Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Γκάλοπ, ένα νεανικό διήγημα

Posted by sarant στο 27 Σεπτεμβρίου, 2015


Σε ένα άρθρο που είχα ανεβάσει την τελευταία βδομάδα πριν από τις εκλογές, που είχε ως αντικείμενο δημοσκοπήσεις, σφυγμομετρήσεις και γκάλοπ, αναφέρθηκε στα σχόλια ένα παλιό διήγημά μου για τα γκάλοπ, και ζήτησαν κάποιοι φίλοι να το δημοσιεύσω εδώ -αλλά βέβαια, τα διηγήματα τα βάζουμε τις Κυριακές, και η περασμένη Κυριακή ήταν εύλογα αφιερωμένη στις εκλογές, οπότε το διήγημα πήρε αναβολή για τούτην εδώ την Κυριακή -σκέφτηκα ότι έτσι κι αλλιώς ένα διήγημα δεν το διαβάζουμε μόνο για την επικαιρότητα του.

Λοιπόν, θα σας παρουσιάσω το διήγημά μου «Γκάλοπ», που περιλαμβάνεται στη δεύτερη έκδοση της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων «Για μια πορεία«, που κυκλοφόρησε το 1988 από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή και δεν ξέρω αν έχει πια εξαντληθεί. Λέω «στη δεύτερη έκδοση», διότι, πράγμα κάπως ανορθόδοξο, η πρώτη έκδοση της συλλογής, που βγήκε το 1984, είχε εννιά διηγήματα, ενώ η δεύτερη έχει έντεκα. Βλέπετε, μετά την κυκλοφορία της πρώτης έκδοσης έγραψα κι άλλα δυο διηγήματα, ιδίου κλίματος με αυτά της πρώτης συλλογής, οπότε, όταν έγινε η δεύτερη έκδοση (και ενώ είχε κυκλοφορήσει και η δεύτερη συλλογή μου, Μετά την αποψίλωση, με φανταρίστικα διηγήματα) είπα να τα βάλω κι αυτά, να μη μείνουν απάντρευτα. Καλή ιδέα ήταν, μια και από τότε σταμάτησα να γράφω λογοτεχνία κι έτσι αν δεν τα είχα βάλει εκεί θα είχαν μείνει στο συρτάρι, ενώ δεν είναι άσκημα -μάλιστα το άλλο, που ίσως το παρουσιάσω κάποια άλλη φορά, έχει μεταφραστεί και στα γερμανικά (με λάθος στον τίτλο!)

Με αυτή τη δεύτερη έκδοση συνέβη και κάτι αστείο. Στην πρώτη έκδοση του βιβλίου είχα ακολουθήσει (και περιέργως είχα πείσει τους εκδότες και το δέχτηκαν) ένα ιδιόρρυθμο (και ανόητο) σύστημα ορθογραφίας, όπου το «κι» το κολλούσα στην επόμενη λέξη (κιαν, κιάλλο, κιέπειτα), το απ’ το έγραφα χωρίς απόστροφο και άλλες τέτοιες εκκεντρικότητες. Όταν ήρθε ο καιρός της δεύτερης έκδοσης, είχα σοβαρευτεί και είχα υιοθετήσει τη συνήθη ορθογραφία (δεν είχε ακόμα βγει κι ο Μπαμπινιώτης να σπείρει καινά δαιμόνια). Αλλά από τον εκδοτικό οίκο μου είπαν ότι δεν γίνεται να έχει το βιβλίο δυο διαφορετικά ορθογραφικά συστήματα, κι έτσι μ΄ ανάγκασαν να γράψω και τα δυο πρόσθετα διηγήματα με την ιδιόρρυθμη ορθογραφία που είχα εγκαταλείψει. Αλλά πολλά είπα, να και το διήγημα:

Γκάλοπ

Ήτανε έξι· δηλαδή, ο έκτος είχε μόλις έρθει, οι πέντε όμως ήσαν από ώρα στο καφενείο, ο Στρατής με το Μήτσο να παίζουνε τάβλι τους καφέδες και γύρω τους οι άλλοι τρεις, ο Λεφτέρης να διαβάζει εφημερίδα, ο Μηνάς να καθοδηγεί το Μήτσο στο τάβλι, κι ο Γιάννης (αντίστοιχα) το Στρατή. Πλακωτό παίζανε, κι ο τρό­πος που έπαιξε το -ζόρικο είν’ η αλήθεια- ασόδυο ο Στρατής προκάλεσε την κατακραυγή της τετράδας. «Τι κάνεις ρε; Με έξι- δύο σου πιάνει παραμάνα», επιτίμησε το σύμμαχό του ο Γιάννης. «Τρίχες, δεν υπάρχει τέτοιος συνδυασμός στο τάβλι», τον καθησύ­χασε αυτάρεσκα ο παίχτης. Φυσικά, ο Μήτσος έφερε το φονικό έξι-δύο και ο Στρατής νεύριασε και τ’ άφησε διπλό· αλλά και με πεντάρες του αλλουνού, πάλι θα έχανε, όπως υπολόγισε ο οξυδερ­κής Λεφτέρης. Κείνη την ώρα μπήκε λοιπόν στο μαγαζί ο έκτος, ο Σακαλής. Πήρε καρέκλα κι έκατσε, βαρύς κι ασήκωτος, συλλογισμένος. Διάταξε μέτριο, άναψε τ’ άφιλτρο και καθόταν να παρακο­λουθεί την παρτίδα από απόσταση· παίζανε πόρτες τώρα. Για κά­μποση ώρα ακούγονταν μονάχα τα βροντοχτυπήματα απ’ τα πούλια.

«Ρε τον κέρατά!» αναφώνησε ξάφνου μ’ αναστεναγμό βαθύ ο Σακαλής.

«Γιατί παρακαλώ; επειδή έφερα εξάρες; μια διπλή στο μάζεμα τη δικαιούμαι, νομίζω», διαμαρτυρήθηκε ο Μήτσος.

«Δε λέω σένανε μωρέ, τον άλλο λέω, ρε τον κέρατά!!»

«Ποιον απ’ όλους;» ενδιαφέρθηκε ο Μηνάς.

«Τον έμπορα, τον απατεώνα, τον αλήτη, στο γιατρό να τα δώσει.»

Οι άλλοι πέντε, θεατές και ταβλαδόροι, μπροστά σ’ αυτή την αλυσίδα επιθέτων οσμίστηκαν πως κάτι σοβαρό συμβαίνει και φέραν τις καρέκλες κοντότερα ο Σακαλής συνέχισε να βρίζει, ενώ ο Μήτσος προσπαθούσε να κατοχυρώσει τις εξάρες του.

Η αιτία της οργής του Σακαλή ήταν η δουλειά του· όχι ακριβώς δουλειά, φοιτητής ήταν ο άνθρωπος, αλλά ένα μήνα πριν, στο ίδιο καφενείο και στο τραπέζι το γωνιακό, είχαν επισημάνει την ασυνήθιστη αγγελία «Ζητούνται φοιτητές που ν’ ασχολούνται με την ποίηση». Ο Στρατής την είχε προσέξει, τυχαία όπως γύρναγε τα φύλλα για να βρει τ’ αθλητικά, και το περιεχόμενό της χώρισε την εξάδα σε δυο αντιμαχόμενες μερίδες· οι μισοί λέγαν πως πρόκειται για κάτι το ενδιαφέρον και αξιόλογο, ίσως και για χρυσή ευκαιρία, κι οι άλλοι μισοί επέμεναν πως τρίχες είν’ η ιστορία, ίσως δε και απάτη. Τέτιοι καυγάδες είναι και οι ωραιότεροι, όταν δηλαδή απουσιάζουν πλήρως δεδομένα που θα επέτρεπαν να συναχθεί κά­ποιο λογικό συμπέρασμα οπότε τα επιχειρήματα στηρίζονται σε υποθέσεις· έτσι, αρχίζοντας απ’ το «άκου με και μένα που σου λέω» και το «ένας ξάδερφός μου έκανε αυτό κι αυτό», κι από υπερβολή σε υπερβολή, στο τέλος φτάσαν να υποστηρίζουν οι μεν υπέρμαχοι της αγγελίας ότι μ’ αυτή ζητάνε υποψήφιους για την κριτική επιτροπή των κρατικών βραβείων (τουλάχιστον), οι δε πολέμιοι αντέτειναν πως αν κανένας αφελής κάνει το λάθος και πατήσει στην εν λόγω διεύθυνση θα ’ναι τυχερός άμα του φάνε λιγότερα από εκατό χιλιάδες. Απ’ αυτούς, πιο κατηγορηματικός ήταν ο Λεφτέρης, ο οποίος έχοντας δουλέψει δυο χρόνια πλασιέ, άλλα δυο οι­κοδομές και τώρα σ’ εταιρία σφυγμομετρήσεων – χώρια τις άλλες αναρίθμητες δουλειές του ποδαριού που έκανε στα ενδιάμεσα – είχε αποκτήσει πείρα επί του θέματος ενώ οι άλλοι μόνο μ’ ιδιαίτερα μαθήματα είχαν ασχοληθεί· μιλούσε λοιπόν η πείρα και δε σήκω­νε αντιρρήσεις, αλλά έτσι αφ’ υψηλού που τα ’λεγε δαιμόνιζε τους από κει, με προεξάρχοντα το Σακαλή, ο οποίος καθώς πληρούσε και τα τυπικά προσόντα αποφάσισε – πικαρισμένος – να πάει στη δουλειά, πιο πολύ για ν’ αποδείξει το δίκιο του.

Φυσικά εκεί, παρά την κομψή διατύπωση, ούτε ταλέντα έψα­χναν, ούτε θεράποντες του Πήγασου – πλασιέδες για ανθολογίες ζήταγαν, κι έτσι τον πρώτο γύρο τονε κέρδισε ο Λεφτέρης. Όμως ο Σακαλής έμεινε στη δουλειά κι όταν στις δέκα μέρες πάνω εμφανίστηκε θριαμβευτής με χιλιάρικα έντεκα στην τσέπη κι έχοντας να παίρνει όπως είπε άλλα τόσα, οι άλλοι παραδέχτηκαν πως ο αγώνας του τώρα δικαιώθηκε και ο Λεφτέρης αναγνώρισε πως είχε άδικο, φιλοσοφώντας πως «υπάρχουν και άνθρωποι καλοί σ’ αυτή την κοινωνία». Δυστυχώς όμως, το φινάλε κάπως αλλιώς προέκυψε· ο παθός Σακαλής τους τα ’πε τόσο μπερδεμένα που δε βγάλαν νόημα τι ακριβώς είχε συμβεί, το ρεζουμέ είναι όμως πως ο εργο­δότης τον έριξε, και μάλιστα κάπου εννιά χιλιάδες. Το κουμπί ήταν η «εγγύηση», που υποχρεωτικά την καταθέτει κάθε «συνεργάτης», μα πολύ δύσκολα την παίρνει πίσω, τις λεπτομέρειες δεν τις καλοκατάλαβαν οι άλλοι. Η ουσία ήταν πως του έφαγε λεφτά, με την άδεια της αστυνομίας κιόλας. Και έτσι γέλασε ο Λεφτέρης τελευταίος, αν και δε γέλασε για να μην πικράνει το φίλο του· άλ­λωστε, μήπως θα ’μπαινε στην τσέπη του το διάφορο;

Κι έτσι φτάσαμε εκεί που είχαμε αρχίσει. Πολύ σύντομα όλοι συμμερίστηκαν του φίλου τους την αγανάχτηση και έπνεαν μένεα κατά του έμπορα· ανάπτυξαν διάφορα σχέδια για εκδίκηση, να κυκλοφορήσουν προκηρύξεις που να στιγματίζουν το γεγονός, να του τη στήσουνε μια νύχτα να τον δείρουν, να πάνε να του σπά­σουν τα γραφεία, να τονε παίρνουνε τηλέφωνο στις τρεις το πρωί καθημερινώς και επ’ αόριστον, να παρακινήσουνε τους άλλους υπαλλήλους του σε απεργία, να του στείλουνε παγιδευμένα γράμ­ματα, έξι συνολικά οι προτάσεις, την καθεμιά ένας την έκανε και πέντε την απόρριπταν, «άσε, δε σηκώνει» λέγοντας, ή «και τι θα βγει» ή αμφότερα.

Σιγά σιγά ο θυμός τους καταλάγιασε και πήρανε να το φιλο­σοφούν το θέμα· είπανε για την κρίση, την κακία του κόσμου, την ανεργία και τον πληθωρισμό, διαπίστωσαν πόσο έχουν αυξηθεί οι παρασιτικές ή τέλος πάντων οι όχι μόνιμες δουλειές, οι αεριτζήδικες και οι μη παραγωγικές, και πού βαδίζομεν ως κοινωνία τέλος πάντων, και ποιος φταίει, η ΕΟΚ και η ατολμία της κυβέρνησης έλεγε ο Μηνάς κι επικροτούσε ο Μήτσος, η κρίση είναι φαινόμενο καθολικό τους απαντούσε ο Λεφτέρης, ο Στρατής υποστήριζε πως δεν είμαστε λαός, ο Γιάννης μην έχοντας εμβαθύνει αρκετά δε θέ­λησε να πάρει θέση, ενώ ο Σακαλής ήταν ακόμα πολύ ζοχαδιασμένος για να περάσει απ’ το ειδικό στο γενικό.

Ο Γιάννης ήδη ξεφύλλιζε τις σελίδες των μικρών αγγελιών

επιβεβαιώνοντας του λόγου το αληθές: «Δεσποινίδες, δεσποινίδες, δεσποινίδες· όλο δεσποινίδες ζητούνται· άκου δω: “Εμφανίσιμες, για μπαρ της επαρχίας, μεταφορά δική μας, μισθός τρεις πεντακόσες την ημέρα και πενήντα ανά ποτό”. Παναπεί με χμ… τριάντα ποτά ημερησίως καθαρίζεις πέντε χιλιάδες, δηλαδή τριάντα τη βδομάδα, δηλαδή εκατονείκοσι το μήνα, δηλαδή…»

«Ξέρεις, υποψιάζομαι πως θα δυσκολευτούμε να την πάρουμε τη θέση», παρατήρησε αθώα τάχα ο Μηνάς.

«Και ειδικά εσύ που δεν είσαι και εμφανίσιμος», τσαντίστηκε ο Γιάννης.

Έπιασε να μετράει ο Στρατής: «Ρε σεις, τριανταέξι αγγελίες για γκαρσόνες, για μπαρ ή παμπ – μάθαν να το λένε έτσι -, με ή χωρίς κονσομασιόν, με ή χωρίς ποσοστά. Και μετά Μηνά μου, μου λες για επενδύσεις…»

Τη φημερίδα την είχε αρπάξει ο Μήτσος και προχώρησε στο γράμμα Θ απαγγέλλοντας με στόμφο: «ΘΕΛΕΤΕ να κερδίσετε εβδομήντα χιλιάδες το μήνα με τετράωρη δουλειά στο σπίτι σας;»

«Θέλουμε», απάντησαν οι άλλοι εν χορώ.

«Κι ο Σακαλής ήθελε και τα πήρε, άντε να μην πούμε τι πήρε», κάρφωσε ο Στρατής.

«Ρε σεις», πήρε το διδαχτικό του ο Λεφτέρης, «όπου βλέπετε τέτοια, άκυρον από χέρι. Μακριά.»

«Καλά, εσύ που δουλεύεις στα γκάλοπ», εξανέστη ο Σακαλής, «πώς τυχαίνει και τη βγάζεις καθαρή; Μόνο εμείς πρέπει να προσέχουμε;»

«Εγώ, εγώ είμαι άλλο» (Πάντα ήταν «άλλο» ο Λεφτέρης). Ωστόσο, άφησε το υπεροπτικό το ύφος, και «Σε μας, είναι σωστοί οι εργοδότες. Κύριοι, ρε παιδί μου, Ευρωπαίοι. Δε σε ρίχνουν με κόλπα της δεκάρας. Έχουν συστήματα υπερμοντέρνα, νέα τεχνο­λογία. Ξέρεις τι θα πει έρευνα αγοράς και σφυγμομέτρηση;»

«Τι θα πει;» ρώτησε με κείνο το αθώο του το ύφος ο Μηνάς, ύφος που τάχα έδειχνε εξαιρετικό ενδιαφέρον και πλήρη άγνοια του θέματος, χωρίς βέβαια να συμβαίνει ούτε το ’να ούτε τ’ άλλο.

«Θα πει κομπιούτερ, θα πει να πηγαίνεις και…», άρχισε ο Λεφτέρης, μα ύστερα νιώθοντας το υποβόσκον δούλεμα, «… ώχου, πού να κάθομαι να σου εξηγώ. Αλλά γιατί δεν έρχεστε να δείτε από μόνοι σας; Τώρα γίνονται πάλι προσλήψεις και καλά θα ’τανε να δοκιμάσετε. Όχι πως πλουτίζεις, αλλά κάτι βγάζεις», ολοκλήρω­σε ο Λεφτέρης και η αναγγελία, κεραυνός εν αιθρία, προκάλεσε αίσθηση στην παρέα.

«Καλά ρε μαλάκα, γιατί δεν το λες τόση ώρα, παρά καθόμα­στε και ψάχνουμε αγγελίες για δεσποινίδες;» είπε με δίκαια αγανάχτηση ο Μήτσος.

«Πρώτα-πρώτα, το έμαθα χτες τ’ απόγεμα, και έπειτα, ε, σκέφτηκα πως εσάς σας συγκινεί η ποίηση και τέτοια ταπεινά δεν τα καταδεχόσαστε.»

Η πρόκα κατευθυνόταν φυσικά προς το Σακαλή, που μούτρω­σε μα την άφησε να περάσει ασχολίαστη. Η ομήγυρη δέχτηκε με χαρά την πρόταση, όξω απ’ το Στρατή που ’χε πάει να πληρώσει το τάβλι. Ύστερα που γύρισε, είπε κι αυτός πως δεν είν’ άσχημη ιδέα, και πως καλά θα κάναν να το δοκιμάσουν και μάλιστα αμέσως τώ­ρα μη διαρρεύσει και βρούνε απόξω τίποτα ουρές. Με το Λεφτέρη σημαιοφόρο ξεκίνησαν για τα γραφεία της εταιρίας· ο Σακαλής έκανε στην αρχή τον άνετο και τον υπεράνω, μια φορά την έπαθα δεύτερη παραπάει, πηγαίντε εσείς που είστε άμαθοι και άπαθοι, σειρά σας είναι, τέτοια έλεγε, ύστερα όμως συλλογίστηκε πως, και να σε πιάσουνε κορόιδο, καλύτερα να ’σαι μαζί με άλλους γιατί παρηγοριέσαι ευκολότερα και μην αντέχοντας να μείνει -αυτός μόνο- απέξω αν όντως έβγαινε τίποτα καλό, κίνησε παρέα με τους πέντε: ωστόσο ήταν προκατειλημμένος και ώσπου να φτάσουνε τους έβγαλε την πίστη με τις δυσοίωνες προβλέψεις του, ευτυχώς όμως τα γραφεία ήτανε κοντά.

«Και να ξέρετε παιδιά μου, ότι η εργασία που θα κάνετε είναι λειτούργημα, δεν είναι…»

Ο Μηνάς με το Στρατή, πίσω-πίσω και μη ακουόμενοι έκαναν χαβαλέ από νωρίς· πολύ τους ανησύχησε που η εργασία τους θα ήταν λειτούργημα και δεν θα ήταν… (δεν άκουσαν τι δεν ήταν, αλλ’ υπέθεσαν επάγγελμα), γιατί συνήθως το «λειτούργημα» είναι λέξη βολική για να σου πουν μετά πως ως εκ τούτου θα σε πληρώνουν λίγο ή καθόλου. Όμως, σα να μάντεψε τις ανησυχίες τους, και για να τις διασκεδάσει, η κυρία διευθύντρια πρόσθεσε θριαμβευτικά: «Εννοείται πως θα πληρώνεστε με το κομμάτι, συν τα οδοιπορικά, συν…» Κάτι πολύ ωραίο φάνηκε πως θ’ ακολουθούσε μετά απ’ αυτό το συν, έτσι λαχταριστά που το πρόφερε, απότομα όμως άλλαξε ύφος, «Ας δούμε τώρα τα τυπικά», λέγοντας.

Τους είχε εκεί και τους δασκάλευε κοντά δυο ώρες· όπως φαινόταν είχαν ήδη προσληφθεί σιωπηρά, γιατί πότε τους έλεγε «παιδιά μου», πότε «ερευνητές» και πότε «αντιπρόσωπους του κέντρου». Η κυρία Ρένα, η διευθύντρια του γραφείου Μάρκετ Ρισέρτς Γκάλοπ Σέντερ τα ’λεγε αυτά. Ψηλή, δυναμική γυναίκα, από αυτές που άπαξ και πατήσουν τα εικοσιοχτώ μπαίνουνε σε μια φάση πε­ρίπου ακαθόριστης ηλικίας, φάση που διαρκεί τουλάχιστον είκο­σι χρόνια. Μελαχρινή, στα μπλε καλοντυμένη, τους κοίταζε όλους με ύφος μητρικό, υπερκινητική, πηγαινορχόταν ασταμάτητα χειρονομώντας, έτσι που ταλαντώνονταν τα μακριά κοκάλινα σκουλαρίκια της πέρα δώθε και τα στήθια της πάνω κάτω και προβλη­ματιζότανε ο Γιάννης αν φορά σουτιέν ή όχι. Κάθε τόσο σίμωνε κάποιον από τους παλιότερους «ερευνητές» και ζητούσε να επιβε­βαιώσουν κάποιο της λεγόμενο, πρόθυμοι αυτοί, ή εκθείαζε τη συ­νεπή τους συμπεριφορά, να, έτσι σας θέλω σαν το Σταύρο ευσυνείδητους, ή τους ψευτομάλωνε τσιμπώντας τους το μάγουλο, και μη μου κάνετε τα καψόνια που μου ’χε κάνει η Μαιρούλα στις αρ­χές, κι ερχότανε και πήγαινε, και κάθε τόσο με το χάρακα έδειχνε προς τον τοίχο, στον μεγάλο χάρτη της Αθήνας που είχε χωρι­σμένες φέτες – φέτες τις συνοικίες σε οικοδομικά τετράγωνα, ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν υπονοώντας.

Κι έπειτα άρχισε να τους παρασταίνει πώς πρέπει να συμπεριφέρεται ο ιδεώδης ερευνητής, με λόγια και χειρονομίες έμπαινε σε πολυκατοικίες, ανέβαινε σκάλες, χτύπαγε αόρατα κουδούνια, χαι­ρετούσε ευγενικά ανύπαρκτους ενοίκους κραδαίνοντας υπαρκτά έντυπα με ερωτηματολόγια, και ώσπου να πεις κίμινο άλλαζε φύλο και υποδυότανε τη δύστροπη νοικοκυρά ή τη φοβισμένη που δε θέλει ν’ απαντήσει, πέρνα όταν θα ’ναι ο σύζυγος παιδάκι μου και πάει να κλείσει τις δήθεν πόρτες, κι άλλαζε πάλι η κυρία Ρένα και ξανάμπαινε στο πετσί του ερευνητή, χαμογελαστή και γαλίφικη, αλλά και σοβαρή, υπεύθυνη κι επίσημη, κατά που το «λειτούργη­μα» απαιτεί, ενσαρκώνοντας τον τέλειο ερευνητή, τον ακάματο τούτο εραστή της αλήθειας που καταδύεται μες τις ανθρώπινες ψυ­χές κι εκεί μοχθεί σκληρά για ν’ ανασύρει το υπερούσιο μέταλλο, την Αλήθεια, και να πληροφορήσει τους πολίτες ποιο είναι το αγαπημένο τους τηλεοπτικό πρόγραμμα και τι φρονούν για το φο­ρολογικό σύστημα, αν το βρίσκουν πολύ δίκαιο, μάλλον δίκαιο, μάλλον άδικο, πολύ άδικο, δεν γνωρίζω, δεν απαντώ. Ώρα κράτησε η παράσταση κι απέ, θέλοντας να διαπιστώσει κατά πόσον είχαν αφομοιωθεί οι διδαχές της, διάλεξε έναν από τους «νέους» και τον προσκάλεσε να υποδυθεί αυτός τον ερευνητή, ενώ για πάρτη της κράτησε το ρόλο της νοικοκυράς, εξεπίτηδες συνδυάζοντας τόσο μαεστρικά την αγένεια, τη δυσπιστία και τη βλακεία που, αν πράγματι τέτοια νοικοκυρά υπήρχε, σίγουρα κάποιος χριστιανός θα ’χε βρεθεί να τη σκοτώσει και οπωσδήποτε θα ’χε αθωωθεί παμψηφεί και απ’ το αυστηρότερο ακόμα δικαστήριο. Και βέβαια ο «νέος» που λέγαμε ήταν ο αιωνίως άτυχος Σακαλής που ναι μεν άρχισε καλά, αλλά έπειτα πήρε να κομπιάζει και να κοκκινίζει, να χάνει τα λόγια του και να εκνευρίζεται, μέχρι που έπεσε σε τέσσε­ρα συνολικά απ’ τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα που πριν τους είχε η κυρία Ρένα περιγράψει ως το χειρότερο που μπορεί να πάθει άν­θρωπος ερευνητής, όμως όλως παραδόξως η διευθύντρια αποφάνθηκε πως καλά τα είχε πάει ο Σακαλής για την ηλικία του, κι ύστερα μπήκε στο ψητό, μοίρασε δηλαδή στον κάθε «αντιπρόσωπο του Κέντρου» από πεντέξι οικοδομικά τετράγωνα, τους είπε επιτέλους πόσα ακριβώς λεφτά θα παίρναν και τους ευχήθηκε καλή επιτυχία. Και όλα πήγανε καλά και η παρέα πολύ ικανοποιήθηκε απ’ την προοπτική του λειτουργήματος, μόνο που ο Γιάννης στην κατανο­μή του τόπου εργασίας χρεώθηκε το Ψυχικό που έπεφτε μακριά απ’ το σπίτι του και σ’ όλη την επιστροφή έψηνε το Μήτσο να κάνουν τράμπα το Ψυχικό με τη δική του την περιοχή, τους Αμπελόκη­πους, μ’ αυτός πεισματικά – και λογικά – αρνιόταν.

Όλα αυτά τα πράγματα στη θεωρία φαίνονται εύκολα στην πράξη είναι που κολλάνε. Σου έχουν αναθέσει κάποιο οικοδομικό τετράγωνο, αυτό που περικλείεται από τις οδούς Δευτέρας Νοεμβρίου, Δημητρίου Παρασκευοπούλου και τα λοιπά, και σου ’χουν δώσει το φάκελο με τα έντυπα ερωτηματολόγια, είκοσι τον αριθμό, όσα και οι πολίτες που πρέπει να σου απαντήσουν αν συμφωνούν ή διαφωνούν. Απλά πράγματα. Μόνο που η περιοχή είναι σε κά­ποιο νέο άνω τέρμα, οι είκοσι πρέπει να είναι δέκα άντρες και δέκα γυναίκες, και οι άντρες τα πρωινά απουσιάζουν και οι γυναίκες δεν ανοίγουνε, ο κόσμος σε φοβάται για ληστή ή για πλασιέ ή ό,τι άλ­λο ύποπτο ευδοκιμεί σ’ αυτούς τους πονηρούς καιρούς, και πάει καλά άμα ρωτάς για απορρυπαντικά ή τηλεόραση, αν όμως έχει πολιτική απόχρωση η έρευνα, τότε σφαλούν το στόμα τους και την εξώθυρά τους και αρνούνται ν’ απαντήσουν ή ακόμα και φω­νάζουν την αστυνομία. Αυτά, δηλαδή, αν είσαι άτυχος. Τ’ άλλα τα παιδιά, λίγο πολύ τα κουτσοκαταφέραν και πήρανε τις είκοσι «συνεντεύξεις», κατοστάρικο το κεφάλι, ακόμα και ο Σακαλής, αλλά ο Γιάννης στο Ψυχικό πήγε προκατειλημμένος, κι όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει, ξέρεις τι παθαίνει στρατιώτη μου; Συναντάει διαμερίσματα αδειανά, ενοίκους τζαναμπέτηδες, αυλές με αγριόσκυλα, τύπους πολυλογάδες, και στο φινάλε τρώει τη μέ­ρα του έχοντας συμπληρώσει μόνο εφτά και…

«Τ άλλα δεκατρία τα συμπλήρωσα μόνος μου.»

«Τι μόνος;» απόρησε ο Σακαλής.

«Εγώ ο ίδιος. Αυτοπροσώπως.»

«Τρελάθηκες ρε μαλάκα; τα ελέγχουνε αυτοί», εξεμάνη ο Λεφτέρης, που σαν παλιός που ήταν ένιωθε και κομμάτι υπεύθυνος για τους άλλους. «Παίρνουν τηλέφωνο και τους ρωτάνε; “πέρασε από σας ένας έτσι κι έτσι;” Δε θυμάσαι που σας τα ’πε η κυρία Ρένα; Πείτε του κι εσείς κάτι», αποτάθηκε για βοήθεια στους άλλους.

«Άμα τα ελέγξουνε, τόσο το χειρότερο», μουλάρωσε ο Γιάν­νης. «Εγώ μια φορά στο Ψυχικό δε ξαναπάω, χρυσό να με κάνετε.»

Και όσο κι αν οι άλλοι τον κάνανε χρυσό, όσο κι αν προσπαθήσαν να τον μεταπείσουν στάθηκε αδύνατο. «Εγώ έτσι θα τα δώσω κι ότι θέλει ας γίνει.» Κι έτσι τα ’δωσε, και στον κομπιούτερ με τα δεδομένα, μαζί με τα ειλικρινή των άλλων, τα μαζεμένα με πολύ κόπο, μπήκαν και τα πλαστά του Γιάννη που τα ’χε φτιάξει σπίτι του αυτός ο ίδιος βάζοντας κουτουρού ονόματα και διευθύνσεις της περιοχής. Και στην άλλη τη συγκέντρωση των «ερευνητών», η κυρία Ρένα έδωσε σ’ όλους ανεξαίρετα τα συχαρίκια για το πετυ­χημένο τους ντεμπούτο, σ’ όλους, και λέξη δεν είπε για τη ματσα­ράγκα του Γιάννη – ή όποιου άλλου – παρά ανακοίνωσε πως τα στοιχεία που ’χαν δώσει μετά από διεξοδικό έλεγχο είχαν βρεθεί σωστά.

Τώρα, όταν εσύ έχεις κάνει τόσο κόπο κι έχεις τηρήσει ανελλιπώς τους κανόνες, κι ο άλλος τη λουφάρει και παίρνει και μπράβο κι έρχεται και σου λέει από πάνω «είδατε τι διεξοδικά που τα ελέγ­χουνε;» ε, δε μπορεί, άνθρωπος είσαι και θα σου μπούνε σκέψεις πονηρές, κι έτσι τη δεύτερη φορά λύγισαν κι άλλοι δυο, κι ο Μή­τσος κι ο Στρατής, και τα ’φιαξαν μόνοι τους τα ερωτηματολόγια, ο Μήτσος δικαιολογούμενος «πού να τρέχω τώρα στην Άνω Βού­λα» και ο Στρατής τελείως εν ψυχρώ. Κι όταν και πάλι έμεινε ατι­μώρητη η ζαβολιά τους, τότε κι οι ρέστοι παρόλο που αρχικά είχα­νε πει πως θα μείνουνε τίμιοι, ο Σακαλής από φόβο, ο Λεφτέρης ως παλιός και «δεν κάνει» και ο Μηνάς επειδή λέει ήθελε να ’ν’ εντάξει με τον εαυτό του, παρ’ όλ’ αυτά λοιπόν ενέδωσαν στον πειρασμό και πέσαν στην απάτη. Κι ύστερα φύγαν οι ενδοιασμοί κι άρχισαν να το γλεντάν το πράγμα και κάθε που έπρεπε να πάνε για δουλειά μα­ζεύονταν στο γνωστό το καφενείο, κι η πλαστογράφηση γινότανε ομαδικώς, και απαντούσαν για λογαριασμό διάφορων φανταστι­κών Πάπαδόπουλων και Χατζηγιάννηδων ποιο πρόγραμμα είδανε την Κυριακή το βράδυ και αν διαβάζουν το περιοδικό «Εικόνες», φροντίζοντας βέβαια να παρουσιάζουν πλούσια ποικιλία απαντή­σεων κι έχοντας όλα τ’ απαραίτητα μαζί τους· μέχρι και οδηγό της Αθήνας είχαν αγοράσει για να βρίσκουν τις δήθεν διευθύνσεις των εν λόγω προσώπων, δουλειά που είχε καταμεριστεί στο Μήτσο. Κάθονταν λοιπόν γύρω-γύρω στο τραπέζι, κι έπαιρνε ο Λεφτέρης, ο παλιός, και διάβαζε τις ερωτήσεις κι οι άλλοι από κάτω απα­ντούσαν υποκαθιστώντας τα φανταστικά ονόματα, από ένα ο καθέ­νας, και «Ρε Μηνά, αφού υποτίθεται πως είσαι ταγματάρχης εν αποστρατεία, πώς συμφωνείς με τον πολιτικό γάμο;» «Γι’ αυτό και με αποστρατέψαν πριν της ώρας μου», απαντούσε αγέρωχα, όπως ταιριάζει σε στρατιωτικό, ο Μηνάς. Και έτσι πήγαινε σκοινί κορ­δόνι η μηχανή, και κάθε τέλος του μηνός ερχόντουσαν κανονικά σε ταχυδρομική επιταγή τα χρήματα που ’χε να παίρνει ο καθένας, και όλα ήταν ζάχαρη και μάλιστα αισθάνονταν και πιο περήφανοι, κάπως ψηλότεροι, γιατί τώρα δεν κάνανε απλώς το λειτούργημα του ερευνητή που ψάχνει και βρίσκει την αλήθεια, παρά αυτοί οι ίδιοι την καθόριζαν και αποφάσιζαν εξ ονόματος των πολιτών του λεκανοπεδίου, μόνο που αριά και πού τους πιάναν κάτι τύψεις πα­ροδικές και λέγαν «άμα γίνει καμιά έρευνα με θέμα σοβαρό, θα πάμε να την κάνουμε τίμια και σωστά» – ο Σακαλής επέμενε ιδιαί­τερα επ’ αυτού, αλλά απόφευγε να καθορίσει σαν τι θα είναι το σοβαρό τούτο θέμα, φοβούμενος μην και τους παρουσιαστεί την επομένη.

Λίγο μετά, να σου οι εκλογές. Προκηρύχτηκαν μάλλον ξαφνι­κά, γιατί χρόνο καιρό τώρα υπήρχανε διαδόσεις, σήμερα θα γί­νουν αύριο θα ’ρθουν, έτσι που ο κόσμος πια είχε πάψει να πιστεύει τις φήμες, και όμως μια απ’ αυτές βγήκε αληθινή και μπήκαμε στην προεκλογική περίοδο. Και βέβαια η εταιρία των γκάλοπ βρέθηκε με τις εκλογές να ’χει δουλειές με φούντες και τους μάζεψε η διεύ­θυνση επί τούτου, σύμπασα η διεύθυνση και όχι μόνο η κυρία Ρένα, και αφού κάποιος άγνωστος τους ανέλυσε τη σοβαρότητα της έρευνας και την υπευθυνότητα που απαιτεί, τους δώσανε από μια κάλπη και ψηφοδέλτια και τους μοιράσανε στις γειτονιές. Και ομόφωνα η εξάδα αποφάσισε αυτό τουλάχιστον το γκάλοπ να το κάνουν τίμιο πρώτον γιατί ήταν θέμα σοβαρό και δεύτερον διότι και εκείνους τους έτρωγε η περιέργεια να δούνε πώς γίνονται αυτά τα γκάλοπ, που σήμερα ανακοινώνονται κι αύριο τα καταγγέλλουν όλοι για πλαστά.

Και τα παιδιά δούλεψαν με πραγματική ευσυνειδησία, αν μάλι­στα λάβει κανείς υπόψη του ότι σ’ αυτού του είδους ακριβώς τις ερωτήσεις, ο κόσμος δύσκολα απαντάει και πιο δύσκολα ακόμα δίνει τα στοιχεία του. Τόσο πολύ το πρόσεξαν το θέμα, που τον Γιάννη, ως ύποπτο παρασπονδίας λόγω της παλιάς του διαγωγής, δεν τον αφήσαν να δουλέψει μόνος του, παρά του δώσαν κολαούζο το Μηνά που ’χε τη φήμη του πιο ακέραιου χαρακτήρα. Όταν συ­ναντηθήκανε μετά και κάνανε σούμα τις απαντήσεις, παράξενα βγαίνανε τ’ αποτελέσματα, απρόσμενα – αλλά ήταν αληθινά, αυτό βεβαιωμένο. Και πήγανε περήφανοι στην επόμενη συγκέντρωση των αντιπροσώπων του Κέντρου, όντας σίγουροι πως είχαν κάνει την καλύτερη δουλειά.

«Να σηκώσουν τα χέρια τους οι κύριοι Σακαλής, Ιωάννου, Φιλέρης, Θεοχάρης, Παναγιωτόπουλος και Ματσούκας», έλεγε ο άλλος διευθυντής – όχι η κυρία Ρένα.

«Εμάς φωνάζουν. Θα μας πούνε μπράβο», ψιθύρισε ο Γιάννης του Μήτσου.

«Ποτέ μην είσαι σίγουρος.»

Και δίκιο είχε, γιατί… «Κύριοι, είχατε επιφορτιστεί να διεξαγάγετε μέρος της προεκλογικής σφυγμομετρήσεως του Κέντρου μας, βάσει των κανόνων που ανέκαθεν τηρούνται. Τα αποτελέσμα­τα τα οποία παραδώσατε όμως, συμβαίνει να παρουσιάζουν, σε σας τους έξι και μόνο, σοβαρότατη απόκλιση, τόσο από τα αναμενόμε­να, όσο και από τα αποτελέσματα όλων των άλλων ερευνητών. Πρόκειται για τυπική απόκλιση της τάξεως του είκοσι τοις εκατό, πράγμα το οποίο η επιστήμη κρίνει ως στατιστικώς απαράδεκτο. Πληροφορούμαι δε, ότι συμβαίνει να γνωρίζεστε μεταξύ σας, και αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η απόκλιση αυτή εκδηλούται προς όφελος ενός, ας πούμε, μάλλον ακραίου κόμματος το οποίο φημίζεται για τον φανατισμό των οπαδών του, τότε υπάρχουν υπόνοιες αν όχι και αποδείξεις ότι τα αποτελέσματα που προσκο­μίσατε είναι χαλκευμένα, ίσως δε και κατόπιν προτροπής άλλων. Ως εκ τούτου…»

Από άνθρωπο τσαγκό, τεχνοκράτη, με τσάντα σαμσονάιτ και προφορά αμερικάνικη, καλό μην περιμένεις. Βέβαια βάλαν τις φωνές, πιο πολύ ο Λεφτέρης που άρχισε να λέει πως οι διακυμάνσεις είναι πράγμα λογικό, αλλά ο άλλος επί επιστημονικού δεν πιανό­ταν, του ’πε για το δεύτερο θεώρημα του Σάντερσον και τον έκανε σκόνη. Διότι, πού πας κύριε Λεφτέρη, όταν τις πιθανότητες τις πέρασες τρίτη περίοδο με πέντε και τον Σάντερσον τον είχες για σέντερ-φορ της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ; Σου αρχίζει ο άλλος τα θεωρήματα και άντε μετά να βρεις το δίκιο σου, και σε λέει και ακραίο.

Και να μην τα πολυλογούμε, μετά από λίγο η συνεργασία τους με το Κέντρο «εθεωρήθη λήξασα». Βέβαια πληρώθηκαν τα χρεωστούμενα, ακόμα και αυτά τα τελευταία, τα επίμαχα, αλλά τους δώσανε να καταλάβουν πως αυτό έγινε χατιρικώς. Συγχυσμένοι βρέθηκαν στο δρόμο, σκυφτοί περπατούσαν να τους τρώει το πα­ράπονο, λέξη δεν έβγαζε κανείς ώρα πολλή, και τι να πούνε άλλω­στε. Τη σιωπή την έσπασε ο Στρατής· κλωτσώντας με θυμό ένα τσιγκάκι:

«Τόσον καιρό στην απάτη και μέλι γάλα όλα. Μια φορά φερ­θήκαμε εντάξει, τύποι και υπογραμμοί, και ορίστε η πόρτα. Άδικη η κοινωνία, άδικη πολύ· πώς να μη γίνεις ύστερα κομμουνιστής;»

«Άσε που άμα το εξετάσεις, θα δεις πως υπάρχουν κι άλλες πολλές αφορμές γι’ αυτό», ακούστηκε ο Μηνάς.

«Ειδικά τώρα ρε, που χαρακτηρίστηκες και οπαδός ακραίου κόμματος», συμπλήρωσε κεφάτα ο Μήτσος.

 

84 Σχόλια to “Γκάλοπ, ένα νεανικό διήγημα”

  1. Πολύ ωραίο διήγημα κιαφήνω και το πρώτο σχόλιο…

  2. atheofobos said

    Πολύ καλό το διήγημα, ότι έπρεπε για να μας φτιάξει το κέφι το πρωινό της Κυριακής!

  3. Ωραίο! Μια και ξέρω τόσο καλά τα άλλα διηγήματα, τα φανταρίστικα, μπορώ να πω ότι έχεις απολύτως αναγνωρίσιμο στιλ — δεν είναι και λίγο, ε;

  4. Alexis said

    Πολύ καλό!
    Καλημέρα.

  5. Gpoint said

    καλημέρα,μου άρεσε το διήγημα αλλά…είχε η Γιουνάιτεντ σέντρεφόρ Σάντερσον όντως ;

  6. Alexis said

    Ετοιμαζόμουν να ρωτήσω άν υπάρχει στ’ αλήθεια βαφτιστικό όνομα Σακαλής.
    Στο τέλος κατάλαβα ότι είναι επώνυμο.
    Γιατί όμως μόνον αυτός αποκαλείται με το επώνυμό του, σ’ όλο το διήγημα;
    Άγνωσται αι βουλαί του συγγραφέα! 🙂

  7. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Ξεκίνησε κάπως αδιάφορο αλλά καθημερινό, μου θύμισε εμένα και την παρέα μου στο Μαρούσι 79 – 82, που κάναμε διάφορες δουλειές μεταξύ αυτών, πλασιέ βιβλίων και ασφαλιστές αυτοκινήτων σε μιά νέα τότε ασφαλιστική εταιρεία, με το φοβερό όνομα ΙΛΙΓΓΟΣ. Από την ίδια διαδικασία περάσαμε κι εμείς, με την ανάλογη κυρία, όπως τα παιδιά, με την διαφορά πως δεν μπορούσαμε να κάνουμε λουμπινιά, γιατί έπρεπε να πάμε υπογεγραμμένο συμβόλαιο για να πάρουμε λεφτά. Με δύο συμβόλαια σε ένα μήνα, κι ενώ είχα γυρίσει την μισή Αθήνα, κι είχα μιλήσει με πάνω από 200 άτομα, δεν είχα καμία πιθανότητα να μακροημερεύσω στον κλάδο, κάτι ανάλογο πρέπει να συνέβη και στην εταιρεία, που απ΄όσο γνωρίζω δεν υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια.
    Η σκηνή με το τάβλι και την παρέα γύρω, είναι ίδια βγαλμένη από τότε στα μπιλιάρδα στο GALAXY στο υπόγειο στον σταθμό του Αμαρουσίου στην Σπύρου Λέκκα (στον αποκάτω δρόμο στην Θησέως, είχε το μαγαζί του ο πατέρας του Φυσικού) με εμένα στον ρόλο του Μήτσου, που στο μάζεμα έλεγα πως «δικαιούμαι μια εξάρες δυό πεντάρες και μια καλή ζαριά, και συνήθως τα έπαιρνα τα παιχνίδια στο μάζεμα, αν δεν είχε στα χέρια του ο αντίπαλος τουλάχιστον πάνω από 5 πούλια. Ιστορικό έχει μείνει και το επεισόδιο με τον φίλο μου τον Νίκο Τόλιο στο τάβλι, που για 5 φορές συνεχόμενα (σε διαφορετικές μέρες) κάθε φορά που άφηνε την μαμά, και είχα μία ζαριά να την πιάσω, την έφερνα, μ’αλιστα την τελευταία φορά, έκλσεισα τα μάτια, πέταξα τα ζάρια ψηλά, και ήρθε έξι πέντε, από τότε κέρναγε τον καφέ προκαταβολικά, στο τάβλι δεν τον ξανάπαιξε μαζί μου.
    Πάντως το «προφητικό» διήγημα τελειώνει πολύ δυνατά και ΣΗΜΕΡΙΝΑ, μόνο το ΚΚΕ μοιάζει παράταιρο, στα νέα παιδιά δεν περνάει από το μυαλό τους να γίνουν κομουνιστές, αλλά ας μη πιάσουμε αυτή την κουβέντα, άλλωστε είναι γνωστό πως δεν φταίει το κόμμα, ο γιαλός είναι στραβός.
    Καλημέρα.

  8. Γς said

    Καλημέρα

    Μόλις τώρα άρχισα να διαβάζω το διήγημα.

    Α, έχει και τάβλι

  9. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    3: Βρίσκεις; Καλό αυτό.

    5: Ο Λευτέρης νόμιζε πως ήταν σέντερ φορ ο Σάντερσον -ούτε θεώρημα δεν πρέπει να υπάρχει

    6: Στατιστικά, σε κάθε παρέα υπάρχει ένας που τον αποκαλούν με το επώνυμό του, ή τουλάχιστον έτσι έχω παρατηρήσει 🙂

  10. Νικοκύρη, 4η παράγραφος από το τέλος, 1η αράδα «εθεωρήθη λήξασα», γμώ το δαίμονα του OCR. : evil:

  11. Έφη said

    Πολύ καλό. Με αφήγηση χωρίς κενά!

  12. sarant said

    10: Εμ περιμένεις καλό απο δαίμονες; Μερσί!

    11: Σε ευχαριστώ και (αν δεν κάνω λάθος) καλώς ήρθες!

  13. Γς said

    > ανάπτυξαν διάφορα σχέδια για εκδίκηση [οι φοιτητές]

    Και θυμήθηκα τα φιλαράκια μου που θέλανε να εκδικηθούν τον σπιτονοικοκύρη τους που τους είχε κάνει τη ζωή ποδήλατο.

    Και κοίτα σύμπτωση το συζητούσαμε κι εμείς σε ένα τραπέζι με κέντρο μια τράπουλα απέναντι απ το Χημείο. Το ιστορικό σπουδαστήριο της Πρέφας.

    Συνέχεια

    Απωλέσθη Σκύλος

  14. Πέπε said

    Πολύ ωραίο Νίκο.

    Ενώ είναι αστείο, είναι έντονα μελαγχολικό. Δεν έχω διαβάσει άλλο: άραγε αυτό εννοεί ο Δύτης (#3) ως αναγνωρίσιμο στιλ; Πάντως εμένα μού φέρνει λίγο σε Τσιφόρο. Μιας κι εδώ δε βρισκόμαστε στον υπόκοσμο της μαγκιάς, δεν υπάρχει και το αντίστοιχο λεξιλόγιο, υπάρχουν όμως εμφανείς (στα δικά μου μάτια) αναλογίες.

    Και για να λεξιλογήσουμε: από που προέρχεται η φράση «ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν»; Εκκλησιαστική;

  15. BLOG_OTI_NANAI said

    Είναι στίχος του Γεωργίου Ζαλοκώστα, από το ποίημα, «Το χάνι της Γραβιάς».

    Σε δύο σημεία αναφέρει:

    «είναι στάδιον δόξης λαμπρόν
    το μικρόν τούτο άνι».

    και παρακάτω:

    «ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν
    το μικρόν τούτο χάνι».

    Αυτό αναφέρει και ο Τάκης Νατσούλης για την προέλευση της φράσης, αλλά ασφαλώς αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Το γράφω διότι βρήκα να το λένε και άλλοι.

  16. sarant said

    15 Με πρόλαβες!
    Ο Ζαλοκώστας έχει γράψει ποιήματα που έχουν γίνει τραγούδια, παροιμίες, τα πάντα. Ίσως ο πιο υποτιμημένςο ποιητής μας.

    14 Άλλο ένα που εχω ανεβάσει ονλάιν είναι το Φάντασμα στα πορτοκάλια, μεταγενέστερο.
    https://sarantakos.wordpress.com/2012/08/19/fantasmastaportokalia/

    Την επιρροή από τον Τσιφόρο την έχουν διαπιστώσει κι άλλοι, δίκιο πρέπει νάχετε. 🙂

  17. BLOG_OTI_NANAI said

    15: Εδώ μια αναφορά από το 1912, στο «Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου», τ. Β΄, σ. 191.

  18. BLOG_OTI_NANAI said

    16: «Με πρόλαβες!» 🙂

  19. Γς said

    Ε, ρε να υπήρχε κι ένας Θεοφιλογιαννάκος!
    Της λογοτεχνίας όμως.
    .
    Να τον βουτήξει και να τον κλείσει σε ένα κελί της ΕΑΤ-ΕΛΑ [ Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα της Ελληνικής Λογοτεχνικής Αστυνομίας] με μπόλικα χαρτιά και μολύβια και με την εντολή να γράφει.

    Και να φάλαγγα και άλλα βασανιστήρια.
    Θα έσπαγε και θα έγραφε.

    Ο Νικοκύρης είναι φοβητσιάρης [και τεμπέλης]

  20. sarant said

    19 Μακάρι νάταν τόσο απλό 🙂

  21. Γς said

    Μακάρι να μην είναι πιο περίπλοκο

  22. Pedis said

    Καλογραμμένο κι ενδιαφέρον!

    Και βίντατζ. Άντε να βρεις, σήμερα, έξι άτομα που επιμένουν να ασχολούνται για περισσότερο από πέντε λεπτά με το ίδιο ζήτημα (χωρίς στο μεταξύ να στείλουν και να πάρουν δέκα εσεμές ο καθένας). Αν και υποπτεύομαι ότι και στη δεκαετία του ’80, γι άλλους λόγους, η (ανδρο)παρέα του διηγήματος ήταν πρόσφορο προιόν συγγραφικής αδείας.

  23. Πέπε said

    @16 (@14):

    Διάβασα και το Φάντασμα. Πολύ δυνατό, πιο δυνατό από το Γκάλοπ (χωρίς να υποτιμώ το Γκάλοπ). Αρχίζω να καταλαβαίνω το «αναγνωρίσιμο στιλ»…

    Μια παρατήρηση: στον δικό μου καιρό, οι νέοι είχαν τα γράσα κυρίως στ’ αφτιά τους, όχι στα μάτια. Όλες οι άλλες φανταρίστικες εκφράσεις παρέμειναν είτε οι ίδιες (π.χ. τα διάφορα με τ’ αστέρια) είτε, και πάλι, κατανοητές. Φήμες για αυτοκτονημένους, στοιχειωμένες σκοπιές κλπ. εξακολουθούσαν να υπάρχουν, αλλά όχι πολύ ζωντανά. Εγώ ήμουν νομίζω το 2001.

  24. sarant said

    22-23 Ευχαριστώ!

    22: Ναι, υπάρχει αυτό με τις παρέες τις σημερινές, αλλά θα τις περιγράψουν οι σημερινοί.

    23: Μπα; Στα αυτιά τα γράσα; Με πιάνεις ανενημέρωτο!

  25. ακρ. said

    Πολύ ωραίο!
    Λίγο Τσιρόφορος, ναι. Αλλά και λίγο Γιώργος Ιωάννου;
    Σε κάθε περίπτωση, με προσωπικό στυλ.

  26. ακρ. said

    @ 25
    Πω πω! Τσιφόρος βέβαια.
    Τί’ν’ τούτος ο τσιρόφορος;

  27. Γς said

    Τι έπαθες καλέ;
    Και σκούζεις έτσι;

    Καθόλου.

  28. sarant said

    25 Nαι, τον λάτρευα -και δεν πρόλαβα να του τα δείξω

  29. 23-24γ Μαρμελάδα στ’ αυτιά, βρε παιδιά, όχι γράσο!

  30. Γς said

    27:
    Συγγνώμη.
    Δεν είχαπροσέξει το Τσιρόφορος

  31. Γς said

    Λίγο μετά τις 3 το πρωί.
    Εγώ είμαι ξύπνιος συνήθως τέτοια ώρα.
    Εσείς;

    Απόψε η πρώτη ολική έκλειψη Υπερπανσελήνου μετά από 33 χρόνια Ένα κατακόκκινο τεράστιο φεγγάρι στον νυχτερινό ουρανό

  32. ακρ. said

    @ 28
    Αυτή την κουβέντα πρέπει να την είπανε πολλοί για το Γ. Ιωάννου:
    «Δεν πρόλαβα να του δείξω» … τα έργα μου, την εκτίμηση, την αγάπη μου ή ό,τι άλλο…
    Τουλάχιστον, όσοι δημοσιεύσατε, το δείξατε στον κόσμο
    🙂

  33. Νέο Kid L'Errance D'Arabie said

    Ωραίο! Η πλάκα είναι ότι -καθαρά τεχνικώς και στατιστικώς μιλώντας- η «κανονικότητα», δηλαδή το μουφάρισμα που έκαναν οι φίλοι για να γλυτώνουν τα τετ-α-τετ, είναι που δείχνει σε έναν έμπειρο και γνώστη στατιστικολόγο «μαγείρεμα» και ΟΧΙ τα «ακρότατα». Αλλά πάει μακριά η μαθηματική βαλίτσα… π.χ άμα πω σε 2 «ρίξτε ένα νόμισμα 100 φορές και δώστε μου τα αποτελέσματα»
    1)ΚΚΓΚΓΓΚΓΚΚΓΚΓΚΓ…
    2)ΚΚΓΓΓΓΓΚΓΚΚΚΓΓΓΓ… ο 1) είναι πιο πιθανό να έχει μαγειρέψει τα αποτελέσματα και να τα έγραψε χωρίς να ρίξει το νόμισμα. 🙂

    YΓ. Ο Σακαλής μου έφερνε στο νου το.. Σακαφλιά (δεν ξέρω γιατί!) κάθε φορά που διάβαζα το όνομα. 🙂

  34. sarant said

    32 Είχα ξεκινησει για το σπίτι του, αλλά ντράπηκα να πάω…

  35. ακρ. said

    @34
    Το καταλαβαίνω πολύ καλά αυτό το συναίσθημα 🙂
    Η βιβλιοθήκη και το αρχείο Ιωάννου βρίσκονται από πέρσι στο Βαφοπούλειο της Θεσσαλονίκης. Έχει γίνει μια αναπαράσταση του γραφείου του. Όμως, απ’ όσο ξέρω, η τακτοποίηση του αρχείου προχωράει πολύ αργά (υποθέτω, ελλείψει ανθρώπων, πόρων). Πιστεύω πως στα χαρτιά του θα βρεθούν πολλά χειρόγραφα που θα τού’χαν πάει νέοι λογοτέχνες να τα δει. Ε, μαζί μ’ αυτά μπορείτε να φαντάζεστε ότι βρίσκονται και τα δικά σας.

  36. Γς said

    Η πείρα μου έδειξε, ότι ο ποιό εύκολος τρόπος παραγωγής πειραματικών δεδομένων είναι το ίδιο το πείραμα.

    Ομως, πολοί δεν κατανοούν πόσο δύσκολο είναι να φτιάξεις «τυχαία» αποτελέσματα.

    Κυνηγός, μια ζωή, τέτοιων εξυπνάκηδων. Με πολλές ιστορίες

  37. Γς said

    36:

    Και πρώτος πρώτος ο Μέντελ.

    Ψευταράκος. Είχε μαγειρέψει αγρίως τα πειραματικά δεδομένα, καλόγερος άνθρωπος

  38. Δημητρης said

    9 Στατιστικά, σε κάθε παρέα υπάρχει ένας που τον αποκαλούν με το επώνυμό του, ή τουλάχιστον έτσι έχω παρατηρήσει 🙂

    Έτσι είναι. Και στη δική μας παρέα είμαστε ο Γιάννης, ο Κώστας ό Χρήστος και ο Κουφοντίνας.

  39. Τι ωραίο!
    Με μετατροπή διαφόρων αφηγηματικών σκηνών σε διαλόγους θα γινόταν και θαυμάσιο μονόπρακτο (για γέλιο και σκέψη – η μετάβαση του κειμένου απ’ τον ρεαλισμό στον σουρεαλισμό είναι ανεπαίσθητη).

  40. …πολύ δίκαιο, μάλλον δίκαιο, μάλλον άδικο, πολύ άδικο, δεν γνωρίζω, δεν απαντώ…

    Η επιλογή που λείπει από όλες τις δημοσκοπήσεις
    (και που συνήθως θα πλειοψηφούσε σαρωτικά)
    είναι η
    «Δεν γνωρίζω, αλλά απαντώ»…

  41. Νικος Κ. said

    Επιστημονική απορία: 🙂
    Γιατί τα αποτελέσματα των έξι φίλων διέφεραν τόσο πολύ από των υπολοίπων;
    Πιθανές απαντήσεις:
    1) Στην πραγματικότητα δεν διέφεραν, αλλά η εταιρεία ήθελε δικαιολογία να τους ξεφορτωθεί.
    2) Οι υπόλοιποι τα είχαν μαγειρέψει, έτσι τα σωστά αποτελέσματα των έξι φίλων φάνηκαν ως λανθασμένα. (Σε αυτήν την περίπτωση θα πρεπε η εταιρεία να τους ξανακαλέσει, όταν θα είδε τα αποτελέσματα των εκλογών).
    Η περίπτωση τυχαίας στατιστικής απόκλισης μάλλον δεν υπάρχει λόγω του μεγάλου αριθμού των φίλων (δεύτερο θεώρημα του Σάντερσον 🙂 )

  42. Πω, βρε Νικοκύρη! Μόλις συνειδητοποίησα πως πάνε 31 χρόνια που αγόρασα το «Για μια πορεία»!
    Ήτανε σε μιαν εκδήλωση ενού πολιστικού συλλόγου (ΚΝΕ) στην Αιγείρα και το πρόσεξα επειδή στο εξώφυλο είχε την πίσω πλευρά του κτιρίου Αβέρωφ, της Αρχιτεκτονικής, στο ΕΜΠ. Γνωστός πηγαδότοπος… Ε, μόλις το ξεφύλλισα, το ξεφτίλισα. Το διάβασα εκεί στα όρθια, με μια μπύρα στο άλλο χέρι, μέχρι που με αποπήραν οι κοπέλες του πάγκου πως έκρυβα τα βιβλία. Ε, ντράπηκα και τ’ αγόρασα.

  43. Νέο Kid L'Errance D'Arabie said

    42. Γουάου! Πάλι καλά που δεν διάβαζες το αλμανάκ του πολιτιστικού συλλόγου…:-) φαντάζεσαι να είχες πληρώσει για τα άπαντα του Οδηγητή; 😆

  44. 33, …άμα πω σε 2 «ρίξτε ένα νόμισμα 100 φορές και δώστε μου τα αποτελέσματα»
    1)ΚΚΓΚΓΓΚΓΚΚΓΚΓΚΓ…
    2)ΚΚΓΓΓΓΓΚΓΚΚΚΓΓΓΓ…
    ο 1) είναι πιο πιθανό να έχει μαγειρέψει τα αποτελέσματα
    και να τα έγραψε χωρίς να ρίξει το νόμισμα. 🙂 …

    Επειδή είναι ενδιαφέρον αυτό που γράφει ο Κιντ (ως συνήθως), να πούμε δυο λόγια ακόμα, και να προτείνουμε και πειραματάκι, αν έχει κανείς την διάθεση και τον χρόνο.

    Ο λόγος, λοιπόν, για τον οποίον η δεύτερη σειρά ρίψεων είναι μάλλον πραγματική ενώ η πρώτη σχεδόν σίγουρα μαγειρεμένη (φτιαγμένη χωρίς πείραμα) είναι κάτι στο οποίο η ανθρώπινη διαίσθηση πέφτει έξω, δηλαδή το εξής:

    Είναι πολύ πιο πιθανό να εμφανιστεί μία σειρά μεγάλου μήκους με το ίδιο συνεχόμενο αποτέλεσμα (πχ ΚΚΚΚΚΚΚ ή ΓΓΓΓΓΓΓ) σε μεγάλο αριθμό ρίψεων (πχ 100, όπως παραπάνω) απ’ ό,τι κανείς φαντάζεται διαισθητικά. Συγκεκριμένα, για 100 ρίψεις (αποδεικνύεται ότι) το πιο πιθανό είναι ότι η μεγαλύτερη σειρά (ακολουθία) με το ίδιο συνεχόμενο αποτέλεσμα έχει μήκος ~6 (δηλαδή ΓΓΓΓΓΓ ή ΚΚΚΚΚΚ). Επομένως, από τις δύο σειρές ρίψεων που έγραψε ο Κιντ, η πρώτη, που έχει υπο-σειρές μέχρι ΚΚ ή ΓΓ, είναι όντως εξαιρετικά απίθανη, άρα μάλλον μαγειρεμένη. Η δεύτερη, που φτάνει μέχρι ΓΓΓΓΓ, είναι μάλλον (ω)μή.

    Το παράδοξο αυτό έχει χρησιμοποιηθεί συχνά για διεξαγωγή σχετικού πειράματος με φοιτητές, σε εισαγωγικά μαθήματα στατιστικής. Oι φοιτητές χωρίζονται στα δύο για να γράψουν μιαν ακολουθία από 200 συνολικά Κ ή Γ, οι μισοί φοιτητές «στην τύχη» αυθαίρετα, και οι άλλοι μισοί στρίβοντας πραγματικά ένα νόμισμα. Ο καθηγητής μαζεύει τα αποτελέσματα ανακατεμένα και συνήθως ξεχωρίζει σωστά ποια ακολουθία είναι μαγειρεμένη και ποια (ω)μή, «with a surprising degree of accuracy». Η βάση του μαγικού είναι το θεωρητικό αποτέλεσμα ότι σε 200 ρίψεις είναι απίθανο να μην υπάρχουν ακολουθίες από 8 Γ ή Κ (ΓΓΓΓΓΓΓΓ ή ΚΚΚΚΚΚΚΚ) – οι μαγειρεμένες ακολουθίες συνήθως φτάνουν μέχρι 4-5 συνεχόμενα Κ ή Γ.

    Δεν το έχω δοκιμάσει, για να έχω ίδια γνώμη, αλλά σε στοίχημα με το παράδοξο των γενεθλίων σε τάξεις με 30 μαθητές ή παραπάνω δεν έχω χάσει ποτέ.

  45. Πέπε said

    @29:

    > > 23-24γ Μαρμελάδα στ’ αυτιά, βρε παιδιά, όχι γράσο!

    Μαρμελάδα στ’ αφτιά, ασφαλώς. Όχι όμως ειδικά στο στρατό. Στο σχολείο τη θυμάμαι αυτή την έκφραση, και την λέγαμε για οποιονδήποτε δεν άκουγε. Το γράσο αφορά ειδικά τους νέους του στρατού.

  46. Νέο Kid L'Errance D'Arabie said

    44. Έτσι, κύριε Καθηγητά! 🙂
    Για την ακρίβεια (δεν το έχει το paper του Σελινιού (Schilling 🙂 ) η πιθανότητα σε μια ακολουθία 200 στριψιμάτων να υπάρχει μια σειρά με περισσότερα ή ίσα με 6 Κ ή Γ είναι το μεγαλειώδες 96,5%. (Υπολογισμός με αλυσίδα Markov εδώ: http://niquette.com/puzzles/randoms.htm#cmu )

    υγ. Όλο λέω να βγάλω κανα εξτραδάκι από στοίχημα με τα γενέθλια, όταν είμαι σε μαζώξεις…κι όλο το ξεχνάω γμτ… 🙂

  47. Γς said

    44:

    Τέλος.

    http://caktos.blogspot.gr/2013/05/blog-post_21.html

  48. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα και για τα καλά σας λόγια!

    42 Περνάει ο καιρός!

  49. χαίρομαι ποὺ ἔδωσα ἀφορμὴ γι’αὺτὴν τὴν ἀνάρτησι. τὸ διήγημα αὐτό, μαζὶ μὲ τἆλλα τῆς συλλογῆς τὸ εἶχα διαβάσει στὸ τραῖνο ποὺ μ’ἔφερνε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα πίσω στὴν Θεσσαλονίκη. καὶ δὲν κατάλαβα καλά-καλὰ γιὰ πότε ἔφτασα.

  50. sarant said

    Ναι, εσύ έδωσες την αφορμή 🙂

  51. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Α είχαμε το κέρασμα το εκλεκτό σήμερα,που ήμουν εκτός σπιτιού ολημέρα!
    Κάποια στιγμή άκουσα πως τα exit polles στην Ισπανία για τις περιφερειακές εκλογές, που λογίζονται άτυπο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Καταλονίας, δείχνουν (κι εκεί) αμφίρροπο αποτέλεσμα.Έτσι όπως κατέστησαν ανυπόληπτα σκέφτηκα, θα περιμένουμε την κάλπη.
    Έχει την επικαιρότητά του σήμερα το διήγημα λοιπόν!
    Στον αγαπημένο Γιώργο Ιωάννου με πήγε καθώς το διάβαζα το ύφος γραφής και το συναίσθημα να μπαίνω ήσυχα και φυσικά στην παρέα που περιγράφεις κι όταν είδα μετά στα σχόλια να αναφέρεται και πως ήθελες κι ο ίδιος να τον συναντήσεις, χάρηκα για την ιδέα που σχημάτισα.
    Άξιος !
    Κι άλλο! κι άλλο! 🙂

  52. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Εν τω μεταξύ,τώρα, οι εκλογές στην Ισπανία:
    http://www.amna.gr/article/89892/Oi-%C2%ABautonomistes%C2%BB-kerdisan-tis-ekloges-stin-Katalonia

  53. sarant said

    51 Νάσαι καλά!

  54. Γς said

    Κατελάνοι είναι οι Καταλανοί,οι κάτοικοι δηλαδή της Καταλωνίας.(Μπαρτσελόνα…)
    Μας»επισκέφτηκαν» κι αυτοί τον μεσαίωνα ,πριν από τους Τούρκους.

    Κι οι Κατελάνοι του Κάκτου

  55. Γς said

    Κι η Καταλανική Εταιρεία στα μέρη μας

  56. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Από το τουΐτερ
    Φουΐτερ ‏@fouiter
    H επόμενη ανεξαρτητοποίηση μετά την Καταλονία θα είναι το διαμέρισμα μου από την πολυκατοικία.

  57. Μαρία said

    52
    Και πού να δεις και την Άνω Αυστρία όπου οι ακροδεξιοί πήγαν απ’ το 15 στο 30%.

  58. Γς said

    31:

    Τζίφος.
    Σύννεφα.

    Δεν βαριέσαι. Την άλλη φορά. Το 2033.

    [πίσω από τα ανάποδα ραδίκια 😦 ]

    Συο μεταξύ ζωντανά τώρα. Στο κανάλι της ΝΑΣΑ:

    NASA Television

  59. Γς said

    58:
    Α, δεν θα χρειαστεί να περιμένω να δω το φαινόμενο πίσω απ τα ανάποδα ραδίκια το 2033.

    Φαίνεται μια χαρά στην πίσω βεράντα. Απλώς ήταν πολύ ψηλά και προς το Βορρά. [πάνω απ το σπίτι και δεν το είχα προσεξει]

  60. 58, …Τζίφος.
    Σύννεφα…

    Κι εδώ τα ίδια, Γς.
    Συννεφιασμένη Κυριακή.

  61. Alexis said

    Ωραίο και το «Φάντασμα στα πορτοκάλια»!
    Πιο «τσιφορικό» από το «Γκάλοπ» θα έλεγα.
    (Όχι δεν ξύπνησα χαράματα για να το ρίξω στο διάβασμα. Χθες βράδυ το διάβασα.)

    #23, Πέπε: Όλες οι άλλες φανταρίστικες εκφράσεις παρέμειναν είτε οι ίδιες (π.χ. τα διάφορα με τ’ αστέρια) είτε, και πάλι, κατανοητές.
    Είσαι σίγουρος;
    Κατανοητές από σένα κι από μένα που είμαστε κοντά στην εποχή.
    Γιατί εγώ υποψιάζομαι πως κάποιες μπορεί και να μην λέγονται πλέον.
    Γενικά, έχω την αίσθηση ότι η θητεία σήμερα είναι κάτι πολύ πιο «λάιτ», ένα πράγμα άχρωμο, άοσμο και άγευστο, και ελάχιστα απασχολεί τα σημερινά παιδιά.
    Και ελάχιστη πηγή έμπνευσης μπορεί να αποτελέσει πλέον για ο,τιδήποτε.
    Θες λόγω διάρκειας, θες λόγω αλλαγής των συνθηκών, η στρατιωτική θητεία έχει γίνει πλέον ένα πολύ σύντομο διάλλειμα, χωρίς καμία σημασία.
    Λέω και πάλι ότι αυτό είναι η αίσθηση που έχω, χωρίς όμως να έχω κουβεντιάσει με σημερινούς φαντάρους…

  62. leonicos said

    η κρίση είναι φαινόμενο καθολικό τους απαντούσε

    Ή η κρίση είναι φαινόμενο καθολικό, τους απαντούσε

    Ή η κρίση είναι φαινόμενο καθολικό τούς απαντούσε

  63. physicist said

    Θεαματική αποτυχία εχτές και για τις ισπανικές εταιρείες δημοσκοπήσεων: στις 8 το βράδυ, και με βάση τα έξιτ πολλ, έδιναν 75 έδρες στην πλατφόρμα Junts per Sí των αυτονομιστών, ενώ στο τέλος πήρε μόνον 62. Η πλειοψηφία της λαϊκής ψήφου ήταν κατά της αυτονομίας και η ήττα των αυτονομιστών ειδικά στην πόλη και την περιφέρεια της Βαρκελώνης ήταν θεαματική. Ένα καλό νέο να αντισταθμίσει κάπως το φριχτό αποτέλεσμα των εκλογών της Άνω Αυστρίας.

  64. physicist said

    Το δε γελοίο της υπόθεσης είναι ότι τα περισσότερα ειδησεογραφικά (λκκμνπηω [*]) σάιτ μιλάνε για «μεγάλη νίκη των αυτονομιστών στην Καταλωνία», τη στιγμή που τα αυτονομιστικά κόμματα πήραν συνολικά κάτω από 48%. Παραπληροφόρηση στο έπακρο, ούτε κομματόσκυλα του Αρτούρ Μας να έγραφαν τα άρθρα.

    [*] Λέμε και καμιά μαλακία να περνάει η ώρα.

  65. sarant said

    61 Πολύ εύστοχη η παρατήρηση για τη μικρή διάρκεια της θητείας και την επίδραση πυο έχει αυτό στο στρατιωτικό φολκλόρ!

  66. Νέο Kid L'Errance D'Arabie said

    64. Cataluña es España! 😆
    Österreich ist doch nicht Deutschland … 😆

  67. Νέο Kid L'Errance D'Arabie said

    65. 61. Το φολκλόρ υπάρχει πάντα,νομίζω. Μπορεί να μεταλλάσεται βέβαια (αλίμονο!) αλλά τι 2 χρόνια, τι 2 μήνες…ο φαντάρος είναι πάντα φαντάρος ,ζορισμένος και παρατημένος απ’τη γκόμενα… 🙂

  68. leonicos said

    Διάβασα κι εγώ το Φάντασμα στα Πορτοκάλια.

    Νομίζω ότι δεν είναι ‘τσιφορικά’ από κειμενολογική άποψη, μόνο ως προς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και το πνεύμα. Μόνο στην περιγραφή της σκοπιάς όταν είχαν εγκατασταθεί οι μόνιμη φρουρά, είναι πιο έντονη

    Μου κάνει εντύπωση που χρειάστηκε να δώσεις εξηγήσεις για το εφοδεύοντας και το τις φαντάροι. Δεν έχεουν ακούσει το φ’άγαμε ξηροί καρποί; προφανώς έτρωγαν από το σακουλάκι που έλεγε απ’ έξω ΞΗΡΟΙ ΚΑΡΠΟΙ. Αλλά το πήγαινε τσ΄φαντάροι να σου πουν… είναι συχνό, έστω και για πλάκα. Δεν πρόσεξα πότε πρωτοδημοσιεύθηκε όμως. Μπορεί τότε ο νικήξσαντας να ξένιζε ακόμα. Πάντως δεν καθιερώθηκε. Τραβάει πολύ μακριά και φαίνεται ποιητικό πέραν του αναμενομένου σε μια νηφάλια συζήτηση

  69. sarant said

    68 Το φάντασμα είναι του 1987

  70. cronopiusa said

    Καλή σας μέρα
    πολύ μου άρεσε το διήγημα Νίκο μας

    και μια μικρή συνεισφορά για την Καταλονία

    μιλάνε (καταλανικά, απαγορευμένα επί Φράνκο) για το σκοινί στο σπίτι του κρεμασμένου;

    Εl resultado en votos (no en escaños), con el 99,67% escrutado, es el siguiente:

    Independencia: 1.952.442

    No independencia: 1.599.527

    Derecho a decidir: 467.417

    Animalistas, ecologistas, partido Pirata y otros: 45.493

    Voto en blanco y nulo: 37.745

    Total votos: 4.102.664

    Porcentaje SÍ: 47,58%

    Porcentaje NO: 38,98%

    Porcentaje SÍ + derecho a decidir (sobre total de votos): 58,98%

    *Porcentaje NO + derecho a decidir (sobre total de votos): 50,38%

    Πηγή: Iniciativa Debate

  71. cronopiusa said

    El independentismo gana en Catalunya pero sin la mayoría necesaria para Mas

    Diariodeurgencia Especial: CATALUNYA ENTERA GRITA: INDEPENDENCIA!!!

  72. Pedis said

    # 70 – ευχαριστούμε για τα ακριβή αποτελέσματα.

    Υπάρχουν πολλές αιτίες για το ‘ναι’ και τη νίκη του, ιστορικές (από γελοιωδώς φατριακές στις οποίες αναφέρεται ο χρόνιος και καλπάζων εθνικισμός της δεξιάς κάνοντας παράλληλα μπίζνες με την κεντρική διοίκηση και τα κόμμαά της και αντιφρανκικές επικαλούμενες από την αριστερά και τα γκουπούσκουλα) καθώς και τρέχουσες πολιτικές και αφορούν τη σύγκρουση των συμφερόντων μερίδων της αστικής τάξης.

  73. Μιχάλης Ρουμελιώτης said

    Πολύ μού άρεσε και μένα τό διήγημα. Θα μ’ άρεσε να διαβάσω κι άλλα.

  74. sarant said

    Νάσαι καλά. Ενα άλλο διήγημα έχω εδώ:

    https://sarantakos.wordpress.com/2012/08/19/fantasmastaportokalia/

  75. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    57.>> Άνω Αυστρία
    Άνω ποταμών 😦

  76. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Πολυ καλο και ρεαλιστικο διηγημα που περιγραφει με μεγαλη ακριβεια τα πρωτα χρονια των εταιρειων δημοσκοπησεων με φοιτητες κυριως ως ερευνητες. Συμμετειχα περι το ενα ετος ως τελειοφοιτος σε ερευνες αγορας σιγαρεττων, φωτοαντιγραφικων μηχανητων (εκτος Αθηνων 400 δρχ. το ερωτηματολογιο ως κατοχος μοτοσυκλεττας) και στις πρωτες δημοσκοπησεις με καλπη απ’ οπου καταλαβαμε οτι το ΠΑΣΟΚ ειχε προσπερασει την ΝΔ (το 1981 στο Λαυριο δεν απαντουσαν με τιποτα οι εργατες* και πηγαμε στα Καλυβια)

    * με το συστημα διγματοληψιας βρεθηκαμε στις Πολυκατοικίες του Καρέλα, όνομα του ιδιοκτήτη της κλωστοϋφαντουργίας Αιγαίον.

  77. sarant said

    76 Νάσαι καλά. Κάπου τότε ήμουν κι εγώ εκεί (αν και όχι στο Λαύριο)

  78. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    77 «…ήμουν κι εγώ εκεί »

    Pink Floyd – Wish You Were Here

  79. Κουνελόγατος said

    78. ΠΟΛΥ μεγάλος δίσκος, αν και φίλος -λίγο μεγαλύτερος σε ηλικία- μου έχει πει, πως οι κακεντρεχείς ροκάδες της εποχής, τραγουδούσαν το «welcome to the machine», στο ρυθμό του «τρία παιδιά βολιώτικα» θαρρώ.
    ΤΟ αγαπημένο μου συγκρότημα, μέχρι που έφυγε ο Waters.

  80. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    76.>>το 1981
    Δελτία καταγραφής με τα ερωτηματολόγια τους: η απογραφή του ΄81.Αξέχαστη εμπειρία. Κοκκινιά.Ναυτικοί,εργάτες,στριμωγμένα τα σπίτια και οι ζωές.
    >>Αιγαίον
    Στο Άστρος Κυνουρίας στέκει ένα τσιμεντένιο βουβό τέρας το εκεί εργοστάσιο του Καρέλα.
    Θυμήθηκα και τη διαφήμιση με τη Μαριάννα Τόλη «τιτιριτιτί, Αιγαίο»

  81. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    79 . Μπα το πρωτο εμπορικο τους, με το οποιο εγιναν γνωστοι (και) στην Ελλαδα. Ημουν και ειμαι φανατικος οπαδος των ψυχεδελικων Pink Floyd με και χωρις τον Σιντ Μπάρετ εως τον δισκο The Dark Side of the Moon που ειχε μια καποια φρεσκαδα, δηλ.

    5 Αυγούστου, 1967 The Piper At The Gates Of Dawn

    29 Ιουνίου, 1968 A Saucerful Of Secrets

    27 Ιουλίου, 1969 Music From The Film More

    25 Οκτωβρίου, 1969 Ummagumma

    10 Οκτωβρίου, 1970 Atom Heart Mother

    30 Οκτωβρίου, 1971 Meddle

    3 Ιουνίου, 1972 Obscured By Clouds

  82. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    79.

    One of These Days – 01 – Meddle – Pink Floyd

    Το σημα της μουσικης ραδιοφωνικης εκπομπης του Γιαννη Πετριδη για πολλαααα ετη.

  83. Αναγνώστου said

    σχ.76:

    «Αφώτιστε (Βάταλε)», δηλαδή το 1981 ήσουνα τελειόφοιτος στους ΠΜ του ΕΜΠ? Μαζί είμαστε ρε σειρά???

  84. Γς said

    ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ

    http://www.iatropedia.gr/articles/read/13838

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: