε τούτο τον κόσμο που το ’χουν στο αίμα τους να προκόβουν. Δεν πέφτουν έξω με τις δουλειές, τα λεφτά. Οι Ντομπρινοβίτες είναι απ’ αυτούς: γερή καρδιά, γερό κορμί, σίγουρο μάτι.
Δίπατα πέτρινα σπίτια, εκκλησίες μεγάλες με πλατώματα πλακόστρωτα μπροστά τους, σχολειό δικό τους, που φκιάξανε μόνοι τους, τα στενορύμια τού χωριού τους όλα καλντερίμι με δουλεμένη την πέτρα — τη μαρτυρούνε την προκοπή που κάναν στα ξένα και που την φέραν και δω.
Ξενιτεμένοι και τώρα, πάνε και τώρα το καλοκαίρι, με τα γιωταχί τους, τα τρανζίστορ, τις ηλεκτρικές τους κουζίνες, με τις νικέλινες πολυθρόνες που κουβαλούνε μαζί τους για τις αυλές τους. Εργάτης στη Γερμανία από το Ντομπρίνοβο δεν πήγε κανένας — αυτός ο Σκουρογιάννης μονάχα.
Κόσμος ήτανε και τώρα στο χωριό του, πολύς, Αύγουστο μήνα που γύρισε. Και χάρηκε βέβαια που τους βρήκε τόσους εκεί. Άλλοι τον ξέραν, τους ήξερε, μ’ άλλους βρεθήκανε να ’χουν συγγένειες, παλιές γνωριμίες. Το βράδυ ανεβαίνουνε και μαζεύονται στο μπακαλικάκι του δρόμου, κατεβαίνουν στην εκκλησία με το μεγάλο της πλάτωμα, πότε πάλι στην πλατεία του σχολειού — μια ταράτσα πάνω από τη ρεματιά.
Θα ’θελε να τους έλεγε κάτι κι αυτός για τα δικά του της Γερμανίας, την ξενιτιά, τη νοσταλγία, τα βάσανα. Εδώ τώρα μπορούσε να το λέει πια και να μην φοβάται, πώς — «Ιμείς ιδώ στο Ντομπρίνοβον»… Δικοί του άνθρωποι είναι γύρω του, Ντομπρινοβίτες, Ντομπρίνοβο είναι όλα.
Και δεν το λέει. Από τις πρώτες μέρες ακόμα αρχίζει να νιώθει πώς κάπως είναι και κάπως δεν είναι μαζί με τους άλλους. Κάτι του λείπει για να ’ναι μαζί τους, για να ’ναι απ’ αυτούς. Ο συγγραφέας μας να ’ταν εδώ, θα μπορούσε να ’λεγε πως αυτός απόμεινε όλα τα χρόνια της Γερμανίας Ντομπρινοβίτης, οι άλλοι δεν είναι τίποτα πιά, από πουθενά δεν είναι. Όπου βρεθούνε, μόλις βρεθούνε, θ’ αρχίσουν σε λίγο και λένε πάλι για τις δουλειές τους, για τα λεφτά τους, τα μαγαζιά τους, τα πράματα, μηχανήματα, χτήματα που αγόρασαν, που θ’ αγοράσουν. Αν ήταν έδώ κανένας Μπρουσάκης, Σαββίδης, Γιαννόπουλος, από κείνους τους φιλόσοφους του ελληνικού καφενείου, θα ’χε πάλι τη σοφή την εξήγησή του — κοινωνία της κατανάλωσης και το ξερίζωμα, την αλλοτρίωση των ανθρώπων και τ’ άλλα που λέγανε.
Ο Σκουρογιάννης δε μπορούσε βέβαια να σκέφτεται τέτοια πράματα, τόσο πολλά. Άρχισε μόνο και το ’νιωθε πως ήτανε μόνος μέσα σ’ αυτούς τους Ανθρώπους έτσι σα λίγο ξένος ανάμεσά τους. Του φαίνονται λίγο παράξενοι — άλλος κόσμος είναι. Άλλοι, λοιπόν, ήταν εκεινοι οι φιλόσοφοι με τις πολλές θεωρίες τους, τις παρλαπίπες και τους καβγάδες. Αυτός ήταν που τους απόπαιρνε τότε — τους θυμιέται τώρα καμιά φορά το βράδυ, γυρίζοντας σπίτι. Και κείνα τα βράδια της ξενιτιάς, το κουτό, βαρετό ξεροστάλιασμα στο σταθμό — δεν ξέρει βέβαια κι αυτό να το πει — αν άλλο δεν είχανε μέσα — ήτανε κάπως σαν να τους δέναν, να τους ένωναν — ίδιος καημός, ίδια πίκρα — κάπως κοντά σου τον νιώθεις τον άλλον. Πολύ σκορπισμένοι του φαίνονται τούτοι — μέσα στην Ελλάδα, μέσα στο δικό τους τον τόπο. Και δεν το λέει — «Ιμείς ιδώ εις το Ντομπρίνοβον» — φοβάται ο Σκουρογιάννης μην του ριχτούνε, τον αποπάρουν κι εδώ.
Έβαλε μαστόρους κι έφκιαξε το ’να δωμάτιο, έφκιαξε δίπλα το μαγειρειό του, ταχτοποίησε με μεράκι τα γερμανικά κουζινικά που ’χε φέρει, έφκιαξε μπροστά την αυλή την πλακόστρωτη, την περγολιά της. Έφκιαξε και λίγο το φράχτη — πήγε κι έφκιαξε και τους τάφους των γονιών του στο νεκροταφείο — τα τελείωσε όλα σωστά, νοικοκυρεμένα. Οι άλλοι θα φεύγαν ως το φθινόπωρο, αυτός δεν έφευγε, ερχόταν. Κατέβηκε για λίγες μέρες στα Γιάννινα, κανόνισε την επιταγή για τη σύνταξή του να του τη στέλνουνε στο χωριό, έβαλε τα λεφτά του στην τράπεζα, τέλειωσε μ’ αυτά, γύρισε πίσω.
Καιρός ήτανε πιά να περπατήσει και λίγο τον τόπο του. Πήρε το δισάκι του ένα πρωί — να κατέβαινε ως κάτω στη ρεματιά, να ’ μπαινε λίγο στο δάσος. Κατέβηκε. Μικρά «πριόνια» δουλεύουν και τώρα στην άκρη του δάσους. Έκατσε λίγο — την είδε την τυράγνια των ανθρώπων, των μουλαριών να κουβαλούν ως τα φορτηγά τους μεγάλους κομμένους κορμούς. Πιο γνώριμος του φάνηκε ο κόσμος αυτός, πιο δικός του. Τράβηξε ύστερα λίγο πιο πέρα, έκοψε αριστερά, μπήκε στο μεγάλο δάσος. Πήρε το παλιό μονοπάτι των τσομπαναραίων, των ξυλοκόπων, των παλιών ληστάρχων που τραβάει για την κορφή. Ανάσανε βαθιά το βουνίσιον άγέρα, στάθηκε μια στιγμή και τ’ άκουσε ζωντανό το βούισμα εκείνο των δέντρων — που μακρινό τον ακολουθούσε τότε στη Γερμανία. Έφτασε στο ξέφωτο που ’ξερε, κοντά στην κορφή — ένα μικρό λιβάδι — σκηνίτες εκείνα τα χρόνια τα φέρναν εδώ και βοσκούσανε τα μικρά κοπάδια τους.
Γύρισε αργά στο χωριό με το ηλιοβασίλεμα — γραμμή για το σπίτι — κανέναν δεν ήθελε. Ήτανε μια μέρα καλή, κάτω στη ρεματιά, στη χαλικαριά, στα πριόνια, ψηλά στο βουνό. Τ’ όνειρο του γυρισμού του, δεν τον είχε γελάσει.
Αυτό το ταξίδι της Κόνιτσας δεν το ‘χε θελήσει, σε κανέναν λογαριασμό δεν το ‘χε. Ο ξάδερφος που ’ταν εκεΐ, αυτός τον έφαγε να σηκωθεί και να πάει — είχανε, λέει, να μιλήσουν. Πήγε. Ο ξάδερφος είχε, λοιπόν, και κείνος κάτι λεφτά, αυτόν περίμενε ν’ ανοίξουν καθαριστήριον, έτοιμη την είχε και την ταμπέλα, Στεγνοκαθαριστήριον «Ο Ήλιος» —μαζί να τ’ ανοίγανε — μαζί να δουλεύανε — σαν αδέρφια — σίγουρη δουλειά, σίγουρα τα κέρδη — Ντομπρινοβίτες είμαστε τέλος πάντων, κάτι ξέρουμε από τέτοια.
Ο Σκουρογιάννης τον άκουσε, φούσκωσε τα μάγουλα. Αν είναι για τα λεφτά, να του δώσει, του ’δινε μετά χαράς — σκοπό ν’ ανοίξει καθαριστήριο δεν είχε κανέναν — κανένας ήλιος δεν του χρειάζεται. Ο ξάδερφος δεν κατάλαβε, δεν το πίστεψε, τον ζόρισε ακόμα. Γιατί δεν θέλει να την ανοίξουνε τη δουλειά; Τί θα κάνει στο Ντομπρίνοβο; — νέος άνθρωπος ακόμα; Αν ήταν εδώ κανένας Σαββίδης, Γιαννόπουλος, μπορούσε να το εξηγήσει σ’ αυτόν τον ξάδερφο πως ο Σκουρογιάννης έζησε έξω προλετάριος τόσα χρόνια — νόρμα, μιστός με κορδέλα στο δεκαπενθήμερό. Τώρα με τη σύνταξη, το μικρό του τον τόκο — δεν ήθελε, δεν χρειαζότανε καμιά δουλειά. Είπε, λοιπόν, πως παιδεύτηκε πολύ, ήθελε τώρα να ξαποστάσει, το Ντομπρίνοβο, του φτάνει. Κι είπε πάλι — να σ’ τα δώσω τα λεφτά — άνοιξέ το το μαγαζί σου.
Ο ξάδερφος δεν κατάλαβε τίποτα — τι τον πείραζε να τ’ ανοίξουν το μαγαζί — αφού του τα ’δινε και τα λεφτά; Του ’γραψε και καταπίσω του γράμμα στο Ντομπρίνοβο. Έγραψε και στο γέρο τον Τράκα να του μιλήσει κι αυτός. Τότες ο Τράκας σηκώθηκε και πήγε στο σπίτι του. Και τι τον θέλεις, του λέει, αυτόν τον ξάδερφο, ανεπρόκοπος άνθρωπος είναι αυτός, θα ζημιωθείς να τα ταιριάσεις μαζί του, θα σου φάει και τα λεφτά. Έχουν, αν θέλεις, και τα παιδιά του λεφτά, τους γράφει στη Λάρισα, μαγαζί μπορούν ν’ ανοίξουν μαζί, θέλει μπακάλικο, καθαριστήριο θέλει, θέλει στα Γιάννινα, στην Κόνιτσα, στο Τσεπέλοβο — χρειάζεται ένα και κει — σίγουρα θα πάει καλά. Τα ’χουμε εμείς τα λεφτά, μωρέ Μήτρο, κατάλαβέ το.
— Κι αφού τα ’χετε τα λεφτά, τι τα θέλετε και τ’ άλλα τα μαγαζιά;
Ο Τράκας άνοιξε τα μάτια του, απόμεινε μ’ ανοιχτό το ξεδοντιασμένο του στόμα. Εκατό χρόνια τώρα — εκατό μονάχα; — μαγαζιά στην Πόλη, στη Βάρνα, στη Θεσσαλονίκη, εμπόρια τώρα μεγάλα στη Λάρισα — κάθε Τράκας μπορούσε να δώσει την απάντηση που ‘θελε αυτός, να μη τη δίνει, να τη δίνει και να μη τη δίνει, σ’ ό,τι και να τον ρωτούσαν. Τί ν’ απαντήσει σ’ αυτόν το μπούφο;
— Πονηρός είναι αυτός, σκέφτηκε ο γέρος. Σίγουρα θα ’χει λεφτά μαζωμένα, μας παίζει.
Ο ξάδερφος δεν έπαιρνε απάντηση, σηκώθηκε και πήγε αυτός στο Ντομπρίνοβο. Άρχισε πάλι να τον ζορίζει. Σε τύλιξε, αυτός ο παλιόγερος, δικό μου φταίξιμο που τον ανακάτεψα στη δουλειά μας.
— Τα λεφτά που σου ’ταξα, εκατό χιλιάδες, θα σου τα δώσω. Να κάνουμε τα χαρτιά και μου τα χρωστάτε. Με μαγαζιά μη μ’ ανακατεύεις εμένα — δεν θέλω, είπε τέλος ο Σκουρογιάννης και την έκοψε την κουβέντα. Τον είχανε ζορίσει κι αυτός κι ο Τράκας.
Και το πήρε πάλι το δισάκι του και κατέβηκε πάλι στη ρεματιά, στα πριόνια, με τους ανθρώπους, τα ζώα που τυραννιόνταν, ανέβηκε πάλι στο ξέφωτο εκείνο — να ξεδώσει λίγο, να φύγει, απ’ αυτούς. Τον είχαν πειράξει — σα να τον έβρισαν, να τον πρόσβαλαν. Ο κόσμος αραίωνε στο χωριό, άρχισαν και φεύγαν. Ας φεύγαν. Ξαναπήγε και τις άλλες μέρες στη ρεματιά, στα πριόνια, ξανανέβηκε στο βουνό, ξαναζήτησε πέρα απ’ το ξέφωτο τα παλιά τα μονοπάτια που βγάζουν στο Σμόλικα.
Μα κάπως έγινε κιόλας — δεν είναι πια σίγουρος πως φτάνει να ζήσει μ’ αυτά. Δεκάξι οικογένειες θ’ απομένανε στο χωριό το χειμώνα — όλο γέροι.
Τότε σηκώθηκε και πήγε στο Βόλο να βρει το Σταύρο. Πέντε χρόνια κάνανε στη Γερμανία μαζί — αυτόν ήθελε τώρα να δει και κανέναν άλλον.
Ένα μικρό σαπουνάδικο θ’ άνοιγε ο Σταύρος γυρίζοντας — έτσι τους είπε — εκεί κάπου γύρω στο Βόλο. Αυτό σκεφτόταν όλα τα χρόνια της ξενιτιάς του. Τη μέρα δούλευε στο ΑΟΥΤΕΛ — χαμάλης στη Σπεντισιόν πριν από μένα — το βράδυ πήγαινε σ’ αυτή τη δουλειά — ήθελε να τη μάθει. Την έμαθε. Ήξερε πιά και τις μηχανές, κάτι μικρές, κουκλίτσες αληθινές και φτηνές — πεντάρα-πεντάρα τα μάζευε τα λεφτά να τις αγοράσει. και δεν το ’φκιαξε το μικρό σαπουνάδικο — μαγέρικο είχε ανοίξει πάνω στον καινούργιο δημόσιο δρόμο. Εκεί πήγε ο Σκουρογιάννης και τον βρήκε.
— Πώς έγινε;
— Όταν είπα για σαπουνάδικο, μου ρίχτηκαν όλοι να με φάνε ζωντανόν, τράπεζες, εφορίες, οι χωριάτες, ο συνεταιρισμός, οι έμποροι. Αγωνίστηκα λίγο, βαρέθηκα, μπούχτισα, δεν πήγα να πάρω τις μηχανές. Κι όταν είπα πια πως θ’ ανοίξω μαγέρικο — ρεστοράν πάνω στο δρόμο — σκοτωθήκαν όλοι να με βοηθήσουν. Τι να πεις;
— Και γιατί δεν τ’ ανοίγεις τώρα που πιάστηκες από λεφτά;
— Μεράκι είναι όλα, Σκουρογιάννη. Χάθηκε το μεράκι — τι σαπουνάδικο, τι μαγέρικο; Το μεράκι δεν το ’χω πια…
Ο Σκουρογιάννης ήθελε κι άλλα να πει, να τον ρωτήσει πολλά. Στο Ντομπρίνοβο δε μπορεί να ζήσει, καθαριστήριον δεν θέλει ν’ ανοίξει — τι μπορεί να κάνει κανένας; Πού μπορεί να πάει;
Και δε μπορέσανε τίποτα να μιλήσουν. Η γυναίκα του Σταύρου, που βοηθούσε και στο μαγέρικο, του ’πεσε δίπλα. Να τον παντρέψουν με μια ανιψιά της Βολιώτισσα — κορίτσι παρθένο — όχι τις βρώμες τις Γερμανίδες που μάθατε έξω — φτου… — καλομαθημένο, νοικοκυρά, με την προίκα του — κορίτσι, Δημητράκη μου, που να κάνει στράκες. Ο Σκουρογιάννης δεν ήξερε καθόλου πώς είναι αυτά τα βολιώτικα τα κορίτσια που κάνουνε στράκες. Εκείνη η Σιαρλότε, κάτι Αννεμαρίες ή Γκέρτες στη Γερμανία ήταν μονάχα καλά κορίτσια — τίμιος κόσμος και τίποτα παραπάνω.
Ό Σταύρος δεν έλεγε τίποτα, δεν ξανάπε τίποτα, την άφησε και τον άλεθε. Πολύ λυπημένος του φαινόταν του Σκουρογιάννη, μαραμένος άνθρωπος ήταν αυτός, με κείνη την άσπρη ποδιά του του μάγειρα — δεν του πήγαινε καθόλου του Σταύρου τέτοια ποδιά — τέτοιου Σταύρου.
— Άντε, ρε Σκουρογιάννη, του λέει στο τέλος, κάνε μου τη χάρη και φύγε από δω. Σήμερα κιόλας, να μη σε βλέπω. Στενοχωριέμαι… Μας πήρε ο διάολος όλους. Και μένα με το μαγέρικο και σένα, μ’ αυτό το Ντομπρίνοβο —φεύγα από δω.
Ό τελευταίος άνθρωπος ο δικός του ήταν ο Σταύρος —και δεν υπήρχε κι αυτός. Οι άλλοι — είναι κι άλλοι, υπάρχουν ακόμα; — είχανε μείνει στη Γερμανία, ψευτοφιλόσοφοι ωραίοι, βασανισμένοι χαμάληδες, Ρωμιοί της πίκρας, της φτώχειας, της νοσταλγίας.
Και τότες ο Σκουρογιάννης, γυρίζοντας στο Ντομπρίνοβο που ’χε ερημώσει, μπορούσε πια να το ξέρει πως ο τόπος αυτός ήταν ο τόπος της τελευταίας, της τελειωτικής ερημίας. Ανύπαρκτος τόπος. Πως είκοσι χρόνια παιδεύτηκε, ονειρεύτηκε, σ’ αυτόν τον ανύπαρκτο τόπο να φτάσει…
Εκείνη η ξαφνική βροχούλα τα ’κανε όλα, απ’ αυτήν γινήκαν όλα. Πήρε πάλι τον κατήφορο για τη ρεματιά, πήρε τον ανήφορο για το δάσος. Εκεί τον έπιασε. Στάθηκε όσο να περάσει — πέρασε γρήγορα. Πήρε πάλι τον ανήφορο σιγά σιγά για το ξέφωτο. Ο ήλιος πρόβαλε πάλι, ο τόπος απόμεινε υγρός, όλο το μικρό λιβάδι. Έκατσε στη συνηθισμένη του θέση — ήτανε σήμερα πολύ λυπημένος, δεν τ’ άνοιξε το δισάκι του — καθόταν εκεί λυπημένος. Ολομόναχος — εντάξει. Διωγμένος, καταδιωγμένος — από ποιόν; Γιατί;
Κι ολότελα ξαφνικά τα ’δε μπροστά του. Σηκώθηκε, τα κοίταξε, ξανακοίταξε — δε μπορεί να γελιότανε, τα ’ξερε. Ήταν αύτά. Τ’ αρκουδίστικα χνάρια, τα μεγάλα της πέλματα. Αυτή ’ταν. Η αρκούδα του Σμόλικα, του Πάπιγκου, της Πολιάνας — η Μάρω του Πίνδου. Και ζούσε ακόμα. Ζούσε κι αυτή. Η λύπη του σκόρπισε μονομιάς — η καρδιά του χτύπησε δυνατά, τον παλμό της βουνίσιας του ράτσας, της δικής του της γης. Σαν τώρα μονάχα να ’φτασε εκεί, τώρα μονάχα να ’χε γυρίσει. Αυτά τα χνάρια γινόντανε τώρα, ξαναγινόνταν, η σιγουριά του η χαμένη πως είχε φτάσει σε τόπο που δεν ήταν ανύπαρκτος, που δεν ήτανε της νοσταλγίας του μόνο, της φαντασίας του — η σιγουριά που ’χε χάσει μέσα σ’ αυτούς τους τρελούς, τους μισούς, τους αφιονισμένους, τους νικημένους ανθρώπους που βρήκε γυρίζοντας.
Πήγε ως την άλλη άκρη απ’ το ξέφωτο, έφκιασε λίγο τον τόπο με τίς παλάμες του, άδειασε εκεί το δισάκι του. Την άλλη μέρα ξεκίνησε απ’ το πρωί — το ψωμί, το τυρί, που τής άφησε, δεν ήταν εκεί. Τής έφερε πάλι — και ζάχαρη. Και τίς άλλες μέρες — κάθε μέρα.
—Ε, λοιπόν, είπε ο γέρος ο Τράκας. Για μεγάλη δουλειά πας εσύ. Ξυλεία; Καλά το κατάλαβα.
— Και βέβαια, είπε αυτός χωρίς δυσκολία.
— Θα γράψω αμέσως στα παιδιά μου στη Λάρισα. Γι’ αυτό δεν τα ’θελες τα καθαριστήρια.
— Και βέβαια, είπε πάλι ο Σκουρογιάννης, μεγάλη δουλειά.
— Αυτό μελετάς εκεί πάνω που πας;
— Αυτό.
— Καλά κάνεις. Το ’ξερα εγώ.
Και το μελετούσε. Πάρα πολύ. Μέρα με μέρα με το φαΐ που της άφηνε στην ίδια θέση. Ώσπου την είδε. Ξεπρόβαλε μέσα απ’ τα δέντρα. Στάθηκε μια στιγμή — τράβηξε ύστερα για τη θέση που της άφηνε το φαΐ. Τον είδε, τρόμαξε, έκανε να φύγει πίσω — έμεινε εκεί. Αυτός την κοιτούσε ασάλευτος. Πρέπει να ’τανε μικρή, θηλυκιά, δε θα ’ταν ακόμα δυο χρόνων. Μείναν έτσι — και κοιταζόνταν. Ο τελευταίος άνθρωπος του Ντομπρίνοβου κι η τελευταία αρκουδίτσα του Πίνδου σταθήκαν εκεί στο ξέφωτο εκείνο του δάσους, από τις δυο τις μεριές του και κοιταζόντανε. Δύσπιστα, δισταχτικά και καχύποπτα —χωρίς να μπορούνε να φύγουν — δεν είχανε πού να πάνε.
Την άλλη μέρα τ’ άρχιζε πια το μεγάλο παιγνίδι: γέμισε τον τορβά του, πήρε μαζί του και το μεγάλο δίκοπο μαχαίρι. Έκατσε στη θέση του και περίμενε. Την ίδια ώρα, τη χτεσινή, το ζώο ξαναπρόβαλε μέσ’ απ’ τα δέντρα. Ξανασταθήκανε μια στιγμή και κοιταχτήκανε πάλι. Άνοιξε το δισάκι του, του πέταξε ένα κομμάτι ψωμί. Το ζώο το πήρε, πήγε τώρα κοντότερα. Και τρίτο — ακόμα κοντύτερα. Ήτανε τόσο κοντά, που χρειάστηκε να κρατάει τη λαβή του μαχαιριού του. Του πέταξε υστέρα μια σακουλίτσα ζάχαρη — όλα πήγανε καλά για σήμερα.
Και πήγανε και τις άλλες μέρες. Και το ζώο πλησίαζε κάθε φορά περισσότερο, τρία μέτρα, δύο μέτρα, ένα μέτρο, μισό.
— Και πώς πάμε; ρώτησε ο Τράκας.
— Τελειώνει, είπε αυτός, έρχεται πια το φθινόπωρο.
Και τελείωσε στ’ αλήθεια. Άπλωσε πια και το χέρι του — μια χούφτα ζάχαρη. Η αρκούδα πήγε και το ’γλειψε. Και την άλλη μέρα — και την παράλλη κι έμεινε δίπλα του, περιμένοντας. Και τότες αυτός άπλωσε τα χέρια του και της αγκάλιασε το κεφάλι. Το ζώο τ’ άφησε μ’ εμπιστοσύνη μέσα στα χέρια του. Ξεχείλισμα της δίκης του λύπης, της μοναξιάς, της απελπισίας του — έσφιξε τ’ αγαπημένο κεφάλι μέσα στα χέρια του. Η αρκουδίτσα τανύστηκε — ένιωσε μέσα στα χέρια του το σπαρτάρισμα του αζευγάρωτου θηλυκού. Έτσι όπως ήτανε έσκυψε και το φίλησε στο κούτελο, το ζώο μούγκρισε, στα δικά του τα μάτια ανεβηκαν τα δάκρυα, τόσον καιρό κρατημένα.
— Τελειώσαμε, του ’πε του Τράκα.
—Έγραψα πια στα παιδιά, είπε κείνος.
Το φθινόπωρο φτάνει πάντα γρήγορα στον Πίνδο — τον Οκτώβρη συννεφιάζει πια, αρχίζει κιόλας το κρύο. Ο Σκουρογιάννης κατάλαβε — η ώρα της αρκούδας του για το χειμωνιάτικο ύπνο της κόντευε. Έβλεπε τα μάτια της και μισόκλειναν κάποτε, το κεφάλι της βάραινε. Κάθεται δίπλα του, του γλείφει κάποτε και το χέρι μα το φαΐ της από μέρα σε μέρα όλο λιγότερο γίνεται.
Αυτή τον πήγε στη χειμωνιάτικη τρύπα της — μια μεγάλη κουφάλα και τρία πεύκα τριγύρω. Αυτός κουβάλησε ζάχαρη, της την έβαλε σε μια γαβάθα — να την βρει ξυπνώντας την άνοιξη. Ξάπλωσε το ζώο, του χάιδεψε αυτός το κεφάλι στο κούτελο, όπως χαϊδεύουνε τα σκυλιά. Μισάνοιξε μια φορά τα μάτια του πάλι — όλο και βάραινε — έγειρε το κεφάλι του. Αυτός έσκυψε, το χάιδεψε καναδυό φορές — είχε κοιμηθεί. Τελείωσε. Σηκώθηκε να φύγει. Ξαναστάθηκε μια στιγμή στην άκρη της κουφάλας:
— Κοιμήσου εσύ, έρμου πουλί μου, κοιμήσου τώρα. Θα ξαναβρεθούμε την άνοιξη; Ιμείς οι δυο απομείναμαν σε τούτον τον τόπο — κανένας άλλος — δεν έμεινε τίποτα εδώ.
Και κατέβηκε στο ερημώμένο χωριό, που δεν είχε να κάνει τίποτα, τετράδιπλα ορφανεμένος.
Και τότες έρχεται ο συγγραφέας ο φίλος μας, αυτός που γράφει και τούτη την ιστορία. Αρχίζει τώρα να φανερώνεται κι ο χαλασμός ο δικός του. Την γράφει, την πάει την ιστορία του και να την τελειώσει δεν ξέρει. Διχασμένος, μοιρασμένος, κομματιασμένος ανάμεσα σε σαράντα δύο Ντομπρίνοβα και σαράντα δύο σημερινές πολιτείες, σαράντα δύο καλούς Σκουρογιάννηδες και σαράντα χιλιάδες δικές του μαύρες κακίες, δεν ξέρει να δώσει μια λύση. Είχε χίλιες έτοιμες, σωστές, να διαλέξει κάποια, όπως κάθε συγγραφέας τής προκοπής ξέρει να κάνει: να το σκοτώσει ο Σκουρογιάννης τ’ αγαπημένο του ζώο. Να πεθάνει και κείνος μαζί του. Να του το σκοτώσουν οι Ντομπρινοβίτες, οι Σκαμνελίτες, όπως σκοτώνουν λαθραία τις άλλες αρκούδες. Με μια στάλα καλοσύνη μπορούσε ακόμα να βάλει το Σκουρογιάννη και να το πάρει μαζί του, να το κρατήσει στην αυλή του σπιτιού του —αυτό θα ’ρχόταν πίσω του σα μανάρι — όπως είχε ακούσει παλιά και κάναν οι βλάχοι — ούρσου τη λέγανε την αρκούδα που ’χαν δεμένη μπροστά στο κονάκι τους. Και δεν τις θέλει — καμιά απ’ αυτές δεν του πάει. Το Ντομπρίνοβο, λέει, με την παλιά προκοπή του, οι γεροί του ανθρώποι που ξεριζώθηκαν και χαθήκαν, ο Σκουρογιάννης εκείνος που γύρισε να το βρει και δε βρήκε τίποτα, η τελευταία αρκουδίτσα του Πίνδου που πεινασμένη, αζευγάρωτη, του φιλούσε τα χέρια — πέθαναν. Και πέρα απ’ το θάνατο, λέει, δεν είναι τίποτα.







Κουνελόγατος said
Πρέπει να μας είχαν δώσει το βιβλίο γύρω στο 1986 (ή λίγο αργότερα) ως σύγγραμμα στο Πολιτικό της Νομικής. Κάποιο μάθημα είχα περάσει (αφού το διάβασα)…
Κουνελόγατος said
Καστανιώτης, δεύτερη έκδοση 1977, τώρα το είδα.
Alexis said
Καλημέρα.
Όλη η αφήγηση με τις Γερμανίδες και το σταθμό μου θύμισε έντονα αυτό:
Δύτης των νιπτήρων said
Τι ωραίο. Στο κλείσιμο καταλαβαίνουμε γιατί ο Χατζής ήταν στ’αλήθεια μεγάλος συγγραφέας.
sarant said
Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!
4 Ακριβώς
Stazybο Hοrn said
50, 70 χρόνια πίσω, κι όμως τόσο μακρινά κι άγνωστα για τις σημερινές γενιές…
atheofobos said
Ακόμα θυμάμαι την ευφορία που είχα νιώσει διαβάζοντας το 76 αυτό το βιβλίο, που μας είχε γνωρίσει ένα τόσο τρυφερό συγγραφέα που μας γνώριζε ένα κόσμο που δεν ξέραμε, και τον οποίο αμέσως τον αγαπήσαμε!
Stazybο Hοrn said
35 οι κάτοικοι και στην απογραφή του 2021.
Κιγκέρι said
Να την!
dimosioshoros said
Ένας συγγραφέας που αγαπήσαμε.
Λάμπας said
Συγκλονιστικός Δημήτρης Χατζής. Το διδάσκονται και στο Γυμνάσιο.
sarant said
9 Φοβερή σύμπτωση!
Παναγιώτης Κ. said
4. Όντως σπουδαίος συγγραφέας!
Γραφή που ο Έλληνας αναγνώστης την ευχαριστιέται.
ΛΑΜΠΡΟΣ said
Τι όμορφο διήγημα, δεν τον ήξερα τον συγγραφέα. Θα το αγοράσω το βιβλίο για τις κόρες μου, αξίζει να τον γνωρίσουν.
6 – Ο κόσμος αλλάζει εκθετικά πλέον, και πριν προλάβουμε να κατανοήσουμε και να χωνέψουμε το καινούριο, έχει παλιώσει.
Προσωπικά δεν το βλέπω σαν καλό η κακό, σωστό ή λάθος αλλά, σαν διαφορετικό από τα δεδομένα και τις σταθερές που μεγάλωσα.
Stazybο Hοrn said
Από το 9, στο ιστολόγιο για το χωριό, με πολλές πληροφορίες, και με το διήγημα αυτό -κι έχει και τα υπόλοιπα βιντεάκια με την Ανίτα και την κερασιά.
sarant said
15 Ωραία, μπράβο!
Stazybο Hοrn said
14: Ναι, δεν είναι απαραίτητα κακό· όσο κακό είναι το λεγόμενο χάσμα των γενεών. Η ταχύτητα, με πρωταίτιο την τεχνολογία, το έχει κατεβάσει πια στα 10-20 χρόνια.
Costas Papathanasiou said
Καλημέρα! Ωραίος ο Σκουρογιάννης ο αναλλοτρίωτος για είκοσι χρόνια στα ξένα..
Κρυφά, να μη φανερώνεται στους άλλους και τον αποπαίρνουνε με τις σαχλαμάρες και τα πειράγματα του ελληνικού καφενείου, αυτόν το γυρισμό δούλευε μέσα του —και τον χαιρόταν που θα τον είχε.
Να τελειώσει καμιά φορά με τις νόρμες, τα ακόρντ, τα όρντνουνγκ, τα συρματόσκοινα και να τελειώσει και με την άσφαλτο, το τσιμέντο και τ’ αλουμίνιο, να φτάσει κάποτε κει:— Κόβι, Μήτρου μ’, κόβε να γυρίσουμε καμιά φορά…
Και καμιά φορά ξεχνιόταν ωστόσο, ξεσπούσε μπροστά στους άλλους: — «Ιμείς από του Ντουμπρίνουβουν» «Ιμείς εκεί στο Ντουμπρίνουβον… Ιδέαν δεν έχετε ισείς…»
[Αccord= (Αγγλ <Γαλλ.) συμφωνία, Ordnung=(Γερμ.)τάξη, Ντομπρίνοβο < Σλαβική Добр- ‘καλός’ + -ин + -ово , πρβλ Καλοχώρι ( https://iliochori.wordpress.com/2009/06/14/296/ , Добриново, Добрин, добрина, добро, https://en.wiktionary.org/wiki/%D0%B4%D0%BE%D0%B1%D1%80%D0%BE , https://en.wiktionary.org/wiki/%D0%B4%D0%BE%D0%B1%D1%80%D0%B8%D0%BD%D0%B0 ).
‘Το Ηλιοχώρι σήμερα είναι ιδιαίτερα γνωστό για τους καταρράκτες «Μπάλτα Ντι Στρίνγκα» που προσελκύει αρκετούς επισκέπτες. Οι καταρράκτες –με τον μεγαλύτερο από αυτόν να έχει ύψος πάνω από 25 μέτρα- βρίσκονται κοντά στο χωριό. Στην περιοχή των καταρρακτών σχηματίζονται οβίρες-«πισίνες»’. https://typos-i.gr/article/otan-legotan-ntomprinobo ].
…Και βρίσκει, επιστρέφοντας ως συνταξιούχος, τον τόπο του αλλοτριωμένο, τ’ όνειρο για παράδεισο νεκρό και μόνο απομεινάρι του, καλό και αληθινό, το πάτημα και το φιλί μιας αρκουδίτσας :
Αν ήταν εδώ κανένας Μπρουσάκης, Σαββίδης, Γιαννόπουλος, από κείνους τους φιλόσοφους του ελληνικού καφενείου, θα ’χε πάλι τη σοφή την εξήγησή του− κοινωνία της κατανάλωσης και το ξερίζωμα, την αλλοτρίωση των ανθρώπων και τ’ άλλα που λέγανε.[…]
−Κοιμήσου εσύ, έρμου πουλί μου, κοιμήσου τώρα. Θα ξαναβρεθούμε την άνοιξη; Ιμείς οι δυο απομείναμαν σε τούτον τον τόπο− κανένας άλλος− δεν έμεινε τίποτα εδώ.
Και κατέβηκε στο ερημωμένο χωριό, που δεν είχε να κάνει τίποτα, τετράδιπλα ορφανεμένος.[…]
Το Ντομπρίνοβο, λέει, με την παλιά προκοπή του, οι γεροί του ανθρώποι που ξεριζώθηκαν και χαθήκαν, ο Σκουρογιάννης εκείνος που γύρισε να το βρει και δε βρήκε τίποτα, η τελευταία αρκουδίτσα του Πίνδου που πεινασμένη, αζευγάρωτη, του φιλούσε τα χέρια− πέθαναν. Και πέρα απ’ το θάνατο, λέει, δεν είναι τίποτα.
Πουλ-πουλ said
Αντί να συνωστίζονται στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, καλό είναι οι επίδοξοι συγγραφείς να διδάσκονται από το δωρικό ύφος και το βάθος της γραφής του Χατζή. Βέβαια τελειώνοντας ένα διήγημα του Χατζή, πού να αντέξεις τα φληναφήματα που κυκλοφορούν δεξιά-αριστερά.
sarant said
18 Ωραίο σχόλιο!
19 Λίγοι μπορούν να διδαχτούν διαβάζοντας άλλους
Αστέρω said
Ήταν «η τελευταία αρκούδα του Πίνδου» που με συγκίνησε παιδί, πρώτοι μήνες της Α’ Γυμνασίου, φθινόπωρο του 1981. Δώρο «το διπλό βιβλίο» από τον νεαρό θείο μου που όντας ανυπότακτος, μάς επισκεπτόταν σε περιόδους χάριτος πριν από εκλογές. Μια εφηβική παρόρμηση με έκανε να ψάξω το όνομα του Χατζή στον τηλεφωνικό κατάλογο- δεν ήταν και λίγοι με το ίδιο όνομα. Η κυρία με την κάπως θλιμμένη φωνή που μου απάντησε, ξαφνιάστηκε, ίσως νόμιζε πως το παιδί στην άλλη άκρη του τηλεφώνου έκανε φάρσες- «Ξέρετε, διάβασα την τελευταία αρκούδα του Πίνδου και ήθελα να μιλήσω στον συγγραφέα, να τον γνωρίσω από κοντά αν θέλει». Και η φωνή άλλαξε . «Ο Δημήτρης Χατζής έφυγε από τη ζωή πριν λίγους μήνες». Ζήτησα συγγνώμη και λυπήθηκα με όλη τη δύναμη της απόγνωσης που διαπερνούσε τον αγώνα του Σκουρογιάννη να βρει μάταια ένα νόημα που είχε φτιάξει μόνο ο ίδιος στο μυαλό του.
dimosioshoros said
Σημαντικός πολεογράφος.
sarant said
21 Πολύ συγκινητικό!
Κιγκέρι said
Γιώργου Σεφέρη, «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου»
— Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου.
— Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.
— Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ’ ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα ‘ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.
— Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ’ αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπω σ’ αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.
— Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.
— Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.
— Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ’ τη γης κι απ’ τους ανθρώπους.
— Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.
Costas Papathanasiou said
Πληροφορίες και τραγουδάκια για την πρωταγωνίστρια του Δημήτρη Χατζή
https://www.youtube.com/watch?v=Fox9-BznoHo Αρκούδες στη Βορειοδυτική Ελλάδα ( “Οδηγίες σε περίπτωση συνάντησης με αρκούδα” / Διεύθυνση Δασών Π.Ε. Χαλκιδική – από φυλλάδια των οργανώσεων ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ και ΚΑΛΛΙΣΤΩ https://pkm.gov.gr/wp-content/uploads/2023/07/%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%B3%CE%B9%CE%B5%CF%82-%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B1.pdf )
https://filtig.bandcamp.com/album/12 “12 Τραγούδια για Αρκούδες” by filtig
https://www.youtube.com/watch?v=fiWR03dcL6Y “Το τραγούδι της Μικρής Αρκούδας” Σόνια Θεοδωρίδου/ Στίχοι: Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος Μουσική: Δημήτρης Μαρκατόπουλος
https://www.youtube.com/watch?v=Tg1yrs1WkSw “Αρκούδα ορεινή” Ερμηνεία: Ηρώ Σπυρούλη, Γεωργία Σάλιαρη Στίχοι: Γεωργία Σάλιαρη, Χαρούλα Κρομυάδου Μουσική: Γεωργία Σάλιαρη
https://www.youtube.com/watch?v=kwIVlxfc0Y0 Σαβίνα Γιαννάτου &Αντώνης Καραγεωργίου – Μιά αρκούδα καφέ ή το καφέ χρώμα ( Μουσική/Στίχοι: Δημήτρης Μαραγκόπουλος/ Μαριανίνα Κριεζή)
https://www.youtube.com/watch?v=b7BZZtLqHtw Παιδικό τραγούδι – » Η καφέ αρκούδα» Στίχοι – Κεχαγιά Σταυρούλα
Μια αρκούδα καφετή/ καθισμένη στο χορτάρι
κλαίει που είναι παχουλή/ μπίχι μπίχι μπίχι μπι.
https://www.youtube.com/watch?v=HaD4yAXOnqE “Αρκούδα” Στάθης Δρογώσης/ Συνθέτης: Μέλπω Χαλκουτσάκη, Στιχουργός: Άλκηστις Χαλικιά
https://www.youtube.com/watch?v=6uhITBO7hr8 ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΑΡΚΟΥΔΑ/ ΣΤΙΧΟΙ : ΓΙΩΤΑ ΞΕΝΟΥ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ :Fred D USA
Μέσα στα γήπεδα με γυμνάζουνε/ τ’ άγρια πλήθη να χαιρετώ
με μαϊμούδες μαζί με βάζουνε/ τ’ άγρια πλήθη να προσκυνώ
https://www.youtube.com/watch?v=QiWOjpNnBhM “Η αρκούδα”/1985-Θανάσης Μωραΐτης (Στίχοι/Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης/ https://www.youtube.com/watch?v=0MKKozSFQUg Σωτηρία Λεονάρδου https://www.youtube.com/watch?v=KINvVqM1r6Q Πολυξένη Καράκογλου )
https://www.youtube.com/watch?v=cOuPr6D4Fgs “E arkouda” – ( Η αρκούδα )- Πλήρη ντάξει (Στίχοι/Μουσική: Χρήστος Παππάς)
https://www.youtube.com/watch?v=Q5USlGldU94 Hippoβρύχιος – “Αρκούδα”- Μουσική/Στίχοι: Φραγκίσκος Βιδάλης
Και την αρκούδα να καθαρίζω να την μορφώνω να την φροντίζω
μα η αρκούδα είναι αρκούδα κι όταν θυμώνει μου λέει τραγούδα
https://www.youtube.com/watch?v=8amHSIPfJII Ελένη Βιτάλη – “Αρκούδα”
https://www.youtube.com/watch?v=bou-rIzGk0Y Sotis Volanis ft Demis Anastasiadis – Αρκουδα
https://www.youtube.com/watch?v=B9IZ7b6RMZQ ‘Η Αρκούδα’ | KooKooLand Συνθέτης: Σταμάτης Σταματάκης Στίχοι: Άρης Δαβαράκης Ερμηνευτές: Δημήτρης Τάσαινας, Δανάη Νίελσεν, Κατερίνα Κοζαδινού, Παναγιώτης Πάλλης, Μαργαρίτα Παπαδημητρίου Μουσικοί: Γιάννης Μακρής (κιθάρες, προγραμματισμός), Νίκος Παπαδόπουλος (κιθάρες), Σταμάτης Σταματάκης (μπάσο, πλήκτρα)
https://www.youtube.com/watch?v=HvcXQL52B0k “ΕΛΕΓΕΙΑ-Η ΑΡΚΟΥΔΑ” Στίχοι – σύνθεση : Γιώργος Σταθόπουλος Τραγουδούν : Φώτης Ρουβάς, Αλεξία Σταθοπούλου Κιθάρες :Μιλτιάδης Καραΐσκος Μίξη – Mastering :Γιώργος Τσοτρίδης
Αρκούδα βράχος το νησί, χιλιάδες χρόνια, ήρθες, κατοίκησες κι εσύ, γλυκιά συμπόνια,
https://www.youtube.com/watch?v=4sGvrfX4TvY Σταμάτης Κραουνάκης – ‘Αρκούδα’
https://www.youtube.com/watch?v=DhaWjPbnU1E “Μία αρκούδα ξαφνικά” – παιδικό, Στίχοι/Μουσική: Μαίη Κοκκίδου
Είναι μία κάτασπρη αρκούδα/ που έχει μία όμορφη μουσούδα.
Στα μαλλιά φοράει μια κορδέλα/ και με το τραγούδι έχει τρέλα.
https://www.youtube.com/watch?v=n-oQqfiu1wo Mazoo And The Zoo – “Η Αρκούδα” (I Arkouda) Στίχοι/Μουσική: Μάνος Βαφειάδης
https://www.youtube.com/watch?v=CJmKkl7nrVM Zouzounia Baby | ‘Ψάχνω Ψάχνω μια αρκούδα’ by Baby Walrus
https://www.youtube.com/watch?v=qUqpGmmnn0A “ΑΡΚΟΥΔΑΚΙ” ΜΑΡΙΑ ΚΥΝΗΓΟΥ-ΦΛΑΜΠΟΥΡΑ
https://www.youtube.com/watch?v=QKs5sIidoIo Ζουζούνια – ‘Δυο Μικρά Αρκουδάκια’ | Νέο Παιδικό Τραγούδι
Bak evladım buna ayı derler/ Ormandan inip şehre gelirler
Biraz ağırdır, hantaldır ama/Armudun iyisini ayılar yerler
Seninde canın günün birinde/ Armudun iyisini yemek isterse
Sakın ha aman manava gidip te/ Armutları tek tek elleme[…]
A de bakayım (a) bi de y de (y) şimdi bi de ı (ı)/ Oku bakayım (ayı) oku bakayım (ayı)
https://www.youtube.com/watch?v=kCqlyWM98Qk Barış Manço – Ayı
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
Πολύ μου άρεσε το σημερινό. Το Χάιμ μου θύμισε το Φαρ Ουέστ στη Γαλάζια Χώρα (γείτονάς σου δεν ήταν ο Δειλινός, μπενελούξιος?). Και τον Σουρούνη βέβαια, με τα εξαιρετικά κείμενα της ξενητιάς.
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
20β -> 19# Αλλά πολλοί νομίζουν πως μπορούν να διδαχτούν γραφή από σεμινάρια.
Jorge said
Όμορφο. Με πίκρα η επικείμενη θυσία. Δεν είχα δει την ΑΕΓΚ, ποτέ γραμμένη έτσι.
Γ. Βραζιτούλης said
Καλημέρα από το Βερολίνο! Πολύ ωραία η ιδέα της σημερινής νοσταλγικής ανάρτησης.
Πριν μερικά χρόνια είχα ασχοληθεί με τις ανατολικογερμανικές εκδόσεις του έργου του Δημήτρη Χατζή και είχα γράψει κάτι σχετικό.
https://www.giannena-e.gr/Ihnilatontas%20tin%20Istoria/Vrazitoulis_Hatzis_Ekdoseis_Anatolikogermania.aspx
sarant said
25 Θα γράψω μάλλον άρθρο για την αρκούδα
26 Δεν τον έχω διαβάσει, δυστυχώς
27 Ω ναι
29 Γεια σου Γιώργο, ευχαριστούμε!
GeoKar said
το Διπλό Βιβλίο το είχα διαβάσει προ αμνημονεύτων ετών, αλλά αυτό με την αρκούδα δεν το θυμόμουν και τώρα που το ξαναδιάβασα, πολύ συγκινήθηκα. Ευχαριστούμε για την επιλογή και την δημοσίευση Νικοκυρη!
Theo said
Κι εγώ είχα διαβάσει το Διπλό Βιβλίο πριν καμιά σαρανταριά χρόνια κι η δωρική και λιτή γραφή του, η λογοτεχνία της ξενιτιάς που ο Χατζής την ανέβασε πολύ ψηλά μ’ είχε συγκλονίσει. Τώρα δεν θυμάμαι τίποτα. Ευχαριστώ, λοιπόν, Νικοκύρη, που αυτή η ανάρτηση με ξαναταξιδεύει.
Στέλιος Κορνές said
Πολυ ωραιο το σημερινο! Ο Χατζης εχει την ικανοτητα να «μου ζεσταινει το κεφαλι», οταν τον διαβαζω. Οι χαρτες του γκουγκλ εχουν μερικες πολυ ωραιες φωτογραφιες απο το χωριο και τη γυρω φυση. Επισης, η αρχη της διηγησης μου θυμιζει το «Ζχ Βρε Θαναση» απο τους «Αγαπανθος».
Δύτης των νιπτήρων said
Δεν σχολιάσαμε καθόλου το αρσενικό φύλο του Πίνδου. Βλέπω ότι είναι αρχαίο και επιζεί μέχρι το Βυζάντιο, πχ μια αναφορά στον Γεώργιο Κεδρηνο (διελθόντες τὸν Πίνδον): https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%A0%CE%AF%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CF%82
xar said
Πολύ ωραίο το σημερινό. Ειλικρινές, ευθύβολο και διεισδυτικό. Και ιδιαίτερα συγκινητικό. Ευχαριστούμε.
Χαρούλα said
Τι να σχολιάσω σε ένα κείμενο του Χατζή. Στρωτή γραφή. Κυλάει γρήγορα και ευχάριστα. Μικρή εξαίρεση η παράγραφος με τα ξαδέλφια που εγώ δυσκολεύτηκα να βρω ποιός, τι.
Θέμα που μπορεί να μην αγγίζει κάποιους που δεν βίωσαν μετανάστευση και το προσωπικό τους νόστιμον ήμαρ, λειτουργει όμως ως βιβλική παραβολή στην προσωπική μας ιστορία.
Βλάχοι μεν στα βουνά, αλλά λέγανε την αρκούδα με «επισημότητα». (ούρσου τη λέγανε την αρκούδα που ’χαν δεμένη μπροστά στο κονάκι τους. )
Από το λατινικό ursus και φυσικά το αρχαίο ελληνικό άρκτος.
ΓΤ said
αρκουδίνες πειθαρχίας: ουρσουλίνες
Χαρούλα said
#37 ΓΤ καλοοοό!
Και η παλαιότερη μόδα Ursus Roter. Η μόνη τότε κόκκινη βότκα με ένα μοναδικό μίγμα καθαρής βότκας Ursus και τη γλυκύτητα των μούρων. Το αποτέλεσμα είναι η γλυκιά και έντονη γεύση της.
Χαρούλα said
Φυσικά με σήμα …την αρκούδα
Μαρία said
Οι μεσήλικες του μπλόγκ που το ’79 πήγαιναν στη Γ’ γυμνασίου διδάχτηκαν ένα απόσπασμα 🙂
leonicos said
Φοβερό, υπέροχο. Η σχέση με το αγρίμι, συγκλονιστική
Λάμπας said
40. Ακόμα διδάσκεται στη Γ΄ γυμνασίου (ο σύνδεσμος δε δουλεύει).
Alexis said
Όμορφο, συγκινητικό χωρίς να γίνεται μελό.
Μπράβο!
sarant said
34 Θα μας πουν και οι Γιαννιώτες (ο ΑΧ δεν έχει φανεί) αλλά υποθέτω ότι θα το έλεγαν και έτσι την εποχή του Χατζή.
ΓΤ said
-Σήμερα θα κάτσουμε μέσα, γιατί έχει πολύ κρύο!
-Όπου αγαπάτε!
-Τι παγωτά έχεις;
mitsos said
Να ‘σαι καλά Νίκο. Με πέτυχες.
Θυμάμαι και ποιοι μου το έφεραν δώρο στην γιορτή μου το 77.
Με συγκλόνισε τότε, και τώρα ακόμα περισσότερο. Και όχι μόνο αυτό αλλά και άλλα διηγήματα αυτής της συλλογής …
Το είχα ψάξει στα βιβλία μου πριν καμιά εικαοσαριά χρόνια και δεν το βρήκα .
Ίσως πρέπει να ξανγυρίσω σε κάποια αναγνώσματα παλιά. Μάλλον το έχω ανάγκη
loukretia50 said
«… Χωρίς να το ξέρει, χωρίς να μπορεί να σκεφτεί τέτοια πράματα, ήταν κι αυτός από τους ανθρώπους εκείνους που δεν το λιανίζουνε τ’ όνειρό τους, το θέλουν ακέριο, σωστό, μια και καλή, το φκιάχνουνε μέσα τους, το στήνουνε, το δουλεύουν και ξέρουν, μπορούνε να την καρτερούνε την ώρα του… «
————————————
Όμως αυτή η ώρα μπορεί να μην έρθει ποτέ, ή να είναι πια πολύ αργά.
‘Αραγε μετανοιώνει που δε συμβιβάστηκε με λιγότερα?
Πολύ όμορφη, λιτή γραφή.
Το θέμα βαθιά ανθρώπινο, δε χρειάζεται φιοριτούρες για να συγκινήσει.
Αξίζει να διδάσκεται… αν υποθέσουμε ότι διδάσκεται η δημιουργική γραφή.
Ευκαιρία να θυμηθούμε ένα παλιό άρθρο με ενδιαφέροντα σχόλια :
ΥΓ Χτήνε, είχες περιπέτειες τότε, αν θυμάμαι καλά… αληθινή χτηνωδία… τςςς τςςς…
Georgios Bartzoudis said
«δυο κοψίματα στο λεφτό — είναι η νόρμα — εγώ του τα ’κανα αυτά τα μετρήματα».
# Δεν ήξερα για τις νόρμες. Και, πολύ καλά έκαναν που εισήγαγαν τα διηγήματα του Χατζή στην υποχρεωτική εκπαίδευση, για να μαθαίνουν τα παιδιά τί εστί νόρμα. Τίποτα όμως παραπάνω. Διότι οι κακές γλώσσες έλεγαν κάποτε ότι μέσα από το «παραπέτασμα» η νόρμα αυξανόταν κάθε τόσο, μέχρι που οι «προλετάριοι» την κουρέλιασαν. «Εμείς κάνουμε ότι δουλεύουμε και αυτοί κάνουν ότι μας πληρώνουν»! Τέτοια πράματα γίνονταν μέσα σε αυτό το «παραπέτασμα», που στην πραγματικότητα δεν υπήρχε. Ήταν κάτι σαν την άυλη συνταγογράφηση. Μόνο στο Βερολίνο υπήρχε κάτι απτό, νομίζω όμως ότι το λέγαν «τείχος του αίσχους».
Πάμε παρακάτω: Προ ημερών εμφανίστηκε στο απέναντι πεζοδρόμιο ένα πολυσυνεργείο. Είχαν 2-3 σύγχρονα μηχανήματα αλλά και παραδοσιακά φτυάρια, χειράμαξες κλπ. Ξήλωναν πλακάκια, έσκαβαν, κάτι έβαζαν ή έβγαζαν, και μετά αποκαθιστούσαν την προτέρα πεζοδρομιακή κατάσταση. Αϊλιάκης εγώ, καθόμουν, παρατηρούσα και σκεφτόμουν: Για συνεργείο του Δήμου μου φαινόταν πολύ δραστήριο. Για συνεργείο εργολάβου, φαινόταν χασομέρηδες. Τελικά ήταν συνεργείο της ΔΕΔΔΗΕ (ότι απόμεινε από την παλιά ΔΕΗ, μετά την πώληση του εισπρακτικού της τμήματος). Δεν φαίνονταν να υπάρχει κάποια «νόρμα», ούτε διέκρινα κάποιον «νορμάρχη» ή επιστάτη κλπ. Όλοι (ή σχεδόν) χειρίζονταν κάθε τόσο το βλογημένο φτυάρι. Ωράριο 07.00-15.00. Διάλειμμα 12.00 έως 12.30. Όλοι στο πεζούλι. Άνοιγαν τα ταπεράκια και απολάμβαναν το κολατσιό. Μπουκιά και συχώριο. Γλυκό ψωμί, που δεν απολαμβάνουν σε κανένα μπρέκφαστ οι εν Αθήναις (και όχι μόνο) παρεπιδημούντες.
Πάμε παραπέρα: Ένα… προνομιακό (λόγω θέσης) βενζινάδικο, απομονώθηκε από τις αερογέφυρες που κατασκευάστηκαν γύρω του και…βγήκε στο σφυρί. Μαζί του απομονώθηκε και ένα πολυκατάστημα που μόλις είχε αποπερατωθεί και διέθετε ένα τεράστιο χώρο στάθμευσης. Ένας «πανέξυπνος» χωρικός αγόρασε το βενζινάδικο. Δουλειά με φούντες. Όσοι πήγαιναν στο πολυκατάστημα φουλάριζαν τα αυτοκίνητά τους. Όμως, η δουλειά με φούντες απαιτούσε ένα τουλάχιστον χέρι ακόμα. 16 ώρες τη μέρα, και Σάββατα και Κυριακές και γιορτές, είναι πάρα πολλές. «Γιατί δεν παίρνεις έναν βοηθό», τον ρώτησα. «Δεν μπορώ να βρω κανέναν, μολονότι πληρώνω πολύ καλά», μου λέει. Έρχονται, βλέπουν και φεύγουν. Προτιμούν να πηγαίνουν στις καφετέριες του κέντρου, με τα μισά λεφτά». Τελικά έκλεισε το βενζινάδικο. Βλέπετε, η «νεολέγια» προτιμά δουλειά με χουζούρι, έστω και με τα μισά λεφτά. Το… προλεταριάτο ξύπνησε!
Έχει και άλλο; Και βέβαια έχει. Εύελπις νεαρός που ενυμφεύθη μια γνωστή μου, κληρονόμησε μια καφετέρια στο κέντρο της πόλης, με… «προνομιοακότατη» θέση. Ίσως η πιο προνομιακή στην πόλη. Γι’ αυτό και κάνει δουλειές με φούντες, αλλά χωρίς την παραμικρή παρουσία του ιδιοκτήτη. Αυτός προτίμησε να παραμείνει βαφέας εργαζόμενος με ημερομίσθιο. Όχι συνεχώς αλλά μόνο όταν δεν ασχολείται με το χόμπι του που είναι οι αναρριχήσεις στα βουνά της περιοχής, οικογενειακώς μάλιστα. Αν είσαι προλετάριος να είσαι και όταν ακόμα διέρχεσαι κοντά από τις σειρήνες του καπιταλισμού!
sarant said
48 Πριν από κάτι μήνες ήπια καφέ στην πλατεία Ελευθερίας. Εκεί είναι;
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
47# Γεια σου γάτα μας. Πού το θυμήθηκες βρε? Κατά σύμπτωση, πριν από κάνα μήνα, πέτυχα τον δικ. επιμελητή στο δρόμο. Πήγαινε κάπως περίεργα, σα να είχε κάπου σφηνωμένη κλήτευση.
Αλφα_Χι said
44.
Κύριε, δεν είπατε ότι θα είχαμε για το Ντομπρίνοβο σήμερα και πήγα στη Καστάνιανη Κόνιτσας!
Όπου έχει άφθονες αρκούδες, επίσης. Αλλά είχαν περάσει πιο πριν οι κυνηγοί με τα σκυλιά και δεν άκουσα καθόλου θόρυβο από σπάσιμο κλαδιών, από κανένα είδος ζώου.
Γι΄αυτό φωτογράφισα μόνο έναν σκίουρο από μακριά (φωτ. 1) και ίχνη (με το συμπάθιο) αρκούδας μέσα στο χωριό (φωτ. 2).
Μετά πήγα σε εκκλησάκια και γεφύρια μέσα στο δάσος, που θα τα δείτε στη συνέχεια…
dryhammer said
Αφήνουν ίχνη οι αρκούδες στο δάσος;
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
52# Άμα έχουνε φάει καλά, το πόδι πατάει πιο βαριά.
ΓΤ said
48 Αναλφάβητος Σερρών
της ΔΕΔΔΗΕ —> του ΔΕΔΔΗΕ
Πες μας και το ΔΕΥΑΣ για τα μπαζόνερα του νομού σου.
ΓΤ said
48 Αναλφάβητος Σερρών
της ΔΕΔΔΗΕ —> του ΔΕΔΔΗΕ
Πες μας και το ΔΕΥΑΣ για τα μπαζόνερα του νομού σου.
Αλφα_Χι said
Αγ. Κυριακή
Γεφύρι Μαλνίτσας, κρυμμένο στη βλάστηση
Σπίτι με σαχνισί και πέτρινα σκαλοπάτια για τον κήπο.
Stazybο Hοrn said
40, 42:
vhttps://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2218/Keimena-Neoellinikis-Logotechnias_G-Gymnasiou_html-empl/index09_05.html
Αλφα_Χι said
44. «του Πίνδου»
Όχι, δεν έχει τύχει να ακούσω ποτέ ο Πίνδος. Αλλά μπορεί και να λέγεται, πολύ περισσότερο αν προϋπήρχε. Η αλλαγή τού γένους είναι συνηθισμένη στα τοπωνύμια, π.χ. ο Τόμαρος/Ολύτσικας -> η Ολύτσικα, ο Κατσικάς -> η Κατσικά κ.ά.
Πρόσφατα, μάλιστα, άκουσα από γυναίκα Τζουμερκιώτισσα σε αφήγηση για σεισμό της δεκαετίας του ’50 να λέει: «- Ήταν τόσο δυνατός, που ο καμπαναριός (της εκκλησίας) ακούμπησε στον πλάτανο» και το ξανάπε κάνα δυο φορές ακόμη, χωρίς να παραξενευτεί στο άκουσμα κανένας από την ομήγυρη.
52.
Η πλήρης ονομασία είναι βιοδηλωτικά ίχνη, τα οποία περιλαμβάνουν πατημασίες, ακαθαρσίες, τρίχωμα σε δέντρα κ.λπ.
Οι καταρράκτες στο Ηλιοχώρι
(Η πρόσβαση κατήφορος, η επιστροφή ανήφορος με σκαλοπάτια γίγαντα και ξύλινα γεφυράκια και κάγκελα ετοιμόρροπα).
ΜΙΚ_ΙΟΣ said
Για τη λογοτεχνική δεινότητα του Δ. Χατζή, τι να πει κανείς! Ο βαθμός ‘άριστα’ της γραφής!
Κατά τα λοιπά, αντιγράφω τα σχόλια 31(GeoKar) +(32) Theo. Και δεν θυμάμαι και κάποιο από τα άλλα Κεφάλαια… 😒
36.
Και ο θρυλικός κινηματογραφικός γίγαντας ‘Ούρσος’!
52, 53.
Αμέ, μυρωμένα ίχνη στο δάσος, πού αλλού; 🙂🤪
Jorge said
59. Ούρσος, λιοντάρια και ένας λούπος.
sarant said
51-56-58 Τι ωραίες φωτογραφίες!
58β Πριν από πολλαάαα χρόνια στο ιστολόγιο, ο φίλος μας ο Σκύλος της Βάλιας Κάλντας είχε πει ότι είχε γνωρίσει μια ομάδα επιστημόνων που έψαχναν βιοδηλωτικά ίχνη αρκούδων -και ότι επειδή τρώνε πολλά βατομουροειδή, βιοδηλώνουν πολύ συχνά.
Και στη Μαδρίτη, το έμβλημα της πόλης είναι μια αρκούδα που τρώει κούμαρα από το δέντρο.
spyridos said
Βιοδηλώνει η αρκούδα στο δάσος;
spyridos said
52
Τώρα σε είδα.
Stazybο Hοrn said
61: Εδώ
xar said
@48
Δηλαδή ο μάστορας ο βενζινάς ήθελε βοηθό που να του δουλεύει 16 ώρες την ημέρα συν σαββατοκύριακα, και απορούσε γιατί προτιμάνε οι άλλοι 8ωρο με τα μισά λεφτά;
Jorge said
Καλά το έλεγε ο δόλιος ο Ξανθόπουλος.
-Αυτό δεν είναι δάσος, ρεσιτάλ αφόδευσης είναι.
Costas Papathanasiou said
Μύθοι αρκουδίσιοι :
ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ ΚΑΙ ΑΡΚΤΟΣ (Αίσωπος)
[66.1] δύο φίλοι τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἐβάδιζον. ἄρκτου δὲ αὐτοῖς ἐπιφανείσης ὁ μὲν ἕτερος φθάσας ἀνέβη ἐπί τι δένδρον καὶ ἐνταῦθα ἐκρύπτετο. ὁ δὲ ἕτερος μέλλων περικατάληπτος γίνεσθαι πεσὼν κατὰ τοῦ ἐδάφους τὸν νεκρὸν προσεποιεῖτο. τῆς δὲ ἄρκτου προσενεγκούσης αὐτῷ τὸ ῥύγχος καὶ περιοσφραινούσης τὰς ἀναπνοὰς συνεῖχε· φασὶ γὰρ νεκροῦ μὴ ἅπτεσθαι τὸ ζῷον. ἀπαλλαγείσης δὲ ‹αὐτῆς ὁ ἕτερος› καταβὰς ἀπὸ τοῦ δένδρου ἐπυνθάνετο αὐτοῦ, τί ἡ ἄρκτος πρὸς τὸ οὖς εἴρηκεν. ὁ δὲ εἶπε· «τοιούτοις τοῦ λοιποῦ μὴ συνοδοιπορεῖν φίλοις, οἳ ἐν κινδύνοις οὐ παραμένουσιν».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι τοὺς γνησίους τῶν φίλων αἱ συμφοραὶ δοκιμάζουσιν.
Οι ταξιδιώτες και η αρκούδα. (Ιωάννης Μ. Κωνσταντάκος)
[66.1] Ήταν δυο φίλοι που βαδίζανε μαζί στον ίδιο δρόμο, όταν ξαφνικά παρουσιάστηκε μπροστά τους μια αρκούδα. Τότε ο ένας από αυτούς πρόφτασε να σκαρφαλώσει σε κάποιο δέντρο και κρύφτηκε εκεί πάνω. Όσο για τον άλλον, ακριβώς τη στιγμή που κινδύνευε να τον τσακώσει το θηρίο, αυτός σωριάστηκε κάτω στο έδαφος και υποκρινόταν τον πεθαμένο. Η αρκούδα, που λέτε, έφερε κοντά του τη μουσούδα της και τον οσφραινόταν γύρω-γύρω· ο ανθρωπάκος, όμως, κρατούσε την ανάσα του. Φημολογείται, βλέπετε, ότι το θηρίο αυτό δεν αγγίζει τους πεθαμένους. Όταν πια σηκώθηκε και έφυγε το ζώο, ο φίλος κατέβηκε από το δέντρο και ρωτούσε τον σύντροφό τί του είχε ψιθυρίσει η αρκούδα στο αυτί. Εκείνος αποκρίθηκε: «Να σου πω: “Κοίτα καλά”, με ορμήνεψε, “μην τυχόν και ξαναταξιδέψεις συντροφιά με τέτοιους φίλους, που σε παρατούν σύξυλο στον κίνδυνο”».
Το δίδαγμα του μύθου: Οι συγκυρίες είναι η καλύτερη δοκιμασία που αποδεικνύει ποιός είναι φίλος πραγματικός. ( https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=75&page=14&hi=64398 )
ΛΕΩΝ ΚΑΙ ΑΡΚΤΟΣ (Αίσωπος)
[152.1] λέων καὶ ἄρκτος ἐλάφου νεβρὸν εὑρόντες περὶ τούτου ἐμάχοντο. δεινῶς δὲ ὑπ᾽ ἀλλήλων διατεθέντες ἐπειδὴ ἐσκοτώθησαν, ἡμιθανεῖς ἔκειντο. ἀλώπηξ δὲ παριοῦσα ὡς ἐθεάσατο τοὺς μὲν παρειμένους, τὸν δὲ νεβρὸν ἐν μέσῳ κείμενον, ἀραμένη αὐτὸν διὰ μέσου αὐτῶν ἀπηλλάττετο. οἱ δὲ ἐξαναστῆναι μὴ δυνάμενοι ἔφασαν· «ἄθλιοι ἡμεῖς, εἴ γε ἀλώπεκι ἐμοχθοῦμεν».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι εὐλόγως ἐκεῖνοι ἄχθονται, οἳ τῶν ἰδίων καμάτων τοὺς τυχόντας ὁρῶσι τὰς ἐπικαρπίας ἀποφερομένους.
Το λιοντάρι και η αρκούδα.(Ιωάννης Μ. Κωνσταντάκος)
[152.1] Μια φορά το λιοντάρι και η αρκούδα τσακώσανε το μικρό μιας ελαφίνας και βάλθηκαν να μαλώνουν ποιός θα το πάρει. Έτσι, που λέτε, κάνανε μεγάλη ζημιά ο ένας στον άλλο, ώσπου τελικά τους ήρθε σκοτοδίνη και έπεσαν κάτω μισοπεθαμένοι. Έτυχε τότε να περάσει από εκεί η αλεπού, και φυσικά τους είδε και τους δύο τάβλα κάτω σε κατάσταση λιποθυμίας, ενώ το ελαφάκι ήταν παρατημένο ανάμεσά τους. Βούτηξε λοιπόν η ίδια το ζωάκι από εκεί μέσα και το έβαλε στα πόδια. Τότε τα δύο θηρία, που δεν μπορούσαν ούτε καν να ανασηκωθούν, άρχισαν να μουρμουρίζουν: «Να πάρει η οργή, τί δυστυχία! Να τραβήξουμε τέτοιο ζόρι μόνο και μόνο για να κερδίσει η αλεπού!».
Το δίδαγμα του μύθου: Είναι φυσικό να στενοχωριούνται* όσοι βλέπουν τον πρώτο τυχόντα να απολαμβάνει τα οφέλη από τον δικό τους κόπο. (https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=75&page=31&hi=70730) *ή να βιοδηλώνουν όσοι βλέπουν αρκούδα.
-“Aρκουδίτσες” και τα κορίτσια, στη Βραυρώνα, της Αρτέμιδος:
Χ. ΓΥ. οὐκ ἄρ᾽ εἰσιόντα σ᾽ οἴκαδ᾽ ἡ τεκοῦσα γνώσεται. [ἀντ.]/ ἀλλὰ θώμεσθ᾽, ὦ φίλαι γρᾶες, ταδὶ πρῶτον χαμαί./ ἡμεῖς γάρ, ὦ πάντες ἀστοί, λόγων/ κατάρχομεν τῇ πόλει χρησίμων·
εἰκότως, ἐπεὶ χλιδῶσαν ἀγλαῶς ἔθρεψέ με·/ ἑπτὰ μὲν ἔτη γεγῶσ᾽ εὐθὺς ἠρρηφόρουν·/ εἶτ᾽ ἀλετρὶς ἦ δεκέτις οὖσα τἀρχηγέτι·/ κᾆτ᾽ ἔχουσα τὸν κροκωτὸν ἄρκτος ἦ Βραυρωνίοις·/ κἀκανηφόρουν ποτ᾽ οὖσα παῖς καλὴ ᾽χουσ᾽/ ἰσχάδων ὁρμαθόν.
ΧΟΡ. ΓΥΝ. Ε! νοικοκυραίοι, ας συζητήσουμε [αντ.]/χρήσιμα για την πατρίδα./ Της χρωστάμε τόσα εμείς!
Πλούσια μας ανάστησε, με χάδια./ Της Παλλάδας κέντησα τον πέπλο/ όντας έκλεισα τα εφτά,/ και στα δέκα ζύμωσα την πίτα της./ Το χορό κατόπι της αρκούδας/ στα Βραυρώνεια χόρεψα, ντυμένη/ κροκωτά. Και κοπελούδα κανηφόρησα/ με τσαπέλα σύκα στο λαιμό.
( ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ Λυσιστράτη (στ. 636-647), μτφ Κ. Βάρναλης https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=146&page=15&hi=236446 )/ Greek (Liddell-Scott): κροκωτός: -ή, -όν, βεβαμμένος διὰ κρόκου, ἔχων τὸ χρῶμα κρόκου, Πινδ. Ν. 1. 58. 2) ὡς οὐσιαστ., κροκωτὸς (δηλ. χιτών), ὁ, ὡς τὸ κροκόεις, ἐπενδύτης κροκοβαφής, ὃν ἐφόρουν αἱ χαλαραὶ τὰ ἤθη γυναῖκες, Ἀριστοφ. Θεσμ. 138, 253, 945, // Greek Monolingual: η (AM ἄρκτος)[…]4. (στην Αθήνα) κορίτσι στην υπηρεσία της Βραυρωνίας Αρτέμιδος ( https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B1%CF%8C%CF%82_%CE%91%CF%81%CF%84%CE%AD%CE%BC%CE%B9%CE%B4%CE%BF%CF%82_%CE%92%CF%81%CE%B1%CF%85%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CF%82 / https://www.youtube.com/watch?v=VseNpaa_vpg “Αρκουδίτσα”- Στίχοι: Αντωνία Μπατσαλή/ Σύνθεση – τραγούδι: Λένκα Πέσκου )
Georgios Bartzoudis said
49 Sarant….
# Βεβαίως εκεί, και είναι η καλλίτερη!
54-55 ΓΤ….
# Το ΓιδοΤόμαρο μπερδεύτηκε χώνοντας τη μούτσκα του στα σκυλόσκατα της ταμπανα κιοπη και τόριξε στο ούρλιασμα! Σιγά, να μην τρομάξουν τα τσιρόνια της λίμνης Κερκίνης και τα τσιλόνια της Μπέλιτσας!!
65 Xar….
# Αυτό κατάλαβες??? Τζάμπα πήγαν τόσα χρόνια στο Πανεπιστήμιο, που έλεγε ένας εκλιπών φίλος!!!
Αλφα_Χι said
«[…]γραμμή λεωφορείο και στην Κοζάνη, γραμμή κι από κει για την Κόνιτσα. Εκεί το νοίκιασε το μικρό ημιφορτηγό[…].
Ενδιαφέρον έχει και η αναφορά στα μέσα μεταφοράς της εποχής. Κοζάνη-Κόνιτσα (από Επταχώρι) με λεωφορείο. Κόνιτσα-Κεντρικό Ζαγόρι-Γυφτόκαμπος-Ηλιοχώρι με ημιφορτηγό 4 ώρες.
Σε τρεις-τέσσερες ώρες σταματήσανε στο μικρό μπακάλικο — ήταν από τότε, πριν φύγει. Τώρα με το δρόμο που φκιάξανε, το μεγαλώσανε και σταματούν εκεί τα λεωφορεία. […]Αριστερά του το βουνό της Λάιστας, κάτω η βαθιά ποταμιά που πάει με τ’ άλλα νερά να βρει τον Αώο. Το χειμώνα βουίζει, η πλατιά της χαλικαριά λαμποκοπάει τώρα μέσα στον ήλιο. Πέρα, μπροστά του, ο Γυφτόκαμπος. Αντίκρυ του εκείνη η πλαγιά με τα πεύκα, τα ελάτια να κατρακυλούν αραδιαστά, πυκνά, στητά, φουντωτά. Ξοπίσω της, πέρα, τα βουνά τα μεγάλα — όπως τα ’ξερε. Ο τόπος του».
Και τώρα εκεί σταματούν τα λεωφορεία, σε μια βρύση και ακριβώς από κάτω της πρέπει να ήταν το μαγαζί. Ακριβώς στη συνέχεια του δρόμου ένα ξυλάδικο.
«Το χωριό αρχίζει λίγο πιο κάτω απ’ το δρόμο, κατηφορίζοντας από τούτη τη μεριά της βαθιάς κοιλάδας. Τίποτα δε φαίνεται από το δρόμο. Μεγάλες καρυδιές τα κρύβουν, τα σκεπάζουν ολότελα τα πέτρινα σπίτια του ως κάτω στην εκκλησία με τον πελώριο πλάτανο μπρος της.»
Η ίδια εικόνα με σήμερα.
ΓΤ said
ΑΕΚ-Βόλος 1-0
ΟΦΗ-Κηφισιά 1-3
Αστέρας Τρίπολης-ΠΑΟΚ 3-3
Παναιτωλικός-ΠΑΟ 1-2
sarant said
64 A μπράβο! Όλα βρίσκονται
Γιάννης Μαλλιαρός said
Καλησπέρα,
«κάτοικοι 35 το 2011» Τους 2 τους ξέρω, συμφοιτητές στο Πανεπιστήμιο!
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
Το λεξικό λέει:
Resilience: the ability of a substance to return to its usual shape after being bent, stressed or pressed.
Αυτό που θαυμάζω στον Μπαρτζούδη είναι το τεράστιο απόθεμα ρεζίλιενς. Ο άνθρωπος είναι απίστευτα πολύ ρεζίλιεντ. Ό,τι και να του πεις, όπως και να του τα ξηγήσεις, όσο ρόμπα και να τον κάνεις, αυτομάτως επανέρχεται στις εργοστασιακές ρυθμίσεις: τσιπροπροδοσία-ψευτοαριστεροί-σκυλόσκατα-καθχιαφτότης-αγένεια-ξινίλα. Σαν τη βιοχλαπάτσα, εκείνο το μπλιαξ ζελέ των 90ζ, που το σβούραγες στον τοίχο κι αυτό κόλλαγε, άπλωνε κι έπαιρνε διάφορα σχήματα για να αηδιάζουν τα κοριτσάκια. Μόλις το ξεκόλλαγες επανερχόταν στην αρχική κατάσταση της άμορφης μάζας και περίμενε το επόμενο ραντεβού με το ντουβάρι. Εδώ στο λυγξ μαθαίνουμε τι παθαίνει η βιοχλαπάτσα άμα πολυκαιρίσει.
https://retromaniax.gr/threads/primo-%CE%92%CE%B9%CE%BF%CF%87%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B1.3896/
Μαρία said
73 Βιοχλαπάτσα! Ni vue ni connue.
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
74# Joumie joujounion.
Μαρία said
69 Μετά απο μια επικίνδυνη αλλά θαυμάσια διαδρομή (Νεστόριο – Χρυσή- Επταχώρι) όχι με κανα τζίπ αλλά με Ρενό 5 αποζημιωθήκαμε στο Επταχώρι με νοστιμότατο κοντοσούβλι. Καλοκαίρι του ΄86.
Costas Papathanasiou said
Τριγυρνώντας πρόσφατα στα όμορφα δασωμένα τμήματα της περιοχής μας είχαμε μια συνάντηση με την κυρά Μάρω, την καφέ αρκούδα της κοιλάδας του Ρασιανίτη. Δεν ήταν μόνη της αλλά κουβαλούσε και την οικογένεια της, που με έκπληξη είδαμε ότι εκτός της μεγάλης θηλυκιάς είχε ακόμη 3 μέλη!! Ένα μικρό κοπάδι αρκούδων…!!!
https://iliochori.wordpress.com/2019/09/07/%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%bc%ce%b5-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%ac-%ce%bc%ce%ac%cf%81%cf%89-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%bf/#more-11506
«Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου»
Η ταινία μικρού μήκους «Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου» σκηνοθετήθηκε από τη Μέμη Σπυράτου και προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1990. Το σενάριο είναι βασισμένο στο ομώνυμο απόσπασμα του Δημήτρη Χατζή που βρίσκεται στο μυθιστόρημα του «το Διπλό βιβλίο».
https://apeirosgaia.wordpress.com/2011/11/16/%C2%AB%CE%B7-%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%B1-%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%AF%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CF%85%C2%BB-3/
https://www.youtube.com/watch?v=3t09zzURpNI Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΚΟΥΔΑ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ- 1o μέρος
https://www.youtube.com/watch?v=iQ2JAK9cm8U Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΚΟΥΔΑ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ-2ο ΜΕΡΟΣ ( ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΕΡΤ, 1988, ΣΕΝΑΡΙΟ-ΚΕΙΜΕΝΑ : ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΦ. ΤΣΙΠΗΡΑΣ )
mariakorbila1 said
«οι βλάχοι — ούρσου τη λέγανε την αρκούδα»
Την κόρη μου την λένε Ορσία. Ονομα σύνηθες στην Σαλαμίνα και εφόσον έτσι έλεγαν την προ-γιαγιά της πήρε το όνομά της. Ψάχνοντας να βρώ άγιο που να γιορτάζει βρήκα την Ορσαλία από όπου μάλλον προέρχεται.
Πιθανή Ετυμολογία / Τι σημαίνει: Υποκοριστικό της λατινικής λέξης ursa, που σημαίνει «θηλυκή αρκούδα».
mariakorbila1 said
Επίσης πιθανή προέλευση από :
Άγιος Ουρσίκιος
Έζησε στα χρόνια του βασιλιά Μαξιμιανού (286 – 305 μ.Χ.) και καταγόταν από την πόλη Σιβεντού της Άνω Ιλλυρίας. Ήταν στρατιωτικός και είχε φτάσει μέχρι και το βαθμό του τριβούνου. Μαρτύρησε επί Διοκλητιανού.
και
Ορσάλιος
Ετυμολογία: Από τη Λατινική λέξη ‘ursus’=αρσενική αρκούδα Αντίστοιχο Γυναικείο: Ορσαλία
Το περίεργο είναι ότι ο ιερέας ουδεμία αντίρρηση έφερε. Υπάρχουν πολλές γυναίκες που ακούν στο όνομα Ορσία εδώ στο νησί μα κανένας Ουρσίκιος ή Ορσαλίος. Εχουμε όμως Ορσαλίες. Λίγες. Εκκλησία πάντως δεν υπάρχει ούτε εικόνα έχω εντοπίσει πουθενά.
mariakorbila1 said
Η αφήγηση βεβαίως του Χατζή συναρπαστική – το διάβασα απνευστί!!!
Αλφα_Χι said
76. Μαρία
Την είχα κάνει αυτή τη διαδρομή, πριν δύο χρόνια φθινόπωρο. Δάση και χρώματα. Πολλές στροφές, αλλά άσφαλτος. Έπρεπε να πάω από αλλού, αλλά έκανα λάθος και μπήκα από εκεί. Πήγαινα πήγαινα και δεν έλεγε να τελειώσει.
loukretia50 said
Ενδιαφέρουσα ιστορία χωρίς αρκούδες.
Saint Ursula and the 11,000 British Virgins https://www.historic-uk.com/HistoryUK/HistoryofEngland/Saint-Ursula-the-11000-British-Virgins/
«… However, it is suggested that the number of martyrs may not be as extensive as was concluded in the ninth century and could be the result of an error in translation rather than mass murder. One theory is that there was only one martyr, named Undecimilla, which was incorrectly translated as undicimila, or 11,000, in Latin. Another theory from an eighth century historian is that amongst the martyrs was an 11 year old girl called Ursula and her age, undecimilia, was where the error came from.»
Μαρία said
81 Χωματόδρομος προς κατσικόδρομο το ’87. Αλλά δίπλα μας φοβερό φαράγγι. Στο Νεστόριο, όπου ρωτήσαμε για το δρόμο, πήραμε κι ένα μπάρμπα που πήγαινε στη Χρυσή. Κι εκεί θυμάμαι οτι ρωτήσαμε ένα νεαρό για τη συνέχεια της θαυμάσιας διαδρομής.
Αγάπη said
Έχω ζήσει την ευλογία να ακούσω τον ίδιο τον Δημήτρη Χατζή να διαβάζει την τελευταία αρκούδα τού Πίνδου.
Σε λίγους μήνες πέθανε, πρόλαβα όμως να τον δω μια φορά ακόμα να πίνει καφέ. Με φώναξε και περάσαμε ένα μαγικό μισάωρο μαζί. Νομίζω πως προτιμούσε τα ανώνυμα καφενεία, όχι τα στέκια.
Και διάβαζε σχεδόν άχρωμα, αλλά με εσωτερικό τονισμό και νεύρο που έδιναν περισσότερο νόημα στο αφήγημα.
ΓΤ said
Ούρσουλα Άντρες
κι η χλιαρέτζω θείτσα Φον ντερ Λάιεν
Αλφα_Χι said
79. Costas Papathanasio
Καλημέρα,
Πολύ ωραία όλα τα κείμενα και οι εμπειρίες από τη συμβίωση ανθρώπου και αρκούδας.
Στις μέρες μας η σχέση αυτή έχει πάρει μια άλλη μορφή, μετά την ερήμωση των χωριών και την εγκατάλειψη των καλλιεργειών γύρω από αυτά αλλά και της κτηνοτροφίας. Τώρα πλέον αρκούδες και αγριογούρουνα τρυγάνε τις αυλές των σπιτιών. Πρόσφατα, στη Δόλιανη (Αν. Ζαγόρι) ηλικιωμένος βγήκε με το φακό στην αυλή του ακούγοντας θόρυβο και η αρκούδα που τρόμαξε τον γκρέμισε από την μάντρα.
nikiplos said
Πολύ όμορφο το διήγημα… Πραγματεύεται τον άνθρωπο που φεύγει από τον τόπο του και τον κουβαλάει μαζί του. Ωστόσο, ο τόπος αυτός αλλάζει, γίνεται κάτι άλλο. Κι ο ξενιτεμένος όταν επιστρέφει πια δεν βρίσκει τίποτε… Πολύ ωραία και η αναφορά στη μοναξιά της αζευγάρωτης ψυχής. Αρκούδα ή άνθρωπος. Η μοναξιά του μονήρους. Δυο ψυχές που έχουν ξεμείνει στον παλιό εκείνο τόπο που έχει αλλάξει κι έχει αλλάξει και τους ανθρώπους του…
Οι σαλοί του κόσμου αυτού, που δεν βρήκαν τα πατήματά τους…
Γιάννης Μαλλιαρός said
Καλημέρα και καλή βδομάδα. Χρόνια πολλά στον μπαρμπαΛΑΜΠΡΟ
sarant said
77 Ωραίος!
78 Στον κατάλογο των θηλυκών έχουμε Ορσαλία, Ορσία, Όρσολα.
84 Τυχερή!
Γιάννης Μαλλιαρός said
Αυτό με τον ξενιτεμένο που γυρίζει στον τόπο του μετά από πολλά χρόνια και δεν πιστεύει στα μάτια του από τις αλλαγές που βλέπει τόχω ζήσει με έναν θείο μου. Είχε φύγει το 1956 και ήρθε πρώτη φορά το 1972. Που μεγάλωνε τα παιδιά του με την νοοτροπία του τότε κι ήρθ’ εδώ και τρόμαξε (ναι, τρόμαξε με τις αλλαγές το 72).
Stazybο Hοrn said
Εδώ, ένα μικρό δείγμα με τον Χατζή να διαβάζει.
https://archive.ert.gr/25207/
Stazybο Hοrn said
Εδώ ο Χατζής, με αφορμή την παράσταση «ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ», με τους ΣΤΕΦΑΝΟ ΛΗΝΑΙΟ και ΕΛΛΗ ΦΩΤΙΟΥ, θεατρική διασκευή του διηγήματός του «ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΕΡΔΙΚΑΡΗ» από το «ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΑΣ ΠΟΛΗΣ» είναι καλεσμένος του Φρέντυ Γερμανού και περνά για πρώτη φορά το κατώφλι της Ελληνικής τηλεόρασης, με ολόκληρο αφιέρωμα.
https://archive.ert.gr/73973/
Stazybο Hοrn said
Κι εδώ ντοκιμαντέρ του Τάσου Ψαρρά για τον Χατζή:
https://archive.ert.gr/8607/
sarant said
92-3 Μπράβο ρε συ
ΛΑΜΠΡΟΣ said
88 – Ευχαριστώ πολύ Γιάννη.👍😊
Ας κεράσω τον πιο γαμάτο (για μένα) Φοίβο της μουσικής σκηνής στην Ελλάδα.
Χαρούλα said
ΛΑΜΠΡΟύκο γερός να είσαι! Να καταφέρεις φέτος το όνειρο εύχομαι ολόψυχα.🥰
Και να σ’έχουμε χρόνια εδώ, μήπως και τελικά καταφέρουμε να καταλάβουμε ότι μας γράφεις😉😂.
Stazybο Hοrn said
96: Ότι ή ό,τι; 🙂
Χαρούλα said
#97 ωωχ🫣! ,,,,,,,,, (Τελικά κολλητική η ΓΤίτιδα!😇😊)
Μιχάλης Νικολάου said
9 Νοεμβ. 2024, το είχα δει (στο ΦΒ?) για τον Μπουτάρη και τον Αρκτούρο
Stazybο Hοrn said
98: Το έγραψα μόνο γιατί κάποιος υποστήριξε χτες-προχτές ότι η υποδιαστολή είναι περιττή.
Πισμάνης said
Τήν καλησπέρα μου.
Δέν έχω νά προσθέσω κάτι, παρά μόνο τό Ντομπρίνοβο (Ηλιοχώρι) στούς παλιούς χάρτες, που είναι καί η ειδικότης μου.
Μαρία said
98, 100 🙂
ότι =οτι μας γράφεις εκεί που δεν πιάνει μελάνι
ό,τι =ότι = όσα μας γράφεις
Ας όψεται το παράλογο μονοτονικό που βάζει τόνους σε λέξεις που δεν τονίζονται.
nikiplos said
Αγαπητέ Λάμπρο, χρόνια πολλά με υγεία προπαντός! Να τα κανεις 100 όσα κλείνεις σήμερα!
sarant said
101 Καλώστον!
sarant said
Λάμπρο, χρόνια πολλά ρε συ! Να σε χαίρονται που σε αγαπούνε!
xar said
Χρόνια πολλά Λάμπρο, με υγεία και ανοιχτή καρδιά.
ΛΑΜΠΡΟΣ said
96 – Ευχαριστώ Χαρούλα μου, θα γράφω όσο με ανέχονται ο Νικοκύρης κι η πλειοψηφία των σχολιαστών.😊
Δε νομίζω πως. λέω κάτι ακαταλαβίστικο, σιγά τον διανοούμενο.😂
Απλώς το περιβάλλον εδώ είναι άκρως θρησκευόμενο και δεν μπορεί να δεχτεί αυτά που λέει ένας εντελώς άθρησκος, που συνοψίζονται στο ότι οι λαοί μεγαλώνουμε και ζούμε με ψευδαισθήσεις, που εξυπηρετούν την εκάστοτε ελίτ, που κι αυτή είναι απότοκο της πατριαρχίας που βασίζεται στην σεξουαλική καταπίεση και την διαιωνίζει.
Δηλαδή, χωρίς ελεύθερες και συνειδητά ένθεν κακείθεν ισότιμες γυναίκες, δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ τίποτε επί της ουσίας. Όλοι οι αγώνες δεν είχαν και δεν έχουν στόχο την ελευθερία των λαϊκών μαζών κλπ, αλλά την εξουσία, που είναι ξεκάθαρη πατριαρχία. Ανέκαθεν και σε οποιαδήποτε σύστημα η καθεστώς που λειτουργεί με χρήματα, οι γυναίκες είναι σκουπίδια και στην καλύτερη όπως στην δύση, πρακτικά σκλάβες.
Απολύτως κατανοητό το βρίσκω.😊
103 – Eυχαριστώ φίλε. Τα 64 κλείνω κι είμαι στην ευχάριστη θέση να έχω πραγματοποιήσει όλες τις μεγάλες επιθυμίες μου, πλην εξόδου στο διάστημα, κάτι που φάνταζε αδιανόητο μέχρι την πρώτη εφηβεία μου, (και ότι θα φτάσω σ’ αυτή την ηλικία) οπότε τα 100 μου φαίνονται παρά πολλά, δεν θα έχω τι να κάνω. Και αύριο να πεθάνω, είμαι υπερπλήρης, αλλά κι όποτε έρθει, καλώς να έρθει.😊
105 – Ευχαριστώ πολύ Νικοκύρη, είναι μεγαλείο για μένα που με χαίρονται αυτοί που με αγαπούν γιατί είναι αμοιβαίο.😊
106 – Ευχαριστώ φίλε μου νάσαι καλά και να περνάς ακόμη καλύτερα.😊
Stazybο Hοrn said
Χρόνια πολλά, φίλε.
Αλφα_Χι said
Σεραφείμ Ξενόπουλου, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης, 1884
Εκδ. Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος Άρτας «Σκουφάς», 1986
«Καλαρρύταις, χωρίον κείμενον επάνω όρους ονομαζομένου Πολυάνα, όπερ ως δοκεί εστί το αρχαίον Πολύαινον, τεσσάρας δε ώρας μακράν αυτού εστιν η υψηλοτέρα κορυφή της του Πίνδου σειράς ονομαζομένη Κακαρδίτσα», σ. 30
«Ζαγόριόν εστι περιοχή της Ηπείρου προς το Α.Β. των Ιωαννίνων, περιοριζομένη εκ των ορέων του Πίνδου και του Μιντσικελίου», σ. 314
«Εν τη αυτή κορυφή του Πίνδου προς ανατολάς των Καλαρρυτών κείται η Πολίχνη Συρράκον», σ. 321
loukretia50 said
Χρόνια καλά Λάμπρο!
========
109. «…ονομαζομένου Πολυάνα…»
Η Πολυάνα μεγαλώνει στον Πίνδο με αρκούδες… ρε τι μαθαίνω στα γεράματα…
Και δίπλα οι Σαλαμινομάχοι του κάπταιν Κουντουριώτη κάνουν ρεσάλτο σε περσικό πειρατικό…
Δεν πίνω άλλο απόψε…
Μαρία said
Πολύχρονος και γερός, Λάμπρο. Πόσο γίνεσαι; 🙂
Αλφα_Χι said
110.
Η λέξη πουλιάνα στα βλάχικα ιδιώματα σημαίνει «τόπος ανοιχτός» δηλ. «ίσιωμα, πλάτωμα», (στο pdf, σ. 5).
Είναι πολύ διαδεδομένο τοπωνύμιο και παραπέμπει σε πλατώματα σε ορεινές περιοχές κατάλληλα για βοσκοτόπια κ.λπ.
Αλφα_Χι said
sarant said
112 Πρέπει να είναι το σλάβικο «πολιάνα» που σημαίνει «ξέφωτο». Πολιάνα έχει και στη Μάνη. Γιάσναγια Πολιάνα, το χτήμα του Τολστόι.
loukretia50 said
113, μα δεν το αμφισβήτησα!
Απλά μου φάνηκε αστείο, γιατί στην εποχή μου οι «καθωσπρέπει κόρες» μεγάλωσαν με την Πολυάνα!
Στις «όχι και τόσο…» έπεφτε το γέλιο της αρκούδας.
ΓΤ said
114 Ντάκμαν
Ακόμα «μυρίζω» το ξύλο του γραφείου του σε εκείνο το λευκό σπιτάκι κοντά στον τάφο του (1982). 🙂
Jorge said
Είναι και η Πολιανή του Γρηγόρη Δικαίου.
https://en.wiktionary.org/wiki/poljana#Serbo-Croatian
ΛΑΜΠΡΟΣ said
108 – Ευχαριστώ Στάζυμπε, πολύ με συγκίνησες με το όμορφο κομμάτι. Από την αρχή σε είχα κόψει πως αν και αρκετά απρόσιτος, είσαι απίθανος τύπος!👍
110 – Ευχαριστώ αερικό μου, αυτή είναι η σωστή ευχή σ’ αυτή την ηλικία, γι’αυτό σε πάω πολύ.🥰
111 – Ευχαριστώ Μαρία, εσύ κι αν είσαι απίθανη.😊
Γίνομαι 64 στρογγυλά.😂
Αυτό για καληνύχτα, για τον Στάζυ επιφυλάσσομαι.
Μαρία said
118 Έλα, ρε. Εγώ πριν απο λίγες μέρες έγινα 74 στρογγυλά. Του χρόνου, που θα πρέπει να ανανεώσεις την άδεια οδήγησης, θα σε γράψουμε στα λυκόπουλα.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Αριστουργηματική γραφή. Συμπτωματικά, πρόσφατα ξαναδιάβαζα τη Φωτιά του.
Η Αρκούδα με συγκλόνισε. Αριστοτεχνικά δεν επιλέγει, την σχετικά εύκολη, από την όλη αφήγηση, εκδοχή του να κοιμηθεί τον ανεξύπνητον ύπνο του ο ήρωας κοντά στην αρκούδα κατά την επερχόμενη χειμερία της νάρκη. Σπουδαιότατος συγγραφέας, άνθρωπος, διανοούμενος.
Στα ξένα είμαι Ελληνας και στην Ελλάδα ξένος
Δημήτρης Χατζής (1913 – 1981) 50 χρόνια από την επιστροφή του στην Ελλάδα
93, με πρόλαβες. Το ντοκιμαντέρ σκεφτόμουν με το που διάβασα το άρθρο και κατέβαινα τα σχόλια, μήπως το βάλει κάποιος.
…
Λάμπρο, χρόνια σου καλά, κι όσα θες 😉
Σου εύχομαι να πετύχεις το στόχο του Μαραθώνιου με την Ελεωνόρα. Το σημαντικό είναι η διαδρομή με την κόρη σου παρέα. Ο χρόνος καμιά. Με την ευχή μου.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
120 τέλος, Ο χρόνος καμιά σημαντικότητα.
sarant said
120 τέλος Ακριβώς
nikiplos said
Από τα λίγα κείμενα που έχω δει εδώ και έχω ξαναγυρίσει για να τα ξαναδιαβάσω… Δεν το χορταίνεις…
Αλφα_Χι said
Επίσης: Ιφ. Τριάντου, Η αφηγηματική τεχνική στην πεζογραφία του Δημήτρη Χατζή, Διδ. Διατριβή, Ιωάννινα, 1997, https://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/8874?lang=el#page/282/mode/2up
ΛΑΜΠΡΟΣ said
119 – Εμ βλέπεις εσύ δεν είσαι φακελωμένη, του χρόνου όμως δεν γλιτώνεις τις ευχές.😊
Όταν γίνω λυκόπουλο θα σε λέω κυραδασκάλα.😂 Γεροί να είμαστε.
120 – Ευχαριστώ κρι κρι μου. Με την Δανάη θα κάνουμε την διαδρομή, αυτή από μικρή επηρεάζεται κυρίως από μένα και κάνει ότι κάνω, ακόμη και ελεύθερη κατάδυση και ψαροντούφεκο από πέρυσι, στα ρηχά ακόμα μέχρι 5,6 μέτρα.😊
Εννοείται πως το σημαντικό είναι η διαδρομή με την κόρη μου (γι’αυτό χαρηκα πολύ με το Νικοκυρη) ο χρόνος είναι ένα πνευματικό βοήθημα για την επίτευξη του στόχου αλλά στην τελική τον έχουμε γραμμένο.😊
Μια τσιγγάνα μου είχε πει πως η ευχή από τρελαμένο κρι κρι, είναι καλύτερη κι από της μάνας. Μεγάλη η τύχη μας, θα το πώ στην Δανάη.😂
ΥΓ – Κάπου πήρε το μάτι μου πως είχατε γάμους και χαρές. Να ζήσουν τα παιδιά, εύχομαι υγεία και ισορροπία στον βίο τους, όλα τ’άλλα λύνονται.🥰
Geokar για σένα.
Ιστορίες με αρκούδες - Χάρης Μεταλλίδης said
[…] του γένους της είναι το λατινικό ursus -ίσως θυμάστε στο διήγημα του Χατζή ότι οι βλάχοι λέγανε ούρσου την αρκούδα. Στα αγγλικά […]