Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο άμπακος και πώς φτάσαμε να τον τρώμε

Posted by sarant στο 11 Οκτωβρίου, 2010


Τις προάλλες είχα ανεβάσει ένα άρθρο με κάμποσες λέξεις σχετικές με το φαγητό, και ανάμεσα σ’ αυτές είχα και μερικές εκφράσεις που έχουμε για το υπερβολικό φαγητό, όπως τρώνε τον αγλέουρα, τον άμπακο, τον περίδρομο, το καταπέτασμα. Κάθε μια από αυτές τις φράσεις θα άξιζε δικό της αρθράκι, και ίσως το γράψω κάποτε, αλλά ο άμπακος αξίζει όχι αρθράκι παρά άρθρο ολόκληρο και το γράφω τώρα, άλλωστε το υποσχέθηκα στον πατέρα μου. Ο οποίος πατέρας μου με διαβάζει και μού έστειλε ηλεμήνυμα, μήπως τον άμπακο τον χρησιμοποιούμε μόνο όταν πίνουμε πολύ: έφαγε τον αγλέουρα και ήπιε τον άμπακο. Και αναρωτήθηκε ο πατέρας μου μήπως ο άμπακος είναι ο αρχαίος άμβιξ, το αποστακτήριο.

Κι ο άμβιξ αξίζει δικό του άρθρο, αφού έχει δώσει στη νεότερη γλώσσα (μέσω αραβικών, παρακαλώ) το αντιδάνειο «λαμπίκος», αλλά ο άμπακος είναι αντιδάνειο από άλλη λέξη. Ούτε έχει δίκιο ο πατέρας μου ότι τον άμπακο μόνο τον πίνουμε, αλλά κάποτε ήταν έτσι. Πρέπει όμως να πάρω τα πράγματα με τη σειρά, αλλιώς θα μπερδευτούμε.

Άβαξ ήταν η πινακίδα που είχαν οι αρχαίοι για να κάνουν μαθηματικές πράξεις και πρόχειρους υπολογισμούς. Πολλές φορές η πινακίδα αυτή είχε πάνω ένα στρώμα άμμου για να κάνουν πρόχειρες πράξεις ή σχήματα· άλλες είχαν κερί που το χάραζαν με γραφίδες. Η αρχαία λέξη περνάει από παλιά στα λατινικά και όπως συχνά συμβαίνει περνάει με τη γενική της πτώση (άβαξ-άβακος) ως abacus. Από εκεί στα ιταλικά, abbaco και abaco, αλλά η σημασία έχει πλέον διευρυνθεί. Δεν σημαίνει μόνο την πινακίδα για πρόχειρες αριθμητικές πράξεις, αλλά και το αριθμητήριο, και (επέκταση) την ίδια την τέχνη των αριθμητικών υπολογισμών, την πρακτική αριθμητική που λέγαμε παλιά, και σημαίνει επίσης και τα βιβλία πρακτικής αριθμητικής που κυκλοφορούσαν. Βρισκόμαστε τώρα στον 16ο με 17ο αιώνα.

Η ιταλική λέξη επανακάμπτει στα ελληνικά, με τη σημασία της πρακτικής αριθμητικής. Το πρώτο ελληνικό βιβλίο πρακτικής αριθμητικής, του Μανουήλου Γλυνζωνίου από τη Χιο, κυκλοφόρησε στη Βενετία το 1568 με τον μακροσκελή, όπως τότε συνηθιζόταν, τίτλο «Βιβλίον πρόχειρον τοις πάσι περιέχον την τε πρακτικήν Αριθμητικήν, ή μάλλον ειπείν την λογαριαστικήν, και περί του πώς ευρίσκει έκαστος το άγιον Πάσχα και τέλειον Πασχάλιον αεί και πάντοτε. Και περί ευρέσεως σελήνης εν ποία ημέρα γίνεται η γέννα αυτής». Το βιβλίο γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις στους επόμενους αιώνες και έγινε γνωστό στον πολύ κόσμο με το όνομα «ο άμπακος» ή μάλλον «ο άμπακας». Για παράδειγμα, σε αγγελία τυπογράφου στη Βενετία στις αρχές του 18ου αιώνα, διαβάζουμε: Άμπακας, ήγουν διδασκαλία Μανουήλ Γλυζωνίου περί αριθμητικής και λογαριαστικής». Μάλιστα, την έκδοση του 1724 μπορείτε να την κατεβάσετε εδώ.

Μέσα στην αμορφωσιά της εποχής, το να ξέρει κανείς ανάγνωση ήταν ήδη κάτι υπολογίσιμο. Το να έχει επιπλέον μελετήσει ένα τόσο χοντρό βιβλίο, εθεωρείτο το άπαν της σοφίας. Ο Μοισιόδαξ αφηγείται ένα διασκεδαστικό επεισόδιο: στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα στην Πόλη, ένας μπακάλης λογομάχησε με τον λόγιο Ευγένιο Βούλγαρι και τον προσκάλεσε σε «μονομαχία» περί μαθηματικών και φιλοσοφίας. Κατέφθασε λοιπόν κραδαίνοντας τον «Άμπακο», το βιβλίο του Γλυνζωνίου, βέβαιος ότι με το όπλο αυτό θα κατατροπώσει τον αντίπαλό του!

Από εκεί προκύπτει η φράση «ξέρει τον άμπακο», δηλ. ξέρει πάρα πολλά, όσα έχει μέσα το χοντρό αυτό βιβλίο, ο Άμπακας. Τη φράση αυτή την αποδελτιώνει ο Νικόλαος Πολίτης στις Παροιμίες του, αλλά τη βρίσκω και σε συλλογή του 1862. Αρχικά λοιπόν έχουμε τη φράση «ξέρει τον άμπακο». Στη συνέχεια η λέξη άμπακος, από το μεγάλο πλήθος γνώσεων μετέπεσε στη σημασία του μεγάλου πλήθους γενικώς, και ο Πολίτης αποδελτιώνει επίσης την έκφραση «του έψαλε τον άμπακο», δηλαδή τον περιέλουσε με βρισιές, η οποία είναι συχνή στη λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα –τη βρίσκουμε επανειλημμένα στον Σουρή, π.χ. «Καταλαλούν τον Κόντη μας, τον άμπακο του ψάλλουν». Από εκεί δεν είναι παρά ένα βηματάκι για να πει κάποιος «ήπιε τον άμπακο» και «έφαγε τον άμπακο» δηλαδή «πάρα πολύ» και αυτή η χρήση έμεινε, ενώ οι πρώτες, οι αρχικές ξεχάστηκαν.

Από την αποδελτίωση που έχω κάνει δεν έχω βρει καμιά απολύτως εμφάνιση της έκφρασης «έφαγε/ήπιε τον άμπακο» παλιότερη από το 1920. Αν βρείτε, να μου στείλετε, αλλά θα με εκπλήξει πολύ να βρείτε τη φράση «ήπιε/έφαγε τον άμπακο» σε κείμενο του 19ου αιώνα. Γιατί θα με εκπλήξει; Διότι στις Παροιμίες του Ν. Πολίτου, που οι τέσσερις πρώτοι τόμοι τους κυκλοφόρησαν το 1901  και οι επόμενοι 20 παραμένουν ανέκδοτοι επί έναν αιώνα προς δόξαν του αθάνατου ελληνικού πολιτισμού και του ελληνικού κράτους που δεν μπορεί να διαθέσει το κόστος των ετήσιων μισθών ενός χρυσόπαιδου για να τυπώσει το έργο που μένει να το τρώει ο σκώρος, ο Πολίτης λοιπόν δεν περιλαμβάνει στη συλλογή του την έκφραση «έφαγε/ήπιε τον άμπακο», και για να μην την περιλαμβάνει ο Πολίτης σημαίνει σχεδόν με βεβαιότητα ότι η έκφραση δεν λεγόταν τότε, στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Πολίτης καταγράφει μόνο τις «ξέρει τον άμπακο» και «του έψαλε τον άμπακο».

Ακόμα, στους κάπως παλιότερους συγγραφείς (Καζαντζάκη, Καραγάτση) βρίσκω κυρίως την έκφραση «ήπιε τον άμπακο» και όχι «έφαγε» οπότε δικαιούμαι να υποθέσω ότι αυτή ήταν η παλιότερη από τις δύο, πράγμα που ταιριάζει και με την αίσθηση του πατέρα μου ότι τον άμπακο τότε τον έπιναν και δεν τον έτρωγαν. Σήμερα, βέβαια, η διάκριση έχει χαθεί, τρώμε και πίνουμε τον άμπακο αδιακρίτως.

Πρέπει εδώ να σας πω ότι αυτή η θεωρία που διαβάσατε, δηλαδή ότι η έκφραση προέρχεται από το βιβλίο του Γλυνζωνίου, είναι μόνο του Ν. Πολίτη και δική μου. Τα μεγάλα λεξικά μας (ΛΚΝ, Μπαμπινιώτης) προκρίνουν μια παραπλήσια θεωρία. Ότι, δηλαδή, το ιταλικό abaco έδωσε το μεσαιωνικό άμπακος (ως εδώ συμφωνούμε) με τη σημασία «πλάκα γραφής και αριθμητικών πράξεων με άμμο». Και ότι η λέξη πήρε επίσης τη σημασία «μεγάλη ποσότητα» δηλαδή αμέτρητη σαν την άμμο, εξού και το «τρώει τον άμπακο».

Με όλο το σεβασμό, νομίζω ότι έχουν λάθος τα μεγάλα λεξικά μας, διότι η μεσαιωνική άμπακας, σύμφωνα με το μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά, είχε μόνο τη σημασία «αριθμητική» και όχι «πινακίδα γραφής και αριθμητικών πράξεων με άμμο» (που είναι η σημασία της αρχαίας λέξης άβαξ). Άλλωστε πόση άμμο έχει πια μια πινακιδούλα ώστε να δημιουργήσει την εντύπωση του αμέτρητου;

Προσθήκη, 27.10.2010: Μόλις μού έστειλαν και έναν άμπακο που… πλέει. Σύμφωνα μάλιστα με έγκυρες πληροφορίες πωλείται σε τιμή ευκαιρίας (μήκος 7,70μ). Ιδού:

134 Σχόλια to “Ο άμπακος και πώς φτάσαμε να τον τρώμε”

  1. Πολύ ωραία! Πάμε τώρα για τον αγλέουρα. 🙂

    Πολύ ενδιαφέρον το βιβλίο του Γλυνζωνίου. Μ’άρεσε που λέει «τζακίσματα» τα κλάσματα.

  2. Για τις ανέκδοτες «Παροιμίες» του Ν. Πολίτη το έχεις ξαναπεί, και είναι πράγματι αίσχος. Την σήμερον ημέραν όμως, πολύ φτηνότερη και πιο εύχρηστη θα ήταν μια διαδικτυακή τους έκδοση. Σε τίνος χέρια βρίσκονται τα χειρόγραφα; και θα μπορούσε να πεισθεί να την επιτρέψει, αν βρισκόταν κάποιος με εχέγγυα σοβαρότητας να την επιχειρήσει;

  3. sarant said

    Άγγελε, όταν έγραψα την αρχική μορφή του κειμένου είχα την εντύπωση ότι τα χειρόγραφα βρίσκονται στη Λαογραφική Εταιρεία, αλλά στο μεταξύ πήρα αντίθετες πληροφορίες. Πρέπει να το ψάξω κι άλλο. Έχεις δίκιο για διαδικτυακή έκδοση.

  4. ΚαπετάνΈνας said

    Νίκο, καταπληκτικό άρθρο.

    Πάντα τη λέξη τη συνδύαζα με τη μπάκα, τη κοιλιά. Άμπακος, αυτός που δεν έχει κοιλιά.Άρα, μπορεί να πίνει πολύ γιατί μη έχοντας κοιλιά, δεν υπάρχει περίπτωση να γεμίσει. Τώρα, όμως ξεκαθαρίστηκε η προέλευση.

    Παρ’ όλα αυτά. Δεν θεωρώ απίθανο η λέξη να διατηρήθηκε συνδεδεμένη με το πίνω ή τρώω(και όχι με κάτι άλλο), ακριβώς λόγω αυτής της παρετυμολογικής συμπαραδήλωσης.

  5. π2 said

    Λογικά το αρχείο του Πολίτη πρέπει να βρίσκεται στην Ακαδημία (ήταν ιδρυτής του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας).

    Κάποιοι πρέπει να έχουν πρόσβαση σε αυτό: κατά καιρούς ανακοινώνεται υλικό από το αρχείο του (π.χ. ανέκδοτα παραμύθια).

  6. π2 said

    Π.χ. Κ. Πολυμέρου- Καμηλάκη, Ανέκδοτα παραμύθια από το αρχείο Νικολάου Πολίτη της Ακαδημίας Αθηνών

  7. π2 said

    Ας ελπίσουμε να έχει ενταχθεί εδώ το αρχείο.

  8. Εξαιρετικό άρθρο!

    Το μαργκινάλε για τον άμβικα (λέξη που ομολογώ ότι δεν τη γνώριζα) και τον λαμπίκο με έκανε να συνειδητοποιήσω από πού προέρχεται το γαλλικό alambiquer, «διυλίζω».

  9. @7: Πιδύε, πολύ ενδιαφέρον το λίνκι. Δεν τα ήξερα όλα αυτά. Ας ελπίσουμε ότι κάτι θα βγει.

  10. #8 και ένας καθηγητής στον Τεντέν (νομίζω στο «Σκήπτρο του Οτοκάρ») λέγεται Νεστόρ Αλαμπίκ.

  11. newagemama said

    Εξαιρετική ανάρτηση. Θύμα διαστρέβλωσης και ο άμπακος, κάτι σαν γκρικ στατίστικς δηλαδή! Δεν ξέρω τι λένε οι άλλοι φίλοι αναγνώστες σου, αλλά εγώ διψώ και για άλλη γνώση: αγλέουρας, περίδρομος, καταπέτασμα. Θέλω να μάθω αν τις χρησιμοποιώ σωστά, πάει και τελείωσε!

    http://newagemama.wordpress.com

  12. …παρεφθαρμένο σε Halambique

  13. J.McManus said

    Πάλι είχες την -έμμεση- τιμητική σου (στην κυριακάτικη «Κ» εννοώ) από τον φίλο μας…. την «Πανδώρα», τον Στ. Κασιμάτη δηλαδής! Χα!

  14. nickel said

    Μπράβο. Είναι από τις αγαπημένες μου ιστορίες ο άμπακας (ίσως λόγω στενών σχέσεων που έχω με τον λεγάμενο τα τελευταία σαράντα χρόνια). Ο Δρανδάκης έχει χορταστικό λήμμα και σας το αφιερώνω, ελπίζοντας να μη στομαχιάσετε.

  15. ΚαπετάνΈνας said

    #8
    Στο alambiquer αυτό το αλ- σε συνδυασμό με την έννοια δυιλίζω(χημεία, αλχημεία κλπ) ,όντως, φαίνεται πολύ αραβικό. Τόψαξα και βρήκα αυτά:

    Αραβικά υπάρχει το al − anbīq (chapiteau de la cornue, εδώ chapiteau είναι το επάνω τμήμα του δοχείου απόσταξης)) από το Kitāb al-asrār de ar-Rāzī που μεταγράφτηκε από τους αλχημιστές: alembicus. Η αραβική λέξη,όμως, φαίνεται οτι προέρχεται από το άμβιξ.

  16. Immortalité said

    Θα συνταχθώ με τους προλαλήσαντες: πολύ ωραίο άρθρο Νίκο και δεν μου κάτσε καθόλου στο στομάχι!
    Ώστε έτσι με το alambiquer… Και το «το χω κάνει λαμπίκο» (έχει αστράψει από την καθαριότητα) έχει σχέση ή είναι από το προφανές «λάμπω»;

    (στο σπίτι λέμε τρώει τον άμπακα και τον αγλέωρα… )

  17. Μαρία said

    Μπράβο, Νικοκύρη. Οι λεξικογράφοι πώς και δε συμβουλεύτηκαν το Δρανδάκη.
    Αυτός ο κύριος Γλυνζώνιος δηλαδή έφτασε να σημαίνει την «Απασαΰλη»(ο μπαμπάς σου την ξέρει σίγουρα).

    Τιπούκειτε, κι εγώ που ήξερα τον άμβικα, λόγω του alambic, τι κατάλαβα; Ετυμολογούσα, όπως κι η Ιμόρ, το λαμπίκο απ’ το λάμπω.
    Ιμόρ, στο λιντελσκότι στο λήμμα άμβιξ, αναφέρεται η λέξη «λαμπίκος» για τον «αποστακτικό λέβητα».

  18. Immortalité said

    Μόνο που τον αποστακτικό λέβητα/άμβικα δεν ήξερα ότι τον λένε και λαμπίκο. Καζάνι το λένε στο χωριό μου 🙂
    Και η μόνη μου σχέση με τη λέξη ήταν η προτροπή της μάνας μου όποτε είχαμε φασίνα «θέλω το μπάνιο να το κάνεις λαμπίκο» Ε! από που να φανταστώ ότι έβγαινε το καημένο το παιδί!

  19. Μαρία said

    18 Μήπως εγώ τον ήξερα τον λαμπίκο;

  20. ΚαπετάνΈνας said

    #17
    Μαρία νομίζω πως όλοι συνδέουν το λαμπίκο με το λάμπω. Κι αυτό είναι λάθος και δεν είναι. Γιατί ο κόσμος που μιλάει χωρίς λεξικό, «άκουσε» τη λέξη «λάμπω» μέσα στο «λαμπίκο». Και νομίζω, ότι σ΄αυτήν την παρανόηση οφείλει η λέξη «λαμπίκος» την ύπαρξή της σήμερα. Για να μη σού πω οτι «ακούνε» και λάμπα. Ό ήχος «λαμπίκος» πάντα κάπου πίσω στο μυαλό μου συνδυαζόταν με κάποια ασαφή εικόνα μιας γυάλινης λάμπας πετρελαίου, που έλαμπε από την καθαριότητα (και μη κάνεις κανα αστείο με την έκφραση «γυαλίζει τη λάμπα»).Ενώ το αποστακτήριο σήμερα δε μας λέει τίποτα.

    Όπως η Λωξάντρα με το Αγαρηνοί, σκεφτότανε «γάρος, λύσσα, λυσσασμένα σκυλιά, «.

    Θέλω να πω, ότι η λέξη δεν είναι γεωμετρία, ούτε ιστορία. Γιαυτό κι εγώ, όπως όλοι, που έμπλεκα το λαμπίκος με το λάμπω, δεν έχω και καμμιά μεγάλη ενοχή. Τώρα όμως που ξέρουμε, χάρη στο Σαραντάκο και την αληθινή προέλευση της λέξης, (από το αποστακτήριο),εεε, πως να το κάνουμε, νοιώθουμε πιο ντιστεγγέδες.

  21. sarant said

    Ευχαριστώ όλους για τα σχόλια!

    Στον λαμπίκο της έκφρ. «τα έκανε λαμπίκο» υπάρχει η παρετυμολογική επίδραση του λάμπω -τα είπατε όλα μόνοι σας (π.χ. Καπετάνιος στο 15) οπότε γλυτώσατε/με ένα άρθρο 🙂

    Συνονόματε, δεν ήξερα το λήμμα του Δρανδάκη, είναι πληρέστατο (Β.Φ. είναι ο Φάβης; ) Σε ευχαριστώ πολύ.

    ΜακΜάνε, μπορεί να είδε από αλλού τον Κεντρωτή ο Κασιμάτης.

    NewAgeMama, δεν είναι θέμα διαστρέβλωσης όσο αλλαγής σημασίας σιγά-σιγά. Παίρνω υπόψη την… παραγγελιά!

  22. nickel said

    Νικοκύρη, όπως το λες: ο Βασίλειος Φάβης.
    http://www.phil.auth.gr/gr/75xronia/istoria/portraits/23.htm

  23. Απαντώντας στη Μαρία (σχ.17) όντως ξέρω την «Άπασα Ύλη». Ήταν είδος τυφλοσούρτη για τους δασκάλους, κυρίως, διότι περιλάμβανε συνοπτικά όλη τη διδακτέα ύλη κάθε σχολικής τάξης του εξατάξιου δημοτικού. Είχε μια τέτοια Άπασα Ύλη η μητέρα μου (καθότι δασκάλα)και την είχε περιεργαστεί πολλές φορές. Ήταν σχετικά ογκώδες βιβλίο των 500 σελίδων και τυπωμένο με πολύ μικρά στοιχεία των 8#, για να χωρέσουν οι περιλήψεις όλων των μαθημάτων.

  24. NM said

    Φίλε μπλογκοκύρη
    Εχοντας διαβάσει ήδη παλαιότερη σχετική δημοσίευση στο σάιτ σας, ήθελα να σας γράψω αλλά δίσταζα. Βλέποντας τη σημερινή ανάρτηση παίρνω το θάρρος να το κάνω για να σας πω ότι με τα γραφόμενά σας ανατρέψατε μια νεανική μου ιδεοληψία.
    Στα μέσα της δεκαετίας του 70 σε ηλικία 19 χρονών έφτασα στη Ρώμη εφοδιασμένος με μια βαλίτσα ρούχα, ένα ελληνοϊταλικό λεξικό, 250 δολλάρια κρυμμένα σε μια δερμάτινη θηκούλα στη ζώνη μου και την ακλόνητη πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να ξαναπατήσω το πόδι μου στην Αθήνα.
    Περιφερόμενος στη γλυκιά παλιά πόλη και έχοντας την αγωνία να μάθω επιτέλους τη γλώσσα, προσπαθούσα να ερμηνεύσω όλα όσα άκουγα από το πλήθος γύρω μου και οτιδήποτε έβλεπα γραμμένο οπουδήποτε.
    Εκείνες τις μέρες λοιπόν, έξω από ένα μικρό συνοικιακό κρεοπωλείο, είδα για πρώτη φορά, σ’ ένα χαρτί κακογραμμένη την αναγγελία του μαγαζάτορα: “OGGI ABBACCHIO”
    Το «oggi» ήξερα ότι σημαίνει «σήμερα», αλλά για εκείνο το abbacchio (Το «i» προφέρεται κοφτό, -κιό), που δεν το ανέφερε ούτε καν το λεξικό, χρειάστηκε να ρωτήσω με νοήματα το χασάπη. Κι εκείνος περήφανος μου έδειξε ένα σφαγμένο αρνάκι (απ’ αυτά που λέγαμε «του γάλακτος») κρεμασμένο στο τσιγκέλι.
    Εννοείται ότι μόλις διάβασα το «abbacchiο» το μυαλό μου πήγε στη μυστήρια λέξη της γνωστής ελληνικής παροιμίας που κανείς δεν ήξερε να μου πει τι σημαίνει και την οποία υπέθεσα ότι ερμήνευσα.

    Τέλος, επειδή τα αρνάκια που έφαγα έκτοτε συνετέλεσαν περισσότερο στην αύξηση της χοληστερίνης μου από εκείνη της σωφροσύνης μου, καταφεύγω και στην επιπρόσθετη προστασία της ασπίδας του λεξικού, ίνα μη επιπέσει επί της κεφαλής μου η Δαμόκλειος σπάθη των υπηρετών της ετυμολογίας. Και διαβάζω στο Palazzi:
    «Abbacchio: Sostantivo maschile regionale specialmente romanesco. Probabilmente dal latino “ad baculum” (agnello legato) ad un bastone = agnello da macellare.»
    Δηλαδή ότι πρόκειται για ουσιαστικό αρσενικού γένους που συναντάται στο Λάτιο και ειδικά στη Ρώμη. Και ότι πιθανά προέρχεται από το λατινικό «ad baculum» που σημαίνει «(αρνάκι) δεμένο σε στύλο» = αρνάκι προς σφαγή.

    Στο ίδιο λεξικό βρίσκω όμως και το λήμμα abbaco, που είναι βεβαια ο άβαξ αλλά και η τέχνη της αριθμητικής και ο τίτλος διδακτικού βιβλίου βασικών κανόνων αριθμητικής, εξ ου και η παροιμία «ci vuole l’ abbaco» που σημαίνει «(δεν) χρειάζεται ο abbaco» που λέγεται σε κάποιον που δεν καταλαβαίνει απλά πράγματα.
    Βρίσκω επίσης και τα ρήματα: «abbacchiare» (αμπακιάρε) (με άγνωστο σε μένα αντίστοιχο ουσιαστικό ή επιθετο) που σημαίνει «ραβδίζω ελιές για να μαζέψω τον καρπό» και το ρ. abbacare (αμπακάρε) που σημαίνει περίπου φαντασιώνομαι – ονειροπολω – παραληρώ. Αλλά νομίζω ότι έχουν ελάχιστες πιθανότητες να γέννησαν την έκφραση.

    Τείνω λοιπόν να υποθέσω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε δυο διαφορετικές εκφράσεις με τις επίμαχες λέξεις να έχουν εντελώς διαφορετική προέλευση και σημασία.
    Η μία –η παλιώτερη- (ξέρει τον άμπακο) να προέρχεται είτε από το πόνημα του Γλυνζωνίου είτε από το ιταλιώτικο αποπαίδι του
    και τη δεύτερη –τη νεώτερη- (έφαγε τον άμπακο ή έφαγε τον άμπακα) να προέρχεται από το ρομανιόλικο
    abbacchio.
    Οσο για εκείνη του «ήπιε…» δεν μπορώ να υποθέσω τίποτα (καθώς φοβάμαι ότι το σκοινί που συγκρατεί το σπαθί έχει αρχίσει να τεντώνεται επικίνδυνα).

  25. ΚαπετάνΈνας said

    ΝΜ, πολύ ενδιαφέρον.

    Νά και ο μαθηματικός άβαξ σε δράση. Οι Κινέζοι και γιαπωνέζοι θεωρούνται μαέστροι της τέχνης. Στο βίντεο ο στρατιωτικοποιημένος μαθητής, μετακινεί τις μπίλιες νοερά.

    Γαλλικά και γερμανικά λεξικά πιθανολογούν την ετυμολογία της λέξης αβαξ από φοινικική ή εβραική ρίζα, που σημαίνει σκόνη.

  26. Μαρία said

    23 Κύριε Δημήτρη, την απασαΰλη (Άπασα η ύλη) την ξέρω απο φίλη μου λίγο νεότερή σας. Ήταν βιβλίο για τους μαθητές των 2 τελευταίων τάξεων του δημοτικού, που έδιναν, όπως και εμείς άλλωστε, γραπτές εξετάσεις στο τέλος της χρονιάς. Ίσως στα χρόνια σας να μην είχε ακόμη εκδοθεί και γι’ αυτό το θυμάστε απ’ τη μητέρα σας.

  27. Κώστας Ζ. said

    Ενδιαφέρον άρθρο!

    Εγώ είχα ακούσει (και πίστευα) μια άλλη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία ο άμπακος ήταν ο πίνακας που οι ταβέρνες έγραφαν τα πιάτα της ημέρας (ίσως και τα ποτά;). Όταν κάποιος έτρωγε τον άμπακο, σήμαινε ότι είχε φάει όλα τα αναγραφόμενα φαγητά.

  28. Nick Andrik said

    @24 Το απάκι που είναι είδος νοστιμότατου κρεατικού πιάτου στην κρήτη, μήπως προέρχεται από εκεί;

  29. π2 said

    O Κριαράς το απάκι το έχει ως αβέβαιης ετυμολογίας, αλλά λέει πως μαρτυρείται από τον 9ο αιώνα, οπότε είναι απίθανο να έχει σχέση με τα ιταλικά.

  30. sarant said

    Φίλε ΝΜ, ευχαριστώ για την ωραία αφήγηση -επί του ετυμολογικού όμως, το ξυράφι του Όκαμ λέει όχι!

    27: Κι εγώ το έχω ακούσει αυτό -δεν ισχύει, αλλά έπρεπε να αναφερθεί, ευχαριστώ!

    28: Απάντησε ο π2 🙂

  31. Immortalité said

    @ 29 Ο Πυτικάκης δίνει το απάκι από το τούρκικο apak = καπνιστό κρέας. Δύυυυτη!!!

  32. Μαρία said

    Πιδύε, βλέποντας στον Κριαρά την πρώτη σημασία( 1) Tα ψαχνά μέρη του σώματος γύρω από τα νεφρά) υποψιάζομαι οτι τα δικά μας «μπάκια*» (έκανε κατι μπάκια!)προέρχονται από «τ’ απάκια».

    *Πρόκειται για το σωσίβιο των 40ρηδων και βάλε.

  33. π2 said

    Μπάκια δεν ξέρω Μαρία (μόνο την μπάκα, που είναι αλβανική λέξη). Αλλά γκουγκλίζονται τα πάκια με την έννοια που λες (ούτε αυτό το ήξερα), οπότε φαίνεται ωραία η ιδέα σου.

  34. #31 μπα, δε νομίζω. Συν τοις άλλοις είναι χοιρινό (υπάρχει βέβαια και κείνος ο μπέης του Κονδυλάκη). Στο λεξικό μου apak σημαίνει απλώς «κάτασπρο», έχω την εντύπωση όμως ότι είναι σπάνια λέξη -και σίγουρα το απάκι δεν θα το πεις κάτασπρο.

  35. sarant said

    Συγνώμη, αλλά αυτή δεν είναι η μπάκα; (Την οποία ο Μπαμπινιώτης τη δίνει αρβανίτικο δάνειο)

  36. Immortalité said

    Μωρέ το απάκι χοιρινό είναι αλλά είναι και καπνιστό. Οπότε λέω μήπως πήραν την έννοια του καπνιστού άσχετα με το ότι τη φορέσανε στο χοίρο. Αν και κάτασπρο δεν το λες, το χοιρινό είναι σχετικά λευκό κρέας…

    Και γω μπάκα την ξέρω και αναφέρεται αποκλειστικά στην κοιλιά. Τα υπόλοιπα τα ξέρω αλλιώς με ξενικό όνομα 😉

  37. Μαρία said

    Όχι, ρε σεις, ποια μπάκα και μπακατσούλα; Αμάν πια. Το διευκρίνισα αφού.
    Πάω να τα γουγλίσω, Πιδύε.

  38. Immortalité said

    @35 και το ΛΚΝ επίσης…

  39. Μαρία said

    Βρε Ιμόρ, δεν αναφέρομαι στη γνωστή μπάκα αλλά στα μπάκια ή πάκια.
    Μπράβο Πιδύε.

    Οταν κανείς σηκώσει ή προσπαθήσει να σηκώσει ένα μεγάλο βάρος και καταλάβει πόνους στη μέση του, λένε πως του έπεσαν τα πάκια. Ο άρρωστος ξαπλώνει μπρούμυτα κι ο πρακτικός γιατρός πιάνει τις δυό άκρες της μέσης του αρρώστου και τις τραβάει μαλάζοντάς τες ταυτόχρονα. Οταν τρίξουν τα κόκαλα σημαίνει πως τα πάκια ξανάρθαν στη θέση τους. Οταν όμως τα πάκια «κρεατώσουν» δε συνέρχονται, κι ο πόνος συνεχίζεται με κίνδυνο ο άνθρωπος να μείνει ανάπηρος.
    http://www.perista.net/Laografika_g.htm

  40. sarant said

    Έτσι, ναι, έχεις δίκιο Μαρία.

  41. Immortalité said

    Τα πάκια τα χω ακούσει και γω. Απλά τα μπάκια με μπέρδεψαν. Μπορεί να αποτελεί ονομασία μέρους του σώματος και από κει να πήρε και την ονομασία του το απάκι. Αντε άμα το λύσουμε να βρούμε και από που βγαίνουν τα σύγλινα 😉

  42. Μαρία said

    Πώς λένε ΜΠΑΟΚ 🙂
    Τα εντόπισα και σε τρικαλινή εφημερίδα.

  43. Immortalité said

    Ποτέ μου δεν ασχολήθηκα με το πως λένε αυτήν την τυχάρπαστη ομάδα! Ήμουν πάντα με τους άλλους 🙂

  44. ΚαπετάνΈνας said

    Μαρία, εμείς κάτ’ απ’ τ’ αυλάκι, τα λέμε πάκια και απάκια. Μπάκια πρώτη φορά το ακούω.
    Η μπάκα είναι,όντως, άλλο, αυτό που λέγεται και σκεμπές. Όπως λέμε ισκέμπε τσορμπά.

  45. Immortalité said

    Πόσο κάτω απ’ τ’ αυλάκι Καπετάνιε;

  46. π2 said

    #41 Αλήθεια, πώς ετυμολογείται το σύγλινο;

  47. Immortalité said

    Π2 η γλίνα είναι το χοιρινό βούτυρο, το οποίο όσο παράξενο και να ακούγεται χρησιμοποιείται και στη ζαχαροπλαστική γιατί είναι λευκό και άοσμο. (άμα το βρεις γιατί μόνο σε σπίτια το φτιάχνουν απ’ ότι ξέρω). Σύγλινο είναι το κρέας που φυλάσσεται μαζί με γλίνα για να συντηρηθεί.

  48. ΚαπετάνΈνας said

    Μεσσηνία. Αλλά έχω ακούσει τη λέξη να περιγράφει ¨σωσίβια σαραντάρη»,όπως λέμε σκεμπές, για την κοιλιά ή μούκουλο(για τον παχύ λαιμό) όχι όμως το έδεσμα. Το σύγλινο τόχω ακούσει.

  49. π2 said

    Ευχαριστώ, Ιμμόρ.

  50. Immortalité said

    @ 48 Το σύγλινο τόχω ακούσει. Δεν αρκεί, πρέπει να το φας κι όλας 🙂

    Παρακαλώ Π2 ευχαρίστησις μου. (δεν είπα ότι το σύγλινο είναι χοιρινό κρέας αλλά εννοείται θαρρώ.)

  51. Μαρία said

    48 Μεσσηνία! Και το έχεις απλώς ακούσει; Εγώ το σύγλινο το ξέρω απ’ τη Μάνη. Παρντόν, Ιμόρ.

  52. Immortalité said

    Ντε ριεν Μαρία. Αυτοί οι μανιάτες μια ζωή μας αντέγραφαν! 🙂

  53. ΚαπετάνΈνας said

    #50
    Δεν είμαι πολύ της γεύσης, ούτε ιδιαίτερα κρεατογκουρμέ.Τα καλοκαίρια, ιδίως, προτιμάω λαδερά, σαλάτες και φρούτα. Βέβαια καμιά φορά στη βαράει και θές λίπος και κρέατα. Σ΄αυτή την περίπτωση υπάρχουν κείθε κά’ και τα «σλάιντς γουρουνιού».Η γουρνοπούλα στη σούβλα, που είναι κόλαση.

    Άραγε εδώ στην Αθήνα βρίσκει κανείς σύγλινο ;

  54. Μαρία said

    Στη Σαλονίκη πάντως σερβίρεται σύγλινο αλλά, είπαμε, Μάνης.
    Για τη γουρουνοπούλα συμφωνώ.

  55. Κώστας Αδαμόπουλος said

    Το σύγκλινο στη Μάνη συνήθως το λένε απλώς γλίνα.

  56. Το σύγκλινο ίσως να έχει σχέση με το ‘συγκλί’, μεταλλικό δοχείο.

    Τουλάχιστον στα Σφακιά έτσι το λένε.

  57. ΚαπετάνΈνας said

    Νίκο,
    Ένα εντελώς άσχετο. Όχι σαν αυτά που στέλνω καμιά φορά, που είναι μισο-άσχετα μισο-σχετικά, πραγματικά άσχετο. Τώρα που διαβάζω το άρθρο και τα σχόλια, γεύομαι ένα ωραιότατο πιάτο, Pleurotus ostreatus στο φούρνο. Πλευρώτους.

    Πως το λέμε Ελληνικά, και πως είναι το σωστό να το λέμε;

  58. gbaloglou said

    Fractal love (#1):

  59. sarant said

    Καπετάνιε, δεν με έχουν προβληματίσει τα πλευρώτους, προτιμώ να τα τρώω 🙂

  60. Immortalité said

    @ 55 & 56 Συνήθως δεν επιμένω αλλά τώρα έχω δίκιο. Ετσι που σας τα λέω είναι 🙂

    @ 57 Οπως ακριβώς το έγραψες…

  61. ΚαπετάνΈνας said

    Δηλαδή πως; Τα πλευρώτους;
    Το πλευρώτους; Μάυτό το πλευρώτους να κοιμάσαι;

  62. gbaloglou said

    #57:

    μανιτάρι στρειδάτο;

  63. Immortalité said

    Βρε Καπετάνιε μερικές φορές κάνεις τα ευκολα δύσκολα. Μανιτάρια πλευρώτους. Το μανιτάρι πλευρώτους. Μανιτάρια με στρείδια. Μανιτάρι σκέτο, και αν σου ζητήσουν διευκρινίσεις τις δίνεις. 🙂

  64. Μισιρλού... said

    Πωπωωω… Έφαγα κι ήπια πάλι τον άμπακο και μου φάνηκε αρχικά από τις τύψεις πως με…σχολιάζετε!!!
    😆
    Εξαιρετικά Νίκο! Πολύ μου άρεσε αυτό το βιβλίο του Γλυνζωνίου και η θεωρία-προσέγγιση αυτή.

    ***

    ΑΜΠΑΚΟΣ-ΑΜΠΑΚΑΣ
    Βρήκα και στην ΠΑΝΔΩΡΑ, Τόμ. 12, Αρ. 276 (1861) μια «Συλλογή λέξεων, φράσεων και παροιμιών εν χρήσει παρά τοις σημερινοίς κατοίκοις της νήσου Κυθήρων» και έχει στη σελ. 287 τον άμπακο (εκ του άβαξ -ακος) μόνο με τη φράση : «Κατέχει τον άμπακο», τουτέστιν είναι πολύξευρος.

    Στην Αρκαδία όμως(και στα πέριξ) λένε/λέμε «έφαγε τον άμπακο/α» συχνότατα για το πολύ φαγητό και το ξεχειλισμένο πιάτο.
    π.χ. Βλέποντας ένα γεμάτο βαθύ πιάτο με σκαστά μακαρόνια (Γκόγκες) όσο ο…Πάρνωνας, αναφωνείς : «Τι ‘ν’ τούτος ο άμπακος/ας»;!

    Για το «ήπιε/έφαγε τον άμπακο» βρήκα μια συμπαθητική ερμηνεία :
    Mednet-ΠΑΡΟΙΜΙΑΚΗ ΝΟΣΟΛΟΓΙΑ: Η λέξη άμπακος (άβαξ, αβάκιο) είναι ο πίνακας και κατ’ επέκταση το τραπέζι. Η φράση λοιπόν «έφαγε τον άμπακο» σημαίνει ότι έφαγε κάποιος και το τραπέζι ακόμα και όχι μόνο τα τρόφιμα που ήταν σ’ αυτό.
    Και πράγματι -τώρα που το σκέφτομαι, κάτι μου θυμίζει ο άβαξ (αβάκιον) σε σχέση με τάβλα, σανίδα, τραπέζι και Παλαιά Διαθήκη…
    Κανας Χριστιανός για να μην ψάχνω τέτοια ώρα;

    Αλλά κάνω και μιαν άλλη σκέψη:
    Επειδή Άβαξ, στην αρχαιολογία-αρχιτεκτονική λέγεται η πλάκα μεταξύ του κιονόκρανου και του επιστυλίου. [Ήταν το κιονόκρανο της πρωτόγονης αρχιτεκτονικής. Αργότερα πήρε τη μορφή του απ’ αυτόν το κιονόκρανο, το οποίο έδωσε απλώς διακοσμητική θέση στον άβακα.] θα μπορούσαμε να πούμε πως η φράση σημαίνει και : «Έφαγε και τις…πέτρες !!!»;
    😛

    ΑΒΑΚΙΟΝ-ΑΒΑΚΕΣ
    Μέχρι πριν μερικά χρόνια (μετά την κατάρρευση…έως και πολύ πρόσφατα) στα ελληνόφωνα χωριά τής Ουκρανίας (και όχι μόνο…) οι λογαριασμοί γίνονταν -επισήμως και μόνο- με άβακες!
    Πολύ πρόσφατα μπήκαν οι ταμειακές -μαζί με τα σουπερμάρκετ…

  65. Πάνω που σκεφτόμουν τι απόγινε η Μπέιμπυ Τζέην η Μισιρλού.

  66. Μισιρλού... said

    ΠΑΝΔΩΡΑ, Τόμ. 12, Αρ. 276 (1861) :
    http://xantho.lis.upatras.gr/test2_pleias.php?art=47125

    (δε μου βγήκε ο λίνκος…)

  67. Μισιρλού... said

    Χεχεεε Δύτη !!! Έπινε τον άμπακα…

    Καλησπέρα (χικ ! )

  68. Μισιρλού... said

    Και μετά τα φαγοπιώματα, ας θρηνήσω για τ’ απάκια [μου! κλαψψψ]

    Εμ βέβαια απάκια και πάκια τα λέμε, τα μεσοχοντροκάλλη μας πέριξ της νεφρεμιάς μας!
    Κι έτσι μας τα λέει και ο Κοραής σχολιάζοντας τον πτωχοπρόδρομο, [ΑΤΑΚΤΑ, Τόμος 1, σελ. 204:]
    Απάκια ονόμαζαν τα περί τους νεφρούς κρέατα του ζώου, τας Ελληνιστί λεγόμενας Ψόας ή Ψύας.

    Immor…
    Ο Πτωχο- ήταν προχω-! Τα τιμούσε καλά τα σύγκλινα [εεε; σύλαρδον ;!]
    [ΠΤΩΧΟΠΡΟΔΡΟΜΟΣ, ΒΙΒΛ. Α’, 270-284]

    Και το σχόλιο του Κοραή για το απάκι του Πτωχοπρόδρομου:
    Σημειώσεως άξιον και τούτο, ότι η λέξις Απάκια, είναι πολύ αρχαιοτέρα του Προδρόμου, επειδή ο κατά την εβδόμην εκατονταετηρίδα ακμάσας Ιατροσοφιστής Θεόφιλος (Περί της του ανθρώπου κατασκευής, V,5) λέγει, «Τούτους τους ραχίτας μύας ονομάζει η κοινή συνήθεια Απάκια».

    ***

    @51 – Καλησπέρα Μαρία !!! Καλό χειμώνα…

    @48 – Άκου να μην ξέρεις Καπετάν1 το διάσημο σύγκλινο Μάνης !!!
    Από ποιά Μάνη είσαι γιέ μ’; Τη μέσα ή την «έξω»;!
    😆

    ***

    Ερώτηση :
    Αφού η λέξη είναι συν+γλίνα, το σωστό δεν είναι σύγγλινο ή σύγκλινο; Πάντα ΓΚΛ το ακούω και το ξέρω…

  69. Μισιρλού... said

    Αααα! Πάλι τα ίδια… Τι κάνω με τον κώδικα των λίκνων λάθος;!

    [ΠΤΩΧΟΠΡΟΔΡΟΜΟΣ, ΒΙΒΛ. Α’, 270-284]
    Ή σκέτο έτσι…
    http://books.google.com/books?id=OgYUAAAAQAAJ&pg=PA10&img=1&zoom=3&hl=el&sig=ACfU3U2VPrJiTd7wxHoI_vor1Kc0qR6uRg&ci=187%2C768%2C737%2C693&edge=0
    (ουφφφ)

  70. ΚαπετάνΈνας said

    #63
    Μη βαράς, ρε Ιμόρ. Εντάξει. Μπορεί να υπάρχει και ελληνικό όνομα του συγκεκριμένου μανιταριού.

    Νά,ξέρεις πως λέγεται εκείνο το μανιτάρι που το βρίσκουμε στο βουνό, και που, αν το πατήσεις βγάζει μία κίτρινη πολύ λεπτή σκόνη και έναν ήχο, πφφφφ;
    Αλουποπορδή, καραλολ.

    Όσο για το άλλο που είπες, είναι μία προτροπή του Ζεν: Να εκλαμβάνεις τα εύκολα πράγματα, σαν να είναι δύσκολα, και τα δύσκολα σαν να είναι εύκολα.

    Ξαναματακαραλόλ.

  71. Immortalité said

    Εχεις δίκιο για τα δύο γ Μισιρλού. Απλά το προφέρουμε γ και όχι γκ και παρασύρθηκα… Πάντως γκ δεν γράφεται με τίποτα γιατί υποδηλώνει δεύτερο συνθετικό από κ. Άλλα τα σύγγλινα και άλλα τα συγ-κλινα. Αυτά αν τα πάρουμε κυριολεκτικά μπορεί να έχουμε και καμιά βεντέτα 😉

    (ο δεσμός του πτωχοπρόδρομου δεν πατιέται… )

  72. Immortalité said

    Μα δε βαράω! Μια επισήμανση έκανα! 🙂

    Βρε Καπετάνιε μέρες τώρα θέλω να σου ζητήσω μια προσωπική χάρη και όλο το θάρρος δηλαδή και χωρίς παρεξήγηση. Μπορείς σε παρακαλώ να μην ξαναγράψεις «καραλόλ»; Δηλαδή κάθε φορά που το διαβάζω με πιάνει σύγκρυο. Νομίζω ότι θα διαβάσω μια λέξη και πέφτω πάνω του. Βάζε όσα χαμογελάκια θες. Μπαίνουν με : – ) ενωμένα. Η δες εδώ καλύτερα: Μερσί εκ των προτέρων.

  73. ΚαπετάνΈνας said

    Εδώ, στου Sarant έμαθα το καραλόλ, και το βρήκα μέσα στη κιτσάρα του πλακατζήδικο.
    Τώρα, άμα δε γουστάρεις…να μη το ξαναβάλω. Τα φατσάκια, πάντως, δε μου αρέσουν.

    Ξέρω γω, καλύτερα να μην ξαναγελάσω.

  74. Ως προς την πόσιν είθισθαι το «πίνω τ’ άντερα μου» .

    Αυτός ο Πάγκαλος άνοιξε για τα καλά το θέμα της πολυφαγίας.
    Με μια γρήγορη αναζήτηση στο διαδικτυακό ψαχτίρι βρήκα την εξής αναφορά: στο «Σύγγραμα περιοδικών της εν Αθήναις Επιστημονικής Εταιρίας, Τόμος 29 (1917)» στην οποία ούτε λίγο ούτε πολύ ο άμπακος σημαίνει «τίποτα».

    Πολύ επιφανειακά σκεπτόμενος αναρωτιέμαι μήπως η ερμηνεία «πάρα πολύ» είναι ευφημισμός. Έφαγα δηλαδή ένα άδειο πινάκιο (πιάτο, άβακο) άρα τίποτα και ειρωνικά λέω ότι έφαγα τον άβακο.

  75. Μισιρλού... said

    @71 – Immor
    Εμ, ναι… Έτσι είναι !!!
    Απ’ τα πολλά τα σύγγλινα τρέχουμε και για…σύγκλινα !

    Πάτα’τονα, ζούπα’τονα
    τον Πτωχο- τονε’φτιαχνόνα
    [είναι εντάξει στο 69 και με…σύγκλινα]
    :mrgreen:

  76. Immortalité said

    Είδες που παρεξήγησες; Εγώ φταίω δεν έπρεπε να πω τίποτα…
    (αλλά από περιέργεια ποιος άλλος το γράφει;)

  77. ΚαπετάνΈνας said

    Νομίζω, οτι το είχε απλώς αναφέρει κάπου ο ίδιος ο Sarant. Δεν είδα να το χρησιμοποιεί κανείς άλλος,εδώ.

  78. voulagx said

    Imor, Kaptain1, αυτο το lol τι σημαινει;

  79. ΚαπετάνΈνας said

    Laughing out loud,τι άλλο.

  80. voulagx said

    Thank you Kaptain, karalol! 🙂 😛 :mrgreen:

  81. Μπουκανιέρος said

    Το πλεβρότους στα ελληνικά το λένε «αυτί». Ή τουλάχιστον έτσι το λέγανε στο χωριό μου, που το μάζευαν πριν να έρθουν τα καλλιεργημένα.
    (Μαρία, το έχω ξαναγράψει ή είναι ιδέα μου.)

  82. ΚαπετάνΈνας said

    Να, λοιπόν. Αυτιά στο φούρνο.

  83. Μπουκανιέρος said

    #53
    Εδώ και πολλά χρόνια, κυκλοφορεί σύγλινο, συσκευασμένο, στα σούπερ-μάρκετ.
    Τώρα, για την ποιότητά του, ας μιλήσουν οι ειδικοί από το νότο.

  84. Μαρία said

    81 Δε θυμάμαι να ξαναμιλήσαμε γι’ αυτιά.

  85. #81 Στα ποντιακά κακαβάκας (τα). Μάζεψα πολλές φορές με τον πατέρα μου αλλά ποτέ μόνος. Τώρα που το αναφέραμε, είναι φθινόπωρο, ο καιρός είναι βροχερός, είναι μια καλή ιδέα να πάω αύριο να μαζέψω. Όρε, τον άμπακο θα φάμε πάλι!!!

  86. Froso said

    Σχετικά με την έκφραση «Εφαγε τον άμπακα» η γιαγιά μου είχε πει ότι έχει προέλθει από τον Αμπακα, το αβάκιο, που όπως και σήμερα γράφανε τα φαγητά (και τις τιμές) στις ταβέρνες, καπηλειά κλπ. Ε, από την απάντηση πεινασμένου πελάτη στην ερώτηση «Τι θα φάτε κύριος;» Τον άμπακα! Δηλαδή όλα (τα αναγραφόμενα στον πίνακα)

  87. @42
    ΜΠΑΟΚ από το Μ(έγας)ΠΑΟΚ
    @43
    Σε κάθε οικογένεια υπάρχει κι’ ένας σκάρτος. Ηθελα να ήξερα αν κάποιος έχει διαβάσει την Ιλιάδα και εξακολουθεί να είναι οπαδός του Αρη … τέτοιο ρεζίλι πρότυπο σπάνια συναντάς… «θεός του πολέμου»… καλά και η Αθηνά με την ασπίδα και το δόρυ τι ήταν ;; «της σοφίας» ;;

  88. sarant said

    Ωχ, μπλέξαμε στα οπαδικά 🙂

    Στράβωνα, το άρθρο αυτό το έχω δει, αλλά αναφέρει και το «πάρα πολύ». Και τα πρώτα παραδειγματα χρήσης είναι μάλλον αντίφραση (πρβλ. μου έκανες την καρδιά περιβόλι).

    Αυτί το πλευρώτους; Αντιεμπορικότατο. Να το λέγατε κάτι πιο σικ, ορέκια ξερωγώ.

    86: Έχει αναφερθεί αυτή η εκδοχή που πιστεύω ότι αποτελεί εκ των υστέρων εξηγητικό μύθο.

    Μισιρλού, ευχαριστώ για τον Κοραή και τον Πτωχό!

  89. Immortalité said

    @ 87 ΜΠΑΟΚ από το Μ(έγας)ΠΑΟΚ 🙂 🙂 🙂

  90. π2 said

    Μπουκανιέρε (83), τα συσκευασμένα απάκια που έχω δοκιμάσει είναι κλάσεις ανώτερα από τα συσκευασμένα σύγλινα. Επίσης, τα καλά απάκια που έχω φάει στην Κρήτη, είναι έτη φωτός καλύτερα από τα καλά σύγλινα που έχω φάει στη Μάνη. Οπότε, δηλώνω ένθερμος οπαδός των μεν, και χλιαρά συμπαθών τα δε.

  91. Να αυτοδιορθωθώ (για άλλη μια φορά). Η ποντιακή ονομασία των συγκεκριμένων μανιταριών είναι κουκουβάκας (τα).

    Το ΜΠΑΟΚ δεν ξέρω πως προέκυψε. 36 χρόνια ΠΑΟΚτσής και 20 στη Θεσσαλονίκη ΜΠΑΟΚ δεν το είπα ποτέ ούτε και το άκουσα έτσι. Με την ίδια βέβαια λογική υπάρχει ο ΜΠΑΟ, η ΦΑΕΚ, ο ΣΦΑΠ κλπ. Αλλά ίσως έτσι να είναι, ειρωνεύεσαι ότι δεν μπορείς να φτάσεις καθώς ο ΠΑΟΚ είναι η μόνη ομάδα στην Ελλάδα χωρίς σύνορα εν αντιθέσει με τις λοιπές τοπικές ομαδούλες. εδώ και εδώ.

  92. 91
    Αψογος ο Στράβων.
    Εγώ, σαν gpoint το λέω ΠΑΟΚg’s το γιατί εδώ :

    http://gpointsbeeze.blogspot.com/2010/10/gs.html

  93. sarant said

    90: Να μας καλέσει η Ιμόρ για γευσιγνωσία 🙂

  94. Immortalité said

    @ 93
    Η πόρτα μας πάντ’ ανοιχτή
    το τσικάλι μας γεμάτο
    και το τραπέζι στρώνουμε
    μ’ ένα περίσσο πιάτο

    Όποτε σας βγάλει ο δρόμος, με τα χαράς! 😉

  95. με τα ή μετά;

  96. Immortalité said

    ‘Εχεις απορία; 🙂

  97. ΚαπετάνΈνας said

    #91

    παλιότερα, όταν ήμουνα μικρός, τα γήπεδα ήταν αυτό που κυρίως ξυπνούσε μέσα μου τη νοσταλγία για τον «ένδοξον μας Βυζαντινισμόν».
    Φαντασιωνόμουν οτι είμαι ο Ιουστινιανός και οτι διέταζα τους πεντακόσιους Βάραγγους τοξότες της Σχολής*, να παραταχθούν στο γήπεδο και να σκοπεύσουν τους χούλιγκανς των κερκίδων. Όλων των ομάδων. Δηλαδή να μη μείνει ρουθούνι, λέμε.

    Μεγαλώνοντας προσγειώθηκα στη πραγματικότητα και σκέφτηκα πιο συνετά: Καλύτερα «αυτοί» να ασχολούνται ο ένα με τον άλλον, και να μαχαιρώνονται, γιατί αλλιώς θα ασχολούνται με «εμάς».

    Τώρα, πάλι ανησυχώ. Ο χουλιγκανισμός έχει εισχωρήσει παντού,στα σχολεία,τις παρατάξεις,και το χειρότερο, στη σκέψη των ανθρώπων.

    *αυτό ίσως είναι αναχρονισμός,αλλά δική μου είναι η φαντασίωση, ότι θέλω φαντάζομαι.Ακόμα και άκτα ιπποδρόμου, με εμένα Κήρυκα: Βάζελοι και Γαύροι,Βούλγαροι και Χανούμια , ήλθεν η ώρα,τώρα ας πλεύσει το βόδι στο αίμα του κλπ)

  98. #97 Η αλήθεια είναι ότι μετά την άνοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ο αθλητισμός ποτέ ξανά δεν ήταν ο ίδιος. Όχι πως στην αρχαιότητα δεν είχαμε ταύτιση των θεατών με αθλητές αλλά είχαμε και μια σχετική αθλητική αξιοπρέπεια.
    Αν υπάρχει κάτι σύγχρονο για το οποίο μπορούμε να πούμε ότι μπορεί να φέρει ψήγματα συγκρισιμότητας με τον αποκλεισμό των Λακεδαιμονίων από τους αρχαίους Ολυμπιακούς αγώνες, αυτό είναι ο αποκλεισμός των Αγγλικών ομάδων από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και την εθελοντική επαύξηση της ποινής από τους ίδιους τους Άγγλους μετά το Χεϊζέλειον Άγος.

    Αν θέλεις όμως την άποψη μου, ο χουλιγκανισμός όπως και κάθε μορφή βίας πηγάζει ουσιαστικά από το έλλειμμα δημοκρατίας και ενισχύεται από την εξουσία, προκειμένου να εκτονώνεται το αίσθημα αδικίας. Ακόμη και οι οπαδοί που ανέφερες επί Ιουστινιανού, ήταν δημιούργημα του, άσχετα αν τελικά στράφηκαν εναντίων του.
    Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που δεν θα επιτρέψουν ποτέ στη μεγαλύτερη ομάδα των Βαλκανίων (ΠΑΟΚ) να ανακάμψει και να μεγαλουργήσει. Δεν είναι αγωνιστικό το πρόβλημα, είναι ζήτημα πολιτικής επιλογής. Έτσι αντί ο ΠΑΟΚ να είναι μια ομάδα που θα ενώνει τον Ελληνισμό απανταχού της γης, έχει γίνει ένα εργαλείο εκτόνωσης του κόσμου απένταντι στην Αθηναϊκή νεοπλουτίστικη ηγεμονία.

  99. Immortalité said

    Μια πλάκα είπαμε να κάνουμε και αμέσως η κουβέντα γύρισε στη μπάλα…

  100. ΚαπετάνΈνας said

    Θα συμφωνούσα απολύτως αν αντί της

    «…εκτόνωσης του κόσμου απένταντι στην Αθηναϊκή νεοπλουτίστικη ηγεμονία»

    έγραφες: εκτόνωσης του κόσμου απέναντι της κοινωνικής τάξης των μεγαλο-καπιταλιστών γενικώς.

    Ώ Στράβον Αμασεύ, δεν έφτασαν τα νέα στην Αμάσεια; Ανακαλύφτηκε προσφάτως (το 1776 από τον Άνταμ Σμίθ) ότι υπάρχουν και κοινωνικές τάξεις:

    Ατοί που μασάνε με δέκα μασέλες και αυτοί που τους τρώει η αμασία.

  101. ΚαπετάνΈνας said

    …απέναντι στην…

  102. Καθόλου δεν με χαλάει η ύπαρξη πλουσίων και υπερπλουσίων. Με χαλάει η έλλειψη ήθους που νομίζω ότι είναι και η διαφορά μεταξύ του πλουτισμού και του νεοπλουτισμού.
    Αν κάποιος έχει Μπε-Εμ-Βέ ή διαστημόπλοιο και εγώ έχω φιατ, δεν τον ζηλεύω. Υπ’ αυτήν την έννοια δεν διαχωρίζω τους ανθρώπους υλικώς (τάξεις) αλλά πνευματικώς (ήθος). Μπορεί κάποιος να ανήκει στην λεγόμενη λαϊκή τάξη αλλά να είναι περισσότερο άδικος από έναν ζάμπλουτο.
    Το θέμα με τους πλουσίους της Ελλάδας δεν είναι αν έχουν πλούτο αλλά πως τον απέκτησαν και το γιατί τον έχουν οι ίδιες οικογένειες που τον είχαν και επί τουρκοκρατίας.
    Στην Ελλάδα πλούσιος μπορεί να είσαι επειδή 1. Είχες χαρίσει μερικές παρθένες στον σουλτάνο και σου έδωσε γη και εξουσίες, 2. Εξεβίασες κάποιον από την κατηγορία 1 και του έκλεψες τον πλούτο, 3. Βολεύτηκες μέσα στο κομματικό σύστημα και έκλεψες το κράτος, 4. Βρήκες κάποιον θησαυρό κλπ. Ελάχιστοι είναι οι πλούσιοι που δημιουργήθηκαν από το μηδέν και αυτοί είναι κυρίως Μικρασιατικής καταγωγής που ακόμη και αυτούς τους τρώει η ανηθικότητα των παλαιοελλαδίτικων εξουσιαστικών κέντρων (ορά περίπτωση Ιζόλα κλπ).
    Αυτή η έλλειψη πνευματικού βάθους είναι το νεοΕλληνικό πρόβλημα. Η ανυπαρξία δηλαδή πνευματικότητας και βαθιών αξιών που πλέον έχει αγγίξει και τον βαθύτερο θεσμό μου έχουμε, αυτόν της εκκλησίας. Κατά την ταπεινή μου άποψη, ένα έθνος φελλός, χωρίς άγκυρα και χωρίς πνεύμα και κυρίως χωρίς ελεύθερη και ανεξάρτητη εξουσία, είναι καταδικασμένο να ακολουθεί την ροή του ανέμου και τελικά να πέσει πάνω στα βράχια.
    Τέλος, ο διαχωρισμός της κοινωνίας σε τάξεις μάλλον είναι περισσότερο ζήτημα πάθους και ζήλιας παρά πραγματικός. Μπορώ να σου διαχωρίσω την κοινωνία σε όσες κατηγορίες θέλεις, σε ψιλούς, σε κοντούς, σε πιστούς σε άπιστους, σε μορφωμένους και μη, ….. Το ζητούμενο όμως είναι η ενότητα και όχι οι διαχωριστικές γραμμές.
    Το άπλωσα πάλι το σεντόνι αν και σιγά σιγά πρέπει να το γυρίσουμε στις κουβέρτες, χειμώνας γαρ.

  103. Μισιρλού... said

    Καλησπέρα σας.
    Για την @94 Ιμμόρ… σπέσιαλ αφιερωμένο!

    Μοσχομυριστά απάκια από την ποιμενική κωμωδοτραγωδία του 16ου-17ου αι. «Πανώρια» (ή Γύπαρις ) του Γ. Χορτάτζη [στην έκδοση Κ.Ν. Σάθα, 1878]
    Στο 1ο απόσπασμα τα μολογάει ο Γύπαρις στη Φροσύνη και στο 2ο μονολογεί ο γεροβοσκός Γιαννούλης.

  104. Κώστας Αδαμόπουλος said

    @56 Το συγγλί (όπως το λένε στην Κρήτη – στη Μάνη το λέμε σίγγλο και στις Κυκλάδες το έχω ακούσει ως σίγγλα) δεν πρέπει να έχει σχέση. Είναι από την αρχαία λέξη σίκλος ή σίγλος που περιέγραφε κάποιο ανατολικό νόμισμα μικρής αξίας αλλά και μια μονάδα μέτρησης βάρους αν θυμάμαι καλά. Τώρα ο σίγλος ήτανε νόμισμα στους Φοινικές και μονάδα μέτρησης στους Εβραίους ή το ανάποδο – θα σας γελάσω. Η λέξη πάντως έχει σημιτική ή φοινικική καταγωγή, από την ίδια ρίζα βγαίνει και το σημερινό νόμισμα του Ισραήλ, το σεκέλ.

    Και το σύγγλινο ως αυτό που αποθηκεύεται μαζί με τη γλίνα είναι πολύ ξεκάθαρο για να χρειάζεται περαιτέρω ψάξιμο.

    Για τη συσκευασμένη του εκδοχή τώρα… Ευτυχώς δεν έχει γίνει τόσο διάσημο και δεν έχει βιομηχανοποιηθεί τελείως, οπότε αυτό που κυκλοφορεί στα σουπερμάρκετ είναι απλά μέτριας ποιότητας. Έτσι ή αλλιώς από τότε που υπάρχουνε τα ψυγεία το σύγγλινο δεν αποθηκεύεται πια στη γλίνα, οι περισσότεροι κατασκευαστές απλά το βάζουν στην κατάψυξη. Παρεμπιπτού ένας άλλος παραδοσιακός τρόπος αποθήκευσης είναι μέσα σε λάδι. Και για να συνεχίσω τη γκρίνια για το σημερινό σύγγλινο, η τεχνική του καπνίσματος έχει αλλάξει και αυτή, πολλά από τα κάποτε απαραίτητα βοτάνια τώρα παραλείπονται. Επίσης τα σύγγλινα του εμπορίου δεν είναι καλά παστωμένα, δεν τα έχει «κάψει» το αλάτι.

  105. Immortalité said

    @ 103 Μισιρλού τί ωραίο! Να ‘σαι καλά!
    Στο ‘χουν ξαναπεί ότι είσαι θησαυρός! 🙂

  106. ΚαπετάνΈνας said

    «ο διαχωρισμός της κοινωνίας σε τάξεις μάλλον είναι περισσότερο ζήτημα πάθους και ζήλιας παρά πραγματικός….Το ζητούμενο όμως είναι η ενότητα και όχι οι διαχωριστικές γραμμές»

    To ζητούμενο από σένα. Εκείνοι,όμως, (όλοι, ασχέτως αν είναι σαν άτομα, «καλοί» άνθρωποι ή «κακοί»)το μόνο που ζητάνε, είναι, η τράπεζά τους και η ασφαλιστική και η χρηματιστηριακή τους εταιρεία να βγάλει περισσότερα κέρδη, με οποιονδήποτε τρόπο,και δεν τους νοιάζει ακόμα και αν ροκανίσουν τα δάση και το χώμα και τους ανθρώπους και να κάνουν όλους τους ωκεανούς του πλανήτη έναν αχανή χημικό βόθρο.

    Άν όμως αυτούς όλους τους αγαπάς εσύ, αλλά δεν ανταποκρίνονται, σε καταλαβαίνω, υπάρχει και το ρετρό τραγουδάκι, που τα λέει όλα αυτά:
    Ν’αγαπείς και να μην αγαπείσαι, τι καημός, τι καημός!!!

    *Αλλά ας μη κάνουμε άλλη πολιτική κουβέντα, υπάρχουν περισσότεροι από έναν στο ίντερνετ,»που κάνει λάθος».

  107. Immortalité said

    @104 Μα Κώστα τα σύγλινα δεν είναι παστωμένα. Είναι (καλό)καπνισμένες λωρίδες χοιρινού φυλαγμένες στη γλίνα. Και σε πήλινα κιούπια. Και έπαιρνες μια κουταλιά από το κιούπι, την έριχνες στο τηγάνι, έσπαγες και δυο τρία αυγουλάκια φρέσκα, έτοιμη η ομελέτα. Μια τηγανιά πατάτες, σαλάτα ή χόρτα βραστά και γιαούρτι, βασιλικό τραπέζι 🙂

    (Την εναλλαγή των θεμάτων της παρούσας ανάρτησης αποδίδει η παροιμία «Σύντεκνε κι αν εμιλούμε συχνογύριζε την πίτα!» )

  108. Κώστας Αδαμόπουλος said

    @107 Αχ, αυτές οι μικρές διαφορές Μάνης και Κρήτης 🙂

    Στην εκδοχή που ξέρω πρώτα χαράζεις το χοιρινό (ώστε αργότερα να προκύψουν οι λουρίδες που λες), μετά το αφήνεις με χοντρό αλάτι 5-6 μέρες και κατόπιν το καπνίζεις.

    Με τον ίδιο τρόπο παρασκευής αλλά με διαφορετικά βότανα στη Μεσσηνία φτιάχνουν αυτό που ονομάζουν «παστό».

    Η αποθήκευση (στη Μάνη) γίνεται σε πήλινα κιούπια όπου μπαίνει η γλίνα και πορτοκάλια. Το κρητικό πώς φτιάχνεται;

  109. ΚαπετάνΈνας said

    Tα απάκια, πάντως, πρέπει να έχουν παλιά και περίεργη ετυμολογία.

    Ο Βυζάντιος θεωρεί την ετυμολογία του Κοραή (από το αλωπάκια) βεβιασμένη και λέει αυτά:

    http://books.google.fr/books?id=scsGAAAAQAAJ&pg=PA27&img=1&zoom=3&hl=el&sig=ACfU3U2f-CuSj-fmsaSX_m1Pd5ko8qhamg&ci=72%2C210%2C400%2C302&edge=0

  110. Immortalité said

    Κώστα άμα συνεχίσουμε θα μας εξοβελίσουν από τη σελίδα 🙂 Τη συνταγή πιο βράδυ ή αύριο. Δεν θα το ξεχάσω όμως, το υπόσχομαι!

  111. ΚαπετάνΈνας said

    …αλωπέκια.

  112. sarant said

    Μας ανοίγει και η όρεξη…

  113. gbaloglou said

    104:

    «σέκελ», όχι «σεκέλ» (το νόμισμα του Ισραήλ)

  114. παρεμπ, μια κουκουβάγια στην Αθήνα για τους πολλούς τουρκομελετητές…

  115. πέταξε η κουκουβάγια

  116. Nicolas said

    @70 Πλάκα, πλάκα, αυτό το μανιτάρι υπάρχει και σε άλλα γεωγραφικά μήκη και πλάτη και λέγεται louffe (χωρίς παραλλαγή) και λόγω ομοιότητας με μία φυσιολογική λειτουργία έχει πάρει και άλλη έννοια:
    http://occitanet.free.fr/tolosan/lexique.htm
    και
    http://www.cnrtl.fr/lexicographie/vesse?
    για τους γαλλομαθείς.
    Ô rage, ô désespoir, ô douleur qui m’étouffe
    en voulant faire un pet, je n’ai fait qu’une louffe
    (οξιτάνιον άσμα)

    Σύγγλινο από την Πελοπόννησο με πορτοκάλι έχω δοκιμάσει. Καλό ήταν σχετικά.

  117. LesvosNews said

    …χορταστικό άρθρο !!!!!!!! Μπράβο!

  118. […] Ο άμπακος και πώς φτάσαμε να τον τρώμε […]

  119. Μάλλον σε διαβάζουν και κατά Κάντζα μεριά…

  120. sarant said

    Μάλλον με διαβάζουν 🙂

    Ηθοποιοί είναι αυτοί που προσπαθούν να βρουν τις απαντήσεις;

  121. π2 said

    Άντε, ας το βάλω εδώ, δηλ. στο πιο πρόσφατο ποστ με ετικέτα Κριαράς:

    Εμπλουτίστηκε η ενότητα Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά με την ανάρτηση 33 έργων. Πιο συγκεκριμένα αναρτήθηκαν: οι 16 τόμοι του Λεξικού Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας, 2 μεσαιωνικές μελέτες, 6 έργα για θέματα γλώσσας, 7 βιβλία με αλληλογραφία και 2 άρθρα αναφερόμενα στο έργο του Κριαρά. Επίσης, αναρτήθηκαν 2 πρόσφατες ομιλίες του καθηγητή, που πραγματοποιήθηκαν το 2010.


    Ε, θα βρεθεί φαντάζομαι κι ένας καλός άνθρωπος να μας πει τι να κάνουμε με τα μεμονωμένα jpg, μια χαρά.

  122. sarant said

    Μπράβο, καλά έκανες και το έβαλες. Περιμένω κι εγώ καλούς ανθρώπους 🙂

  123. Immortalité said

    Νίκο ξέρεις πολλούς καλούς ανθρώπους; 😉

  124. Κάνουν καλή δουλειά στο Κέντρο…

  125. #121- Φτάσαμε, λοιπόν, αισίως στον πνεύμονα

  126. sarant said

    123-125: Έναν καλόν άνθρωπο πάντως ξέρω σίγουρα! Έναν και λέοντα!

    Ευχαριστούμε, ω Στάζιμπε!

  127. Μαρία said

    125 Είσαι πολύ τσίφτης, Στάζυ.

  128. Immortalité said

    @ 125 Le Trésor Publique του ιστολογίου 🙂

  129. Immortalité said

    (Public βεβαίως βεβαίως …)

  130. Παπαρήγος said

    Άμπακος λέγεται στα μέρη μου κάτι άλλο.
    Και δε θα θέλατε να το φάτε.. 😀

  131. Ἀπορῶ πάντως γιατί στὸ τελευταῖο μυθιστόρημα τοῦ Οὐμβέρτου Ἔκου (Φύλλο μηδὲν), στὶς σελ. 164-165 ἐν ᾧ ἡ μεταφράστρια εὐχαριστεῖ ῥητῶς καὶ ὀνομαστικῶς τὸν Νικοκύρη γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς φράσεως «χάσαμε τ’αὐγὰ καὶ τὰ καλάθια» κι ἐν ᾧ εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι τὴν ἑρμηνεία τῆς καταγωγῆς τῆς φράσεως «ἔφαγε τὸν ἄμπακα» τὴν ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ παρὸν ἄρθρο ἐν τούτοις συγχέει τὸν ἄβακα μὲ τὸν ἄμβυκα γράφοντας «ὅσο γιὰ τὸν ἄμπακα εἶναι ἀπὸ τὸν ἄμβυκα, τὸ ἀριθμητῆρι».

  132. sarant said

    131 Από τον άμβυκα, που δεν είναι το αριθμητηρι, είναι ο λαμπίκος…

  133. skol said

    Διαβάζω εδώ ότι η πρώτη καταγραφή του άμπακα (abbacus) με αυτή την σημασία, της πρακτικής αριθμητικής, βρίσκεται στον πιο γνωστό ίσως άμπακα, ένα καθοριστικό βιβλίο για την εισαγωγή της ινδοαραβικής αριθμητικής στην Eυρώπη, το liber abbaci του Λεονάρντο Πιζάνο (Φιμπονάτσι).

    Υποστηρίζεται μάλιστα ότι γιαυτή τη σημασία, της αριθμητικής, χρησιμοποιόταν (αποκλειστικά;) η γραφή με δυο b: abbacus.

  134. sarant said

    Α, πολύ ενδιαφέρον!

    Νάσαι καλά!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: