Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο Ευριπίδης της ταφής (διήγημα του Κωστή Ανετάκη)

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2017


Παρουσιάζω σήμερα ένα διήγημα του Κωστή Ανετάκη, που δεν τον γνωρίζω «στην πραγματική ζωή», ούτε σχολιάζει συχνά στο ιστολόγιο, αλλά παρακολουθεί τα άρθρα του ιστολογίου μέσα από το Φέισμπουκ και τα σχολιάζει συχνά, όπως και τις άλλες δημοσιεύσεις μου εκεί.

Τις προάλλες ο Κωστής μού έδειξε το διήγημα, ζητώντας τη γνώμη μου για ορισμένα γλωσσικά θέματα. Επειδή μού άρεσε, κι επειδή βρήκα πως έχει κάτι σπάνιο για τα πεζογραφήματα της εποχης μας, δηλαδή χιούμορ,  έστω και μαύρο, του ζήτησα να το δημοσιεύσω στο ιστολόγιο, πράγμα που κάνω σήμερα.

Όπως θα δείτε, η δράση εκτυλίσσεται στο σήμερα ή μάλλον στο κοντινό μέλλον αφού γίνεται μια παρεμπίπτουσα αναφορά στην έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ. Επίσης, εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη -κι έτσι μερικές λέξεις που ανήκουν στη ‘βορειοελλαδική κοινή’ εξηγούνται από τον συγγραφέα σε υποσημειώσεις.

Ο Ευριπίδης της Ταφής

Η εποχή απαιτούσε μιαν εικόνα
του επιταχυνόμενου μορφασμού της
Έζρα Πάουντ

Ήμουν ευτυχισμένος κείνο το βράδυ. Καιρό είχα να αισθανθώ τέτοια χαρμονή, τόση ανάταση. Έσφιξα τα δόντια μην τ’ αφήσω να φανεί. Θα ’ταν αντιεπαγγελματικό, σόλοικο αναμφίβολα. Πάσκισα να πειθαρχήσω τ’ ακρόχειλα, που με θράσος ξεχαλινωμένο έπαιρναν την ανηφοριά μόλις άφηνα την προσοχή μου κομματάκι ν’ αποσπαστεί.

Ο αρκουδόκορμος άντρας με βοήθησε στο φόρτωμα. Σφάλισα τις πόρτες του βαν, έβγαλα οχτώ πενηντάρικα απ’ την τσέπη και του τα πάσαρα στα μουλωχτά. Έμπειρος, τα γράπωσε με την ίδια κίνηση που μου ’κανε χειραψία.

«Χάρηκα για τη συνεργασία, να ’χεις το νου σου αν προκύψει οτιδήποτε» χαμογέλασα όσο πιο ουδέτερα μπορούσα. Δεν είναι να δίνεις θάρρος σε τέτοια καρτάλια[1].

«Πάντα στη διάθεσή σου» έκανε κείνος με κρύα φωνή και τσέπωσε το ζεστό παραδάκι. Μου γύρισε την πλάτη και χώθηκε ξανά στην πίσω εξώπορτα του καλόγουστου μοντέρνου χτίριου. Πήγα να τονε σιχτιρίσω μέσα απ’ τα δόντια μου μα συγκρατήθηκα, μη γκαντεμιάσω τη στιγμή.

Κάθισα πίσω απ’ το τιμόνι και γύρισα το κλειδί στη μίζα. Διέσχισα τη φαρδιά αυλή ως την πύλη. Ο νυχτοφύλακας ανέβασε την μπάρα και με χαιρέτισε με μια βαριεστημένη κίνηση του χεριού. Ανταπέδωσα και πάτησα απαλά το γκάζι.

Μόλις τότε αφέθηκα να εκδηλωθώ. «Γιες, γιες, γιες, ρε γαμώτο μου» έκανα με τη γροθιά σφιγμένη στον αέρα, σαν Ελληνοαμερικανός μπασκετμπολίστας που πέτυχε τρίποντο με την κόρνα της λήξης. Γιατί κάπως έτσι ήτανε τα πράματα. Αν δεν τα είχα καταφέρει και τούτη τη φορά, δε θα ’χα άλλην ευκαιρία. Ξεφύσησα μ’ ανακούφιση.

Μόλις απομακρύνθηκα λίγο, έβαλα στο ηχοσύστημα τις ροκιές μου, ανέβασα την ένταση κι άρχισα να ταρακουνάω πάνω κάτω το κεφάλι στο ρυθμό. Χέντριξ, Μόρισον, Γκάλαχερ, Λέμι… Ο κολλητός μου, ο Παντελής, με δούλευε για τούτα μου τα γούστα: «Μουσική για γέρους ακούς, φιλαράκι, δαύτοι είναι πεθαμένοι από καιρό».

Βγήκα στον κεντρικό δρόμο του Πανοράματος κι άρχισα ν’ ανηφορίζω προς Εξοχή. Δεν είχα καμιά όρεξη να μπω στον Περιφερειακό για να φτάσω στη Νεάπολη, στα κεντρικά γραφεία. Μια βουνίσια αυτοκινητάδα ήταν ό,τι χρειαζόμουνα…

***

Ο πατέρας ήθελε να γίνω μηχανικός, η μάνα γιατρός. Απ’ το δημοτικό ακόμα φαινότανε πως τα ’παιρνα τα γράμματα, θα μπορούσα να περάσω όπου μ’ άρεσε. Ναι, αλλά όπου μ’ άρεσε μένα, όχι στους γέρους μου. Σφαχτήκαμε λιγάκι, μα στο τέλος το εμπεδώσανε. Ήθελα ν’ ασχοληθώ με τις μπίζνες, αυτά έχουνε πέραση στην εποχή μας. Πέρασα πρώτος στο ΠΑΜΑΚ, διοίκηση επιχειρήσεων. Ε, αφού ήμουνα πρώτος, εντέλει οι γέροι το χρύσωσαν το χάπι και το κατάπιανε καλύτερα. Είχαν κάτι να λένε στον περίγυρο τέλος πάντων, τι άλλο να θέλει ένας γονιός.

Είχε ήδη ξεσπάσει η Κρίση όταν πέρασα στη σχολή, όμως είχα σχέδιο κι όραμα. Δεν ήμουνα εγώ για την Ψωροκώσταινα, τελεία και παύλα. Πήρα το πτυχίο με άριστα, κι έπειτα στρώθηκα να δώσω για υποτροφία. Την κατέκτησα πανηγυρικά. Μόλις ξεμπέρδεψα με το φανταρικό, έκανα τα χαρτιά μου για Αγγλία. Με πήρανε στο Πανεπιστήμιο του Μπαθ, περίπου εκατόν ογδόντα χιλιόμετρα απ’ το Λονδίνο.

Πήγα για να μείνω και για μένα δεν υπήρχε επιστροφή. Βέβαια, ούτε αυτό άρεσε στους δικούς μου, όμως απ’ την άλλη καταλάβαιναν πως εδώ προκοπή δεν υπήρχε. Είχανε και την αδερφή μου καβάντζα, να τους κοιτάξει στα γεράματα, οπότε λύθηκε κι αυτό.

Και τα σχέδια πήγαιναν μια χαρά, τουλάχιστον μέχρι ν’ αρχίσουν οι θεοί να μ’ αναμπαίζουν. Στο τέλος του πρώτου έτους, ο πατέρας οδηγήθηκε στην εθελουσία έξοδο απ’ την τράπεζα. Δεν πρόλαβε να γίνει διευθυντής, όπως ονειρευόταν. Έβγαλε καρκίνο απ’ το ζόρι του. Ξέρεις τι θα πει να δεις στα πενήντα πέντε όλη τη ζωή σου να πηγαίνει αφούντο; Δεν αντέχεται. Παράτησα στη μέση το μεταπτυχιακό κι ήρθα πίσω να τονε προλάβω ζωντανό. Μέχρι τον Αύγουστο είχε τελειώσει. Την αποζημίωση της εθελουσίας τη φάγαν οι γιατροί, στο λαιμό να τους κάτσει.

Προλάβαινα να γυρίσω και να συνεχίσω τις σπουδές, μα η υποτροφία μόλις που κάλυπτε τα δίδακτρα. Έπρεπε να πάρω δάνειο από βρετανική τράπεζα, που ’χε χαμηλά επιτόκια. Έβαλα υποθήκη το πατρικό σπίτι. Έπιασα και δουλειά σε μια παμπ, δεν ήμουνα κάνας αχαΐρευτος. Δε θ’ άφηνα καμιά κακοτοπιά να μου χαλάσει τ’ όνειρο.

Πέρασε το δεύτερο έτος κι άρχισα να δουλεύω την πτυχιακή μου. Την παρουσίασα μετά από έναν ακόμα χρόνο. Έκανε πολύ καλή εντύπωση. Με πλησίασαν δυο χρηματιστηριακές του Σίτι κι είχαμε κάποιες συζητήσεις για συνεργασία. Ήμουνα τόσο κοντά…

 

Μα σαν δε σε θέλει, δεν πα’ να χτυπάς τον κώλο σου στα χώματα. Ήρθανε τα πάνω κάτω. Η Βρετανία αποχώρησε από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ξάφνου έγινα αλλοδαπός, χωρίς δικαιώματα. Χρειαζόμουνα ειδική βίζα και άδεια εργασίας. Δεν μου τη δώσανε, όσο κι αν πάσχισα, ό,τι κι αν έκανα.

Δεν είχα άλλη επιλογή, γύρισα πίσω με τα φτερά τσακισμένα, άνεργος και με το πατρικό μου υποθηκευμένο για είκοσι χιλιάρικα, τα δάνεια της Αγγλίας. Σκέφτηκα να βουτήξω απ’ την ταράτσα, αλλά δε μου πήγαινε η καρδιά ν’ αφήσω τη μάνα και την αδερφή μου στους πέντε δρόμους. Η τράπεζα δεν αστειεύεται και το αγγλικό δίκαιο είναι αμείλιχτο.  Άμα χρωστάς, δεν έχεις επιλογή ούτε στο θάνατο.

 

Τότε είδα την αγγελία: «Οίκος παροχής εξειδικευμένων υπηρεσιών, ζητά δυναμικούς συνεργάτες, ως 35 ετών, για εξυπηρέτηση πελατών. Ανεπτυγμένες επικοινωνιακές ικανότητες, δίπλωμα οδήγησης αυτοκινήτου, γνώση αγγλικών και Η/Υ. Μηνιαίες αποδοχές 2000 €, προοπτικές ανέλιξης. Βιογραφικά στο e-mail:…».

Έστειλα βιογραφικό δίχως καθυστέρηση. Με ειδοποίησαν να προσέλθω στο ξενοδοχείο Hyatt για τη συνέντευξη. Γινότανε λαϊκό προσκύνημα, η μισή Θεσσαλονίκη ήταν εκεί. Βρήκα κάτι παλιούς συμμαθητές, μερικούς συμφοιτητές, κάνα δυο πρώην φιλενάδες, ήπιαμε καφεδάκι, πέρασε ευχάριστα η ώρα.

Όλοι ήμασταν σίγουροι πως επρόκειτο γι’ απάτη ή για βρομοδουλειά και χασκογελούσαμε κάνοντας μαντεψιές. Κάποια κοπέλα της παρέας παρατήρησε ότι το «Οίκος παροχής εξειδικευμένων υπηρεσιών» παρέπεμπε σε βίζιτες. Μα και πάλι εκείνη ήρθε. Η ανάγκη βλέπεις, οι καιροί χαλεποί, δεν την κρίνω· εξάλλου ήρθα κι εγώ κι ας είχα σκεφτεί το ίδιο. Αν δεν είναι κάτι πολύ παράνομο ίσως να το δοκιμάσω, άμα με προτιμήσουν φυσικά.

 

Έφτασε επιτέλους η ώρα μου. Ένα γραφείο στο ισόγειο του ξενοδοχείου, δίπλα στην αίθουσα δεξιώσεων. Μια μεσότριβη ξανθιά, περιποιημένη στην τρίχα, με μαύρο ταγεράκι κι άσπρο μεταξωτό πουκάμισο, με περίμενε καθισμένη σταυροπόδι στην πολυθρόνα του γραφείου. Φούστα πάνω απ’ το γόνατο, καλλίγραμμες γάμπες, καλοστεκούμενη. Σ’ ένα γυάλινο σεκρετέρ μπροστά της, στοίβες χαρτιά. Διάβαζε το βιογραφικό μου. Με κοίταξε πάνω απ’ τα πρεσβυωπικά της ματογυάλια. «Κύριε Γαζή, καθίστε παρακαλώ» έδειξε την πολυθρόνα αντίκρυ. Μου συστήθηκε με τόνο τυπικό.

Ξεκίνησε τις ερωτήσεις χαλαρά, σχεδόν φιλικά. Έχει σημασία να καλμάρει ο υποψήφιος, άμα θες να δεις πώς τσιτώνει μόλις τον ζορίσεις. Οι ερωτήσεις οργανωμένες, διαβαθμισμένες, εύστοχες, ψυχολογικά δομημένες. Όλα βάσει των πιο εξελιγμένων διεθνών προτύπων που μας μάθανε στο μεταπτυχιακό. Προχωρημένο μάνατζμεντ, πολύ επαγγελματικό.

Όμως το μειονέκτημα των έτοιμων προτύπων είναι ότι έχουν κι έτοιμες απαντήσεις· κι εγώ τις ήξερα απόξω κι ανακατωτά, δεν έφτιαχνα μονάχα κοκτέιλ στην Αγγλία. Καλά πήγαινε το πράμα, μόνο που ακόμα δεν είχα ιδέα ποια εταιρεία ήτανε και ποιο το αντικείμενο της εργασίας.

«Φαίνεται ιδιαίτερα δελεαστική η θέση, αν κρίνω απ’ την αγγελία, κυρία Μακρή. Μα γιατί τόση μυστικότητα; Τι θα κάνουμε, θα σκοτώσουμε κανέναν;» Ο φλεγματικός τόνος και το άνετο χαμόγελο αντιστάθμιζαν τη δηκτικότητα της ερώτησης. Το βρετανικό χιούμορ ξέρει πάντα να κρατά τη θέση του. Κείνη αλαφρογέλασε.

«Όχι φυσικά, κύριε Γαζή, δεν είναι ευτυχώς ανάγκη να σκοτώσουμε κανέναν, αρκεί να πεθαίνουν από μόνοι τους». Το μπερδεμένο μου ύφος φάνηκε να τη διασκεδάζει. Το αμερικάνικο χιούμορ ξέρει να χτυπάει στο ψαχνό.

«Για φαρμακευτική εταιρεία πρόκειται;»

«Όχι καθόλου, αν κι η δική μας κούρα έχει πιο… μόνιμα αποτελέσματα».

«Εννοείτε… νεκροθάφτες;» Πάνω στη σαστιμάρα μου, πήγε περίπατο το ατσαλάκωτο τακτ.

Μια αυστηρή έκφραση σκλήρυνε για μια στιγμή το πρόσωπό της. «Οίκος τελετών, κύριε Γαζή, οίκος τελετών “Χάρης Δρακούλης Α.Ε.”». Ύστερα ο τόνος της γλύκανε λιγάκι. «Είσαστε ο πρώτος σήμερα που το βρήκε, παρά την κάπως άκομψη έκφραση. Θα είχατε πρόβλημα να κάνετε αυτή τη δουλειά;» Χαμογέλασε σάμπως να ’τανε η Τύχη αυτοπροσώπως.

«Κάποτε ίσως, τώρα πια όχι. Αν μη τι άλλο, η εποχή μας ανοίγει λαμπρές προοπτικές για όποιον ασχολείται με το θάνατο».

«Χαίρομαι που το κατανοείτε αυτό, κύριε Γαζή. Η φήμη του πανεπιστημίου σας δεν είναι καθόλου υπερβολική. Γνωρίζετε ότι και ο κύριος Δρακούλης φοίτησε στο Μπαθ;»

«Ομολογώ πως όχι, αν κι είναι ιδιαίτερα ευχάριστο που το ακούω. Αλήθεια, ποιος ο λόγος που τ’ αγγλικά είναι απαραίτητα σ’ αυτή την εργασία, κυρία Μακρή;»

«Ο κύριος Δρακούλης είναι ένθερμος θιασώτης της αριστείας και τα αγγλικά είναι εκ των ων ουκ άνευ στο χώρο του μάνατζμεντ. Το στέλεχος μιας διαρκώς εξελισσόμενης κι επεκτεινόμενης εταιρείας θα πρέπει να παρακολουθεί ανελλιπώς τις νέες τάσεις στο χώρο, την καινοτομία, να παραβρίσκεται σε διεθνή συνέδρια και να εκπροσωπεί την εταιρεία, εφόσον χρειαστεί, σε υψηλό επίπεδο».

«Το καταλαβαίνω απολύτως. Όπου υπάρχει ζήτηση, προσφορά και ανταγωνισμός, δηλαδή αγορά, οι κανόνες του μάνατζμεντ ισχύουν αναλλοίωτοι, ασχέτως του αντικειμένου της εργασίας».

«Συγχαρητήρια κύριε Γαζή! Παρακαλώ να περάσετε τη Δευτέρα από τις εγκαταστάσεις μας στη Νεάπολη, για να κάνουμε την πρόσληψη και να ενημερωθείτε επί των καθηκόντων σας». Σηκώθηκε και μου ’δωσε το χέρι. Σηκώθηκα κι εγώ και της το ’σφιξα δυνατά, σε μια προσπάθεια να κρύψω την παγωμάρα που μ’ είχε περιλάβει.

***

Πήγα σπίτι κι έκανα έρευνα στο διαδίκτυο, για τον μελλοντικό μου εργοδότη. Δεν μου ήταν άγνωστος, έτσι κι αλλιώς. Ο Χάρης Δρακούλης ήτανε ο πιο αναγνωρίσιμος εργολάβος κηδειών της πόλης. Ο πατέρας του είχε ένα γραφείο τελετών στην Αγίου Δημητρίου, ένα απ’ τα πολλά της περιοχής, ανάμεσα σε δυο νοσοκομεία. Ο Χάρης είχε από μικρός στόχο ν’ αναλάβει την επιχείρηση και να την αναπτύξει, δεν ήθελε να ’ναι απλώς ο γιος του μπαμπά του. Σπούδασε μάνατζμεντ, έκανε μεταπτυχιακό στο Μπαθ κι έπειτα επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη για να πραγματοποιήσει το πρότζεκτ που σχεδίαζε από χρόνια. Μέσα σε μια δεκαετία, το μικρό πεθαμενατζίδικο εξελίχτηκε στον πιο δυναμικό κι αναπτυσσόμενο οίκο τελετών στη Βόρεια Ελλάδα.

Κι ο ίδιος ο Δρακούλης δεν ήτανε διόλου αυτό που το συλλογικό φαντασιακό λογίζει ως νεκροθάφτη. Υπεραιμικός, κομψός, εξωστρεφής, μ’ ένα γέλιο τρανταχτό, είχε φροντίσει να εκμεταλλευτεί στο έπακρο ακόμα και την ανατριχιαστική συνάφεια που ’χε το επίθετό του με το αντικείμενο. Έβγαινε στην τηλεόραση μ’ ένα προφίλ έξω καρδιά, επικοινωνιακός, σου ’φτιαχνε τη διάθεση.

Ο ιστότοπος της εταιρείας καλοσχεδιασμένος, με πολύ γούστο, δεν είχε τίποτα ανατριχιαστικό ή μακάβριο. Απεναντίας, μάλλον σέξι θα τον έλεγες, με κάτι αγγέλους θηλυκούς που ευχόσουν να ’ρθουν να σου πάρουν την ψυχή αυτοστιγμεί, τα Ουρί του Παραδείσου. Κι όμως, διέθετε μια σεμνότητα και μια ισορροπία που δεν άφηναν την επίγευση του νεκροφιλικού ή του χυδαίου.

Ο άνθρωπος αυτός είχε αλλάξει τα δεδομένα στο χώρο της ταφής, αναμφίβολα. Κι οι υπηρεσίες που πρόσφερε αναβαθμίζονταν διαρκώς, πάντοτε ένα βήμα εμπρός απ’ τους άλλους. Μέχρι κι υποκατάστημα στη Βουλγαρία είχε ανοίξει, όπου επιτρέπεται η καύση των νεκρών, κι αυτός ήτανε πάντα ένας άσος στο μανίκι μας.

Η δικιά μου δουλειά ήτανε στις πωλήσεις κι όχι μόνο. Δημόσιες σχέσεις, έρευνα και ανάπτυξη, τα πάντα. Ο Δρακούλης πίστευε στην «καθετοποίηση της παραγωγής». Απαιτούσε από τους εκπροσώπους του (απαγόρευε διά ροπάλου τη λέξη «πωλητής») να επιμελούνται προσωπικά τους πελάτες, γιατί έτσι αποχτάμε οικειότητα με τους συγγενείς και κρατάμε παρακαταθήκη.

Μας υποχρέωσε να μάθουμε την τέχνη της ταρίχευσης και του μακιγιάζ, να παρακολουθούμε τις ενδυματολογικές κι αισθητικές τάσεις της μόδας, μας έστελνε σε σεμινάρια ψυχολογίας. Τον πρώτο χρόνο πιο πολύ παρακολουθούσα μαθήματα παρά δούλευα στην πιάτσα. Πλήρωνε μισθό εφτακόσια ευρώ συν ένσημα και τα υπόλοιπα ήτανε ποσοστά απ’ τις συμφωνίες που ’κλεινες.

***

Βγήκα απ’ το Πανόραμα και πέρασα τα Πλατανάκια σα να ’μουνα φτιαγμένος. Ένιωθα λες κι ο δρόμος με πήγαινε από μόνος του. Στα ηχεία βροντοκοπούσε ο Λέμι, Stone Dead Forever. Τώρα που το σκέφτομαι, τίποτα δεν είν’ τυχαίο, έχει δίκιο ο Παντελής. Ποια άλλη δουλειά θα μου ταίριαζε καλύτερα, που ’χα μάθει από μικρός να διασκεδάζω με τους πεθαμένους…

 

Μόλις ξεπέρασα την πρώτη κρυάδα, χάρη και στα σεμινάρια ψυχολογίας, άρχισα να ρολάρω και να δείχνω τις ικανότητές μου. Μπήκα γερά στο παιχνίδι. Τα δυο χιλιάρικα τα είχα άνετα, υπήρξανε και μήνες που χτύπησα πάνω από τρία. Ξεπλήρωνα τα δάνεια της Αγγλίας, βοηθούσα τη μάνα, παντρεύτηκα, έκανα και παιδί. Ο Δρακούλης ήταν ο σωτήρας μου, η σανίδα στον ωκεανό της απογοήτευσης, της ανασφάλειας και της κατήφειας όπου ’χα ναυαγήσει.

Μα ο τρίτος χρόνος δεν πήγε διόλου καλά για μένα. Γιατί ο κόσμος πέθαινε σαν τις μύγες, δεν είχαμε παράπονο απ’ αυτό, όμως οι πιο πολλοί φεύγανε στραγγισμένοι, μ’ άδειους τραπεζικούς λογαριασμούς, με τα σπίτια κατασχεμένα· η εφορία είχε γίνει πιο επίφοβη κι απ’ την Γκεστάπο.

Φτωχαδάκια. Σε ποιον να πουλήσεις τις σοφιστικέ υπηρεσίες που πρόσφερε η εταιρεία; Όλοι ψάχνανε κάποιον ίσα ίσα να παραχώσει τους νεκρούς τους και να ησυχάσουνε. Σε λίγο θ’ ανοίγαμε ομαδικούς τάφους, έτσι όπως πήγαινε το πράμα.

Στα δημόσια νοσοκομεία κόλαση. Εκατοντάδες άνεργοι απελπισμένοι φτάσανε να κάνουν τα κοράκια – όπως εγώ, αλλά χωρίς βρετανικό στυλ. Διαγκωνίζονταν ποιος θ’ αρπάξει το πτώμα μέσα απ’ τα νύχια του άλλου. Ξεφτιλίζονταν, κάνανε δημοπρασίες μπροστά στους συγγενείς, ρίχνανε τις τιμές στα τάρταρα. Μερικές φορές ερχόντουσαν στα χέρια, είχαμε και κάνα δυο μαχαιρώματα.

Πού να ’βρεις πλούσιο νεκρό. Δαύτοι είναι κορακοζώητοι, όχι σαν την πλέμπα. Και πού να τους πλησιάσεις. Δυσπρόσιτες οι ιδιωτικές κλινικές, το ίδιο κι οι ακριβοί οίκοι ευγηρίας (όχι γηροκομεία, αυτά είναι για τους φτωχούς, επέμενε ο πάντοτε τιτίζης[2], ακόμα και στη γλώσσα, Δρακούλης). Έπρεπε να λαδώσεις τους νοσοκόμους, τους φύλακες, τους τραυματιοφορείς, τις καθαρίστριες, για να μπορέσεις να διαβείς κείνα τα στενά.

Είχα τάξει μπαγιόκο σε κόσμο και κοσμάκη, μα ένεκα ο ανταγωνισμός, ξεκίνησε η πλειοδοσία. Τα πλούσια πτώματα βγαίνανε στο σφυρί κι αυτό αναδίνει, όπως και να το κάνεις, ένα άρωμα ποιητικής δικαιοσύνης· τα πάντα μετριούνται σε χρήμα και τούτη η ρομφαία είναι δίκοπη…

Έχασα μέσα απ’ τα χέρια μου έναν πρόεδρο ομάδας Σούπερ Λιγκ, δυο εργολάβους του δημοσίου, έναν διευθύνοντα σύμβουλο χρηματιστηριακής κι έναν συνήγορο της ρώσικης μαφίας, μόνο τους τελευταίους δυο μήνες. Ούτε τα εφτακόσια δεν έβγαζα καλά καλά, με τα έξοδα κίνησης και τις «ωφέλιμες» πληρωμές που ’χα να καλύψω.

Άρχισε η καρέκλα να τρίζει. Έβλεπα την απογοήτευση, μέχρι και τη θυμηδία των συνάδερφων του οικονομικού, κάθε που γυρνούσα με τα δίχτυα μου αδειανά ή με τίποτα μαρίδες. Έπιανα τους ψίθυρους, ένιωθα το κλίμα βαρύ. Ώσπου μια μέρα με πήρε ο Δρακούλης παράμερα και μου ψιθύρισε δυο φωνήεντα, με ύφος φιλικό μα κάπως στεγνό. «Αργύρη… Νιώθω πως ούτε εσύ είσαι ευχαριστημένος με τα στατιστικά σου και ξέρω ότι μπορείς καλύτερα. Μην τ’ αφήνεις να σε πάρει από κάτω…» Επιφανειακά φαινότανε πως ήθελε να μου δώσει κουράγιο, αλλά το υπονοούμενο ήταν διαυγέστατο. Δεν είχα πολύ μέλλον στην εταιρεία με τέτοιες επιδόσεις.

Έφαγα τα λυσσακά μου· έβαλα λυτούς και δεμένους, πήρα τηλέφωνα, έταξα την Άρτα και τα Γιάννενα, δεν είμαι απ’ αυτούς που το βάζουν εύκολα κάτω, μένα με λένε Γαζή[3]. Ώσπου ήρθε η ώρα που όλο τούτο μ’ αντάμειψε. Χτύπησε το κινητό κι ήτανε ο αρκουδιάρης νοσοκόμος απ’ τον Άγιο Βαλάντιο, τον πιο ακριβό οίκο ευγηρίας της πόλης. Ο Αγαμέμνων Δαρείος, πατριάρχης μιας απ’ τις πλουσιότερες οικογένειες της Ελλάδας, «μάζευε υπογραφές», όπως συνθηματικά το έθεσε.

Εμένα κάλεσε πρώτο. Οσμίστηκε την απελπισιά μου και διείδε μια προοπτική κέρδους. Και χωρίς να ’χει κάνει μεταπτυχιακό στην Αγγλία. Τα βρήκαμε στα τέσσερα κατοστάρικα, για να πει δυο καλά λόγια στη χήρα και να μην καλέσει κανέναν άλλον. Μέχρι να κλείσουμε το τηλέφωνο, είχα φτάσει τρεχαπετάμενος. Δε θα τ’ άντεχα να μου πάρει πάλι κάνας αρπακτονύχης τη μπουκιά μέσ’ απ’ το στόμα.

Φόρεσα το πιο εκλεπτυσμένο ύφος θλιμμένης αξιοπρέπειας κι ανθρώπινης κατανόησης που διέθετα στη σκηνική μου γκαρνταρόμπα, αρωματισμένο με μυρίπνοη εσάνς μελαγχολικού φθινόπωρου, και πλεύρισα τη χήρα. Μια βελουδομάτα μελαχρινή γύρω στα τριάντα πέντε, η τρίτη σύζυγος του ογδονταπεντάχρονου Δαρείου. Δεν φαινότανε και τόσο συντριμμένη. Μάλλον ανακούφιση ανάδινε τ’ ολάπαλο αγιωτικό της βλέμμα, που θα μπορούσε να παραμυθιάσει και τον Διάβολο ν’ απαγγείλει το Πάτερ Ημών. Δεν την κακολογώ, τώρα θ’ άρχιζε στ’ αλήθεια η ζωή της. Και τι ζωή…

Είχε λοιπόν κάθε λόγο να διοργανώσει μια χορταστική πολυτελή κηδεία, που θα βούλωνε στόματα και θα την ανάδειχνε αντάξια της τεράστιας κληρονομιάς που ’χε πανάξια κερδίσει. Ο εκλιπών άφησε εντολή ν’ αποτεφρωθεί. Της έδειξα τα πιο φίνα φέρετρα, τεφροδόχους από κινέζικο φαρφουρί, της παρουσίασα όλες τις μοντέρνες υπηρεσίες που πρόσφερε η εταιρεία και κείνη διάλεγε και διάλεγε κι όλο κάτι παραπάνω ήθελε. Τούτη η κηδεία θα κόστιζε πάνω από τριάντα χιλιάρικα, που πάει να πει πως εγώ θα κονομούσα γύρω στα έξι. Οι πλούσιοι μπορεί να μη δίνουν του αγγέλου τους νερό, μα σαν φτάνει το πράμα στο γόητρο δε φιλαργυρεύονται.

Γύρισε επιτέλους ο τροχός! Γιατί δεν ήτανε μονάχα τα λεφτά. Ίσως τούτη να ’τανε η μεγαλύτερη επιτυχία της εταιρείας σ’ όλα της τα χρόνια, η πιο επιφανής οικογένεια που μπήκε στο πελατολόγιο. Η θέση μου ήτανε πια εξασφαλισμένη, το δίχως άλλο. Ο Δρακούλης εικόνισμα θα μ’ έκανε.

Πήρα στα κεντρικά, να μου ετοιμάσουνε το στούντιο για το ψιμύθιασμα, αλλά και για ν’ αφουγκραστώ αντιδράσεις. Τους πέσανε τα σαγόνια στο πάτωμα, το ’νιωσα κι απ’ το τηλέφωνο. Μετά πήρα τη γυναίκα μου να της προλάβω τα ευχάριστα και να την ειδοποιήσω ότι θ’ αργούσα απόψε. Μέχρι και τριήμερο στο Λουτράκι του Πόζαρ της έταξα, χώρια το μαργαριταρένιο βραχιόλι που θα της έκανα έκπληξη. Ήταν η μέρα μου, μια μέρα που αξίζει να τη ζήσεις, ενασμενιζόμουν σαν παρλιακός.

***

Πλησίαζα στη βάση του πυροβολικού. Στο κενό ανάμεσα σε δυο τραγούδια, άκουσα έναν θόρυβο απ’ την καρότσα. Έκλεισα τη μουσική κι αφτιάστηκα να δω τι ήταν. Ο ήχος επαναλήφτηκε. Ένας πνιχτός γδούπος σαν κάτι να χτυπούσε πάνω σε ξύλο, ρυθμικά, μ’ απόγνωση. Κόντεψα να χάσω τον έλεγχο του τιμονιού και να βουτήξω μαζί με το βαν απ’ την ακροκρημνιά του πολυγυρινού δρόμου. Αμέσως μετά το στρατόπεδο, σταμάτησα σ’ ένα θεοσκότεινο πλάτωμα στα δεξιά.

Δεν ήθελα να το πιστέψω. Όχι Θεέ μου, όχι, δεν είναι δυνατόν, μη μου το κάνεις αυτό, όχι να χαρείς. Κάτι άλλο θα ’ναι, δεν μπορεί, κάτι θα λύθηκε στην καρότσα και χτυπάει… Βγήκα απ’ την καμπίνα και κατευθύνθηκα στις πίσω πόρτες. Τις άνοιξα με φόβο απόβαθο, σάμπως μέσα να παραμόνευε ο Μινώταυρος. Δηλαδή καλύτερα να ’ταν ο ταυροκέφαλος παρά… παρά… Δεν κοτούσα καν να το σκεφτώ.

Με το που έβαλα το κεφάλι στην καρότσα, ο γδούπος ακούστηκε ξανά, αναθαρρημένος, επίμονος, προσταχτικός. Ένιωσα το στήθος μου να κόβεται στα δυο, λες και γλιστρούσα σε μιαν ουρανοκρέμαστη τσουλήθρα της αβύσσου.

Το μορμολύκειο ζωντάνεψε! Δεν γίνονται αυτά, μα την κόλαση, ποιος μαλάκας γιατρός υπέγραψε το καταραμένο πιστοποιητικό θανάτου; Σα φλας μες στο νου μου άστραψε το μαύρο βελούδο των ματιών της χήρας. Κι εγώ θα το υπέγραφα το ρημάδι…

Άβουλος, σήκωσα το καπάκι απ’ το κιβούρι. Αυτό που αντίκρισα μου ’κοψε τα ήπατα. Ο γερο-Δαρείος με αγριοκοιτούσε με μάτια γουρλωμένα κι η έκφρασή του μόνο ευγνωμοσύνη ή παράκληση δεν πρόδινε. Στη ρικνή του μούρη οργίαζε ένας στυγερός μορφασμός. Αλαζονεία, μίσος, καταφρόνεση, αηδία· τα χείλια του κρεμάμενα, τα φρύδια του σ’ ένα οργισμένο σμίξιμο σα θεομηνία, έλεγες θα σπίθιζαν αν τ’ άγγιζες. Δε θυμάμαι στη ζωή μου κάτι τόσο σκιαχτερό.

Λένε πως σε κρίσιμες στιγμές βλέπεις να περνάει απ’ τα μάτια σου η ζωή σαν ταινία. Απ’ τα δικά μου πέρασε ο θάνατος, σα θρίλερ του Κιούμπρικ. Ήρθε το τέλος, μέχρι εδώ ήτανε, είμαι ξοφλημένος. Πώς θα παρουσιαζόμουν στη δουλειά; Θα γινόμουνα περίγελος όλων, ο Δρακούλης θα με πετούσε με τις κλοτσιές.

Μοναστραπίς στο νου μου ξεκίνησε χορός δαιμονικός, σαν εφιάλτης του Έντγκαρ Άλαν Πόε με κόκκινη μάσκα. Τα δάνεια της Αγγλίας, το πατρικό σπίτι, η ανήμπορη μάνα, η ανύπαντρη αδερφή, η γυναίκα, το παιδί, τα τετρακόσια που ’δωσα μίζα, το τριήμερο στο Πόζαρ, το μαργαριταρένιο βραχιόλι, ολάκερη η ζωή μου η σκρόφα, όλα χαράμι, όλα στο βρόντο, όλα για έν’ απέθαντο χούφταλο· όχι, δεν μπορώ να το δεχτώ…

«Ή αυτός ή εσύ» άκουσα τη φωνή επιταχτική μες στο κεφάλι μου κι έπειτα όλα θόλωσαν. Άρπαξα ένα μαξιλάρι απ’ το κασόνι με τα υλικά και τον πατίκωσα. Θεέ μου, πόση ανακούφιση να μη βλέπω τ’ απαίσια μούτρα του. Δε σκεφτόμουνα, πίεζα, μόνο πίεζα. Το σάψαλο δεν είχε ανάκαρα να παλέψει. Έκανε μερικούς αδύναμους σπασμούς κάτω απ’ τα χέρια μου κι έπειτα τίποτα. Πατίκωσα κι άλλο, μέχρι που βεβαιώθηκα πως τα ’χε τινάξει πια για τα καλά.

Τότε μόλις, ήρθα στα συγκαλά μου κι ένιωσα τι ’χα κάνει. Αποτροπιασμός, τρόμος, ενοχή, πανικός. Δεν τόλμησα να τραβήξω το μαξιλάρι, μόνο κατέβασα το καπάκι. Έτρεξα στην καμπίνα, έβαλα μπρος κι έφυγα σαν κυνηγημένος.

***

Έφτασα στη στροφή Χορτιάτη. Από συνήθεια έκανα να στρίψω αριστερά, προς  Ασβεστοχώρι, μα αμέσως το μετάνιωσα. Δεν ήμουνα σε κατάσταση να παρουσιαστώ στο γραφείο. Γύρισα το τιμόνι δεξιά κι έπιασα την ανηφόρα κατά Χορτιάτη.

Ένα χιλιόμετρο παραπάνω μ’ έπιασε η αλλαξοκαιριά. Σάμπως αυτό που μαινότανε μέσα μου να ’χε ξεσπάσει απάνω σ’ ολάκερη την πλάση, προσχαμήλωσε ο ουρανός κι άρχισε να ρίχνει μπαμπάκι πυκνό. Μερικά χιλιόμετρα μακρύτερα δρίμωσε ο χιονιάς, το γύρισε σε χιονοθύελλα. Ένιωσα το βαν να γλιστράει επικίνδυνα, το ’σωσα την ύστατη στιγμή.

Έπρεπε να σταματήσω, θα σκοτωνόμουνα. Βρήκα ένα πλάτωμα και πάρκαρα. Η καρδιά μου έπαιζε ταμπούρλο με το στήθος μου. Έκλεισα το κινητό. Οι δίβουλοι στοχασμοί κουντούρντιζαν[4] διαολεμένοι, σαν έξαλλο κοπάδι σαρκοβόρων μπαμπουίνων.

Η πρώτη μου σκέψη ήτανε να παραδοθώ, να πάω τώρα δα στην αστυνομία και να ομολογήσω: Είμαι δολοφόνος! Σκότωσα έναν αθώο γέροντα που δε μου ’φταιξε σε τίποτα, είμαι ένα κτήνος, ουτιδανός. Αυτό ήτανε το ηθικώς ορθό. Έλα όμως που όταν είσαι γονιός η ύψιστη ηθική σου υποχρέωση είναι να φροντίζεις και να προστατεύεις την οικογένεια. Φυσικός νόμος, νόμος του Θεού, πάνω και πέρα απ’ το δίκαιο των ανθρώπων.

Πάλι καλά που τα λογικά μου δεν μ’ είχαν απολείψει παντελώς. Βλέπεις, η Λογική είναι η μεγαλύτερη πόρνη· δίνεται σ’ όλους, μα δεν ανήκει σε κανέναν. Και τσατσά της είν’ η Ηθική. Οι δυο μαζί προστρέχουνε και ξέρουν πάντα να ικανοποιούν αυτόν που επικαλείται τις θωπείες τους.

Στο κάτω κάτω, ποιος φταίει για τούτη την κατάσταση; Γιατί πρέπει εγώ κι όλοι σαν εμένα να ζούμε με το σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο; Δεν ήμουνα πάντοτε αριστούχος; Δεν έκανα ό,τι μου είπανε πως έπρεπε να κάνω; Ούτε χασομέρης ούτε φυγόπονος, πάντα μου σωστός σε όλα. Τότε γιατί όλα πηγαίνανε σκατά; Ψέματα, όλα ψέματα…

Δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει, είσαι επί ξύλου κρεμάμενος, σα να πηγαίνεις καθημερινά σ’ έναν πόλεμο που ποτέ δεν κοπάζει. Μα ποιος τον ξεκίνησε τούτο τον πόλεμο; Αυτός, αυτός, ο Δαρείος και το συνάφι του! Ε, που να πάρει ο γερο-Διάολος, όταν ξεκινάς πόλεμο ετοιμάσου να ’χεις κι εσύ απώλειες, όχι μοναχά οι άλλοι.

Κι έπειτα, δαύτος δε θα λείψει από κανέναν. Είδα τη χήρα και την κόρη του, είδα και τους γιους του. Άσε που έτσι κι αλλιώς ζωή πολλή δεν είχε, μετρούσε μέρες. Σήμερα ξύπνησε, ποιος ξέρει αύριο τι θα γινόταν.

Τρεις μεταμοσχεύσεις είχε κάνει, καρδιά, συκώτι, πάλι καρδιά. Πού βρήκε τα μοσχεύματα; Ποιους πήρε στο λαιμό του; Κάτσε ’συ φτωχέ στη λίστα αναμονής να ψοφήσεις, ενώ ο πλούσιος βρίσκει τα όργανα λες και ψωνίζει απ’ του Βασιλόπουλου. Πόσους ακόμα θα ’σερνε μαζί του στον τάφο, αν δεν τον είχα σταματήσει; Είναι δίκαιο να καταστραφεί η ζωή μου, νέος άνθρωπος με μωρό παιδί, για έναν εσχατόγερο που ξέχασε να πεθάνει; Όχι, ο Χάρος είναι ο Μέγας Εξισωτής κι εγώ ο ταπεινός παραγιός του…

Σιγά σιγά συνήρθα κι ανέκτησα τον έλεγχο της ανάσας μου. Τελικά δεν υπάρχει τίποτα που ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να εκλογικέψει. Έπρεπε να το κουκουλώσω, το ’χα χρέος προς το γιο και προς τη μάνα μου. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Γιατί αν δεν ήταν αυτοί, δεν θα το ‘χα κάνει εξαρχής.

Κοίταξα το ρολόι. Νύχτα χωνεμένη, είχε πάει σχεδόν δύο μετά τα μεσάνυχτα. Κατέβηκα απ’ τ’ αμάξι, έτριψα τα λάστιχα να μουτζουρωθούν τα δάχτυλα. Μετά μουτζάλωσα το πρόσωπό μου κι έπειτα έπιασα το χιόνι, που ’χε ήδη φτάσει στον αστράγαλο, και πασπάλισα τα ρούχα μου να μουσκέψουν. Ο άνεμος είχε κόψει. Ξεφούσκωσα τη ρεζέρβα και την κατάβρεξα κι αυτήν. Έριξα λίγες φούχτες χιόνι και στις αντιολισθητικές αλυσίδες. Άνοιξα το κινητό. Δέκα αναπάντητες απ’ το γραφείο, η τελευταία πριν από ένα τέταρτο. Ανταπέδωσα την κλήση κι ενημέρωσα ότι πλησιάζω.

Οδήγησα όσο πιο γρήγορα γινότανε κι έφτασα με κομμένη την ανάσα στη Νεάπολη. Με το που μπήκα μέσα να πάρω το φορείο, να σου μπροστά μου ο Δρακούλης.

«Αργύρη… Μα καλά, πού είσαι τόσες ώρες, ήμουνα έτοιμος να βάλω τα παιδιά να σε ψάξουνε. Πριν από λίγο με ειδοποίησε και μένα η γραμματεία. Πάλι καλά που δεν φωνάξαμε την αστυνομία δηλαδή».

«Με συγχωρείτε κύριε Δρακούλη, αλλά έπαθα λάστιχο λίγο πριν απ’ τη στροφή Χορτιάτη. Το κινητό δεν έπιανε, δεν μπορούσα να ειδοποιήσω ούτε να πάρω την οδική βοήθεια. Μέχρι να βάλω τη ρεζέρβα, μ’ έπιασε χιονιάς. Κάθισα λίγο μέσα να προφυλαχτώ και μόλις κόπασε πέρασα αλυσίδες στο βαν. Όταν κατέβηκα στα Μετέωρα, η τροχαία μου ’κανε σήμα να τις βγάλω, γιατί εδώ δε χιόνισε. Μεγάλη περιπέτεια, αλλά τέλος καλό όλα καλά».

Ο Δρακούλης με κοίταξε αποκορφίς και κούνησε το κεφάλι. «Τα χάλια σου τα μαύρα έχεις. Μπορείς να περιποιηθείς τη σορό ή να καλέσω κάποιον άλλον;»

«Όχι, κύριε Δρακούλη, δεν χρειάζεται. Θα τα φροντίσω όλα εγώ, είμαι μια χαρά».

«Ωραία. Κοίτα να βάλεις όλη σου την τέχνη». Κάτι στη φωνή του έδειχνε σα να μην είχε πολυπιστέψει την ιστορία μου, αλλά δεν το ’κανε θέμα. «Η κηδεία έχει οριστεί γι’ αύριο το πρωί στις δέκα, εδώ επιτόπου. Μόλις τελειώσει η δεξίωση, θα ξεκινήσετε με τον Δημήτρη, τον οδηγό, για Μπάνσκο. Κοιτάξτε να ξεμπερδεύετε νωρίς με την αποτέφρωση, για να γυρίσετε μέχρι τ’ απόγευμα, συνεννοηθήκαμε;»

«Εντάξει, κύριε Δρακούλη, όλα καλά». Του γύρισα την πλάτη κι έσυρα το φορείο προς το βαν.

***

Κλείδωσα πίσω μου την πόρτα του στούντιο. Κανείς δεν έπρεπε να διακόψει την… καλλιτεχνική μου δημιουργία, όχι απόψε. Άνοιξα το καπάκι απ’ το κιβούρι. Το μαξιλάρι ήτανε πάντα εκεί, να του κρύβει το πρόσωπο. Το σήκωσα ταραγμένος.

Αν υπήρχε κάμερα ν’ απαθανατίσει την έκφραση που πήρα καθώς αντίκρισα το πτώμα, σίγουρα θα ’χα στο τσεπάκι το Όσκαρ πρώτου αντρικού ρόλου. Τα γόνατά μου λύθηκαν, κόντεψα να σωριαστώ. Μετά βίας κρατήθηκα απ’ το χερούλι της κάσας.

Ένας τετανικός σπασμός είχε αποτυπώσει μόνιμα την αγωνιακή γκριμάτσα του γέρου, σαν τεφροκύανη μάσκα αρχαίου θεάτρου, άκαμπτη κι αναφρικιαστική. Τα μάτια του ανοιχτά, θολό γυαλί, τα φρύδια σμιχτά, τα χείλια κρεμασμένα. Και σα να μην έφταναν αυτά, είχε γεμίσει αιμορραγικές πετέχειες απ’ την ασφυξία. «Το φελέκι μου μέσα, γαμώτο, γαμώτο, γαμώτο!» σφυροκοπούσα με τη γροθιά το κιβούρι. Όλα εναντίον μου, όλα, το κέρατό μου το δίφορο! Μόλις κάτι παραπάνω από τρεις ώρες είχανε περάσει κι άρχισε κιόλας η ακαμψία. Ε βέβαια, με τόσο κρύο…

Έκανα να του κλείσω τα μάτια. Τα βλέφαρα αντιστάθηκαν κι έμειναν ακίνητα. Του πασπάτεψα το πρόσωπο μπας και καταφέρω να κάνω τους μύες να χαλαρώσουν, όπως μας είχανε δείξει στα σεμινάρια. Τίποτα. Δοκίμασα τα χέρια και τα πόδια. Αυτά, αν και δύσκολα, λυγίζανε ακόμα· η ακαμψία προχωράει σταδιακά. Με την ψυχή στο στόμα, πήγα στη ντουλάπα κι έβγαλα το μαύρο σινιέ κουστούμι που ’χε στείλει η χήρα. Μέγκλα πράμα, κρίμα που ήτανε να γίνει στάχτη. Έπρεπε να προλάβω προτού μαρμαρώσει ολάκερος. Μετά δεν θα μπορούσα να κάνω και πολλά.

Ψαλίδισα τη λερή πιτζάμα και τα εσώρουχα. Έριξα τα κουρέλια στον κλίβανο, μαζί με τ’ όπλο του φόνου. Τον έπλυνα στη ρηχή υπερυψωμένη μπανιέρα και τον στέγνωσα προσεχτικά. Με τα χίλια ζόρια τον ξύρισα, τον κούρεψα, του φόρεσα το κουστούμι και τα λουστρίνια και τον απόθεσα στο εβένινο φέρετρο με τα επίχρυσα χερούλια και την πορφυρή μεταξωτή επένδυση.

Είχε έρθει η ώρα ν’ αντιμετωπίσω την τρομερή μουτσούνα του θανάτου. Έκοψα τις βλεφαρίδες και τοποθέτησα τεχνητά βλέφαρα, να κλείσουν τα μάτια. Του ξύρισα τα φρύδια και κόλλησα επίσης τεχνητά, μήπως μετριάσω το δυσοίωνο οργισμένο σμίξιμο. Κάτι πήγε να γίνει. Όμως το στόμα, κείνη η αποτρόπαιη γκριμάτσα που ’χε σιδερωθεί στα μαργωμένα χείλη, δεν ήταν εύκολο να ημερέψει.

Πάσχισα, καλαφάτισα, πέρασα στρώματα και στρώματα μέικ-απ, έκανα ό,τι ήταν βολετό, σμίλεψα τα μισίδια[5] του προσώπου, μη μου γίνει σαν τον άντρα της Μπάρμπι, μα κείνος ο αναθεματισμένος μορφασμός δεν έλεγε να φύγει.

Σοβάντιζα, έπλαθα, τα χαλούσα, τα ξανάφτιαχνα, νόμιζα πως κάτι έκανα· καθόμουνα δήθεν ικανοποιημένος, μα μόνο τον εαυτό μου κορόιδευα… Μόλις ξανακοιτούσα, ο μορφασμός ήταν ακόμα εκεί, πικρός και θρασύς.

Κάποια στιγμή, έχασα πια το λεπτό σύνορο αναμεσίς ύπνου κι εγρήγορσης. Τα δυο τους είχανε κουβαριαστεί κι είχανε βρικολακιάσει σ’ έναν αξύπνητο εφιάλτη. Καθισμένος στον πάγκο άκουσα ξάφνου έναν ξύλινο ήχο, κάτι να χτυπάει ρυθμικά, επίμονα, προσταχτικά. Τινάχτηκα σαν έχιδνα κι άρπαξα ένα χοντρό κατσαβίδι απ’ τον πάγκο. Όρμησα στο εφτάψυχο γερόντιο, να του σουβλίσω την καρδιά, να πάψει επιτέλους να με στοιχειώνει. Μια στιγμή πριν του το καρφώσω, το χτύπημα ξανακούστηκε από τη μεριά της πόρτας. «Αργύρη, είσαι καλά;» ήχησε δισταχτική η φωνή της Χριστίνας, απ’ τη γραμματεία.

«Ναι, ναι, καλά είμαι, όλα τέλεια». Έκρυψα το κατσαβίδι πίσω απ’ την πλάτη κι άνοιξα την πόρτα.

«Μ’ έστειλε ο κύριος Δρακούλης, να δω αν τέλειωσες».

«Ναι, Χριστινάκι, πες του πως τελειώνω σε πέντε, εντάξει;» Έκανα μια απελπισμένη προσπάθεια να χαμογελάσω, αλλά μάλλον την τρόμαξα. Πέταξε ένα «Έγινε» κι έφυγε σφαίρα.

Μπήκα πάλι μέσα, χωρίς να κλειδώσω πια την πόρτα. Ο Δαρείος κείτονταν νεκρός, όπως ο αρχαίος συνονόματος. Άφησα το κατσαβίδι στον πάγκο. Κι όμως, ήμουνα έτοιμος να τον ξανασκοτώσω, ήμουν αποφασισμένος. Και, μα τον γιαραμπή, θα τονε σκότωνα χίλιες φορές αν χρειαζόταν.

Κοίταξα το ρολόι. Είχε πάει εννιά το πρωί. Επιθεώρησα για τελευταία φορά το έργο μου. Το καλύτερο που ’χα καταφέρει ήταν ν’ απαλύνω κάπως την εντύπωση που ’δινε κείνος ο μορφασμός. Τον είχα λίγο εξωραΐσει, τίποτα περισσότερο. Τουλάχιστον δεν έδειχνε πια τόσο γκρανγκινιόλ. Άνοιξα την πόρτα με μια βαθιά αλεξιθυμία να μ’ έχει καταλάβει, σα να ’μουν ανδροειδές. Το ’χα πάρει απόφαση πως είχα χάσει πια τα πάντα και δε μ’ ένοιαζε. Κανένα συναίσθημα, καμιά αντίδραση, τίποτα δεν είχε πλέον νόημα. Με το που άνοιξα την πόρτα, πρόβαλε ο πανταχού παρών Δρακούλης, φάτσα κάρτα.

«Καλημέρα, Αργύρη… Όλα έτοιμα;»

«Έννοια σας κύριε Δρακούλη, όλα στην εντέλεια. Ολοκληρώθηκε ο στολισμός της αίθουσας;»

«Ναι, από ’κει έρχομαι. Λοιπόν, πήγαινε ετοιμάσου κι εσύ, γιατί δεν έχουμε πολλή ώρα». Χωρίς να περιμένει απάντηση, κίνησε προς το γραφείο του.

Έκανα ένα ντους, ήπια έναν διπλό εσπρέσο και πήγα στ’ αποδυτήρια να φορέσω το ακριβό κουστούμι που μας παρείχε η εταιρεία για τέτοιες περιστάσεις, μην είμαστε ανάμεσα στους καλεσμένους σαν τους φτωχούς συγγενείς. Έγινα στην πένα. Πότε θα ’χα ξανά την ευκαιρία να φορέσω Χιούγκο Μπος; Σίγουρα όχι στην ανεργία ούτε στη φυλακή.

***

Το παρεκκλήσι ήτανε στολισμένο αριστοτεχνικά. Οι συνθέσεις των λουλουδιών έμοιαζαν με πίνακες του Βαν Γκογκ. Η σεραφική μουσική υπέβαλε διακριτικά σεβασμό και κατάνυξη. Η φωτογραφία του μακαρίτη δέσποζε στη γιγαντοοθόνη. Ο φωτισμός, προσεχτικά σκηνοθετημένος, σμίλευε τις σκιές.

Κι η μεγάλη παραφωνία: το ανοιχτό φέρετρο με τον λαμπροφορεμένο Αγαμέμνονα Δαρείο και τον φρικαλέο του μορφασμό. Η μπρούτζινη βάση ήταν υπερυψωμένη κι επικλινής, έτσι ώστε όλοι στην αίθουσα να τον βλέπουν. Μα δε μου καιγότανε καρφί, είχα συνθηκολογήσει με την ιδέα του χαμού.

Η ελληνική Εκκλησία δεν δέχεται να κηδέψει όποιον επιλέγει την αποτέφρωση. Όμως άμα έχεις λεφτά, όλο και θα βρεθεί παπάς να έρθει ως εδώ και να τελέσει το μυστήριο, από χριστιανική αγάπη. Έπιασε να δοκιμάζει τα μικρόφωνα, μαζί του κι η χορωδία. Χαμηλομουρμούριστοι, οι συγγενείς κι οι καλεσμένοι άρχισαν να προσέρχονται. Το πάρκινγκ γέμισε από Μερσεντές, Πόρσε και κάθε λογής SUV κι η αίθουσα με Αρμάνι, Βερσάτσε, Ντιόρ και Λακρουά.

Χαμοβλεπάρης κι ατήραγος, πήγα και στάθηκα στη θέση μου δίπλα στο φέρετρο. Έκανα ό,τι μπορούσα για να περάσω απαρατήρητος, μα οι φιδομαλλούσες Ερινύες που έπλεχαν απάνω απ’ το κεφάλι μου με πρόδιναν. Όλοι κοιτούσανε κατά μένα. Ένας ψίθυρος απλώθηκε από στόμα σε στόμα, πνίγος πλάκωσε την αίθουσα.

Σαν ξεκίνησε ο παπάς να ψέλνει, η χήρα έβαλε τα κλάματα. Κοπετός, όχι αστεία. Ήταν βέβαια υποχρεωμένη να δείξει θλίψη, μα τούτο πήγαινε πολύ. Οι πλούσιοι σφιχτοκρατάνε τα συναισθήματά τους μπροστά στον κόσμο, η αδυναμία είναι ντροπή.

Λες κι ήτανε μεταδοτικό, έπιασε να κλαίει γοερά κι η κόρη, μια λυσίκομη καστανή, συνομήλικη με τη μητριά της. Έπειτα οι γιοι του, δυο ψαρομάλληδες καλοζωισμένοι, λύγισαν κι αρχίσανε τα δάκρυα να κυλούν ποτάμι. Το σύθρηνο εξαπλώθηκε ολοτρόγυρα στην αίθουσα. Σε λίγα λεπτά, οι πάντες είχανε λυθεί στο κλάμα. Δεν το ’χα ξαναδεί αυτό παρά μόνο σε κηδείες μικρών παιδιών και πάλι όχι τόσο.

Τότε κατάλαβα τι γινόταν. Ο μορφασμός, ο μορφασμός, αυτός έφταιγε για όλα, ήτανε τόσο θλιβερός. Και τόσο αξιοθρήνητη η Μάσκα του Αγαμέμνονα που ’χα πλάσει… Επική αποτυχία, ναυάγιο, πανωλεθρία κανονική. Ήμουν άξιος της μοίρας μου, όπου κι αν κατέληγε αυτό το φιάσκο.

Ο Δρακούλης στεκότανε παράμερα σε μια γωνιά και παρακολουθούσε τα δρώμενα. Είχε ένα ύφος αξεδιάλυτο, που θα μπορούσε να του χαρίσει το παγκόσμιο πρωτάθλημα πόκερ στο Λας Βέγκας. Η ένταση που ’χε το βλέμμα του φανέρωνε πως τίποτα δεν του περνούσε απαρατήρητο.

Την ώρα του επικήδειου, η γιγαντοοθόνη έπαιζε σκηνές με τον αείμνηστο σε οικογενειακές στιγμές ή σε ώρες θριάμβου. Ο μεγάλος γιος μετά βίας πρόλαβε να διαβάσει ως τη μέση το χαρτί που κρατούσε, ώσπου τον πνίξανε οι λυγμοί. Μετά η οικογένεια παρατάχτηκε δίπλα στο φέρετρο κι οι καλεσμένοι κάνανε ουρά για τον στερνό χαιρετισμό.

Ακόμα και τότε, το μακροθρήνημα συνεχίστηκε ακάθεκτο. Μάσκαρα λιωμένη, να τρέχει σε μάγουλα μακιγιαρισμένα με το μυστρί, ν’ αφήνει αχνάρια στο σοβά –μαύρο δάκρυ στην κυριολεξία–, μουτζουρωμένα μάτια, τρεχούμενες μύτες, σκέτη καταστροφή.

Είδα τον Δρακούλη να παίρνει ύφος σκεφτικό, σάμπως όλο αυτό να τον προβλημάτιζε. Οι αλγούντες καλεσμένοι πήγανε να πνίξουν τον πόνο τους σε σαμπάνια με χαβιάρι στην αίθουσα των δεξιώσεων κι εγώ κίνησα προς τη νεκροφόρα, να κανονίσω τα του ταξιδιού. Πριν φτάσω στην εξώπορτα, ο Δρακούλης με πρόλαβε. «Αργύρη… Μόλις επιστρέψεις από το Μπάνσκο, θα σε περιμένω στο γραφείο μου». Είχε πάλι εκείνο το ανεξιχνίαστο ύφος του χαρτοπαίχτη. Του απάντησα κάτι λαρυγγοκαρυδωμένο και βγήκα κακήν κακώς στην αυλή.

***

Το αργοκίνητο ταξίδι για Βουλγαρία ήτανε στ’ αλήθεια μαρτυρικό. Είχα τριάντα ώρες ξάγρυπνος, είχα τον νταλγκά μου, είχα από πάνω και τον Δημήτρη, τον οδηγό, να φλυαρεί για τον ΠΑΟΚ κι αν ο Ιβάν θα κάνει του χρόνου καλές μεταγραφές. Πίσω ακολουθούσε η λιμουζίνα που μετέφερε την οικογένεια. Η αποτέφρωση θα διεξαγόταν σε στενό κύκλο. Οι γυναίκες έκλαιγαν ακόμα, όταν φτάσαμε έξω απ’ το Μπάνσκο.

Κόστισε κατιτίς παραπάνω στον Δρακούλη να πάρει άδεια για κρεματόριο σε τουριστική περιοχή, αλλά το επιβλητικό ορεινό τοπίο κι ο μυροβόλος αγέρας ήτανε κι αυτά τμήμα των προσφερόμενων υπηρεσιών, όπως και το πλούσιο γεύμα στο καλύτερο εστιατόριο της περιοχής.

Το ταξίδι της επιστροφής ακόμα πιο δύσκολο. Ο Δημήτρης είχε πιάσει στο στόμα του τη διαιτησία και τον Γαύρο και σταματημό δεν είχε. Εγώ πάλι, το μόνο που συλλογιζόμουνα ήταν ο Δρακούλης, που με περίμενε να μου ψάλει τον αναβαλλόμενο. Η ανοιακή ευφορία που μ’ είχε πιάσει χτες το βράδυ δεν έμελλε να ’βγει σε καλό. Σκέφτηκα στα σοβαρά να πηδήσω απ’ τη νεκροφόρα και να μείνω στη Βουλγαρία, να μη γυρίσω πίσω, να μη με ξαναδεί κανείς. Τι θα πει πώς θα ζούσα. Παντού χρειάζεται ένας δολοφόνος.

Μόλις φτάσαμε, πήγα στο γραφείο του σα ζόμπι. Η γραμματέας μού είπε να περιμένω, γιατί ο κύριος Δρακούλης έδινε συνέντευξη σε κάποιο τοπικό κανάλι. Έκατσα κι εγώ και μετρούσα τα δευτερόλεπτα, που ’χαν πάρει διαστάσεις διογκωμένης σχετικότητας.

Η πόρτα του γραφείου άνοιξε. Πρώτα βγήκανε ο δημοσιογράφος με τον εικονολήπτη. Από πίσω τους ο Δρακούλης, ντερμπεντέρης, εύχαρις, εύγλωττος, τους χτύπαγε στον ώμο καθώς έλεγε ένα ανέκδοτο με βρικόλακες. Μόλις το συνεργείο απομακρύνθηκε, κείνος σοβαρεύτηκε. Μου ’κανε νόημα να περάσω. Κίνησα αργοβάδιστος, σάμπως να διάβαινα το Πράσινο Μίλι.

Μπήκα μέσα κι έκλεισα πίσω μου την πόρτα. Ο Δρακούλης είχε καθίσει και κάτι έγραφε στον υπολογιστή. Μου ’δειξε μια πολυθρόνα και με ρώτησε αν ήθελα κάτι να πιω. Το ξαίματο πρόσωπο και τα πανιασμένα μου χείλη φανέρωναν αδιάψευστα την κατάστασή μου. Αρνήθηκα ευγενικά. Μου ζήτησε συγνώμη, να διευθετήσει κάποιες υποθέσεις, και σήκωσε το τηλέφωνο. Μόλις τέλειωσε, γύρισε προς τα μένα.

«Δε μου λες, Αργύρη, ποιος σε πληρώνει;» Τα μάτια του είχανε μια παγερή έκφραση, σάμπως οι σκέψεις του να κρύβονταν στο βυθό σιβηρικής λίμνης. Όμως η ερώτηση από μόνη της φανέρωνε πού πήγαινε το πράμα.

«Ε… εσείς, κύριε Δρακούλη».

«Λάθος! Δεν σε πληρώνω εγώ. Εγώ δεν πληρώνω κανέναν. Για ποιο πράγμα πληρωνόμαστε, Αργύρη, εσύ κι εγώ;»

«Για να κάνουμε τις τελετές». Απαντούσα στωικά, σα να ’μουνα ο Σκυλόσοφος[6] μπρος στο τούρκικο λεπίδι.

«Και ποιος πληρώνει γι’ αυτές; Το κράτος; Η τράπεζα; Ο Θεός;»

«Οι συγγενείς, οι ζωντανοί».

«Σωστά! Οι κηδείες δεν είναι για τους νεκρούς, αλλά για τους ζώντες. Και τι χρειάζονται οι ζωντανοί, Αργύρη, τι έχουν περισσότερο ανάγκη;» Κούνησα με πίκρα το κεφάλι. Σίγουρα όχι να φύγουνε ξεβαμμένοι σαν καμποτίνοι παλιάτσοι.

«Να θάψουν τους νεκρούς τους;»

«Όχι. Αυτό μπορεί να το κάνει και το δημοτικό γραφείο τελετών, πολύ πιο φτηνά. Εμείς τους δίνουμε κάτι άλλο, κάτι παραπάνω. Τι είναι; Μπορείς να σκεφτείς;»

Τι να σκεφτώ. Μια καλή κοινωνική εκδήλωση τους δίνουμε, αν δηλαδή δεν βρεθεί κάποιος Αργύρης να την κάνει ρόιδο.

«Γιατί έκλαιγαν όλοι σήμερα; Τι τους έδωσες, Αργύρη; Σκέψου».

«Δε… δεν ξέρω. Τι τους δώσαμε;»

«Κάθαρση! Αυτό τους δώσαμε, εξιλασμό. Η κηδεία είναι ιεροτελεστία, είναι τέχνη. Σαν θέατρο, σαν αρχαία τραγωδία. Είδαν στο πρόσωπο του νεκρού τη μοίρα τους. Είδαν τη ζωή τους. Εκτίμησαν αυτό που έχουν, αυτό που ζουν. Πέθαναν με τον νεκρό και μας πλήρωσαν για τη ζωή που τους χαρίσαμε. Χάρη σε σένα, χάρη στον Χάρη Δρακούλη, μπορούν να συνεχίσουν να ζουν…

»Γι’ αυτό μας πληρώνουν. Όχι για να θάβουμε τους νεκρούς, αλλά για ν’ ανασταίνουμε τους ζωντανούς. Είμαστε καλλιτέχνες, Αργύρη, είμαστε τραγωδοί, είμαστε ποιητές… Κι εσύ, αυτό μου λέει το ένστικτό μου, είσαι ο Ευριπίδης της ταφής. Μπορείς να κάνεις σπουδαία πράγματα, αρκεί να καταλάβεις ποιος είσαι, ποιοι είμαστε, τι κάνουμε». Μου πέρασε για μια στιγμή απ’ το νου ότι με δούλευε κανονικά. Μα τώρα η ματιά του είχε γίνει πιο ζεστή, θα ’λεγες πατρική.

«Ε… ευχαριστώ πολύ κύριε Δρακούλη».

«Δεν σου κρύβω ότι προβληματίστηκα με τη χθεσινή σου συμπεριφορά. Αλλά μόλις είδα το έργο σου, κατάλαβα. Ήταν η ένταση της έμπνευσης που κλοτσάει για να γεννηθεί. Η έκφραση που έδωσες στον νεκρό, ήταν ό,τι πιο συγκλονιστικό έχω δει, τόσα χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά. Περιέκλεινε όλο τον πόνο της ύπαρξης, τη θλίψη της απουσίας μαζί με την περίσκεψη του μοιραίου, απεικόνιζε με τον πλέον γλαφυρό τρόπο την επίγνωση του μάταιου, της μηδαμινότητας του ανθρώπου μπροστά στο επέκεινα. Ιδιοφυές! Θα μου επιτρέψεις να σου δώσω τα θερμά μου συγχαρητήρια».

Έμεινα άλαλος, δεν ήξερα στ’ αλήθεια τι να πω. Οι αλλεπάλληλες αλλαγές συναισθημάτων το τελευταίο εικοσιτετράωρο μ’ είχανε τσακίσει κι η αλεξιθυμία με καταπλάκωνε ακόμα. Σηκώθηκα μονάχα και του έτεινα το χέρι. Μου το ’σφιξε εγκάρδια.

«Λοιπόν, πήγαινε σπίτι να ξεκουραστείς. Και μην έρθεις την υπόλοιπη βδομάδα. Έχεις άγραφη άδεια από μένα. Άντε και πάντα τέτοια…».

Υποκλίθηκα βαθιά κι έφυγα πισωπατώντας, μην του γυρίσω την πλάτη. Τούτη ήταν η απαρχή μιας λαμπρής καριέρας στο χώρο των τελετών. Έγινα το δεξί χέρι του Χάρη Δρακούλη. Ο ίδιος έδωσε εντολή στο εξής όλοι οι νεκροί να μακιγιάρονται μ’ έναν ελαφρύ μορφασμό στα φρύδια και στα χείλη. Μ’ έβαλε να διδάσκω την υψηλή μου τέχνη στους νεότερους. Ύστερα από μερικά χρόνια, όλοι είχανε ξεχάσει πως κάποτε λεγόμουν Αργύρης Γαζής. Ήμουν πια ο Ευριπίδης, ο Ευριπίδης της Ταφής…

 

 

[1] Καρτάλι: Όρνιο, αρπαχτικό.

[2] Τιτίζης: Λεπτολόγος, κομψός.

[3] Γαζής: Επίλεκτος Οθωμανός πολεμιστής, γενίτσαρος.

[4] Κουντουρντίζω: Ξεσαλώνω, παραφέρομαι.

[5] Μισίδια: Τα χαρακτηριστικά του προσώπου.

[6] Διονύσιος ο Φιλόσοφος ή Σκυλόσοφος (1541 – 1611). Ηπειρώτης μοναχός και ηγέτης αγροτικών εξεγέρσεων. Οι Τούρκοι τον έγδαραν ζωντανό, όμως αυτός δεν λύγισε ούτε για μια στιγμή.

Advertisements

125 Σχόλια to “Ο Ευριπίδης της ταφής (διήγημα του Κωστή Ανετάκη)”

  1. Χαχά, ωραίο ήταν, μπράβο! Γέλασα και με τον Άγιο Βαλάντιο. Αν ήμουν επιμελητής θα έκανα κάπως πιο ομοιόμορφη τη γλώσσα, ή παπάς-παπάς ή ζευγάς-ζευγάς (ή φυγάς-φυγάς για να το συνδέσω με τα χτεσινά 🙂 ), αλλά δεν είμαι 😉

    Μόνο, πραγματολογικά, απ’ ό,τι ξέρω δεν αρνείται η εκκλησία να κηδέψει όποιον πρόκειται να αποτεφρωθεί,.

  2. Παναγιώτης Κ. said

    @1. Ισχύει αυτό.
    Τον συνάδελφό μου τον Παναγιώτη, αφού πρώτα τον κήδεψαν οι οικείοι του, μετέφεραν κατόπιν την σωρό του στη Βουλγαρία προκειμένου να αποτεφρωθεί. (Ζήτησε επίσης να σκορπίσουν την στάχτη στα νερά της Ουρανούπολης όπου ψάρευε…) 😦

  3. Γιάννης Εμίρης said

    Καλημέρα!
    Εγώ χώθηκα τόσο βαθιά στο διήγημα, που αγχώθηκα και δεν μπορώ να πιώ καφέ, θα με πιάσει τίποτα!!

    «Είχα τάξει μπαγιόκο σε κόσμο και κοσμάκη, μα ένεκα ο ανταγωνισμός, ξεκίνησε η πλειοδοσία.»
    Στο «ένεκα ο ανταγωνισμός» κόλλησα λίγο. Θα το σχολιάσετε ή υπάρχει ήδη άρθρο;

  4. Η αποτέφρωση γίνεται στη Βουλγαρία, η κηδεία όμως γίνεται εδώ.

  5. Γς said

    >Πήγα να τονε σιχτιρίσω μέσα απ’ τα δόντια μου μα συγκρατήθηκα, μη γκαντεμιάσω τη στιγμή.

    Καλά πολλοί την έχουμε πατήσει σε τέτοιες περιπτώσεις αλλά όχι κι έτσι.

    Τελείωσα το τηλέφωνο, που ήμουνα όλο μαλαγανιές και γλύκες

    -Ναι μωρό μου. Αύριο. Στις 4 και μισή. Θα είμαι εκεί, Πτήση ΟΑ-τόσο. Για Ηράκλειο.

    Και μόλις το κλείσαμε:

    -Αντε και [μπιπ] μωρή τέτοια και τέτοια. Αϊ στο διάολο μωρή [μπιπ].

    Και ήρθε το αύριο και μαζί ο Γς στην Κρήτη.
    Πουθενά όμως αυτή. Πρίμενα. Τίποτα. Και πάίρνω τηλέφωνο

    -Στις 4 και μισή δεν είπαμε;

    -Μμμ, Ξέρεις; το και τό.

    Είχε ακούσει όλα τα μπινελίκια που της είπα νομίζοντας ότι είχε κλείσε το τηλέφωνο.

    Τελικά την έπεισα ότι έτσι και γιουβέτσι.
    Της πέρασε λέει κι έρχεται στο Νίκος Καζαντζάκης.

    Και πήγα για καφέ. Μέσα στο Ηράκλειο όμως. Μου την είχε δώσει.

    Ηταν η σειρά της να με περιμένει. Κι είχα κλείσει και το κινητό μου.

  6. atheofobos said

    Τα συγχαρητήρια μου στον συγγραφέα για την ρέουσα και ευφυή ανάπτυξη της ιστορίας, ενώ ταυτόχρονα έχει καταφέρει σε όλο το αφήγημα το μαύρο χιούμορ να μην ξεφεύγει ποτέ προς το γκροτέσκο!

    1
    Όπως γράφω στο ποστ μου
    OI 3 ΣΤΟΥΣ 4 ΠΡΟΤΙΜΟΥΜΕ ΝΑ ΜΑΣ ΚΑΨΟΥΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΜΑΣ ΘΑΨΟΥΝ
    http://atheofobos2.blogspot.gr/2017/03/oi-3-4.html
    η Ιερά Σύνοδος εξέδωσε εγκύκλιο στην οποία γράφει πως: Η Εκκλησία δε θα τελεί νεκρώσιμη ακολουθία και μνημόσυνο σε όσους αποδεδειγμένως και οικειοθελώς έχουν δηλώσει την επιθυμία για καύση του σώματός τους .
    Όμως επειδή προφανώς προβλέπει πως τελικά η καύση των νεκρών, όπως και οι πολιτικοί γάμοι που ήδη ξεπέρασαν τους θρησκευτικούς θα επικρατήσει, για να μην χαθούν ολότελα τα έσοδα του ιερατείου προβλέπει πως:
    Παρά ταῦτα, ἐπαφίεται στήν ποιμαντική σύνεση καί τήν διακριτική εὐχέρεια τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου ἡ τέλεση ἁπλῶς Τρισαγίου.

  7. Γιάννης Ιατρού said

    6: Αθεόφοβε,

    Ιστορικά μιλώντας πάντα, η Εκκλησία ήταν πάντα υπερ της καύσης. Των ζωντανών, κυρίως 🙂

  8. dryhammer said

    > … τ’ ολάπαλο αγιωτικό της βλέμμα…

    Θα χαλαστώ πολύ άσκημα με την πάρτη του, άν αυτός ο στίχος (στίχος είναι γιατί) δεν είναι δικός του.

  9. Γιάννης Ιατρού said

    Νίκο,
    καλά-καλά ακόμα δεν προλάβαμε να το διαβάσουμε το σημερινό και έχει αρχίσει η ραγδαία αναδημοσίευση ανά την υφήλιο 🙂

  10. Γιάννης Ιατρού said

  11. Γς said

    Ο,τι καλύτερο έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό.

    Εξοχο!

  12. dryhammer said

    10. Όχι, δεν υπονοώ κάτι. Άλλωστε, ο ειρωνικός λυρισμός είναι διάχυτος και είμαι λάτρης της έμμελης (…τον πούστη, μόρφωση) ομιλίας (νησιώτης γαρ).

  13. Γς said

    >Του απάντησα κάτι λαρυγγοκαρυδωμένο

    Κι ήμουν τραγικά στριμωγμένος.

    Κι έρχεται κι ο αστυνόμος που ήταν εκεί. Στέκεται και με κοιτάζει

    [Πάπαλα! Ως εδώ ήτανε λέω]

    και μου λέει:

    -Απ το πουκάμισο σε κατάλαβα. Συνάδελφος ε;

    Συγκατένευσα. Συγκρατημένα.

    -Που υπηρετείς;

    Εδώ κολλάει αυτό το «κάτι λαρυγγοκαρυδωμένο».

    Και τι μου απαντάει;

    -Α! Κατάλαβα.

    Κι άρχιζα να βηματίζω τάχα μου αδιάφορα. Μέχρι την έξοδο.

    Τα επόμενα 50 χρόνια ούτε και που πέρασα από αυτήν την οδό και τις παρόδους της.

  14. Νίκος Κ. said

    Πάρα πολύ ωραίο και με πολλά στοιχεία απ’ τη σημερινή κατάσταση. Συγχαρητήρια στον συγγραφέα. Μια μόνο απορία: Λέει «οι γέροι το χρύσωσαν το χάπι και το κατάπιανε καλύτερα». Έχω την εντύπωση πως το χάπι το χρυσώνουμε για να το δώσουμε στους άλλους κι όχι για να κοροϊδέψουμε τον εαυτό μας.

  15. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ό, τι καλύτερο έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό! Το απόλαυσα πραγματικά και θα το ξαναδιαβάσω πάλι και πάλι. Νομίζω ότι η ανομοιομορφία της γλώσσας είναι μέρος της αφηγηματικής γοητείας, όταν γίνεται με μέτρο και με τέχνη, και ο κύριος Ανετάκης κινήθηκε εντός ορίων σ’ αυτόν τον τομέα, κατά τη γνώμη μου και κατά το γούστο μου. Και πάλι μπράβο!

  16. Γς said

    Και πήγα να βρω το γραφείο του δικηγόρου στην διεύθυνση που μου είχε πει.
    Ούτε ταμπέλα όμως ούτε κουδούνι με τ όνομά του.
    Μπαίνω στο μαγαζί που ήταν δίπλα και ρωτάω τοον πιτσιρικά που ήταν μέσα, αν ξέρει κάτι.

    -Τον ξέρω. Ο πατέρας μου έχει θάψει τον πατέρα του.

    Αν σας πω ότι το μαγαζί ήταν Πετ σοπ θα το πιστέψετε;

  17. atheofobos said

    7
    🙂
    Πράγματι στο βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου «ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ» διαβάζουμε πως στο Βυζάντιο συχνότατες ήταν οι θανατώσεις στην πυρά. Φαίνεται μάλιστα πως το Βυζάντιο έχει το προβάδισμα στο κάψιμο των «αιρετικών» και «μάγων». Στη Δύση οι φωτιές άρχισαν να φουντώνουν ύστερα από την περίφημη βούλα του πάπα Ιννοκέντιου Δ΄ «ad extirpanda», – για το «ξερίζωμα των αιρέσεων – μόλις το 1252. Αλλά αιώνες πριν, στο Βυζάντιο, είχε οργανωθεί – επί Ιουστινιανού – ειδική κρατική υπηρεσία με αποστολή την ανακάλυψη και εξόντωση αιρετικών. Ο επικεφαλής αυτής της υπηρεσίας – της πρώτης στον χριστιανικό κόσμο – που υπήρξε εγκληματική όσο και η μεσαιωνική Ιερά Εξέταση, ονομαζόταν κοιαίστωρ – από το λατινικό quaestor – εξεταστής, ανακριτής.
    Με το κάψιμο βέβαια έλυναν και το πρόβλημα όσων ήσαν αντίθετοι με την επίσημη άποψη της εκκλησίας. Το 724 ο εικονομάχος αυτοκράτορας Λέων Γ΄ πρόσταξε να πυρποληθεί η περίφημη Οικουμενική Σχολή, το ανώτατο πνευματικό ίδρυμα της εποχής, όπου στεγαζόταν η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του Βυζαντίου, επειδή οι δάσκαλοι του εκπαιδευτηρίου αρνήθηκαν να γνωματεύσουν εναντίον της λατρείας των εικόνων.
    Οι χρονογράφοι Κεδρηνός, Ζωναράς, Γλυκάς και Μανασσής βεβαιώνουν ότι ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή να κυκλωθεί από ένοπλους στρατιώτες το κτίριο κατά την διάρκεια της πυρκαγιάς και να απαγορευθεί η έξοδος του προσωπικού από τη Σχολή, με αποτέλεσμα να καούν όχι μόνο οι θησαυροί της βιβλιοθήκης αλλά και οι διδάσκαλοι.

  18. Παναγιώτης Κ. said

    @2. Την σΟρό του…

  19. Γς said

    15:

    >Ό, τι καλύτερο έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό!

    Υπόψην. Ο Γιάννης διαβάζει και Γς

  20. Γιάννης Κουβάτσος said

    Εννοούσα σε διήγημα, Γς, όχι σε σχόλιο. Στα σχόλια είσαι άπαιχτος. 😉

  21. Παναγιώτης Κ. said

    @6. Αν η Εκκλησία λειτουργεί εκβιαστικά να περιμένουμε τότε και οι πιστοί ( με τη δική τους άποψη περί πίστης) θα βρουν τρόπους για να παρακάμψουν τον εκβιασμό.
    Εδώ πάντως έχει θέση η πολιτική βούληση των κρατούντων και απ΄ότι φαίνεται, θα έχουμε άλλη μία…πασοκική μεθοδολογία. Δηλαδή θα γίνει το χατήρι του κλήρου…

  22. giorgos said

    17.Σωστός ! Καί συμπληρώνω από τό βιβλίο «Η Ανατολική Μεσόγειος ώς Εύρωπαϊκή Ιστορία».
    «Μερικοί συγγραφείς καταδικάζουν άπερίφραστα τήν Ιερά Εξέταση ,συσχετίζοντάς την μέ τίς άρχές τού όλοκληρωτικού κράτους (1) , άπό τό σύνολο όμως τής μακράς έπ’ αύτής φιλολογίας πρέπει νά ύπομνησθή ότι ή Ι . Εξέταση είναι ένα σύνθετο ίστορικό φαινόμενο , μή προσφερόμενο σέ εύκολες σημερινές άποτιμήσεις . Οί αίρετικοί τού μεσαίωνα δέν άπειλούσαν μόνο τά θρησκευτικά θεμέλια τής χριστιανικής κοινωνίας , άλλά όλόκληρη τήν πολιτικο-κοινωνική δομή , διότι άπέρριπταν τόν όρκο , ό όποίος άποτελούσε τήν βάση τών σχέσεων τού φεουδαλικού συστήματος καί μέ τήν άντίθεση των πρός τά δικαστήρια , πού τά έθεωρούσαν προιόντα τού κακού Θεού , έσταματούσαν κάθε έξέλιξη τής έννοίας τού δικαίου .
    Τό κάψιμο έφαρμόσθηκε πρώτα άπό τούς πολιτικούς ήγέτες , ίδιαίτερα στήν βόρεια Εύρώπη πού έπικρατούσε καισαροπαπισμός , ή δέ έκκλησία κατ’ άρχήν άντιστάθηκε στό ((έθιμο)) αύτό (2) , έπτεπε όμως ταυτόχρονα νά διατηρήση τήν δικαιοδοσία της άπό άπόψεως δικαίου έπί τών βασιληάδων . Πρό τού 1200 ό ίδιος ό λαός προέβαινε σέ έκτελέσεις συλληφθέντων αίρετικών , διότι έφοβείτο ότι ό κλήρος θά έδειχνόταν ((πολύ μαλακός)) (3) .
    Καί δέν ήταν μόνο ό καθολικισμός , άλλά σύνολη ή ((έξουσία)) τότε , έξ ίσου καί οί προτεστάντες άργότερα , πού έσυμμερίζονταν τήν διαδικασία αύτή καί έπαιρναν μέρος σέ έκτελέσεις μαγισσών .
    Οί αίρέσεις στόν πρώιμον μεσαίωνα είχαν καί μιάν άλλη κοσμοιστορικής σημασίας συνέπεια : ότι έπετάχυναν τήν διαδικασία σχέσεων έκκλησίας καί κράτους , ή όποία έξεφράσθη διά τού άγώνος μεταξύ τού Πάπα Γρηγορίου VII καί τού Ερρίκου V . Τό Βατικανό έπρεπε νά έπιζητήση τήν ίδεολογική διαχείριση τών θρησκευτικών πραγμάτων μέσα στό αίρετικογενές σώμα τών τότε Γερμανών καί τής βορείου Εύρώπης γενικώτερα , στό όποίο ή άνάμιξη τών λαικών στά θρησκευτικά πράγματα θά είχε ώς φυσική συνέπεια τήν κομματικοποίηση τών αίρέσεων , δηλ. τήν έπαύξηση των , καί συνεπώς τήν ένδυνάμωση τού κινδύνου διαλύσεως όλοκλήρου τού δυτικού θρησκευτικού όργανισμού . Μία άπόδειξη τού γεγονότος αύτού είναι ή άποψη ή θεωρούσα ότι ή διαμάχη τού Πάπα μέ τόν Ερρίκο έδυνάμωσε τίς αίρέσεις , διότι αύτό πού θέλησε ν’ άποφύγη ό Πάπας , ήτοι τήν άνάμιξη τών λαικών , έσυνέβη άφ’ έαυτού στό έπίπεδο τού λαού , λόγω τής έπακολουθησάσης διαμάχης ( τής τακτικής τού έπιστρέψαντος Ροβέρτου Γυισκάρδου– τού γνωστού άρχηγού τών Νορμανδών , ό όποίος πέθανε στήν Κεφαλλονιά καί πρός τιμήν τού όποίου ώνομάσθη ή γνωστή μας πόλη Φισκάρδο — μή βοηθούσης γιά μιάν κατάπαυση τών πνευμάτων ) .
    Κατά τό μέτρο πού αύτή ή γνώμη εύσταθεί γιά τήν διαμάχη Πάπα καί γερμ. Αυτοκράτορα , κατά μεγαλύτερο ποσοστό θά ίσχυε στις διενέξεις μεταξύ Αύτοκράτορα καί φεδουαρχών, όπως άλλωστε άπέδειξαν καί άφ’ έαυτών τά πράγματα (1) .
    Αύτό ίσως πού θάπρεπε ίδιαίτερα νά σημειωθή είναι ότι , παρά τίς περιπέτειες αύτές τού δυτικού θρησκευτικού σώματος , οί Πάπες δέν άνέκοψαν μιάν άλλη ίστορική διαδικασία , ή όποία βασικά δέν τούς έξυπηρετούσε στήν δίωξη τών αίρέσεων , άφού μπορούσε ίδεολογικά νά τίς ένισχύση .
    Εννοούμε τό κίνημα τού Ούμανισμού , δηλ. τήν μεταφορά τής έλληνικής παιδείας τής Ανατολής πρός τίς δυτικές κοινωνίες , ή όποία σέ άλλη θέση θά ίδούμε πώς καί βάσει ποίων διαδικασιών έτελέσθη.
    Οί Πάπες μπορεί νά έκαιγαν αίρετικούς , άλλά ούτ’ έπί στιγμή διανοήθηκαν νά σταματήσουν τήν καλλιέργεια τών γραμμάτων καί τήν μορφωτική διαδικασία , όσο καί άν δέν τούς έξυπηρετούσε .
    Βέβαια οί θρησκευτικές δράσεις , δηλ. οί άρχέγονες ίστορικές μεταβλητές , έχουν τούς δικούς των νόμους πού δύσκολα μπορεί νά διαγνώση κανείς . Καί σήμερα άν προσέξη κανείς τούς ((έπαγγελματικούς)) χαρακτηρισμούς γιά τήν πολιτική τού Βατικανού , θά τούς βρή ταυτόσημους μέ τήν ((μαύρη μαγεία)) (1) . Μά στά περίπλοκα τούτα πράγματα τών καιρών μας θά έπανέλθωμε σέ άλλη θέση . «

  23. giorgos said

    Από τό ίδιο βιβλίο : «Η ((ίερά έξέταση)) έγκαθιδρύθηκε πρώτα στό Βυζάντιο , όταν ό αύτοκράτορας Αλέξιος ό Κομνηνός έκαψε ζώντα στόν Ιππόδρομο τόν άρχηγό καί ίερέα τών Βογομίλων Βασίλειο 1.
    Παρ’ ότι οί πρώτοι πατέρες κατεδίκαζαν γενικά τόν θάνατο τών χριστιανών , καί άλλοι βυζαντινοί αύτοκράτορες , όπως ό Ιουστινιανός ό Β’ καί ό Μ.Ραγκαβές , υίοθέτησαν τήν θανατική καταδίκη πρός δίωξη τών αίρετικών 2.
    Οί αίρέσεις στήν Δύση έμφανίζονται γύρω στόν 11ον αί. έξ έπιδράσεως έκ τού Βυζαντίου , όπου αύτές είχαν έπεκταθή γύρω στόν 10ον αί. , κυρίως έπί τών βορείων βαλκανίων , μεταξύ τών Βουλγάρων καί τών νοτίων σημερινών Γιουγκοσλάβων(Βοσνίων). Ενώ όμως στά βαλκάνια αύτές οί κινήσεις είχαν ((έθνική ύφή)) οί δέ Βογόμιλοι έμάχονταν τήν έπίσημη έκκλησία δι’ άπορρίψεως τής έκκλησίας , στήν Δύση οί αίρετικοί έκαναν πολιτικήν άντίσταση , ζητώντες νά άντικαταστήσουν τήν έπίσημη έκκλησία μέ δική τους . Τά βαλκάνια ώς γνωστόν , ύπήγοντο έκκλησιαστικώς κατ’ άρχήν στήν Δύση , οί δέ Πάπες , όπως θά ίδούμε σέ άλλην θέση , είχαν σπουδαίους λόγους , άν καί ίστορικώς μή σωστούς , νά διεκδικούν τό νέο θρησκευτικό σώμα τών Βουλγάρων κατά τούς μεταξύ στέψεως τού Καρλομάγνου καί σχίσματος αίώνες .
    1)Βλ.έπίσης παράρτημα στό τέλος τού βιβλίου .
    2)Βλ.Β.Κ.Στεφανίδου:((Εκκλησιαστική Ιστορία)) , σελ.422. Η χρονολογία 1119 πού άναφέρει ό Στεφανίδης δέν είναι σωστή , διότι ό Αλέξιος έβασίλευσε ώς τό 1118 , (πράγμα πού σημειώνει σέ άλλη θέση) Αλλού (σελ.574) άναφέρει ((άρχάς τής ιβ’ έκατονταετηρίδος)) .

    Μετά τίς σταυροφορίες , λόγω τής έπαφής καί τού άναπτυχθέντος έμπορίου μέ τήν Ανατολή , ή Δύση έγέμισε αίρέσεις , στίς όποίες συμμετείχαν καί πολλές γυναίκες , κυρίως χήρες , λόγω τών σταυροφοριών . Αίρέσεις βέβαια στόν Χριστιανισμό καί ίδιαίτερα στόν μοναστικό κλάδο δέν έπαψαν ποτέ νά ύπάρχουν , όπως φανερώνουν οί διάφορες ((σύνοδοι)) καί όπως προφανές είναι , άν σκεφθούμε ότι τό θεωρητικό ύπόβαθρο του είναι ή νεοπλατωνική φιλοσοφία τών άλεξανδρινών χρόνων . Ωστόσο στήν Δύση μετά τήν κάμψη τού Αρειανισμού κατέστησαν σχεδόν άμελητέες (1) όπως στό Βυζάντιο μετά τίς είκονομαχίες (2) . Κατά τόν δέκατον αίώνα όμως , μέσα στήν πολιτική τών πληθυσμιακών μετακινήσεων τών βυζαντινών αύτοκρατόρων , τήν όποία διετήρησαν καί οί Σουλτάνοι άργότερα (πράγμα πού σημαίνει πώς κάθε άλλο ήσαν τά κριτήρια διοικήσεως τής άνατολικής Μεσογείου παρά «έθνικά») , πληθυσμιακά σώματα Παυλικιανών τής μικράς Ασίας μετεφέρθησαν στήν Θράκη . Τούτο , διότι κατά τόν 8ον αί . , μιά πρωτοτουρκική φυλή , οί Ούίγούροι (Uigurens , Ouigours , πρωτοτούρκοι ) , ίδρυσαν ένα έκτεταμένο κράτος μεταξύ Περσίας καί Κίνας μέ έπίσημη θρησκεία τόν Μανιχαισμό . Τό μανιχαικό αύτό κράτος (750-1250) , έν άντιθέσει πρός τό Ισλάμ , έκαλλιέργησε πολύ τήν ζωγραφική τών είκόνων , έπηρεάζοντας έτσι τήν τέχνη τής μινιατούρας . Η καλλιτεχνική αύτή δραστηριότητα στόν Μανιχαισμό άποτελεί συνέχεια προυπάρχοντος φαινομένου στόν ίδιο χώρο .
    Πρόκειται δηλ. περί τής πρός άνατολάς διαμορφώσεως τής κοσμοπολιτικής έλληνιστικής τέχνης τών ρωμαικών χρόνων , ή όποία , λαμβάνοντας τόν άνατολικόν της χαρακτήρα διά τού κράτους τών Σασσανιδών (227) , άπετέλεσε τήν ίστορική προυπόθεση καί κοίτη τής κατοπινής βυζαντινής τέχνης (3) .
    1)Βλ. K.Heussi , μν.έ , σελ.217.
    2) Σ.Ζαμπελίου: ((Βυζ.Μελέται)) , είσαγωγή .
    3)Βλ. L.Brehier :((La Civilisation Byzantine)) , 1970,σελ.421-25 καί J.Vogt,μν.έ.,σελ.105 κ.έ.
    Ο Μάνης , πέρσης , γεννηθείς τώ 216 άπό πατέρα άρσακίδη καί μητέρα παρθία , άνατεθραμμένος μέσα στό πολιτιστικό κλίμα τού κράτους αύτού , είχε έξαίρετη κλίση καί κατανόηση είς τά τής τέχνης.
    Μερικοί συγγραφείς καταδικάζουν άπερίφραστα τήν Ιερά Εξέταση ,συσχετίζοντάς την μέ τίς άρχές τού όλοκληρωτικού κράτους (1) , άπό τό σύνολο όμως τής μακράς έπ’ αύτής φιλολογίας πρέπει νά ύπομνησθή ότι ή Ι . Εξέταση είναι ένα σύνθετο ίστορικό φαινόμενο , μή προσφερόμενο σέ εύκολες σημερινές άποτιμήσεις . Οί αίρετικοί τού μεσαίωνα δέν άπειλούσαν μόνο τά θρησκευτικά θεμέλια τής χριστιανικής κοινωνίας , άλλά όλόκληρη τήν πολιτικο-κοινωνική δομή , διότι άπέρριπταν τόν όρκο , ό όποίος άποτελούσε τήν βάση τών σχέσεων τού φεουδαλικού συστήματος καί μέ τήν άντίθεση των πρός τά δικαστήρια , πού τά έθεωρούσαν προιόντα τού κακού Θεού , έσταματούσαν κάθε έξέλιξη τής έννοίας τού δικαίου .
    Τό κάψιμο έφαρμόσθηκε πρώτα άπό τούς πολιτικούς ήγέτες , ίδιαίτερα στήν βόρεια Εύρώπη πού έπικρατούσε καισαροπαπισμός , ή δέ έκκλησία κατ’ άρχήν άντιστάθηκε στό ((έθιμο)) αύτό (2) , έπτεπε όμως ταυτόχρονα νά διατηρήση τήν δικαιοδοσία της άπό άπόψεως δικαίου έπί τών βασιληάδων . Πρό τού 1200 ό ίδιος ό λαός προέβαινε σέ έκτελέσεις συλληφθέντων αίρετικών , διότι έφοβείτο ότι ό κλήρος θά έδειχνόταν ((πολύ μαλακός)) (3) .
    Καί δέν ήταν μόνο ό καθολικισμός , άλλά σύνολη ή ((έξουσία)) τότε , έξ ίσου καί οί προτεστάντες άργότερα , πού έσυμμερίζονταν τήν διαδικασία αύτή καί έπαιρναν μέρος σέ έκτελέσεις μαγισσών .
    Οί αίρέσεις στόν πρώιμον μεσαίωνα είχαν καί μιάν άλλη κοσμοιστορικής σημασίας συνέπεια : ότι έπετάχυναν τήν διαδικασία σχέσεων έκκλησίας καί κράτους , ή όποία έξεφράσθη διά τού άγώνος μεταξύ τού Πάπα Γρηγορίου VII καί τού Ερρίκου V . Τό Βατικανό έπρεπε νά έπιζητήση τήν ίδεολογική διαχείριση τών θρησκευτικών πραγμάτων μέσα στό αίρετικογενές σώμα τών τότε Γερμανών καί τής βορείου Εύρώπης γενικώτερα , στό όποίο ή άνάμιξη τών λαικών στά θρησκευτικά πράγματα θά είχε ώς φυσική συνέπεια τήν κομματικοποίηση τών αίρέσεων , δηλ. τήν έπαύξηση των , καί συνεπώς τήν ένδυνάμωση τού κινδύνου διαλύσεως όλοκλήρου τού δυτικού θρησκευτικού όργανισμού . Μία άπόδειξη τού γεγονότος αύτού είναι ή άποψη ή θεωρούσα ότι ή διαμάχη τού Πάπα μέ τόν Ερρίκο έδυνάμωσε τίς αίρέσεις , διότι αύτό πού θέλησε ν’ άποφύγη ό Πάπας , ήτοι τήν άνάμιξη τών λαικών , έσυνέβη άφ’ έαυτού στό έπίπεδο τού λαού , λόγω τής έπακολουθησάσης διαμάχης ( τής τακτικής τού έπιστρέψαντος Ροβέρτου Γυισκάρδου– τού γνωστού άρχηγού τών Νορμανδών , ό όποίος πέθανε στήν Κεφαλλονιά καί πρός τιμήν τού όποίου ώνομάσθη ή γνωστή μας πόλη Φισκάρδο — μή βοηθούσης γιά μιάν κατάπαυση τών πνευμάτων ) .
    Κατά τό μέτρο πού αύτή ή γνώμη εύσταθεί γιά τήν διαμάχη Πάπα καί γερμ. Αυτοκράτορα , κατά μεγαλύτερο ποσοστό θά ίσχυε στις διενέξεις μεταξύ Αύτοκράτορα καί φεδουαρχών, όπως άλλωστε άπέδειξαν καί άφ’ έαυτών τά πράγματα (1) .
    Αύτό ίσως πού θάπρεπε ίδιαίτερα νά σημειωθή είναι ότι , παρά τίς περιπέτειες αύτές τού δυτικού θρησκευτικού σώματος , οί Πάπες δέν άνέκοψαν μιάν άλλη ίστορική διαδικασία , ή όποία βασικά δέν τούς έξυπηρετούσε στήν δίωξη τών αίρέσεων , άφού μπορούσε ίδεολογικά νά τίς ένισχύση .
    Εννοούμε τό κίνημα τού Ούμανισμού , δηλ. τήν μεταφορά τής έλληνικής παιδείας τής Ανατολής πρός τίς δυτικές κοινωνίες , ή όποία σέ άλλη θέση θά ίδούμε πώς καί βάσει ποίων διαδικασιών έτελέσθη.
    Οί Πάπες μπορεί νά έκαιγαν αίρετικούς , άλλά ούτ’ έπί στιγμή διανοήθηκαν νά σταματήσουν τήν καλλιέργεια τών γραμμάτων καί τήν μορφωτική διαδικασία , όσο καί άν δέν τούς έξυπηρετούσε .
    Βέβαια οί θρησκευτικές δράσεις , δηλ. οί άρχέγονες ίστορικές μεταβλητές , έχουν τούς δικούς των νόμους πού δύσκολα μπορεί νά διαγνώση κανείς . Καί σήμερα άν προσέξη κανείς τούς ((έπαγγελματικούς)) χαρακτηρισμούς γιά τήν πολιτική τού Βατικανού , θά τούς βρή ταυτόσημους μέ τήν ((μαύρη μαγεία)) (1) . Μά στά περίπλοκα τούτα πράγματα τών καιρών μας θά έπανέλθωμε σέ άλλη θέση . «

  24. cronopiusa said

    ἐν χώρᾳ ζώντων…

  25. cronopiusa said

    μπραβίσιμο κύριε Κωστή Ανετάκη

  26. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και χαίρομαι που σας άρεσε το διήγημα!

    3 «ένεκα + ονομαστική» είναι λαϊκή χρήση, απολύτως αποδεκτή. Την έχει και το λεξικό.

  27. cronopiusa said

  28. ΣΠ said

    Καλημέρα.
    Πολύ ωραίο, με χιούμορ. Τις λέξεις στο γλωσσάρι τις ήξερα ίσως επειδή είμαι από την Θεσσαλονίκη. Όμως χρειάστηκε να γκουγκλίσω κάποιες άλλες όπως: μισότριβη, ενασμενιζόμουν, πετέχειες, σεραφικός, μπαγιόκο, αγιώτικο.

  29. gpoint said

    Αργία μήτηρ πάσης κακίας και μια που δεν έχει μεταγραφές γιατί ο Ιβάν κάνει ακόμα μπάνια, ο Βαγγέλας πέφτει από κουτσό φορ σε παράλυτο χαφ και ο Αλαφού τσίμπησε 5 μυριάκια (από που άραγε) για να μην διαλυθεί ο βάζελος (γιατί άραγε 😉 και θα βολευτεί με κανένα αποφάγι της ΑΕΚ (Κολοβέτσιος) και θα κλείσει τρύπες με τα υπόλοιπα οπότε μια που είδα καλές κριτικές είπα να το διαβάσω…

    Ιστορία που αν την είχε γράψει κάποιος μάστορας της πέννας (κάνας Τσιφόρος) θα είχε αφήσει εποχή. Αλλά με τέτοιο αλαλούμ εκφράσων που μου δίνουν την εντύπωση πως «φυτεύθηκαν» για να κάνουν εντύπωση ψάχνόμουνα να δω αν είμαι στα καλά μου ή άλλα βλέπω κι άλλα διαβάζω. Στην αρχή ήταν το χάρμονυ- με συγχωρείται, χαρμονή- έφτασα 68 χρόνων και πρώτη μου φορά την άκουσα την λέξη- στο λεξικό είδα πως σημαίνει χαρμοσύνη και ηρέμησα.
    Αμ εκείνο το «αλγούντες καλεσμένοι» και να μην έχω ένα αλγκόν γιατί σταμάτησε η κυκλοφορία του ! (*) Ξέρω πως η καθαρεύουσα αποδίδει καλύτερα την ειρωνεία αλλά όταν καλύπτει όλη την φράση, έτσι μόνο απορία προκαλεί.

    «Άνοιξα την πόρτα με μια βαθιά αλεξιθυμία να μ’ έχει καταλάβει, σα να ’μουν ανδροειδές.» Εδώ αμετάκλητα αποφάσισα να δω τηλεόραση (που δεν συνηθίζω να βλέπω). Ας με συγχωρέσει ο Κωστής αλλά γράφω όπως σκέπτομαι

    (*) ψάχνοντας να επαληθεύσω πως αποσύρθηκε έμαθα πως είχε αποσυρθεί αλλά επανέρχεται και κυκλοφορεί και πάλι ανανεωμένο από το 2016 !!!

  30. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Αν και με διέκοψαν οι κόρες μου δέκα φορές από το πρωϊ που ξεκίνησα να το διαβάσω (είναι που ανεβάζουν χθές και σήμερα το έργο Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου της Άλκης Ζέης στο δημοτικό θέατρο του Γέρακα, σε σκηνοθεσία της γλυκιάς, ακούραστης και ανιδιοτελούς Ασπασίας Τζιτζικάκη)
    μπορώ να πώ πως, είναι ό,τι καλύτερο έχω διαβάσει από την αρχή της κρίσης από Έλληνα συγγραφέα, τόσο αληθινό τόσο επίκαιρο τόσο ωμά ρεαλιστικό αλλά εν τέλει ελπιδοφόρο. Σίγουρα θα το αγοράσω (έχει εκδοθεί;) και θα το διαδώσω όσο μπορώ, τα συγχαρητήριά μου στον Κωστή Ανετάκη που μου ήταν παντελώς άγνωστος, για τον Νικοκύρη που το δημοσίευσε τα λόγια όχι μόνο περιττεύουν αλλά δεν επαρκούν για να περιγράψουν την μεγάλη του προσφορά στην ελληνική κοινωνία.

    Έχω την εντύπωση πως αυτό το τραγούδι που ακούω τώρα, ταιριάζει με την ανάγνωση του διηγήματος.

  31. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας κι ἀπὸ μένα.
    Κι ἐμένα μοῦ ἄρεσε. Τὸσο ἡ πλοκὴ καὶ τὸ (μαῦρο) χιοῦμορ, ὅσο καὶ ἡ γραφή του. Ἡ γλώσσα δὲν μὲ δυσκόλεψε, οὔτε μ᾿ ἐνόχλησε. Τὴν βρῆκα ταιριαστὴ μὲ τὸ ὕφος τοῦ διηγήματος.

    Εὖγε στὸν Κωστὴ Ἀνετάκη καὶ στὸν Νικοκύρη ποὺ μᾶς τὸν γνώρισε!

  32. cronopiusa said

    Ποῦ ἐστιν ἡ τοῦ κόσμου προσπάθεια; Ποῦ ἐστιν ἡ τῶν προσκαίρων φαντασία; Ποῦ ἐστιν ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος; Ποῦ ἐστι τῶν οἰκετῶν ἡ πλημμύρα καὶ ὁ θόρυβος; Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά.

  33. ΚΩΣΤΑΣ said

    Σε ένα απομονωμένο ορεινό χωριό, τω καιρώ εκείνω, δεν είχαν παπά και έπεισαν κάποιο χωριανό τους αστοιχείωτο να δεχθεί να γίνει παπάς, για να ψιλοβολεύονται, καμιά λειτουργία, βάφτιση, γάμος, κηδεία….
    Πεθαίνει κάποιος, τον πάνε στην εκκλησία, ο παπάς βγάζει όλους τους συγγενείς και φίλους έξω και μετά κάνα μισάωρο ανοίγει την πόρτα της εκκλησίας και φωνάζει να τον πάρουν. Το ίδιο με τον δεύτερο, τρίτο κλπ νεκρό. Συνεννοούνται κάποιοι να λύσουν το μυστήριο. Παριστάνει κάποιος το νεκρό, τον πάνε στην εκκλησία. Το ίδιο σκηνικό. Όταν βγήκαν όλοι έξω, ο παπάς παίρνει το θυμιατό και αρχίζει: όσο μπόι είναι από τα πόδια ως το κεφάλι, τόσο είναι και από κεφάλι ως τα πόδια! Και ξανά και μανά το ίδιο. Ο δήθεν νεκρός ξεσπά σε γέλια και πάει να ανασηκωθεί. Με μια αστραπιαία κίνηση ο παπάς αρπάζει το μανουάλι και με δυο τρία δυνατά χτυπήματα το αφήνει σέκος. Ύστερα από λίγο ανοίγει την πόρτα και φωνάζει:
    – Ελάτε πάρτε τον και ακούστε, άλλη φορά να τους αφήνετε να πεθαίνουν καλά και ύστερα να τους φέρνετε, όχι μισοπεθαμένους.

    Πολύ της μόδας έχουν γίνει στη Θεσσαλονίκη τα κοράκια… κι ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης στον Υπουργό της νύχτας, κοράκι έχει για πρωταγωνιστή.

  34. Corto said

    Πολύ ωραία αφήγηση! Μπράβο στον συγγραφέα.

    Η υπόθεση ταιριάζει με την ταινία μικρού μήκους «το τέλειο έγκλημα» του Εύρη Παπανικόλα, με τον Κοντογιαννίδη και τον Τζούμα. Μία από τις πιο έξυπνες ελληνικές ταινίες. Αξίζει να την δείτε:

  35. Alexis said

    Δεν το διάβασα ακόμα όλο (είναι και μεγάλο) αλλά ας ρωτήσω πριν το ξεχάσω:
    Το «δαύτος» έτσι σε ονομαστική όπως στο διήγημα (δαύτοι είναι πεθαμένοι από καιρό) είναι κι αυτό της «βορειοελλαδικής κοινής», θέλω να πω συνηθίζεται στη Θεσσαλονίκη;
    Προσωπικά δεν το έχω ακούσει ποτέ με τέτοια σύνταξη, πάντα με πρόθεση+αιτιατική, π.χ. Δεν βγάζεις άκρη με δαύτον, μην περιμένεις προκοπή από δαύτους, κλπ.

  36. spiral architect 🇰🇵 said

    Γαμάτο!

  37. sarant said

    30 Όχι, δεν έχει εκδοθεί το διήγημα.

    34 Α, ευχαριστούμε!

  38. Γιάννης Κουβάτσος said

    Το «Μανιφέστο του κοινωνισμού» του Κωστή Ανετάκη, με επιρροές από Καμύ και Καστοριάδη μεταξύ άλλων. Καλογραμμένο και με ενδιαφέρουσες ιδέες:
    https://www.google.gr/url?sa=t&source=web&rct=j&url=http://otto-great-chaos.blogspot.com/p/blog-page.html&ved=0ahUKEwi4zv3W7djUAhWhB8AKHWUVBmUQFggaMAA&usg=AFQjCNHP2BOy6cVl7e6hyp8dsfPxZJo_Lg

  39. ΣΠ said

    Για τον χαρακτήρα του Δρακούλη ο συγγραφέας μάλλον είχε στο μυαλό του τον Μπαμπούλα.

  40. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Ποιά είναι η ηλικία του συγγραφέα; ρωτάω για να δώ αν έχουν βάση κάποιες σκέψεις που κάνω.

  41. Alexis said

    Πολύ καλό το διήγημα, εξαιρετικό θα έλεγα.
    Με ξένισαν κι εμένα 2-3 λέξεις, όπως χαρμονή και αλεξιθυμία, όμως όχι, δεν μου χάλασαν ούτε στο ελάχιστο την αίσθηση και τη ροή της αφήγησης.
    Είναι ζωντανό, νευρώδες και ευρηματικό.
    Και πιάνει απόλυτα το σφυγμό της σημερινής νεοελληνικής κοινωνίας.

    Αν και θα έπρεπε να το αναφέρω χτες στα μεζεδάκια, να πω, με αφορμή το «αναδίνει» που επαναλαμβάνεται 2-3 φορές στο διήγημα, ότι ακούστηκε και πάλι το γνωστό λάθος τις τελευταίες μέρες από κάποιους (κκ) δημοσιογράφους: Οι οσμές που αναδύονται…
    Λόγω σκουπιδιών βεβαίως και απεργίας της ΠΟΕ-ΟΤΑ…

  42. sarant said

    39 Προφανώς 🙂

    40 Ομολογώ πως δεν ξέρω

  43. Η μικρή Χουχού από το Αλγέρι said

    Συμπαθώ τον Νίκο Σαραντάκο και οπωσδήποτε με επηρεάζει η γνώμη του, αλλά τις παρακάτω σκέψεις δεν μπόρεσα να τις αποφύγω.

    1 Δύτης των Νιπτήρων

    συμφωνώ ότι η γλώσσα-ο λόγος του θέλει «χτένισμα» και κατά τη δική μου άποψη. Ενώ υπάρχει λεξιλογικός πλούτος η σύνδεση των νοημάτων μεταξύ τους δεν γίνεται με τρόπο φυσικό και χαλαρό όπως τον ξέρουμε από γραφείς εμπειρότερους.

    Παρότι το θέμα του με διασκεδάζει και μου θύμισε από μακριά το «Τρελό weekend στου Μπέρνυ» και κυρίως μια παλιά κωμωδία με τον Νταν Ακρόυντ στο ρόλο εργαζόμενου σε κηδειάδικο, όπου μακιγιάρει προσεκτικά τους πεθαμένους του, ενώ ο μικρός του γιος τον παρακολουθεί με μάτια γουρλά παραπλεύρως.
    Διακρίνω στην προσπάθεια περιγραφών μια άρθρωση πεποιημένη, μια γλωσσική, λανθάνουσα, νεκρική ακαμψία!

    Σε αντίθεση με τον Αθεόφοβο

    εμένα το μαύρο χιούμορ του γράψαντος το κείμενο, δεν μου έβγαλε κανένα γέλιο (παρότι θα το ευχόμουν )και νομίζω ότι ξέφευγε συνέχεια προς το γκροτέσκο.

    8 Dryhamer με αυτό το «ολάπαλο» χαλάστηκα επίσης. Μου φάνηκε άουτ!
    ……………………………………….
    παρακάτω αναφέρω μερικές φράσεις που δεν μου ακούγονταν για γυαλισμένα ελληνικά και που νομίζω ότι αν έλειπαν ή αν τις αντικαθιστούσε με κάτι πιο απλό, το κείμενό του θα κέρδιζε πολλούς πόντους.

    ………………………………..

    ……………….»ενασμενιζόμουν σαν παρλιακός»

    {πολύ εξεζητημένη η φράση …μου δίνει την εντύπωση ο συγγραφέας ή ότι αντιγράφει λέξεις , ατάκτως ερριμμένες στο διαδίκτυο και μετά κάνει μια συρραφή από δαύτες στο δικό του κείμενο, πάνε δεν πάνε…ή…δεν ξέρω τι άλλο..μιλάει και το κείμενο για πεθαμένους, να μην συνεχίσω άλλο το θάψιμο…»και να με συνχωρείτε κιόλας!» που θα έλεγε και κείνο το ζωντόβολο, η φιλενάδα μου, η Μπούφα..]
    ………………..

    «Με το που έβαλα το κεφάλι στην καρότσα»

    να κάνω τους μύες [ μυς ]

    χαλαρώσουν,

    …………….
    αναμεσίς [αναμεσής ] ύπνου κι εγρήγορσης».

    «Με το που άνοιξα την πόρτα»,

    [αυτό το ξεκίνημα φράσης με τις λέξεις » με το με που…» μου φαίνεται πάρα πολύ άσχετη λογοτεχνικά . Θα μπορούσε θαυμάσια να χρησιμοποιήσει μια μετοχή ενεργητικού Ενεστώτα, κάνοντας οικονομία στη γλώσσα και συνάμα δίνοντας την αμεσότητα της κίνησης του ανοίγματος της πόρτας. Το βλέπω πολύ συχνά σε πρωτόλεια νέων γραφέων και με απωθεί ως αναγνώστη. Μπορεί να εκφραζόμαστε έτσι στον προφορικό λόγο αλλά -κατά τη γνώμη μου πάντα-, στο γραπτό κείμενο η εν λόγω φράση φορτώνει το κείμενο με μια αχρείαστη παιδικότητα.]
    …………………..

    …………………..
    «η αλεξιθυμία με καταπλάκωνε ακόμα».

    Τι εννοεί εδώ; Αλεξιθυμικός γνωρίζω ότι είναι αυτός που απωθεί τα συναισθήματα των ΑΛΛΩΝ, που πάσχει ας πουμε από ένα ελαφρύ αυτισμό, τύπου Asperger . Τι ήθελε να πει ο ποιητής; Και επειδή το θάψιμο το τερμάτισα σήμερα θέλω να πω ότι όλη αυτή η κριτική γίνεται για να ωφεληθεί ο επίδοξος συγγραφέας και να μην επαναπαυθεί στις δάφνες των επιδοκιμαστικών σχολίων που του επιδαψίλευσαν, οι ιππότες αναγνώστες αυτής της σελίδας.

    Κλείνοντας δεν μπορώ να μη συγχαρώ τον

    Πσαρά Γς

    για την «περσόνα Γς» που προβάλλει, με τις περιεκτικές και δίκην flash fiction ζωντανές, ερωτικές περιγραφές του, χρησιμοποιώντας καθημερινή γλώσσα. Εντάξει, το ναρκισσιστικό του στοιχείο, εξορύσσει οφθαλμόν , πλην όμως, είναι αυτές οι περσόνες ένα μέρος της καθημερινής και κοπιαστικής εργασίας του, που συχνά στέφεται από μεγάλη επιτυχία και ο καθένας θα μπορούσε, ω ναι, στα πλαίσια της ευγενούς επαγγελματικής άμιλλας να τον ζηλέψει! (Κουνελόγατε, Σκύλε που βόσκετε; Γιατί σας έχουμε χάσει; )

  44. Μαρία said

    Six Feet Under Εξαιρετική σειρά με όλα τα χαρακτηριστικά της μαύρης κωμωδίας.

    Δεν θυμάμαι με ποιο τίτλο παιζότανε στο σταρ τις μικρές ώρες πριν απο δεκαριά χρόνια.

  45. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ωραίο! Μπράβο! Το διάβασα γρήγορα και κάθετα τα σχόλια καθώς ετοιμάζομαι να πάμε σε γάμο, κοντινό μας. Κι ό,τι είχαμε σιχτιρίσει με τόση ζέστη αγκαλιά με παγάκια μην ιδρώσουμε και χαλάσουν τα μαλλιά,κολλάνε τα ρούχα κλπ. Ό,τι πρέπει είτανε για τη ματαιότητα όλων των τελετών και ιδίως των συμπαρομαρτούντων τους. Να τώρα οι άντρες κοιτάνε τις αποχρώσεις των καλτσών που να ταιριάζουν στα κουστούμια.Τα σακάκια τα στοίβαξαν άγαρμπα στις καρέκλες να τα πάρουν στο χέρι, στην εξώπορτα και να τα φορέσουν(και αν) στην είσοδο της εκκλησίας. Αχ η ανθρώπινη κοινωνική μας συνθήκη/σύμβαση! 🙂
    Λογοτεχνικά πολύ πολύ πετυχημένο το διήγημα.Δε χρειάζονται πληροφορίες για το συγγραφέα. Καμιά.
    Ένα μέρος από το στόρι είναι παρόμοιο με το σενάριο της μικρού μήκους ταινίας «Το τέλειο έγκλημα» του Εύρη Παπανικόλα. Δεν προλαβαίνω να το ψάξω, πρέπει να βάψω και τα νύχια μου, χαχα!

  46. Corto said

    «η Μάσκα του Αγαμέμνονα»

    Κουίζ:

    Τίνος μεγάλου Έλληνα λογίου το άγαλμα έχει φιλοτεχνηθεί με βάση την νεκρική του μάσκα; Και πού βρίσκεται αυτό το άγαλμα;

    (Λόγιος των νεότερων χρόνων, όχι αρχαίος, ούτε βυζαντινός)

  47. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Ψάρεμα με παραγάδι

    Αποβραδίς έβγαλαν 2 κιλά κρέας από τον καταψύκτη. Αργά το μεσημέρι είχε ξεπαγώσει. Με κοφτερό μαχαίρι το έκοψαν σε κομματάκια στον πάγκο της κουζίνας, και το έβαλαν σε μια σακούλα. Πέταξαν τα κόκαλα στο δοχείο σκουπιδιών. Πήραν τα σύνεργα ψαρέματος απ’ την αποθηκούλα και μπήκαν στο αυτοκίνητο.
    -Μην πας από ΑΤΤΙΚΗ να πληρώσουμε 3,5 ευρώ, πάμε από τον παλιό για Λαύριο.
    – Ναι δίκιο έχεις, είπε ο Χάρης.

    Η διαδρομή ήταν καλή, δεν υπήρχε πολύ κίνηση το χειμωνιάτικο απομεσήμερο. Πέρασαν την Κερατέα και σε λίγο, στα αριστερά τους, φάνηκαν οι καμινάδες της ΔΕΗ. Το παλιό LADA έστριψε δεξιά, πέρασε μέσα από την πόλη και σταμάτησε έξω από ένα σουβλατζίδικο.

    Η κοιλιά του Φάνη, που είχε “πέσει” λόγω της κρίσης, γουργούριζε..
    – Ρε συ Χάρη έχουμε 2 κιλά κρέας, δεν μαγειρεύουμε μισό κιλό στο σκάφος; είπε ο Φάνης .
    -Δεν είμαστε αποκλεισμένοι στα χιονιά των Άνδεων να γίνουμε κανίβαλοι, είπε ο Χάρης και συμπλήρωσε, «άσε που όπως είναι πεινασμένα τα ψάρια, με μισό κιλό παραπάνω δόλωμα θα πιάσουμε τουλάχιστον ψάρια 10πλασιου βάρους»
    -Καλά λες. είπε ο Φάνης και μέσα του κατηγόρησε τον εαυτό του για λαιμαργία, τσιγκουνιά και απερισκεψία .

    Πήραν από ένα διπλό πιτόγυρο, 3 ευρώ έκαστος και έτρεξαν να πάρουν απ’ το διπλανό σουπερμάρκετ μια εξάδα ολλανδικές μπύρες, τις πιο φτηνές .

    Τρώγοντας τον γύρο με διπλή πίττα , άνοιξαν 2 κουτιά και άρχισαν να πίνουν και να τρώνε. Έστω και αν είναι άνοιξη του 2015, αυτό είναι ευτυχία : παρέα , ένα γύρος με διπλή πίττα και 2 μπύρες ο καθένας, σκέφτηκε ο Φάνης., μου θυμίζει την εφηβεία μας το τέλος της δικτατορίας.

    Και θυμήθηκε τον ……, ένα σουβλατζίδικο ……….και την παλιοπαρέα, τον Αντώνη, που εδώ και 25 χρόνια ήταν στην Arizona , έξω από ένα μεταλλευτικό καταυλισμό, τον Χάρη, 20 χρόνια καπετάνιο εμπορικού ναυτικού και ήδη 15 χρόνια ξέμπαρκος και ημιαπασχολούμενος, τον Γιώργο τον pop-άνθρωπο που από το 1987 ήταν στο Sao Paolo, παντρεμένος με Βραζιλιάνα και με μεγάλα πια παιδιά,…

    -Πάμε να ρίξουμε τα παραγάδια στην ξέρα στην νότια μύτη της Μακρονήσου; ρώτησε ο Φάνης .
    -Δεν πάω εκεί, είναι τόπος μαρτυρίου, του λέει κοφτά ο Χάρης.
    – Λοιπόν ξεκόλλα, άσε με με τα ψευτοκομμουνιστικά σου, πάνε 65 χρόνια από τότε,, φώναξε ο Φάνης.

    Mόλις έφαγαν, επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο, πετάξαν στο πίσω κάθισμα τα άδεια κουτιά σε μια σακούλα για ανακύκλωση αλουμινίου (50 κουτιά 1 ευρώ), προσπέρασαν την μαρίνα, που είχε σχεδόν αδειάσει ήδη από το 2013, μόνον τουρίστες και ξένοι που διέμεναν σχεδόν μόνιμα στην χωρά, έδεναν εκεί τα σκάφη τους, γιατί το ενοίκιο για ένα δεκάμετρο παλιό σκάφος σαν του Χάρη κόστιζε 4.500 το έτος, σχεδόν όσο οι ετήσιες αποδοχές ενός μισθωτού στα 24 , που έπιανε την πρώτη του δουλειά., και έφθασαν σε ένα λιμανάκι οπού είχε ρίξει άγκυρα ο Χάρης στο σκάφος του, διπλά στο σπίτι ενός φίλου του από τα καράβια, που του το πρόσεχε από κλεφτρόνια και την θαλασσοταραχή.

    Ο captain Νίκος καθισμένος στην βεράντα τους χαιρέτισε.
    -2 καφέδες στο 4, φώναξε ο Χάρης.
    – έφτασαν!!! απάντησε μάγκικα ο Νίκος.

    Έβγαλαν από το LADA δυο πανέρια , το ένα άδειο και άλλο με τα παραγάδια, την σακούλα με το δόλωμα και κάθισαν στις καρέκλες της βεράντας περιμένοντας τον Νίκο να φέρει τους τούρκικους καφέδες.

    -Άντε βιάσου , θα νυχτώσει, βοήθα με να δολώσουμε , φώναξε ο Φάνης.
    – Χωρίς να πιω τον καφέ μου δεν πιάνω δουλειά, είπε ο Χάρης
    – Παλιοκομμουνιστή, τις 6.46 εργάσιμες ώρες το οκτάωρο τις κάνατε 4, κακοί εργαζόμενοι με βαλκάνιους εργοδότες, για αυτό έφτασε η χώρα σ’ αυτή την κατάντια, άρχισε ν’ αγορεύει ο Φάνης ενθυμούμενος τις μετρήσεις καθαρού χρόνου στο μάθημα της Οργάνωσης Παραγωγής και Διοίκησης Επιχειρήσεων που είχε διδαχθεί, πριν 40 χρόνια στο Μετσόβιο.

    Οι καφέδες έφτασαν, ο Χάρης έστριψε ένα τσιγάρο, ήπιε μια ρουφηξιά και ανάβοντας το άφιλτρο στριφτό του, έπιασε την κουβέντα με τον Νίκο. Ο Φάνης είχε αρχίσει να δολώνει περνώντας κυκλικά το δολωμένο τμήμα του παραγαδιού στο άδειο πανέρι . Μετά κάμποση ώρα, φώναξε τον Χάρη να συνεχίσει γιατί ο καφές του είχε ήδη κρυώνει, αλλά αυτός είχε πιάσει για καλά την κουβέντα με τον Νίκο, για λιμάνια, κραιπάλες με λιμανίσιες γκόμενες στην Κούβα, την Βραζιλία, τον Παναμά,…
    -Σκάσε επιστήμονα της κακιάς ώρας και δόλωνε, εγώ θα οδηγήσω το σκάφος πήγαινε –έλα κι εσύ θα ασχοληθείς με το ψάρεμα, είπε ο Χάρης.

    Το σούρουπο, πήραν τα παραγάδια, τις προμήθειες σε σάντουιτς και πόσιμο νερό, χαιρέτισαν τον Νίκο και επιβιβασθήκαν στο σκάφος. Έβαλαν μπρος την 37 ίππων ντηζελομηχανή που κατανάλωνε μίγμα βιοντήζελ από τηγανέλαια και ντήζελ από την Βουλγαρία που έμπαινε λαθραία με μικρά εμπορικά πλοία.
    -Να ανοίξουμε και τα πανιά είπε ο Φάνης.
    – Ρε βλάκα δεν αντιλαμβάνεσαι ότι επικρατεί νηνεμία;
    -Kαλά , ίσως στον γυρισμό αύριο το πρωί να φυσάει και να κάνουμε οικονομία.
    -Το σκάφος πήγαινε σιγά, η μηχανή λίγο παραπάνω από το ρελαντί.

    Η αντίσταση του σκάφους είναι ανάλογη με την τρίτη δύναμη της ταχύτητας του, σκέφτηκε ο Φάνης, οπότε αν διπλασίαζαν την ταχύτητα, η κατανάλωση θα οκταπλασιαζόταν.

    Στην διαδρομή συνάντησε βάρκες ερασιτεχνών και επαγγελματιών ψαράδων που έριχναν δίκτυα η παραγάδια, που θα τα σήκωναν με την ανατολή του ηλίου. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του, ο Χάρης, τελικά οδήγησε το σκάφος με κατεύθυνση ΝΑΑ, προς την ξέρα στο νότιο άκρο της Μακρονήσου, γιατί υπήρχε ένας κολπίσκος, οπού θα μπορούσαν να ρίξουν άγκυρα. Για λόγους οικονομίας θα κοιμόντουσαν στο σκάφος και θα μάζευαν τα παραγάδια μόλις ξύπναγαν.

    Έριξαν την σημαδούρα και στην συνεχεία άρχισαν να απλώνουν τα παραγάδια στο σκοτεινό νερό που φώτιζε αμυδρά μια γκρίζα ημισέληνος

    -Με τέτοιο δόλωμα, θα πιάσουμε πρώτο ψάρι, είπε ο Φάνης
    -Ναι το δόλωμα βρωμάει χαβιάρι , καπνιστό σολομό και είναι ποτισμένο με την ακριβότερη γαλλική σαμπάνια, είπε ο Χάρης.
    -Σκάσε ηλίθιε θα μας ακούσουν.
    -Ποιος να βρίσκεται κοντά μας, 5 ναυτικά μιλιά ΝΑ του λιμανιού του Λαυρίου;
    -Ποτέ δεν ξέρεις, απάντησε ο Φάνης
    Συνέχισαν σιωπηλά να απλώνουν τα παραγάδια και όταν τέλειωσαν κατευθύνθηκαν προς τον μικρό κολπίσκο.
    Πλέοντας προς τα κει, μόλις διακρίνονταν τα ερειπωμένα κτίρια του Παρθενώνα του φιλοσόφου, ακαδημαϊκού και πολιτικού Παναγιώτη Κανελλόπουλου.
    Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Νίκος Κούνδουρος συναντά τον Μπιθικώτση, τον Βέγγο,….

    Έριξαν άγκυρα κι ο Χάρης έσβησε την μηχανή. Έβγαλαν τα σάντουιτς και τις μπύρες και άρχισαν να τρώνε το βραδινό τους.
    -Τελικά, ρε χοντρέ, η κρίση σου έκανε καλό, ποσά κιλά έχεις χάσει; ρώτησε ο Χάρης.
    -Καμιά δεκαριά από την συντεταγμένη πτώχευση, τον Δεκέμβρη του 2013.
    – Αντέχεις ακόμη, έχεις να κάψεις ακόμη …αρκετό λίπος.
    -Δεν στο έλεγα, με είκοσι κιλά παραπάνω το 2012, και ετήσια κατανάλωση 4 κιλά θα αντέξω έως τον Ιανουάριο του 2017, οπότε παίρνω σύνταξη σχεδόν το 40% απ’ αυτήν που πρόβλεπα, 1000 ευρώ , μ΄ άλλα λόγια 333 σουβλάκια με διπλή πίττα .
    -Καλά το μυαλό σου είναι συνέχεια στο φαγητό.
    -Δεν βλέπεις τι γίνεται; Άνθρωποι πεθαίνουν κυριολεκτικά από την πείνα, εδώ και δυο χρόνια. Γιατί κάποιοι υπουργοί από προμήθειες και δημόσια έργα άρπαξαν μόνον την περίοδο του υψηλού δανεισμού από το 2000 έως το 2009, από 100 εκατομμύρια κατά μέσο όρο .ο καθένας, ενώ σκορπίζανε μίζες σε μεσαία στελέχη που ξεπερνούσαν το δεκαπλάσιο του μισθού τους.

    -Καλά του κάναμε, τελικά, τον κάναμε δόλωμα για να ψαρεύουμε είπε ο Χάρης.
    -Οι Έλληνες έχουν εξαιρετική ευφυΐα , δες πόσους καθηγητές έχουμε σε όλη την γη, αλλά ταυτόχρονα είμαστε παιδιά –θαύματα, ανεξαρτήτως ηλικίας, με πολύ χαμηλή συναισθηματική νοημοσύνη, ανώριμοι και πολύ εγωιστές, άρχισε ν’ αγορεύει ο Φάνης και συνέχισε.
    -Ο μαλάκας νόμισε ότι είχε πιάσει την καλή, με το ένα πόδι στον τάφο ήθελε έρωτες με την σαραντάρα και την παντρεύτηκε κιόλας. Αλλά όταν η οργάνωση τον τσάκωσε και ζήτησε τα λύτρα , τα περισσότερα από τα οποία θα πήγαιναν στον λογαριασμό για την μείωση του χρέους, στον οποίο κανένας ξεφτίλας Έλληνας εφοπλιστής, επενδυτής, μεγαλολαμόγιο δεν έβαλε δεκάρα, η γυναίκα του άλλο που δεν ήθελε.
    Είχε εραστή, αφού μια φορα την βδομάδα δεν της έφθανε, άσε που’ χε γίνει σαν δράκουλας απ’ τα γηρατειά. Και αφού του κάναμε την ένεση ευθανασίας, τον καταψύξαμε στο εργοστάσιο και στην συνέχεια κόψαμε αναίμακτα τα 74 κιλά του με την κορδέλα κατεψυγμένων σε 37 κομμάτια των δυο κιλών και αποφασίσαμε να τα ξεπαγώνουμε λίγο-λίγο και να το χρησιμοποιούμε ως δόλωμα.
    -Όχι σαν τους ηλίθιους τους Ιταλούς της mafia που θα τον τσιμέντωναν σε θεμελίωση οικοδομικού έργου η θα τον φούνταραν τσιμενταρισμένο ανοικτά στην θάλασσα, συμπλήρωσε περήφανα ο κοσμογυρισμένος Χάρης, και συνέχισε: άσε που η mafia με 60 δις. διαθέσιμα δανειοδοτεί τις ιταλικές επιχειρήσεις….
    -Μια ζωή άχρηστος ήταν, ας γίνει τουλάχιστον μετά θάνατον χρήσιμος, συμπλήρωσε ο Φάνης.

    στις 14-2-2012 10:27 pm

    ΥΓ Πολυ καλο και αρκετα πρωτοτυπο το διηγημα, αλλα χρειαζεται «χτενισμα» .

    Συνομο αθηναϊκο αντιδωρο (μαυρη κωμωδια, κατ αλλους μακαβρια κωμωδια, γραμμενο απνευστι το 2012) .Αναφερεται στην Ελλαδα της άνοιξης του 2015 μετα την συντεταγμένη πτώχευση, της χωρας τον Δεκέμβρη του 2013,)

  48. Γιάννης Κουβάτσος said

    Προφανώς αμφιθυμία εννοεί, Χουχού. Όσο για το αχτένιστο ύφος, μπορεί να είναι θέμα επιλογής του συγγραφέα. Απ’ τη στιγμή που προσδίδει ζωντάνια στο κείμενο, όλα καλά. Εντάξει, όμως, παραδέχομαι ότι αυτό το θέμα δεν είναι λυμένο και σηκώνει πολλή συζήτηση.

  49. ΣΠ said

    47
    Μια λεπτομέρια.
    Η αντίσταση του σκάφους είναι ανάλογη με το τετράγωνο της ταχύτητας. Η κατανάλωση είναι ανάλογη με την απαιτούμενη ισχύ (δύναμη επί ταχύτητα), που πράγματι είναι ανάλογη με την τρίτη δύναμη της ταχύτητας.

  50. ΣΠ said

    49
    λεπτομέρια λεπτομέρεια

  51. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    49. Γραφτηκε απνευστι και εχει αυτη την αβλεψια.

    Ευχαριστω πολυ .Θα το διορθωσω στο πρωτοτυπο (συνοψιοντας την προταση σου).

    Προτρεπω και αλλους μηχαικους να ασχοληθουν με την συγγραφη λογοτεχνιας. Απελεθερωνει, ψυχαγωγει και μορφωνει.

  52. Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά όλους τους φίλους και τις φίλες για τα πολύ καλά τους λόγια. Μου φτιάξατε τη μέρα και με κάνατε να χάσω τα λόγια μου. Να τώρα εδώ ξύνω την κούτρα και δεν ξέρω τι να γράψω…

  53. 40. Πολύ καλά το κατάλαβες. Ακριβώς αυτόν είχα στο νου μου. Και η περιγραφή του ιστότοπου του Δρακούλη απεικονίζει την αίσθηση που αποκόμισα από τον ιστότοπο του Μπαμπούλα…

  54. Γιάννης Ιατρού said

    45: ΕΦΗ
    βρήκατε μέρα! 🙂

  55. sarant said

    Ευχαριστώ πολυ για τα νεότερα σχόλια!

    Ευχαριστώ τον Κωστή Ανετάκη για τα σχόλιά του και ζητώ συγνώμη που τα είχα για ωρες να περιμένουν έγκριση.

    43 Χουχού, έχω κι εγώ ενστάσεις για κάποιες λέξεις αλλά δεν τις υπέδειξα στον Ανετάκη (παρά μόνο ελάχιστες) επειδή συμπέρανα ότι το ανακάτεμα αυτό είναι επιλογή του. Ωστόσο, φράσεις που να ξεκινάνε με τη δομή «Με το που…» έχουν και δόκιμοι συγγραφείς, με κανένα τρόπο δεν θα την προέγραφα.

    Για τους μύες ίσως θέλουμε άρθρο.

  56. cronopiusa said

  57. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Η κριση μπορει να συντελεσει -εκτος απο συγγραφη μαυρων κωμωδιων- και στην αυτοματη γραφη κωμικων/σαρκαστικων διαδικτυακων μικροϊστοριων οπως αυτη που γραφτηκε πρπο 5-ετιας υπο την μορφη μπιζνες πλαν

    Την αφιερωνω στον διαδικτυακο μου φιλο nikos__alfa που εφυγε νωρις και δεν τον γνωρισα απο κοντα

    29/09/2012 στο 4:44 μμ

    nikos__alfa και λοποι και αποντες συνεργαται

    Μελετησα την κεντροβαρικη, πλουραλιστικη και πραγματιστικη εισηγηση σου υπ. αριθμ. 37 και ειδικοτερα επεσημανα:

    1. «…..αναρωτιέμαι γιατί άραγε θα πρέπει να περιορισθούμε στο πεδίο της πληροφορικής τη στιγμή αλλά και την ώρα, να μη πω το έτος ή την εποχή, που μπορούμε να ανοίξουμε τους ορίζοντες σε τόσα και τόσα επιστημονικά πεδία και να απαντήσουμε στα προβλήματα και τις ανάγκες ,ανθρώπινες, οικονομικές, περιβαλλοντικές, τεχνικές που αναδύονται αμέτρητες γύρω μας;»
    […]
    2. «…Η δύναμη μας συνίσταται στο να μπορούμε να αφήσουμε ελεύθερη την ( καλπάζουσα) φαντασία μας, στο πνεύμα συνεργασίας που μας διακρίνει και στη αέναη δυνατότητα να έχουμε ανοικτά τα μάτια μας ( με μανταλάκια) στις προκλήσεις των καιρών….»

    1. Ας εντοπισουμε περιβαλλοντικα προβληματα που ενδεχεται να ανακυψουν η εχουν -ηδη- επιλυθει απο την οικονομικην κριση, εδω και εις την αλλοδαπην.
    Ατμοσφαιρικη ρυπανσις εν Αθηναις. Εχει μειωθει η διανυομενη αποστασις ανα ΕΙΧ κατα 15%, της καταναλωσεως βενζινης κατα 20% και σχεδον ισοποσως της ρυπανσεως της ατμοσφαιρας.

    2. Παρομοιως εχει μειωθει και η καταναλωσις πετρελαιου ντηζελ δια κεντρικην θερμανσιν, ενω εχει αυξηθει υπερμετρως η καταναλωσις πελλετς σε σομπες. Η εμβανθυνση της οικονομικης υφεσεως και η αυξημενη τιμη του πετρελαιου ντηζελ, μας οδηγει στην υποθεσιν οτι τα γειτονικα ορη του Λεκανοπεδιου, ατινα το περιβαλλον θα γινουν θυματα αγριου και απηνους υπερ-ξυλευσεως με αθορυβα εργαλεια(καλα ακονισμενα μικρα πριονια χειρος με στραβωμενους ζιγκ-ζαγκ οδοντας δια να μην «στομωνουν» (ακομη και στις νερατζιες των δεντροστοιχιων του κλεινου μας αστεος) και αλλα προσφορα κοπτικα μηχανηματα, ετσι ωστε αι Αθηναι να συναγωνιζονται την Φλωρινα του αειμνηστου σκηνοθετου Θεοδωρου Αγγελοπουλου εις τον Θιασον η την Κωνσταντινουπολιν τον μακρινον Νοεμβρον του 1978, την οποιαν επεσκεθην και αντεληφθην οσμην αιθαλης, ημιπυρολυμενων υδρογονθρακων, ρητινων, του καρκινογονου βεζοπυρενιου-α, φουρανων και αλδεϋδων, δηλ. δια να μην πολυλογω ετι περισοτερον ο ινστα-μπουλικος αηρ εμυριζε ως καυσαεριον ξυλοσομπας.

    Τοτε εκτος της τρομακτικης αυξησεως της ατμοσφαιρικης ρυπανσεως λογω αντικαταστασεως του φυσικου αεριου και του ντηζελ με ξυλο καθε προελευσεως για θερμανση χωρων, θα επιπεσει εις την κεφαλην των Αθηναιων, λοιπων ελληνων και αλλοδαπων μετοικων εις εφιαλτης : ο κινδυνος πλημμυρων και πολλων θανατων εκ πνιγμων εις περιοχας με τοπογραφια κοιλοτητος (κοινως γουβες) προβλημα το οποιον οναλυω εις το σημειον 3.

    3. Εσκεφτην ως εμπειροτατος -υπερ-μηχανικος οτι αι αιφνιδιαι βροοχοπτωσεις, ακολουθουν τα λεγομενα extreme value statistics, τα οποια θα εφαρμοσει παραυτα και με εκθετικην αποδοσιν, ο εξαιρετος nikiplos, απων απο 23-9-2012. Μαλιστα, την θεωρητικην αναλυσιν την θεωρουμε ετοιμην, αλλα εαν μαθουν οι ανταγωνισται μας οτι γνωριζουμε οτι θα γινει το κακο και το ..αποκρυψαμε(διοτι παντοτε σχεδον τρεχουμε μπροστα απο τα γεγονοτα), τοτε οχι μονον θα εχουμε εκτεθει ανεπενορθωτα , αλλα ενδεχεται να κατηγορηθουμε και ποινικα δια αποκρυψιν πληροφοριας υψιστης εθνικης (καλα Αθηναϊκης) σημασιας που οδηγησεν εις λ.χ. 20 πνιγμους.(Χθες στην Ισπανια με καταιγιδα 20 min επνιγησαν 8 ατομα).

    4. Οι γνωστες οικολογικα αποδεκτες λυσεις ειναι κορμοδεματα, μικρες λιμνοδεξαμενες στο τελος μισγαγγειων, ενω πιο ακριβες και αντιοικολογικες λυσεις για εθνικους εργολαβους ειναι βαρεια αντιπλημμυρικα εργα στους προποδες των ορεων μας.

    5. Αμεσως θα συστησουμε τεχνικη εταιρεια και θα κανουμε προγραμματικη συμφωνια με τους κατοχους φορτηγων για πολυ χαμηλο μισθωμα, αναλογο με αυτο που εκανε η Χοχτιφ για τις υπεργολαβιες χωματουργικων στο αεροδρομιο Ελευθεριος Βενιζελος (σχεδον κατω του κοστους) και το κρατος. Με το κρατος θα συμφωνησουμε να προσλαβουμε 50.000 καλους ανεργους(εργατικους με πιστοποιητικο DIN,ISO,… οχι ταραχοποια στοιχεια-πρωτοπoρεια και τεμπεληδες της ευφορης κοιλαδας των Αθηνων) με 600 ευρω τον μηνα. Θα στειλουμε τους φορτηγατζηδες να φορτωσουν κλαδεματα απο οπωροφορα και οι εργατες μας θα τα στρωσουν σε Παρνηθα, Πεντελη, Υμηττο, Αιγαλεω,..

    Επισης με μικρα εκσκαπτικα μηχανηματα ημι-φαλιρισμενων μικρο-εργολαβων και μηχανηματαδων θα κατασκευασουμε πολλες μικρες λιμνοδεξαμενες στο τελος μισγαγγειων.
    Τελος απο το Υπουργειο Αγροτικης Αναπτυξης και τα Δασαρχεια θα λαβουμε δωρεαν ολο το διαθεσιμο φυτικο υλικο για την αναδασωση των ξυρισμενων ορεων της Αττικης.

    Οποτε επειδη η συμφωνια της εταιρειας μας με το κρατος προβλεπει την απομακρυνση των κορμοδεματων σε 5 ετη , και την εκμεταλλευση τους απο την εταιρεια μας οταν τα δενδρυλια επι των ορεων θα εχουν αναπτυχθει επαρκως , τα ηδη ξηρα ξυλα(τα οποια θα μας τα φυλανε αστυφυλακες που -προηγουμενως- φρουρουσαν πολιτικους, επιχειρηματιες, αεργοι κηπουροι των δημων της Αθηνας, κ.λ.π.) θα αποτελεσει την πρωτη υλη για την παρασκευη πελλετς για σομπες και λεβητες θερμανσης χωρων κ.ο.κ.

    Ειναι γνωστο, οτι τα κοινωνικο-οικονομικα φαινομενα ειναι ημιτονοειδεις χρονικες συναρτησεις, επομενως παντοτε η ιστορια επαναλαμβανεται και με περιοδικοτητα θα εφευρισκουμε -σε στιγμες οικονομικης κρισης- παντοτε την ευκαιρια να γινομαστε ολο και πλουσιοτεροι.

    Αναμενοντας προτασεις σας,

    διατελω

    https://papoylis.wordpress.com/2012/09/02/3-of-september/

  58. cronopiusa said

  59. Εδώ ο αμερικανός Μπαμπούλας https://www.calebwilde.com/

  60. cronopiusa said

  61. Corto said

    Νεκροθάφτες και νταήδες:

    http://lh5.ggpht.com/9jrW8BsXYSGoBV12TF3AbbVemhroNThVnZx5oWqnhvIJReFXsSG7W0MbVpEZlWbIBymdvA7ry5czO3Zq=s1500

    https://artandhistoryoffilmspring2014.files.wordpress.com/2014/04/3-coffins-a.png?w=625&h=351

  62. Η μικρή Χουχού από το Αλγέρι said

    57 Αφώτιστε Φιλέλληνα

    εντυπωσιακό!

    ζωγραφική με λέξεις :» μικρες λιμνοδεξαμενες στο τελος μισγαγγειων»!!!;-)

  63. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Ενα εργο ¨αρχετυπικο, μεταμοντερνο ηδη απο το 1939

    A Mask for Dimitrios Paperback – October 9, 2001 by Eric Ambler

    (in the United States, it was published as A Coffin for Dimitrios).

    Eric Clifford Ambler (28 June 1909 – 22 October 1998)
    ….studied engineering at the Northampton Polytechnic Institute in Islington (now City, University of London), and served a traineeship with an engineering company. However, his upbringing as an entertainer proved dominant and he soon moved to writing plays and other works. By the early 1930s he was a copywriter at an advertising agency in London.

    ¨…Dimitirios was an international gangster, murderer, trafficker in women, spy, and assassin-for-hire, who hid behind different names and identities, operating for a shadowy banking group (the Eurasian Credit Trust) and carrying out the dark deeds required by his paymasters. ..
    […]
    .A Coffin for Dimitrios must have influenced Graham Greene’s screenplay for The Third Man (1949), and it surely has had an impact on the fiction of more modern writers, including Robert Harris, John le Carré, Len Deighton, Alistair MacLean, and Alan Furst.»

    http://therapsheet.blogspot.gr/2008/12/book-you-have-to-read-coffin-for.html

  64. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    62. Ευχαριστω πολυ.

    Αποτελεσματα της λαμπρας εκπαιδευτικης μεταρρυθμισης του Ε.Παπανουτσου επι υφυπουργιας Λουκη Ακριτα, της λατρειας για την αναγνωση και καποιας μικρης κλισης που αναπτυσσω εγγραφως τα τελευταια ετη λογω της μεγαλης κρισης στο επαγγελμα του μηχανικου

  65. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Προτεινω ενθερμως το ηλεκτρονικο collage ως μεθοδο συγ(γραφης), βρισκεις το υλικο και το μεταποιεις αν χρειαζεται και το εντασεις στο δικο σου κειμενο.

    Οπως λ.χ. τα μετρα για την προστασία των φαλιρισμένων αθηναίων από τα τροχαία δυστυχήματα σε κάθε σημαντικό πέρασμα που ενώνει τον αστικό όγκο πολυκατοικιών με αυτόν του θαλάσσιου μετώπου, ληθηκαν απο την Μ.Κ.Ο. ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ για την προστασία της καφέ αρκούδας και των μεγάλων θηλαστικών, στην Εγνατία Οδό

    ΠΩΣ (ΔΕΝ) ΞΕΠΕΡΑΣΤΗΚΕ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ (ΜΑΣ;)

    Αποσπασμα απο το πρωτο αφηγηματικο μελλοντολογικο δοκιμιο που εγραψα τον Μαϊο του 2010

    Το πληρες στο

    http://www.poiein.gr/archives/9988/index.html
    «[…]

    Πως όμως έγινε εξωστρεφής η ελληνική οικονομία στον τομέα της διασκέδασης; Για πολλούς λόγους, έπρεπε ν’ “ασπρίσει” τουλάχιστον ένα μέρος από το συσσωρευμένο μαύρο χρήμα (40% του ΑΕΠ της χώρας).Οι περισσότεροι επιχειρηματίες μετά τον εμφύλιο ήταν ή μαυραγορίτες ή αριστεροί (που δεν μπορούσαν να διορισθούν στο δημόσιο) και κατάντησαν επιχειρηματίες, οι οποίοι με την μαύρη οικονομία εκδικούνταν το αριστερό ή δεξιό ελληνικό κράτος, αντίστοιχα. Οι επιχειρηματίες της νύκτας (του κόσμου και του υποκόσμου χωρίς σαφή διάκριση) ήταν πάντα τολμηροί θέλοντας να εκμεταλλευθούν αυτήν την μοναδική ευκαιρία που παρουσιάσθηκε.

    Μάλιστα, οι φήμες λέγανε ότι ο τέως Πρόεδρος του ΔΝΤ που αντικατέστησε τον Σαρκοζί στην Προεδρία της Γαλλίας είχε παρέμβει δυναμικά – μέσω του άμεσου βοηθού του – υπέρ της ραγδαίας εξαγωγής της ελληνικής επιχειρηματικότητας μέσω της διείσδυσης της στις πλουσιότερες ευρωπαϊκές χώρες και στον τομέα της διασκέδασης όπως εστιατόρια με νέα ελληνική κουζίνα με μουσική υπόκρουση τις εργάσιμες μέρες και με live αργίες και εορτές(νέο κύμα, Θεοδωράκης, Χατζηδάκης, Dalaras, και άλλοι γαλλοτραφείς ή/και γαλλομαθείς) καθώς και bar με strip show, με σκοπό την δημιουργία ισχυρής παραγωγικής βάσης στον τομέα της ψυχαγωγίας και την συνεπαγόμενη απασχόληση Ελλήνων έστω και στα ξένα.

    Το όλο επενδυτικό εγχείρημα ανελήφθη λοιπόν από τους εκδιωχθέντες από το θαλάσσιο μέτωπο του ευρύτερου φαληρικού κόλπου στις παραλίες του Αλίμου, Ελληνικού, Γλυφάδας και Βούλας έλληνες επιχειρηματίες, που κάποτε είχαν φημισμένα κέντρα διασκέδασης (ΦΑΝΤΑΣΙΑ κ.λ.π.), από τα οποία τα πιο ευτελή και έρημα κατεδαφίστηκαν και πέρασαν στην ανακύκλωση μέσω του συνεταιρισμού ρομά Ανω Μαγούλας ( που κάθε μέλος του είχε κατά μέσον όρον 4 παιδιά) ενώ τα πλέον ευπρεπή διαμορφώθηκαν σε καταυλισμούς-ιδρύματα άστεγων ελλήνων με έντονο σύνδρομο μετατραυματικού stress αφού σε μια 4ετία τα είχαν χάσει όλα : αυγά, αυτοκίνητα , σπίτι , πασχάλια , εξοχικά, μερικοί δε και άλλες γεύσεις ( γκαρσονιέρα, γκόμενα κ.λ.π.)

    Όμως δημιουργήθηκε το εξής πρόβλημα : To Υπουργείο Φορολογίας και Οικονομικών της ΕΕ ζήτησε από το Παραρτημά της στην Ελλάδα, την εφαρμογή του πόθεν έσχες και του νόμου περί μαύρου χρήματος στους επενδυτές. Ακόμα και η χαλαρή εφαρμογή των παραπάνω απεκάλυψε το γεγονός ότι οι ελπιδοφόροι έλληνες επενδυτές και πρώην επιχειρηματίες των φημισμένων κέντρων διασκέδασης-μεγάρων πολιτισμού (όπου διασκέδαζαν συχνά οι διάφοροι σύλλογοι ΑΘΗΝΑΙΩΝ Κρητών, Μανιατών, Ποντίων, Μακεδόνων, Βλάχων, Σαρακατσάνων και άλλων φυλών της χώρας μας, μαζί με τις διάφορες συνδικαλιστικές παρατάξεις ή κομματικές οργανώσεις των δύο μεγάλων κομμάτων) ήταν φοροφυγάδες ή φοροκλέπτες: το 30% δήλωνε ζημιά ενώ το 40% ετήσιο εισόδημα το μισό του οδοκαθαριστή .

    Τέλος πάντων λόγω του επείγοντος, με συνοπτικές διαδικασίες και μικρά σχετικά πρόστιμα, αφού, λόγω της προϋπάρχουσας φορολογικής νομοθεσίας, οι επιχειρηματίες της νύχτας είχαν αναγκαστεί να δηλώσουν εισοδήματα από άλλες πηγές ή δραστηριότητες (ενοίκια, άλλες επιχειρήσεις) και χρησιμοποιώντας τις ευεργετικές διατάξεις για κέρδη που απέκτησαν και φορολογούνται με ειδικό τρόπο όπως αυτά από το χρηματιστήριο, τα λαχεία και άλλα τυχερά παιχνίδια (στα οποία ομολογουμένως είχαν πολλαπλάσια τύχη από τον γενικό πληθυσμό) επιλύθηκε και αυτό το πρόβλημα και ήδη από το 2013, η ελληνική οικονομία έγινε -επιτέλους- εξωστρεφής, και άρχισε να ανθεί πλέον η νέα εξαγωγική ελληνική επιχειρηματικότητα στον τομέα της διασκέδασης στην δυτική Ευρώπη και κυρίως στο Βέλγιο, την Γαλλία και την Γερμανία με ίδρυση εστιατορίων καθώς και bar με strip show, όπου εκεί οι αντιρρήσεις της τοπικής μαφίας κάμφθηκαν έναντι πληρωμής δικαιώματος προστασίας 10-15 % επί του τζίρου .

    Με ανοικτό πλέον το φαληρικό θαλάσσιο μέτωπο μπορούσαν να πραγματοποιηθούν πάλι μαζικά- μετά από 40 έτη – τα μπάνια του φαλιρισμένου λαού στην περιοχή του Π. Φαλήρου και του Ελληνικού όσοι Αθηναίοι είχαν το ψυχικό σθένος να καταφθάσουν πεζή από τον Δήμο Κεντρικής Νότιας Αθήνας (δηλ. τους γειτονικούς πολυπληθείς δήμους Μοσχάτου, Καλλιθέας, Νέας Σμύρνης κ.λπ. προ του σχεδίου Καλλικράτη) διότι η βενζίνη έφθασε στα 2,7 ευρώ το λίτρο και το εισιτήριο των μαζικών μέσων μεταφοράς 3 ευρώ.

    Τα επί πανάκριβων οχημάτων πολύ υψηλού κυβισμού νέο-λαμόγια και τα τυχερά τέκνα τους, που ευνοήθηκαν ιδιαίτερα από την 4ετή κρίση όπως οι μαυραγορίτες την περίοδο της κατοχής, μαζί με τους εποχούμενους σκληρά εργαζόμενους αλβανούς νοικοκυραίους, λόγω της κοσμοσυρροής και της συνεπαγόμενης μεγάλης κυκλοφοριακής συμφόρησης, διαμαρτύρονταν ότι αργούσαν πολύ να φθάσουν στην Βάρκιζα ή πέρα από εκεί. Η παραλιακή οδός θύμιζε εξωτικές παραλίες με κόκκινους κάβουρες : φαλιρισμένοι και απείθαρχοι –ακόμη- έλληνες την διέσχιζαν οριζοντίως και λοξώς κατά δεκάδες χιλιάδες με αποτέλεσμα η άσφαλτος να βάφεται κόκκινη από τα πολλά ατυχήματα και δυστυχήματα , ενώ οι αλβανοί διαμαρτύρονταν ότι κουράζονταν πολύ για την λήψη θαλάσσιου λουτρού και την επόμενη ημέρα δεν μπορούσαν να αποδώσουν στην δουλειά τους

    Επειδή αφενός μεν το ελληνικό κράτος είχε ανάγκη από τους φόρους των διαρκώς διαμαρτυρόμενων, αλλά ολιγότερων και σχετικά προνομιούχων εργαζομένων ή επιχειρηματιών ελλήνων και αλβανών (η κοινωνία του άνω 1/3). και αφετέρου, κάτω από την πίεση της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης “ SOS ΦΑΛΙΡΙΣΜΕΝΟΙ” που συγχρηματοδοτείτο από κεφάλαια του G.Sorros και του Ιδρύματος “Bill & Melinda Gates Foundation”, για την προστασία των φαλιρισμένων αθηναίων από τα τροχαία δυστυχήματα και με τεχνογνωσία της Μ.Κ.Ο. ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ για την προστασία της καφέ αρκούδας και των μεγάλων θηλαστικών, στην Εγνατία Οδό αποφασίστηκε στα επικίνδυνα σημεία δηλ. σε κάθε σημαντικό πέρασμα για τους φαλιρισμένους της περιοχής που ενώνει τον αστικό όγκο πολυκατοικιών με αυτόν του θαλάσσιου μετώπου, και ιδιαίτερα κατά την περίοδο υψηλών θερμοκρασιών, δηλ. της προχωρημένης άνοιξης ( λόγω της μεγεθυνόμενης τρύπας του όζοντος) και του θέρους , η οποία χαρακτηρίζεται ως υψηλής κινητικότητας για την φαλιρισμένη κοινωνία των 2/3 και –συνεπώς- περίοδος ύψιστου κινδύνου για επόμενα ατυχήματα, να ληφθούν τα εξής μέτρα :

    1. Κατασκευή περίφραξης από το Π. Φάληρο έως την Βούλα με τον απαιτούμενο κατάλληλο φράχτη, οι προδιαγραφές του οποίου έχουν εκπονηθεί από τον ΑΡΚΤΟΥΡΟ και το ΤΕΕ
    2. Δημιουργία κάτω διαβάσεων (δηλ. υπόγειων διαβάσεων) ανθρώπινης πανίδας στα κατάλληλα σημεία με επαρκή προστασία έναντι πλημμυρικών φαινομένων, λόγω της ανύψωσης της στάθμης της θάλασσας (εξαιτίας του φαινομένου του θερμοκηπίου) και των αιφνιδίων καταιγίδων
    3. Δημιουργία ορισμένων πεζογεφυρών άνω διάβασης και μίας πράσινης γέφυρας στο ψηλότερο σημείο της διάβασης όπου και το ανάγλυφο το επιτρέπει
    4. Μείωση του ορίου ταχύτητας στα 80 χλμ/ώρα.
    5. Ειδικά για τη σήμανση προτείνεται η αντικατάσταση των υφιστάμενων και η συμπληρωματική τοποθέτηση επιπλέον αυτοφωτιζόμενων πινακίδων ενημέρωσης για την παρουσία και τις μετακινήσεις της “φαλιρισμένης πανίδας” από και προς την περιοχή του θαλάσσιου μετώπου, κατά την διάρκεια της νύκτας.

    Όμως, πολλοί –επισήμως – φαλιρισμένοι νοικοκυραίοι Έλληνες που είχαν διασώσει κάποιο μικρό κομπόδεμα (χρυσές λίρες, τιμαλφή, καταθέσεις) δηλ. το μεσαίο 1/3 της κοινωνίας, είχαν παρκάρει μόνιμα τα κλειστά φορτηγάκια (van) τους (που τα είχαν αγοράσει κοψοχρονιά μέσω πλειστηριασμών από φαλιρισμένες επιχειρήσεις) στην θέση των κατεδαφισμένων κέντρων διασκέδασης στο θαλάσσιο μέτωπο και τα είχαν μετατρέψει σε κοιτώνες επειδή με την σειρά τους είχαν – λόγω μεγάλων χρεών – απωλέσει την ιδιοκτησία των υπερπολυτελών διαμερισμάτων και των αυτοκινήτων τους μέσω εβδομαδιαίων πλειστηριασμών από τις τράπεζες και –επομένως- δυσχέραιναν την πρόσβαση των ολιγότερων προνομιούχων από τους φαλιρισμένους (δηλ. το κάτω 1/3) στην θάλασσα.

    Το τελικό αποτέλεσμα ήταν ν’ αρχίσουν διενέξεις και ταξικές συγκρούσεις μεταξύ των φαλιρισμένων( του μεσαίου και του κάτω 1/3 της αθηναϊκής κοινωνίας)δηλ. μεταξύ αυτών που είχαν στρατοπεδεύσει μόνιμα το θέρος στο θαλάσσιο μέτωπο με τα φορτηγάκια –κοιτώνες τους και σ’ αυτούς που μετακινούμενοι με μηχανάκια και ποδήλατα ή/ και πεζή που είτε θα ‘θελαν να κάνουν κι αυτοί κατάληψη μερικών τετραγωνικών μέτρων γης στην περιοχή του θαλάσσιου μετώπου με σκοπό να κτίσουν πρόχειρες καλύβες, όπως παλιότερα οι αρβανίτες στην Κακή Θάλασσα της Κερατέας και σ’ άλλες παραλιακές περιοχές της χώρας, ή απλώς θέλανε να απλώσουν τις πετσέτες τους και να καρφώσουν τις ομπρέλες τους σε μερικά τετραγωνικά μέτρα ελεύθερης γης για λίγες ώρες τις καθημερινές (αν ήταν τυχεροί και δούλευαν ακόμη) και περισσότερες τα σαββατοκύριακα.
    [….]

    ΥΓ Δεκτες προτασεις για συγγραφη σεναριων για το ανω 20% του λαου 🙂

  66. ΣΠ said

    46 Corto
    Θα μας πεις την απάντηση στο κουίζ;

  67. sarant said

    46-66 Οχι του Καβάφη;

  68. Corto said

    66 – 67:
    Όχι δεν είναι ο Καβάφης, αυτό που έχω υπόψιν. Να το πω;

  69. 43. Ευχαριστώ πολύ για το θάψιμο, ήταν αναζωογονιτικό, μετά από τόσους επαίνους. Ωστόσο…

    1) Αναμεσίς: Η ζωή, ο θάνατος κι αναμεσίς η Τέχνη. Νίκος Εγγονόπουλος. Το αναμεσίς είναι αποδεκτός ορθογραφικά τύπος, γκουγλίζεται με πάνω από 2300 αποτελέσματα και θεωρείται λαϊκότροπος τύπος του «αναμεσής».

    2) Αλεξιθυμία: (από το διαδικτυακό Lexigram): Αδυναμία ενός ατόμου να κατανοήσει και να περιγράψει τα συναισθήματά του. Λέγεται και συναισθηματική τύφλωση. Βέβαια, εγώ υπερέβηκα κάπως το νοηματικό όριο και τη χρησιμοποίησα ως αδυναμία να νιώσεις συναισθήματα. Ο λόγος είναι ότι πιστεύω ακράδαντα ότι μπορείς να νιώσεις μόνο αυτό που μπορείς να εκφράσεις, κατά συνέπεια οι δύο έννοιες είναι συνώνυμες και καλύπτονται απ’ τον ίδιο όρο.
    Δεν ξέρω γιατί έκανε αυτή η λέξη τόσο μεγάλη εντύπωση. Ο Αργύρης Γαζής είναι μορφωμένος, αριστούχος, μετεκπαιδευθείς εις Λονδίνον κι έχει περάσει από σεμινάρια ψυχολογίας, χάριν του Δρακούλη. Δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτόν τον όρο; Από την άλλη είναι Σαλονικιός, απόγονος Μικρασιατών κι είναι παιδί της πιάτσας, δεν δουλεύει σε ακαδημαϊκή εργασία. Και πάνω απ’ όλα, έχει σπουδάσει στο Λονδίνο και θεωρεί ότι έγινε Ευρωπαίος, τρομάρα του. Η ανάμιξη του γλωσσικού υφους αποτελεί σχολιασμό της σύγχυσης ταυτότητας απ’ την οποία πάσχει ο νεοέλληνας, κατά πλειοψηφία και πολύ σωστά το αντιλήφθηκε ο κύριος Σαραντάκος. Ένα αφήγημα λειτουργεί σε πολλά επίπεδα…

    3) Μετοχές. Προσωπικά θεωρώ τις μετοχές σε -οντας και -ώντας κακόηχες και κακόζηλες, όσον αφορά τη λογοτεχνική γλώσσα, ενώ τις χρησιμοποιώ ανενδοίαστα στον επιστημονικό λόγο. Αν προσέξετε, σε 6500 λέξεις υπάρχουν όλες κι όλες δύο, έτσι για δείγμα. Ειδικά την εκκίνηση πρότασης με τέτοια μετοχή (εκτός εξαιρέσεων, που πάντοτε υπάρχουν) εκτρωματική και δεν θα τη χρησιμοποιούσα που να με σημάδευαν με δίκαννο. Δεν μπορούμε όλοι να έχουμε την ίδια αισθητική, είναι γεγονός αυτό.

    4) Ενασμενιζόμουν. Ομολογώ ότι έχεις δίκιο. Δεν είναι πολύ καλό στο συγκεκριμένο συγκείμενο. Νομίζω ότι το «καμάρωνα» θα ήταν καλύτερο και θα το αλλάξω.

    5) Ολάπαλο: Ο 8 είπε ότι θα χαλιόταν εάν μάθαινε ότι έχω ξεσηκώσει τη φράση «τ’ όλάπαλο αγιωτικό της βλέμμα» από κάπου, γιατί του φάνηκε ως στίχος από ποίηση. Άρα μάλλον έτσι όπως είναι τον έφτιαξε, παρά τον χάλασε. Δεν ξέρω για ποιο λόγο σ’ ενόχλησε. Αν αντί για καθαρό έγραφα πεντακάθαρο, αν αντί για φωτεινό έγραφα ολοφώτιστο κ.λπ. ποιο θα ήταν το λάθος;

    Ευχαριστώ και πάλι για την ενασχόληση με το κείμενό μου σε τόση λεπτομέρεια και βάθος. Την επόμενη φορά που θα καθίσω να γράψω θα έχω μες στην κεφάλα μου ζωντανές τις παρατηρήσεις που μου κάνατε όλοι με πολύ καλή διάθεση. «Σιχαίνομαι τον ναυτικό που εμάζεψε λεφτά, που εμούτζωσε τη θάλασσα και τηνε κατουράει». Έτσι κι εγώ σιχαίνομαι τον συγγραφέα που νόμισε πως έφτασε στο απώγειο της αίγλης του κι επαναπαύεται σε μία ή δύο ή χίλιες επιτυχίες. Κάθε ταξίδι έχει τη δικιά του χάρη, κάθε περιπέτεια κουβαλάει τις εμπειρίες όλων των προηγούμενων και ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο…

  70. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    69

    Οπως εγραψα στο 65 » Προτεινω ενθερμως το ηλεκτρονικο collage ως μεθοδο συγ(γραφης), βρισκεις το υλικο και το μεταποιεις αν χρειαζεται και το εντασεις στο δικο σου κειμενο »
    δινοντας μια αποσπασματικη χρηση αυτης της τεχνικης

    Οταν δημοσιευθηκε το δευτερο διαδικτυαακο αφηγημα μου, το πρωτο σχολιο ηταν πολυ διδακτικο

    1. Απάντηση από Παναγιώτης

    Όταν ο Ντανίλο Κις κατηγορήθηκε, από μεγάλο μέρος της λογοτεχνικής και ακαδημαϊκής κοινότητας της χώρας του, για λογοκλοπή, η βασική του γραμμή άμυνας (αντεπίθεσης, στην πραγματικότητα) ήταν η αναγνώριση του δικαιώματος του συγγραφέα να διαχειρίζεται ελεύθερα το σώμα της λογοτεχνίας, προκειμένου να εξασφαλίσει την αισθητική απόλαυση. Ήταν μοιραίο να ακολουθήσει μια ταραχώδης συζήτηση-διαμάχη για τη φύση της λογοτεχνίας και τις έννοιες που σχετίζονται με αυτή. Όπως ήταν αναμενόμενο, ακόμη και η έννοια της πνευματικής ιδιοκτησίας, η οποία, ως έννοια του εμπράγματου δικαίου, είναι ασύμμετρη προς οποιαδήποτε ποιητική θεώρηση, αναθεωρήθηκε και, ως ένα βαθμό, αποδομήθηκε, καταλήγοντας να μην αφορά πλέον καθόλου την πνευματική δημιουργία.

    Εξαιρετική ανάρτηση!

    στις 11-7-2010 2:49

  71. Corto said

    66-67:

    Λύση: το άγαλμα του Κοραή στην Χίο, έργο του γλύπτη Γιάννη Παππά (1939):

    Η διαφορά με το άγαλμα μπροστά από την Πρυτανεία του Πανεπιστημίου Αθηνών είναι εμφανής:

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%B4%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CE%BF%CF%81%CE%B1%CE%AE%CF%82

  72. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Για την λογοκλοπη (βλ. σχολιο 170 της μικρης χουχους στο χθεσινο ποστ)

    *Barwy ochronne (Krzysztof Zanussi, 1977) Καμουφλάζ (Camouflage) »

    Φεβρουαρίου 6, 2013 στις 10:06 μμ

    Αφώτιστος Φιλέλλην

    ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΕΝΘΕΤΟ ΤΗΣ ΚΑΛΥΒΑΣ

    Πλαστη διατριβη, μου θυμιζει το εξαιρετικο film του πολωνου Krzysztof Zanussi’s Barwy ochronne/Camouflage (1977), ο οποιος εχει σπουδασει φυσικη και φιλοσοφια και θεωρειται απο τους κυριοτερους εκπροσωπους του ρευματος του “κινηματογραφου της ηθικης.”

    Συντομη υποθεση μιας πολυ επικαιρης κινημ. ταινιας του 1977.

    Σε ένα θέρετρο συγκεντρώνονται για ένα σεμινάριο φιλολογίας ο καθηγητής Γιακούμπ, ο βοηθός του και υπεύθυνος του σεμιναρίου, Γιάροσλαφ, και αρκετοί φοιτητές. Ο Γιάροσλαφ, που παίρνει τη ζωή πολύ στα σοβαρά, συγκρούεται έντονα με την ειρωνεία του καθηγητή. Όταν ο αναπληρωτής του πρύτανη (με πλαστη διδακτορικη. διατριβη, μεταφραση μιας αλλλης σε δυσκολη γλωσσα) διώχνει βιαίως τον καλύτερο φοιτητή επειδή παρίσταται μεθυσμένος, ο Γιάροσλαφ, φτάνοντας στα όριά του, τσακώνεται με τον Γιακούμπ.

    Ο Γιάροσλαφ και ο Γιακούμπ ενσαρκώνουν δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη ζωή: ενός νέου που πιστεύει ακόμη στην ηθική τιμιότητα και αυτή ενός σαραντάρη που καμουφλάρει την πίκρα των χαμένων ελπίδων του κάτω από έναν συνεχή κυνισμό. Ο Ζανούσι κριτικάρει βαθειά ένα κοινωνικό σύστημα που ευνοεί τον διανοητικό κομφορμισμό και τον ηθικό συμβιβασμό στην υπηρεσία μιας λαμπρής καριέρας. Καταγγέλλει τη διαφθορά και τη δειλία που γελοιοποιούν τις ανθρώπινες αξίες, μέσα από μία σκηνοθεσία διακριτική, που δίνει χώρο στις ανθρώπινες αντιπαραθέσεις και τους εξαιρετικά καλοδουλεμένους διαλόγους.

    Όταν ο Jaroslaw ανακαλύπτει ότι ο Αναπληρωτής Πρύτανης έχει αντιγράψει το διδακτορικό του από το αντίστοιχο μιας άλλης χώρας και το εκμυστηρεύεται στον Jakub, αυτός γελώντας του λέει ότι το ήξερε από παλιά. Η ταινία ολοκληρώνεται με ολοκληρωτική καταστροφή του ιδεαλιστή Jaroslaw (ο χαμένος τα χάνει όλα) :

    Ο προστατευόμενος φοιτητής χάνει το βραβείο, το οποίο πηγαίνει σε μια άσχημη φοιτήτρια ευνοούμενη του κόμματος(;),μεθάει και αφού αρχίζει να τα σπάει συλλαμβάνεται από τις δυνάμεις ασφαλείας.

    και ο Jakub κερδίζει και τον έρωτα μιας αγγλίδας φοιτήτριας, με την οποία είχε αρχίσει μια ερωτική σχέση ο Jaroslaw.

    ΥΓ Αναζητηστε το ειναι απλως εκπληκτικο.

    Φεβρουαρίου 6, 2013 στις 10:53 μμ

    sissa ben dahir

    Για φίλους/ες από την τριτοβάθμια αλλά και μπλογκεράδες που δεν θα ήθελαν να χτίσουν κάποιοι άλλοι, με κλεμένα υλικά. Ένα σωρό εργαλεία γενικής και ειδικής χρήσης.
    http://www.shambles.net/pages/staff/ptools/

  73. Γιάννης Κουβάτσος said

    Και μια τελευταία παρατήρηση, αγαπητέ Ανετάκη: γιατί «έπαθα λάστιχο»; «Έπαθα φούιτ» δεν λένε εκεί πάνω; 😊

  74. Η μικρή Χουχού από το Αλγέρι said

    69 Κωστή Ανετάκη
    πολύ διαφωτιστικές οι απαντήσεις σου. Με κάλυψαν και ευχαριστώ θερμά που δεν μούτρωσες για τα θαψιματάκια. Πάντα Άξιος! 😉

  75. Η μικρή Χουχού από το Αλγέρι said

    (ξαναγράφω στη σωστή θέση το σχόλιο)
    65 Αφώτιστε Φιλέλληνα
    αυτά που έγραψες μεταξύ αστείου και σοβαρού για τα κόπυ πάστε, μου θύμισαν περίπτωση ακαδημαϊκού , και προέδρου της Ακαδημίας στη δεκαετία του 1990 περίπου του κυρίου Αρτ…η…(δεν ζει πια )όστις ανενδοιάστως, μετέφρασε στα ελληνικά, βιβλιο φημισμένου ξένου μαθηματικού βάζοντας επάνω, φαρδύ πλατύ, το δικό του ονοματάκι, και παριστάνοντας ότι το πνευματικό έργο ήταν δικο του. Η πλάκα είναι ότι μετά, αυτό το μεταφρασμένο στα ελληνικά έργο του φημισμένου ξένου μαθηματικού, κάποιοι (δεν θυμάμαι λεπτομέρειες)το ξαναμετάφρασαν στα αγγλικά με το όνομα του ελληνάρα ακαδημαικού κ. Αρτ…η…Το πήρε είδηση το κοπυπάστε η σοβαρή Αμερικάνικη Μαθηματική εταιρία και έστειλε μια πανταχούσα στην Ακαδημία των Αθηνών, καταγγέλοντας την πλαστογραφία του κυρίου προέδρου της. Και τι έκανε η Ακαδημία; άκουσε τίποτα παραπέρα γι αυτό; Απλώς το σκανδαλάκι της ξεφτίλας το έθαψε…

    ο θάνατος, μας πάει πολύ, Μέριλ μου..πράγματι..
    Υ.Γ. Αφώτιστε, έλαβα τις επεξηγήσεις..;-)

  76. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    73. Το γραφει στο 69

    «ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο…»

    Ενας μη επαγγελματιας γραφιας δεν εχει διορθωτη και επιμελητη κειμενου. Τα κανει ολα μονος του. Απο την προσωπικη μου εμπειρια σε επιμελεια τεχνικων κειμενων συνταγμενων απο αλλους σε ομαδα μελετης μπορει να φτασεις απο το επιπεδο 90% στο 95% σε Α ωρες. Αν θελέις να φτασεις στο 97,5% ισως θελεις 2Α ωρες. Δηλ. υπαρχει οριακη αποδοση της επιμελειας . Εξ αλλου οι συνδυασμοι καλυτερων συνδυασμων και φρασεων σε κειμενο 6500 λεξεων ειναι παρα πολλοι. Η αποψη μου ειναι να φευγουν τα περιττα (εκτος αν υπαρχει ειδικος λογος απο τον συγγραφεα) και να ελεγχονται οι σολικισμοι και τα ορθογραφικα λαθη.

    Γενικοτερη παρατηρηση : ο σχολιασμος απο ….σχολαστικους πνιγει τον δημιουργο.

    Εξ’ αλλου οι δημιουργoι εχουν και αλλες ασχολιες. 🙂

  77. Η μικρή Χουχού από το Αλγέρι said

    76 Φιλέλληνα
    στα θέματα γλώσσας η υποκειμενικότητα μπορεί να είναι απύθμενη. Συμφωνούμε.

  78. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    69. Κωστη Ανεστακη προχωρα ακαθεκτος. Αν το ξαναγραφες περιπου το ιδιο θα ηταν, ισως πιο «χτενισμενο» αλλα το πολυ χτενισμα ξεραινει το κειμενο.

    Ειμαι οπαδος της αυτοματης γραφης. Σε απασχολει κατι για μερες, ορμας και γραφεις λ.χ. 10 σελιδες. Μετα συμπληρωνεις τα χασματα (αν πρεπει) , σβηνεις τα περιττα (εκτος αν υπαρχει ειδικος λογος απο τον συγγραφεα) και ελεγχονται οι σολικισμοι και τα ορθογραφικα λαθη.

    Απλως ο στοχος σου ας ειναι το επομενο να ειναι διαφορετικο και ισως καλυτερο.

    Ελπιζω να βοηθησα.

  79. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Το πολυ ενδιαφερον διηγμα του Κωστη Ανεστακη ανηκει σε ενα νεο ειδος ” balkan noir” (copyriht ΑΦ), υποκατηγορια της κρισης 2008-2028 , μια υποκατηγορια του mediterranean noir .
    Ολα ξεκινησαν απο δυο μικρο-διηγηματα μου , το 1ο με λιγο sex, εμπιστοσυνη και αλληλεγγυη και το 2ο μεγαλο-διαφθορα μελων του Υπουργικου συμβουλιου,
    ( σχολιο 13 στο http://www.poiein.gr/archives/16782)

    Ψαχνοντας ανακαλυψα οτι υπηρχε χωρος για το νεοτευκτο ειδος ” balkan noir” (copyriht ΑΦ) , μια υποκατηγορια του mediterranean noir . Θα ήταν της κατηγοριας roman polar, αν αναφεροταν στην Γαλλια.

    Αρα εχουμε ηδη συγγραφεις που γραφουν ελληνικο balkan noir (οχι τους δημοσιογραφους που το παιζουν σαχλο-λογοτεχνες) και παμπολλα θεματα που περιλαμβανουν πολιτικη διαφθορα, συνεταιρους επιχειρηματιες, λαθρεμπορους και εφοπλιστες, ΜΜΕ, παραρτηματα διαφορων εθνικων μαφιων, ποδοσφαιρικες ομαδες,…..

    Για ενημερωση σας παραθετω τον ορισμο του mediterranean noir απο την wikipedia.

    Mediterranean Noir refers to a literary style that employs elements of noir and hardboiled crime fiction in a Mediterranean setting. Sex, crime, and physical violence often figure prominently in Mediterranean Noir narratives. Social and historical issues specific to the region – particularly governmental corruption and instability, war, and racial strife – are frequently underlying plot considerations. Prominent authors of the movement include Jean-Claude Izzo, Andrea Camilleri, Massimo Carlotto, Eduardo Mendoza, and Batya Gur.

    According to the Italian publisher Sandro Ferri, Mediterranean Noir is remarkable for its attention to a unique duality of Mediterranean life:

    The prevailing vision in the novels belonging to the genre known as Mediterranean noir is a pessimistic one. Authors and their literary inventions look upon the cities of the Mediterranean and see places that have been broken, battered, and distorted by crime. There is always a kind of dualism that pervades these works. On one hand, there is the Mediterranean lifestyle– fine wine and fine food, friendship, conviviality, solidarity, blue skies and limpid seas– an art of living brought almost to perfection. On the other hand, violence, corruption, greed, and abuses of power.

    ΥΓ Oι θετικιστες, πολλοι εργατικοι, γραμμικης αποδοσης και μεσαιας ευφυιιας ανθρωποι δεν ανεπτυξαν καινοτομιες, δεν εκαναν ανακαλυψεις, εφευρεσεις, δεν δημιουργησαν μεγαλα εργα τεχνης, κ.λ.π.
    Αντιθετως συνηθως τα δημιουργησαν οι περιεργοι, ιδιορρυθμοι, αιρετικοι,… αυτα που ονομαζουμε γενικα “κακα παιδια”

    ΥΓ2 Παρά το γεγονός ότι ο Τζίντζιτς παρουσιάζεται από τις κυβερνήσεις της Δύσης ως αντίπαλος και θύμα του οργανωμένου εγκλήματος, ο ίδιος έχει διασυνδέσεις με τον εν λόγω χώρο. Ήδη από το 1995 το όνομα του αναμειγνύεται σε σκάνδαλα που αφορούν το λαθρεμπόριο από κοινού μάλιστα με την οικογένεια του αντιπάλου του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς. Οι συνεχείς επαφές μάλιστα του Τζίντζιτς με τη Μαφία ανάγκασε τις δυτικές κυβερνήσεις να υποστηρίξουν κατά την κρίση του 2000 τον Κοστούνιτσα, παρά το γεγονός ότι ο Τζίντζιτς αποτελούσε τον κατεξοχήν φιλοδυτικό πολιτικό της Σερβίας. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί πως ο Τζίντζιτς είχε αναπτύξει σχέσεις και με τον Μίλοραντ Ούλεμεκ, τον αρχηγό των Μονάδων Ειδικών Επιχειρήσεων[4] και κορυφαίο στέλεχος της Μαφίας Ζεμούν, ενός δηλαδή από τους κατηγορούμενους για τη δολοφονία του. Πριν έρθουν σε ρήξη, ο Τζίντζιτς είχε συνεργαστεί στενά με τον Ούλεμεκ για την ανατροπή του τότε Προέδρου Μιλόσεβιτς, ενώ είχε παραδόξως ευχαριστήσει τότε τον Ούλεμεκ λέγοντας πως του χρωστάει τη ζωή του.

  80. Γς said

    Γιατί μισόλογα;

    Πρόκειται για τον Νικόλαο Αρτεμιάδη που διετέλεσε πρόεδρος της Aκαδημίας Aθηνών το 2000.

  81. Γς said

    80->75

  82. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    9 Ιουνίου, 2016 στις 14:58

    Διαβαστε ενα αδημοσιευτο (σε χαρτι) βαλκανικο noir, 22-3-2011 (λινκ στο τελος)

    Πόπη Συνοδινού, ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΟΥΗ ΤΟΥ ΟΠΛΟΥ

    το οποιο ειναι πολυ πιο αυθεντικο απο τους «ογκολιθους» της ελληνιης αστυνομικης λογοτεχνιας, οπως Μαρκαρης, Αποστολιδης,…

    Αν εχεις διαβασει σχεδον ολα τα αστυνομικα των εκδοσεων ΑΓΡΑ, (αλλα και αλλων εκδοσεων) οι συγκρισεις των ελληνων αντιστοιχων συγγραφεων με τους αλλοδαπους δημιουργουν γελωτα , πικρα, ….

    Προ 5-ετιας, σε ενα απο τα σχολια μου εγραψα τα -κατα την γνωμη μου- στοιχεια που πρεπει να περιληφθουν ωστε να ανανεωθει το ελληνικο αστυνομικο διηγημα/μυθιστορημα.

    Συνοψίζω ( στο σχολιο 14) μόνον για λογοτεχνικά θέματα-άξονες:

    1. Πολύ συντηρητισμός, προφανώς λόγω απύθμενης άγνοιας της μη γραμμενης ζωής.
    Το ποιειν μπορεί να οργανώσει εκδρομές και επισκέψεις στις παρυφές της ημι-παράνομης (βιοτεχνίες, καταστήματα εστίαση και διασκέδασης , τεχνίτες κ.λ.π.) και παράνομης Αττικής (άνω Πέραμα,Καματερό, Ζεφύρι,Μενιδι κ.λ.π.) για επιμόρφωση των επίδοξων λογοτεχνων κια ποιητών σε θέματα συμπεριφοράς και γλώσσας των ματσο-άνδρών, των αντίστοιχων γυναικών στις βορειοδυτικές συνοικίες .

    2. Πρεπει να γραφτούν κι άλλα διηγήματα με ημι-παραβατικούς και παραβατικούς βαλκάνιους χαρακτήρες τόσο γνώριμους σε όλους μας με λίγο τολμηρή γλώσσα σαν αυτήν που χρησιμοποιούμε μεταξύ οικείων προσώπων και καλών φίλων .

    3.Nα δημιουργηθεί μια σχολή roman polar (οπως στην Γαλλία), ντόπιο υλικό υπάρχει πολύ από ρεμπέτες του 20 , τροκιστές και κομμουνιστες του 30, όλο το 40 με 50, παρακράτος από το 45 έως σήμερα, μαυραγορίτες, ΟΠΛΑ, 60-67, 67-74, 17Ν, ΕΛΑ, κ.λ.π. και όχι μόνον ελληνικό underground, με ροκάδες, πρεζόνια κι τζάνκια.

    http://www.poiein.gr/archives/13121

    ΥΓ στο σχολιο 12 περιλαμβανεται ενα μικροδιηγημα μου ΚΑΥΚΑΣΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ (1000 λέξεις)

  83. sarant said

    82 Αφώτιστε, θα σε παρακαλούσα να περιορίσεις την αυτοδιαφήμιση και το σπαμ.

  84. voulagx said

    Περι αλεξιθυμίας.
    συζητηση και στη Λεξιλογια

  85. Η μικρή Χουχού από το Αλγέρι said

    80 81 Γς
    πω πω πω! Δεν σου ξεφεύγει ΤΙΠΟΤΑ πουλάκι μου! 😉

  86. ΣΠ said

    80, 85
    Δείτε όμως εδώ μια επιστολή υπέρ του Αρτεμιάδη.

  87. Pedis said

    Νικοκύρη, δεν του δημοσιεύεις κάνα πόνημα να ξεθυμάνει … ήμαρτον.

  88. leonicos said

    Ενδιαφέρουσα γραφή

  89. spiral architect 🇰🇵 said

    Η ονοματολογία του διηγήματος μου θύμισε την αντίστοιχη ονοματολογία των διηγημάτων του καθηγητή και συγγραφέα Ντέιβιντ Λοτζ, αυτός που περιγράφει στα βιβλία του πανεπιστημιακές ίντριγκες και … κερατώματα σε σχετικά άγνωστα ή ανύπαρκτα αγγλικά πανεπιστήμια.
    Το πανεπιστήμιο του Μπαθ νόμιζα ότι ήταν ανύπαρκτο, αλλά ψάχνοντας βρήκα ότι υπάρχει και είναι νέο, ο πεθαμενατζής Δρακούλης είναι ο γνωστός στους Θεσσαλονικείς Μπαμπούλας (αναφέρθηκε και παραπάνω) και άμα ο συγγραφέας έβαζε περισσότερη εισαγωγή και κορύφωση με τη σκηνή του αποτελειώματος να ήταν ένα κεφάλαιο, θα’ βγαινε ένα ικανών σελίδων βιβλίο για έκδοση.

    Ιδέα έριξα κύριε Ανετάκη. 😉
    (κρητικός είστε;)

  90. sarant said

    86 ΣΠ, σε ευχαριστώ διότι ομολογώ πως δεν ήξερα ότι το «πλαγιαρισθέν» βιβλίο ήταν Ιστορία των Μαθηματικών. Ίσως αλλάζει το πράγμα.

  91. Παναγιώτης Κ. said

    @75. Τελικά τίποτε δεν μένει κρυφό!
    Δεν γνώριζα αυτό το παρασκήνιο για τον Αρτ…
    Το βιβλίο του όμως με είχε ξενίσει και τώρα λύθηκε η απορία μου…έστω και με καθυστέρηση είκοσι χρόνων.
    Έχουμε λοιπόν συγγραφείς, συρραφείς και αντιγραφείς.

  92. cronopiusa said

    69

  93. Η μικρή Χουχού από το Αλγέρι said

    86 ΣΠ
    τον συχωρεμένο Αρτεμιάδη Δεν τον ξεπλένει ο Γουαδαλκιβίρ «και να με συνχωρείτε κιόλας» που θά γραφε και η Μπούφα η φίλη μου. Το έβαλε ή δεν το έβαλε το ονοματάκι του, φαρδύ πλατύ, ως δημιουργός (όχι ως μεταφραστής του έργου, εντάξει, αυτό θα είχε δικαιολογία) πάνω στην Ξένη Πνευματική Εργασία; το έβαλε και με βούλα. Και αποπειράθηκε να εξαπατήσει τους μη επαϊοντες, με Πλαστογραφία. Αλλά..»μωραίνει Κύριος, ον βούλεται απολέσαι». Γίνηκε «ρόμπα» .Όσο για την επιστολή, σιγά! Άμα είσαι πρόεδρος της Ακαδημίας,όλο και κάποιος θα βρεθεί να σε υποστηρίξει με το αζημίωτο βέβαια, διότι η χάρη θέλει αντίχαρη και λοιπά και ρητά και άρρητα που έκαστος ανανοείται και μπορεί να υποθέτει. Το θέμα είναι ότι εδώ σε αυτό το δοβλέτι του Καραγκιόζη, όποιος έχει μαχαίρι τρώει καρπούζι και ας είναι αλλουνού το καρπούζι και οι ιστοί της γκρίζας, ύπουλης αράχνης πιάνουν πάντα τα μικρά και φτωχά έντομα ενώ τα μεγάλα ζώα, σκίζουν τον ιστό και περνούν ανενόχλητα. Πρώτος ο αρχαίος Σόλων δεν το διατύπωσε το σοφόν; Ουδέν καινόν υπό τον ήλιον! 😉

    91 Παναγιώτης Κ.

    Τίποτε δεν μένει κρυφό, αγαπητέ! Και όσο πιο «βρόμικο» το μυστικό , τόσο πιο βέβαιο είναι ότι κάποτε η γης θα το ξεράσει! 😉

    84 Voulagx ενδιαφέρον!

  94. Η μικρή Χουχού από το Αλγέρι said

    90 Νικοκύρη τι σημαίνει «πλαγιαρισθέν»;

  95. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    83. Ισως δεν ηταν καλη ιδεα η γκριζα διαφημιση του εργου του Α.Φ.

    Παντως οι αποψεις που διατυπωθηκαν σε σχολια μου για το balkan noir και προτασεις για λογοτεχνικά θέματα-άξονες (σχ. 82) , σε θεματα γραφης , συγ(γραφης) [και οχι συρραφης οπως κατανοησαν μερικοι], για το ηλεκτρονικο κολλαζ και την χρηση μεταποιημενων λογοτεχνικων αποσπασματων (λ.χ. απο τον σπουδαιο Ντανιλο Κις) πιστευω οτι ειναι χρησιμες σε ερασιτεχνες γραφιαδες. Τελος υπενθυμιζω το διηγημα της Ποπης Συνοδινου (λινκ στο τελος του 82)

    87 Δεν βλεπω να υπαρχει μεγαλο ενδιαφερον στα πονηματα μου στο ιστολογιο αυτο, τα οποια -ουτως η αλλως – εχουν αναρτηθει εγκαιρως αρκετες φορες σε ιστολογια.

    94 Πλαγιαρισθεν το υποσταν πλαγιαρισμο (λογοκλοπη). .

    Etymology

    In the 1st century, the use of the Latin word plagiarius (literally «kidnapper») to denote stealing someone else’s work was pioneered by the Roman poet Martial, who complained that another poet had «kidnapped his verses». Plagiary, a derivative of plagiarus, was introduced into English in 1601 by dramatist Ben Jonson during the Jacobean Era to describe someone guilty of literary theft.[4][6]

    […]The Latin plagiārius, «kidnapper», and plagium, «kidnapping», have the root plaga («snare», «net»), based on the Indo-European root *-plak, «to weave» (seen for instance in Greek plekein, Bulgarian «плета» pleta, and Latin plectere, all meaning «to weave

  96. 73: Γιάννη Κουβάτσε, το «έπαθα φούιτ» το λέγαμε αποκλειστικά για τα ποδήλατα και τα μηχανάκια. Δεν έχω ακούσει ποτέ κανέναν να το χρησιμοποιεί για αυτοκίνητα και πάνω. Αν κάποιος άλλος γνωρίζει κάτι περισσότερο, παρακαλώ να το σημειώσει…

    74. Μικρή Χουχού: Πόσο μάλλον (κι όχι πόσω, γιατί θα με βαρέσει ο κύριος Σαραντάκος 😀 ) που απάνω στη συζήτηση βρήκα κάτι καλύτερο από την αλεξιθυμία για να αποδώσω αυτό που είχα στο νου μου: Συναισθηματική Τύφλωση. Η έκδοση που θα δημοσιευτεί στο μπλογκ μου θα περιλαμβάνει και τις δύο αλλαγές που μου συστήσατε ομαδόν σ’ αυτά τα σχόλια.

    76: Αφώτιστε Φιλέλληνα, ακριβώς γι’ αυτό κάθισα και πήρα πτυχίο Επιμέλειας-Διόρθωσης (πέρυσι τέτοιον καιρό, με βαθμό 98,5%) και μάλιστα πρόσφατα έκανα και τις πρώτες μου επαγγελματικές δουλειές για άλλους συγγραφείς. Πολύ σωστά παρατήρησες ότι για να πας από το 95% στο 100% χρειάζεται πολλαπλάσια δουλειά, απ’ όση μέχρι να φτάσεις στο 95%. Νομίζω ότι δεν μου λείπουν οι γνώσεις, αλλά η εμπειρία. Γι’ αυτό φροντίζω να ρωτάω τη γνωμη πιο έμπειρων από εμένα ανθρώπων, όπως ο κύριος Σαραντάκος, και να που μου βγήκε σε καλό…

    78: Αφώτιστε, πάντα αυτό έχω ως στόχο σε κάθε νέο διήγημα ή νουβέλα που ξεκινάω. Να είναι κάπως διαφορετικό κι αν είναι δυνατόν καλύτερο απ’ το προηγούμενο, ενώ ταυτόχρονα ψάχνω να σχηματίσω ένα στυλ γραφής που να είναι δικό μου και να μ’ εκφράζει. Προφανώς, πάνω στην αναζήτηση δεν θ’ αποφύγω και τις ακρότητες, τις επιτηδεύσεις κ.λπ. όσο κι αν προσέχω, όσο κι αν δεν μου αρέσουνε και μένα. Έχω τρία-τέσσερα χρόνια όλα κι όλα που γράφω, είμαι πράγματι συγγραφέας της Κρίσης. Προχωράμε…

    79: Πολύ ενδιαφέρον αυτό με το balkan noir, δεν το ‘χα ξανακούσει. Το αστείο είναι ότι το επόμενο που έχω στο νου μου να γράψω είναι ένα με αγώνες ποδοσφαίρου, προέδρους επαρχιακών ομάδων, Σέρβους παίχτες πουλημένα τομάρια κ.λπ. Το μεθεπόμενο, του οποίου την πλοκή ακόμα ψάχνω, έχει να κάνει με διαφθορα στην εκπαίδευση, μετά από μια γενναία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, δηλαδή και πάλι εκτυλίσσεται στο προσεχές μέλλον. Ταμάμ μου ‘ρχεται ο όρος, πόσο μάλλον που πλέον δεν δηλώνω Ευρωπαίος αλλά «Βαλκάνιος Υπάνθρωπος» (η Ευρώπη τελειώνει στην Κροατία, έλεγε το Χιτλερικό γεωπολιτικό δόγμα).

    89. Spiral Architect (απ’ τ’ αγαπημένα μου κομμάτια των Black Sabbath). Όχι, είμαι Μικρασιάτης, σαν τον Αργύρη Γαζή. Οι τουρκογενείς λέξεις (αλλά και η περίφημη χαρμονή, που τόση εντύπωση έκανε) υπάρχουν στ’ αυτιά μου απ’ την οικογένεια (κουντούρντισες πάλι, μου ‘λεγε η γιαγιά μου, έχω μια χαρμονή σήμερα, έλεγε η μάνα μου, σαν το καρτάλι όρμηξε, έλεγε ο παππούς μου, είμαι πολύ τιτίζα, έλεγε η γιαγιά μου κι έκανε μια χαρακτηριστική χειρονομία με τις άκρες του δείχτη και του αντίχειρα να χτυπάνε μεταξύ τους σ’ ένδειξη λεπτολογίας κ.λπ.) και μου βγαίνουν φυσικά, δεν τις βάζω με το ζόρι. Όσο για την έκδοση, το σκέφτηκα αυτό που λες, όμως απ’ την άλλη έχω μια σειρά διηγημάτων της κρίσης (θα περιέχει δέκα όταν θα καταφέρω να γράψω τα δυο τελευταία) που νομίζω ότι όλα μαζί περιγράφουν τις σκέψεις και τα αισθήματά μου για την εποχή που διανύουμε. Τα κοινά στοιχεία είναι ο Θάνατος κι η παρακμή καθώς και τα σαπρόφυτα που τρέφονται απ’ αυτήν. Τούτη τη συλλογή έχω σκοπό να ρίξω κάποτε στην εκδοτική κονίστρα, αν βρεθεί φυσικά κάποιος που να ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο…

  97. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    96- Εκτός από το facebook που δεν θέλω να έχω πού αλλού μπορώ να σε βρώ;
    Μου άρεσε πάρα πολύ το νεανικό θα έλεγα διήγημά σου (κρίνοντας από το θέμα και την φρασεολογία σε κόβω μέχρι 40 το πολύ) και θάθελα να μοιραστώ κάποιες σκέψεις μαζί σου (όχι για ειδικά θέματα, είμαι άσχετος απ’αυτά). Σου συνιστώ επίσης να βιαστείς κάπως με την έκδοση αν θές να έχεις κάποια (δύσκολα) οικονομική επιτυχία. Η έντυπη έκδοση σε δέκα χρόνια θα είναι ανάμνηση και μόνο συλλεκτική, αν και θεωρώ πως αν βρεθεί τρόπος να πουλάς το ηλεκτρονικό κατέβασμα 1ευρώ, θα βγάζεις πολλά περισσότερα από την έντυπη έκδοση.

  98. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    96. Εφ’ οσον τουλαχιστον 3 ασχοληθηκαν με τα σχολια μου, ο σκοπος επετευχθη.

    Το σωστο και πρεπον ειναι η επιμελεια οποιουδηποτε κειμενου (τεχνικου, επιστημονικου, λογοτεχνικου,…) να γινεται απο διαφορετικο προσωπο απο τον συντακτη/γραφια.

    Ο ορος balkan noir ειναι δικος μου. Απορω γιατι οι ογκολιθοι της κριτικης δεν τον ειχαν εφευρει.

    Στο κατωθι ποιημα μου περιλαμβανεται συνοπτικα η θεματολογια μου (μας) για τον βαλκανικο καπιταλισμο και τα διηγηματα κατηγοριας «balkan noir της κρισης».
    Παντοτε τα Βαλκανια ειναι και θα ειναι σε κριση.

    Δεν είναι η πατρίδα μας (2010, σατιρικό)

    Δεν είν’ οι βίλες στις κορυφογραμμές
    οι ιδιωτικές παραλίες στις μπαζωμένες ακτές
    τα αξεστα λαμόγια με τις βαμμένες ξανθιές
    τα ξέκωλα στην TV και στις φυλλάδες.

    Οι λαθρέμποροι που έχουνε ποδοσφαιρικές ομάδες
    οι πουλημένοι οι “ταγοί” και οι συνδικαλιστές
    ” διανοούμενοι” που υμνούν απολύσεις από μικροκαπιταλιστές
    ” μαικήνες” businessmen επί του ασφαλούς :
    αφανείς εταίροι με τους πολιτικούς.

    Δεν είναι τα ερειπωμένα αρχαία μέλη μνημείων
    τα αγάλματα τα κλασσικά,o εναπομένων κίων
    ότι απέμεινε απ’ το ασβεστοκάμινο και την λαθρανασκαφή
    καλά που δεν τά ‘ καναν όλα ασβέστη οι χριστιανοί
    ή δεν τα’ χτισαν σε εκκλησιές στην βυζαντινή εποχή

    Fallmerayer- Παπαρρηγόπουλος 1-1
    δεν δίνω δίκιο σε κανένα

    Πάντως ο καπιταλισμός μας είναι βαλκανικός
    διαφθορά, εγκάθετοι, μετριοκρατία, νεποτισμός
    Τα αποτελέσματα γνωστά πριν το σάλπισμα της κρίσης
    Φθάνει η ώρα την μάταιη την μάχη ν’ αφήσεις
    ………………………………………………………..

    Χαμένη η παρτίδα της πατρίδας μας

    Σαν Σέρβοι επί Milošević να βγάλουν διαβατήρια
    οι νέοι των 700 ευρώ , αξιοπρέπειας εισιτήρια
    τόσους …έξυπνους δεν τους σηκώνει ο τόπος
    οδόφραγμα οι “έξυπνοι”, για πάντα κλειστός ο δρόμος

    Κι εμείς μετά την σύνταξη στην πόλη του Καβάφη
    θα κοιτάμε προς βορρά : την Κρήτη, τη Ανάφη
    κι ας τους “να βράζουν μες το ζουμί τους”
    μέχρι να τελειώσει το νερό κι η άθλια ζωή τους.

    24.03.2010

    http://www.politismospolitis.org/archives/18353

    ΥΓ Συμβολη στην πατριδογνωσια (10η επαναληψη)

  99. nima7401 said

    Ωραίο το κείμενο! Το ευχαριστήθηκα και γέλασα.

    Ευχαριστώ κύριε Ανετάκη και φυσικά και τον κύριο Σαραντάκο για την «γνωριμία».

  100. ΣΠ said

    93
    Δεν πρόκειται να υπερασπιστώ τον Αρτεμιάδη. Ούτε το δικό του (βάλε αν θες εισαγωγικά στο «δικό του») βιβλίο έχω διαβάσει ούτε το τρίτομο του Klein. Εγώ απλώς παρέθεσα μιαν άλλη άποψη που βρήκα και που λέει ότι ίσως τα πράγματα να μην είναι όπως έχουν παρουσιαστεί. Ιδιαίτερα θέλω να επισημάνω την φράση «N. K. Artemiadis referred to M. Klein’s three-volume work on p. 374, and his own narrative contains a lot more new information that could not be in Klein’s book, published in 1972.» Δηλαδή ο Αρτεμιάδης χρησιμοποίησε υλικό από το βιβλίο του Klein, αναφέρθηκε σ’ αυτό και πρόσθεσε και δικό του υλικό. Το θέμα βέβαια είναι πόσο υλικό πήρε και αν η αναφορά έγινε με σωστό τρόπο. Θα έλεγα ότι μάλλον υπάρχει πρόβλημα αφού η AMS αποφάσισε να αποσύρει το βιβλίο. Όχι όμως ότι είναι μια σκέτη αντιγραφή.

  101. Η μικρή Χουχού από το Αλγέρι said

    96 Κωστή Ανετάκη, ωραία!
    Δώσε το σύνδεσμο για το μπλογκ να το επισκεφτεί και κάποιος άλλος.

  102. 97-101. Λάμπρο και Χουχού, η διεύθυνση του μπλογκ μου είναι αυτή: http://otto-great-chaos.blogspot.gr/

    Τα διηγήματα βρίσκονται κάτω απ’ την ετικέτα «Αφηγήματα» (http://otto-great chaos.blogspot.gr/search/label/%CE%91%CF%86%CE%B7%CE%B3%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1).

    Επίσης, μπορείτε να επικοινωνείτε μαζί μου για οτιδήποτε στο ηλεταχυδρομείο: c.anetakis@gmail.com

    Όσο για τις εκδόσεις… Προχτές συζητούσα με κάποιους του χώρου κι έλεγα: Όταν ανεβάζω ένα διήγημά μου στο μπλογκ και το διαβάζουν 7500 κόσμος, συν στη Σφήκα όπου είμαι αντμίν, συν σε άλλα μπλογκ που αναδημοσιεύουν τα πονήματά μου, τι λόγο έχω να ταλαιπωρώ τα δέντρα και να τυπώνω τσάμπα χαρτί; Υπάρχει περίπτωση να αγοραστούν δέκα χιλιάδες αντίτυπα οποιουδήποτε βιβλίου μου, ακόμα κι αν το εκδίδει μεγάλος εκδοτικός οίκος; Η απάντηση είναι μία: Πρεστίζ. Όσες χιλιάδες κι αν έχουν διαβάσει τα διηγήματά μου σε ηλεκτρονική μορφή, κανείς δεν με θεωρεί συγγραφέα, επειδή δεν έχω εκδωθεί ακόμα σε κυτταρίνη. Εκεί λοιπόν έπεσε κι αυτή η ιδέα. Να βάζω τα βιβλία μου στο μπλογκ και να χρεώνω ένα ως δύο ευρώ το κατέβασμα. Όπως και να ‘χει, πάλι απ’ το μηδέν κέρδος θα ‘χω…

  103. Η μικρή Χουχού από το Αλγέρι said

    Ελήφθη, όβερ!;)

  104. sarant said

    102 Ακόμα έχει κάποια σημασία το χάρτινο βιβλίο. Ίσως περισσότερη απ’ όσο φανταζόμαστε.

  105. Μαρία said

    100
    Η λογοκλοπή δεν είναι πάντα σκέτη αντιγραφή.

  106. Μπούφος said

    Μωρέ ποια ήτανε αυτή, πώς τη λέγανε, θυμάται κάποια λαγωνίκα; (Μποντούα Σελά; Λιλή Ζωγράφου; ή κάποιο άλλο όνομα; ) που είχε βγάλει βιβλίο με τίτλο ¨κυρίες μου, εκδίδομαι!» και χέστηκε στο τάλαρο;
    Αγοράστηκε τρελά το μπουκάκι, μόνο και μόνο από τον τίτλο. Μέσα ήταν απολύτως σεμνότατο. Τους την έσκασε,η πονηρή συγγραφεύς, με τον πολλά υποσχόμενο,πλην τζούφιο τίτλο, χαχα!

    104 Nικοκύρη
    το πιστεύουμε και μεις ότι τα τυπωμένα βιβλία δεν θα πάψουν να υπάρχουν ποτέ, όσο υπάρχουν συναισθηματικοί άνθρωποι, διότι, η ισχυρότερη αίσθηση του σώματος είναι η αφή (όχι η όραση, όπως νομίζαμε ως τώρα, φιλε Γιαννάκη, που κυαλάρεις την απέναντι στο μπαλκόνι με το σορτσάκι και σου τρέχουνε τα σαλάκια, λες και είσαι δεκαπεντάχρονο,χιχι!)
    Μια και η δυνατότερη αίσθηση είναι η αφή, λοιπόν, παντα ο άνθρωπος θα χρειάζεται ένα Ζεστό ή και δροσερό, φιλικό, απαλό βιβλίο στα χέρια του, προς παρηγορίαν.

    Αν η επιστήμη φτιάξει ευλύγιστα και μαλακά τάμπλετ, σαν βιβλία,ίσως τότε καταργηθούνε τα χάρτινα, και παλι, επιτρέψτε μου να διατηρώ τις αμφιβολίες μου.

    105 Μαρία,
    συμφωνούμε.

  107. ΣΠ said

    105
    Συμφωνώ και γι’ αυτό έγραψα ότι μάλλον υπάρχει πρόβλημα. Αλλά όχι όπως παρουσιάστηκε ότι μετέφρασε το βιβλίο το Klein στα ελληνικά και μετά πίσω στα αγγλικά παρουσιάζοντάς το σαν δικό του. Αυτό θα ήταν σκέτη αντιγραφή.

  108. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    102 – Θα τα πούμε σύντομα.

    104 – Ακόμα ναί, σε δέκα χρόνια όχι.

    106 – Η διάρκεια ζωής του κάθε τι στην ανθρώπινη κοινωνία, ορίζεται από την χρησιμότητά του. Μην ξεχνάς πως οι άνθρωποι άρχισαν να διαβάζουν μαζικά βιβλία μετά τον β’π.π, όταν προωθήθηκε από την οικονομική ελίτ η εξάλειψη του αναλφαβητισμού στις αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες για προφανείς λόγους.
    Όπως αντικαταστάθηκαν οι άμαξες από τα αυτοκίνητα έτσι θα γίνει και με τα
    έντυπα βιβλία από τα ηλεκτρονικά. Καλώς ή κακώς, τα δεκάχρονα παιδιά είναι με ένα τάμπλετ στο χέρι και έντυπα βιβλία πιάνουν στα χέρια τους μόνο στο σχολείο που κι εκεί στις ανεπτυγμένες χώρες έχει εν πολλοίς αντικατασταθεί από ηλεκτρονικά βιβλία και ηλεκτρονικούς πίνακες, τα δέ νεογέννητα γεννιούνται με το τάμπλετ στο χέρι.
    Όποιος θέλει να αγνοεί την πραγματικότητα ας ζεί με τα συναισθήματά του, υπάρχουν ακόμα άμαξες για να κάνει βόλτα διαβάζοντας ένα χάρτινο βιβλίο.☺

  109. Μπούφος said

    108 καλά σου! καλά σου! ;-(

  110. Μεταφραστής said

    Να δώσω κι εγώ μια δόση μαύρο χιούμορ που το είχα πολύ πριν έρθω στην Αγγλία που φημίζεται γι΄ αυτό. Ποιος ξέρει; Ίσως οι Άγγλοι να το μαύρισαν ακόμα πιο πολύ βλέποντας κι ακούγοντας εμένα…
    Ο Χάρης Δρακούλης θα ήταν πιο σικ, αν ονομάζονταν Χάρος Δρακούλης 😛

  111. Γιάννης Ιατρού said

    106β Καρδερίνα μ’,
    Δεν στα έχουν πει καλά 🙂

  112. Μπούφος said

    110 Χάρος Δρακούλης! πετυχημένο!

    111 Γιάννη Ιατρού
    εκτιμώ την ευγένειά σου! 😉

  113. νεσσίμ said

    86, 90 : καλό είναι να δείτε και την αρχική επιστολή τού συναδέλφου προς την AMS, που ανακάλυψε την κοπυπαστάδα, με παραδείγματα που εντυπωσιάζουν… http://www.ams.org/notices/200507/commentary.pdf

  114. ΣΠ said

    113
    Είναι φανερό ότι πήρε μεγάλα τμήματα από το βιβλίο του Kline αλλάζοντας την διατύπωση χωρίς την κατάλληλη αναφορά.

  115. ΣΠ said

    Το βιβλίο πουλιέται ακόμα από το Amazon:
    https://www.amazon.com/History-Mathematics-Mathematicians-Vantage-Point/dp/0821834037/
    Έχει και μια κριτική που ουσιαστικά λέει τα ίδια.

  116. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @94, 95γ. Τὸ περάσανε ἀπὸ τὸ Πλαγιάρι (https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B9)
    🙂

  117. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @114. Πῆρε τμήματα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Klein καὶ τὰ ἔκανε δικά του. Δηλαδὴ Klein mine. 🙂

    (Εἶδες τὶ μᾶς ἔχει κάνει ὁ Μιχάλης; Αὐτὸς τοὐλάχιστον τὰ γράφει καὶ γουστόζικα).

  118. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Μετὰ τὴν «ὥρα τοῦ παιδιοῦ» (116, 117) νὰ γράψουμε καὶ τίποτα σοβαρό. Ξαναδιαβάζοντάς το σήμερα πιὸ προσεκτικὰ δὲν ἄλλαξε ἡ, άπόλυτα θετική, πρώτη ἐντύπωση ἀπὸ τὸ διήγημα. Ἁπλῶς θὰ κάνω κάποια σχόλια, κυρίως λεξιλογικοῦ χαρακτήρα.

    «…τη ζωή σου να πηγαίνει αφούντο…». Τό ᾿χω δεῖ καὶ ἀκούσει «πάει φοῦντο». Μήπως στὴ Θεσσαλονίκη τὸ λένε «ἁφοῦντο»; Πάντως τὸ ἀφοῦντο ἀποδίδει καλύτερα τὴν ἔννοια «στὸ βυθό».

    «Μια μεσότριβη ξανθιά». Προφανῶς ἐννοεῖ μεσόκοπη. Τὴ λέξη τὴν ξέρω ὡς μΙσότριβη ποὺ σημαίνει μεταχειρισμένη (π.χ. μισότριβη βάρκα), τριμμένη (γιὰ ροῦχο). Μεταφορικὰ, τὸ χρησιμοποιοῦσαν, παλιότερα, γιὰ γυναῖκες «ἐλευθερίων ἠθῶν».
    Τὸ σχετικὸ λῆμμα τοῦ σλανγκρ (στὰ σχόλια) παραμέμπει σὲ παλιότερα κείμενα (Καρκαβίτσας) καὶ στὰ λεξικὰ Σκαρλάτου Βυζαντίου (Μισότριβος, η, ον»: (κυρ. φόρεμα), ἡμιτριβής, μεσοτριβής, χρηςός* . Γαλ. (habit) usé.

    σημ. Δ.Μ.:*χρηστός: χρησιμοποημένος.

    καὶ Liddell-Scott (ὅπου ὑπάρχει τὸ ἡμιτριβὴς ἀλλὰ καὶ τὸ μεσοτριβής).

    https://www.slang.gr/definition/23623-misotribi

  119. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @Κωστής Ανετάκης (102α)
    Ἡ ἠλεδιεύθυνση βιβλιοσημάνθηκε.

  120. sarant said

    118 Η δική μου εντύπωση είναι ότι το μισότριβος, μισότριβη χρησιμοποιόταν για μεσήλικες, γυναίκες ή άντρες χωρίς ηθικό υπαινιγμό.

  121. Μαρία said

    120
    Δημητράκος, 1959
    ο εν μέρει εφθαρμένος. 2. το αρσ. και θηλ. ως ουσ., ανήρ ή γυνή μέσης ηλικίας β) εν αισχρά σημ.: μεσόκοπος* επιρρεπής εις έρωτας.

    *το ’59 σαραντάρης 🙂

  122. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μισότριβος,εκτός από τα προηγούμενα και ο μισοπάλαβος νομίζω.

  123. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Στὰ Θερμιὰ τὸ χρησιμοποιοῦσαν μὲ δυὸ ἔννοιες.
    Γιὰ πράγματα, μὲ τὴν ἔννοια μεταχειρισμένος/η/ο. Παράδειγμα:
    «Δὲ μοῦ φτάνουν τὰ λεφτὰ γιὰ καινούργιο καΐκι. Θὰ ψάξω γιὰ κάνα μισότριβο».

    Γιὰ ἀνθρώπους, μόνο γιὰ γυναῖκες, μὲ τὴν ἔννοια τῆς «ἐλευθερίων ἠθῶν». Παράδειγμα:
    «Ἔφαε οὗλα τὰ λεφτά του μὲ τσί μισότριβες. Δὲν τοῦ ᾿πόμεινε δεκάρα!»

  124. ranele said

    Κωστή Ανετάκη, συγχαρητήρια! Πολύ ψαγμένο, πολύ επίκαιρο, δουλεμένο με πολλή μαεστρία.
    Γέλασα διπλά : πρώτη φορά όταν το διάβασα και δεύτερη όταν φαντάστηκα για μια στιγμή έναν καθηγητάκο του Γυμνασίου να το προτείνει ως παράλληλο για την ευριπίδεια Ελένη. Θα τον έκαιγαν και αυτόν στην πυρά!!!

  125. giorgos said

    Δύσκολο πράγμα ή άντιγραφή …
    «Μαθηματικοί πού δέν άντιγράφουν δηλ. έφευρέτες κατά τήν έννοια πού έξυπονοεί ό νεοελληνικός μύθος τού » είναι κεφάλι» -δέν ύπάρχουν . Δέν ύπάρχουν , γιατί ή άντιγραφή πηγάζει άπό τήν φύση τής μαθηματικής έπιστήμης , πού δέν είναι παρά μιά γνωστική δυνατότης – ένα μέσον γνώσεως τού κόσμου- καί γι’ αύτό πείρα τής άνθρωπότητος . Αξίζει νά παρατηρηθή πώς μετά τήν άρχαιότητα , μόλις κατά τόν 17ον αί. άναγεννώνται τά Μαθηματικά . Οχι κατά τόν μεσαίωνα πού (πλήν τών άλλων είδικών λόγων ) οί άνθρωποι ήσαν άπομονωμένοι στά βασίλειά της , άλλά όταν άρχισαν νά έπικοινωνούν καί ν’ άλληλογραφή ό Pascal μέ τόν Fermat . Ηταν άπαραίτητο τούτο . Οί άρχαίοι πού ήταν πιό κοντά στά πράγματα καί συνεπώς περισσότερο άπομυθοποιημένοι (γι’ αύτό ίσως μίλησαν όπως μίλησαν) , άντέγραφαν πολύ . Δέν άντέγραφαν μόνο στήν έπιστήμη τους καί στή φιλοσοφία , άντέγραφαν καί στήν ποίηση . Οπως έξήγησε ό Βακχυλίδης , «έτερος έξ έτέρου σοφός τό πάλαι τό τε νύν.»

    Διότι , λέει, ή άλήθεια ύπόκειται είς τό άξίωμα τής άδρανείας καί άντιστέκεται .

    Τό πρόβλημα τής ποιότητος τής άντιγραφής – όπως άλλοι άρμοδιώτεροι έξήγησαν (1) είναι τό πρότερον πρόβλημα τής έπιστημονικής μας όντότητος (έννοώ πάντα τά μαθηματικά ) καί άναπόφευκτο .

    Οσο όμως εύκολη μπορεί νά φανή ή άντιγραφή , τόσο δύσκολη είναι , γιατί ύπάρχει κάτι πού δέν άντιγράφεται : τό πνεύμα τού βιβλίου. Αύτό μόνο νά μεταφερθή μπορεί καί τούτο σημαίνει πώς πρέπει νά κατανοηθή . Πολλοί πού έδωσαν άξιόλογα μαθηματικά βιβλία στό τόπο μας άρκέστηκαν στήν «πιστή μεταφορά» – ένίοτε μάλιστα βαρύφορτη άπό ίδιοφυϊα – ένός ή δύο τό πολύ βιβλίων . Ας μή ξεχνάμε πώς πρώτη μας μαθηματική μόρφωση σάν λαού συντελέστηκε μέ τίς μεγάλες συλλογές τών Caronnet καί Papelier πού μεταφέρθηκαν στή γλώσσα μας άτόφιες . Τί άκριβώς σημαίνει κατανόηση δέν μπορούμε νά έξηγήσουμε έδώ.

    Λίγο πρίν έκδοθή τό βιβλίο μας , ήρθε στά χέρια μας ένα βιβλίο σφίζον καί αίσιόδοξο καί βεβαιωτικό πολλών πραγμάτων . Είναι τό μόνο , άπ’ όσο ξέρουμε στά έλληνικά , πού άναφέρει τό κριτήριο τής συναρτήσεως γιά τίς άκολουθίες . Αύτό τό κριτήριο , όπως είπαμε , είναι μιά συνθήκη τής «μεθόδου τών προσεγγίσεων» . Προσέξαμε ότι στήν βιβλιογραφία δέν άναφέρεται τό βιβλίο άπ’ όπου είναι παρμένο πανομοιότυπα τό κριτήριο . Καίτοι όμως πανομοιότυπα , τό κριτήριο δέν μεταφέρεται στόν άναγνώστη : ό συγγραφέας του , χαρούμενος γιά τό «κτήσασθαι» , δέν τό έφαρμόζει σωστά . Ασφαλώς γνώριζε πώς πρώτη φορά έμφανιζόνταν στήν έλληνική βιβλιογραφία αύτό τό κριτήριο κι’ άσφαλώς κατάλαβε τήν χρησιμότητά του .

    Ο καλύτερος τρόπος νά βλάψης μιάν ίδέα , είπε κάποιος , είναι νά τήν ύπερασπίζης μέ λαθεμένα έπιχειρήματα .

    Από τό βιβλίο «Περί άκολουθιών»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: