Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Γκιακ θα πει αίμα

Posted by sarant στο 8 Φεβρουαρίου, 2015


b198676Τα Χριστούγεννα αγόρασα ή/και διάβασα κάμποσα βιβλία κι ένα από αυτά θα παρουσιάσω σήμερα. Πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων ενός νέου συγγραφέα, που ταυτόχρονα είναι το πρώτο βιβλίο ενός νεοσύστατου εκδοτικού οίκου. Πράγματι, ο εκδοτικός οίκος Αντίποδες, συνεταιρικό εγχείρημα του Κώστα Σπαθαράκη και του Θοδωρή Δρίτσα, έκανε την εμφάνισή του τον Δεκέμβριο, με πρώτο του βιβλίο τη συλλογή διηγημάτων Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου και δεύτερο την Καρδιά του σκύλου του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ. Τυχαίνει να γνωρίζομαι με τον Σπαθαράκη, και μου χάρισε τον Μπουλγκάκοφ, αλλά το Γκιακ είχα προλάβει να το αγοράσω -με τράβηξε και ο τίτλος, βλέπετε.

Αν ήταν το πρώτο βιβλίο του εκδοτικού οίκου, το Γκιακ είναι το τέταρτο του συγγραφέα -αν και απ’ ό,τι βλέπω στη Βιβλιονέτ τα δυο πρώτα του, εφηβικά, πρέπει να είναι έργα επιστημονικής φαντασίας (δεν το λέω απαξιωτικά). Ομολογώ ότι δεν έχω διαβάσει άλλο δικό του, αν και τώρα θα αναζητήσω τουλάχιστον το προηγούμενο.

Γκιακ δεν είναι ελληνική λέξη, είναι αρβανίτικη. Όπως μας πληροφορεί μια σημείωση στην αρχή του βιβλίου, γκιακ σημαίνει: 1. αίμα. 2. συγγένεια εξ αίματος. 3. φόνος που γίνεται για λόγους εκδίκησης, αντεκδίκηση. 4. φυλή. Να σημειώσουμε ότι οι σημασίες 2 και 3 έχουν αντιστοιχίες και στα ελληνικά. Λέμε «ο τάδε είναι αίμα μου» (είναι συγγενής εξ αίματος) και «πήρα το αίμα μου πίσω».

Ο Παπαμάρκος είναι γεννημένος στη Μαλεσίνα Λοκρίδας, που είναι αρβανιτοχώρι και όλα τα διηγήματα έχουν ήρωες ανθρώπους από τα αρβανιτοχώρια της Λοκρίδας. Στο βιβλίο τα αρβανίτικα είναι λιγοστά και κυρίως στο πρώτο διήγημα -η αφήγηση γίνεται στη δημοτική, αλλά με κάποια ιδιωματικά στοιχεία που θα τα αντιληφθείτε όταν διαβάσετε το διήγημα που παραθέτω πιο κάτω.

Όλα τα διηγήματα έχουν ένα κοινό στοιχείο, αναπάντεχο για συγγραφέα της νεότατης γενιάς: τη μικρασιατική εκστρατεία. Πράγματι, οι ήρωες των διηγημάτων, όλοι από την περιοχή της Μαλεσίνας, έχουν πολεμήσει στη Μικρασία -αν και η δράση δεν εκτυλίσσεται πάντοτε το 1919-22, αλλά κάποτε αρκετά χρόνια αργότερα. (Και επειδή τον καιρό εκείνο ο στρατός επάνδρωνε τις μονάδες με κοντοχωριανούς, οι συνάδελφοι στον στρατό γνωρίζονται ήδη, και συναντιούνται και στη συνέχεια).

Παρόλο που το θέμα τους συχνά είναι στενάχωρο και παρόλο που κάποια διηγήματα στάζουν από βία, το Γκιακ μου άρεσε πολύ. Τραχιά διηγήματα, με τραχιούς ήρωες, που μιλάνε τραχιά γλώσσα -σε μια αφήγηση-ποταμό, με μια μικρήν ανατροπή στο τέλος, τουλάχιστον στα περισσότερα διηγήματα. Γίνεται λόγος για τα εγκλήματα του πολέμου -και τις δικές μας ωμότητες, και των Τούρκων, αλλά παρεμπιπτόντως. Βία άλλωστε δεν υπάρχει μόνο στη Μικρασία, αλλά και στο χωριό, πριν και μετά το στρατιωτικό.

Διήγημα με τίτλο Γκιακ δεν υπάρχει, είναι μόνο ο γενικός τίτλος του βιβλίου. Αρβανίτικο τίτλο έχει το πρώτο διήγημα (Ντο τ’ α πρες κοτσσίδετε = Θα σου κόψω τις κοτσίδες, που είναι τιτλος ενός ερωτικού αρβανίτικου δημοτικού τραγουδιού) -αλλά δεν θα το παραθέσω εδώ επειδή είναι μεγάλο. Στο διήγημα αυτό γίνεται αναφορά στο Κανούν, λέξη που είναι δάνειο από το ελλ. κανόνας, και σημαίνει το σώμα κανόνων εθιμικού δικαίου που διέπανε τη ζωή των αλβανικών και αρβανίτικων κοινοτήτων μέχρι τα τελευταία χρόνια και που, επειδή κωδικοποιήθηκε τον 15ο αιώνα, έχει αποκτήσει κύρος ημιεπίσημου νομικού κειμένου -άλλωστε στη βόρεια Αλβανία ισχύει σε ένα βαθμό ακόμα και σήμερα. Για παράδειγμα, το Κανούν προβλέπει ότι σε περίπτωση φόνου, η οικογένεια του θύματος έχει δικαίωμα (και υποχρέωση) να βρει δικαίωση για το αίμα της που χύθηκε, χύνοντας αίμα του δράστη ή ενός αρσενικού συγγενή του, αλλά αν ο φόνος είναι εξ αμελείας μπορεί να δοθεί και χρηματική αποζημίωση. Αν όμως το θύμα είναι γυναίκα, τότε μόνο αποζημίωση δίνεται -εκτός αν πρόκειται για βιασμό, οπότε πρέπει να χυθεί αίμα.

Παραθέτω το διήγημα «Ήρθε ο καιρός να φύγουμε». Τύποι όπως «του Χρήστο», «ο πατέρα μου» δεν είναι τυπογραφικό λάθος, έτσι είναι στο πρωτότυπο -άλλωστε παρόμοιοι τύποι ακούγονται και σε άλλα μέρη της Ελλάδας.

ΗΡΘΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ

Ποια; Αυτή που ’βαλε τα τσιγάρα στην τσέπη του μακαρίτη; Αυτή είναι η θεια-Ανθή. Η χήρα που λέμε. Α, νόμιζα που την ήξερες. Όχι, όχι. Δεν τον είχε σόι.

Έλα πιο δώθε μη μας ακούνε. Με τη θεια-Ανθή που λες, είχανε ιστορία. Μου τα ’χε πει ο μακαρίτης. Ήμανε μικρότερος απ’ αυτόνα, αλλά κάναμε πολλή παρέα έναν καιρό. Προτού να φύγω να πάω στη Θήβα. Είσαι ίδιος ο πατέρας σ’, μου ’λεγε, γι’ αυτό σε αγαπάω πολύ, ρε παιδί. Είχα, να πούμε, γυρίσει ένα απόγεμα και θυμάμαι δεν είχα προφτάσει καλά καλά να κατεβώ απ’ τ’ αμάξι και περνούσε και μου λέει, άσ’ τα κι έλα να πιούμε ένα ουζάκι. Ήμανε μόλις απ’ το ταξίδι. Του λέω, ρε Κυριακούλη, να πάω να πω ένα γεια στη μάνα μ’ κι έρχομαι. Ασ’ τη μάνα σ’, μου λέει. Η μάνα πάντα περιμένει. Έλα, πάμε. Καθόμασταν, το θυμάμαι σαν τώρα στου γερο-Χρήστο, δεν θυμάμαι αν το πρόλαβες εσύ. Κει που ’ναι τώρα το ταχυδρο­μείο. Τέλος πάντων. Καθόμασταν που λες και τα συζητάγαμε και του λέω, έδωσα λόγο Κυριακούλη. Άιντε επιτέλους, ρε μπαγάσα, μου λέει, γεροντοπαλίκαρο κόντεψες. Και με ποιανού να ’χουμε το καλό ερώτη­μα; Ξένη, του λέω, απ’ τη Θήβα. Πού να την ξέρεις. Θα τη φέρω όμως, του λέω, τ αϊ-Λιος να τηνε δείτε κιόλας. Με κοιτάει. Μου λέει, ξένη ε; Γιατί, ρε, του το ’πα έτσι στα γελαστά, είχες κάνα κορίτσ’ στο χωριό τόσον καιρό να μου δώσεις και δε μου το ’χες πει; Δε μιλάει, δε λαλάει. Ρε Κυριάκο, ρε καλέ μου, ρε χρυσέ μου; Τι έπαθες; Τίποτα. Με κοιτάει και μιλιά. Φοβήθκα, λέω πάει, μου ’μεινε σέκος. Του πιάνω το χέρι, το σφίγγω, παγωμένο. Ώπα. Με ζώσανε τα φίδια. Βάνω και πιάνω τα κλειδιά έτοιμος να τον φορτώσω να φύ­γουμε στο νοσοκομείο. Ρε του λέω, είσαι καλά; Μίλα ρε, του λέω, τι έχεις; Μου κάνει νόημα. Κάτσε, μου λέει. Συμπάθα με, δεν είν’ τίποτα. Ρε, τι τίποτα; Σα να σε πήρε ίσκιος έκανες. Είσαι καλά; Θες να σε πάω στο γιατρό; Κάτσε, κάτσε, μου κάνει. Μια χαρά είμαι. Πα­ραγγέλνουμε ένα μεζέ, να πούμε, δεν γλωσσιάζει μπουκιά. Τον κοιτάω, τίποτα. Μια το τσιγάρο, μια το ποτήρι. Άμα είπα τίποτα άθελά μ’, Κυριάκο, του λέω, και παραξηγήθηκες να μου το πεις, να σου πω και συγγνώμη. Αλλά άμα είναι να καθόμαστε και να μη μου λες κουβέντα, να σηκωθώ να φύγω. Δεν είμαστε τίποτα παιδιά. Μην είσ’ αψύς, μου λέει. Πες του Χρήστο να μας φέρει ένα ακόμα και θα σου πω.

Το δεκαεννιά, μου λέει, που μπήκε ο στρατός στη Σμύρνη, εγώ ήμανε από τους πρώτους στην πόλη. Τι σχέση έχ’ αυτό; του κάνω. Πάψε κι άκου, μου λέει. Ήμανε που λες απ’ την αρχή. Τις δυο πρώτες μέρες έπειτα που κατεβήκαμε γινόταν ο κακός χαμός. Είχε βγει το ευζωνικό σε λάθος μεριά κι όπως πέρναγε απ’ τα σοκάκια για να ’ρθει να πέσει προς τα μας, βρήκα­νε κάτι Τούρκους φαντάρους, πέσανε κάτι ντουφε­κιές, κι ύστερα αρχίνησε και γίνηκε το μάλ’-βράσ’. Έβραζε ο τόπος να πούμε και γινήκανε πράματα ουκ ολίγα. Κι απ’ τους δυο, υπ’ όψιν. Φκιάσαμε πράματα που να μ’ τα πεις τώρα ότι τα ’καμα γω, θα σου πω εί­σαι ψεύτης. Να καταλάβεις, μου δώσανε καινούργιο όπλο, γιατί είχε σπάσει το κοντάκι. Εμ, σπάει το κοντάκι; Κι όμως. Με τόσο λύσσα βάραγα που το έσπα­σα. Ας είναι. Άμα περάσανε κείνες οι μέρες κι ηρέμη­σε το πράμα, μας παίρνουνε και μας στέλνουνε τη μονάδα τη δίκιά μου στο Καντιφεκαλιέ. Στην πόλη μέσα πάλιε, αλλά στο στρατόπεδο.

Πρώτη φορά εκεί πήραμε μια ανάσα, να πούμε. Παίρναμε και καμιά άδεια να κάνουμε την τσάρκα μας. Κι η Σμύρνη ήτανε πολιτεία. Τι Αθήνα και Σαλο­νίκη. Τις είχα δει και τις δυο στον πόλεμο, μα σαν την Σμύρνη, Γούσια, μόνο στην Αμέρικα έχει πόλεις. Αμάξια, εστιατόρια, καφενεία με κομπανίες, πράμα­τα που δε λέγεται. Περπάταγα, θυμάμαι, κι όλο σκεφτόμανε πότε να περάσει ο πόλεμος, να ξετελέψω από φαντάρος, να ’χω όλον τον καιρό δικό μ’, να τη γυρνάω μέρα νύχτα.

Ρε Κυριακούλη, του ’χα πει, να με συμπαθάς, αλλά τούτα όλα μου τα ’χεις ματαπεί. Τι σχέση έχουν; Ρε καλόπαιδο, έτσι το ’χε το συνήθειο να σε λέει άμα αρχίναγε και θύμωνε, άσε με ν’ αποσώσω. Μη με δια­κόπτεις δις στην ώρα.

Λοιπόν, τον Μήτσο του Ρέντζη που λένε, τονε ξέ­ρεις; Α μπράβο. Μ’ αυτόνα ήμανε που λες και γυρνάγαμε έτσι ένα απόγιομα σε κάτι σοκάκια πίσω απ’ την παραλία. Είχαμε άδεια απογεματινή και ψάχαμε να βρούμε να πιούμε κάνα ουζάκι να πούμε. Κι όπως

περνάμε, που λες, κάτω από ’να μπαλκονάκι μας φω­νάζουν δυο κορίτσα. Επ, είπαν, πού πάτε τέτοια ώρα, ελάτε απάν’ να σας ψήσουμε έναν καφέ. Μας αγαπά­γανε, βλέπεις, τότες οι Έλληνες εκεί. Άμα χτύπαγες πόρτα Έλληνα και ζήταες νερό, σε βάνανε μέσα στο σπίτι και σου δίνανε και το κανάτι που λέει ο λόγος. Εμείς απ, κουμπωθήκαμε όμως, που λες. Γιατί κορίτσα πράμα, κι ωραία κορίτσα, να θένε να σε βάνουν έτσι στο σπίτι, μας φάνηκε παράξενο. Πουτάνες θα ’ναι, μου λέει ο Μήτσος, καλλιά να φεύγουμε. Άντε ρε, του λέω. Ό,τι και να ’ναι δεν τρώνε. Κι άμα θέλουμε σκωνόμαστε και φεύγουμε. Το άργητο είναι; του λέω.

Όντως μας ανοίξανε, από δω, μας λένε, και τι να σου πω, ρε Γούσια. Δέκα φορές μας είπανε από δω. Τόσο μεγάλο ήτανε το σπίτ’. Με τα πολλά φτάνομε σε μια σάλα, μας καθίζουνε. Είχαμε χαζέψει εμείς. Το σπίτι ήταν σαν το διοικητήριο να πούμε μεγάλο. Πιά­νο είχε, ζουγραφιές στους τοίχους γύρω γύρω, τραπέζα όλο γυαλί κι απάνω ποτήρια κρύσταλλα. Τι να σου λέω και τι να δεις. Σα χάνοι κοιτάγαμε ολόγυρα. Με σκουντάει ο Μήτσος, ρε, μου λέει, τούτες δω είν’ αρχόντισσες. Πάψε, του ’πα, μην πεις καμιά κουταμάρα. Πάψε να ιδούμε. Μας ρωτήξανε τα κορίτσα, θέτε καφέ, λεμονάδα; Λέμε μεις, καφέ. Φεύγει η μία, η πιο μεγάλη ας λέμε, γιατί κι οι δυο μικρές ήσανε σαν και μας, κι η άλλη μας δείχνει ένα ντιβάνι και λέει, καθί­στε, θα φέρει η αδερφή μ’ τους καφέδες. Κάθεται κι αυτή σε μια καρέκλα αντίκρυ και μας λέει πόσο χαίρουνταν που ’χανε έρθει οι Έλληνες στην πόλη και που σε λίγα χρόνια θα γινόντουσαν κι αυτοί κράτος με μας και τέτοια. Στο μεταξύ, γύρισε κι η άλλη μ’ ένα δίσκο με τους καφέδες σε κάτι φλιτζάνια, Γούσια, όλο κεντητά με χρώμα και σκέδια χρυσαφιά. Φάτε και λουκούμια, μας λέει, και μας τ’ ακουμπάει μπροστά.

Τα ’χαμε χάσει εμείς. Κοιτιόσαντε αυτές, γελάνε, μη ντρέπεστε λένε, πάρτε. Φχαριστώ, τους λέω γω, τέ­τοια καλοσύνη δεν έχω ματαπαντήσει. Να σας έχει καλά η Παναγιά. Στην υγειά σας, τους λέω, έτσι με το νερό. Σιγά σιγά πιάσαμε και ξεθαρρέψαμε και αρχινήσαμε την ψιλή κουβέντα. Κάποια στιγμή μας ρωτάνε από πού είστε; Απ’ το Μαλισσάτ, τους λέω γω, απ’ την Αθήνα. Ποια Αθήνα, μου λέει η μία; Για τήρα δω στο χάρτη, εσείς είστε εκατό χιλιόμετρα απ’ την Αθήνα, και σκώνεται ο διάολος και πάει σε μια κορνίζα στον τοίχο και μου δείχνει. Θάμαξα, λέω κοίτα κορίτσ’ πρά­μα πόσα ξέρει. Είπαμε κι άλλα πολλά και στο τέλος ντραπήκαμε που καθόμασταν τόσο μεγάλη βεγγέρα σε ξένο σπίτι κι είπαμε ψέματα ότι πρέπει να φύγουμε γιατί δήθεν έπρεπε να γυρίσουμε στο τάγμα. Ντάξει, μας λένε αυτές, να μας ξαναπεράσετε, να ναι δω κι ο αδερφός μας να σας φιλέψουμε και κάνα ουζάκι, γιατί ο καφές δεν πιάνει. Μας πάνε προς την πόρτα κι εκεί στο πλατύσκαλο, γυρνάει η μικρή και μου κάνει, θες να πάμε σινεμά; Πού να ξέρω γω τότες τι ναι ο σινεμάς; Αλλά ντράπκα, ναι, της λέω. Έλα, μου λέει, άμα μπορείς την Πέμπτη να με πάρεις να πάμε.

Την Πέμπτη όντως σινιαρίστηκα και δυο και τρεις πήγα και τη βρήκα. Μ’ ανοίγει πάλι η αδερφή της, βάστα δυο λεπτά, μου λέει, κι έρχεται η μικρή. Περι­μένω γω στην πόρτα κι όταν έρχεται χάνω τη μιλιά μου. Λουλούδ’ άσπρο. Βγαίνει κι η μεγάλη από πίσω, να την προσέχεις, μου λέει, και μην αργήσετε πολύ. Ούτε να κουνήσω το κεφάλι να πω ναι δεν μπόραγα. Έτρεμα ολόκρηος. Με πήρε αλαμπρατσέτα και βγή­καμε στο σεργιάνι κι απ’ την κουβέντα την πολλή ούτε σινεμά πήγαμε εκείνη τη μέρα ούτε τίποτα. Παγαίναμε πάνω κάτω το λιμάνι και μόνο μιλάγαμε. Σαν πήρε και σουρούπωσε, μου λέει, τράβα με σπίτι για θ’ ανησυχήσουν οι δικοί μ’. Αλλά να περάσεις κι αύριο να με πάρεις. Θα πάμε να φάμε μια πάστα. Γύ­ρισα κείνο το βράδυ στο στρατόπεδο και μ’ είχε πιάσει πυρετός που δεν κοιμήθκα ντιπ όλη νύχτα. Την επομένη όμως ξαναπήγα και την πήρα.

Μη σ’ τα πολυλογώ, πάγαινα και την έβλεπα κάθε που έβγαινα κι άλλοτε καθόμασταν στο σπίτι, άλλο­τε σεργιανίζαμε, με τα πολλά γνώρισα και τον αδερ­φό της, γιατί ήταν ορφανή και δεν είχε γονιούς, και μου λέει το και το, τι σκοπό έχεις με την αδερφή μου, γιατί πολλά σούρτα φέρτα. Εγώ την αδερφή σ’, του είπα, την αγαπάω κι ούτε που την έχω πειράξει. Μόνο στη βόλτα πάμε κι έπειτα τη γυρνάω στο σπίτ’. Αδερφός της είσαι όμως και κουμάντο κάνεις εσύ. Άμα θες να την παρατήσω ήσυχη να μου το πεις, αλλά σ’ το λέω στα ίσα, του ’πα, γω μια φορά δεν το ’χω σκοπό να την αφήσω. Γι’ αυτό να δώσουμε λόγο και με το καλό που θα τελειώσει ο πόλεμος την παίρ­νω γυναίκα. Δώσαμε τα χέρια και τα συμφωνήσαμε κι έκτοτε πάγαινα καθημερνά στο σπίτι κι όταν βγαίνα­με μου ’χαν εμπιστοσύνη και γυρνάγαμε και πιο αργά. Κι όλο, της έλεγα, να, καρτέρα λίγο να τελειώσει το πράμα και μετά θα γράψω στους δικούς μ’ να πάρου­νε το καράβι και να ’ρθουνε να περάσουμε τις βέρες.

Κι εκεί που η δουλειά πάγαινε ρολόι κι ήμασταν στα μέλια, ξαναρχίσανε τα όργανα και πάω ένα απόγιομα στο σπίτι και της λέω το και το, το σκώνουνε το τάγμα απ’ τη Σμύρνη, ξαναπαίρνουμε το δρόμο. Να μη στεναχωριέσαι, της είπα, δεν έχουνε πολλά ψωμιά οι Τούρκοι ακόμα, θα τελέψουμε στα γρήγορα. Κι έμπηξε τα κλάματα κι ούτε που σταμάταγε, μέχρι που ’ρθε κι ο αδερφός της κει που καθόμασταν και τη μάλωσε και της λέει τι κάνεις έτσ’, λες και κλαις πεθα­μένο; Θα πάει και θα ’ρθει κι όλα καλά. Έτσι είναι, λέω κι εγώ, να μου γράφεις και θα σου απαντάω κι όσο να σου φανεί θα ’μαι πίσω.

Ήρθε ο καιρός να φύγουμε και το βράδυ πριν ζή­τησα απ’ τον διοικητή και πήγα και την είδα. Κάτσα­με τα ξανάπαμε και στο τέλος με φίλησε και μου ’βαλε στην τσέπη ένα πακέτο τσιγάρα, τη μάρκα την Τουρμάκ, μια τούρκικια που μ’ άρεσε. Κει που θα πας, μου λέει, να τα καπνίζεις και να με θυμάσαι.

Γούσια, γω γράμματα καλά δεν ήξερα κι όταν μου φτάνανε τα γράμματα σελίδες μου ’ρχόταν βαριά που γω δεν μπόραγα να γράψω πάνω από δέκα σει­ρές, να της πω αυτά που ’χα κατά νου. Κι έτσ’ έστελ­να μαζί με το γράμμα και ζουγραφιές που έφτιαχνα πάν’ στα πακέτα απ’ τα τσιγάρα που μου ’πεμπε με το φάκελο. Πέρναγε ο καιρός όμως και τελειωμό δεν είχε ο σκοτωμός κι άρχισε να με πιάνει εμένα η απελπισιά. Κι όταν γίνηκε και μας πήρανε φαλάγγι οι Τούρκοι κι αρχίσαμε να γυρνάμε σαν τα κοπάδια, κο­πήκανε και τα γράμματα και τα όλα. Πρόλαβα μόνο εγώ κι έδωσα σ’ έναν ντόπιο και τον διάταξα να της πάει ένα τελευταίο ραβασάκι που της έγραφα, Ανθούλα μου είμαι καλά. Φεύγουμε με τα καράβια. Θα γυρίσω πάλι. Άμα πάρεις το γράμμα μου, να ξέρεις θα σε περιμένω. Κι έπειτα φύγαμε.

Γύρισα στο χωριό κι απ’ τη δίκιά μ’ τη σειρά ήμα­νε εγώ και καμιά εικοσαριά ακόμα. Μα μήτε που μ’ ένοιαζε. Είχα μάθει που ’χε γίνει το κακό στη Σμύρνη κι ούτε που μ’ είχε μείνει ψυχή να χαρώ που ’μουνα ζωντανός κι έβλεπα τη μάνα μ’. Κι ήρθε και πέρασε καιρός κι εγώ μήτε να φάω μήτε να βγω απ’ το σπίτ’ ήθελα, κι άκουγα που ’λεγε η μάνα μ’ στη γειτονιά ότι τάχατες ήμανε άρρωστος απ’ την κακουχία και γι’ αυτό. Αλλά γω για μήνες με το ζόρι σκωνόμουνα απ’ το κρεβάτι μέχρι που ’ρχεται και με πιάνει ο πατέρα μ’ και μ’ αρωτάει τι γίνηκε και μ’ έχει φάει τέτοιο μα­ράζι. Το και το, του λέω. Με βάζει πόστο και μου λέει, τόσοι και τόσοι πεθάνανε στον πόλεμο, άντρες και παλικάρια κι εσύ κάθεσαι και μυξοκλαίς για μια γυναίκα; Θα βρεις άλλη και θα παντρευτείς και θα τα λησμονήσεις τούτα όλα. Μ’ έκανε και ντράπκα, γιατί ήμανε και μικρός ακόμα και του ’χα σέβας του πατέ­ρα μ’ Και πώς να του το ’λεγα που απ’ όσους είχα δει και πεθάνανε, κι απ’ τα χέρια μ’, και φίλους, εγώ μο­νάχα την Ανθή θυμόμανε.

Το ’μαθε κι η μάνα μ’, Γούσια, και το βάλανε αμέτι μουχαμέτι να μου βρούνε νύφη, να παντρευτώ, να μου περάσει. Και μες στο χρόνο είχα πέντε προξενιά κι όλα τα χάλαγα, μέχρι που στο τέλος φέρανε τον γούμενο απ’ το μοναστήρι να μου πει που ’ναι αμαρ­τία να σκέφτομαι ακόμα τους πεθαμένους. Κι έτσι το πήρα απόφαση κι εγώ κι έδωσα λόγο τότες και παντρεύκα τη Ρίνα. Ίσα που χόρεψα στο γάμο κι είπανε τότες που ήμανε τάχα αδέξιος στο χορό, γι’ αυτό. Είχανε πει και στον συμπέθερο ότι ήμανε απ’ τη φτιαξιά μ’ βαρύς και δε μίλαγα, κι όλα τα κουκουλώσανε.

Μια μέρα το χειμώνα του εικοσιτέσσερο, έκοβα πασσάλια για το φράχτη, θυμάμαι, κι έρχεται η Ρίνα, γκαστρωμένη στον Γιάννη, και μου λέει ήρθανε πρό­σφυγες στο χωριό κι είπε ο πρόεδρος να μαζευτείτε οι άντρες όσοι μπορείτε να πάτε να τους διώξετε, γιατί άμα ’ρθούνε δώθε θα μας πάρουνε τα κτήματα. Τ’ ακούω κι εγώ και γίνομαι πυρ. Πήγαμε κείθε και τους καταστρέψαμε, ρε Γούσια, το καταλαβαίνεις; Τόσο αγριεμένο δεν τον είχα ξαναδεί τον Κυριάκο. Πήγαμε κείθε, μου λέει, κι είχανε παλάτια και γυρνάγανε οι αθρώποι με κουστούμια και φορέματα, κι άμα γυρίσαμε μεις πίσω στο χωριό, τα κορίτσα μας τα βρήκαμε ακόμα με τα σιγκούνια. Τους αναστατώσαμε, τους κάναμε ζημιά, και τώρα που πέσανε στην ανάγκη μας τους κλωτσάγαμε σαν τα πατσαβούρια. Πήγα, μου ’πε, έτσι όπως ήμανε με την κοσόρα στο χέρι και τους βρίσκω που τους είχανε κυκλωμένους και τους τραβάγανε και τους βρίζανε. Κι όπως κάνω να μιλήσω, να πω σταματήστε ρε ζα, την είδα, Γούσια, μου λέει. Καθότανε ξακριστά σαν παιδί δαρμένο και τήραε εμάς. Έψαχνε με τα ματάκια της κι έσφιγγε στον κόρφο ένα πάκο χαρτιά δεμένα με το σπάγκο, τον θυμάμαι που μου είπε κι έκλαψε. Πρώτη φορά είδα τον Κυριάκο να κλαίει. Με τιμώρησε ο Θεός, Γούσια, μου είπε, γιατί ο άντρας δεν κάνει να δίνει δυο φορές λόγο για το ίδιο πράμα.

Ω ρε! Τον σηκώνουν. Ούτε το πήρα γραμμή. Είν’ η ώρα. Έλα πάμε. Θα σ’ τα πω μετά.

85 Σχόλια to “Γκιακ θα πει αίμα”

  1. Γς said

    Καλημέρα

    >Λέμε «ο τάδε είναι αίμα μου»

  2. Ωραίο. Βλέπω και το μάλε-βράσε, παλιό μας γνώριμο και καθόλου τυχαία εδώ στα αρβανιτοχώρια 🙂

  3. Theo said

    Καλημέρα,
    Ωραίο το διήγημα, με μια γλώσσα ρέουσα, αδρή, χωρίς καλολογικά στοιχεία, με ανθρωπιά κι αλήθεια.

  4. Γς said

    >Ντο τ’ α πρες κοτσσίδετε = Θα σου κόψω τις κοτσίδες

    Ντό τα πρες κοτσίδε τε

    Ντο τα πρες κοτσίδετε (θα σου κόψω τα κοτσίδια)
    τε τα βερβινιέ γκα σκίντετε (και θα στα πετάξω στα σκίνα)
    Μόι κοτσίδε ντρέδουρε (Τα κοτσίδια τα στριφτά)
    Μόι σαν τα κα μπλιέδουρε (Πόσα σου `χω μαζέψει)
    Μόι κοτσίδε δραγκόλιε (Κοτσίδα μου σαν δεντρογαλιά)
    τε κε κέσε νε ν’ αγκαλιέ (να σε είχα στην αγκαλιά)

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    2: Μπράβο, και το είχα σκοπό να το επισημάνω και το ξέχασα!

    4: Α, ευχαριστούμε για το γιουτουμπάκι.

  6. Γς said

    2:
    >Βλέπω και το μάλε-βράσε

    Απ το «τέικ ιρίζι» [Βράσε ρύζι]

  7. spiral architect said

    Καλημέρα. 🙂
    Ωραίο διήγημα.

  8. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Kαλημέρα, πολύ ωραίο διήγημα, θα το κάνω δώρο στον αρβανίτη φίλο μου τον Τάσο.

  9. Η λέξη φόνος στα αρχαία είχε και την σημασία του αίματος…
    εκ φόνου συγγενής που λεμε σήμερα καμιά φορά

  10. Παναγιώτης Κ. said

    Δεν μου είχε περάσει από το νου ότι θα μου φέρει ανακάτωμα-με την καλή σημασία- ένα διήγημα. Πολύ ωραίο διήγημα!
    Μπορεί να έχουν περάσει κοντά εκατό χρόνια από τον χαλασμό, ο πόνος όμως δεν ξέρω πότε θα εξαλειφθεί.Δεν είναι ότι ξεσπιτώθηκε ο κόσμος.Αυτό είναι το λιγότερο. Χάθηκε πολιτισμός δυόμιση και πλέον χιλιάδων χρόνων.

  11. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα και χαίρομαι που σας άρεσε, όπως και σε μένα, το διήγημα!

  12. Δημητρης said

    Δεν το διάβασα απλά, το έζησα. Συγχαρητήρια.

  13. Γς said

    Απρέ μιντί κι ακόμα 12 αναρτήσεις μόνο.
    Και να πεις ότι δεν έχει πιασήματα το άρθρο.

    Και κοίτα να δεις τι μου είχε μείνει από τις αφηγήσεις των μεγάλων:

    «Θα σηκωνόντουσαν αεροπλάνα από το Χασάνι [αεροδρόμιο ελληνικού] για την Θεσσαλονίκη μας, την Πολη μας και την Σμύρνη μας»

    Και δεν υπήρχαν αεριωθούμενα κι ούτε ήξερε από αναχαιτίσεις τότε το γεροντάκι.

  14. stratosbg said

    Reblogged this on a hairless ape.

  15. # 13

    θες να πεις 12 σχόλια, να μην τα μπερδεύουμε έ ;

  16. Ωχ, ο Τζιμάκος ξανακτυπά…

  17. Γς said

    Μια Σμυρνιά, μια Σμυρνιά στο παραθύρι
    κόρη ενός, κόρη ενός καραβοκύρη

    Ηχογράφηση του 1906

  18. Raptakis Dimitrios said

    Νίκο, όταν ο Παπαμάρκος αφηγείται, με γοητεύει, όταν θεωτηρικολογεί προβληματίζομαι: Είναι άραγε δεδομένη η εφαρμογή του Κανούν από τις αρβανίτικες κοινότητες; Ρωτώντας φίλο αρβανίτη, δεν μου το επιβεβαίωσε.
    Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν απολαμβάνω το διήγημα.

  19. aerosol said

    Με τσάκισε το διήγημα! Ωραίος ο Παπαμάρκος.
    [Και μια μικρή θλίψη που ακόμα δεν είναι ανήκουστο κάποιος να δηλώσει πως το «επιστημονική φαντασία» δεν το λέει απαξιωτικά…]

  20. gbaloglou said

    Αρβανίτικο τίτλο έχει το πρώτο διήγημα …

    … Νίκο το είχα αναφέρει εδώ πριν κάποιους μήνες, καθώς τις είχε δημοσιεύσει τις Κοτσίδες το Book’s Journal, και είχες πει πως «θα το ψάξεις» — αλλά τώρα που την ψάχνω την αναφορά μου δεν μπορώ να την βρω!

  21. Παναγιώτης Κ. said

    «Ήρθε ο καιρός να φύγουμε…»
    Κουϊζάκι:Ποιά είναι η λέξη που συμπληρώνει τον στίχο αυτό σε πολύ αγαπημένο τραγούδι;
    Οι Ηπειρώτες στην καταγωγή έχουν τον πρώτο λόγο.

  22. gbaloglou said

    20 εδώ

  23. Γς said

    Κι εδώ

  24. Γς said

    Ωχ, δεν ήταν δικό σα το σχόλιο

  25. Πολύ ωραίο. Συμπυκνωμένο και γραμμένο με συναίσθημα.

    Όμως, ας πούμε τώρα, σεναριακά, πείθει η σχέση του αγράμματου αρβανίτη με την αστή Σμυρνιά; Ο δεσμός, στην έξαρση της νίκης μέσα στη γαλανολευκη Σμύρνης και δεδομένου του ελευθεριάζοντος για την εποχή πνεύματος της προχώ Σμυρνιάς, κάπως πείθει. Επίσης για το γεγονός οτι είναι ορφανή.
    Όμως, όταν στις βόλτες αρχίσανε να μιλάνε, τι θα λέγανε, η μια με το πιάνο και τα γαλλικά κι ο άλλος με το ντοτ απρες κοτσίδετε. Αν ήταν από πλούσιο αρβανίτικο αρχοντόσογο που τον είχανε στείλει σχολείο και θέλανε να τον σπουδάσουν, θα ήταν καλύτερο.

    Επίσης θα έστεκε αν το κορίτσι ήταν τόσο απελευθερωμένο που θα του γυάλισε και τον ήθελε μόνο για το γαμήσι. Όμως τότε δεν γινόταν έτσι το πράμα. Έπρεπε να πούνε και τίποτα για ρομαντικούς ποιητές ή τον Παλαμά και να συμπληρώσουν λευκώματα, Τι είναι ο έρως, και τέτοια.

    Αμφιβάλλω επίσης για την ευκολία με την οποία ο δεσμός και ο γάμος γίνεται αποδεκτός από τον αδελφό. Δεν είναι πειστικό αυτό.

    Θα ήταν πιο φυσικό και πιθανό, ο έρως να ήταν μόνο από πλευράς του, που επειδή ακριβώς δεν είχε ελπίδα, να ήταν πολύ δυνατός.

    *Συγγνώμη, αλλά αφού κάποιος αποφασίζει να εκτεθεί συγγραφικώς, καλή ώρα, δεν μπορεί να αποφύγει και τους γκρινιάρηδες, καλή ώρα 🙂

  26. Παναγιώτης Κ. said

    «γιαυτό σε αγαπάω πολύ, ρε παιδί»
    Μου έτυχε παλαιά, όταν ο ίδιος υπήρξα…παιδί, να ακούσω και να καταλάβω ότι: Άλλο είναι το συναίσθημα που εκφράζεται με το «ρε παιδί μου», διαφορετικό με το «παιδί μου» και άλλο με το «ρε παιδί».
    Γενικώς το «παιδί» είναι κοντά στα 25 και η προσφώνηση, με αυτό τον τρόπο, υποδηλώνει αγάπη, εκτίμηση και αναγνώριση ικανοτήτων στο νέο.

  27. 16, Gpoint

    Είμαι φαν του Τζίμη από μικρός, και ακόμα γελάω με την πλάκα του, αλλά τώρα τελευταία, έχει μπλέξει την ελευθερία του χιούμορ με την κακεντρέχεια.
    Ακόμα και το χιούμορ έχει κάποια όρια, δυσδιάκριτα βέβαια, και κι αυτά για μένα είναι τα προσωπικά δεδομένα του κωμωδούμενου.

    Δεν τα ήξερα, πχ, αυτά που λέει,ούτε αν είναι αλήθεια ή ψέμματα. Όμως άλλο σάτιρα, άλλο κατινιά κι αλλο ρουφιανιά στην Στάζι της μάζας. Και μάλιστα για ζητήματα που δεν παίζουν κανένα ρόλο.

    Δηλαδή, βρε δε πα να το κάνει ο άλλος και με καγκουρώ, ακόμα κι αν δε θέλει να το πει, τι σε κόφτει εσένα; Άντε, ας κοιτάει ο καθένας την καμπούρα του…

    Βέβαια, είναι θετικό που είχε πάει σε εκδήλωση γκέι και ακόμα πιο θετικό που εκεί τραγούδησε, (προφανώς για σπάσιμο του κλίματος Καρβέλας-Βίσση), …τον Μπελογιάννη.

  28. aerosol said

    #25:
    Αναρωτιέμαι γιατί εγώ παράβλεψα αυτά στα οποία στέκεσαι (αν και είμαι αρκετά γκρινιάρης στα λογοτεχνικά!). Ίσως δεν μου φάνηκαν εξίσου υπερβολικά. Αλλά νομίζω πως το βασικότερο είναι πως «αποφάσισα» να τα χάψω εξαιτίας της σφιχτής, καλοδουλεμένης γλώσσας. Τρέχει χωρίς να μπερδεύει, είναι λαϊκή αλλά μελετημένη, λιτή μα γεμάτη υπόκωφη ένταση.

  29. Παναγιώτης Κ. said

    @25. Ιάκωβε, διηγήθηκα την ιστορία στη γυναίκα μου-πρόσφυγας στην καταγωγή-και δεν τη βρήκε υπερβολική.Στη συνείδηση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας οι Ελλαδίτες φαντάροι ήταν περιβεβλημένοι με αίγλη.
    Με βάση την δική μου γνώση για τους Βαλκανικούς πολέμους και την Μικρασιατική Εκστρατεία νομίζω ότι η περίοδος αυτή δεν είναι επαρκώς φωτισμένη ως προς το μέγεθος της αυτοθυσίας.
    Ο Ελία Καζάν στο βιβλίο του «Ο Ανατολίτης» αναφέρεται στην «στρατολόγηση» δια της πειθούς που έγινε στις ΗΠΑ στις αρχές του 20ου αιώνα στους Έλληνες μετανάστες. Δεν γνωρίζω το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας και αν έδωσε υπολογίσιμους καρπούς. Αναφέρονται πάντως περιπτώσεις Ελλήνων που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα και πήραν μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα.
    Είχα την τύχη ,δεκάχρονος εγώ στη δεκαετία του ΄60, να κάθομαι σιωπηλός σε μια καρέκλα στο παντοπωλείο- καφενείο , του αδερφού της γιαγιάς μου δίπλα στο σπίτι μου και να ακούω τις αφηγήσεις αυτών που είχαν πάρει μέρος.
    Εκτός από τη βιωματική ας την πω έτσι, γνώση μου κόλλησαν και το…κουσούρι να συγκινούμαι εύκολα για εκείνη την περίοδο. Γιαυτό και όταν η τηλεόραση δείχνει ντοκιμαντέρ από τις «αλησμόνητες πατρίδες» εγώ αλλάζω κανάλι!

  30. Παύλος said

    Ο Τζίμης παίρνει μαθήματα τώρα από τον Μπογδάνο.

  31. Παναγιώτης Κ. said

    @13.Γς, είναι και δική μου απορία…

  32. Aγάπη said

    Καλησπέρα
    πολύ μού άρεσε. Ιδίως ίσως επειδή έχω δουλέψει σε φροντιστήρια στην περιοχή τής Μαλεσίνας… είχα και μαθητή που τραγουδούσε υπέροχα – μόνον αρβανίτικα τραγούδια όμως.
    Ίσως ο ωραιότερος δίσκος που έχει κυκλοφορήσει με τραγούδια στα αρβανίτικα και με απροσδόκητες συμμετοχές Αρβανίτης, Λέκκας, Σαμίου, Μαίρη Χρονοπούλου που όμως δέν υπάρχει στο youtube https://www.youtube.com/watch?v=B6zGMnP5PQA&list=PLk4_gYF6fc-DbuUTxzAKBqNTqaO5bQPgN

  33. Γς said

    32 @ Αγάπη

    >έχω δουλέψει σε φροντιστήρια στην περιοχή τής Μαλεσίνας… είχα και μαθητή που τραγουδούσε υπέροχα

    υπέροχα ε;
    τραγουδύσε…

  34. Reblogged this on mariapapageorgiou30.

  35. Γιώργος said

    «Αν ήταν το πρώτο βιβλίο του εκδοτικού οίκου, το Γκιακ είναι το τέταρτο του συγγραφέα» . Μου φαίνεται ότι εδώ έχουμε επίδραση από την αγγλική έκφραση. Στη δημοτική θα ήταν: «Αν και είναι το πρώτο…». Συμφωνείτε;

  36. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα και να με συμπαθάτε που έλειπα πολλές ώρες!

    18: Δημήτρη, ίσως τα μετέφερα συνοπτικά τα όσα γράφει κατά τρόπο που να τον αδικεί. Λέει ότι στην Ελλάδα δεν ήταν ίδια η κατάσταση με την Αλβανία όσον αφορα το Κανούν.

    20: Ώστε εσύ μού το εντύπωσες 🙂

    25-29: Έτσι λέω κι εγώ.

    29: Αρκετοί μετανάστες στις ΗΠΑ επέστρεψαν το 1912 για να πολεμήσουν εθελοντές.

    35: Εγώ από τα γαλλικά την έχω ξεσηκώσει τη σύνταξη αυτή και μαρέσει. Το «αν και» θεωρώ ότι έχει πιο έντονη εναντίωση. Μπορεί βέβαια να πέφτω έξω.

  37. Παύλος said

    Θα έλεγα «Είναι το πρώτο βιβλίο του εκδοτικού οίκου αλλά το Γκιακ είναι το τέταρτο του συγγραφέα».

  38. Πασοκοδιορισμενος said

    Επιτελους να γυρισουν ολοι στις πραγματικες ριζες τους και να ξερουμε τι ειναι ο καθενας.

  39. Για το 18

    Εδώ http://en.wikipedia.org/wiki/Kanun_%28Albania%29#Development λέει πως ο Κανούν συστηματοποιήθηκε τον 15ο αιώνα. Ίσως εκείνη την εποχή οι μετέπειτα αρβανίτες να την είχαν ήδη κοπανήσει για νοτιότερα…

  40. sarant said

    37: Ναι, αλλά αυτό δεν ταιριάζει στη ροή του κειμένου.

  41. 39, Σκύλος
    Το ΚΑνούν και το αίμα που ζητάει εκδίκηση είναι πολύ παλιά ιστορία, πρέπει να κρατάει από τα προϊστορικά χρόνια. Και οι Ερινύες ξεπηδάνε από το αίμα και ζητάνε γδικιωμό.

    Θυμάμαι στις διαδηλώσεις μου έκανε εντύπωση που φωνάζαμε «Το αίμα μιλάει εκδίκηση ζητάει». Μάλλον αυτό ξεκίνησε από το Πολυτεχνείο και τους νεκρούς τότε, το 73.
    Τελικά είναι σύνθημα εποχής του χαλκού και βάλε. 🙂

  42. cronopiusa said

    καημένη προσφθγούλα

  43. # 27

    Το ανέβασα γιατί όπως ψυλλιαζόμουνα το κατέβασαν…

    je suis…Charlie

  44. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    «Γιατί κορίτσα πράμα, κι ωραία κορίτσα, να θένε να σε βάνουν έτσι στο σπίτι, μας φάνηκε παράξενο. Πουτάνες θα ’ναι, μου λέει ο Μήτσος, καλλιά να φεύγουμε.»
    Μετά απο σχεδόν ένα αιώνα, πολύ αμφιβάλλω οτι έχει αλλάξει αυτή η αντίληψη στους άντρες, αλλά και γενικά.

  45. sarant said

    41: Νομίζω λέγανε «Το αίμα ΚΥλάει».

    44: Σε άλλες χώρες ίσως έχει αλλάξει

  46. Γς said

    44:
    Πάντως πριν 50+ χρόνια αυτή η αντίληψη επικρατούσε, αν και μερικοί, όπως ο φίλος μου ο Θανάσης είχε ελαφρώς διαφορετική [επί τα χείρω] γνώμη:

    Δεν ειχε περάσει μήνας που τελειώσαμε το Λύκειο και η μάνα του απαρηγόρητη μου είπε στο τλφ ότι είχε φύγει απ το σπίτι και με παρακάλεσε αν μπορώ να κάνω κάτι για να επιστρέψει.

    Τον βρήκα και τα είπαμε. Ηταν και μια φρέσκια χυλόπιτα και πέταξε αυτό το «Ολες οι γυναίκες είναι που[μπιπ]»
    -Ελα τώρα, όλες; Κι η μάνα σου κι η αδελφή σου;
    -Οχι βέβαια η μάνα μου κι η αδελφή μου δεν είναι που[μπιπ]..

    Καλά πάμε σκέφτηκα χαρούλες που θα κάνει η μάνα του όταν μάθει τα καθέκαστα.

    Αλίμονο όμως. Συνέχισε…
    -Η μάνα μου κι η αδελφή μου είναι καραπου[μπιπ]!

  47. Dimitrios Raptakis said

    36: Νίκο, ξαναδιάβασα κι εγώ το επίμετρο (σελ. 119-121), για να μην αδικήσω τον συγγραφέα.
    Αυτό που λέω είναι ότι δεν έχω ακούσει για αντεκδικητικούς φόνους σε αρβανίτικες κοινότητες.

    Όπως και να’ χει, η γραφή του είναι γοητευτική.

  48. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    45 – Ναι δεν λέω σε κάποιες χώρες ίσως, αλλά δεν φτάνουν διψήφιο αριθμό στον πλανήτη.

    46 – Μου θύμισες έναν μισογύνη πλακά στην οικοδομή πρίν 25 χρόνια, γύρω στα 45, ίδια ακριβώς αντίδραση, «όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες» σώπα ρε του είπα, κι η μάνα σου; Στην αρχή κώλωσε, «ε όχι κι η μάνα μου, η μάνες δεν είναι» μα κι αυτές που βρίζεις η περισσότερες μάνες είναι του είπα, στάθηκε για λίγο, ΟΛΕΣ ΠΟΥΤΑΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΡΕ, ΚΙ Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ. Είδες τι κάνει η στέρηση και το παραμύθι του ισχυρού φύλου που τρώμε απο μικρά παιδιά;

  49. sarant said

    47: Οκ!

  50. smerdaleos said

    Νίκο, με έχει πιάσει η σπαμοπαγίδα σου.

  51. smerdaleos said

    Γκιακ δεν είναι ελληνική λέξη, είναι αρβανίτικη. Όπως μας πληροφορεί μια σημείωση στην αρχή του βιβλίου, γκιακ σημαίνει: 1. αίμα. 2. συγγένεια εξ αίματος. 3. φόνος που γίνεται για λόγους εκδίκησης, αντεκδίκηση. 4. φυλή. Να σημειώσουμε ότι οι σημασίες 2 και 3 έχουν αντιστοιχίες και στα ελληνικά. Λέμε «ο τάδε είναι αίμα μου» (είναι συγγενής εξ αίματος) και «πήρα το αίμα μου πίσω».

    Χαιρετώ Νίκο και σχολιαστές.

    1) To αλβανικό gjak προέρχεται από την ΠΙΕ ρίζα *sokwos = «υγρό φυτού» που έχει δώσει και το ελληνικό ὁπός (hopos). H τροπή *s>j (=y)>gj στην αρκτική θέση είναι τυπική στην αλβανική λ.χ.

    *serp- (ἐρπετόν, serpens/serpentem) > *serpena > τοσκ. gjarpër ~ γκεγκ. gjarpën
    *seh2l-/sal- (ἅλας, sal, salt, salz κλπ) > *en-salma > ngjalmë , όπως το ελληνικό ἅλμη, ἁλμυρός
    *selpes- (ἕλπος, salve) > gjalpë

    http://en.wiktionary.org/wiki/gjak
    http://en.wiktionary.org/wiki/gjarp%C3%ABr
    http://en.wiktionary.org/wiki/ngjelm%C3%AB
    http://en.wiktionary.org/wiki/gjalp%C3%AB

    H τροπή #s>j είναι πολύ παλιά στην αλβανική και συνέβη πριν την εισαγωγή των λατινικών δανείων. Το αρκτικό #s των λατινικών δανείων αποδίδεται πάντοτε ως sh- λ.χ.:

    socius > shok/shoq
    saeculus > shekull

    http://en.wiktionary.org/wiki/shok
    http://en.wiktionary.org/wiki/shekull

    Το επόμενο βήμα j>gj συνέβη μετά την εισαγωγή των λατιινκών δανείων λ.χ. iūnctūra > gjymtyrë

    http://en.wiktionary.org/wiki/gjymtyr%C3%AB

    H iunctura λέξη εισήλθε στην αλβανική από την Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική, δηλαδή τον πρόγονο της Βλαχικής και της Ρουμανικής,διότι η τροπή -nct- > -npt- > -mt- είναι τυπική της ΑΒΡ λ.χ.:

    strictus > *strinctus > βλαχ. strimtu ~ ρουμανικό strâmt

    http://en.wiktionary.org/wiki/strimtu

    Αντίθετα το αλβανικό *strinctus > shtrenjtë έχει εισέλθει στην Αλβανική από την Δυτική Βαλκανική Ρωμανική (Δαλματική)

    http://en.wiktionary.org/wiki/shtrenjt%C3%AB

    2) Για την βεντέτα χρησιμοποιείται και η φράση «kërkoj gjak» = «γυρεύω αίμα» με το ρήμα kërkoj να προέρχεται από το λατινικο circō/circāre που είναι και ο πρόγονος τους αγγλικού search = ψάχνω,γυρεύω.

    http://en.wiktionary.org/wiki/k%C3%ABrkoj
    http://en.wiktionary.org/wiki/search

  52. sarant said

    50-51: Αποκαταστάθηκε!

  53. smerdaleos said

    @52,

    Νά σαι καλά!

  54. leonicos said

    Υπέροχο, νοικοκύρη. Βλεπεις δε σε λέω συνοπτικά. Θα το πάρουμε κι εμείς το Γκιακ

  55. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Το σκέφτομαι από χθες αυτό το διήγημα.Οι τέσσερις μικρές κοφτές τελευταίες φράσεις το «τίναξαν».Το άνοιξε και το έκλεισε πολύ μαστόρικα,Είναι και πολύ νέος!Μπράβο του κι ευχαριστούμε που μας το γνώρισες.

  56. sarant said

    55: Σε όλα τα διηγήματα έχει ένα είδος ανατροπή στο τέλος που τα απογειώνει -χωρίς όμως να ανατρέπει τα πάντα.

  57. Γς said

    54:
    Θα το πάρουμε κι εμείς το Γκιακ.

    Τζιάκ το αίμα στα Αλβανικά, που τα κατέχεις Λεώ.
    Α νουκ εστέ;

  58. Γς said

    57:

    Δεν είχα δει το Σχ.51 του Smerdaleos

    Τζιάκου ι ζέμρες τίμε [Ττο αίμα της καρδιάς μου]

  59. sarant said

    Ναι, το οριστικό άρθρο το ενώνουν με τη λέξη στο τέλος, Γκιακ = αίμα, γκιάκου = το αίμα. Αυτό το έχουν και τα ρουμάνικα, και τα σουηδικά, και πολλές άλλες γλώσσες.

  60. cronopiusa said

    45

    Domestic violence campaigners call for boycott of Fifty Shades of Grey film

  61. Ριβαλντίνιο said

    Τι συμπεράσματα βγάζουμε ?
    1.Πέτρα και λόγο έδωσες και πίσω δεν τα παίρνεις.
    2. Για τα έκτροπα στην Σμύρνη φταίνε οι Αρβανίτες 🙂 που φυσικά όπως μάθαμε εδώ https://sarantakos.wordpress.com/2014/11/30/dimitriou/#comment-270283 είναι ακόμη κάτι διαφορετικό από τους Έλληνες. 🙂

    Διαβάστε παιδιά αν προλαβαίνετε αυτό

    http://www.istorikathemata.com/2014/02/the-landing-of-Greek-army-in-Asia-Minor-19th-of-May-1919.html

    «Μικρασιατική Εκστρατεία: Ο Ελληνικός Στρατός αποβιβάζεται στη Σμύρνη ( 2/15 Μαΐου 1919)»

    Είναι λίγο μεγάλο αλλά πολύ κατατοπιστικό και θα σας αρέσει πιστεύω.

  62. sarant said

    61: Αφού δεν αναφέρει καν (σε άρθρο τόσο εκτενές!) τον Τούρκο προύχοντα που έσφαξε ο ελληνικός στρατός την 1.5.1919 επειδή αρνήθηκε να φωνάξει Γιασασίν Βενιζέλος, το άρθρο δεν μου φαίνεται και τόσο κατατοπιστικό, μάλλον παραπληροφορεί.

  63. Ριβαλντίνιο said

    @ 62 Sarant
    Το άρθρο δεν είναι για τα έκτροπα αλλά για το πως αυτά δημιουργήθηκαν και πως η ελληνική πλευρά δεν κατάφερε (ίσως) να τα αποφύγει.

    «τον Τούρκο προύχοντα που έσφαξε ο ελληνικός στρατός την 1.5.1919 επειδή αρνήθηκε να φωνάξει Γιασασίν Βενιζέλος»
    Τώρα αυτό είναι αλήθεια και τεκμηριωμένο γεγονός ή είναι να’χαμε να λέγαμε σαν και αυτό

    https://belisarius21.files.wordpress.com/2013/06/cf80cf81cebfcf80ceb1ceb3ceaccebdceb4ceb1.jpg?w=630&h=449

    Γιατί αν είναι έτσι ξέρω πολλές ιστοριούλες με δήθεν Έλληνες κατοίκους της Σμύρνης που βρήκαν ευκαιρία να εκδικηθούν Τούρκους βιαστές, δολοφόνους και καταπιεστές.

  64. sarant said

    Μόλις αποβιβάστηκε στη Σμύρνη το άγημα, την 1η Μαΐου 1919, ένας τούρκος εθνικιστής πυροβόλησε και σκότωσε τον σημαιοφόρο. Οι δικοί μας τον σκότωσαν επιτόπου (σήμερα οι τούρκοι τον τιμούν σαν εθνομάρτυρα). Αμέσως μετά οι εύζωνοι απαίτησαν από τους προύχοντες που βρίσκονταν εκεί να φωνάξουν Ζήτω ο Βενιζέλος. Ο Σουλεϊμάν Φετχί μπέης αρνήθηκε και τον έσφαξαν.

    Στα δικά μου τα μάτια, εκεί χάθηκε το ηθικό πλεονέκτημα του ελληνικού στρατού.

    Υποθέτω εδώ θα τα λέει.
    http://tr.wikipedia.org/wiki/S%C3%BCleyman_Fethi_Bey

    Οι πηγές είναι όλες τούρκικες στο διαδίκτυο, αλλά έχω την εντύπωση ότι το επεισόδιο μαρτυρείται και σε ελληνικές πηγές έντυπες.

  65. cronopiusa said

    Ενας Ελληνας στο Πολεμικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης Του Δημητρη Ρηγοπουλου Ηθελα Ιστορία που σπαρταράει, όχι «παραμύθια». Και τη βρήκα. Ενας εθνομάρτυρας με το όνομα Σουλεϊμάν Φετχί, ο οποίος «μαρτύρησε κατατρυπημένος πισώπλατα από ξιφολόγχες επειδή δεν φώναξε «Ζήτω ο Βενιζέλος» κατά την ελληνική εισβολή στη Σμύρνη το 1919».

  66. smerdaleos said

    @59, Νίκο: Ναι, το οριστικό άρθρο το ενώνουν με τη λέξη στο τέλος, Γκιακ = αίμα, γκιάκου = το αίμα. Αυτό το έχουν και τα ρουμάνικα, και τα σουηδικά, και πολλές άλλες γλώσσες.

    Το λεγόμενο επιθηματικό άρθρο (postposed definite article). Στα Βαλκάνια εμφανίζεται στήν Αλβανική, στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (Βλάχική και Ρουμανική) και στην Βουλγαρική («Μακεδονική» και «Θρακο-Μυσική»).

    Πως καταλάβαιναν παραδοσιακά οι Σέρβοι έναν Βούλγαρο; Το λεξικό είναι ως επί το πλείστον το ίδιο στις νοτιοσλαβικές γλώσσες, αλλά ο «TUTA Bugarin» έκανε μπαμ γιατί έλεγε vinoto (= το κρασί), ženata (η γυναίκα)

    Λ.χ. ο Baj Ganjo Balkanski παρακάτω:

    http://en.wikipedia.org/wiki/Bay_Ganyo

    [02:35] za Evropata …? = «Στην (εις την) Ευρώπη πάει το τρένο;»

    [28:35] Nemcite = Τι ξέρουν αυτοί οι Γερμανοί; [29:05] horo … horoto = Χορό ξέρουν; … από τόσος δα τον ξέρω εγώ τονχορό!

    Υπάρχει και Σερβο-Κροατικό ανέκδοτο για το Βουλγαρικό επιθηματικό άρθρο:

    Πώς είναι το «τουφέκι» (puška) στα «Μακεδονικά»; puškata
    Πως είναι το αυτόματο (mitraljec) στα «Μακεδονικά»; puška-ta-ta-ta-ta-ta

    Πάμε στην διαφορά Δαλματικής και Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής. Το «αγιασθήτω το όνομα Σου» στο Πάτερ ημών είναι:

    http://en.wikipedia.org/wiki/Dalmatian_language#Language_sample

    sait santificuot el naun to , στα Δαλματικά
    sia santificato il tuo nome, στα Ιταλικά,

    αλλά sfințească-se numele tău στα Ρουμανικά.

    Η συνήθης εξήγηση για το βαλκανικό επιθηματικό άρθρο είναι ότι ήταν χαρακτηριστικό του Δακο-Θρακικού κλάδου (Θρακική και Δακο-Μυσική γλώσσα) που συνεχίζει ως Αλβανική, η οποία έδρασε ως υπόστρωμα στην Ανατολική Βαλκανική Λατινική (την γλώσσα των εκλατινισμένων Δακο-Θρακών) και η ΑΒΡ, με τη σειρά της, έδρασε ως υπόστρωμα της Βουλγαρικής γλώσσας και έτσι απέκτησε και αυτή το επιθηματικό άρθρο.

    Έχει ενδιαφέρον ότι η Πρωτο-σλαβική γλώσσα και η εκκλησιαστική παλαιοσλαβωνική που κωδικοποίησαν οι Κύριλλος και Μεθόδιος ΔΕΝ είχαν επιθηματικό οριστικό άρθρο.

    Παραθέτω πάλι τον δεύτερο στίχο από το «πάτερ ημών» στην παλαιοσλαβωνική και στην Βουλγαρική/σλαβομακεδονική:

    http://bg.wikipedia.org/wiki/%D0%9E%D1%82%D1%87%D0%B5_%D0%BD%D0%B0%D1%88

    Παλαιοσλαβωνικό:

    да свѧтитъ сѧ имѧ Твоѥ (imę tvoe)

    Βουλγαρικό:

    Да се свети Твоето име (tvoeto ime)

    Πρότυπος Σλαβομακεδονική:

    http://mk.wikipedia.org/wiki/%D0%9E%D1%87%D0%B5_%D0%BD%D0%B0%D1%88

    да се свети името Твое (imeto tvoe)

    H πρώτη ένδειξη χρήσεως του επιθηματικού άρθρου στην Βουλγαρική είναι στο τοπωνύμιο «Βροχωτός» (στην σημερινή νότιο Αλβανία, τότε Βουλγαρική Κουτμιτσεβίτσα) όπου είχε το κάστρο του ο τελευταίος Βούλγαρος Ζουπάνος που αντιστάθηκε στον Βουλγαροκτόνο, Ιβατζής.

    http://en.wikipedia.org/wiki/Ivats

    Επειδή ο «Βροχωτός» του Σκυλίτση ήταν πάνω στο όρος Tomornica/Tomorr είναι πολύ πιθανό να αποδίδει το βουλγαρικό Върхът = «η Κορυφή» λ.χ. Върхът на Данте = Dante’s Peak = Η κορυφή του Δάντη.

    http://bg.wikipedia.org/wiki/%D0%92%D1%8A%D1%80%D1%85%D1%8A%D1%82_%D0%BD%D0%B0_%D0%94%D0%B0%D0%BD%D1%82%D0%B5

    Παραθέτω για σύγκριση το τοπωνύμιο Kumanite (= Οι Κουμάνοι)

    http://en.wikipedia.org/wiki/Kumanite

    και το τοπωνύμιο Lokvata = Η Λακούβα κοντά στην Ντάμπενι/Δενδροχώρι Καστοριάς:

    http://en.wikipedia.org/wiki/Lazar_Poptrajkov

    Poptrajkov was one of the founders of the Kastoria branch of IMARO. On 21 June 1903 he wrote a poem titled Lokvata and Vinyari (Bulgarian: Локвата и Виняри) to commemorate the battle of Lokvata between Bulgarians and Ottoman troops in Dendrohori during the Ilinden Uprising.[3]

  67. smerdaleos said

    Βλέπω ξέχασα να δώσω σύνδεσμο για τον Baj Ganjo:

  68. Ριβαλντίνιο said

    @ Sarant
    Λοιπόν εγώ καταλαβαίνω πέραν από το μυθιστόρημα των Τούρκων ότι μάλλον ήταν στους Τούρκους που πρωτοστάτησαν στα οργανωμένα από τουρκικής πλευράς επεισόδια. Τα υπόλοιπα είναι ωραία να τα μαθαίνουν στα ΑΕΙ τους μαζί με το ότι είναι απόγονοι των Χετταίων.

    «Οι συνολικές απώλειες από τις συγκρούσεις ανήλθαν: Έλληνες στρατιωτικοί 2 νεκροί και 34 τραυματίες, ιδιώτες 9 τραυματίες. Τούρκοι στρατιωτικοί, 5 νεκροί και 16 τραυματίες. Ιδιώτες διαφόρων εθνικοτήτων 47 νεκροί και τραυματίες.»

    Βλέπουμε απώλειες και από τις δυο πλευρές.

    Κε Sarant πραγματικά το ξαναδιάβασα και πραγματικά το βρήκα πολύ κατατοπιστικό. Ειλικρινά αδυνατώ να καταλάβω γιατί καταλήξατε ότι » μάλλον παραπληροφορεί». 😦 Επειδή δεν εστιάζει στις ελληνικές ακρότητες ? Νομίζω ότι σκοπός του είναι να δείξει από στρατιωτικής πλευράς πως έγινε η διαδικασία απόβασης και κατάληψης της πόλης.

    @ Cronopiusa
    Δεν το τελειώνει καλά. Έπρεπε να λέει ότι γνωρίστηκε με τον μπαμπά και το παιδί, τους κάλεσε στην Αθήνα, επισκέφτηκαν το δικό μας Πολεμικό Μουσείο ( εκεί να δεις βύσματα, ρε «θέλει δύναμη και νεύρο να βαράς σκοπιά στον Έβρο» ) μαζί και τους υποχρέωσε με ξιφολόγχη που απέσπασε από τις βιτρίνες να αναφωνήσουν «Γιασασίν Βενιζέλος» και μετά να λέει για τα συναισθήματα που ένιωθαν τόσο διαφορετικά και συνάμα τόσο ίδια ( κλαψ, κλαψ) 🙂 ( ξέρω κρύο, αλλά αυτό μου βγήκε ).

  69. sarant said

    66: Μπράβο Σμερδαλέε, πολύ κατατοπιστικό!

    Αυτο το κροατομακεδονικό γλωσσάρι πρέπει να έχει πλάκα.

    68: Θα το ξανασυζητήσουμε κάποτε.

  70. smerdaleos said

    @69, Νίκο:

    Αυτο το κροατομακεδονικό γλωσσάρι πρέπει να έχει πλάκα.
    —-

    Εμ που είναι ο Αμπετσέτκο να μας το μεταφράσει;

    έκτρωση (aburtus) = το σαμποτάζ (sabotazata) «na kurčeva rabota» (της δουλειάς του πέους) 🙂

    Tο λέω καλά Aμπετσέκτο;

    http://en.wiktionary.org/wiki/Appendix:Proto-Slavic/kur%D1%8Cc%D1%8C

    Εδώ παραθέτω την γλωσσολογική πληροφορία ότι το βουλγαρικό rabota = δουλειά, προέρχεται από το πρωτο-σλαβικό *orbota που είναι συγγενής με το γερμανικό arbeit = «δουλειά» και πιο μακρινός συγγενής του ελληνικού «ορφανός».

    Αυτή η συσχέτιση σημασιών γύρω από την ρίζα *h3erbh- δείχνει ότι στην ΠΙΕ κοινωνία υπήρχε μια συσχέτιση ανάμεσα στις έννοιες «υπηρέτης» (σλαβ. *orbŭ > βουλγ. rab) και της έννοιας «ορφανός», ίσως η απώτερη σημασία να σήμαινε «κατώτερο κοινωνικά άτομο» (λ.χ. σανσκριτικό arbha = «μικρός») και να σχετίζεται επίσης με το αρχαίο ελληνικό ορφνός = «σκοτεινός ~ υποχθόνιος/κατωτινός». Σημειώνω, τέλος, πως το γνωστό μας ρομπότ δεν είναι παρά η τσεχική εκδοχή της λέξης «υπηρέτης».

    Τσεχικό robota = νοτιοσλαβικό και ανατολικό σλαβικό rabota (πρωτοσλαβικό *orbota):

    http://en.wiktionary.org/wiki/robota#Czech

    Γερμανικό arbeit (πρωτο-γερμανικό arbaidiz)

    http://en.wiktionary.org/wiki/Appendix:Proto-Germanic/arbaidiz

    Ελληνικό ορφανός:

    http://en.wiktionary.org/wiki/%E1%BD%80%CF%81%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82#Ancient_Greek

    oρφνός:

    http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999.04.0057%3Aentry%3Do%29rfno%2Fs

  71. sarant said

    70: Πολύ ωραία!

  72. βλάμης said

    Στα αρβανιτοχώρια των Μεσογείων δεν έχω ακούσει (από τις αφηγήσεις του πατέρα μου και φίλων του δηλαδή) για αντεκδικητικούς φόνους (και φόνους γενικότερα). Οι αντεκδικητικοί φόνοι είναι επίσης περιορισμένοι και στην νότια Αλβανία και φαίνεται αυτή η νοοτροπία να κυριαρχεί στην βόρεια Αλβανία. Φίλος από χωριό του νότου μου έλεγε για περιπτώσεις ανθρώπων, βορείων, π.χ. από τη Σκόδρα οι οποίοι όντας κυνηγημένοι κατέληξαν στο χωριό του, ψάχνοντας καταφύγιο.

    Επίσης, έξω από το Μαρκόπουλο υπάρχει και περιοχή με τοπωνύμιο «ρίζα γκιάκου» (ή αιματόριζα).

  73. sarant said

    Ωραίο αυτό με την αιματόριζα.!

  74. εσπερινό κομούνι said

    27 πρώτοι φορά τ’ακούς εσύ;Μεγαλογκόμενες να γυρνάνε με φτωχαδάκια,τα οποία δεν έχουν λεφτά αλλά μεγάλη την …καρδιά;

    64 αυτό δεν δικαιολογεί τις σφαγές όλων των χριστιανικών πληθυσμών που ακολούθησαν,συνεχίστηκαν μάλλον, στη Μικρασία.Έκτροπα υπήρχαν σίγουρα και ελληνικά,αλλά οργανωμένες σφαγές και γενοκτονίες όχι.

    Και γι’αυτό το επεισόδιο παρέλειψες ότι τελικά τουφέκισαν δύο εύζωνους προκειμενου να εξευμενίσουν τους συμμάχους.

  75. sarant said

    74τέλος: δεν το ήξερα

  76. μεσημεριανό κομούνι said

    αυτό για τις αστικές μεγαλογκόμενες και τα αμόρφωτα φτωχαδάκια πήγαινε στο 25 ,όχι στο 27

  77. Μαρία said

    Συνέντευξη στην Λίνα Νικολακοπούλου και Αλεξάνδρα Χριστακάκη Ο συγγραφέας Δημοσθένης Παπαμάρκος καλεσμένος στο ρ/σ Κόκκινο 105,5 παρουσιάζει τους ήρωες των διηγημάτων του – «Γκιάκ» – ήρωες που πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία και έρχονται αντιμέτωποι με τους ρόλους που τους επιβάλλουν οι παραδοσιακοί κανόνες και το βίωμα του πολέμου.
    http://www.stokokkino.gr/article/1000000000008959/Gkiak-Oi-mnimes-tou-aimatos

  78. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Λογοτεχνικά Βραβεία του Αναγνώστη 2015
    Βραβείο Διηγήματος

    Δημοσθένης Παπαμάρκος, Γκιακ, εκδ. Αντίποδες

  79. Όσοι πιστοί (και άπιστοι) προσέλθετε….

    ————————

    Το Ίδρυμα Θεοχαράκη, το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Ιστορική έρευνα, Διδακτική και Νέες Τεχνολογίες» του Ιονίου Πανεπιστημίου, η Επιστημονική ‘Ενωση «Νέα Παιδεία», τα Εκπαιδευτήρια «Νέα Γενιά Ζηρίδη» και το λογοτεχνικό περιοδικό «Φρέαρ» διοργανώνουν κύκλους συναντήσεων με τίτλο:

    Η Ιστορία στην κόψη του λόγου

    Τρεις οριακές στιγμές της ελληνικής ιστορίας μέσα από τη λογοτεχνία

    Η Μικρασία ως διαρκώς επανερχόμενη μνήμη

    Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

    18.00-20.00

    Ομιλητές: Φίλιππος Δρακονταειδής, Δημοσθένης Παπαμάρκος, Soloúp | Βλάσης Αγτζίδης

    Συντονιστής: Δημήτρης Αγγελής
    ………………………………..

    http://www.neapaideia-glossa.gr/NP_Logo_History.htm

  80. Οι εκδόσεις Αντίποδες και το Βιβλιοπωλείο Πολύγραφος σας προσκαλούν την Τρίτη 1/12/2015 στις 19:00 στην παρουσίαση του «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου, στο Πολύκεντρο Νεολαίας Ηρακλείου (Ανδρόγεω 4, 2810-399211).

    Με τον συγγραφέα συζητούν μαθητές από το Πειραματικό Γυμνάσιο Ηρακλείου, το Πειραματικό Λύκειο Ηρακλείου και το 4ο Λύκειο Ηρακλείου.

  81. sarant said

    Α μπράβο!

  82. Βραβεία Ακαδημίας Αθηνών 2015
    Ίδρυμα Πέτρου Χάρη, Βραβείο Διηγήματος, με χρηματικό έπαθλο 6.000 ευρώ, στον κ. Δημοσθένη Παπαμάρκο για το βιβλίο του «Γκιακ» (Εκδόσεις Αντίποδες, 2014).

  83. sarant said

    Και πολύ το χάρηκα!

  84. Μαρία said

    .Παπαμάρκος στο ράδιο με αφορμή τη βράβευση.
    http://www.stokokkino.gr/archive.php

  85. Το Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου γίνεται θεατρική παράσταση

    http://www.lifo.gr/articles/theater_articles/97811

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: