Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Τι αντιπροσωπεύουν οι καλικάντζαροι; (συνεργασία του Χρίστου Δάλκου)

Posted by sarant στο 5 Ιανουαρίου, 2018


Αύριο έχουμε την εορτή των Φώτων, όπου σύμφωνα με τις παραδόσεις εκδιώκονται οι Καλικάντζαροι. Τα πονηρά αυτά ξωτικά έχουν προκαλέσει πολλούς πονοκεφάλους στους ασχολούμενους με την ετυμολογία, αφού για την προέλευση της λέξης «καλικάντζαρος» έχουν διατυπωθεί πολλές υποθέσεις χωρίς καμιά τους να έχει γνωρίσει γενική αποδοχή.

Με την ευκαιρία αυτή, φιλοξενώ με χαρά μια συνεργασία του φίλου Χρίστου Δάλκου, στην οποία διατυπώνει μια εικασία, οχι απίθανη απ’ οσο μπορώ να κρίνω, για την πραγματική φύση και καταγωγή των Καλικαντζάρων. Μια και ο φίλος Χρίστος αρέσκεται να βάζει πάνω σε ορισμένα φωνήεντα κάτι περίεργα σημαδάκια, δεν θέλησα να του χαλάσω το χατίρι χρονιάρες μέρες και δεν κάνω καμιά επέμβαση στο κείμενό του. Να σημειώσω μόνο ότι τα «μειλίγματα» (προς το τέλος του κειμένου) είναι οι μικρές προσφορές, δωράκια.

 

Χρίστου Δάλκου: Τί ἀντιπροσωπεύουν, τέλος πάντων, οἱ καλικάντζαροι;

Πολλές εἶναι οἱ προσπάθειες πού ἔχουν ὥς τώρα γίνει γιά τήν διευκρίνηση τῆς φύσης καί τῆς καταγωγῆς τῶν Καλικαντζάρων, μόνο πού κατά κανόνα ξεκινοῦν ἀπό τήν ἐτυμολογική διερεύνηση τῆς ὀνομασίας τους: Ἀπό τό τουρκικό καρακόντζολος (B. Schmidt), ἀλβανικό καλλικάτσ᾿ (= ἱππαστί, C. Wachsmuth), καλός + κάνθαρος (Ἀ. Κοραῆς, Φ. Κουκουλές), λύκος + κάνθαρος (παλαιότερη γνώμη τοῦ Ν. Πολίτη), λύκος + ἄντζαρος (κυπρ. ἄντζαροι = ἄνδρες, Γ. Λουκᾶς), καλός + τσαγγίον καλίκι + τσαγγίον (= ὁ ἔχων καλά τσαγγία ἤ καλίκια ἀντί τσαγγίων, Ν. Πολίτης), καλός + γάντζος (= ὁ καλλιγάντζαρος Ποσειδῶν, γάντζον, ἤτοι τρίαιναν κρατῶν, Ἰ. Σβορῶνος), καλός + κένταυρος (J. Lawson), κᾶλον + κάνθαρος (Ἀ. Βάλληνδας), καλιγᾶτος (Κ. Οἰκονόμου), καρκάντζι + -αρος (καρκάντζι: κεκαυμένον, ξηρόν, τ.ἔ. καρκάντζαρος = «ὁ κεκαυμένος, ὁ ξηρός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἰσχνός, διότι εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ξηροῦ ἀκολουθεῖ ἡ τοῦ ἰσχνοῦ», Στ. Δεινάκις).

Ἡ κατά τήν γνώμη μας ἀστοχία περί τήν ἐτυμολόγηση τοῦ ὀνόματος ὀφείλεται στό ὅτι οἱ ἐτυμολογικές προσπάθειες ἐντοπίζονται, μέ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, στόν χῶρο τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, γι᾿ αὐτό καί ἡ θεώρηση τῆς λέξης ὡς σύνθετης, μέ κατά κανόνα πρῶτο συνθετικό τό ἐπίθετο «καλός» καί σύνηθες δεύτερο συνθετικό τό οὐσιαστικό «κάνθαρος».

Ἡ τελευταία σοβαρή προσπάθεια αὐτῆς τῆς ἐτυμολογικῆς σχολῆς ἀντιπροσωπεύεται ἀπό τό ἄρθρο τοῦ Φαίδωνος Κουκουλέ «Καλλικάντζαροι», Λαογραφία, τ. Ζ, σ. 315-328, ὅπου ἐν κατακλεῖδι σημειώνονται τά ἑξῆς: «Ἵνα δ᾿ ἐν συντόμῳ τὰ προειρημένα ἐπαναλάβωμεν, λέγομεν ὅτι οἱ καλλικάντζαροι, ἐκ τῶν κανθάρων προελθόντες, καὶ κάνθαροι ἢ κατ᾿ εὐφημισμόν, καλλικάνθαροι ἀρχικῶς καλούμενοι […], ἐδήλουν βλαπτικὰ τῶν ἀγρῶν καὶ τῶν ἀμπέλων κολεόπτερα, εἶτα δὲ δαιμόνια ὑπὸ μορφὴν κανθάρων ἐμφανιζόμενα, καὶ τέλος, κατὰ τοὺς μεσαιωνικοὺς χρόνους, τοὺς μετημφιεσμένους, ἐξ ὧν διὰ τῆς προσλήψεως καὶ ἄλλων ἄλλοθεν στοιχείων καὶ δὴ καὶ παλαιῶν μετεπλάσθησαν εἰς τὰ τῶν σημερινῶν παραδόσεων δαιμόνια.» (ὅ.π., σ. 328).

Καιρός, νομίζουμε, εἶναι νά ἑρμηνεύσουμε τά δαιμονικά αὐτά ὄντα, ἑστιάζοντας τήν προσοχή μας στό ἐσωτερικό τῆς νέας ἑλληνικῆς καί στίς πάμπολλες ἐνδείξεις πού αὐτή μᾶς παρέχει. Δέν θά ξεκινήσουμε ὅμως ἀπό ἐτυμολογικές συσχετίσεις ἀλλά ἀπό τό καίριο ἐρώτημα: Τί ἀντιπροσωπεύουν, τέλος πάντων, οἱ καλικάντζαροι; Εἶναι σκαθάρια, ἀράχνες (μέ τίς ὁποῖες ἐπίσης τούς συσχετίζει ὁ Κουκουλές, παραπέμποντας στά ποντιακά κάντσαρος, τσάντσαρος, κάγκαρος καί τζάντζαρος), ἑρπετά (ὅπως εἴχαμε, λανθασμένα, ὑποστηρίξει σέ παλαιότερο ἄρθρο μας),[1] νυχτερίδες (ὅπως εἶχε ὑποθέσει ὁ διατελέσας Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Ὀνοματολογικῆς Ἑταιρείας καί πρόσφατα ἀποδημήσας γιατρός Χρῖστος Οἰκονομόπουλος), ἤ γενικῶς πλάσματα τῆς φαντασίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καί πῶς ἐξηγεῖται ἔτσι τό βασικό τους χαρακτηριστικό, ὅτι κάνουν τήν ἐμφάνισή τους στήν καρδιά τοῦ χειμῶνα;

Ἐκκινῶντας, ἑπομένως, ὄχι ἀπό τά ὀνόματα ἀλλά ἀπό τά πράγματα, νομίζουμε πώς πρέπει νά ἀξιοποιηθοῦν οἱ παραδόσεις πού κάνουν λόγο γιά χρήση ὡς ἐπί τό πλεῖστον σπαραγγιᾶς, ὥστε νά ἐμποδίζωνται οἱ Καλικάντζαροι νά φᾶνε ἤ νά μαγαρίσουν τά ἀποθηκευμένα ἀπό τούς ἀνθρώπους τρόφιμα. Στήν Λαογραφία, τ. Β΄, σ. 478, ἀναφέρονται «ἀσπαραγγιὲς καὶ ἄλλοι ἀκανθώδεις θάμνοι πρὸς ἀποτροπὴν τῶν Καλικαντζάρων». Στό Γεράκι Λακωνίας «βάνανε σπαραγγιὰ νὰ μὴν πᾶνε τὰ καρκατζέλια καὶ κατουρήσουνε, γιατὶ τὴν ἄλλη μέρα θά ᾿ρθῃ ὁ παπᾶς ν᾿ ἁγιάσῃ». Ἀπ᾿ τό Μανιάκι Μεσσηνίας μᾶς ἔρχεται ἡ πληροφορία ὅτι «ἔρχουνται τὰ καλικατζόνια καὶ πᾶμε ᾿μεῖς πρὶν καὶ κόβουμε σπαραγγιὲς καὶ πουρνάρια», προφανῶς γιά νά παρεμποδισθῇ ἡ πρόσβαση τῶν δαιμονικῶν ὄντων στίς τροφές. Διαφωτιστική τέλος εἶναι καί ἡ μαρτυρία ἀπό τήν Καντύλα Μαντινείας, ὅπου τά καλικατζόνια εἶναι γνωστά ὡς «γκατζόνια»: «ἐλέγαν καί gαdζ΄όνια, ἐλέγαν καί καλικαdζάρους, ἐβάναμε σφαραg΄ιές στά βαρέλια, ἐκόβαμε σφαραg΄ιά καί τά βάναμε στά βαρέλια, νά μή bᾶνε καί κατουρᾶνε μέσα, μᾶς ἐλέγανε […] ἀπό τοῦ Χριστοῦ μέχρι τῆς Ἁγιάσεως, δέν ἐbορήγαμε νά σταθοῦμε ὁλότελα, οὕλο μᾶς ἐλέγανε τά gαdζ΄όνια καί τά gαdζ΄όνια […] μέχρι τίς δώδεκα ἡμέρες, ἐφυλάγαμε τά gαdζ΄όνια…»

Ἔχει λοιπόν ἰδιάζουσα σημασία, καί ἀποκαλύπτει τελικῶς τήν πρωταρχική φύση τῶν Καλικαντζάρων, τό γεγονός ὅτι ἡ σπαραγγιά χρησιμοποιεῖται σέ πολλές περιοχές γιά νά ἐμποδίσῃ τήν πρόσβαση στίς τροφές ὄχι πλέον τῶν Καλικαντζάρων ἀλλά τῶν ποντικῶν: «Θὰ πάρω δυὸ τρανὲς σφαραγγιὲς νὰ βάλω στὶς μυτζῆθρες γιὰ τὰ ποντίκια, ἔχουν πολλὰ ἀγκάθια» Πελοπν. (Κερπινή). «Γιὰ νὰ μὴν τὰ πειράζῃ ὁ ποντικός, ἀπουπάνω βάλ-λαμεν ἕναν εἶδος κλαδί, τὸ λέμε σφαραgιὰ κι εἶναιν ὅλον ἀγκάθες» Ρόδ. (Σορωνή). «Ἔβαλα ἀπὸ ᾿πάνου ἀπ᾿ τὸ καντήλι τ᾿ς ἐκκλησᾶς μιὰ σφαραγιά, γιὰ νὰ μὴ κατεβαίνῃ ὁ ποτ᾿κὸς τσαὶ τρώει τ᾿ μολ᾿βήθρα (καντηλήθρα) τσαὶ τὸ λάδι» Σκῦρος.

Πρός τήν ἴδια κατεύθυνση προσανατολίζει καί τό γεγονός ὅτι στήν Μακεδονία τίς σφαραγγιές τίς λένε «ποντικοτσαλιά», ἀγκάθια γιά τά ποντίκια, καθώς καί ὅτι στό Μικρό Σούλι (Μακεδονία) «ὅταν βγαίν΄᾿ τού πουd᾿κάgαθου εἶνι ὅμοιο μί τού σμαράg᾿ (= σπαράγγι)».

Ἔχουμε ἑπομένως τήν ἐντύπωση ὅτι αὐτό πού δέν κατωρθώθηκε μέ τήν ἐτυμολογική περιπλάνηση σέ ἀρχαιοελληνικές ρίζες, ὁ προσδιορισμός δηλαδή τῆς καταγωγῆς  καί τῆς φύσης τῶν Καλικαντζάρων, κατωρθώθηκε μέσα ἀπό τήν ἀναντίρρητη διαπίστωση ὅτι ἡ σφαραγγιά χρησιμοποιεῖται γιά τήν ἀποτροπή τόσο τῶν ποντικῶν ὅσο καί τῶν Καλικαντζάρων.

Ἄλλες ὁμοιότητες στήν συμπεριφορά τῶν ἐνοχλητικῶν τρωκτικῶν καί τῶν δαιμονικῶν ὄντων ὅπως ἡ ἀδηφαγία τους, τό μαγάρισμα τῶν τροφῶν, ἡ ὑπόγεια διαβίωση, τό ροκάνισμα τοῦ δέντρου τῆς ζωῆς κ.λπ. ἐπιβεβαιώνουν τήν παραπάνω ὑπόθεση. Εἰδικά γιά τό μαγάρισμα τῶν τροφῶν, εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἀκόλουθη ἀναφορά: «Ἐπιπροσθέτως τὰ ζῶα αὐτὰ ἔχουν τὴν μανίαν τῆς καταστροφῆς καὶ ἀχρηστεύσεως ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλυτέρων ποσοτήτων ἐκ τῶν ἐδωδίμων, τὰ ὁποῖα ἀνευρίσκουν. Ἐκ τῶν τροφίμων τὰ ὁποῖα ἔχουν πρὸ αὐτῶν μέρος μόνον χρησιμοποιεῖται, ἐνῷ τὸ μεγαλύτερον ρυπαίνεται καὶ ἀχρηστεύεται διὰ τῶν περιττωμάτων καὶ τῶν οὔρων των.» (Νεώτερον Ἐγκυκλοπαιδικὸν Λεξικὸν «Ἠλίου», σ.λ. μῦς).

Ἀντιλαμβανόμαστε ἑπομένως ἀπό ποῦ ἕλκουν τήν καταγωγή δοξασίες σάν αὐτές πού καταγράφει ὁ Νικόλαος Πολίτης: «Κάθε βράδυ μπλῶναν τοῖς στάμναις, γιὰ νὰ μὴν πᾶνε τὰ Καρκαντσέλια κὶ κατ᾿ρήσουν μέσα.» (Πορταριά Θεσσαλίας, Ν. Πολίτου, Παραδόσεις, τ. Α΄, σ. 334) / «Οἱ Σκαλκαντζαραῖοι […] ἔρχουνται τὰ δωδεκάημερα καὶ κατεβαίνουν ἀπὸ τὰ τζάκια ᾿ς τὰ σπίτια, γιὰ νὰ μαγαρίζουν τὰ πράματα· γι᾿ αὐτὸ τὴ νύκτα βουλλώνουν οἱ ἄνθρωποι τοῖς στάμναις καὶ τοῖς βαρέλλαις μὴν κατουρήσουν μέσα οἱ Σκαλκαντζαραῖοι.» (Λειβαδιά, ὅ.π., σ. 349).

καρκαdζαλώνω

Εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ διευκρίνηση τῆς ἀπώτατης, πρωταρχικῆς φύσης τῶν Καλικαντζάρων συμπαρασύρει καί τόν προσανατολισμό τῶν περί τό ὄνομά τους ἐτυμολογικῶν ἀναζητήσεων. Ἡ συσχέτιση μέ τό οἱονεί «πρῶτο συνθετικό» «καλός» -ὀφειλόμενη, προφανῶς, σέ παρετυμολόγηση- πρέπει, νομίζουμε, νά ἐγκαταλειφθῇ (ὅπως καί ἡ ἀναγωγή τοῦ «καρα» τοῦ καρακόντζολος στό τουρκικό kara = μαῦρος) καί οἱ ἀπαρχές τῆς ὀνομασίας νά ἀναζητηθοῦν σέ μιά ἀναδιπλασιασμένη ἤ καί ἀνατριπλασιασμένη ρίζα ἡ ὁποία παρουσιάζει τάσεις ἁπλοποίησης (πρβλ. καλικατζόνια καί γκατζόνια, κατσόϊνα, κατσόνια, γατσόνια | καρακόντζολος καί κόντζολος, κοντζολόζ᾿).

Πιθανόν μιά τέτοια ρίζα ὑπόκειται καί τῶν καρκαdζαλώνω –ομαι (= ἀναρριχῶμαι), καρκατσιλώνω –ομαι (= ἀναρριχῶμαι, σκαρφαλώνω), καρκατσουλώνομαι (= ἀναρριχῶμαι), καρκάτσιλας, καρκατσίλας, καρκάτσουλας (= αὐτός πού ἀναρριχᾶται μέ εὐκολία στά δέντρα) κ.λπ.

Ἐναλλακτικές ἐκδοχές τῆς ἴδιας ρίζας ἐντοπίζονται στά ρήματα καρκαλώνω,  καgαρεύω (= σκαρφαλώνω, ἀναρριχῶμαι) τά ὁποῖα παρουσιάζουν σέ πολλές περιπτώσεις τσιτακισμό (πιθανόν ἀνομοιωτικοῦ χαρακτῆρα) στό ἕνα σκέλος τῆς ἀναδιπλασιασμένης ρίζας, πρβλ. καρτσαλώνω, καρdζαλώνω, τσαρκαλώνου, κατσαλώνω, κανdζαρώνω, σκανdζαρώνω, σγανdζαρώνου, σκανdζουρώνω, τσαgαρώνω (= ἀναρριχῶμαι, σκαρφαλώνω), κανdζαρεύω, dζανdζαρεύω (= ἀνέρπω, ἀναρριχῶμαι || ἀναρρωνύω || προκόπτω βαθμηδόν οἰκονομικῶς), τσαgαρεύω (= γδέρνω || σκαρφαλώνω), *καντζαρίζω ἀμάρτ. χανdζαρίζω (= ἐπί γαλῆς, ἀνέρπω, ἀναρριχῶμαι || ἀμύσσω διά τῶν ὀνύχων).

Τὸ φαινόμενο τοῦ τσιτακισμοῦ τοῦ k πρὸ τοῦ a διαπιστώνεται καί στήν περίπτωση τοῦ ὀνόματος τῶν καλικαντζάρων ἀπό τόν Φαίδωνα Κουκουλέ, ὁ ὁποῖος, στόν πίνακα πού ἔχει ἐπισυνάψει στό τέλος τοῦ ἄρθρου του «Καλλικάντζαροι», παρατηρεῖ: «καλλιτσάντερος (Ἴκαρος, κατὰ τσιτακισμὸν καὶ τροπὴν τοῦ α εἰς ε διὰ τὸ ὑγρόν)». Στό ἴδιο συμπέρασμα μᾶς ὁδηγεῖ καί ὁ μακεδονικός τύπος σκατσάνdζαρος, πρβλ. σκαλικάνdζαρος, σκαλικάdζαρος, σκαλικάντσαρος, σκαλκάνdζαρος, σκαλκάνdζερος, σκαdζάρι κ.λπ.

Ἡ ἐπιτηδειότητα τῶν Καλικαντζάρων στήν ἀναρρίχηση εἴτε συνάγεται ἐμμέσως ἀπό τήν συνήθειά τους νά κατεβαίνουν ἀπό τήν καπνοδόχο, εἴτε καί ἀναφέρεται ρητά, ἄν καί, ὁμολογουμένως, σπάνια: «Εἶναι ἐπιτήδειοι νὰ σκαρφαλώνουνε ᾿ς τὰ ψηλά, γιὰ τοῦτο ἂν βρίσκεται κανένα παιδὶ ν᾿ ἀνεβαίνῃ ᾿ς τὰ ψηλά τὸ παρονομάζουνε κολικάντζαρο.» (Λάστα τοῦ δήμου Μυλάοντος τῆς Γορτυνίας, Ν. Πολίτου, Παραδόσεις, τ. Α΄, σ. 353) | «Εἶναι κάτισχνοι καὶ σκελετώδεις […] ἀλλὰ λίαν εὐκίνητοι καὶ ἱκανοὶ νὰ σκαρφαλώσουν εἰς τοὺς τοίχους» (Ἄνθ. Παπαδόπουλος, Ἱστορικὸν λεξικὸν τῆς Ποντικῆς διαλέκτου, σ.λ. κοντζολόζοι οἱ.)

Θά ἔθετε, ἐνδεχομένως, κάποιος τό –μᾶλλον ἀφελές- ἐρώτημα: ἄν ἡ παραπάνω συλλογιστική εἶναι ὀρθή, γιατί νά μήν ὀνομάζωνται οἱ Καλικάντζαροι «ποντικοί», ἀφοῦ ταυτίζονται μέ τά γνωστά τρωκτικά; Τό ἐρώτημα ἰσοδυναμεῖ μέ τό -ἐπίσης ἀφελές- ἐρώτημα γιατί νά ὀνομάζεται τό γνωστό τρωκτικό «ποντικός» καί ὄχι «μῦς», καί παραγνωρίζει τό γεγονός ὅτι στήν νέα ἑλληνική ἔχουν ἐνσωματωθῆ λέξεις προερχόμενες ἀπό ποικίλα γλωσσικά ὑποστρώματα καί ἐπιστρώματα, οἱ ἀπαρχές τῶν ὁποίων δέν εἶναι πάντα εὔκολο νά προσδιορισθοῦν μέ ἀκρίβεια καί νά ἐντοπισθοῦν μέ ἀπόλυτη ἀσφάλεια, βάσει ἀδιαμφισβήτητων μαρτυριῶν.

Σέ ὅ,τι ἀφορᾷ τό ὄνομα «Καλικάντζαρος», ὁ Φαίδων Κουκουλές ἔχει δίκιο ὅταν παρατηρῇ: «Ἡ ὀνομασία καλλικάντζαρος ἀναφέρεται τὸ πρῶτον ὑπὸ Λέοντος Ἀλλατίου (De Graecor. hodie quorundam opinat. 140-142), ὡς ὅμως ἐκ τῆς ἀνωτέρω ἐρεύνης ἐδείχθη, καὶ ὡς ἡ προσωνυμία παγανὰ δεικνύει, φαίνεται ὅτι εἶναι κατὰ πολλοὺς αἰῶνας παλαιοτέρα.» [βλ. ὅ.π., σ. 328, σημ. (1)]. Καί δέν πρόκειται μόνο γιά τήν προσωνυμία παγανὰ ἤ ἄλλες παρόμοιου χαρακτῆρα ἐνδείξεις, ἀλλά πρῶτα καί κύρια γιά τό γεγονός ὅτι οἱ δοξασίες γιά τούς Καλικαντζάρους ἐμφανίζονται φορτισμένες μέ αὐτό τό εἶδος τῆς μαγικῆς σκέψης πού παραπέμπει σέ βιοτικές συνθῆκες τοὐλάχιστον τῆς νεολιθικῆς ἐποχῆς.

Τά Φῶτα

Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἐξέλαση τῶν καλικαντζάρων τήν παραμονή τῶν Φώτων ἀπό τόν «τουρλόπαπα» «μέ τήν ἁγιαστούρα του καί μέ τή βρεχτούρα του» ἀντιπροσωπεύει τήν προσπάθεια τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησίας νά ἐμπλακῇ στήν διαδικασία ἑνός παμπάλαιου δρωμένου πού, ἀφοῦ, προφανῶς, δέν μποροῦσε νά καταργήσῃ ὁλότελα, γύρεψε νά τό μετασκευάσῃ, προβαίνοντας ἀσφαλῶς καί στίς ἀναγκαῖες ὑποχωρήσεις.

Κάτι ἀνάλογο, ἄλλωστε, συνέβη καί μέ τά κάλαντα, πού δέν ἀποκλείεται οἱ ἀπώτατες ἀπαρχές τους νά ἀνάγωνται στήν ἐπιθυμία ἐξέλασης τῶν βλαπτικῶν δαιμόνων, ὄχι πλέον μέ βίαιο τρόπο ἀλλά μέ τήν προσφορά μειλιγμάτων πού κατέληξαν σταδιακά νά     σφετερίζωνται οἱ καλαντιστές. Ὑπάρχουν, ἐν τούτοις, στιγμές πού ἡ ἀρχαϊκῶν καταβολῶν λαϊκή θρησκευτικότητα ἐπιδεικνύει ἕνα ρεαλιστικό πνεῦμα -ὄχι ἄγνωστο καί στούς ἀρχαίους- πού ἐν τοῖς πράγμασιν ὑπονομεύει τά θεμέλια τῶν ἀφελῶν μαγικῶν πίστεων. Ὁ μῦθος μᾶς ἔρχεται ἀπό τήν Κύπρο (βλ. Κυριάκου Χατζηιωάννου, Λαογραφικὰ Κύπρου, 1984, σ. 100), καί ἀποτελεῖ, σύν τοῖς ἄλλοις, μιά ἐπί πλέον ἔνδειξη γιά τήν σχέση ποντικῶν καί καλικαντζάρων: «Ὁ μῦθος ἔβκην πὄναμ παπᾶν, ποὺ συνήθιζεν νὰ κάμνη ἁϊασμὸν γιὰ νὰ ξορατιστοῦν οἱ ποντιτζ΄οί. Ἀμμὰ μιά, ὕστερα πού ᾿καμεν τὸν ἁϊασμὸν ὁ παπᾶς, ἀρώτησέν τον.

-Αἴ, παπᾶ μου, τωρὰ έν νὰ ξορατιστοῦν οἱ ποντιτζ΄οί;

-Έν νὰ ξορατιστοῦν, λαλεῖ της, ἀμμά … πκιάσε τζ΄αί δκυὸ τρεῖς κάττους!»

Εἶναι κι αὐτό ὀρθοδοξία, ἤ μᾶλλον: Αὐτό κι ἄν εἶναι     ὀρθοδοξία!

[1] Χρίστος Δάλκος, «Ἡ “πολλαπλῆ ὕπαρξη” τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν καί ἡ συμβολή της στήν ἐνδοσυγκριτική μελέτη τῆς γλώσσας», Σεμινάριο 35 τῆς ΠΕΦ, Το δημοτικό τραγούδι από την αρχαιότητα ώς σήμερα, σ. 120-136

 

 

Advertisements

230 Σχόλια to “Τι αντιπροσωπεύουν οι καλικάντζαροι; (συνεργασία του Χρίστου Δάλκου)”

  1. […] Πηγή: Τι αντιπροσωπεύουν οι καλικάντζαροι; (συνεργασία του Χ… […]

  2. Γς said

    Καλημέρα

    Να βάλουμε και μερικούς καλικάντζαρους να’ χουμε

  3. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Συγχαρητήρια κύριε Δάλκο για τη προσπάθεια, δεν μπορώ να κρίνω αν είναι σωστή αλλά μου άρεσε.

    Η σωστή απάντηση θα δοθεί από τον ρόζ καλικάντζαρο τα μεσάνυχτα, όσοι αρέσκονται στο ανακάτεμα των εντέρων τους ας τον διαβάσουν.☺

  4. nikos said

    Πάντως ο πεντάχρονος γιός φίλης είχε ρωτήσει κάποτε την μαμά του αν υπάρχουν και κακοί κάντζαροι.

  5. Καλημέρα ( όντως έχει λιακάδα σήμερα !!)

  6. Ενδιαφέρουσα πρόταση. Για τον τουρκικό καρακόντζολο πάντως πρέπει να πούμε ότι είναι κάτι πολύ πιο άγριο και επίφοβο από τα δικά μας αθώα παγανά, όπως φαίνεται (βλ. στο τέλος εδώ: https://dytistonniptiron.wordpress.com/2012/12/17/obur/ ). Η λέξη μάλιστα πέρασε στη διάλεκτο του Αλγερίου ως qârâqendlûz με τη σημασία «βρυκόλακας, λυκάνθρωπος» (H. και R. Kahane – A. Tietze, The Lingua Franca in the Levant. Turkish Nautical Terms of Italian and Greek Origin (Urbana 1958), σελ. 521-523 (no. 783)

  7. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!
    Θα τα πούμε πιο αναλυτικά το απόγευμα.

  8. Κουνελόγατος said

    Με κάλυψε ο Λάμπρος. Δεν ξέρω αν είναι σωστή σκέψη ή όχι, ΠΟΛΥ μου άρεσε όμως…
    Καλημέρα.

  9. 6 Για να μην παρεξηγηθώ, νομίζω ότι κανείς δεν υποστηρίζει πια ότι η τουρκική λέξη προηγήθηκε – από το κείμενο του Εβλιγιά π.χ. είναι σαφές πως αναφέρεται στους χριστιανικούς -τέλος πάντων- καλικαντζάρους.

  10. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα κι από εδώ,

    πράγματι, οι συμπεριφορές και τα αποτελέσματα της ‘επίσκεψης’ καλικάντζαρων και ποντικιών έχουν πολλές ομοιότητες κλπ.
    Μου άρεσε το σημερινό άρθρο του Χ.Δ., δίνει έναυσμα για σκέψεις. Νομίζω πως η λέξη υπάρχει σε όλο τον χώρο των Βαλκανίων, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είναι δάνειο. Ίσως να το διάβασα γρήγορα, αλλά.δεν κατάλαβα που βρίσκεται ετυμολογικά η εξήγηση/συγγένεια της λέξης σε σχέση με τα τρωκτικά (ποντίκια).

    Εμένα η πρώτη σκέψη μου (εννοιολογικά) πάει τα Διονυσιακά και Βακχικά μυστήρια (Θεοί, Ήρωες, Νεράιδες, Ξωτικά, Δαιμόνια γενικά κλπ.), αφενός λόγω της ομοιότητας στην εμφάνιση των καλικάντζαρων με τις σχετικές απεικονίσεις των ακολούθων αυτών των θεοτήτων, αφετέρου λόγω της συγκρίσιμης (σκανδαλιστικής κλπ.) συμπεριφοράς. Ενδιαφέρουσα είναι και η σύμπτωση (χρονικά) της κορύφωσης της ενεργητικότητά τους με το τέλος του έτους (χειμερινό ηλιοστάσιο;;;) ή/και τις με γιορτές των νερών (κάθαρσις;;;) κλπ..

    Τα ξωτικά/δαιμόνια υπήρξαν πάντα σε διάφορες μορφές στη σκέψη των ανθρώπων, στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν / προσομοιάσουν φαινόμενα και καταστάσεις στην φύση. Γι αυτό και συναντούμε κάτι παρόμοιο με τους καλικάντζαρους, βεβαίως με διάφορες μορφές και ονόματα, στις παραδόσεις σε όλο τον κόσμο.

  11. BLOG_OTI_NANAI said

    Πολύ ενδιαφέρον και καλογραμμένο γιορτινό άρθρο!

  12. Χρίστος Δάλκος said

    Εὐχαριστῶ γιά τά θετικά σχόλια, αὐτή τή στιγμή δέν μπορῶ νά ἀπαντήσω στίς ἐπί μέρους εὔστοχες παρατηρήσεις (πάω νά τούς διώξω). Καί κάτι συγκινητικό. Δυό μπόμπιρες μοῦ εἶπαν σήμερα τά κάλαντα τῶν Φώτων ἄψογα. Ἐντυπωσιασμένος, τούς ρώτησα ποιός τούς τά ‘μαθε. Ἀπάντηση: Μόνοι μας! – Ἀπό ποῦ; -Ἀπό τό γιουτιούμπ! Τελικά ὑπάρχει ἐλπίδα.

  13. Λεύκιππος said

    Όντως, ο αγιασμός των υδάτων και όλες οι παραπλήσιες χριστιανικές διαδικασίες των ημερών αυτών, δεν νομίζω ότι προβλέπονται από κάποια «ιερά κείμενα» αλλά είναι καπέλωμα κάποιων προϋπαρχουσών (καλά τώρα!) εθίμων…

  14. Avonidas said

    Καλημέρα

    Μια και ο φίλος Χρίστος αρέσκεται να βάζει πάνω σε ορισμένα φωνήεντα κάτι περίεργα σημαδάκια

    Καλικαντζαράκια θαναι ; -)

    (διαπιστώνω με χαρά ότι το νεο μου εξυπνόφωνο δείχνει επιτέλους σωστά το πολυτονικό, οπότε χαλάλι του)

  15. Alexis said

    Συγχαρητήρια για το καλογραμμένο άρθρο κ. Δάλκο!

  16. ΚΩΣΤΑΣ said

    Ένα ευχάριστο ανάγνωσμα και μια διαφορετική προσέγγιση για τον καλικάντζαρο. Σωστή ή όχι, δεν μπορώ να πάρω θέση.

    Σε περιοχές της Θεσσαλίας οι καλικάντζαροι αποκαλούνται εναλλακτικά και παγανά.
    – Θα έρθει ο παπάς να διώξει τα παγανά.

  17. Πέπε said

    Καλημέρα. Πολύ ενδιαφέρον άρθρο, που υποκρύπτει πολλή πολλή δουλειά. Περίεργο πάντως.

    α) @10:
    > > αλλά.δεν κατάλαβα που βρίσκεται ετυμολογικά η εξήγηση/συγγένεια της λέξης σε σχέση με τα τρωκτικά (ποντίκια).

    Ούτε εγώ! 🙂
    Και δεν κατάλαβα και το νόημα όλου του συσχετισμού: οι καλικάντζαροι σκαρφαλώνουν σαν τα ποντίκια, τρώνε ό,τι και τα ποντίκια, μαγαρίζουν σαν τα ποντίκια, και τους διώχνει το ίδιο χόρτο όπως τα ποντίκια. Είναι σαν να λέμε ότι οι καλικάντζαροι τελικά είναι τα ποντίκια. Μα τα ποντίκια δε βγαίνουν ειδικώς το Δωδεκάμερο!

    β) Ένα σημείο που επανέρχεται συστηματικά σε εργασίες του κ. Δάλκου ενώ κατά τα άλλα (μου) είναι μάλλον άγνωστο είναι οι τσιτακισμοί σε αναπάντεχα περιβάλλοντα. Έχει διατυπωθεί κάποιος κανόνας του τύπου «όταν [_____], τότε το κ τρέπεται σε τσ»;

    γ) > > …«Ἐπιπροσθέτως τὰ ζῶα αὐτὰ ἔχουν τὴν μανίαν τῆς καταστροφῆς καὶ ἀχρηστεύσεως ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλυτέρων ποσοτήτων ἐκ τῶν ἐδωδίμων, τὰ ὁποῖα ἀνευρίσκουν. Ἐκ τῶν τροφίμων τὰ ὁποῖα ἔχουν πρὸ αὐτῶν μέρος μόνον χρησιμοποιεῖται, ἐνῷ τὸ μεγαλύτερον ρυπαίνεται καὶ ἀχρηστεύεται διὰ τῶν περιττωμάτων καὶ τῶν οὔρων των.»

    Όταν κάποτε κατοικούσα σε χωριατόσπιτο, μπήκαν ποντικοί στον αποκρίατο (μια ημιυπόγεια αποθήκη) και κάναν γιούργια σε μια χαρτόκουτα όπου είχα φυλαγμένα διάφορα τρόφιμα, μεταξύ των οποίων ένα σακκούλι αλεύρι. Αυτό που αντίκρισα όταν το πήρα χαμπάρι ήταν μια αηδία από αλεύρι ανάμικτο με ποντικοκούραδο και με ρινίσματα χαρτόκουτας και όλων των υπόλοιπων συσκευασιών που είχα στην κούτα, που κάλυπτε τα πάντα. Εκεί για πρώτη φορά μού αποκαλύφθηκε το πλήρες νόημα της λέξεως «μαγαρίζω». Και τότε επίσης κατάλαβα τι ακριβώς κάνουν οι καλικάντζαροι.

    δ) Μια πλήρης λαογραφική καλικαντζαρολογία, αν κρίνεται απαραίτητη για την ετυμολόγηση της λέξης, δε θα έπρεπε να λάβει υπόψη της και τα έθιμα των μεταμφιέσεων του Δωδεκάμερου; Άλλωστε και το δέντρο της ζωής, κεντρικό -νομίζω- στοιχείο του μύθου των καλικαντζάρων, αναφέρθηκε μεν αλλά δεν κατάλαβα πώς αξιοποιήθηκε.

    ε) > > …-Έν νὰ ξορατιστοῦν, λαλεῖ της, ἀμμά … πκιάσε τζ΄αί δκυὸ τρεῖς κάττους!

    Σε πιο σύντομη μορφή, «κάνε έναν αγιασμό, πάρε και μια γάτα» (χωρίς να προηγείται άλλη αφήγηση), το ξέρω περίπου ως παροιμία, με πιο γενικευμένη σημασία: δοκίμασε κάθε είδους τρόπους για να λύσεις το πρόβλημά σου.

  18. Alexis said

    Ίσως να το διάβασα γρήγορα, αλλά δεν κατάλαβα που βρίσκεται ετυμολογικά η εξήγηση/συγγένεια της λέξης σε σχέση με τα τρωκτικά (ποντίκια).

    Από κάποια ρίζα που έχει να κάνει με την αναρρίχηση, το σκαρφάλωμα, κατάλαβα εγώ:
    καρκατζαλώνω=σκαρφαλώνω
    καρκάτζουλας=αυτός που σκαρφαλώνει

  19. Πέπε said

    Ξέχασα να προσθέσω ότι μέχρι στιγμής άκουσα τα Φωτοκάλαντα από μια ζυγιά στο νοσοκομείο (δεν πήγα για κακό), μια στην καφετέρια και μια στο σπίτι.

  20. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας κι ἀπὸ μένα.
    Πολὺ ὠραῖο τὸ σημερινὸ ἄρθρο τοῦ Χρίστου Δάλκου καὶ πολὺ ἐνδιαφέρουσα ἡ προσέγγιση τοῦ θέματος ἀπὸ δυὸ πλευρὲς: τὴ γλωσσολογικὴ καὶ αὐτὴν τῆς καθημερινῆς πραγματικότητας τῆς ζωῆς στὴν ἀγροτικὴ Ἑλλάδα, σχεδὸν μέχρι τὶς μέρες μας.
    Τὰ ποντίκια ἦταν ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος γιὰ τὰ κάθε λογῆς τρόφιμα ποὺ ἀποθήκευαν οἱ ἄνθρωποι. Γι᾿ αὐτὸ ὑπῆρχαν καὶ πολλὲς δοξασίες, ὅπως ἡ ἀποφυγὴ νὰ τὰ ὀνοματίσουν καὶ ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ὀνόματός τους (κουφά). Τὸ ἴδιο γινόταν γιὰ διάφορα δεινά, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα (Εὔξεινος Πόντος) μέχρι τὶς μέρες μας (ἡ ἐπάρατη νόσος).
    Στὰ Θερμιὰ ἀπέφευγαν νὰ ποῦν τὸ ὄνομα «πεντικὸς» (σύμφωνα μὲ τὴν ντοπιολαλιά) ἀνήμερα τοῦ Ἁγίου Τρύφωνα (τὴν πρώτη τοῦ Φλεβάρη), ἐπειδὴ πίστευαν πὼς ἔτσι προκαλοῦσαν τοὺς ποντικοὺς. Ἀντίστοιχα οἱ ψαράδες ἀπέφευγαν νὰ ποῦν τὶς λέξεις «φώκια» ἤ «κάβουρας», γιὰ νὰ μὴν τοὺς κάνουν ζημιὲς στὰ δίχτυα.

    Τέλος μιὰ μικρὴ συνεισφορὰ ἀπὸ τὴ Θερμιώτικη ντοπιολαλιά· τὸ σκατζώνω ποὺ σημαίνει σκαρφαλώνω.

  21. Avonidas said

    Δυό μπόμπιρες μοῦ εἶπαν σήμερα τά κάλαντα τῶν Φώτων ἄψογα. Ἐντυπωσιασμένος, τούς ρώτησα ποιός τούς τά ‘μαθε. Ἀπάντηση: Μόνοι μας! – Ἀπό ποῦ; -Ἀπό τό γιουτιούμπ! Τελικά ὑπάρχει ἐλπίδα.

    Μωρ’ άμα είναι για τα φράγκα να δεις για πότε γίνεται ο κάθε μπόμπιρας Ζουράρις – γιουτουμπ ξε-γιουτουμπ!

    Αρχές του ‘ 90 με τον αδερφό μου είχαμε καταστρωσει για τα κάλαντα ολόκληρο επιτελικό χάρτη. Ξεκινουσαμε αξημερωτα απ’ τα Πατήσια και καταλήγαμε στο Ψυχικό για γερούς μποναμάδες 😀

  22. Alexis said

    Σήμερα που τα κάλαντα των Φώτων λέγονται σχετικά σπάνια, μας είναι καλοδεχούμενα και μας αρέσει να τα ακούμε (όταν τα ακούμε) από τα παιδιά.
    Την εποχή που ήμουνα εγώ παιδί ήταν σχεδόν κανόνας να λέγονται κάλαντα και στις τρεις μεγάλες γιορτές του Δωδεκαήμερου, και ο πατέρας μου θέλοντας να δείξει μία σχετική δυσφορία των «νοικοκυραίων» απέναντι στους καλαντιστές των Φώτων (του τύπου «αμάν πιά με τα κάλαντα, πάλι λεφτά θα δώσουμε;» ) έλεγε το εξής:
    -Τα Χριστούγεννα δίνουν (ενν. λεφτά, πρόθυμα, με την καρδιά τους)
    -Την Πρωτοχρονιά δίνουν και δε δίνουν (απρόθυμα, με γκρίνια)
    -Τα Φώτα πέφτει φάπα!

  23. Alexis said

    #20, τέλος: Και στο Ξηρόμερο Δημήτρη, σκαλώνω=σκαρφαλώνω, αναρριχώμαι.

  24. Γιάννης Ιατρού said

    Να μην ξεχάσουμε να αναφερθούμε στον Ν. Πολίτη που γράφει για το θέμα στο Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού: Παραδόσεις, Α΄, σελ. 590, 612, σελ.621-623, Β΄, σελ.1242 κλπ.

  25. Avonidas said

    @Alexis

    Εγώ εν τω μεταξύ σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ αν παλιότερα τα κάλαντα τα λέγανε ανήμερα των Φώτων.

    Έχω την εντύπωση πως όντως ηταν ανήμερα, κι όχι την παραμονή όπως των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.

    (Κι άλλωστε στην αρχή τα κάλαντα τα λέγανε το βράδυ της παραμονής, έτσι δεν είναι; )

  26. Babis said

    Πολύ ωραίο άρθρο και αρκετά πειστικό, έχω όμως να κάνω δύο παρατηρήσεις με όλο τον σεβασμό στις γνώσεις του κυρίου Δάλκου σε σχέση με τις ανύπαρκτες δικές μου.

    Η πρώτη είναι σχετικά με τον αγιασμό των υδάτων όπου πάντα πίστευα ότι κάτι έχει να κάνει με τα στάσιμα νερά (στις στέρνες ίσως;). Χωρίς να το έχω πολυσκεφτείθ και επειδή δεν ταιριάζει η εποχή φανταζόμουν ότι έχει να κάνει με το νερό που έχουν συλλέξει ή έχει μαζευτεί σε λιμνούλες το οποίο αγιάζουν για να μην χαλάσει ή κάτι τέτοιο.

    Η δεύτερη έρχεται από μια αφήγηση του πατέρα μου σχετικά με το γάλα. Το κρέμαγαν λέει σε ένα από τα οριζόντια δοκάρια της σκεπής και κατά μήκος του δοκαριού έβαζαν αγκάθια για να μην πηγαίνουν τα φίδια. Δεν μου φαίνεται πολύ πειστικό ότι τα αγκάθια μπορούν να σταματήσουν τα ποντίκια.

  27. Γιάννης Ιατρού said

    24 (συνέχεια)
    Δια τους ρέκτας, το έργο του Ν,. Πολίτη βρίσκεται στην Ανέμη (εν προκειμένω καταβιβάσατε τον 1ον Τόμον 🙂 )

  28. Κουνελόγατος said

    27. Δεν προλαβαίνω να το διαβάσω τώρα. Από μια γρήγορη ματιά, βλέπω πως έχει πολλές ιστορίες (μάλλον παρόμοιες) που διάβαζα μικρός σε ένα βιβλίο που είχε τίτλο: ιστορίες σαν παραμύθια (ή κάπως έτσι). Μετά το έχασα. Όταν μεγάλωσε λίγο το Κουνέλι μου, του διάβαζα κάποια, του έκαναν μια άλφα εντύπωση, μέχρι εκεί. Μάλλον για τα σημερινά παιδιά αυτά δεν έχουν αξία. Κάνω λάθος; Τι λένε αυτοί που έχουν παιδιά σε εφηβική (και μικρότερη) ηλικία;

    Υ.Γ. Ο Γάτος μου δεν ασχολείται με τέτοια πράγματα… :mrgreen:

  29. Κουνελόγατος said

    ΔΕΝ το πιστεύω. Υπάρχει ακόμη…

    https://www.google.gr/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=1&cad=rja&uact=8&ved=0ahUKEwiGxc7J3MDYAhUPZVAKHQ66DxgQFggmMAA&url=https%3A%2F%2Fwww.politeianet.gr%2Fbooks%2Fpapalouka-fani-astir-istories-san-paramuthia-161642&usg=AOvVaw1Rkg5pDuxEj-eXr2reFjE1

  30. Γιάννης Ιατρού said

    Για να συμπληρώσω το σχ. 24, αναφέρω και ένα κατ΄εμέ ενδιαφέρον εκτενές άρθρο για το θέμα (και με αρκετές βιβλιογραφικές παραπομπές) στην ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ένα ιστότοπο που έχει και άλλα πολλά ενδιαφέροντα και χρήσιμα άρθρα κλπ.

  31. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Πολύ ωραίο το θέμα. Ευχαριστούμε. Πόσα ονοματα για τους καρακατζόληδες! Τα παιδικά μου χρόνια (στην Ανατολική Κρήτη) δεν είχαν καλικάντζαρους.Θυμάμαι πως πρωτοέμαθα από κάποιο παραμύθι ή από τ΄αναγνωστικό του δημοτικού, τη δοξασία για τα τελώνια/καλικάντζαρους που με την αγιαστούρα επιστρέφουν στο κέντρο της γης, όπου ροκανίζουν το δέντρο κλπ Εμείς ξέραμε ότι ο παπάς φωτίζει και διώχνει όλα τα κακά : τις φανταξές,(φαντάσματα), τις ανεράιδες, μπαμπούγερους, ασκιές (σκϊές), σαραντάπηχους. Με το κλαδί αγίαζε όχι μόνο τα σπίτια και το νεκροταφείο αλλά ,καθ΄οδόν,και τα νερά (ρεματιά,πηγάδια),τα περάσματα, τις διασταυρώσεις ,τα ύποπτα δηλαδή μέρη που συχνάζουν τα πειρασμικά πνεύματα.
    Την παραμονή τω Φωτώ, που περιμέναμε «να φωτίσει», νηστεύαμε αυστηρά, πράμα πολύ δύσκολο για μας τα παιδιά μετά τη φόρα στα πλούσια γλυκά των εορτών.Τα αφάγωτα καλούδια ήτανε τη μέρα αυτή μεγαλύτερο μαρτύριο.

  32. Γιάννης Ιατρού said

    31: ΕΦΗ
    … και το νεκροταφείο…
    εμ, από τους ΑΗΠ θα είναι η κληρονομιά, που πίστευαν πως οι ψυχές, όταν έβρισκαν την πόρτα του Άδη ανοιχτή (π.χ. στην περίοδο που συζητάμε – δηλ. το σημερινό δωδεκαήμερο περίπου – το οποίο μάλλον έχει σχέση με την αναγέννηση της φύσης που αναμένεται, προσεχώς), ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού, χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.

  33. Avonidas said

    Θυμήθηκα τώρα και μια ωραία ιστορία του Δωδεκαημέρου που διάβασα παλιά σ’ ένα βιβλίο με λαϊκές παραδόσεις.

    Ήταν κάποτε μια μικροπαντρεμένη που είχε μια πολύ κακιά (φυσικά) πεθερά: τη συκοφαντούσε στον άντρα της, την ξεθέωνε στις δουλειές και ό,τι έκανε το ‘βρισκε στραβό. Αλλά εκείνη ήταν πολύ ντροπαλή και τα υπέμενε όλα αδιαμαρτύρητα.

    Αυτή λοιπόν είχε τρία αδέλφια που είχαν πάρει χαμπάρι τι γινόταν κι ήθελαν κάπως να τη βοηθήσουν, αφού είχε φτάσει ο κόμπος στο χτένι. Τους ήρθε μια ιδέα: ήξεραν πως η γριά ήταν πολύ προληπτική και φοβόταν ιδιαίτερα τους καλικάντζαρους. Έτσι, ένα βράδυ των Χριστουγέννων που έλειπε ο άντρας της κοπέλας κι ήταν μόνη με την πεθερά της και γνέθανε μαλλί, μεταμφιέστηκαν, φόρεσαν προβιές και γουρουνοτόμαρα και μπούκαραν στο σπίτι φωνάζοντας:

    -Τη γριά με τα λανάρια και τη νύφη με τα τουλούμια!

    (Για όποιον δεν ξέρει τα λανάρια, οπτικό βοήθημα)

    Και συνέχιζαν, λέγοντας κάθε τόσο:

    -Όσο τη νύφη τυραννάς, τόσο το ξύλο που θα φας!

    Αυτό συνεχίστηκε για κάμποση ώρα, ώσπου στο τέλος το έσκασαν όπως είχαν μπει.

    …ε, κι από τότε, λέει, έγινε η γριά η καλύτερη πεθερά του χωριού 😉

  34. ΚΩΣΤΑΣ said

    Να θέσω κι εγώ, στο ίδιο πνεύμα, μια σκέψη μου υπόψη του κ. Δάλκου. Οι καλικάντζαροι φέρεται να εμφανίζονται στα τέλη Δεκέμβρη έως αρχές Γενάρη κάθε έτους, κατά κανόνα από τις πιο κρύες μέρες του χειμώνα. Είναι γνωστό ότι το 15/θήμερο των Χριστουγέννων ίσχυε το σφάξιμο των γουρουνιών. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να είναι γεμάτα τα σπίτια από κρεμασμένα κρέατα, λουκάνικα, τσιγαρίδες, λίπες (λιωμένο λίπος), πατσάδες, δέρμα γουρουνιού κλπ. Όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα να προσελκύουν διάφορα τρωκτικά, ακάρεα, κατσαρίδες, κουκουβάγιες κλπ. που προξενούσαν ζημιές και μαγάρισμα στα κρεατικά. Με την κατανάλωση των κρεατικών, λόγω του κρύου, πάλι εξαφανίζονταν. Αυτά όλα τα ζωύφια η λαϊκή φαντασία τα ονόμασε καλικαντζάρους. Γιατί καλικάντζαροι; τι να πω, μαύρα ακάρεα, κατσαρίδες, σκαρφάλωμα; Πολύ θα βοηθούσε αν ξέραμε από πότε εμφανίζεται η λέξη αυτή.

  35. Πέπε said

    @29:
    Δεν υπάρχει!
    > > Εξαντλημένο στον εκδότη, δεν υπάρχει δυνατότητα παραγγελίας.

    @25:
    Γενικά, παραμονή βράδυ τα λέγανε (γι’ αυτό και το Καλήν εσπέραν). Αν το δει κανείς όμως λεπτομερέστερα, κάθε τόπος για το κάθε κάλαντο είχε άλλες συνήθειες. Μπορεί εδώ το ένα κάλαντο να λεγόταν παραμονή και το άλλο ανήμερα, εκεί όλα παραμονή, παρακεί μια από τις τρεις γιορτές να μην είχε καθόλου κάλαντο, παραδώ να υπήρχε άλλο κάλαντο για την παραμονή κι άλλο για ανήμερα ή άλλο για τα παιδιά κι άλλο για τους μεγάλους…

    Μια πολύ καλή σύνοψη όλων, περίπου, όσα είναι γνωστά για τα κάλαντα δίνει αυτή η εξαιρετική καινούργια έκδοση: https://kepem.org/portfolio-items/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%AF%CE%BE%CE%B5%CF%84%CE%B5-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1-%CF%83%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1/

  36. Πέπε said

    Ένα χαριτωμένο στοιχείο σχετικά με τους καλικάντζαρους είναι ότι είναι χαζοί και τους γελάς εύκολα.

  37. ΣΠ said

  38. Γς said

    29:

    >ΔΕΝ το πιστεύω. Υπάρχει ακόμη…

    Εξαντλημένο στον εκδότη, δεν υπάρχει δυνατότητα παραγγελίας.

  39. Γς said

    35, 38:

    Πέπε!

  40. Κουνελόγατος said

    Το είδα μετά, αλλά ντράπηκα να παραδεχτώ τη στραβομάρα μου… :mrgreen:

  41. Avonidas said

    #36. Ένα χαριτωμένο στοιχείο σχετικά με τους καλικάντζαρους είναι ότι είναι χαζοί και τους γελάς εύκολα.

    Όχι τόσο χαζοί όσο μονομανείς, όπως όλα τα ξωτικά. Ένα που έχω ακούσει είναι ότι για να τους ξεφορτωθείς αφήνεις ένα κόσκινο στο κατώφλι, οπότε είναι υποχρεωμένοι να καθίσουν και να μετρήσουν όλες τις τρύπες 🙂

    Η ίδια μανία αποδίδεται και στους βρυκόλακες· είναι από τις λιγότερο γνωστές αδυναμίες τους. Δεν θυμάμαι παρά μόνο μια ταινία που χρησιμοποιείται στην υπόθεση, όπου κάποιος είχε αιχμαλωτίσει έναν βρυκόλακα και σκόρπισε στο πάτωμα μικρούς σπόρους, που έπρεπε να τους μετρήσει πριν απελευθερωθεί.

  42. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    32.Στο μυαλό μας,εκεί κι αν είχε φαντάσματα! 🙂
    «Ρίξε πολύ, παπά, να κάτσουνε εκεια που κάθουνται» φώναξε μια φορά ο θεομπαίχτης ξάδελφός μου όταν βρήκε παλιόν γυμνασιο-συμμαθητή του να είναι ο (δανεισμένος) παπάς για τα θεοφάνεια, τη στιγμή που «αγίαζε» στο νεκροταφείο.

    >> «Ἐπιπροσθέτως τὰ ζῶα αὐτὰ ἔχουν τὴν μανίαν τῆς καταστροφῆς καὶ ἀχρηστεύσεως ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλυτέρων ποσοτήτων ἐκ τῶν ἐδωδίμων, τὰ ὁποῖα ἀνευρίσκουν.
    κι όχι μόνο τα φαγώσιμα. Και τα υφάσματα.Ροκανίζουν εδώ κι εκεί. Εξ ου και η παροιμία » ίντα τονε γνοιάζει τον ποντικό κι ανε χαλάσει χίλιες πήχες πανί » για ανεύθυνο ανάξιο κ καταστροφικό άνθρωπο.

    ΄26.τέλος. >>Δεν μου φαίνεται πολύ πειστικό ότι τα αγκάθια μπορούν να σταματήσουν τα ποντίκια.
    Πρακτικά,ναι, σκεφτείτε ότι το σταμναγκάθι λέγεται έτσι γιατί πρωτίστως με μπουκέτο απ΄το πυκνό αγκαθωτό,ξυλώδες φυτό, έκλειναν το στόμιο των πήλινων υδροδοχείων (σταμνιά ,κανάτια κλπ) και κρατούσαν μακριά/εμπόδιζαν τα αγκάθια τα ποντίκια, σκορπιούς κλπ που θα μαγάριζαν το νερό.

    Βγαίνω στο περίλαμπρο αττικό φως!

  43. spiral architect 🇰🇵 said

    @22: Τα κάλαντα των Φώτων μόνο στο μετρό θα τ’ ακούσεις:

    … κατώ στο Ριοδάνη το ποταμό
    κάθετη κυρΆννα η Παναζιά …

    (sic, σήμερα το πρωί)

  44. Alexis said

    #25: Ανήμερα των Φώτων όχι, δεν το ξέρω.
    Παραμονή Χριστουγέννων βράδυ όμως έχω προλάβει, σε πολύ μικρή ηλικία (5-6 χρονών)

  45. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    34. Μπράβο, πολύ καλός συσχετισμός! Βάλε και τα γλυκά με άλλα τόσα βούτυρα,ζάχαρες,μέλια, μυριστές ζύμες,πίτες κλπ, πράματα τόσο ελκυστικά για πλήθος ζώων και ζωυφίων. Κόλλησα! 🙂

  46. spatholouro said

    #40
    Εάν το γουστάρεις ακόμα, εδώ:
    http://www.orizontesbooks.gr/catalog/product_info.php?products_id=23870

  47. Γιάννης Ιατρού said

    42: .. καὶ ἐγένετο φῶς. (Γεν. 1,3, συνεχίζεται και το 1.4-1.5 🙂 )

  48. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Τώρα θυμήθηκα κι ἕνα εἶδος καλάντων ποὺ ἔλεγαν τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας οἱ νέοι· νομίζω πὼς ἀλλοῦ τὰ λένε χελιδονίσματα.
    Τὸ ἔθιμο, ἀπ᾿ ὅ,τι θυμᾶμαι, ξεκινοῦσε τὴν Καθαρὰ Δευτέρα. Οἱ νέοι ἔκαναν Κούλουμα μαζὶ μὲ τὶς κοπελιές. Τὴν ἑπόμενη Κυριακή, τῆς Ὀρθοδοξίας, πήγαιναν ὅλοι μαζὶ στὰ σπίτια τῶν κοριτσιῶν τῆς παρέας (ὁ πρῶτος κρατοῦσε ἕναν καλαμένιο σταυρὸ στολισμένον μὲ λουλούδια) καὶ τραγουδοῦσαν (γράφω ὅ,τι θυμᾶμαι):

    Μάρτη, Μάρτη μου καλὲ
    καὶ Ἀπρίλη βροχερὲ
    βάλ᾿ τὰ σῦκα στὸ μαντῆλι
    τὴ γριὰ μὲσ᾿ στὸ κοφίνι.

    Ὄξω ψύλλοι πεντικοὶ
    πάρτε ὄρη καὶ βουνοί…

    Ἔκλειναν μὲ τὴν εὐχή:

    Ὅπως λουλουδίζει ὁ σταυρὸς, νὰ λουλουδίζουν τὰ ὀρνίθια σας.

    Οἱ νοικοκυρὲς τοὺς ἔδιναν αὐγά. Τὰ μάζευαν σ᾿ ἔνα καλάθι καί, ὅταν τέλειωναν τὴ βόλτα σὲ ὄλα τὰ σπίτια τῶν κοριτσιῶν τῆς παρέας, πήγαιναν σὲ κάποιο μαγαζί, τηγάνιζαν τ᾿ αὐγά, τά ᾿τρωγαν, ἔπιναν κι ἄρχιζαν τὸ γλέντι.
    Γι᾿ αὐτὸ στὰ Θερμιὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τὴ λένε τσ᾿ Αὐγουλοῦς.

  49. spatholouro said

    Ας υπάρχει και εδώ το πολύ όμορφο ( και μέχρι αναρτήσεώς του πολύ σπάνιο) βιβλίο του Θάνου Βελούδιου, «Αερικά-ξωτικά και καλικάντζαροι»:

  50. ΚΩΣΤΑΣ said

    34 συνέχεια

    Να το πω καλύτερα. Όλο χτυπούσε το τηλ και με διέκοπταν, όταν έγραφα το σχόλιο 34.

    Το σφάξιμο των γουρουνιών και οι καλικάντζαροι πάνε παρέα. Όταν παραμονές Χριστουγέννων άρχιζε το σφάξιμο των γουρουνιών, ανέβαιναν και οι καλικάντζαροι στη γη. Όταν εκεί κοντά στα φώτα τα κρέατα και τα σχετικά παράγωγά του είχαν σχεδόν καταναλωθεί, έφευγαν και οι καλικάντζαροι, τους έδιωχνε τάχα μου ο τουρλόπαπας με την αγιαστούρα του. Άρα καλικάντζαροι είναι όλα τα τρωκτικά και ζωύφια που έκανα επιδρομή στα κρεατικά. Γιατί η ονομασία καλικάντζαροι; ερευνητέον.

    Βάλε και αυτά που λέει η ΕΦΗ στο 45 🙂

  51. Ματούλα said

    Πάντως, ο κ. Δάλκος δεν τολμάει να αναφέρει εδώ το ανήκουστο που γράφει στη διδαχτορική του διατριβή στο Πάντειο (με τίτλο («Καλικάντζαροι, Νεράϊδες και Καραγκιόζης» 2002), ότι το «καραγκιόζης» δεν προέρχεται από τα τούρκικα (μαυρομάτης) αλλά από το ελληνικό «καλικάντζαρος»!

    Άραγε, τί γνώμη έχει ο κ. Σαραντάκος γι’ αυτό; Γιατί αποσιωπά αυτή τη μεγάλη «ανακάλυψη» του φιλοξενουμενου του;

    Και για οσους δεν μπορούν να κατεβάσουν τη διατριβή, ΝΑ τι γράφουν οι 3 καθηγητές που την επίβλεψαν (Ανδρεάδης Γιάγκος, Σαρρής Νεοκλής, Προμπονάς Ιωάννης) στη σελ. 7 για τη μεγάλη «προσφορά» του κ. Δάλκου στην ετυμολόγηση του Καραγκιόζη:

    «• Σχετικά με το όνομα του Καραγκιόζη υποστηρίζεται ότι η ετυμολόγησή του από το τουρκ. Karagoz (: Μαυρομάτης) αποτελεί παρετυμολογία, και ότι μάλλον αποτελεί μια παρεφθαρμένη, εναλλακτική μορφή του Καλικάντζαρος [ν.ε. Καρακόντζι (Καλικάντζαρος), τουρκ. Karakoncolos, ποντ. Καρακοντζάδες, Καραχοντζάδες (: Μωμόεροι) τουρκ. Karakancilo, ποντ. Καρακόντσιλο (:Καλικάντζαρος), τουρκ. Κολκορτσάκ (: θέατρο σκιών), τουρκ. Koncolos, Koncalos (: Καλικάντζαρος, ποντ. Κοντζολόζ) – α.ε. Κονίσαλος, κ.λπ. ]. »

    ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ: Τρέχα γύρευε και Νικολό καρτέρει: Με τέτοιες απίθανες παρετυμολογήσεις παίρνανε τα διδαχτορικά τους κάποιοι στο Πάντειο επί αλήστου μνήμης Σημίτη

  52. Γιάννης Ιατρού said

    49: Μπράβο, κι εδώ (στο docslide) το ίδιο για κατέβασμα, χωρίς τις ‘υποχρεώσεις’ του scribd 🙂

  53. Χρίστος Δάλκος said

    17 Πέπε: «Μα τα ποντίκια δε βγαίνουν ειδικώς το Δωδεκάμερο!» Θά μποροῦσα νά ἐπικαλεστῶ τήν πληροφορία τοῦ φίλου Δημήτρη Μαρτίνου «Στὰ Θερμιὰ ἀπέφευγαν νὰ ποῦν τὸ ὄνομα «πεντικὸς» (σύμφωνα μὲ τὴν ντοπιολαλιά) ἀνήμερα τοῦ Ἁγίου Τρύφωνα (τὴν πρώτη τοῦ Φλεβάρη), ἐπειδὴ πίστευαν πὼς ἔτσι προκαλοῦσαν τοὺς ποντικοὺς.» καί νά ἀντιτείνω ὅτι οὔτε τήν πρώτη τοῦ Φλεβάρη βγαίνουν. Ἀλλά δέν πρόκειται κἄν γι᾿ αὐτό. Ὅποιος ἐνδιατρίψῃ στίς παρεμφερεῖς παραδόσεις ἀντιλαμβάνεται ὅτι τά δαιμονικά ὄντα, οἱ μεταμφιεσμένοι κ.λπ. βγαίνουν σέ διάφορες περιόδους.
    Στό ἄρθρο στό ὁποῖο παραπέμπω, γράφω καί τά ἑξῆς: «Ἄλλωστε ἡ τέλεση σέ πολλές περιοχές παρεμφερῶν ἀποτροπαϊκῶν ἐθίμων στό τέλος τοῦ χειμῶνα (π.χ. Ἀποκριές), στήν ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (25 Μαρτίου), τήν Πρωτομαγιά, ἤ ἀκόμα καί τόν Ἰούνιο (24 Ἰουνίου), δείχνει ὅτι ἡ χρονική μετατόπιση τοῦ βασικοῦ τελετουργικοῦ συντελέσθηκε πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις καί ὡδήγησε, μέσῳ τῆς πολυδιάσπασης, στήν μορφοποίηση ἑνός εἴδους γενικῆς συνταγῆς γιά ἀποτροπή παντός κακοῦ.» Ἐνδεικτικά παραθέτω κάποια στοιχεῖα:ρουκατζιάρια (= καλικάντζαροι) Μακεδ. (Βελβενδ.) ρογκατσιάρια (= μασκαρᾶδες τῆς Ἀποκριᾶς) Μακεδ. (Κοζ.) ραgουτσάρια (= οἱ καρνάβαλοι τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου) Μακεδ. (Καστορ.) λουκατσάρια (= μασκαρᾶδες τῆς Πρωτοχρονιᾶς) Μακεδ. (Βόϊον) ραgατζάρια (= μεταμφιεσμένοι τῆς Ἀποκριᾶς) Μακεδ. (Βρία) λουgατσ΄άργια (: τά λουgατσ΄άργια γένουνdι τά Φῶτα) Μακεδ. (Γρεβεν.) ρουγκάτσια (= καλαντιστές τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων) Θράκ. (Ἀμόρ.) λουκατάρης (= ὁ καλικάντζαρος) Σίφν.
    Ἐν τούτοις, ὁ ἐντοπισμός τῆς ἐμφάνισης τῶν συγκεκριμένων δαιμονικῶν ὄντων στήν καρδιά τοῦ χειμῶνα ἔχει, νομίζω, νά κάνῃ μέ τό γεγονός ὅτι λόγῳ τῶν δυσμενῶν καιρικῶν συνθηκῶν καί τῆς ἐλλείψεως τροφῆς τά τρωκτικά θά κατέφευγαν πολύ περισσότερο στά ἀποθηκευμένα ἀπό τούς ἀνθρώπους τρόφιμα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, πολύ λιγώτερο πειστική εἶναι ἡ ταύτιση ἀπό τόν Κουκουλέ τῶν καλικαντζάρων μέ τούς «κανθάρους» πού βλάπτουν τάς ἀμπέλους.

  54. Γιάννης Ιατρού said

    51: Ματούλα

    δηλαδή τι το αρνητικό γράφουν οι 3 καθηγητές που την επίβλεψαν; Δεν το διακρίνω, περιμένω τα φώτα σας…

  55. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καὶ δὲν προὐχώρησεν (εἰσέτι) ἡ νὺξ εἰς τὸ Ρωμαίικον.
    Τὸ κακὸ μ᾿ αὐτοὺς τοὺς καλικαντζαραίους (τρὸλ) εἶναι πὼς δὲν φεύγουν μὲ τὰ Φῶτα.

  56. Χρίστος Δάλκος said

    51 Ἐγώ πολλά δέν ἀναφέρω, ὄχι ἐπειδή δέν τολμάω, ἀλλά ἐπειδή εἴτε ἔχω ἀλλάξει ἀπόψεις (βλ. τή σχετική ἀναφορά στά ἑρπετά πού δέν ὑπάρχει στήν διατριβή μου, ὅπως δέν ὑπάρχει καί ἡ ἀναφορά στά τρωκτικά) εἴτε ἐπειδή δέν μπορῶ νά τά πῶ ὅλα καί νά τά ὑποστηρίξω ὅλα μέ ἐκτενῆ ἐπιχειρηματολογία. Ἡ ἀκατονόμαστη Ματούλα δέν τά ἔχει ὑπ᾿ ὄψει της αὐτά, οὔτε καί ὅσα θά ἐκτεθοῦν παρακάτω.

  57. Ματούλα said

    Απάντηση στον 54: Να μάς πεί πρώτα ο κ. Σαραντάκος αν συμφωνεί με την ανήκουστη παρετυμολογία του κ. Δάλκου ότι ο καραγκιόζης είναι παραφθορά του καλικάντζαρου (για την οποία τον επιβράβευσε το Πάντειο επί Σημίτη, δίνοντάς του τον τίτλο του διδάχτορα) και μετά θα επανέλθω.

    Δεν σάς κάνει εντύπωση κ. Ιατρού, ότι σε μιά ολόκληρη διδαχτορική διατριβή (270 σελίδες) για την οποία έλαβε επί πληρωμή εχπαιδευτική άδεια για μήνες (μπορεί και χρόνια) να μή μάς λέει πότε πρωτοκαταγράφεται ο «καλικάντζαρος» στην ελληνική γλώσσα; Κατά τα άλλα, κατεβάστε τη διατριβή, και θα τρελαθείτε με τα απίστευτα που υποστηρίζει ο κύριος διδάχτορας. Εσείς που ξέρετε τα κόλπα κ. Ιατρού, προσφέρτε τη και στους υπόλοιπους σχολιαστές για να κάνουν νέο συκώτι απο τα γέλια και τα ξαναλέμε αύριο, ή μέχρι να απαντήσει ο κ. Σαραντάκος

  58. Χρίστος Δάλκος said

    Σχετικά μέ τό «καρκαdζαλώνω» (πού ἐπίσης δέν ἀναφέρεται στήν διατριβή μου) καί τόν κυπριακό «σκ(α)λαπούνταρο» (πού ἐπίσης δέν ἀναφέρεται στήν διατριβή μου):
    Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ κυπριακή λέξη γιά τόν καλικάντζαρο εἶναι σκ(α)λαπούνταρος, καί γιά τήν ἐτυμολόγησή της ἡ νεογραμματική σχολή καταφεύγει στήν παλιά καλή συνταγή τοῦ συμφυρμοῦ (βλ. Κυριάκου Χατζηιωάννου, Ἐτυμολογικὸ Λεξικὸ τῆς ὁμιλουμένης κυπριακῆς διαλέκτου, Β΄ ἔκδ., 2000: «σκλαπούνταροι οἱ, τὰ δαιμόνια τῶν Δωδεκαημέρων. Ἡ λ. ἀπὸ συμφυρμὸ τῶν λλ. σκλαβοῦνοι + πλανήταροι > σκλαπούνταροι, λόγῳ τοῦ ὅτι ἦταν σκλάβοι (δέσμιοι) καὶ λύονταν κατὰ τὰ Δωδεκάμερα…». Τό ἴδιο καί ὁ Κων/νος Γ. Γιαγκουλλής, Θησαυρός Κυπριακής Διαλέκτου, Γ΄ έκδ., 2009: «σκ(α)λαπούνταρος, ο – σκαλαπουντάριν, το [σκλαβούνος + πλανήταρος > σκλαπούνταρος]»).
    Δεδομένου ὅτι τό «προθετικό» σ κάνει συχνά τήν ἐμφάνισή του στήν λέξη γιά τόν καλικάντζαρο (πρβλ. καί τά ὀνόματα σκαλικάνdζαρος, σκαλκάνdζερος, κ.λπ.), δέν ἀποκλείεται ὁ σκαλαπούνταρος νά εἶναι μιά ἐναλλακτική ἐκδοχή τῆς λέξης «καλικάντζαρος» καί νά προέρχεται ἀπό ἀμάρτυρο τύπο *σκαλακούνταρος μέ συμφωνική ἐναλλαγή κ/π.
    Μιά ἐξ ἴσου παράδοξη ἐναλλαγή κ/π (ἤ τροπή κ > π) ἐντοπίζεται στόν τύπο ἀπό τήν Βάρνα παρτσάgαλος (= καλικάντζαρος, πρβλ. καλ(τ)σάgαρος Τῆν. καρτσάgαλος Πόντ.), καί ὑποθέτω ὅτι οἱ περισσότεροι θά τήν ἀπέδιδαν σέ ἀνομοίωση –κάποιος, ἐνδεχομένως, νά ἔκανε λόγο καί γιά χειλοϋπερωϊκό φθόγγο. Ὅπως καί νά ᾿χῃ τό πρᾶγμα, ἔχει ἰδιάζουσα σημασία ἡ ἐπισήμανση τοῦ παράδοξου φωνητικοῦ φαινομένου καί σέ διάφορους ἐναλλακτικούς τύπους τοῦ συσχετισθέντος πρός τούς καλικαντζάρους ρήματος καρκαdζαλώνω (= ἀναρριχῶμαι), ὅπως: καρπατσαλώνω, κραπατσαλώνου, καρτσαπαλώνω, γραπατσαλώνω, gραbαdζαλώνουμι, γραπατσαλιάζομαι, σκαρφαντζαλώνω, σκαρτσαφαλώνω (= ἀναρριχῶμαι, σκαρφαλώνω).
    Εἶναι προφανής ἡ σχέση τῶν παραπάνω τύπων μέ τό πάγκοινο σκαρφαλώνω πού παρουσιάζει καί ἐναλλακτικούς τύπους ὅπως σκαρβαλώνω, σκαρβελώνω, σκαβαλώνου, σκαρφαουώνου, ἀgαρφαλώνω, γραbαλώνω, ἀγραbαλώνω, σκαρφαλιάζω κ.λπ., πρβλ. καί τά συγγενῆ καρπατσώνω (= ἀναρριχῶμαι), γραπατσώνω (= ἀναρριχῶμαι), gραπατσώνου, gραbατσώνου, γραπατσώνομαι, γραπαdζώνουμι, gραπατσώνουμι, gραbατσώνουμι, gριbατσώνουμι (= συλλαμβάνω / σχίζω διά τῶν ὀνύχων || ἀναρριχῶμαι) γραπαλιάζω (= γραπώνω, γρατσουνίζω), γραbαλεύω (= σκαρφαλώνω), κ.λπ.
    Ἡ νεογραμματική ἐπιστήμη, προκειμένου περί τοῦ σκαρφαλώνω, κατέφυγε στὴν εὔκολη λύση τοῦ συμφυρμοῦ τῶν σκαλώνω καί καρφώνω, καί τό ἴδιο ἔπραξε καί στήν περίπτωση τῶν γραπατσαλώνω, γραπατσαλιάζω καὶ γραπατσώνω (ἐκ τῶν «γραπάρω καὶ τσαλώνω», «γραπάρω καὶ τσαλιάζω» καὶ «γραπάρω καὶ τσακώνω» ἀντίστοιχα). Ἐν τούτοις ἡ πολυδιάσπαση τῆς ὑποκείμενης ρίζας ποὺ ὑπεμφαίνει φωνητικὴ ἐξέλιξη β (σκαρβελώνω) /φ (σκαρφαλώνω, σκαρφαντζαλώνω) /π (καρπατσαλώνω, γραπαλιάζω) /b (gραbαdζαλώνουμι, γραbαλώνω) ἐνισχύει τὴν ἐντύπωση ὅτι ἀφετηρία τῶν ποικίλων μεταβολῶν στάθηκε μιά ἀναδιπλασιασμένη / ἀνατριπλασιασμένη ρίζα πού ἕλκει τήν καταγωγή ἀπό μιά ὀνοματοποιία μιμητική τοῦ ἤχου τῶν νυχιῶν καθώς σκαλίζουν τήν ἐπιφάνεια τοῦ ἐδάφους, τοῦ φλοιοῦ τῶν δένδρων, κ.λπ.
    Ἡ ἀναφορά τοῦ ὑποφαινομένου στά ταυτόσημα ρήματα γαργαλίζω / γραβαλίζω / σγκραβαλίζω (βλ. Χ. Δάλκου, Ἡ παλαιότητα τῆς νέας ἑλληνικῆς, σ. 37-38) δείχνει ποιούς δρόμους ἀκολούθησε ἡ ἀνομοιωτική πορεία. Ἐξ ἄλλου, ἡ προφανής σχέση τοῦ σκαρφαλώνω πρός τά ἀγγλ. scramble (= ἀναρριχῶμαι, σκαρφαλώνω), scrabble (= γρατσουνίζω, σκαρφαλώνω, πρβλ. καί ἀγγλ. climb), μέσ. ὁλλανδ. schrabbelen, schrabben (= γρατσουνίζω, ξύνω, πρβλ. ν.ἑ. σκαρβελώνω) δείχνει πώς ἡ ἄποψη περί συμφυρμοῦ τῶν σκαλώνω + καρφώνω εἶναι ἀβάσιμη. Αὐτό δέν σημαίνει βέβαια ὁλλανδική ἤ ἀγγλική προέλευση τῶν σκαρφαλώνω / σκαρβελώνω κ.λπ. ἀλλά γενετική συγγένεια πού μᾶς προϊδεάζει γιά τήν ὕπαρξη στήν γλῶσσα μας ἑνός παλαιότατου ὑπόγειου γραικικοῦ ὑποστρώματος,

  59. Γς said

    57:

    Το καταλάβαμε,

    Κι εσύ μωρέ, τι ζόρι τραβάς, που το συνεχίζεις

    Ντάξει δεν του αρέσει το Μαυρομάτης

    [Μαυτο]Ματού

  60. Γς said

    Μαυροματού

    Καραγιόζενα

  61. Γς said

    γκιόζενα.

    Φεύγω

    Με φωνάζει η μάνα μου

  62. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Καλή χρονιά σε όλους!

    Αυτή καθαυτή η λέξη καλικάντζαρος έχει νομίζω ετυμολογηθεί πολύ πειστικά (και με απλότητα), όπως έχει αναφερθεί παλαιότερα https://sarantakos.wordpress.com/2010/12/11/filosofolykos/#comment-53199
    Τώρα, το γεγονός ότι τα ποντίκια μαγαρίζουν (το λέω με μια λέξη, κάνουν κι άλλα) και το γεγονός ότι και στους καλικάντζαρους αποδόθηκαν τα ίδια χαρακτηριστικά εκ των υστέρων (σίγουρα τα ποντίκια προϋπήρχαν των καλικαντζαραίων), δεν νομίζω ότι αρκεί για να αποδειχτεί ότι οι καλικάντζαροι απλά αποτελούν την υπερφυσική μετάπλαση του συμπαθούς κατά τα άλλα παράσιτου. Γνώμη μου είναι ότι οι καλικάντζαροι εκπροσωπούν το μύχιο κι αρχέγονο φόβο του ανθρώπου για τις δαιμονικές δυνάμεις (εξού πιθανώς και το κύριο χαρακτηριστικό της κοπής του δέντρου που κρατά τον κόσμο), που αναγκαστικά κάποια στιγμή πήρε και συγκεκριμένη (ανθρωποειδή) μορφή. Σε κάποια άλλη στιγμή θα πήρε και τα χαρακτηριστικά των ποντικών.

    Ως άλλος καλικάντζαρος, θα αποσυρθώ και πάλι στο στερούμενο διαδικτύου ερημητήριό μου… 🙂

  63. Πέπε said

    Φαίνεται ότι όσο πλησιάζουν τα Φώτα κι οι Φωτισμοί, κι ο παπάς με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του, οι καλικάντζαροι:
    α) αλλάζουν το ρολόι και διακόπτουν τη σιωπή τους μεσούσης της ημέρας
    β) αλλάζουν τις σκοπίμως ανελλήνιστες ελληνικούρες με μαλλιαρισμούς τ. «διδαχτορικό», «εχπαιδευτική», «προσφέρτε τη» (όχι όμως «επί πλερωμή»).

    Κατά τα άλλα δεν αλλάζουν ιδιαίτερα.

    @54:
    Τίποτα ρε παιδί μου. Σου λέει, αν δεν μπορείς να την κατεβάσεις για να δεις με τα μάτια σου την ετυμολογία, διάβασέ την στην περίληψη των καθηγητών. (Πώς θα μπόραγαν να γράψουν αρνητικιά κριτικιά άλλωστε; Είχαμε Σημίτη τότες.) 🙂

  64. Γιάννης Ιατρού said

    57: Καλά, καλά κα. Ματούλα, σας έχουμε καταλάβει απολύτως, ήδη απ΄το σχ. 51 πως ανήκετε στους ειδήμονες…
    Με τις εύστροφες και τις ad verecundiam παρατηρήσεις σας θα ανέβει ακόμα περισσότερο το μπλογκ εις την Αλέξαινα 🙂
    Ξυνελών τε λέγω τήν τε σχολιάστριαν τῆς Ἑλλάδος παίδευσιν εἶναι!

    52: Επειδή διαπίστωσα πως ο σύνδεσμος που έδωσα πιό πάν (#52) έχει κάποιο πρόβλημα (τα τελώνια… γαρ 🙂 ), εδώ ένας άλλος που λειτουργεί 🙂

  65. Γιάννης Ιατρού said

    62: Ταιριάζει και στο 10β…

  66. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    #65
    Μα καλά σε λέει ο άλλος τι σε λέει, άσε ένα σχόλιο να αγιάσει, να κάνω κι εγώ το κομμάτι μου βρε αδερφέ! 😀

  67. Γιάννης Ιατρού said

    66: χιχιχι 🙂
    αφού το έκανες ρε Γρηγόρη, από τον Δεκ, του 2010, να τα λέμε κι αυτά!

  68. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    14 Πολύ καλό!

    41 Να το ξερουμε, αν συναντήσουμε βρικόλακα θα φανεί χρήσιμο

    57 Ο Χρίστος Δάλκος είναι φίλος, με τον οποίο διαφωνώ σε πολλά. Η ετυμολογική του μέθοδος δεν με βρίσκει σύμφωνο και το έχω γράψει πάνω από μία φορά. Τη διατριβή του δεν την έχω διαβάσει αλλά είμαι βέβαιος ότι δεν αρκείται σε αυτή την ετυμολογία του Καραγκιόζη, έχει κι άλλα αξιόλογα πράγματα μέσα. Η κριτική σε ένα έργο είναι βέβαια θεμιτή.

    Από κει και πέρα, το κουτσομπολιό και οι υπαινιγμοί για ανθρώπους που έχουν έργο και προσφορά, ιδίως όταν προέρχονται από ψευδώνυμους δεν είναι ανεκτά στο ιστολόγιο.

    62 Καλή χρονιά νάχουμε, Γόρη!

  69. Avonidas said

    #62. (εξού πιθανώς και το κύριο χαρακτηριστικό της κοπής του δέντρου που κρατά τον κόσμο)

    Λοιπόν, αυτό το στοιχείο είναι όντως παράξενο, κι η προέλευσή του επίσης. Στην ελληνική μυθολογία δεν συναντούμε (από όσο ξέρω) Κοσμικό Δέντρο. Αντιθέτως, υπάρχει στη σκανδιναβική μυθολογία το περίφημο Υγκντράσιλ, που συνδέει τους Εννέα Κόσμους, και που τις ρίζες του τις ροκανίζει ένας δράκος:

    Είναι δυνατόν άραγε να δανειστήκαμε αυτή τη δοξασία από τους σκανδιναβούς; Το βρίσκω απίθανο, αν και υπήρξαν επαφές στον μεσαίωνα — οι Βίκινγκς κατέβηκαν μέχρι τη Μεσόγειο, κι επίσης οι Ρως ήταν σκανδιναβοί, κι οι βυζαντινοί είχαν εκτενείς επαφές με τη Ρωσία και τη σημερινή Ουκρανία.

    Ωστόσο, δεν το πιστεύω. Πολύ πιο πιθανό είναι η επιρροή να ήρθε απευθείας από την σλαβική μυθολογία, που επίσης έχει Κοσμικό Δέντρο.

  70. Κουτρούφι said

    #53. Ασ’ το καλό! Ώστε το λουκατάρης συνδέεται με τον καλικάτζαρο; Και μάλιστα υπάρχουν παρόμοιες, ηχητικά, λέξεις και σε άλλα μέρη σχετικά ασύνδετα με τη Σίφνο; Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες δοξασίες στη Σίφνο με τους καλικάτζαρους (τουλάχιστον που να γνωρίζω) αλλά το Λουκατάρης είναι σχετικά συχνό επώνυμο (ο πατέρας της προ-γιαγιάς μου). Ο αδελφός της προγιαγιάς μου πάντως, ο παλαιός λαουτιέρης Μανώλης Λουκατάρης, ήταν τρομερό πειραχτήρι. Ίσως δεν είναι τυχαίο το επώνυμο τελικά……

  71. Χρίστος Δάλκος said

    Γιά νά διευρύνουμε τήν προβληματική μας, παραθέτω καί ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τό ἄρθρο «Οἱ Μωμόεροι τοῦ Πόντου καί οἱ Ὄρνιθες τοῦ Ἀριστοφάνη: Ἡ διερεύνηση μιᾶς –πιθανώτατα ὄχι τυχαίας– σύμπτωσης», Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου (Λαϊκός πολιτισμός και έντεχνος λόγος), έκδ. Κέντρου Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 2013, τ. Α΄, σ. 315-329: » Τό «τριμερές» σχῆμα

    Ἡ ἀντιδιαστολή αὐτή τῶν δύο πλευρῶν καί τοῦ ἐνδιαμέσου τους ἐντοπίζεται καί στήν νεοελληνική ἐκδοχή τῆς ὁμηρικῆς «Κυκλώπειας», ὅπου τόν ρόλο τοῦ Ὀδυσσέα παίζει ὁ μυλωνᾶς, τοῦ δέ Κύκλωπα ἤ Κυκλώπων, ὁ Καλικάντζαρος / Καλικάντζαροι: «…προφτάνει ὁ μυλωνᾶς, [..] φορτώνει τὰ δυὸ σακκιὰ τἀλεῦρι ἀπάνου ‘ς τὸ μουλάρι του· κάθεται ‘ς τὴ μέση κ’ ἐκεῖνος, καὶ σὰν ἐκουκουλώθηκε μ’ ἕνα σάϊσμα καλά, βαρεῖ καὶ φεύγει. [..] Πάνε, φτάνουν τὸ μουλάρι· ἀρχίσανε νὰ λένε ἀναμεταξύ τους· [..] «Ἔ τὸ ‘να πλευλό, ἔ καὶ τἆλλο· ἔ καὶ τὸ ἐπανωγόμι. Πίσω εἶν’ ὁ γιντίς, ‘ςτὴ χούλχουλη κλυμμένος!» (Ν. Πολίτου, Παραδόσεις, τ. Α΄, σ. 358).
    Ἐνδεικτικό τῆς παλαιότητας τοῦ «τριμεροῦς» σχήματος ἀλλά καί τῆς νεοελληνικῆς παράδοσης, εἶναι τό γεγονός ὅτι ἡ ὁμηρική ἀφήγηση διασώζει μιά πολύ ἀμυδρή ἀνάμνηση τῆς ἀντιδιαστολῆς τῶν δύο πλευρῶν καί τοῦ μεσογομιοῦ τοῦ ζώου, στό σημεῖο ἐκεῖνο πού ἀναφέρεται στήν δραπέτευση τοῦ Ὀδυσσέα καί τῶν συντρόφων του μέσῳ τῆς πρόσδεσης καί ἀπόκρυψης σέ ἕνα ζῶο. Συγκεκριμένα τό ὁμηρικό κείμενο κάνει λόγο γιά σύζευξη τριῶν κριῶν ἐκ τῶν ὁποίων «ὁ μὲν ἐν μέσῳ ἄνδρα φέρεσκε, / τὼ δ’ ἑτέρω ἑκάτερθεν ἴτην σώοντες ἑταίρους. / τρεῖς δὲ ἕκαστον φῶτ’ ὄιες φέρον…» (ι 429-431).
    Δεδομένου ὅτι ἡ νεοελληνική ἐκδοχή τῆς ἀπόκρυψης τοῦ ἥρωα στήν ράχη ἑνός μουλαριοῦ ἤ γαϊδουριοῦ εἶναι πολύ φυσιολογικώτερη καί εὐλογοφανέστερη ἀπό τήν ἀντίστοιχη ὁμηρική, δέν θά θεωρούσαμε ἀβάσιμη τήν ὑπόθεση ὅτι ἡ νεοελληνική παράδοση διαθέτει ἀφ’ ἑαυτῆς πρωτογενῆ στοιχεῖα πού δέν ἀποτελοῦν ἐπιβίωση ἤ ἁπλῆ ἐξέλιξη στοιχείων τῆς ἀρχαιοελληνικῆς παράδοσης ἀλλά παραπέμπουν σέ παλαιότερα πολιτισμικά στρώματα. Ἄλλωστε ἡ ἐπισήμανση τοῦ πρωτογενοῦς χαρακτῆρα πολλῶν στοιχείων τῆς νεοελληνικῆς παράδοσης ἔχει γίνει ἀπό ἀρκετούς ἐπιστήμονες, φιλολόγους ἤ λαογράφους, ἔτσι ὥστε ἡ ἄποψη αὐτή νά μήν διεκδικῇ τά εὔσημα τῆς πρωτοτυπίας.
    Εἶναι χαρακτηριστική ἡ στάση τοῦ Ἰ. Κακριδῆ, ὁ ὁποῖος, συγκρίνοντας νεοελληνικούς μύθους πρός παρόμοιους ὁμηρικούς, συμπέραινε πώς οἱ πρῶτοι εἶναι ἀρτιώτεροι, ἀπαλλαγμένοι ἀπό ἀντιφάσεις, μέ μιά ἐσωτερική λογική συνέπεια καί ἀλληλουχία, ἐνδεικτική τοῦ πρωτογενοῦς τους χαρακτῆρα.»

  72. Πέπε said

    @41:
    Να, Αβονίδα, αυτό στο #71 είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της αφάλειας των καλικαντζάρων. Ότι είναι και αυτιστικοί. άλλο καπέλο.

  73. Πέπε said

    *αφέλειας*

  74. Χρίστος Δάλκος said

    70 Κουτρούφι Πράγματι «λουκατάρης» στήν Σίφνο σημαίνει τόν καλικάντζαρο. Μερικοί τό ἐτυμολογοῦν ἀπό τό ἀλβ. lugat (= βρυκόλακας, φάσμα), ἀλλά ἡ συσχέτιση μέ τά Ρουγκατσάρια καί τούς Καλικαντζάρους ἔχει γίνει ἀπό παλιά: «Κατ᾿ ἀποβολὴν τῆς πρώτης συλλαβῆς καὶ ἀνάπτυξιν φωνήεντος μεταξὺ τῶν ἀπολειφθέντων ἀρκτικῶν συμφώνων ρκ ἐσχηματίσθη ἐν Παλιγρατσάνῳ τῆς Μακεδονίας ὁ τύπος τὰ Ῥουκατζιάρια (Μπουντώνα, Μελέτη περὶ τοῦ γλωσσ. ἰδιώματος Βελβεντοῦ, σ. 102» (Ν. Πολίτου, Παραδόσεις, τ. Β΄, σ. 1243). Ἡ συσχέτιση δέν ἔγινε δεκτή, καί ἡ ἀναφορά τοῦ Κ. Ρωμαίου (Μικρά Μελετήματα, σ. 281) καταγράφει τούς λόγους: «Ἄσχετα ἀπό τόν Liungman καί ὁ κ. Ἀνδριώτης πιστεύει στή βουλγαρική προέλευση (σ.σ. ἐκ τοῦ βουλγ. rogac: ἐλάφι), γιατί δέν μπορεῖ, μοῦ εἶπε, νά ἐννοήσῃ τήν ἀποκοπή τῆς ἀρχικῆς συλλαβῆς». Ἐν τούτοις παρόμοια «ἀποκοπή» πιθανώτατα λαμβάνει χώραν στούς τύπους «καλ(ι)κατζόνια» / «γκατζόνια», «κατσόϊνα» κ.λπ.

  75. 71 Γιατί όμως να θεωρηθεί ντε και καλά ελληνικό το τριμερές σχήμα; Στη λαογραφία, αν μη τι άλλο, είναι διάσημοι (κάποιοι έχουν κουραστεί να το διαβάζουν εδώ 😉 ) οι νόμοι του Όλρικ: http://www.eks-ik.eu/dimosieyseis-ekdoseis/arthra-meletes/47-o-tritos-o-mikroteros-sto-laiko-paramythi-oi-mythologikes-katavoles-tou-fainomenou-kai-oi-koinoniologikes-diastaseis-tou
    Αλλά και γενικότερα οποιαδήποτε προσέγγιση πολιτισμικών σταθερών που βασίζεται σε παραμύθια, δεν θα έπρεπε να λάβει υπόψη της την ύπαρξη όχι απλα μοτίβων αλλά και ολόκληρων αφηγηματικών δομών σε παγκόσμιο επίπεδο;
    https://en.wikipedia.org/wiki/Aarne%E2%80%93Thompson_classification_systems
    http://www.mftd.org/index.php?action=atu

  76. Χρίστος Δάλκος said

    75 Μά δέν λέω ὅτι εἶναι ἀποκλειστικά ἑλληνικό, αὐτό δέν θά τό ἔλεγα οὔτε γιά τόν ὁμηρικό μῦθο τῆς Κυκλώπειας. Αὐτό πού λέω εἶναι ὅτι οἱ νεοελληνικοί μῦθοι μποροῦν νά διαφωτίσουν σκοτεινές πλευρές τοῦ μύθου, γιατί διαθέτουν πρωτογενῆ στοιχεῖα (ὅπως π.χ. τό ἔλεγε ὁ Ἰ. Κακριδής γιά τήν Μελεάγρεια). Ἄλλο ἕνα τέτοιο στοιχεῖο ἐντοπίζεται στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἐξελαύνονται οἱ Καλικάντζαροι στούς «νεο»ελληνικούς μύθους: «Ξύλα, κούτσουρα, δαυλιά καϊμένα!» Ἐδῶ ἡ ἀποτροπαϊκή λειτουργία τῆς φωτιᾶς ἀναδεικνύεται σέ ὅλη της τήν μεγαλοπρέπεια, ἐνῷ τό ὁμηρικό «ἐλαΐνεον ρόπαλον», ἔστω κι ἄν «διεφαίνετο … αἰνῶς» (λαμποκοποῦσε μέσα-ἔξω τρομερά), διασώζει πιό ἀμυδρές μνῆμες τοῦ ἀποτροπαϊκοῦ της χαρακτήρα. (Αὐτά τά ἀναλύω ἐκτενέστερα στήν διατριβή μου -τό λέω γιά τίς ἐνδιαφερόμενες καί τούς ἐνδιαφερομένους).

  77. spiridione said

    34. Το λέει στο άρθρο:
    Η ονομασία καλλικάντζαρος αναφέρεται το πρώτον υπό Λέοντος Αλλατίου (De Graecor. hodie quorundam opinat. 140-142).
    Γράφτηκε το 1645.

    Βλέπω ότι αναφέρεται κάποιος Μητροπολίτης Χίου Γαβριήλ Καλικάντζαρος γύρω στο 1570.
    Εδώ, σελ. 42
    http://ir.lib.uth.gr/bitstream/handle/11615/10650/article.pdf?sequence=1&isAllowed=y

  78. Κ. Καραποτόσογλου said

    O Βάλτερ Πούχνερ, «Δοκίμιο για τους καλικαντζάρους», Εθνογλωσσολογικές Μελέτες, Αθήνα 2013, 85-127, εξετάζει το θέμα πολύπλευρα, και προς το τέλος αναφέρει:
    «Αλλά μένει ακόμα το θεώρημα της ξενικής καταγωγής του ετύμου, όπου επίσης υπάρχει νέα βιβλιογραφία. Η αναγκαιότητα
    της αναζήτησης ενδεχόμενης ξένης ρίζας βασίζεται σε δύο δεδομένα: την απουσία του ονόματος στο Βυζάντιο (το
    αντίστοιχο εκεί είναι ο βαβουτσικάριος , πιθανώς από παπούτσια -> τουκ. papuç και αντιδανεισμός)70, και την εμφάνιση
    της λέξης μόλις κατά τον 17ο αιώνα, και μάλιστα μόνο σε χώρες που ανήκαν στην οθωμανική αυτοκρατορία (Ελλάδα,
    Αλβανία, Μαυροβούνιο, Νότια Σερβία, Βοσνία/Ερζεγοβίνη, Σλαβομακεδονία, Βουλγαρία, στους Βλάχους και τους ίδιους
    τους Τούρκους), όχι σε άλλους λαούς. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα βάσιμο ιστορικογεωγραφικό πλαίσιο, μέσα στο
    οποίο μπορεί να κινηθεί η ετυμολογική αναζήτηση. Ο Πολίτης απέρριψε τις ετυμολογικές εξηγήσεις71 του Schmidt από
    το αλβανικό καρκάντ’ολι72, του Wachsmuth από το αλβανικό καλικάτσ’ (τον βραχνά που κάθεται στο σβέρκο)73, και του
    πρώτου από το τουρκικό karakándjolos74. Σ ’ αυτό τον ακολούθησε όλη η επόμενη ελληνική βιβλιογραφία, ενώ οι ξένοι
    μελετητές αναφέρουν συνήθως την τελευταία άποψη του Schmidt75. Βέβαια το επιχείρημά του, πως τα δαιμόνια αυτά
    και στους μουσουλμάνους, με το διαφορετικό εορτολόγιό τους, εμφανίζονται ανάμεσα στα Χριστούγεννα και τα Θεοφάνια,
    είναι κάπως σχετικό, γιατί οι προλήψεις και δεισιδαιμονίες του Δωδεκαημέρου αφορούν το χειμερινό ηλιοστάσιο και δευτερογενώς
    μόνο παίρνουν και ένα χριστιανικό επίχρισμα76. Ο Lawson απέρριψε επίσης την τουρκική ετυμολογία, αντιτείνοντας πως η κατάληξη του karakondjolos δείχνει ήδη την
    ελληνική καταγωγή της λέξης, την οποία δανείστηκαν οι Τούρκοι, αναφέρει επίση στο επιχείρημα πως οι μουσουλμάνοι
    δεν γνωρίζουν το Δωδεκαήμερο στο εορτολόγιό τους , και επιστρατεύει και τους ομοούσιους λυκοκάντζαρους , που είναι σαφέστα τα ελληνικής καταγωγή ς 77.
    Όμως τη θεωρία αυτή , επηρεασμένη από το πνεύμα του Φιλελληνισμού , δεν τη βοηθούν τα ιστορικά , γλωσσολογικά
    και γεωγραφικά τεκμήρια .
    Ωστόσο ο karakondjolos είναι καλά τεκμηριωμένος στη βιβλιογραφία. Ήδη ο βούλγαρος λαογράφος Michail Arnaudov
    θεώρησε, πως ο βουλγαρικός karakondžo(la) και σλαβομακεδονικά karakondžol και karakondžula καθώς και αλβανικά
    karkandsoli προέρχονται από τον τουρκικό τύπο78. Το ίδιο θεώρησε και ο G. Meyer ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα για
    τον αλβανικό τύπο: karkandžól προέρχεται από το τουρκ. kara kondžoloz και ταυτίζεται με τον λυκάνθρωπο79. Στη νότια
    Σερβία οι karakondžule εμφανίζονται ως βραχνάδες80, στη Σλαβομακεδονία οι karakondžule και karakondžere81 είναι
    βρικόλακες και δαίμονες που προκαλούν αρρώστιες82, στη Βουλγαρία ο karakondžo83 αποτελεί ένα γυμνό κενταυροειδές
    ακάθαρτο φάντασμα, το οποίο παραπλανά τους οδοιπόρους και τους οδηγεί σε γκρεμούς ή βαθιά νερά. Ο Çabej θεωρεί
    πως τόσο το αλβανικό karkanxhól όσο και οι νεοελληνικοί καλικάντζαροι προέρχονται από το τουρκικό kara-koncolos84.
    Ο karkanxhól στους Γέγους θεωρείται πτώμα τσιγγάνου σε μορφή βρικόλακα, που γυρίζει με αλυσίδες κατά τον Ιανουάριο
    και του οποίου η απόπνοια είναι θανατηφόρα85. Στους ίδιους τους Τούρκους σήμερα δεν επικρατεί πια η αντίληψη του
    karakondjolos ως «loup-garou», αλλά είναι ένα παιδικό φόβητρο, ένα φάντασμα ή και νάνος86. Δικαίως υπογραμμίζει
    η Dagmar Burkhart, στην περισπούδαστη μελέτη της για τους βρικόλακες και λυκανθρώπους στη Νοτιοανατολική Ευρώπη,
    την υβριδική μορφή του σχετικού δαίμονα: ο ίδιος εμφανίζεται με διάφορα ονόματα και ίδια χαρακτηριστικά, ή
    κάτω από το ίδιο όνομα συστεγάζονται διάφορα βλαπτικά δαιμονικά όντα87.
    Μολοντούτο, υπάρχουν και νεώτερες μελέτες που κάνουν σημαντικές προσθήκες. Ο βούλγαρος λαογράφος Chr. Vakarelski
    προσθέτει και karakóndžul, karakóndžar, karakónčo, ο οποίος μοιάζει με το «φάντασμα του σπιτιού» talasuŭm, και
    ετυμολογεί από το τουρκικό korkunç, κακό πνεύμα, όνομα που χρησιμοποιείται σήμερα στην Τουρκία για μουσικά συγκροτήματα
    και φαντάσματα των παιδικών και ηλεκτρονικών παιχνιδιών88. Όμως ο γλωσσικός αυτός τύπος δεν βρίσκεται
    πια στο συγκρίσιμο πλαίσιο μιας πιθανής ετυμολόγησης του καλικαντζάρου89. Το Δωδεκαήμερο γυρίζουν και
    οι buganci και οι navjaci στην περιοχή της Σιλιστρίας ονομάζεται και ζωόμορφη μεταμφίεση σε «άλογο» ως karakónčo90.
    Αυτό ανταποκρίνεται βέβαια και σε ελληνικά δεδoμένα, όπου σε μερικές περιπτώσεις οι μεταμφιεσμένοι του
    Δωδεκαημέρου φέρουν το όνομα των σχετικών δαιμόνων91. Στους Βλάχους της βόρειας Ελλάδας θεωρούν caracandzàli
    ένα είδος διαβόλου που γυρίζει κατά το Δωδεκαήμερο92 μάλιστα η μορφή του πέρασε ως caracandzal και στα βλάχικα
    παραμύθια93. Σε σύγχρονο βουλγαρικό λεξικό karakondžo (πληθ. karakontsi) αναφέρεται απλώς (όπως στα τουρκικά)
    ως στοιχειό, φάντασμα94. Λεπτομερέστερο είναι το A Dictionary of Albanian Religion, Mythology, and Folk Culture του
    R. Elsie για τον karkanxholl: «Figure of Albanian mythology. This werewolf-like being Alb, karkanxholl, def. karkanxholli,
    is envisaged as a little man who wears clothes made of iron, by means of which he can perform miracles. Also known as
    shënëndre, lit. “Saint Andrew”, this figure is alternatively seen as the corpse of a gypsy, which appears rattling its chains during
    the “twelve nights” of December and January and whose breath is lethal. A warrior’s coat of armour was known in albanian
    as a “karkanxholl shirt” Alb. këmishë karkanxholli.
    The term karkanxholl itself is related to Mod. Gk. καλλικάντσαρος and can be derived from Turk, karakoncolos
    “black bogey, black werewolf”. As such, one can assume that the karkanxholl is of oriental origin. In Kosova, this figure is
    known as a kallukanxhë. He bedazzles travellers so that they cannot find their way»95. Αυτή είναι η κωδικοποίηση ήδη παλαιότερων αντιλήψεων96, αλλά και νεώτερων μελετών97. Η
    ετυμολογική πρόταση ακολουθεί τη συνηθισμένη γραμμή. Ολόκληρο κατάλογο από νοτιοσλαβικά ονόματα των δαιμόνων
    αυτών δίνει ο Zaikovskyi98: kakarondža (Σερβία)99, kalakanzerite (Βουλγαρία, Στράντζα)100, kandzil, kandzuŭl,
    kandžo (στη Βουλγαρία, διάβολος)101, karakandzale (Βουλγαρία, και στο παραμύθι)102, karakandzor (Dramsko, Βουλγαρία)
    103, karakánzal (βορειοανατολ. Βουλγαρία, στους Γαγαούζηδες/Βλάχους, διάβολος)104, karakanžo, karakančoy.και
    karakon’ (Βουλγαρία)105, karakonža (Σερβία, Leskovac, Bačka)106, karakóndža, karakondžár ή karakóndžar (Βουλγαρία,
    πολύ ψηλός άνθρωπος)107, karakóndžer (Βουλγαρία) 108, karakondžo (Βουλγαρία, φτερωτό άλογο με ανθρώπινη
    κεφαλή)109, karakondžol, -la και -los (Σλαβομακεδονία, Μαυροβούνι, Σερβία, Βουλγαρία)110, karakóndžor, – u /και –
    ul’ (Βουλγαρία)111, karakonžul και -u l’ (Βουλγαρία, βρικόλακας)112, karakondžul (Σερβία, Σλαβομακεδονία, στρίγγλα,
    μαϊμού, λάμια)113, karakondžula (Σερβία, φοβερό θηλυκό φάντασμα)114, karakondžule ή kondžule (Šumadija, Σερβία)
    115, karakondžum και -ŭl (Βουλγαρία)116, karakónžur και -ŭl (Βουλγαρία)117, karakónčal, -ial, -ο, -ol (Βουλγαρία)118, karakondžolos (δαιμονικό ον, παιδικό φόβητρο, στους
    μουσουλμάνους του Visok)119, karakóniak, -ci (Βουλγαρία) 120, karandžoloz (Βοσνία/Ερζεγοβίνη, παιδικό φόβητρο)
    121 και karandžula (Σερβία)122 κτλ.123. Τέλος και ο Leopold Kretzenbacher, στην περιεκτική του μονογραφία για
    τους κυνοκέφαλους και λυκανθρώπους, ασχολείται με το θέμα124, συνδέοντας με κομψό και διπλωματικό τρόπο όλες τις
    ρίζες των πιθανών προελεύσεων της λέξης και του φαινομένου σε μια πανευρωπαϊκή σύγκριση: στην περίπτωση των λυκανθρώπων
    και καλικαντζάρων πρόκειται για συμφυρμό μυθολογικών αντιλήψεων πιθανώς αρχαίας προέλευσης, του
    υπαρξιακού φόβου ποιμένων και γεωργών για τα άγρια θηρία που αποδεκατίζουν τον χειμώνα το κοπάδι και αποτελούν σοβαρό
    κίνδυνο για τους ανθρώπους, και των αγρίων χειμερινών μεταμφιέσεων και αγερμών των αντρών125.
    Στην ευρεία μορφολογία των παραλλαγών του ονόματος καλικάντζαρος υπάρχουν και περιπτώσεις, όπου η προέλευση
    από το τουρκ. καρακόντζολος είναι φανερή: καρακό(ν)τζολος126, καρακόντζαλα127, καρακόντζια128, καρα-κοντζολόζ129, καρακόντσ’ιλο(ι)130, καρακόντσιλο131, καρακόντσσιλοι132, καρακότζαλους133, καρακότζολας134, καραντζόκολοι135, καρακατζόληδες136, καρακατζώλοι137 κτλ., αλλά και καρκατζόληδες138, καρκατζόλοι139 κτλ. που συνδέονται μέσω της μετατροπής του -ο- σε -α- με τη μεγάλη ομάδα των καρκαντζάλων140. Εδώ δεν φαίνεται να υπάρχει καμιά γεωγραφική ιδιαιτερότητα ή προτίμηση: οι γλωσσικοί τύποι που θα μπορούσαν να συνδεθούν με τον τουρκικό τύπο καρακόνδζολος συναντιούνται κυρίως στη Μακεδονία, Θεσσαλία,
    Στερεά Ελλάδα, αλλά και στην Ήπειρο, τη Μικρασία, την Πελοπόννησο, την Κρήτη και την Κύπρο, και σποραδικά και στα νησιά του Αιγαίου.
    Ως προς την ηλικία του τουρκικού τύπου πρέπει να σημειωθεί πως εμφανίζεται κυρίως σε παλαιότερα λεξικά (με την
    αραβική ακόμα γραφή)141, αλλά και σε νεώτερα142. Το θέμα «καρα» δεν σημαίνει μόνο μαύρο (συχνά σε γεωγραφικούς
    όρους, π.χ. Kara-dağ, Crna-gora, Μαυρο-βούνιο), αλλά έχει και τη σημασία του «δυνατού»143. Παλαιότερα λεξικά δίνουν
    ακόμα άλλες σημασιολογικές αποχρώσεις144. Η έννοια του «δυνατού» υπάρχει και στις μεταμφιέσεις των καρακοτζά-
    δων (παραμόρφωση του τουρκικού τύπου) στον δυτικό Πόντο, που τελούνται σε τουρκικά χωριά από Έλληνες κατά το Δωδεκαήμερο: εκεί ο «καράμπαμπας», ο νέος άντρας, «σκοτώνει»
    τον «άκμπαμπα» (γέρο ασπρομάλλη άντρα), και η νεαρή γυναίκα του Μαρούσκα τον ανασταίνει, φεύγει όμως με
    τον ακμαίο «καράμπαμπα»145. Σημειωτέον πως ο karakoncolos επιβιώνει και ως «monstre féminin» του Δωδεκαημέρου
    στο οθωμανικό θέατρο σκιών146, που είναι άλλη μια απόδειξη της άπιαστης ρευστότητας των χαρακτηριστικών του δαιμονικού
    όντος με το όνομα αυτό.
    Αν θέλουμε να διατυπώσουμε με κάθε επιφύλαξη κάποια συμπεράσματα από τη νέα αυτή προσέγγιση, πρέπει να διαπιστώσουμε
    αρχικά, πως οι όποιες πραγματολογικές συσχετίσεις με τη μορφολογία της ρευστής οντότητας καλικάντζαρος,
    της εμφάνισής του, των βασικών του χαρακτηριστικών, της δράσης του, και με τις απαιτούμενες ενέργειες και προφυλάξεις από αυτόν προσκρούει σε σχεδόν ανυπέρβλητα μεθοδολογικά
    προβλήματα: αυτά είναι από τη μια η πολύ μεγάλη μορφολογική ποικιλία με την οποία εμφανίζονται τα
    δαιμονικά όντα στις φανταστικές δοξασίες και προφορικές ιστορίες, και από την άλλη η χαλαρή σύνδεση του ονόματος
    με τον ίδιο τον δαίμονα (κάτω από το ίδιο όνομα μπορεί να συστεγάζονται διάφορα δαιμόνια, και το ίδιο δαιμόνιο μπορεί
    να αποκτά και ποικίλα άλλα ονόματα)147. Η ονοματολογική εξέταση του θέματος πρέπει να κρατήσει κάποιες ασφαλείς
    αποστάσεις από την πραγματολογική εξέταση του φαινομένου. Τώρα που διαθέτουμε ένα πολύ ευρύ φάσμα της μορφολογίας
    του ονόματος (η οποία εν τέλει είναι μικρότερη απ’ όσο φαίνεται, αν λάβουμε υπόψη τους διαφόρους τρόπους γραφής,
    ορθογραφίας και απόδοσης του προφορικού λόγου στον γραπτό) διαφαίνονται καλύτερα οι δυνατότητες της ετυμολόγησης, η οποία, επαναλαμβάνω, δεν χρειάζεται να είναι
    μία και μόνο: στην περίπτωση των ελληνικών ετυμολογιών του καλικαντζάρου υπάρχουν διάφορες προτάσεις, που όλες
    τους έχουν κάποιες αδυναμίες• ενδέχεται ακόμα (και αυτό αποτελεί νέα ερμηνευτική πρόταση), η κατάληξη -κάντζάρος, -καντζάρια κτλ. να μην σημαίνει τίποτε συγκεκριμένο,
    όπως στα ρουκαντσάρια. Οπωσδήποτε όμως πρέπει να υπολογισθεί και η επίδραση του τουρκικού καρακόντζόλος, α)
    γιατί υπάρχει πολύ μεγάλος αριθμός τέτοιων παραλλαγών, β) γιατί οι συλλαβές «καρά» είναι καλά εδραιωμένες στη νεοελληνική (Karagöz – Καραγκιόζης)148, όπως φανερώνουν
    τόσα και τόσα κύρια ονόματα, και γ ) γιατί τα σύμφωνα λ και ρ χαρακτηρίζονται από υψηλή τάση ανταλλαγής και
    υποκατάστασης (αδερφός, αδελφός). Θα μπορούσε να σχηματίσει κανείς μια υποθετική εξελικτική σειρά της μεταβολής
    ως εξής: καρακόντζολος, καρκόντζολος, ρ ->λ, καλκάντζαρος (και στην πρώτη συλλαβή και στην τελευταία αντίστροφα),
    και με ανάπτυξη ευφωνικό -ι- καλικάντζαρος. Αλλά σ’ αυτήν την κύρια τάση πρέπει να υπολογισθούν και δευτερεύοντα κέντρα έλξεως όπως το «καλίκι», ο «κάνθαρος/
    σκαθάρι» (φανερό στην προσθήκη του αρχικού σ-), ενδεχομένως και η «άντζα», και κυρίως το ευφημιστικό «καλός»
    στην αρχή (πιο λίγο το «κάλλιος» που θα δικαιολογούσε το διπλό -λλ-). Αυτή η διαδικασία θα έπρεπε να έχει λάβει χώρα
    από τα χρόνια της κατάκτησης των Βαλκανίων ήδη πριν από την Άλωση (τέλη 14ου/15ος αι.), ώς τις αρχές του 17ου αιώνα,
    όταν ο ελληνικός τύπος «καλλικάντζαρος» εμφανίζεται ήδη έτοιμος στον Αλλάτιο. Μια τέτοια πιθανότητα ενισχύεται από
    το γεγονός, πως οι αλβανικοί, σλαβομακεδονικοί, σέρβικοι και βουλγαρικοί τύποι προέρχονται σαφέστερα από τα τουρκικά,
    και πέρα από τα σύνορα της οθωμανικής αυτοκρατορίας η ονομασία αυτή δεν είχε διαδοθεί.
    Με την πρόταση αυτή δεν θεωρώ πως έχει λυθεί το ζήτημα, αλλά ίσως βοηθάει στο να επαναφέρει τη συζήτηση σε
    μια ευρύτερη συγκριτική βάση, που να μην αποκλείσει εκ των προτέρων τη δυνατότητα αλλόγλωσσων επιδράσεων».

    Η εργασία του Χρ. Δάλκου προσπαθεί να υπερκεράσει τις δυσκολίες του θέματος, ενώ ο Δύτης https://dytistonniptiron.wordpress.com/2012/12/17/obur/ παρουσιάζει άγνωστα στοιχεια που συμπληρώνουν τιε γνώσεις μας.

  79. sarant said

    77 Δεσπότης καλικάντζαρος 🙂

  80. sarant said

    78 Όμως και η όψιμη εμφάνιση του όρου στα ελληνικά είναι σημαντικό εμπόδιο για ελληνική αρχή της λέξης.

  81. 78 κ. Καραποτόσογλου, πολύ ενδιαφέρουσα παράθεση. Η κύρια πηγή του Δύτη 🙂 είναι κάτι πιο επιστημονικό, με βιβλιογραφία και με τα όλα του: https://www.academia.edu/5383402/Of_Ottoman_Ghosts_Vampires_and_Sorcerers_An_Old_Discussion_Disinterred (για τους καλλικάντζαρους ιδίως σ. 199-200, πάνω-κάτω αυτά που αντέγραψα εδώ στο #6 δηλαδή)

  82. spatholouro said

    ΠΟΥΧΝΕΡ
    Έχω μείνει χρόνια τώρα με την απορία:πότε προλαβαίνει αυτός ο άνθρωπος και γράφει του κόσμου τα πράματα;;

    «Έχει δημοσιεύσει περί τα 80 βιβλία, πάνω από 300 μελέτες και γύρω στις 1000 βιβλιοκρισίες και βιβλιοπαρουσιάσεις.»

    http://www.theatre.uoa.gr/didaktiko-dynamiko/omotimoi-ka8hghtes/balter-poyxner.html

  83. spiridione said

    Και κάτι σχετικό του Πούχνερ
    https://www.academia.edu/23599087/%CE%9F%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%B5%CF%84%CF%85%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B9%CF%82_%CE%B5%CE%B8%CE%B9%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%B1_%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%AC_%CE%B4%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D_%CE%B5%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%BF%CF%85

  84. # Παρ΄ημίν ανέκαθεν ελέγετο καρκάντζαλος και ποτέ καλικάντζαρος (όπερ εθεωρείτο παλελλαδίτικη εληνικούρα).

    # Μου φαίνεται ότι κάποιες πεποιθήσεις του κυρίου Δάλκου φτάνουν μέχρι τη δική του «ορθοδοξία»!

    # Εμπεριστατωμένη η επιχειρηματολογία του κυρίου Δάλκου, όμως η βεβαιότητά του για την άμεση (και αποκλειστική) συσχέτιση της λέξης «καρκάντζαλος» με τα ποντίκια είναι μια, λίγο-πολύ αυθαίρετη υπόθεση. Βέβαια, οι ποντικοί και τα άλλα …ζωντανά των οικιών απασχολούσαν πολύ τους αρχαίους ημών προγόνους. Παράδειγμα τα παρ΄ημίν (και αλλαχού) κάλαντα του Μαρτίου: Μαρτ’ς μας ήρθι, καλώς μας ήρθι, έξω ψύλλ(οι) κι ποντικοί, μέσα γεια κι Πασχαλιά, μι τα κόκκινα τ’ αυγά!

  85. Κ. Καραποτόσογλου said

    kara konḡiolos. Harpyia, anthropophagus. Arpia, spirit, licantropo.قره قونجلوس

    Meninski, Thesaurus Linguarum Orientalium, 1680, στ. 3682.

    Ευχαριστώ το Δύτη.

  86. Πέπε said

    @48 & 84:
    > > Τώρα θυμήθηκα κι ἕνα εἶδος καλάντων ποὺ ἔλεγαν τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας οἱ νέοι· νομίζω πὼς ἀλλοῦ τὰ λένε χελιδονίσματα. (Δ. Μαρτίνος, Κύθνος)
    > > Παράδειγμα τα παρ΄ημίν (και αλλαχού) κάλαντα του Μαρτίου: Μαρτ’ς μας ήρθι, καλώς μας ήρθι, έξω ψύλλ(οι) κι ποντικοί, μέσα γεια κι Πασχαλιά, μι τα κόκκινα τ’ αυγά! (Γ. Μπαρτζούδης, παρ’ ημίν = ???)

    Τα Χελιδονίσματα, αν και όχι τρελά διαδεδομένο έθιμο, είναι από τα πλέον προβεβλημένα στη λαογραφία, γιατί υπάρχουν χειροπιαστές αποδείξεις ότι προέρχεται από την αρχαιότητα και μάλιστα σώζεται κείμενο αρχαίου χελιδονίσματος που μοιάζει εντυπωσιακά μ’ ένα σύγχρονο (ήλθ’ ήλθε χελιδών, καλάς ώρας φέρουσα, καλούς ενιαυτούς / χελιδόνα έρχεται […] φέρνει μας την είδηση πως είναι καλοκαίρι).

    Για το παρ’ ημίν του Γ.Μπ.: όξω ψύλλοι και κοριοί το ξέρω από αλλού, αλλά ντάξει, το ίδιο είναι.
    Για το θερμιώτικο όμως εντυπωσιάζομαι ιδιαίτερα, γιατί δεν έχω ξανακούσει άλλη ημερομηνία γι’ αυτά τα κάλαντα εκτός από την 1η Μαρτίου, ενώ εδώ, με τον συσχετισμό (αν και δεν τον κατάλαβα) με την Κ. Δευτέρα, διαγράφεται ένα ολόκληρο πλήρες πλαίσιο διαφορετικής παραλλαγής του εθίμου.

    Από τα πιο γνωστά (μέσω δισκογραφίας) νεοελληνικά χελιδονίσματα είναι της Ρόδου. Άλλωστε θαρρώ ότι και το αρχαίο είναι ροδίτικο.

  87. Ριβαλντίνιο said

    Είπαμε για τη Σάμο που είχε 2 πολιτικές παρατάξεις , τους καλικάντζαρους και τους καρμανιόλους ;

  88. Ριβαλντίνιο said

    Στην Κακαβουλία :

    Αρωρείτες είμαστε,
    άρωρα γυρεύουμε,
    τηγανίτες θέλουμε,
    ή τον κούρο ή την κότα,
    ή θα σπάσουμε την πόρτα.

    Τώρα η ορθογραφία και τι σημαίνουν οι λέξεις παίζονται. Το γράφω όπως το φανταζόμουν και το άκουγα. Δεν ξέρω αν υπάρχουν λέξεις «αρωρείτες» και «άρωρα» ή παρόμοιες και πως γράφονται. Νόμιζα ότι έχουν σχέση με την γή, πως λέμε άχθος αρούρης και τέτοια .Οι «αρωρείτες» ήταν για μένα οι καλικάντζαροι που σχετίζονταν με την γή και τα «άρωρα» τα φαγώσιμα. 🙂 Αλλά δεν βρήκα τέτοιες λέξεις να υπάρχουν και σε 2 μανιατοσάιτ το βρίσκω αλλιώς γραμμένο :

    Αρορίτες είμαστε,
    αραρά γυρεύουμε
    τηγανίδες θέλομε
    τα παιδιά τα παίρνουμε
    ή το (γ)κούρο ή τη (γ)κότα
    ή θα σπάσαμε τη (μ)πόρτα.

    https://maniatika.wordpress.com/2015/01/05/οι-καλικάντζαροι-στην-παράδοση-της-μά/
    http://www.mani.org.gr/fonimanis/2000/12_2000hrist_ethima.htm

    Που πάλι όμως δεν ξέρω τι σημαίνουν «αρορίτες» – να έχει σχέση με τα όρη = βουνά – και τι σημαίνει «αραρά» .

  89. sarant said

    87 Και βέβαια καλικάντζαροι ονοματίστηκαν οι άρχοντες.

  90. Πέπε said

    @88:
    Έχει ένα δημοτικό τραγούδι της Τήλου, για μια αδήλως ερωτική συνάντηση νέου και νέας στο πηγάδι, που τελειώνει:

    Και πήραν τ’ άστρη το νερό, τα νέφη το πηγάδι,
    πήραν και το σταμνάκι μου οι νυχτοπαρωρίτες.

    Δεν ξέρω θετικά τι σημαίνει. Ετυμολογικά, θα μπορούσαν να είναι απλώς αυτοί που κυκλοφορούν πάρωρα (αργά) τη νύχτα, δηλαδή περαστικοί κλέφτες, αλλά είναι πολύ πεζό σε σχέση με τ’ άστρη και τα νέφη. Δεδομένου ότι τα πηγάδια είναι τόπος όπου μαζεύονται νεράιδες και ξωτικά, μου φαίνεται πιθανότερο οι νυχτοπαρωρίτες να είναι κάποιο τέτοιο ξωτικό.

    Δεν ξέρω αν βοηθώ καθόλου…

  91. 87-89 Επειδή λέει συναντιόντουσαν νυχτιάτικα.

  92. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Δεν ξέρω αν ειπώθηκε ότι υφίσταται το επώνυμο Καλικάντζαρος. Από Κάλυμνο και Δωδεκάνησα κυρίως.

    Σαν απόψε γίνεται το «κάψιμο του καλικάντζαρου» σε κάποια μέρη.Στα Τρίκαλα και στην Κατερίνη έτυχε να διαβάσω.

  93. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    88. >>Αρορίτες
    Αρούρια λένε τ΄ανήψια μου τα ποντίκια (αυτά εμένα μου φαίνονται νεοκρητικά,αλλά πάντως έτσι τα λένε,από χρόνια)

    90.παρορίτες δεν είναι οι βρυκόλακες;

  94. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @Πέπε(#86).Τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας οἱ νέοι πήγαιναν στὰ σπίτια τῶν κοριτσιῶν μὲ τὰ ὁποῖα εἶχαν γιορτάσει μαζί τὰ Κούλουμα γιὰ νὰ μαζέψουν αὐγά. Αὐτὴ εἶναι ἡ μοναδικὴ σύνδεση τοῦ ἐθίμου μὲ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα. Τὸ (θρησκευτικῶς) παράδοξο εἶναι ἡ βρώση τῶν αὐγῶν τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ, ἂν δὲν κάνω λάθος, θεωρεῖται μεγάλη νηστεία.

  95. Πέπε said

    @88, 90:
    Παρορίτης (με όμικρον) ένα καλικαντζαροειδές ξωτικό στον Βελούδιο (σελ. 46, λινκ #49).

  96. Πέπε said

    *Βελλούδιο*

  97. Πέπε said

    @93:
    Το αρούρι πρέπει να είναι φανταρίστικη αργκό. Ποντίκια είναι τα ψάρια, οι νέοι. Υπερθετικός αρουραίος, υπερθετικότατος αρούρι. Κατ’ επέκταση, όποιος απολυθεί μπορεί να το λέει και για πραγματικά ποντίκια.

  98. BLOG_OTI_NANAI said

    Στα 1688 πάντως έχει περάσει στο λεξικό του Du Cange :

  99. ΚΩΣΤΑΣ said

    77α Δεν αναφέρει χρονολογία και δεν το κατάλαβα.

    Το να υπήρχε κάποιο παγανιστικό έθιμο, συνδεμένο με τον εορτασμό του χειμερινού ηλιοστασίου, καθόλου παράξενο. Το να ήρθε κατόπιν η χριστιανική θρησκεία και να το οικειοποιήθηκε και να το προσάρμοσε ανάλογα, παπάς με την αγιαστούρα, ούτε αυτό είναι παράξενο. Τέλος το να δίνεται μια περίεργη μορφή στα έμβια όντα που προκαλούσαν ζημιές, ούτε αυτό είναι περίεργο.

    Το ζητούμενο είναι πώς προέκυψε η λέξη καλικάντζαρος. Αν η πρώτη εμφάνιση της λέξης ανάγεται γύρω στα 1600 μ. Χ. δεν βλέπω να συνδέεται η λέξη με την αρχαιότητα, το γεγονός ίσως ναι. Και η προσέγγιση του κ. Καραποτόσογλου φαίνεται ενδιαφέρουσα. Μήπως ο καλικάντζαρος ευπρεπίστηκε λεξιλογικά, όπως λέει και ο κ. Μπαρτζούδης;

    Και παρ’ ημίν: καρκάντζαλος (καλικάντζαρος), μπουρμπότσιαλος (είδος σκαθαριού), μπαρμπαδάκια (στολίδια δέντρου), μπουρμπουνάρια (σκαθάρια).

  100. Αρχιμήδης Αναγνώστου said

    Πολὺ ἐνδιαφέρον καὶ ἀπολαυστικὸ κείμενο

  101. Ριβαλντίνιο said

    @ 90 Πέπε

    Και στο «Ρίνγκ» εκείνη η μαλλιάγρα βγήκε μέσα από το πηγάδι. Και σε μια ιταλική σπλατεριά που είδα το κακό βγήκε μέσα από ένα πηγάδι.

    @ 92 ΕΦΗ – ΕΦΗ

    Εσείς στην Κρήτη τους βρυκόλακες τους λέτε καταχανάδες.

  102. Emphyrio said

    #41: Γι’αυτο και στον Σουσαμοδρομο, ο μανιακος με το μετρημα Κομηταριθμοκομης ειναι λιγουλακι βρυκολαξ: https://en.wikipedia.org/wiki/Count_von_Count

    #82: Γιατι δηλαδη, ο Νικοκυρης ποτε τα προλαβαινει και τα κανει ολα αυτα που κανει; Εκτος αν δεν κοιμαται τις νυχτες (για να πω κατι σχετικο με το κλιμα)

  103. ΚΩΣΤΑΣ said

    Ίσως είναι ενδιαφέρον και αυτό:

    http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin_ftr.asp?c=124&pageid=13233&id=-1&s=0&STEMTYPE=0&STEM_WORD_PHONETIC_IDS=ASSASJASTASRASSASJASVAScASOASJASZASXASR&CropPDF=0

  104. mitsos said

    @ 103
    Και βέβαια είναι πολύ ενδιαφέρον …
    κι ας μην μπορεί να δώσει μια πιθανή ερμηνεία ή μια λογική αφήγηση για την ιστορία της λέξης … Δίνει πολλά άλλα σχετικά με το θέμα των καλικατζαρέων

  105. Γιάννης Ιατρού said

    101β Ρίβα

    Οι καταχανάδες δεν είναι ό,τι κι ό,τι βρυκόλακες, ξεχωρίζουν, έχουν μεγάλα προσόντα 🙂
    Κάπου είχε πάρει το μάτι μου κι έχω κρατήσει μιά σχετική σημείωση, δηλ. πως ο Robert Pashley (στα ‘Ταξίδια στην Κρήτη’) γράφει αναφερόμενος στους καταχανάδες:
    … Όταν επισκέπτεται μια σύζυγο, απουσία του ανδρός, αυτή συνήθως επιβιώνει μετά τη συνάντηση.,,, 🙂

    Και συνεχίζοντας αναφέρει την ακόλουθη ιστορία/παράδοση (για τα μέσα του 19ου αι.!):
    Ένας καταχανάς εγύρισε εις την Ανώπολιν, και επλάκωνε τζη ανθρώπους, και εγάστρωσε και μίαν γυναίκα. Ο άνδρας τζη είχε λείπει και επήγεν ένας καταχανάς, και αυτή θάρρωντας όπως είναι ο άνδρας τζη …. και, το πουρνό, δεν ημπόρει· και ήλθε ο άνδρας τζη, και λέγει τζη, «τι έχεις;» και η γυναίκα λέγει, «πολλήν ώραν με επλάκωσες το βράδυ και δεν εμπορώ»· και ο άνδρας λέγει, «εγώ δεν ήλθα». και πάλιν η γυναίκα είπε, «εδά ωσά δεν ήλθες εσύ, ήτονι ο καταχανάς»……

  106. Γς said

    εμαθαν οτι πλακωνόμαστε και πλάκωσε κι ο καταχανάς

  107. Πέπε said

    106:
    Το αντίθετο: μάθαν ότι δεν πλακωνόμαστε, και ήρθε ο καταχανάς να καλύψει το κενό.

  108. Alexis said

    Ο γνωστός «Νίντζα» του ελληνικού ποδοσφαίρου Γιάννης Καλιτζάκης λεγόταν ενίοτε και «Καλικάτζαρος»
    Εκ του Καλιτζάκης>Καλιτζάκαρος και με αναγραμματισμό Καλικάτζαρος.

  109. Γιάννης Ιατρού said

    105: Ρίβα,
    το βρήκα από που το είχα 🙂 , τόμος ΙΙ, σελ. 221 του έργου:

  110. Γς said

    Κι έχω την άλλην την πελήν που μου γράφει από το τάμπλετ της να πάω μέσα για ύπνο.

    -Ιντα που κάμνεις τζιαμέ;

    -Διαβάζω για καλικάντζαρους.

    Και μου λέει ότι οι καλικάντζαροι αυτή την εποχή φωνάζουν από πάνω στη στέγη:

    «Τιτσί, τιτσί λουκάνικο
    κομμάτι ξεροτύανο
    να φαμε τζε να φύουμε»

    Κι είναι κι ένα ΑΑ λουκάνικο στο ψυγείο. Και δεν το βλέπω καλά…

  111. Στα κρητικά έθιμα πλακώνουν μόνο οι καταχανάδες ή και οι δροσουλίτες ;
    καταχανάς από την καταχνιά όπως δροσουλίτης από την δροσούλα ;;

  112. Πάντως όλη αυτή η ιστορία για το διδακτορικό του Χ.Δ. μου θύμισε τον τρόπο που επιλέγονται οι σχολικοί σύμβουλοι στην μ.Ε. φωτεινή εξαίρεση μία αγγελική (κυριολεκτικά και ονοματολογικά) μαθηματικός, απορώ ακόμα πως τους ξέφυγε !!

  113. Γιάννης Ιατρού said

    111: Όχι μόνο ρε Γιώργο. Αλλά επειδή γι αυτά μιλάγαμε και είδα αυτό που έγραψε ο Ρίβα και το θυμήθηκα. Τα ετυμολογικά δεν τα έχω ερευνήσει και δεν ξέρω τώρα κάτι, θα δω αν μπορέσω να βγάλω άκρη, δεν είμαι και της σχετικής ειδικότητας, τελείως ερασιτεχνικά… (π.χ. ΠΑΟΚ ==> ΠΑΟ+Κ* ?????) 🙂 🙂

  114. Γιάννης Ιατρού said

    110: Τι πάνω στη στέγη ρε Γς, αφού μέσα στο σπίτι τον έχει 🙂

  115. ΚΩΣΤΑΣ said

    Για όποιον έχει χρόνο και όρεξη, ας δει και αυτά:

    http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin_ftr.asp?c=108&pageid=-1&id=66191&s=0&STEMTYPE=0&STEM_WORD_PHONETIC_IDS=ASSASJASTASRASSASJASVAScASOASJASZASXASR&CropPDF=0

    http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin_ftr.asp?c=108&pageid=-1&id=71834&s=0&STEMTYPE=0&STEM_WORD_PHONETIC_IDS=ASSASJASTASRASSASJASVAScASOASJASZASXASR&CropPDF=0

  116. Γιάννης Ιατρού said

    Πληροφοριακά: υπάρχει σχετικά με το σημερινό θέμα κι αυτό το άρθρο του καθ. Ευάγγελου Αυδίκου (από το Παν. Θεσσαλίας)
    Differentiating Worldview.Kalikantzaroi (Goblin)Stories, Cyclical Time and Orthodox Christian Doctrine
    που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Western Folklore, τεύχος 74.2 (2015), σελ. 185-211.

    Ο ευρών αμειφθήσεται 🙂

  117. Γς said

    114:

    Εμ, γι αυτό τίμησα δεόντως το λουκάνικο του ψυγείου

  118. # 113

    Να ξανακοιτάξεις τα μαθηματικά σου ! π.χ. ΠΑΟ = ΠΑΟΚ – Κ βεβαίως !! Η λεπτομέρεια κάνει την διαφορά, όχι το άθροισμα !!

  119. BLOG_OTI_NANAI said

    116: Βρέθηκε: https://tinyurl.com/y8u9t7pr

    Μισό λεπτό να στείλω το IBAN μου 🙂

  120. Chris said

    Λαογραφικά μιλώντας, είχα ακούσει κάποτε ότι καλικάντζαροι γινόταν τα παιδιά που γεννιούνται 25/12. Έχει ακούσει κανείς το αντίστοιχο;

  121. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα και Χρόνια Πολλά για την ημέρα
    119: Ευχαριστώ πολύ!

  122. Βάταλος said

    Εντιμώτατοι κύριοι,

    διακόπτω την σιωπήν μου από το εξακουστόν και παγωμένον Ιλλινόϊ (τοπική ώρα 5.30 μ.μ.) διά νά σάς παρουσιάσω εν ακόμη επίτευγμα του Επιτελείου μας: Και μόνον διά την αποψινήν προσφοράν μου, ο κ. Σαραντάκος θα ώφειλε (αν δεν εφοβήτο την κατακραυγήν των χριστιανομπολσεβίκων αναγνωστών του που με μισούν θανασίμως) να με ανακηρύξη Μέγαν Ευεργέτην του παρόντος Ιστολογίου και να το γράψη επάνω δεξιά, ώστε να το βλέπη κάθε νεοεισερχόμενος, και ας λυσσάξη όσον θέλει ο κακόψυχος Ιατρού και οι Μεταλληνισταί

    1) Ως γνωρίζητε, το θέμα που κυριαρχεί σήμερον – παραμονή Θεοφανίων – εδώ εις τας ΗΠΑ είναι η κυκλοφορία του βιβλίου «Fire and Fury, Inside the Trump White House» του Michael Wolff. Ομιλούμε δι’ αληθή πανζουρλισμόν: Εντός 10 ωρών, το σύγγραμμα έχει ήδη πωλήσει 3 εκατομμύρια αντίτυπα (βιβλιοπωλεία + Amazon) και όλα δείχνουν ότι θα γίνη το ευπώλητον της Δεκαετίας.

    Οι δαιμόνιοι καλικάντζαροι του Επιτελείου μας το ανεύρον (να μή τολμήση ο Ιατρού να αντιγράψη το προσφερόμενον αντίτυπον διά να το προσφέρη τάχα αυτός, διότι το έχομε παγιδέψει και θα ξεφτιλισθή ισοβίως…) και σάς το προσφέρομεν εντελώς δωρεάν διά να ξεστραβωθήτε.

    2) Συμφώνως με τους ειδικούς του Επιτελείου μας που το ανέγνωσαν, το βιβλίον δεν είναι τόσον πικάντικον όσον θέλουν να το παρουσιάσουν τα αμερικάνικα ΜΜΕ. Θα συνοψίσω την κεντρικήν του ιδέαν, προκειμένου να κατανοήσετε τί συμβαίνει εν τω Λευκώ Οίκω επί ημερών Ντόναλδ, ώστε να μή μού πρήζετε τους όρχεις με υπονοούμενα διά τον πρώην γαμβρόν μου, το αποπεμφθέν μέλος της Κοινότητός μας Ράινς Πρίμπους που διετέλεσεν ένα φεγγάρι Προσωπάρχης και άλλα τινά…

    Πρόκειται διά την φράσιν του 95χρονου Μάγου της Γεωπολιτικής Henry Kissinger, ο οποίος εν τη σελίδι 175 (της εκδόσεως epub) του βιβλίου συνοψίζει τί συμβαίνει από τον περασμένον Φλεβάρην εις τον Λευκόν Οίκον

    Τοιουτοτρόπως εξηγείται η απόλυσις του Reince Priebus (εκ των βασικών πληροφοριοδοτών του συγγραφέως Michael Wolff) και η πρόσφατος απομάκρυνσις του ελληνοψύχου Στήβεν Μπάννον, αλλά δεν λέγω περισσότερα διά να μή εισπράξω νέαν πορτοκαλιάν κάρταν υπό του κ. Σαραντάκου

    3) Μία από τας πρωταγωνιστρίας του βιβλίου είναι η 29χρονη Ελπίδα Χωριάτα (Hope Hicks), υπεύθυνη επί του Τύπου εν τω Λευκώ Οίκω και εκ των συμβούλων του Ντόναλδ με την μεγαλυτέραν επιρροήν, λόγω βινείν και λεσβιάζειν (= πεολείχειν εις τα ρωμέικα…) Το μέλος της Κοινότητός μας «Αγαθίας ο Σχολαστικός» (που εισέπραξεν άδικον ερυθράν κάρταν και εστερήθητε των αποκαλύψεών του) με παρεκάλεσε να σάς υπενθυμίσω ότι από την 21ην Δεκέμβρη 2016 έχει αποκαλύψει εις αυτό το Ιστολόγιον όλα όσα «αποκαλύπτει» σήμερον με το βιβλίον του ο Wolff και προκαλεί πανζουρλισμόν εις τας ΗΠΑ: Ότι ο Ντόναλδ βινεί την Hope Hicks, την οποίαν του συνέστησεν η Ιβάνκα διά να λυσσάξη η Μελάνια, ότι οι πανίσχυροι Εβραίοι θα κάμουν το πάν διά να εξωπετάξουν τους ελληνοψύχους από τον Λευκόν Οίκον (το κατώρθωσαν ήδη με την απόλυσιν του Πρίμπους και του Μπάννον) κλπ.

    Διά να τελειώνω με το θέμα, σάς πληροφορώ ότι αυτήν την στιγμήν ο μόνος ελληνόψυχος εις τον Λευκόν Οίκον είναι η ιδία η Hicks, ήτις διαθέτει Ελληνίδα μητέρα (όπως ακριβώς ο Πρίμπους), πράγμα που έχει αποκαλύψει εδώ και 13 μήνας ο Αγαθίας εις το παρόν Ιστολόγιον, εν τω σχολίω εις ό παρέπεμψα προηγουμένως

    Μετά τιμής
    Γέρων Βάταλος
    αιμύλος + σπουδαιόμυθος

    ΥΓ: Αν μού επιτρέψουν αι εργασίαι μου, ίσως επανέλθω εν τω μέσω της νυκτός προκειμένου να σχολιάσω την παρούσαν ανάρτησιν του κ. Χρίστου Δάλκου περί καλικαντζάρων, διά να γελάση και το παρδαλόν κατσίκι. Μέχρι τότε, συγχαίρω ειλικρινώς την αναγνώστριαν κ. Ματούλαν (σχόλια 51 + 57) που με κόσμιον τρόπον απεκάλυψε την «εγκυρότητα» του εν λόγω παρετυμολόγου. Αγαπητή κυρία Ματούλα, σάς κάμω επισήμως πρότασιν να ενταχθήτε εις το Επιτελείον μας (επί πληρωμή, εννοείται…) διά να αναρτάτε παρόμοια σχόλια ενθάδε, ώστε να υπάγη «ο κάθε κατεργάρης στον μπάγκο του». Αναρτήσατε το email σας και θα επικοινωνήσωμε μαζί σας

  123. sarant said

    120 Ισχύει η δοξασία. Τα παιδιά που γεννιούνται Χριστούγεννα θεωρητικά έχουν συλληφθεί 9 μήνες πριν, 25 Μαρτίου, που είναι του Ευαγγελισμού και θεωρειται αμαρτία η σεξουαλική σχέση.

    Η λέξη για τα παιδιά που συλλαμβάνονται σε μέρα γιορτής, που θεωρείται αμάρτημα, είναι «γιορτόπιασμα».

  124. spatholouro said

    Κι εδώ βλέπω σε εξευτελιστική τιμή το βιβλίο της Moser-Karagiannis (που περιλαμβάνει εκτενή περί καλλικαντζάρων μελέτη):
    https://www.politeianet.gr/books/9789603853268-moser-karagiannis-emmanuelle-dodoni-litterature-orale-de-la-grece-moderne-243938

  125. Χρίστος Δάλκος said

    Λυπᾶμαι πού ἀπουσίαζα ἐπί μεγάλο διάστημα καί δέν μπόρεσα νά εὐχαριστήσω τόν κ. Καραποτόσογλου γιά τήν τόσο σημαντική συμβολή του στήν συζήτηση. Καί σέ ἄλλες περιπτώσεις, σέ ἀνύποπτο χρόνο ἔχω ἐκφράσει τήν ἐκτίμησή μου στό πρόσωπό του. Τό ἴδιο ἰσχύει φυσικά καί γιά τόν Βάλτερ Πούχνερ, τοῦ ὁποίου δέν μπορῶ νά συναγωνιστῶ τίς γνώσεις ὡς πρός τό θέμα. Ἐκεῖ πού ἴσως κάπως τά κουτσοκαταφέρνω εἶναι στήν γνώση τῆς ἑλληνικῆς γλωσσικῆς ἐνδοχώρας, ὅπου ἐμφανίζεται τό φαινόμενο ὄχι μόνο τῆς μορφολογικῆς πολυμορφίας ἀλλά καί τῆς
    τεράστιας φωνητικῆς ποικιλίας. Εἶναι γνωστό ὅτι παρόμοια φωνολογική / φωνητική ποικιλία παρουσιάζει ἡ λεγόμενη «προελληνική», ὅπως ἐπίσης ὅτι καί ἡ νεοελληνική συμπίπτει σέ πολλά μέ τήν «προελληνική», μάλιστα στίς ἴδιες, πολλές φορές, λέξεις.Μιά τέτοια εὐρεῖα φωνητική ποικιλία παρουσιάζει καί ἡ λέξη «καλικάντζαρος» κι ἐδῶ δέν θά συμφωνήσω μέ τήν ἄποψη γιά «πολύ ευρύ φάσμα της μορφολογίας του ονόματος (η οποία εν τέλει είναι μικρότερη απ’ όσο φαίνεται, αν λάβουμε υπόψη τους διαφόρους τρόπους γραφής, ορθογραφίας και απόδοσης του προφορικού λόγου στον γραπτό)». Δέν θά συμφωνήσω ἐπίσης μέ τήν ἄποψη ὅτι «ενδέχεται ακόμα (και αυτό αποτελεί νέα ερμηνευτική πρόταση), η κατάληξη -κάντζάρος, -καντζάρια κτλ. να μην σημαίνει τίποτε συγκεκριμένο, όπως στα ρουκαντσάρια». Πολύ περισσότερο ἀφοῦ, στοιχιζόμενος μέ τήν ἄποψη τοῦ Μπουντώνα καί τοῦ Πολίτη, θεωρῶ ὅτι οἱ πάμπολλοι τύποι τῆς λέξης «ρουγκατσάρια» εἶναι ἐναλλακτικοί τύποι τῆς λέξης «καλ(ι)κατζάρια», ὁπότε τό εὐρύ φάσμα τῆς μορφολογικῆς καί (κυρίως) φωνητικῆς ποικιλίας διευρύνεται ἀκόμα περισσότερο.
    Ἐγώ συμφωνῶ ἐπίσης μέ τόν Πολίτη στήν ἀμφισβήτηση αὐτοῦ πού ὁ Ποῦχνερ καί ἄλλοι ὑποστηρίζουν, γιά τήν τουρκική προέλευση τοῦ ὀνόματος:«Δὲν ἐτυμολογεῖται δ᾿ ἡ λέξις ἐκ τῆς τουρκικῆς, οὐδ᾿ ὑπάρχει ἐν τῇ γλώσσῃ ταύτῃ ἄλλη τις συγγενὴς λέξις, διότι τὸ καρακόντζολος εἶναι λέξις εἰλημμένη ἐκ τῆς ἑλληνικῆς, ἐκ τοῦ τύπου καρκάντζολος· τούτου δ᾿ ἔχουσι ἀκριβῆ συνείδησιν καὶ οἱ Τοῦρκοι, πιστεύοντες ὅτι τὸ διὰ τοῦ ὀνόματος τούτου δηλούμενον πονηρὸν πνεῦμα ἐπιφαίνεται κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν τοῦ δωδεκαημέρου. Ἐν τῷ Ῥοὺζ ναμὲ ἤτοι τῷ παντοτεινῷ καλανδαρίῳ, ἡ ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ ἐκείνου πνεύματος σημειοῦται ἐν ἡμέραις μηνῶν τοῦ χριστιανικοῦ καὶ ὄχι τοῦ ὀθωμανικοῦ ἡμερολογίου. Ἐν αὐτῷ εἰς τὴν 25 Δεκεμβρίου προσγράφονται αἱ λέξεις Εββελὶ Κόντζολος, ἤτοι πονηρὸς Κόντζολος, εἰς δὲ τὴν 6 Ἰανουαρίου ακχιρί Κόντζολος ἤτοι τελευταία τοῦ Κόντζολου, καὶ προστίθεται ὅτι εἶναι ἡ ἡμέρα, καθ᾿ ἣν οἱ κιουφφὰρ (ἤτοι οἱ ἄπιστοι) βυθίζουν τὸν σταυρόν των εἰς τὸ νερόν. Ὁ ἐκδότης τοῦ ἡμερολογίου τούτου σημειώνει ὅτι τὴν δοξασίαν περὶ τοῦ Καρακόντζολος παρέλαβον οἱ Τοῦρκοι παρὰ τῶν Ἑλλήνων.» (Ν. Πολίτου, Παραδόσεις, τ. Β΄, σ. 1248-1249).
    Ἔκανα μιά πρόταση γιά τήν ἐτυμολόγηση τοῦ ὀνόματος ἐκ τῆς ρίζας τοῦ «καρκαντζαλώνω», καί τήν ἐμπλούτισα μέ τούς συσχετισμούς πρός τά καρπατσαλώνω, κραπατσαλώνου, καρτσαπαλώνω, γραπατσαλώνω, gραbαdζαλώνουμι, γραπατσαλιάζομαι, σκαρφαντζαλώνω, σκαρτσαφαλώνω (= ἀναρριχῶμαι, σκαρφαλώνω) καί σκαρβαλώνω, σκαρβελώνω, σκαβαλώνου, σκαρφαουώνου, ἀgαρφαλώνω, γραbαλώνω, ἀγραbαλώνω, σκαρφαλιάζω κ.λπ., πρβλ. καί τά συγγενῆ καρπατσώνω (= ἀναρριχῶμαι), γραπατσώνω (= ἀναρριχῶμαι), gραπατσώνου, gραbατσώνου, γραπατσώνομαι, γραπαdζώνουμι, gραπατσώνουμι, gραbατσώνουμι, gριbατσώνουμι (= συλλαμβάνω / σχίζω διά τῶν ὀνύχων || ἀναρριχῶμαι) γραπαλιάζω (= γραπώνω, γρατσουνίζω), γραbαλεύω (= σκαρφαλώνω), κ.λπ. Διατύπωσα ἐπίσης μιά ὑπόθεση γιά τήν προέλευση τοῦ σκ(α)λαπούνταρος ἐκ τοῦ *σκαλακούνταρος, ἀφοῦ μοῦ φαίνεται ὅτι σ’ αὐτήν τήν περίπτωση, ὅπως καί σέ ἄλλες παρεμφερεῖς, ἔχει γίνει κατάχρηση τῆς μέσῳ συμφυρμοῦ ἑρμηνείας. Τέλος, στό ἴδιο πνεῦμα, καταγράφω τό σχετικό, κατά τήν ἄποψή μου, ἐτυμολογικά καρπαθιακό ρῆμα σκαλαπατρίντζω (= θορυβῶ μετακινῶντας κάποια ἀντικείμενα: Ὅλην τήν νύχταν ἐσκαλαπάντριντζεν ὁ πεντικός), πρβλ. σκαλαπάτρισμα (= θόρυβος τρωκτικοῦ || ἐλαφρός θόρυβος ἀπό μετακίνηση ἀντικειμένων: Τίποτε σκαλαπάτρισμα ἀκούω, κανένας πεντικός ᾿εννά ᾿ναι). Δίπλα στό σκαλαπατρίζω ὑπάρχει καί τό ταυτόσημο σκαλαμαθρεύω, στό ὁποῖο ἐγώ μέν θά ἐντόπιζα τό λείψανο μιᾶς «προελληνικῆς» ἐναλλαγῆς π/μ, ἐνῷ ἄλλοι, πιθανόν, θά ἐπιστράτευαν τήν βολική λύση τοῦ συμφυρμοῦ (μέ πρῶτο συμφυρόμενο σκέλος τό «σκάλλω»).
    Πάντως, στήν περίπτωση αὐτή, τό «προθετικό» σ δέν μπορεῖ νά θεωρηθῇ ὑστερογενές. Ὁ νοῦς (τοὐλάχιστον ὁ δικός μου) πηγαίνει στήν «προελληνική» θεωρούμενη λέξη ἀσπάλαξ, σπάλαξ, ἀσφάλαξ, σφάλαξ πού παρουσιάζει καί τύπο «σκάλοψ» (ἀντιμετάθεση). Ξέρω πώς οἱ ἀρνητές τῶν σχέσεων «νεο»ελληνικῆς καί «προ»ελληνικῆς θά καγχάσουν μέ τά εὑρήματά μου. Δέν πειράζει. «Πάντως ἐγώ τά δίνω».

    112 «Πάντως όλη αυτή η ιστορία για το διδακτορικό του Χ.Δ. μου θύμισε τον τρόπο που επιλέγονται οι σχολικοί σύμβουλοι στην μ.Ε.» Ποιά ὅλη αὐτή ἡ ἱστορία κύριε; Δέν σᾶς ἐπιτρέπω νά θίγετε τήν ὑπόληψή μου καί νά πάρετε τόν λόγο σας πίσω. Ἐπί πλέον σᾶς πληροφορῶ ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξα σχολικός σύμβουλος παρ’ ὅλο πού θά τό μποροῦσα.

  126. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Περί Καταχανά, το θυμάμαι και δεν το θυμάμαι ως φανταξά (νεκροζώντανη). Καταχανά έλεγε ο παππούς μου το λαίμαργο ζώο αλλά και τον άνθρωπο που τα θέλει όλα (και τα καταχωνιάζει) ,τον ταμαχιάρη δηλαδή. Μάλλον προς στα δυτικά είχανε πιο πολύ τις ιστορίες περί καταχανά-εραστή. Θα ψάξω στου Αγγελή «Στη Μαδάρα» (κάπου υπάρχει σε ηλε-ανάρτηση) ,κάτι αναφέρει, για τους Δροσουλίτες-σίγουρα. Αυτοί βγαίνουν τέλη του Μάη στο Φραγκοκάστελο και πέριξ

  127. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    126 «Στον ίσκιο της Μαδάρας»
    Οι Καρκατσώλοι σε.46
    http://www.rizitiko.gr/egrafa/madara.pdf

  128. dryhammer said

    109. Στο απόσπασμα που παρατίθεται, γράφει (κάτω από το πλαισιωμένο) πως τον καταχανά, τονε ξεχώσανε, τονε ξορκίσανε και τονε στείλανε στη Σαντορίνη. Και στη Χίο (προπολεμικά), όσους στην εκταφή τους εβρίσκανε άλιωτους, με νύχια, μαλλιά κλπ (συνήθως αποτέλεσμα κάποιας αγωγής – με ασβέστιο;) τους διαβάζανε και τους στέλνανε στη Σαντορίνη όπου το ηφαιστειακό έδαφος πλούσιο σε θειάφι τους έλιωνε στα σίγουρα.

  129. Γιάννης Ιατρού said

    127: Καλημέρα και χρόνια πολλά ‘ΕΦΗ’ 🙂
    το πιντιέφι που δίνεις έχει λανθασμένη OCR, Εδώ το πιντιεφι με ελληνική OCR (αλλά καταχ* ή δροσου* δεν βρίσκω… 🙂 )

  130. Ριβαλντίνιο said

    @ 105, 106 Γιάννης Ιατρού

    Οι βαμπιρέλες , οι καταχανάδισσες δηλαδή, πήγαιναν αντιστοίχως με άντρες ; 🙂

  131. Κ. Καραποτόσογλου said

    Ο Εμμ. Κριαράς, Επιτομή, τ. 1, σ. 552, αναφέρει:«καταχανάς ο. Βρικόλακας: αυτός … εγίνετο καταχανάς και απέκει κ ά γ η ν όλος Γεωργηλ., Θαν. 267- (υβριστ.): τον Τούρκον τον καταχανάν Ψευδο-Γεωργηλ., Αλ. Κων/π. 684».

    «Ο Ίνκουμπους (λατ. incubus, πληθυντικός incubi), συνήθως γνωστός μαζί με την θηλυκή του έκφανση, σούκουμπους, είναι αρσενικός δαίμονας που επισκέπτεται τις γυναίκες ενόσω κοιμούνται και προχωρεί σε σεξουαλική επαφή μαζί τους.[1]
    Σύμφωνα με το σύγγραμμα Malleus Maleficarum του 1486, ο ίνκουμπους χρησιμοποιεί το σπέρμα των ανδρών που απομύζησαν οι σούκουμπους από τους άνδρες που σαγήνευσαν, για να αφήσει εγκύους τις γυναίκες που αποπλανεί αυτός.[2] Έτσι εξηγούνταν οι γεννήσεις παιδιών – δαιμόνων, καθώς υπήρχε η αντίληψη ότι οι δαίμονες δεν μπορούσαν να αναπαραχθούν. Ο μάγος Μέρλιν, κατά το θρύλο, ήταν παιδί ενός ίνκουμπους και μιας πριγκήπισσας». https://el.wikipedia.org/wiki/Ίνκουμπους
    Ἐπιάλτην Ὅμηρος καὶ Ἡσίοδος καὶ οἱ Ἀττικοὶ τὸν δαίμονα•διὰ δὲ τοῦ φ τὸν ἄνδρα Ἐφιάλτην. Θησαυρός

    «Η σούκουμπους (λατ. succubus, πληθυντικός succubi), συνήθως γνωστή μαζί με την αρσενική της έκφανση, ίνκουμπους, είναι θηλυκός δαίμονας που επισκέπτεται τους άντρες ενόσω κοιμούνται και προχωρεί σε σεξουαλική επαφή μαζί τους[1].
    Συχνά παρουσιάζεται ως γοητευτική παρουσία, κυρίως σε πιο σύγχρονες απεικονίσεις, ωστόσο παλιότερα, και επειδή υφίσταται σε παραδόσεις διαφορετικών λαών, θεωρούνταν άσχημη και προκαλούσε φόβο με το δαιμονικό παρουσιαστικό της[2], καθώς απεικονιζόταν με ουρά και φτερά, παρόμοια με της νυχτερίδας». https://el.wikipedia.org/wiki/Σούκουμπους

  132. BLOG_OTI_NANAI said

    125: «όλη αυτή η ιστορία για το διδακτορικό του Χ.Δ. μου θύμισε»

    Πράγματι, καλά έκανε και το επισήμανε ο Χρίστος Δάλκος. Γράφει το άχρηστο τρολ ο Βάταλος μ@κ@κίες με το ψευδώνυμο «Ματούλα», και πάει ο άλλος και παίρνει τις ηλιθιότητες του καραγκιόζη (που πριν μερικούς μήνες θυμίζω έβριζε τον Κ. Καραποτόσογλου) και προσβάλει πρόσωπα χωρίς λόγο;! Πας καλά άνθρωπε μου;

  133. Γιάννης Ιατρού said

    131: Ευχαριστούμε πολύ

    130: Ρίβα,
    μετά τις πληροφορίες του κου Καραποτόσογλου ανωτέρω, αν έχεις κι άλλες απορίες, να μας το πεις 🙂

  134. Ριβαλντίνιο said

    @ 131 Κ. Καραποτόσογλου

    !!!

    @ 133 β) Γιάννης Ιατρού

    Μπρρρρρ ! Από εδώ και πέρα πρέπει να κοιμόμαστε με τσίγκινα εσώρουχα με κλειδαριές . 🙂

  135. Μεγαλωσα στα σφακια και με τις ιστοριες της Ζαμπιας -αμπλα του πατερα μου-με τους καταχαναδες. Σεμια μαλιστα ανεφερεται οτι τους εξορισαν »στης Σαντορινης τα βουνα». Για δροσουλιτες ακουσα οταν μεγαλοσα. Καποιος σφακιαμος δημιουργησε μια ιστορια την οποια την ανεπτυξαν εκτος Σφακιων. Εγω σαν εισαγωμενη στα Σφακια την εχω.ΛΕΩΝΙΔΑΣ

  136. sarant said

    135 Και πάλι στης Σαντορίνης τα βουνά, ευχαριστούμε!

  137. Χρίστος Δάλκος said

    112 (Gpointofview) Πάντως όλη αυτή η ιστορία για το διδακτορικό του Χ.Δ. μου θύμισε τον τρόπο που επιλέγονται οι σχολικοί σύμβουλοι στην μ.Ε.
    125 (Χρίστος Δάλκος) Ποιά ὅλη αὐτή ἡ ἱστορία κύριε; Δέν σᾶς ἐπιτρέπω νά θίγετε τήν ὑπόληψή μου καί νά πάρετε τόν λόγο σας πίσω. Ἐπί πλέον σᾶς πληροφορῶ ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξα σχολικός σύμβουλος παρ’ ὅλο πού θά τό μποροῦσα.

    Δέν ἄκουσα κάποια συγγνώμη ἀπό τόν ἐν λόγῳ κύριο, ὁ ὁποῖος συμπεριφέρεται ὅπως συμπεριφέρθηκε στό παρελθόν ὁ ἀνεκδιήγητος Τραμπ(οῦκος) ὁ ὁποῖος ἀπό τό ἀπυρόβλητο τοῦ ψευδωνύμου οὔτε λίγο οὔτε πολύ μέ κατηγόρησε γιά διαπλεκόμενο πασοκᾶ. Κι ὅταν τοῦ δήλωσα ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξα πασοκᾶς καί τόν κάλεσα νά ζητήσῃ συγγνώμη δέν τό ἔπραξε, γι’ αὐτό κι ἐγώ ἔκτοτε δέν τοῦ ἀπηύθυνα τόν λόγο σέ β΄ πρόσωπο. Βλέπω ὅμως τώρα ὅτι μέ παρουσιάζει ἐκ νέου ὡς «σημιτικό» αὐτή τήν φορά, κι ἔρχεται καί ὁ ἄλλος νά μιλήσῃ γιά «όλη αυτή» τήν «ιστορία για το διδακτορικό του Χ.Δ» ὑπαινισσόμενος ἀορίστως κάποια συναλλαγή γιά νά γίνω σχολικός σύμβουλος (πού δέν ἔγινα). Ἀπ’ τήν στιγμή πού κι αὐτός ὁ δεύτερος δέν ζητάει συγγνώμη, καί θεωρεῖ ἀναφαίρετο δικαίωμά του νά ἐξαπολύῃ συκοφαντίες κατά τό γνωστό φασιστικό «συκοφαντεῖτε, συκοφαντεῖτε, κάτι θά μείνῃ», δηλώνω ὅτι δέν ἔχω καμμιά ὄρεξη νά ἀσχολοῦμαι μέ τραμπ(ούκους) συκοφάντες καί νά προσπαθῶ νά ἀποδείξω πώς δέν εἶμαι ἐλέφαντας. Χάρηκα πολύ γιά τήν γνωριμία μέ ἀξιόλογους ἀνθρώπους, εὔχομαι στόν Γιάννη Ἰατροῦ χρόνια πολλά γιά τήν ὀνομαστική του ἑορτή, στόν Νίκο Σαραντάκο κάθε καλό, καί σᾶς χαιρετῶ. Χρίστος Δάλκος

  138. sarant said

    137 Χρήστο, να πάρεις πάντως υπόψη σου ότι ο σχολιαστής του 112 δεν έχει σχολιάσει ξανά, και απ’ όσο ξέρω δεν είναι σε υπολογιστή. Δηλαδή προς το παρόν δεν είχε την ευκαιρία να ζητήσει συγγνώμη και δεν την αποποιήθηκε. Αν δεις να σχολιάσει αλλού, τότε μόνο μπορεις να βγάλεις συμπέρασμα.

  139. Ματούλα said

    Προς τον αγενέστατο Συνωμοσιολόγο του σχ. 132: Προσπερνώ τις αθλιότητες που γράφετε για το πρόσωπό μου χωρίς να με γνωρίζετε και σάς καλώ να μάς απαντήσετε ευθέως, με όλη την επιστημονική εμβρίθεια που σάς διακρίνει:

    1. Συμφωνείτε με τη Δάλκεια Θεωρία ότι ο καραγκιόζης ετυμολογείται από τον καλικάντζαρο; Δεν πρόκειται για αστείο: Χάρη σ’ αυτή τη Θεωρία (που εντυπωσίασε τους 3 επιβλέποντες καθηγητές.. [Ανδρεάδης Γιάγκος, Σαρρής Νεοκλής, Προμπονάς Ιωάννης]) το Πάντειο ένέκρινε τη διδαχτορική διατριβή του κ. Δάλκου, ο οποίος τα υποστήριζε αυτά τα παλαβά σε ηλικία 55 ετών (είναι γεννημένος το 1947), άρα δεν έχει κανένα νεανικό ελαφρυντικό.

    2. Γιατί δεν ρωτάτε τον κ. Δάλκο, πόσα πράγματα έχει σήμερα αναθεωρήσει από αυτά που έγραφε το 2002 στη Διδαχτορική του Διατριβή περί καλικαντζάρων και καραγκιόζη; Κι αφού τα αναθεώρησε, δεν πρέπει να του πάρουν πίσω και τη Διατριβή, μαζί με τα επιδόματα που έλαβε από το Δημόσιο επί 10 τουλάχιστον χρόνια ως… διδάχτορας του Παντείου, ελέω καλικαντζάρων;

    3. Ο κ. Σαραντάκος που (δικαίως) ενοχλείται αν κάποιος αστοιχείωτος (βλέπε περίπτωση Σεφερλή στα σημερινά μεζεδάκια) υποστηρίξει κάτι αβάσιμο, με ποιά λογική ενέκρινε την ανάρτηση του κ. Δάλκου για τους καλικαντζάρους στο Ιστολόγιό του, όταν ο άνθρωπος είναι πασίγνωστος για τις παρετυμολογίες του; Στο σχ. 68, ο κ. Σαραντάκος ισχυρίζεται ότι δεν είχε διαβάσει τη Δάλκεια Διδαχτορική Διατριβή πρίν αναρτήσει το Δάλκειο άρθρο. Τώρα που τη διάβασε (ή που πληροφορήθηκε τα όσα τρελά υποστηρίζει) γιατί δεν βγαίνει ευθαρσώς να τον κράξει, όπως κράζει σήμερα τον Σεφερλή; Ο οποίος Σεφερλής, μπροστά στον αιθεροβάμονα παρετυμολόγο Δάλκο, είναι τέρας εγκυρότητος

    4. Εσείς κ. Συνωμοσιολόγε του σχ. 132, πώς εξηγείτε ότι σε όλη του τη Διατριβή των 290 σελίδων, ο Δάλκος δεν αναφέρει το στοιχειώδες: Πότε πρωτοεμφανίζεται η λέξη «καλικάντζαρος» στην Ελληνική Γλώσσα; Προφανώς, δεν το ήξερε στα 55 του χρόνια, ενώ το έμαθε σήμερα στα 71 του, γι’ αυτό και το αναφέρει στο παρόν άρθρο (Λέων ο Αλλάτιος)!.. Οι τρείς καθηγητές του Παντείου, με ποιά λογική του ενέκριναν την Διατριβή, όταν δεν ήξερε ούτε αυτό το θεμελιώδες; Ή μήπως τόξερε και δεν το ανέφερε, για να μή βγεί κάποιος και του πεί πως η λέξη καραγκιόζης στα τούρκικα είναι αρχαιότερη του Λέοντος Αλλατίου;

  140. Ματούλα said

    Κι επειδή φάνηκε ότι ο κ. Δάλκος δεν αντέχει την κριτική, έφτασε μάλιστα στο σημείο να ζητάει Δηλώσεις Μετανοίας απο τους σχολιαστές για να παραμείνει στο Ιστολόγιο (σχ. 137) προσθέτω και το εξής:
    Ελάχιστοι κατέβασαν την Διδαχτορική Διατριβή του κ. Δάλκου, κι ακόμη λιγότεροι την φυλλομέτρησαν, ιδού – λοιπόν – ορισμένα από τα επιχειρήματα που τον κατέστησαν περήφανο Διδάχτορα του Παντείου επί εκσυγχρονιστή Σημίτη, που δέναμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα

  141. Ματούλα said


  142. ΣΠ said

    Τελικά οι καλικάντζαροι είναι ακόμα εδώ.

  143. Γιάννης Ιατρού said

    142: ΣΠ
    Θα έκανε δεκτή την προσφορά θέσης στο επιτελείο, έναντι αμοιβής …. 🙂 Πληρωμένες απαντήσεις!

    137: ευχαριστώ πολύ για τις ευχές 🙂 κε. Δάλκο.

    Όσο για τον σχολιαστή του 112 μπορώ κι εγώ να επιβεβαιώσω τα λεγόμενα του Νίκου (#138).

    Ο Gpointofview δεν είναι κάποιος άγνωστος σχολιαστής, αντιθέτως, τον γνωρίζουμε καλά. Από την εξήγησή του σε σημερινή προσωπική συνάντηση που είχαμε, όπου τον ρώτησα για το σχόλιο, κατάλαβα πως δεν είχε πρόθεση να σας θίξει προσωπικά, όσο κι αν η διατύπωση στο 112 είναι δυνατόν αν εκληφθεί διαφορετικά. Οπότε ας αναμένουμε επ΄ αυτού, καθότι βρίσκεται προς το παρόν μακρυά από υπολογιστή..

  144. sarant said

    142 Ακόμα εδώ είναι -και ειναι σαφές ότι στη διατριβή του Δάλκου δεν ενοχλούν τα ετυμολογικά (με τα οποία κι εγώ γενικώς διαφωνώ) αλλά άλλα πράγματα, τα κιτρινισμένα.

    Από την άλλη, ο φίλος μας ο Τζι πιστεύω πως οφείλει μια εξήγηση για όσα έγραψε -χωρίς να γνωρίζει τον Χ.Δ. αλλά επειδή έχει άχτι για κάποιους σχολικούς συμβούλους.

  145. BLOG_OTI_NANAI said

    141: Βάταλε, ο εγκέφαλος σου έχει κόψει κάθε επικοινωνία; Υπάρχουν κάποια κριτήρια για την εκπόνηση μιας διατριβής, και μέσα σε αυτά δεν είναι η διατύπωση της… απόλυτης αλήθειας! Εδώ υπάρχουν έργα επιστημονικά καθηγητών δυνατών, που πάνε στα αζήτητα αμέσως μόλις εκπονηθούν μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς διότι δεν γίνονται αποδεκτά τα πορίσματα τους. Και για τις για διδακτορικές διατριβές ακόμα και βιβλιοκρισίες μπορεί να υπάρξουν όπου εκφράζονται οι συμφωνίες ή οι διαφωνίες με την προσέγγιση.
    Αυτός που εκπονεί μια διδακτ. διατριβή αν κινείται με σεβασμό προς την επιστημονική μέθοδο μπορεί να υποστηρίζει και απόψεις εντελώς διαφορετικές από τις επικρατούσες ή και διαφορετικές από των καθηγητών που εποπτεύουν. Αλλιώς τι νόημα θα είχε αν την ενέκριναν μόνο αν συμφωνούσε μαζί τους;
    Άντε ξύπνα που κοιμάσαι όρθιος…

  146. Κολοτσέντες! (Έτσι λέμε τους καλικάντζαρους στην Αίγινα). https://aeginafirst.wordpress.com/2011/12/29/sti-mageia-ton-imeron/

  147. Δεν θεωρώ πως έχω προσβάλει κανέναν για να ζητήσω συγγνώμη πολύ περισσότερο κάποιον που δεν γνωρίζω αλλά απλώς σχολιάζω από αυτά που γράφτηκαν εδώ, εξ άλλου στα ελληνικά το ρήμα θυμίζει διαφέρει από το ταυτίζεται. Μάλλον δεν ειναι γνωστό το κυριότερο προσόν των περισσοτέρων σχολικών συμβούλων -ειδικότερα στην τεχνική εκπαίδευση όπου υπηρέτησα- αυτό μάλλον δεν το έλαβα υπ’όψιν μου. Λοιπόν στο χρονικό διάστημα που υπηρέτησα γνώρισα τεχνικούς -εγώ είμαι μαθηματικός- που οργάνωσαν εργαστήρια, βρήκανε τρόπους διδασκαλίας κατανοητούς για τα παιδιά, μόχθησαν πραγματικά και άλλους -ας πούμε μηχανικούς αυτοκινήτων που ποτέ δεν λέρωσαν τα δάχτυλά τους με τα γράσσα αλλά δίδασκαν από έδρα και έγραφαν μελέτες οι οποίες πρακτικά δεν πρόσφεραν τίποτε στο βασικό αντικείμενο, την εκπαίδευση των μαθητών. Οπως θα μαντέψατε οι δεύτεροι ήσαν αυτοί που έπαιρναν το χρίσμα των συμβούλων , το «δεν θίγω τα κακώς κείμενα» ήταν το βασικότερο προσόν τους.
    Στο δικό μου φτωχό μυαλό το αν η λέξη καλλικάντζαρος προέρχεται από το καραγκιόζης (ή το ανάποδο-το ξέχασα ήδη) δεν βελτιώνει ούτε τις γνώσεις ούτε την ζωή των ανθρώπων αλλά η γιαγιά μου έλεγε πως ο κόσμος είναι μεγάλος και χωράει όλα τα είδη των ανθρώπων και δεν μπέρδευε τις διαπιστώσεις της με την κριτική όπως συχνά συμβαίνει.

    Ευχαριστώ τον (κακόψυχον εννοείται, χαχαχ) κον Ιωάννην-χρόνια πολλά- Ιατρού που με ενημέρωσε περί του ζητήματος γιατί δεν είχα πάρει χαμπάρι και δεν ψάχνω τα παλιότερα άρθρα. Υπάρχει ζωή και έξω από το ιστολόγιο, ειδικά τώρα που (άρχισε να) παίζει μπαλάρα ο ΠΑΟΚ, βέβαια περίμενε το β’ ημίχρονο για να το αποδείξει, στο πρώτο ήξερε πως δεν το παρακολουθούσα και δεν ήταν συγκεντρωμένος…

    Χρόνια πολλά και στους άλλους εορτάζοντες την σήμερον ημέρα

  148. Βάταλος said

    Εντιμώτατοι κύριοι (ώρα Ιλλινόϊ 8.20 μ.μ. της 6ης Γενάρη, ώρα Ρωμέικου 4.20 π.μ. της Κυριακής 7η Γενάρη 2018)

    1) Εκφράζω την απογοήτευσίν μου διά τον ανήκουστον ωχαδερφισμόν των Ρωμιών: Επί 14 ώρας, από τας 9.28 π.μ που εξ-επαγίδευσε το 122 σχόλιόν μου ο κ. Σαραντάκος μέχρι τας 11.30 μ.μ. του Σαββάτου (πάντοτε ώρα Ρωμέικου), μόνον 20 Σαραντάκειοι αναγνώσται είχον καταβιβάσει το βιβλίον του M. Wolff που προσεφέραμε και διά το οποίον ομιλεί όλος ο Πλανήτης!..

    Αυτός είναι σήμερον ο Ρωμιός: Ό,τι και να του προσφέρης, δεν αισθάνεται την παραμικράν ευγνωμοσύνην (δεν ήκουσα ούτε εν ευχαριστώ από κάποιον αναγνώστην!..), αλλά το χειρότερον είναι πως αδυνατεί να εκτιμήση το μέγεθος της προσφοράς. Από τας11.30 μ.μ. μέχρι τώρα (εις 5 ώρας) που εδημοσιοποίησα την διεύθυνσιν δωρεάν διαθέσεως του βιβλίου εις άλλον ιστότοπον (τοπικού βεληνεκούς), άνω των 15.000 Αμερικανών έσπευσαν να το καταβιβάσουν!.. ΙΔΟΥ διατί δεν έχει την παραμικράν ελπίδα ανακάμψεως το σημερινόν Ρωμέικον… Πταίει η νοοτροπία με την οποίαν έχει εκπαιδευθή ο Ρωμιός

    2) Συγχαίρω τον στοιχηματάκιαν αναγνώστην Gpoint (σχόλιον 147) που ηρνήθη να κάμη δημοσίαν Δήλωσιν Μετανοίας, όπως απήτησεν ο αποχωρήσας παρετυμολόγος κ. Χρίστος Δάλκος (σχόλιον 137)

    Ακόμη περισσότερον συγχαίρω την ερίτιμον κ. Ματούλαν (σχόλια 139 έως 141), που με τα καταιγιστικά της επιχειρήματα υπεχρέωσε τον κ. Δάλκον να αποχωρήση από το Ιστολόγιον, μή αντέχων την «καζούραν» των υπολοίπων αναγνωστών. Επαναλαμβάνω ότι μία θέσις την αναμένει εις το Επιτελείον μας, αν αναρτήση την διεύθυνσιν του email της.

    3) Όσον διά τον αρχηγόν των Μεταλληνιστών κ. Blog-oti-nanai (σχόλιον 145) που νομίζει ότι η Ματούλα είμαι εγώ, «μωραίνει Κύριος…»: ΤΟΝ ΕΡΩΤΩ: Με αυτή την συγχωρητική λογική (του ότι μπορεί και να μήν ισχύη τίποτε από όσα λέμε), ο πάτρονάς σου ο παπα-Μεταλληνός ενέκρινε διδακτορικάς διατριβάς αγραμμάτων θεολόγων στην Θεολογική Σχολή του ΕΚΠΑ επί τόσα χρόνια;

    Μετά τιμής
    Γέρων Βάταλος
    αιμύλος και σπουδαιόμυθος

  149. BLOG_OTI_NANAI said

    147: «δεν βελτιώνει ούτε τις γνώσεις ούτε την ζωή των ανθρώπων»
    Δεν φτάνει που κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις, κοροϊδεύεις και από πάνω, λέγοντας «το ρήμα θυμίζει διαφέρει από το ταυτίζεται»! Δηλ. άμα πει κάποιος, «αυτά που κάνεις που θυμίζουν έναν καραγκιόζη» (που είναι και το θέμα μας) και απευθύνεται σε σένα, δεν θα προσβληθείς επειδή «το ρήμα θυμίζει διαφέρει από το ταυτίζεται»;!!

    Και εκτός αυτού, εσύ που έρχεσαι τόσα χρόνια εδώ και δεν σε έχω δει να προσφέρεις τίποτα στο ιστολόγιο εκτός από σχόλια για το ποδόσφαιρο, υποτιμάς και τον ιδιοκτήτη του ιστολογίου που επισκέπτεσαι(!) που έχει αφιερώσει χρόνια από τη ζωή του για κάτι που «δεν προσφέρει καμία βελτίωση στη γνώση των ανθρώπων» όπως η ετυμολογία κι ας λένε οι πάντες εδώ το αντίθετο;!

    Και πέρα από αυτό, δεν καταλαβαίνεις ότι υπάρχουν άνθρωποι που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους σε κάτι όπως είναι η ενασχόληση με τη γλώσσα, η οποία έχει τεράστια προσφορά στον ανθρώπινο πολιτισμό;!

    Αλλά ξέχασα, όταν ασχολείται κάποιος με τα «υψηλά νοήματα» όπως αυτά που εκφράζει το ποδόσφαιρο, με το δίκιο του να μιλάει…

  150. spatholouro said

    Μωρέ μπράβο…

    Το νέο έτος μάς βρίσκει με ματουλοβάταλους να αλωνίζουν αήθως στο ιστολόγιο και με προδήλως προσβλητικές διατυπώσεις όπως του Gpoint, ο οποίος φαίνεται να μην είναι σε θέση ούτε να τις αναγνωρίσει ως τέτοιες…

  151. sarant said

    Καλημερα από εδώ.

    Ο Τζι είναι φίλος αλλά είμαι υποχρεωμένος να επισημάνω ότι το σχόλιο 112 πέρα από επιπόλαιο είναι προσβλητικό.
    Δεν νομίζω ότι στο σχόλιο 147 έγινε η απαιτούμενη επανόρθωση. Σαν ιστολόγος είμαι σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση όταν φίλος προσβάλλει φίλο, αλλά πρέπει να πω πως θεωρώ την προσβολή και υπαρκτή και άδικη.

  152. Νίκο ξέρεις πως μιλάω και γράφω όπως σκέφτομαι και πως βλέπω τα πράγματα από την δική μου οπτική γωνία που κάποιες φορές διαφέρει από των άλλων. Είναι γεγονός πως εμφανίζονται καθηγητές πανεπιστημίων που διαφημίζουν ή υποστηρίζουν απίθανα πράγματα. Τον κ. Χ.Δ. δεν τον γνωρίζω, την διατριβή του δεν την διάβασα, ούτε είμαι σε θέση να την αξιολογήσω και φυσικά τον ίδιον ΔΕΝ τον έκρινα αλλά έκρινα την διαδικασία απόκτησης διδακτορικών, όπου μπερδεύονται χλωρά και ξερά, αυτό έγραψα και δεν φταίω εγώ για τους συνειρμούς άλλων. Δηλώνω ξεκάθαρα πως δε είχα πρόθεση να θίξω τον κ. Χ.Δ. και φυσικά δεν ξεκίνησα εγώ την κουβέντα για το θέμα, είπα απλά τι μου έφερε στον νου.
    Το κακό έχει την ρίζα του -όπως και τόσα άλλα- στην χούντα που για να αντιμετωπίσει το φοιτητικό κίνημα αύξησε άκριτα τον αριθμό των φοιτητών και ο συνωστισμός προκάλεσε το φαινόμενο του εύκολου πτυχίου. Φυσικά τα κόμματα της μεταπολίτευσης συνέχισαν την ίδια τακτική ιδρύοντας πανεπιστήμια (;) από την Αμφισσα μέχρι τις Οινούσες και φυσικά μηδενίστηκε η αξία του…επιτυχίου. Το μεγάλο πλήθος των πτυχιούχων δημιούργησε την ανάγκη των διδακτορικών (μέχρι το 75 το Μαθηματικό δεν είχε μεταπτυχιακό) τα οποία κι αυτά πολλαπλασιάστηκαν με ταχύτατους ρυθμούς. Το μεγάλο πλήθος υποψηφίων επιβάλλει κριτήρια να τα πω με μια λέξη φεστιβαλικά για να μη μακρυγορώ, έχουμε το παράδειγμα των διαγωνισμών ΑΣΕΠ για τους απειράριθμους πτυχιούχους.
    Οσον αφορά την γλωσσολογία, όπως κάθε επιστήμη έχει τομείς που προσφέρουν γνώση και τομείς που ενδιαφέρουν τους ερανιστές λέξεων. Γιατί ο ανηψιός μου μικρός έλεγε την θάλασσα λάσαλα αλλά δεν νομίζω πως ενδιαφέρει ετυμολογικά η προέλευση της λέξης ενός νηπίου, μπορεί να κάνω και λάθος.

    Κατανοώ την αιτία του σχολιασμού των BLOG_OTI_NANAI και Spatholouro καθώς και την δύσκολη θέση που έφερα άθελά μου τον Νικοκύρη που είναι το μόνο που με στενοχωρεί

  153. Γιάννης Ιατρού said

    148 (β/γ)

    Αντικειμενικά, τα κιτρινισμένα μέρη στο σχ. 141 αποτελούν ενδιαφέρουσες γλωσσολογικού/λαογραφικού χαρακτήρα διαπιστώσεις του Χ.Δ. στο πλαίσιο της διατριβής του.

    Η παντελής έλλειψη ουσιαστικών γνώσεων και κριτικής ικανότητας του ακατονόμαστου αναδεικνύεται (και σ΄ αυτό το άρθρο) σε όλο της το μεγαλείο, ως συνήθως, με την ενασχόλησή του με βωμολοχίες κλπ., προφασιζόμενος γλωσσικά και παρεμφερή μ΄ αυτό θέματα από την γλώσσα/αντίληψη των ΑΗΠ μας.

    Είναι χαρακτηριστικά τα υποδεικνυόμενα (κιτρινισμένα) μέρη της εργασίας του Χ.Δ. στο σχ. 141α και μερικώς στο 141β. Είναι λέξεις/έννοιες που αναφέρονται στον έρωτα, στο σεξ και στους φαλλούς! Προφανώς σκανδαλίζουν/πυροδοτούν (με την έννοια του trigger) το μένος της «σχολιάστριας» Ματούλας, aka ακατονόμαστου, όπως το συναντούμε και στα προηγούμενα του #141 σχόλια. Άλλωστε η επιλογή του καθ΄ ού διαφόρων χρηστωνύμων καθ΄ όλη την διάρκεια των εδώ στο μπλογκ εμφανίσεών του δείχνει πολλά (π.χ. μερικά χαρακτηριστικά εξ αυτών: «Πωλίνα Γεμιστού», «Γιολάντα Μ.», «Ανδρέας Μαρικάς», «Βάταλος», «Σίφνιος άρραβών», «Αγαθίας ο Σχολαστικός», «Παύλος Γλουτής», «Σόνια Πανάκη»).

    Οι όποιες προσωπικές επιλογές και προτιμήσεις του καθενός, οι οποίες εν προκειμένω μας έχουν γίνει από τον ίδιο ποικιλοτρόπως γνωστές, πολλάκις κι από καιρό κλπ., ούτε μας αφορούν γενικά ούτε μας ενδιαφέρουν. Όταν όμως αυτές αποτελούν έναυσμα και γίνονται αφορμή για φτηνά επιχειρήματα και φληναφήματα εν είδει σχολίων εδώ στο μπλογκ, τότε αντί για σχόλια, έστω ιδιαίτερα ατυχή κλπ., έχουμε πλέον φτηνές προσωπικές, ad hominem επιθέσεις στον σχολιαζόμενο. Κάτι που οφείλουμε να μην ανεχτούμε.

    151: Νίκο, το ίδιο αισθάνομαι κι εγώ παρ’ όλο που σε προσωπική συζήτηση χθες αποκόμισα την εντύπωση που αναφέρω στο σχ. 143β.

  154. Γιάννης Ιατρού said

    Α, ελευθερώθηκε τώρα το σχόλιο (#153), το οποίο γράφτηκε πριν ο Τζι γράψει το #152 🙂

  155. BLOG_OTI_NANAI said

    153: Γιάννη, Χρόνια σου πολλά, εύχομαι πάντα υγιής και κεφάτος!
    Αυτή η ανασκόπιση των ψευδωνύμων του μπάρμπα, είναι όλα τα λεφτά!

  156. ένα τραγούδι σ’ ένα βίδδεο όπου αναφέρεται και η ιστορία του…

  157. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Με λύπη μου βλέπω πως η επιλεκτική ενόχληση για σχόλια σχολιαστών καλά κρατεί.
    Βγαίνει η ΓΝΩΣΤΗ Ματούλα στο 51 και κατηγορεί ευθέως τον κύριο Δάλκο πως η διατριβή του είναι διάτρητη, παρουσιάζοντας και τα ανάλογα στοιχεία (αληθινά η ψεύτικα δεν μπορώ να κρίνω) και πως το διδακτορικό του ήταν προϊόν κομματικής συνδιαλλαγής αν όχι κάτι άλλο κι ο κύριος Δάλκος όχι μόνο δεν θίχτηκε η υπόληψή του από τις (αβάσιμες;) κατηγορίες αλλά απάντησε στο 56 στην κατήγορό του χωρίς να ιδρώσει το αυτί του αλλά και κανενός άλλου σχολιαστή.

    Στο επόμενο 57 επανέρχεται η Ματούλα φτύνοντας κατάμουτρα τον κύριο Δάλκο αλλά αυτός απτόητος ανοίγει ομπρέλα στο 58 για να προστατέψει την υπόληψή του από την ψιχάλα που άρχισε να πέφτει στο ιστολόγιο και συνέχισε περί άλλων χωρίς να ιδρώσει το αυτί του αλλά και κανενός άλλου σχολιαστή, ενώ ο Νικοκύρης στο 68 κάνει μιά χλιαρή σύσταση πως τα κουτσομπολιά και οι υπαινιγμοί (έτσι ονομάζονται οι κατά πρόσωπο κατηγορίες με στοιχεία;) δεν είναι ανεκτά.
    Στα 71-74-76 ο κύριος Δάλκος συνεχίζει ανεπηρέαστος από την προηγηθείσα ψιχάλα.

    Στο 112 ο Gee λέει πως «όλη αυτή η ιστορία για το διδακτορικό του Χ.Δ μου θυμίσε τον τρόπο που επιλέγονται οι σχολικοί σύμβουλοι» (ένα θέμα που είχε θίξει και πιο παλια) κι ενώ κανείς σχολιαστής δεν ασχολήθηκε μ’ αυτό το σχόλιο ούτε καν ο (επιλεκτικά πάντα) εύθικτος BLOG, Ω ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ο κύριος Δάλκος στο 125 θυμήθηκε πως έχει υπόληψη και μάλιστα πως αυτή μπορεί να θιχτεί και καλεί τον Gee να πάρει τον λόγο του πίσω ενώ είναι ολοφάνερο πως δεν επιτέθηκε εναντίον του κι ούτε φαίνεται στο σχόλιο τέτοια πρόθεση ενώ ο (επιλεκτικά) εύθικτος BLOG και μόνο αυτός στο 132 θυμήθηκε να κατηγορήσει τον Gee υπερασπιζόμνος κι αυτός την υπόληψη του κυρίου Δάλκου ενώ για το φτύσιμο της Ματούλας στο πρόσωπό του στο 139 άνοιξε την γνωστή ομπρέλα για την ψιχάλα κάτι που έκανε και ο κύριος Δάλκος μια και δεν ενοχλήθηκε καθόλου από τις κατά πρόσωπο κατηγορίες με στοιχεία της Ματούλας στα συνεχόμενα σχόλια 139-140-141 ενώ προηγουμένως στο 137 είχε απαιτήσει από τον Ger συγγνώμη που (τάχα)του έθιξε την υπόληψη, άλλωστε ΓΙΑ ΜΙΑ ΥΠΟΛΗΨΗ ΖΟΥΜΕ Σ’ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΕΝΩΝΙΑ.

    Στο 149 έρχεται ο (επιλεκτικά) εύθικτος BLOG δίκην δικηγόρου υπερασπίσεως του κυρίου ΧΔ να κατακεραυνώσει τον Gee και στο τέλος να τον λοιδορίσει για την ενασχόλησή του με τα ποδοσφαιρικά μιλώντας για «υψηλά νοήματα» προφανώς θεωρεί πως αυτά βρίσκονται μόνο στις θρησκευτικές παραφροσύνες που κατά καιρούς αραδιάζει, αλλά για το φτύσιμο του Βάταλου
    στο 148 άνοιξε ξανά την γνωστή ομπρέλα για την ψιχάλα.

    Επειδή γράφω διακεκομμένα από τις 10 και δεν ξέρω αν έχει απαντήσει ο Gee, θέλω να διευκρινίσω πως το έκανα επειδή θεωρώ άδικη την αντιμετώπισή του και γνωρίζω αλλά και είναι προφανέστατο πως δεν είχε πρόθεση αλλά ούτε προκύπτει κάτι τέτοιο από το σχόλιο, να θίξει τον κύριο Δάλκο, και δεν βλέπω κανένα λόγο να του ζητήσει συγγνώμη κάτι που θα έπρεπε να κάνει ο επιλεκτικά εύθικτος BLOG στον Gee.
    Καλημέρα

  158. Πόσο δύσκολο είναι, ρε παιδιά, ένα «σόρι, είπα χοντράδα»;

  159. Γιάννης Ιατρού said

    157: Λάμπρο,
    μην παραβλέπεις πως αλλιώς είναι να δέχεσαι σχόλια από τους διάφορους Βατάλους και τα τρολ (τα οποία είναι άνευ σημασίας, αν καν τα διαβάζεις κλπ. κλπ.) κι αλλιώς από ένα άλλο σχολιαστή, τον οποίο κατατάσσεις σε άλλη κατηγορία.
    Νομίζω πως το θέμα διευκρινίστηκε με το σχ. 152 και στην σχετική δήλωση προθέσεων κλπ. του Γιώργου, γιαυτό και σταματάω εδώ.

  160. Γιάννης Ιατρού said

    155: Ευχαριστώ πολύ 🙂

  161. BLOG_OTI_NANAI said

    157: Λάμπρο, άντε ψήσε κανα σπλινάτερο να φας, μπας κι έχεις απασχολημένα τα χέρια σου και γλυτώσουμε από τις αμπελοφιλοσοφίες που γράφεις και μας έχεις πρήξει…

  162. Γς said

    σπλινάντερο και μου θύμισες τα Splines τα μαθηματικά.

    σπληνάντερο!

  163. BLOG_OTI_NANAI said

    162: Σωστό, σπληνάντερο, ευτυχώς που θα το ζητήσει προφορικά από τον χασάπη και θα του δώσει το σωστό έτσι κι αλλιώς…

  164. sarant said

    Ελειπα μερικές ώρες, αλλά το βασικό λάθος είναι ότι άφησα το πρώτο σχόλιο της Ματούλας χωρίς να το καλοσκεφτώ.

    Στο εξής τέτοια σχόλια δεν θα γίνονται ανεκτά αν δεν είναι επώνυμα. Η ανωνυμη κριτική σε κάποιον σχολιαστή όχι για όσα λέει εδω αλλά σε όσα κάνει στην «πραγματική ζωή» είναι ανήθικη διότι ουσιαστικά ο κρινόμενος δεν μπορει να απαντήσει και δεν πρέπει να απαντήσει.

    Ζητώ συγγνώμη από τον Χρηστο Δαλκο που άφησα το αρχικό σχόλιο, που έδωσε και την αφορμη στα επόμενα. Ελπίζω να είδε την απαντηση του Τζι, που αν και δεν ζητάει ρητά συγγνώμη (εγώ έτσι θα έκανα στη θέση του) ξεκαθαρίζει ότι δεν είχε πρόθεση να θίξει.

    Στο εξής δεν θα σχολιάσει πια εδώ ο Βαταλος ούτε η Ματούλα.

  165. # 157

    Λάμπρο ο μπλογκ (και όχι μόνο) δεν μπορεί να χωνέψει το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως ο θρίαμβος στην Πορτογαλλία το 2004 απέδειξε πως την δύναμη που έχει το ποδόσφαιρο -όταν την χειρισθεί κάποιος καλά- δεν μπορούν να την φτάσουν θρησκείες και πολιτικές τοποθετήσεις κι έτσι προτιμά να το βάλει στο περιθώριο…Ασε που πιο εύκολα αλλάζει θρήσκευμα κάποιος παρά ομάδα (οι εξαιρέσεις σαν και μένα επιβεβαιώνουν τον κανόνα, εγώ απλά είχα την τύχη να πάω στην Τούμπα σαν βάζελος αλλά και το μυαλό να καταλάβω αμέσως πως υποστήριζα την λάθος ομάδα-την ίδια υποστήριζε και το τότε λάθος καθεστός, η χούντα)
    Σε κάλεσμα του μητροπολίτη Πειραιώς ο κόσμος που θα προσέλθει δεν θα είναι ούτε το ένα πέμπτο από αντίστοιχο κάλεσμα του Καραπαππά ράθυμου εκπρόσωπου τύπου του ΟΣΦΠ

  166. spatholouro said

    Sarant: «Στο εξής δεν θα σχολιάσει πια εδώ ο Βαταλος ούτε η Ματούλα.»

    Νίκο, σαν πολύ βέβαιος μου ακούγεσαι, αλλά τα πράγματα σε διαψεύδουν…

  167. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    159 – Γιάννη δεν παραβλέπω τίποτε, από την μία υπάρχει μία κατά πρόσωπο κατηγορία με στοιχεία που όχι μόνο δεν αντικρούεται από τον άμεσα ενδιαφερόμενο (και όχι θιγμένο κρίνοντας από την στάση του) αλλά στην απάντησή του στον κατήγορο σφυρίζει αδιάφορα και από την άλλη, είναι το σχόλιο του Gee, που λέει αυτή η ιστορία με το διδακτορικό μου θυμίζει…κι έχουμε ξαφνικά έκρηξη ευθυξίας από τον ΧΔ (αλλά κι από τον Κύριε ελέησον) ενώ είναι φανερό πως δεν στοχεύει αυτόν κάτι που εξήγησε κι ο Cee στο 152.

    Από κει και πέρα είναι δεδομένο πως έχω διαφορετική αντίληψη με τους περισσοτέρους εδώ μέσα για το τι είναι ανεκτό και τι όχι (το έχουμε συζητήσει και κατ’ ιδίαν αυτό το θέμα για τον φασιστάκο κι έχουμε διαφορετική άποψη, εγώ με τους φασίστες δεν βρίσκω τίποτε αστείο και δεν κάνω πλάκα) αλλά αυτό το καθορίζει ο Νικοκύρης και δεν έχω κανένα πρόβλημα με κανέναν, όποιος μου είναι δυσάρεστος τον αγνοώ γι’ αυτό και δεν δυσανασχετώ ποτέ.

    Στην προκειμένη περίπτωση μίλησα για την επιλεκτική ενόχληση-αγανάκτηση όπως και με τον Γς., αν εσείς όταν σας φτύνουν (όπως κάνει ο φασιστάκος επί μονίμου βάσεως) θέλετε να λέτε ψιχαλίζει δικαίωμά σας, εμένα δεν μου πέφτει λόγος.

  168. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    161 – Δεν περίμενα κάτι περισσότερο από σένα, κι εδώ που έφτασες μεγάλη δόξα.

  169. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Μπαίνω στὸ νῆμα μετὰ ἀπὸ δυὸ μέρες καὶ διαπιστώνω πὼς ἔχουν συμβεῖ πολλὰ δυσάρεστα. Δὲν θ᾿ ἀσχοληθῶ μ᾿ αὐτὰ ποὺ γράφει ὁ γνωστὸς καλικάντζαρος μὲ τὰ διάφορα προσωπεῖα του. Αὐτὸ ποὺ μὲ στενοχώρησε εἶναι τὰ ὑπονούμενα ποὺ ἄφησε ὁ Τζὶ στὸ σχόλιο 112 γιὰ τὸ διδακτορικὸ τοῦ Χρίστου Δάλκου, χωρὶς νὰ γνωρίζει κάτι ὁ ἴδιος προσωπικά, ἀλλὰ στηριζόμενος σ᾿ αὐτὰ ποὺ γράφει ἕνα τρόλ.

    Γνωρίζω προσωπικὰ τὸν Χρίστο Δάλκο καὶ μὲ τιμᾶ μὲ τὴ φιλία του γιὰ πολλὰ χρόνια. Γνωρίζω τὸ διδακτικό του ἔργο καὶ τὸν μόχθο του γιὰ νὰ κάνει τοὺς μαθητές του ν᾿ ἀγαπήσουν τὸ μάθημα τῶν ἀρχαίων. Μεταξύ ἄλλων ἔφτιαξε μόνος του βιβλίο μὲ κωμικὴ εἰκονογράφηση γιὰ νὰ μάθουν τὰ παιδιὰ γραμματικὴ καὶ συντακτικὸ μὲ δημιουργικὸ καὶ εὐχάριστο τρόπο. Ἐπίσης μετέγραψε σὲ ἀρχαίους στίχους γνωστὰ λαϊκὰ καὶ ρεμπέτικα τραγούδια καὶ μαζί μὲ τοὺς μαθητές του τὰ ἔπαιξαν, τὰ τραγούδησαν καὶ τὰ ἠχογράφησαν. Αὐτὰ εἶναι δυὸ μικρὰ δείγματα, ἀπὸ τὴν πολύπλευρη δραστηριότητα τοῦ Χρίστου Δάλκου στὸ χῶρο τῆς ἐκπαίδευσης.
    Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔκανε χωρὶς καμιάν ἀνταμοιβὴ (ἀπὸ ποιὸν ἄλλωστε) γιὰ τὸν χρόνο καὶ τὸν μόχθο ποὺ ἀφιέρωσε.
    Τοῦ ἔφτανε ποὺ ἔκανε τοὺς μαθητὲς του νὰ δοῦν μὲ ἄλλο μάτι ἕνα μάθημα ποὺ στοὺς περισσότερους εἶναι ἀντιπαθητικό.
    Τὸ κυριότερο τοὺς δίδαξε ἦθος καὶ τοὺς ἔκανε κοινωνούς τῆς ἀγάπης του γιὰ τὴ γλώσσα καὶ τὴ μουσική.
    Ὅσο γιὰ τὸ διδακτορικὸ δὲν τό ᾿κανε γιὰ νὰ πάρει θέσεις ἤ ἐπιδόματα. Τὶς θέσεις τὶς παίρνουν οἱ ὀσφυοκάμπτες καὶ οἱ παρακοιμώμενοι τῶν ἑκάστοτε ἐξουσιῶν· κι ὁ Χρίστος δὲν εἶναι τέτοιος. Ὅσο γιὰ τὰ ἐπιδόματα, θὰ μποροῦσε νὰ βγάλει πολλαπλάσια ἂν ἀφιέρωνε μέρος τοῦ χρόνου ποὺ ξόδεψε καὶ ξοδεύει γιὰ τὶς μελέτες του σὲ ἰδιαίτερα μαθήματα.
    Τό ᾿κανε κι αὐτὸ ἀπὸ μεράκι καὶ στὰ πλαίσια τῶν μελετῶν του γιὰ τὴ λαϊκὴ γλώσσα στὶς διάφορες μορφές της (ντοπιολαλιὲς) καὶ τὴ σύνδεσή της μὲ τὶς ἀρχαιότατες ρίζες της, αὐτὸ ποὺ κάποιοι ὀνoμάζουν προελληνική. Δὲν εἶμαι σὲ θέση νὰ κρίνω καὶ πολὺ περισσότερο νὰ ἐπιβεβαιώσω ἤ νὰ ἀνασκευάσω τὶς ἐπιστημονικὲς θέσεις τοῦ Χρίστου. Αὐτὸ ποὺ μπορῶ νὰ κάνω εἶναι νὰ καταθέσω τὴν ἄποψή μου γιὰ τὸ ἦθος, τὴν ἀξιοπρέπεια καὶ κυρίως τὸ πάθος του γιὰ ὅ,τι ἔκανε καὶ κάνει γιὰ τὴ γλώσσα μας· καὶ μάλιστα χωρίς νὰ ἐπιδιώκει κανένα προσωπικὸ ὄφελος.

  170. Χρίστος Δάλκος said

    Ὁ καθείς ξέρει ὅτι ἀπό τήν ἔναρξη τῆς ἐκπόνησης τῆς διατριβῆς μέχρι τήν ὑποστήριξή της δέν παίρνει συνεχῆ ἄδεια ὁ ἐκπονῶν τήν διατριβή (10 χρόνια!). Ἄν εἶχε γίνει κάτι τέτοιο θά ἦταν παρανομία καί θά εἶχε τιμωρηθῆ. Ἄς ρωτήσῃ ὁ πανάθλιος συκοφάντης ὅλους ὅσοι ἔχουν κάνει διδακτορικό. Λυπᾶμαι ἀλλά πλέον βρομάει ἀφόρητα ἐδωμέσα.

  171. Spiridione said

    Κι εγώ απορώ, είναι τόσο δύσκολο κάποιος να παραδεχτεί ότι είπε χοντράδα; Μιλάμε για άνθρωπο, όχι για καλικάντζαρο.

  172. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @168. Λάμπρο, μὲ τὰ γραφόμενά σου δίνεις βάση σ᾿ αὐτὰ ποὺ γράφει αὐτὸς ποὺ ἀποκαλεῖς (σωστὰ) φασιστάκο. Τί πρέπει νὰ κάνουμε; Νὰ ἀπολογούμαστε γιὰ κάθε π@π@ριὰ ποὺ γράφει; Εἶχε γράψει καὶ γιὰ μένα κάποια ἀνυπόστατα πράγματα στὴ μαρτυρία μου γιὰ τὸ Πολυτεχνεῖο καὶ δὲν τοῦ ἀπάντησα ἐπειδὴ δὲν μ᾿ ἀρέσει ν᾿ ἀνακατεύομαι μὲ τὰ σκ… Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι τ᾿ ἀποδέχομαι. Ὁ κόσμος εἶναι μικρὸς καὶ οἱ περισσότεροι γνωριζόμαστε. Ὅσοι δὲν ξέρουν ἂς ρωτήσουν. Κάποιοι μπορεῖ νὰ ξέρουν κάτι παραπάνω. Ἂς μήν ἀφήνουμε τὰ τρὸλ νὰ μᾶς κάνουν ἄνω-κάτω.

  173. Γιάννης Ιατρού said

    Άσχετο: Δημήτρη, περιμένω από σένα μιά πληροφορία. Δες το μέηλ σου πληζ 🙂

  174. sarant said

    166 Μέχρι να κάνω τις ρυθμίσεις είχε ανεβεί το σχόλιο που με διέψευσε, αλλά δεν θα επαναληφθεί.

  175. BLOG_OTI_NANAI said

    Αυτό έλειπε να αμφισβητηθεί το μεράκι και ο κόπος του Χρίστου Δάλκου με βάση τις αερολογίες του κάθε ψυχάκια. Ευχής έργο θα ήταν να μένουν εδώ ικανοί σχολιαστές.

  176. # 170

    Κάνεις κάποιες αυθαίρετες δικές σου σκέψεις που τις εκλαμβάνεις σαν πραγματικότητα και δεν κάνεις την πιο απλή σκέψη τι έχω να κερδίσω προσβάλλοντας -όπως θεωρείς, σαν να μην διάβασες τα δυο σχόλιά μου όπου εξηγώ το σκεπτικό μου- κάποιον που δεν γνωρίζω. Περιμένω να μου βρεις το κίνητρο…
    Πριν λίγες μέρες είχαμε την κουβέντα για τους σχολικούς συμβούλους και σ’ αυτό το πνεύμα βγήκε το σχόλιό μου, μάλλον δεν υπέπεσε στην αντίληψή σου η κουβέντα. Φυσικά και με δικαιώνετε, εσύ που αναφέρεις την προσπάθεια που έκανε διδάσκοντας ο Χ.Δ. και ο ίδιος με την δήλωσή του πως δεν έγινε σύμβουλος αν και θα μπορούσε. κι εγώ υποστήριξα πως γίνονται συνήθως όσοι δεν πασχίζουν για τίποτε οπότε και δεν ενοχλούν τα ανώτερα κλιμάκια
    Υπάρχουν μαθηματικοί (της εποχής μου) που έχουν πάρει πτυχίο νύχτα κυριολεκτικά χωρίς να γνωρίζουν καν τα μαθήματα που πέρασαν (διαφορετικές εξισώσεις ήταν πολύ συνηθισμένο στο μάθημα των εξισώσεων διαφορών). Οταν το αναφέρει κάποιος δεν αισθάνομαι θιγμένος γιατί ξέρω πως είναι γεγονός μεν, που δεν αφορά δε.

  177. # 176 τέλος

    δεν με αφορά, βεβαίως

  178. Γιάννης Ιατρού said

    164 (τέλος), 174:

  179. Πέπε said

    Κάποια στιγμή νωρίτερα, όντας afk (εκτός πληκτρολογίου), σκεφτόμουν αυτά που συνέβησαν εδώ σ’ αυτό το νήμα. Σε πολύ γενικές γραμμές, και από μνήμης, κατέληξα σ’ αυτό που γράφει ο Λάμπρος (#157). Εννοώ στα γεγονότα που αναφέρει ο Λάμπρος (και πάλι πολύ αδρομερώς), γιατί το πώς τα εκτιμά δε συμπίπτει με τη δική μου εκτίμηση, αλλά τέλος πάντων, δε θέλω να σταθώ τώρα στις διαφορές αλλά στις ομοιότητες.

    Λοιπόν, ναι, το τρολ είναι που τρίβει τα χέρια του από το μακρινό Ιλλινόι με όλα αυτά που γίνανε. Αυτό σημαίνει τρολ. Βέβαια, εξακολούθησε να τρίβει τα χέρια του όταν είδε τον Λάμπρο και τον Μπλογκ να ανταλλάσσουν σπληνάντερα και κυρελέησα, και γενικότερα όταν είδε όλες τις αλυσιδωτές συνέπειες του πεταλουδοφτεροτινάγματός του.

    Σημειωτέον προς τούτοις ότι μια ανάρτηση βασισμένη στο «φιλοξενώ ένα άρθρο του Χ.Δ. με του οποίου τις απόψεις διαφωνώ έντονα» θα μπορούσε να είναι ένα σπάνιο κόσμημα όχι μόνο στο διαδίκτυο γενικά, αλλά ακόμη και στο παρόν μπλογκ, όπου τέτοια γνήσια δημοκρατική συμπεριφορά σαφώς μεν δεν είναι τόσο σπάνια όσο είναι στον υπόλοιπο κόσμο, αλλά σίγουρα δεν εκδηλώνεται και κάθε μέρα. Οπότε, το τρολ δε δημιούργησε απλώς ένα μπάχαλο, δεν ασχήμυνε απλώς μια ανάρτηση, παρά ασχήμυνε μια ανάρτηση που θα μπορούσε να είναι σπάνιας ομορφιάς.

    Οπότε, δίκαιο και ανακουφιστικό το #164 του Νίκου, κι ας άργησε.

    Πέραν αυτών, μια θετική συνέπεια όλου αυτού του ξεκατινιάσματος ήταν ότι έδωσε αφορμή στον Δημήτρη Μ. να μας ενημερώσει για όλα αυτά που λέει στο #169. Λίγη ομορφιά κάνει καλό όταν πλακώσει η ασχήμια.

    Τα δύο αυτά σχόλια, 164 και 169 μαζί, είναι αυτό που καταλαβαίνω εγώ από την παροιμία «κάνε έναν αγιασμό, πάρε και μια γάτα». (#17ε).

  180. BLOG_OTI_NANAI said

    179: Σωστά έγραψες:
    «Αυτό σημαίνει τρολ» => «αλυσιδωτές συνέπειες»

    και κατόπιν συμμετέχεις στο παιχνίδι του τρολ, αναφέροντας: «τον Μπλογκ«, και προκαλείς εμένα χωρίς κανέναν λόγο, και επιβεβαιώνεις τις «αλυσιδωτές συνέπειες»…
    Ήμαρτον…

    Και κυρίως διότι οι σαχλαμάρες του Λάμπρου είναι μόνιμη κατάσταση εδώ και 4 χρόνια και δεν έχουν σχέση με το τρολ…

  181. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    176 – Ναί βρέ, ικανοί σαν κι εσένα που όταν δεν έχρις επιχειρήματα να αντιτάξεις πετάς την μπάλα στην εξέδρα (κσι γλυτώσουμε από τις αμπελοφιλοσοφίες που γράφεις και μας έχεις πρήξει) ενώ με άκρως φασιστικό τρόπο καλύπτεις το παιδικό ορθογραφικό σου λάθος 161-162, φορτώνοντάς το σε μένα λοιδορόντας με εμμέσως πλήν σαφώς (ευτυχώς που θα το ζητήσει προφορικά από τον χασάπη και θα του δώσει το σωστό) ως αγράμματο, αλλά δεν είδα ΚΑΝΕΝΑΝ να ενοχλείται από αυτό.
    Άλλη μιά απόδειξη πως η ενόχληση είναι επιλεκτική εδώ μέσα, οι «ικανοί» σχολιαστές μένουν στο απυρόβλητο.

    Εγώ όταν με φτύνουν δεν λέω ψιχαλίζει σαν κι εσένα Ανθρωπάκο.
    Δεν πρόκειται να ξανασχοληθώ μαζί σου.

  182. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    173 – Δεν καταλαβαίνω πού είδες να δίνω βάση, έκατσα και διάβασα μετά από καιρό το σίχαμα μόνο και μόνο για να τεκμηριώσω τα σχόλιά μου.
    Αφού με ρωτάς τι πρέπει να κάνετε και δεδομένου ότι ο Νικοκύρης που καθορίζει τα όρια ανοχής τον ανέχεται, κάντε ότι κι εγώ, αγνοήστε τον (και μη μου πείς πως δεν μπορείτε γιατί πέφτετε επάνω στα σχόλιά του) και μην τον τρέφετε, αυτή είνσι μιά εύκολη πρακτική ευρείας χρήσεως που μπορεί να συμπεριλάβει τον κάθε ενοχλητικό, αυτήν εφαρμόζω για πολλούς πλέον που μ’ ενοχλούν ή δεν μπορώ να συνεννοηθώ και έχω προτρέψει να το κάνουν κι όσοι ενοχλούνται μαζί μου.
    Αυτό που βλέπω όμως, είναι να ανοίγετε διάλογο μαζί του ή με άλλα τρόλ ενώ αποδεδειγμένα σας φτύνουν και να σκίζετε τα ρούχα σας με τα ήσσονος σημασίας σχόλια του Γς και να εξαντλείτε την αυστηρότητά σας με το σχόλιο του Gee που όσες φορές κι αν το διαβάσω δεν βλέπω καμία φανερή πρόθεση για νύξη πόσο μάλλον χοντράδα κατά του κυρίου Δάλκου, ειδικά συγκρινόμενο μ’ αυτά που έγραψαν τα τρόλ και δεν ενοχλήθηκε ΚΑΝΕΙΣ.

    Όπως είπα και πιο πάνω, από την στιγμή που ο Νικοκύρης δείχνει ανοχή, εμένα δεν με ενοχλεί κανείς, ας γράφει ό,τι θέλει δεν μου πέφτει λόγος.
    Αυτό που επισήμανα και στις δύο περιπτώσεις, είναι η επιλεκτική ενόχληση-ευθυξία-αγανάκτηση από μέρους σας (μια και πήρες θέση) και πάντα με τα ήσσονος σημασίας σχόλια.
    Ενήλικα παιδιά είστε και ψηφίζετε, κάντε ό,τι καταλαβαίνετε δεν με ενοχλεί κι εγώ που είμαι μιά από τα ίδια, θα κάνω αυτό που καταλαβαίνω, αν σας είμαι ενοχλητικός, ΑΠΛΩΣ ΑΓΝΟΗΣΤΕ ΜΕ, τόσο απλά.☺

  183. sarant said

    Τα δυο σχόλια του Λάμπρου τα είχε πιάσει η παγίδα.

  184. BLOG_OTI_NANAI said

    181: Ήθελα να’ ξερα, αν διατηρείς ακόμα ίχνη σοβαρότητας, διότι σου θυμίζω ότι χωρίς ΚΑΝ να προκληθείς ΕΣΥ, έγραψες εναντίον μου για… «θρησκευτικές παραφροσύνες«!
    Και έχεις το θράσος να ρωτάς αν ενοχλήθηκε κανείς για την αφεντιά σου;!

    Κατά τα άλλα, επειδή εδώ κι εγώ φιλοξενούμενος είμαι, απλώς σε αγνοώ όπως και πολλοί άλλοι φαντάζομαι…

  185. Πέπε said

    @180, Μπλογκ:
    Καμία απολύτως πρόθεση δεν είχα να σε προκαλέσω, και λυπάμαι πολύ που φάνηκε έτσι.

    Η φάση είναι ακόμη τεταμένη, και είναι εύκολο να γίνουν εν θερμώ παρερμηνείες, ότι κάποιος μου τη λέει ενώ δε μου τη λέει. Προσπάθησα σχολαστικά να αποφύγω κάτι τέτοιο, για να μη ρίξω έστω και από σπόντα λάδι στη φωτιά. Αφού δεν πέτυχε, το λέω και ρητά. Μετά από αυτή τη διευκρίνιση, ξαναδιάβασε αν δε βαριέσαι το #179 έχοντάς την κατά νου.

  186. spatholouro said

    #182
    «όσες φορές κι αν το διαβάσω δεν βλέπω καμία φανερή πρόθεση για νύξη πόσο μάλλον χοντράδα κατά του κυρίου Δάλκου,»

    Λάμπρο, εφόσον ο ίδιος αποδέχεσαι ότι «το τι είναι ανεκτό και τι όχι το καθορίζει ο Νικοκύρης» (σχ. 167), άσε εμάς τους υπόλοιπους στην άκρη και διάβασε πώς έκρινε ο Νίκος το σχόλιο του Gpoint: «Ο Τζι είναι φίλος αλλά είμαι υποχρεωμένος να επισημάνω ότι το σχόλιο 112 πέρα από επιπόλαιο είναι προσβλητικό. […] πρέπει να πω πως θεωρώ την προσβολή και υπαρκτή και άδικη […] Ελπίζω να είδε την απαντηση του Τζι, που αν και δεν ζητάει ρητά συγγνώμη (εγώ έτσι θα έκανα στη θέση του) ξεκαθαρίζει ότι δεν είχε πρόθεση να θίξει.»

    Διάγραψέ μας λοιπόν εμάς τους οχληρούς οχληθέντες. Άκου τον Νίκο.

  187. Κάπως ανακατεύτηκαν οι αριθμήσεις των σχολίων. Τα δικά μου 176,7 αναφέρονται στο σχόλιο του Δημήτρη Μαρτίνου που από 170 έγινε 169 ( περιμένω ακόμα να προσδιορίσει το κίνητρο που είχα )
    Υποθέτω πως και το προς το 176 του Λάμπρου απευθύνεται στο νυν 175

  188. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    186 – Δεν διαγράφω κανέναν Spatholouro και πολύ περισσότερο εσένα, την δική μου κρίση είπα από την δική μου οπτική γωνία και δεν διεκδικώ το αλάθητο, όμως κι εσύ κάνε τον κόπο και ξαναδιάβασε πάνω σε ποιό πλαίσιο το λέω αυτό, (δύο μέτρα και σταθμά) κάνε την σύγκριση κι αν βρείς πως έχω άδικο χωρίς δεύτερη κουβέντα θα ζητήσω συγγνώμη από όλους σας.

    Υ.Γ – Έχεις ακουστά για τον ελέφαντα στο δωμάτιο που δεν τον βλέπει κανείς; αυτό ακριβώς λέω γιατί κάποια στιγμή ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑΚΑ θα τον αντιληφθούν αλλά τότε η καταστροφή θα έχει γίνει (βλέπε ΚΑΦΕΝΕΙΟ).

    Επειδή δεν θέλω να συνεχίσω αυτή την αδιέξοδη διαμάχη και δεν θα απαντήσω σε κανενός άλλο σχόλιο, ένα «έχεις άδικο» μου είναι αρκετό.

  189. BLOG_OTI_NANAI said

    185: Εφόσον το διευκρινίζεις δεν έχω λόγο να μην δεχτώ αυτό που λες.

  190. Χρίστος Δάλκος said

    Τώρα πού καταλάγιασε ὁ κουρνιαχτός, μποροῦμε, νομίζω, νά ἀποφασίσουμε πιό νηφάλια γιά τό πῶς πρέπει νά συνεχίσουμε τήν συζήτηση χωρίς προσωπικές ἀντεγκλήσεις, ἀλλά στό πνεῦμα τοῦ σωκρατικοῦ «οἶμαί τί σε λέγειν», ἄν πράγματι ὁ ἄλλος λέγῃ τι. Διότι αὐτό πού κατάφεραν οἱ ὅποιοι Βάταλοι εἶναι νά ἐκτρέψουν τήν συζήτηση, ἤτοι τήν ἀπό κοινοῦ ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας σέ ἕναν σκυλλοκαβγά χωρίς ὅρους καί ὅρια, ὅπου ὁ ὑπερτροφικός ἐγωισμός παίζει τόν κύριο ρόλο. Παραδέχομαι κι ἐγώ τίς ὅποιες εὐθύνες μου στήν ὄξυνση καί ἀποπροσανατολισμό τῆς ἑκάστοτε συζήτησης μέ τήν ἐμμονή μου (φιλολογικό κουσούρι) στήν ἐπιλεκτική διόρθωση κάποιων λαθῶν. Εἶχα τήν δικαιολογία μου: Μέ εἶχε θίξει προσωπικά μέ συκοφαντίες καί δέν εἶχε ζητήσει συγγνώμη. Ὅπως θά ἔχετε διαπιστώσει ἐγώ ζητάω συγγνώμη καί παραδέχομαι τά λάθη μου, ἀκόμα κι ὅταν δέν μοῦ ἔχῃ ζητηθῆ. Αὐτό ἔκανα μιά ζωή καί στό σχολεῖο, ἀκόμα κι ὅταν μερικοί (ἀνώριμοι) μαθητές ἀδυνατοῦσαν νά καταλάβουν πόσο σημαντική γνώση εἶναι νά (ἀνα)γνωρίζῃς πώς δέν ξέρεις κάτι, καί γυρεύῃς νά ὠφεληθῇς ἀπό τήν γνώση τοῦ ἄλλου.
    Ἐπί τοῦ προκειμένου: Ἀπό τίς ὅποιες παρεμβάσεις, μέ ἐξέχουσα αὐτήν τοῦ κ. Καραποτόσογλου, (καί) διά τοῦ κειμένου τοῦ Βάλτερ Ποῦχνερ, διαφάνηκε ὅτι οἱ σχετικές μέ τούς καλικαντζάρους παραδόσεις ἐξικνοῦνται σέ (τοὐλάχιστον) προχριστιανικά ἱστορικά βάθη, κάτι πού καί ἐγώ ὑποστηρίζω, ἀφοῦ μιλάω γιά μαγική σκέψη πού παραπέμπει στήν νεολιθική ἐποχή καί στήν προσπάθεια τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησίας νά ἀφομοιώσῃ τό σχετικό ἐθιμικό δρώμενο. Ὁπότε προκύπτει ἡ ἀνάγκη πιό συγκεκριμένου προσδιορισμοῦ τῆς καταγωγῆς τοῦ ὑποστρώματος στό ὁποῖο ἀνήκουν αὐτές οἱ δοξασίες καί οἱ συμπαρομαρτοῦσες ρίζες (πρωτοβαλκανικό; πρωτοευρωπαϊκό; πρωτοϊνδοευρωπαϊκό; προϊνδοευρωπαϊκό;) Ἔκανα μιά πρόταση γιά ἐτυμολογική προσέγγιση τοῦ κυπριακοῦ σκ(α)λαπούνταρος, καθώς καί τοῦ πάγκοινου «σκαρφαλώνω», ἐπιχειρηματολογῶντας κατά τῆς εὔκολης λύσης τοῦ συμφυρμοῦ. Ἐπανέφερα στό τραπέζι μιά παλαιότερη πρόταση τοῦ Μπουντώνα καί τοῦ Πολίτη γιά ἐτυμολόγηση τοῦ «ρουγκατσάρια» ἐκ τοῦ «καλ(ι)καντζάρια».
    Μέσ’ στόν «ὀρυμαγδό» τῆς «μάχης» δέν πρόλαβα νά καταθέσω τήν συνολική ἀναφορά στούς ἐναλλακτικούς τύπους τῆς λέξης γιά τά ρουγκατσάρια. Τό κάνω τώρα: «Μιά γεύση αὐτῆς τῆς πολυδιάσπασης καί τῆς συνακόλουθης πολυμορφίας καί πολυσημίας, μᾶς δίνουν οἱ ποικίλες φωνητικές, μορφολογικές καί σημασιολογικές περιπέτειες τῆς λέξης γιά τόν καλικάντζαρο: ἀργουτσ΄αραῖοι (= μεταμφιεσμένοι τῆς Πρωτοχρονιᾶς) Μακεδ. (Νάουσ.) ρογκατσιάρια (= μασκαρᾶδες τῆς Ἀποκριᾶς) Μακεδ. (Κοζ.) λαgαdζάρ’, τού (= καρναβάλι, μασκαρᾶς) Μακεδ. (Βρία) ρουκατζιάρια (= καλικάντζαροι) Μακεδ. (Βελβενδ.) λουgατζάρια (= μεταμφιεσμένοι) Θεσσ. (Μελιβ.) ραgουτσάρια (= οἱ καρνάβαλοι τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου) Μακεδ. (Καστορ.) λουκατσάρια (= μασκαρᾶδες τῆς Πρωτοχρονιᾶς) Μακεδ. (Βόϊον) ἀραgατσ΄άρια (= μεταμφιεσμένοι τοῦ νέου ἔτους) Μακεδ. (Λιβαδερ.) ραgατζάρια (= μεταμφιεσμένοι τῆς Ἀποκριᾶς) Μακεδ. (Βρία) λουgατσ΄άργια (: τά λουgατσ΄άργια γένουνdι τά Φῶτα) Μακεδ. (Γρεβεν.) λιοκαντζάρια (= μασκαράδες τοῦ Ἁγ. Βασιλείου) Θεσσ. (Γερακάρ.) ρουγκάτσια (= καλαντιστές τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων) Θράκ. (Ἀμόρ.) ρουgάτσ΄α (= καρναβάλια, μασκαρᾶδες) Θράκ. (Σουφλ.) λουκατάρης (= ὁ καλικάντζαρος) Σίφν.
    Ἀπό τόν πληθυντικό λουκατσάργια, μέ τροπή τοῦ ἀναπτυχθέντος γ΄ σέ δ, καί παρασυσχέτιση πρός τό «λύκος»: λυκοτσαρδά Πελοπν. (Κόπραιν. Μάν. Ξηροκ. Οἴτυλ. Παλαιοχ.) λυκουτσαρδά Κύθηρ. λυκούτσαρδα Πελοπν. (Δαιμον.) λυκοτσαρδός Πελοπν. (Μάν. Ξηροκ.) λυκούτσαρδος Πελοπν. (Δαιμον. Νεάπ.).
    Ἐκ τοῦ λυκοτσαρδός μέ ἀντιμετάθεση (Φ. Κουκουλές): κολιτσαρδός Κύθηρ. Πελοπν. (Ἀναβρ. Τσιτάλ.) κολιτσαρδά Πελοπν. (Ἀνώγ.) κουτσ΄αρδέ, ὁ – Πληθ. κουτσ΄αρδόδε Τσακων. (Βάτικ. Χαβουτσ.).
    Μέ ἀντιμετάθεση καί παρασυσχέτιση πρός τό «λύκος»: λυκοκάντζαρος – Πληθ. λυκοκαντζαραῖοι Πελοπν. (Καλάμ. κ.ἀ.) λυκοκάντζαρας Πελοπν. (Βαμβακ.) λυκοκάντζαρα Πελοπν. (Φιλιατρ. κ.ἀ.) λυκοκάτζα Πελοπν. (Κάμπος Λακων.) λυκοχάντζ΄ä [= περίοδος κακοκαιρίας καί ψύχους μεταξύ τῶν μηνῶν Φεβρουαρίου καί Μαρτίου, πρβλ. λυκοχαντζοῦ (= δαιμόνιον … ἐπισκεπτόμενον…., συνήθως μεταξύ Φεβρουαρίου καί Μαρτίου, τάς οἰκίας διά νά προξενήσῃ κακόν…)] Πόντ. λυκοκάτσαλα (= αἱ ψυχαί τῶν παιδίων τῶν ἀποθανόντων ἀβαπτίστων) Πελοπν. (Καρδαμύλ.).» (Ἀπό τό ἄρθρο γιά τήν «πολλαπλῆ ὕπαρξη» τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν).
    Τέλος, ἔκανα νύξη γιά μιά ἀντιπαραβολική ἐξέταση τῶν «νεο»ελληνικῶν μύθων γιά τούς καλικαντζάρους καί τήν ὁμηρική Κυκλώπεια. Χωρίς νά διεκδικῶ τό ἀλάθητο, δηλώνω ὅτι «οἶμαί τί με λέγειν», καί καλῶ τούς πάντες, ἀκόμα καί τούς «μισοῦντας ἡμᾶς» σέ μιά διαφορετικοῦ τύπου συν-ζήτηση. Γιά νά μήν ἐξακολουθήσουμε νά εἴμαστε ἡ χώρα τοῦ διαλόγου πού ξέχασε τόν διάλογο.

  191. Πέπε said

    @190:

    Μία παράκληση:

    Επειδή το κουτάκι που γράφουμε τα σχόλια στο wordpress δεν έχει πολύ ανεπτυγμένη επεξεργασία κειμένου, αφού μάλλον φαντάζεται ότι θα γράφουμε λίγες λέξεις κάθε φορά, τα εκτενή σχόλια γίνονται λίγο δυσανάγνωστα. Γίνονται πιο ευανάγνωστα όταν οι παράγραφοι χωρίζονται με ολόκληρη κενή αράδα, πράγμα που πολλοί μεν αποφεύγουν, επειδή -υποθέτω- κανονικά οι παράγραφοι δε χωρίζονται έτσι, ωστόσο διευκολύνει.

    Οι 4 πρώτες αράδες του #190 έχουν από 20 έως 25 λέξεις η καθεμία (στη δική μου οθόνη). Το μάτι δεν είναι συνηθισμένο να γυρίζει τόσες λέξεις πίσω για να βρει την αρχή της επόμενης αράδας, και θυμίζω ότι γι’ αυτό όσα έντυπα βγαίνουν σε μεγάλο σχήμα (εγκυκλοπαίδειες, εφημερίδες, σπανιότερα βιβλία) χωρίζουν τη σελίδα σε στήλες. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό της wordpress που δυσκολεύει την ανάγνωση και που δεν μπορούμε να το αλλάξουμε, οπότε εξυπηρετεί να βρούμε αντισταθμιστικούς τρόπους να τη διευκολύνουμε.

    Συμβαίνει τώρα το #190 να έχει και πρόσθετες δυσκολίες στην ανάγνωση, καθώς έχει εκτενείς παραθέσεις παραδειγμάτων του τύπου «λέξη (τόπος), λέξη (τόπος)» ή «λέξη (σημασία) ευρύτερη περιοχή (χωριό)», δηλαδή όχι προτάσεις όπου βρίσκεις πιο εύκολα ποια είναι η επόμενη λέξη, επιπλέον δε έχει και κάποια παραδείγματα γραμμένα με ειδικά σημάδια προφοράς που η γραμματοσειρά της wordpress δεν τα ευνοεί. Για να μην πω ότι ούτε το πολυτονικό ευνοεί (το παρέχει, αλλά είναι σχεδιασμένη για μονοτονικό και οι τόνοι είναι κάπως άγαρμπα σχεδιασμένοι), και να μην προσθέσω ότι όλες αυτές οι εκτός συντάξεως λέξεις των παραδειγμάτων είναι επιπλέον άγνωστες στην πλειοψηφία τους.

    Το #190 το διάβασα ολόκληρο, σχετικά προσεκτικά. Επέμεινα γιατί είναι πολύ ενδιαφέρον και διαφωτιστικό, έβγαλα όμως τα μάτια μου. Φυσικά δεν φταίει το σχόλιο γι’ αυτό, το μέσο φταίει, αλλά τις προδιαγραφές του μέσου δεν μπορούμε να τις αλλάξουμε. Όταν όμως έφτασα στο σημείο όπου από ένα τύπο (που οι παραλλαγές του έχουν παρατεθεί προηγουμένως) παράγεται, με το α ή β φαινόμενο, ένας άλλος τύπος (που οι παραλλαγές του παρατίθενται στη συνέχεια), και αναρωτήθηκα αν υπάρχει γεωγραφική συνάφεια ανάμεσα στους τόπους όπου λεν τον ένα και τους τόπους όπου λεν τον άλλο, εκεί είδα μεν ότι η απάντηση υπάρχει μες στο σχόλιο αλλά εγκατέλειψα την προσπάθεια να ξαναδιαβάσω κάνοντας τους συσχετισμούς έναν προς ένα.

    Άλλες φορές, σε σχόλια παρόμοιας έκτασης και εμφάνισης, έχω εγκαταλείψει εξαρχής την προσπάθεια, θυσιάζοντας το ενδιαφέρον μου για το περιεχόμενο.

    ______________

    Δηλαδή, θέλω να πω, αφού γράφονται τόσα ωραία πράγματα, ας μπορεί και κάνας άνθρωπος να τα διαβάσει.

    ______________

    Επεκτάθηκα τόσο γιατί ήθελα από καιρό να το πω, όχι μόνο για τον Χρίστο Δάλκο αλλά και για κάθε ενδιαφερόμενο.

  192. Κώστας said

    Το ίδιο ακριβώς πρόβλημα είχα κι εγώ, Πέπε.

  193. Alexis said

    #191: Πάντως το πρόβλημα «πολλές λέξεις σε μία γραμμή» λύνεται πανεύκολα με μεγέθυνση οθόνης (ελληνιστί ζουμάρισμα). 🙂
    Για τα υπόλοιπα που επισημαίνεις σαφέστατα έχεις δίκιο.

  194. Γιάννης Ιατρού said

    191: Πέπε
    Πολύ καλά έκανες και το έγραψες.

    Κατ΄εμέ, ο όποιος σχολιάζει, βλέποντας την τελική «εικόνα» του σχολίου του (και πριν ακόμα το δημοσιεύσει, π.χ. στο παράθυρο των σχολίων φαίνεται, τουλάχιστον χοντρικά) καταλαβαίνει/θα καταλάβει και μόνος του, αν αυτό είναι ευανάγνωστο ή όχι και αναλόγως θα σκεφτεί να κάνει τα μελλοντικά σχόλιά του ανάλογα, π.χ. βάζοντας μιά κενή γραμμή μεταξύ παραγράφων κλπ. κλπ.

    Όντως τα σχόλια στο wordpress δεν είναι φτιαγμένα έτσι, ώστε να φαίνονται (να μπορούν να φαίνονται) όπως μιά σελίδα ενός βιβλίου, π.χ. με παραπομπές στο κάτω μέρος κλπ.
    Άν λοιπόν κάποιος έχει να κάνει σχόλιο έτσι εκτενές (και κυρίως θέλει να αφιερώσει σ΄αυτό αρκετό χρόνο και κόπο!), μπορεί να φτιάξει ένα πιντιέφι, έστω εικόνα, με την όποια ευανάγνωστη μορφή, να την ανεβάσει σε ένα πρόσφορο τόπο, π.χ. docdroid (για pdf), imgur/postimg κλπ. (για εικόνες jpg), και να την βάλει σαν σαν παραπομή στο σχόλιο εδώ, που μπορεί πλέον να είναι «μόνο» μια περίληψη με τα κυριότερα.
    Σίγουρα κάτι το πολύ πιο επίπονο, αλλά θα κάνει τέτοιου είδους αναρτήσεις οπτικά περισσότερο εύπεπτες 🙂

  195. leonicos said

    Συγνώμη, αλλά λίαν επιεικώς θα πω ότι δεν με έπεισε. Είναι τόσο αφελές που δεν σηκώνει περισσότερο

    Γεφύρωσε μια ημερομηνία στο ιστολόγιο…. καλά έκανε, δεν κλείνουμε στο στόμα κανενός….

    Αν συνεχίσω, θα πω πράγματα που συνήθως δεν λέω.

    Χάρηκα που είδα Κοτορτσινό

  196. spatholouro said

    «Γεφύρωσε μια ημερομηνία στο ιστολόγιο…. καλά έκανε, δεν κλείνουμε στο στόμα κανενός….»

    Λεώνικε, θρυμμάτισέ τα και επαναρίψτα!

  197. Γιάννης Ιατρού said

    195: Λεώ

    Πες μας ρε Λεώ κι εμάς, τουλάχιστον 1-2 παραδείγματα από «τόσο αφελή» να μπούμε στο νόημα! Αυτές οι γενικές εκτιμήσεις εμένα δεν με πείθουν, μοιάζουν με αφορισμούς 🙂

    196: Κώστα, συντάσσομαι 🙂

  198. Κουνελόγατος said

    Εμένα μου άρεσε η υπόθεση και την είπα στο Κουνέλι και στον Γάτο (γιατί όπως γράφω αλλού, δεν διαβάζουν ιδιαίτερα πλην τα του σχολείου).

    Αν λοιπόν κάποιος πιστεύει πως αυτά είναι παράλογα, ας τα γράψει, μην τα μάθουν από αλλού τα ζωντανά μου και με κοροϊδεύουν κιόλας. :mrgreen:

  199. Βάγια said

    Καλή χρονιά (που ξέχασα να σας πω)! Κρίμα η χρονιά να αρχίζει με καυγάδες…
    Ευχαριστούμε για το ενδιαφέρον και χαριτωμένο άρθρο! Φυσικά, δεν μπορώ να κρίνω, ως μη ειδικός, αλλά είναι πολύ έξυπνη η υπόθεση του άρθρου και φωτίζει ΄το θέμα με μια λαϊκή λογική (όπως το ανέκδοτο, που ανέφεραν και άλλοι σχολιαστές, με τον παπά που πήγε να αγιάσει για να φύγουν τα ποντίκια, αλλά συμβούλεψε τον νοικοκύρη να πάρει και μια γάτα).
    Αναφέρω ένα πολύ ωραίο παραμύθι με τραγούδια, που παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο οι καλικάτζαροι, την Αγέλαστη Πολιτεία των Κατσιμηχαίων. Σας συμβουλεύω να την ψάξετε, ιδίως όσοι έχετε παιδιά!

  200. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας κι ἀπὸ μένα.
    Μὲ χαρά βλέπω πὼς ἔφυγε ὁ Καλικάντζαρος ἀπὸ τὸ ἱστολόγιο. Καιρὸς ἦταν.
    Δέν θὰ ἐπανέλθω στὰ σχόλια ποὺ δημιούργησαν τὶς μεταξύ μας παρεξηγήσεις· δέν θέλω νὰ τὰ διαβάζει ὁ Καλικάντζαρος καὶ νὰ χαίρεται ποὺ μᾶς ἔκανε ἄνω-κάτω.
    Ἐπειδὴ δὲν διεκδικῶ τὸ ἀλάθητο, ἂν κάποιοι θεωροῦν ὅτι τοὺς ἔθιξαν τὰ σχόλιά μου, τοὺς ζητῶ συγγνώμη.

  201. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    200 Ναι ρε γμτ, δε βρέθηκε ένας ψύχραιμος να κάνει μιά βόλτα απ’ το μαγαζί, όπου χαρίζουμε εξαιρετικά εύγλωττες αντιτρόλ ταμπέλες 🙂
    https://www.slang.gr/lemma/24637-akoute-ti-leei

  202. Γιάννης Ιατρού said

    199: Βάγια
    και σε σένα καλό 2018 αγαπητή.
    Μας λες βέβαια για το παραμύθι (την Αγέλαστη Πολιτεία) τα πιο καλά λόγια κλπ., αλλά μια ανάρτηση σχετικά μ΄αυτό δεν βλέπω στον δικό σου ιστότοπο (aka βιβλιοθήκη) και μας βάζεις να το ψάχνουμε… 🙂

  203. Βάγια said

    Σας ευχαριστώ για τις ευχές. Και σε εσάς καλό 2018.
    Ε, ο δικός μου ιστότοπος δεν είναι πολύ ενημερωμένος ακόμη. Βλέπετε, είναι πάρεργο, λόγω αγάπης στη λογοτεχνία, και ως πριν από την περίοδο των διακοπών ήμουν πολύ απασχολημένη με δασολογική εργασία.

  204. Γιάννης Ιατρού said

    203: για αστείο στο έγραψα 🙂

  205. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @203. Βάγια: «…ήμουν πολύ απασχολημένη με δασολογική εργασία. »

    Ποῦ; Στὸ Βάι ἤ στὰ Βάγια; 🙂

  206. Βάγια said

    Το κατάλαβα, λόγω της φατσούλας, αλλά έχετε δίκιο: θα ήταν τέλειο να το έχω περιλάβει και στον ιστότοπό μου και όχι απλώς να το αναφέρω εδώ με λίγα λόγια. Εν καιρώ! (χαμόγελο κι από μένα)

  207. Γιάννης Ιατρού said

    205: Α ρε Δημήτρη, δεν τα πιάνεις αμέσως. Τέτοια εποχή/καιρό, ξύλα για το τζάκι/σόμπα κλπ. θα μάζευε 🙂 🙂 🙂

  208. spiridione said

    125.
    Δέν θά συμφωνήσω ἐπίσης μέ τήν ἄποψη (σ.σ. του Πούχνερ) ὅτι «ενδέχεται ακόμα (και αυτό αποτελεί νέα ερμηνευτική πρόταση), η κατάληξη -κάντζάρος, -καντζάρια κτλ. να μην σημαίνει τίποτε συγκεκριμένο, όπως στα ρουκαντσάρια».

    Να σημειωθεί ότι ο Πούχνερ, σε νεότερο άρθρο του, βλ.. σχόλιο 83, αντιστρέφει τη θέση του αυτή:
    «..Έτσι η όποια ανάλυση με βάση το νέο και πολύ διευρυμένο υλικό θα έπρεπε να ξεκινήσει από τη γλωσσική εξέταση της ονοματολογίας. Στην περίπτωση μιας τόσο ευρείας μορφολογίας του ονόματος, αναμένεται, όπως τονίσαμε εισαγωγικά, να υπάρχουν και ‘δευτερογενείς ρίζες’, δηλαδή δυνατότητες ετυμολόγησης που οδήγησαν την πολύ ρευστή μορφολογία του ονόματος σε άλλη λέξη ή θέμα άσχετο: υπάρχει ολόκληρη ομάδα ονομασιών με θέμα τον ‘λυκάνθρωπο’, λυκατζάρια, λυκοκάντζαροι κτλ., μια ονομασία που παραπέμπει όμως σε άλλο δαιμονικό ον που σχετίζεται με τον βαμπιρισμό. Αν συγκρίνουμε τη μορφολογία του ονόματος και με τα ρουγκατσιάρια κτλ., γεννιέται η υποψία, μήπως οι αρχικές συλλαβές καλ-, λυκο-, ρουγκ- είναι ανταλλάξιμα (όπως στην περίπτωση των μωμόγερων, μπαμπόγερων, καλόγερων κτλ.), οπότε και οι αρχικές συλλαβές καλο-, καλικ-, καρά-, καρ- κτλ. των καλικάντζαρων θα ήταν ανταλλάξιμα και χωρίς ιδιαίτερο σημασιολογικό περιεχόμενο…»

  209. Βάγια said

    203,205: Στο Σειχ Σου, το περιαστικό δάσος της Θεσσαλονίκης είναι η έρευνά μου! Στο Βάι, στο φοινικόδασος, δυστυχώς δεν έχω πάει ποτέ! Ας το κόψουμε όμως, γιατί καταντήσαμε σπαμ, νομίζω!

  210. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα από εδώ!

  211. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    129 Αστρόγιαννε, για τους Δροσουλίτες σε μορφή παραμυθώδους χρονογραφήματος ας πούμε- διάβασα πρώτη φορά απ΄ τον Ν. Αγγελή (κι έτσι το σύνδεσα από τότε με τ΄ όνομα του) σε κάποιο περιοδικό,σε προθάλαμο οδοντιατρείου, πριν πολλά χρόνια.Υπέθεσα βασίμως λοιπόν ότι θα περιλάμβανε κάποιο σχετικό αφήγημα στο ηλε-βιβλίο του αυτό μιας και μιλάει για ιστορίες «Στον ίσκιο της Μαδάρας». Τελικά όχι.
    Δεν αναφέρεται ούτε στον καταχανά 🙂 μολονότι προς τα κει, δυτικά, σε ό,τι αφορά την Κρήτη, δείχνει (το γκουγκλ) να γίνεται λόγος πιο πολύ. Είχε όμως, οπότε χαλάλι,τους καρκατσώλους ! 🙂

  212. Χρίστος Δάλκος said

    191 Εὐχαριστῶ τόν Πέπε καί τόν Γιάννη τόν Ἰατροῦ (194) πού μοῦ ἐπεσήμαναν κάτι γιά τό ὁποῖο -ἔτσι ὅπως εἶμαι ἐλάχιστα ἐξοικειωμένος μέ τήν νέα τεχνολογία- οὔτε κἄν μοῦ εἶχε περάσει ἀπό τό μυαλό.

    Μήν περιμένετε ὅμως θαύματα, πρός τό παρόν θά περιοριστῶ στήν λύση τοῦ κενοῦ μεταξύ τῶν παραγράφων.

    208 Εὐχαριστῶ τόν Spiridone γιά τήν συμβολή του στήν ἐμβάθυνση τῆς συζήτησης. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Ποῦχνερ εἶναι ἐμβριθής γνώστης τοῦ θέματος, ἐκεῖ πάντως πού νομίζω πώς θά μποροῦσε νά συμβάλῃ κάποιος, ἔστω καί ἐρασιτεχνικῶς ἐνασχολούμενος μέ τήν φωνολογία / φωνητική ἀρχαίας / νέας ἑλληνικῆς, εἶναι στό νά δείξῃ ὅτι δέν τίθεται θέμα μόνο μορφολογικῆς ποικιλίας ἀλλά καί εὐρύτατης φωνητικῆς ποικιλίας, πού δέν ἑρμηνεύεται οὔτε μέ τούς νόμους τῆς κλασικῆς νεογραμματικῆς θεωρίας, οὔτε καί μέ τήν ἀπόδοση ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν φωνητικῶν μεταβολῶν σέ παρετυμολόγηση.

    Δέν ἀρνοῦμαι τήν δράση καί τέτοιων παραγόντων, φρονῶ ὅμως ὅτι πρέπει νά ληφθῇ ὑπ᾿ ὄψει τό ἔργο τῶν E.G. Furnée καί R. Beekes πού ἀποδίδουν τήν εὐρεῖα φωνητική ποικιλία πού κάνει τήν ἐμφάνισή της σέ πλεῖστες ὅσες ἀρχαιοελληνικές λέξεις, στήν λεγόμενη «προελληνική». Δέν μποροῦμε πλέον νά ἀντιμετωπίζουμε τό φαινόμενο τῆς τεράστιας φωνητικῆς ποικιλίας πού παρουσιάζουν λέξεις ὅπως «καλικάντζαρος», «ρουγκατσάρια» ἤ «περπερούνα», σάν νά μήν τρέχῃ τίποτα, σάν νά πρόκηται γιά κάτι τό φυσιολογικό καί περίπου ἀναμενόμενο.

    Φτάνει μόνο νά ἐπισημανθοῦν -στήν περίπτωση λ.χ. τῆς Περπερούνας- τύποι ὅπως «Πουσπουρίτσα» ἤ «Μιρμιροῦ» γιά νά δειχθῇ ὅτι πολύ ἀπέχουμε ἀπό τοῦ νά ἔχουμε ἀποθησαυρίσει ὅλους τούς σχετικούς τύπους -καί εἶναι πολλοί- πού κατά τήν ταπεινή μου ἄποψη ἀποτελοῦν μάρτυρες μιᾶς παλαιότατης πολυδιάσπασης.

    Ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι κούρασα, ἔστω καί μέ διακριτές παραγράφους. Ἀναμένω τήν ἄποψή σας -ἤ καί ὅποιου ἄλλου- ἐπί τοῦ θέματος, θά μοῦ συγχωρήσουν ὅμως οἱ ἱστάδελφοι τό ὅτι θά συμμετέχω στήν συζήτηση βραδινές ὧρες (ὄχι, δέν πῆγα στήν Ἀμερική, ἁπλῶς κάτι μοῦ ἔτυχε).

  213. Γιάννης Ιατρού said

    212α: Α, τώρα είναι πολύ καλά αναγνώσιμο, χαίρομαι!

    211: ΕΦΗ, διαπιστώνω πως ποτέ δεν αμελείς να διαβάσεις και τα προηγούμενα. Ναι, έτσι όπως γράφεις είναι. Πάντως τώρα με το λίκνο στο #129 αποκλείεται να μην το ψάξουμε επισταμένα 🙂

    209: 🙂

    208 (83): Σπύρο, αυτό είχα δει κι εγώ, άλλα με την φασαρία μου διέφυγε να το αναφέρω. Χαίρομαι που η συζήτηση επί του θέματος άρχισε πάλι.

  214. Γιάννης Ιατρού said

    Για τους ρέκτες των προ-ελληνικών φωνολογικών, μορφολογικών κλπ., εδώ το Pre-Greek Phonology, Morphology Lexicon – R. S. P. Beekes, 2014 🙂

  215. Πέπε said

    @212:
    > > …τό φαινόμενο τῆς τεράστιας φωνητικῆς ποικιλίας πού παρουσιάζουν λέξεις ὅπως «καλικάντζαρος», «ρουγκατσάρια» ἤ «περπερούνα»

    Πάντως πρόκειται για λέξεις που σημαίνουν έθιμα (οι δύο τελευταίες) ή παραδόσεις (οι καλικάντζαροι). Τα έθιμα λοιπόν της Περπερούνας και των Ρουγκατσαριών και οι παραδόσεις για τους Καλικαντζάρους παρουσιάζουν αντίστοιχα μεγάλη ποικιλία. Ωστόσο, δε χωράει αμφιβολία ότι σε καθεμία περίπτωση πρόκειται για ένα έθιμο ή μία παράδοση, με μία αρχική προέλευση, που στο πέρασμα των γενεών πολυδιασπάστηκε. (Εκτός αν σε κάποιες συγκεκριμένες τοπικές εκδοχές υπάρχει και συμφυρμός με άλλα έθιμα ή παραδόσεις, κάτι που εξίσου μπορεί να συμβεί και με τις λέξεις, όπως π.χ. εκεί όπου οι μωμόγεροι ονομάζονται μπαμπόγεροι ή καλόγεροι – δηλ. ονομαζονται με παρόμοιες λέξεις που ήδη εσήμαιναν κάτι άλλο).

    Νομίζω ότι όλο μαζί το φαινόμενο δεν είναι τόσο περίεργο. Έχουμε έθιμα που τελούνται (/παραδόσεις που αναπαράγονται) σε κλειστούς κύκλους, στα όρια κάθε κοινότητας ή και ακόμη κλειστότερους, συχνά ανεπηρέαστα από το πώς γίνεται/λέγεται το ίδιο πράγμα στο παραδίπλα χωριό. Αντίστοιχα και οι λέξεις, διακινούνται εντός κλειστών κύκλων. Μπορεί ο κάτοικος του α χωριού να έχει επαφές με τον κάτοικο του β, να μη βρίσκεται σε πλήρη άγνοια του πώς λέει εκείνος αυτό που ο ίδιος λέει λίγο αλλιώς, αλλά παρά ταύτα το σχετικώς στεγανό διατηρείται.

    Αυτή λοιπόν η επιλεκτική απομόνωση (πληθυσμοί που μπορεί να έχουν επαφές αλλά σε συγκεκριμένα ζητήματα όπως τα τοπικά έθιμα / παραδόσεις και το αντίστοιχο λεξιλόγιο παραμένουν ανεπηρέαστοι από τις επαφές τους), σε συνδυασμό με το ότι οι λέξεις αυτές, από κάποιο εξελικτικό στάδιο και μετά, απώλεσαν την ετυμολογική τους διαφάνεια, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει φρένο στην ανεξέλεγκτη αλλοίωσή τους, μου φαίνεται αρκετά εύλογο και αναμενόμενο να οδηγεί σε απειρία παραλλαγών των λέξεων και σε ανάπτυξη κάποιων που δε φαίνονται καν να έχουν σχέση με κάποιες άλλες.

  216. sarant said

    215 Πολύ λογική η εξήγηση.

  217. Χρίστος Δάλκος said

    Ἀγαπητέ Πέπε,
    Θά ξαφνιαστῇς πού θά σοῦ πῶ -παίρνω τό θάρρος τοῦ οἰκείου ἑνικοῦ- ὅτι κατά πᾶσαν πιθανότητα κάπως ἔτσι ἔγιναν τά πράγματα στήν περίπτωση τῆς γλωσσικῆς / πληθυσμιακῆς πολυδιάσπασης πού τόσο εὔστοχα περιγράφεις:

    «Ωστόσο, δε χωράει αμφιβολία ότι σε καθεμία περίπτωση πρόκειται για ένα έθιμο ή μία παράδοση, με μία αρχική προέλευση, που στο πέρασμα των γενεών πολυδιασπάστηκε.»

    Ἐγώ ἁπλῶς ὑποστηρίζω ὅτι αὐτό τό «πέρασμα τῶν γενεῶν» χάνεται στά βάθη τοῦ χρόνου, ὅτι δηλαδή ἡ πολυδιάσπαση αὐτή εἶναι τεκμήριο παλαιότητας. Τεκμήριο παλαιότητας εἶναι, κατά τήν γνώμη μου, καί ἡ μαγική σκέψη πού διατρέχει αὐτά τά ἐθιμικά / τελετουργικά δρώμενα, συμπεριλαμβανομένων καί αὐτοῦ τῶν Καλικαντζάρων.

    Διότι καί στήν περίπτωση τῶν σχετικῶν παραδόσεων εἶναι εὐδιάκριτη, ὑπό τήν ἐπιφάνεια τῶν δεισιδαιμονικῶν ἀντιλήψεων, μιά ἐπιθυμία ἐξέλασης τῶν βλαπτικῶν δαιμόνων (πρβλ. τό γνωστό ἆσμα τῶν καλικαντζάρων: «Φέγετε νὰ φύγωμε / τί ἔφτασε ὁ τρουλόπαπας / μὲ τὴν ἁγιαστοῦρα του / καὶ μὲ τὴ βρεχτοῦρα του»).

    Ἡ ἀποπεμπτική πρόθεση εἶναι περισσότερο ἐμφανής στήν παραλλαγή τοῦ ἄσματος στό Μανιάκι (: Φεύγατε καλικατζόνια, / τ᾿ ἔφτασε ὁ τουρλόπαπας / μέ τήν ἁγιαστήρα του…), ἐνῷ ἀλλοῦ χρησιμοποιοῦνται πιό βάρβαρα, ἀλλά καί πιό δραστικά μέσα: «Ἔβγα, μάνα, ἔβγα θεία, μ᾿ ἕνα δαύλαρο φωτία … γιά νά κάψῃς τοῦ λυκούτσαρδου τ’ αὐτία!» Πελοπν. (Νεάπολη).

    Μέ τήν «ἐπωδή» ἀπό τήν Κύπρο («τιτσίν, τιτσίν, λουκάνικον, / μασ΄αίριμ μαυρομάνικον, / κομμάτι ξεροτήανο / νά φᾶμε τσ΄αί νά φύωμεν / τσ΄ ἔρκεται ὁ γερόπαπας / μέ τήν ἁγιαστούρα του») περνᾶμε σέ πιό ἤπιες λύσεις, στό πνεῦμα τοῦ do ut abeas (= δίνω γιά νά ἀπέλθῃς).

    Μάλιστα, ἡ κυπριακή συνήθεια νά «σύρνουν (πετοῦν) τά ξοροτήανα τά Χριστούγεννα πάνω στό δῶμαν νά φᾶν οἱ σκαλαπούνταροι» εἶναι ἕνα μόλις βῆμα πρίν ἀπό τά γνωστά μας κάλαντα, ὅπου οἱ καλαντιστές (μεταμφιεσμένοι, προφανῶς, παλαιότερα, σέ ἀποπεμπόμενους διά μειλιγμάτων δαίμονες) σφετερίζονται τελικῶς τά διάφορα καλούδια πού προωρίζονταν ἀρχικά γιά τούς δαιμονικούς τους προγόνους.

    Ὅλ᾿ αὐτά θεωρῶ ὅτι εἶναι παμπάλαια, ὁπότε παμπάλαια, νομίζω, εἶναι καί τά φωνητικά φαινόμενα πού παρατηροῦνται σέ ἐναλλακτικούς κατ᾿ οὐσίαν τύπους τῆς λέξης «καλικάντζαρος», ὅπως «σκαλαπούνταρος», «ρουγκατσάρια», «παρτσάγγαλος», κ.λπ.

    Τό εὖρος καί ἡ ποικιλία τῶν φωνητικῶν αὐτῶν ἐναλλαγῶν κανονικά πρέπει νά μᾶς κάνῃ ἰδιαίτερα προσεκτικούς ὅταν π.χ. στήν περίπτωση τῶν μωμοέρων καταλήγουμε στό συμπέρασμα ὅτι «οι μωμόγεροι ονομάζονται μπαμπόγεροι ή καλόγεροι – δηλ. ονομάζονται με παρόμοιες λέξεις που ήδη εσήμαιναν κάτι άλλο».

    Εἶναι πιθανό τῶν λέξεων «μπαμπόγερος» «μομόγερος» καί «παπόγερος» νά ὑπόκηνται ἐναλλακτικές μορφές τῆς ἴδιας ρίζας καί νά ἔχουμε πρό ὀφθαλμῶν τό φωνητικό φαινόμενο τῆς «συναμφετεροίωσης», ἤτοι τῆς ἴδιας φωνητικῆς μεταβολῆς καί στά δύο σκέλη ἀναδιπλασιασμένων ριζῶν (π.χ. μπουρμπουλήθρα / πουρπ᾿λήθρα / βουρβουλήθρα / γουργουλήθρα, βλ. Χ. Δάλκος, «Συναμφετεροίωση», περ. νέα εὐθύνη, τχ. 24, 2014).

    Ὁ ὅρος ἔχει προταθῆ μετ᾿ ἐπιφυλάξεως ἀπό τόν ὑποφαινόμενο καί, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν εἶναι ἐπιτυχής, ἐκφράζει μιά πραγματικότητα πιστοποιούμενη μέ πάνω ἀπό 70 παραδείγματα.

    Τό ἴδιο φαινόμενο ἐντοπίζεται καί στήν περίπτωση τοῦ ὀνόματος τῆς Περπερούνας, πού ἐμφανίζει τύπους ὅπως μιμιροῦ (= κορίτσι πού τό καταβρέχουν γιά νά προκληθῇ βροχή) / περπεροῦ, πιπεροῦ, πιρπιρούνα, πιρπιρίτσα κ.λπ. / bαρbερίτσα, bαρbαρούσα / βερβερίτσα, ἤτοι ἐναλλαγές π-π / b-b / β-β / μ-μ.

    212 Διόρθωση μιμιροῦ καί ὄχι «μιρμιροῦ» ὅπως λανθασμένα ἔγραψα ἀπό μνήμης.

    190 Διόρθωση «οἶμαί τι λέγειν» καί ὄχι «οἶμαί τί με λέγειν», ὅπως ἔγραψα ἐκ παραδρομῆς. Δέν ὑπάρχει ἑτεροπροσωπία ἀλλά ταυτοπροσωπία.

    (Ὅταν κάθωμαι καί σκέφτωμαι τό μέγεθος τῆς ἀγραμματοσύνης μου, ἀπορῶ πῶς μοῦ δώσανε ὄχι διδακτορικό ἀλλά ἀκόμα καί αὐτό τό πτυχίο τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς)

  218. sarant said

    217 Η πολυδιάσπαση είναι τεκμήριο παλαιότητας.
    Ωστόσο πολυδιάσπαση υπάρχει και σε λέξεις που είναι πχ τουρκικά δάνεια, άρα δεν έχουν και τόσο μεγάλη παλαιότητα εξόν κι αν τις βγάλουμε κι αυτές πρωτοελληνικές.

    Για παράδειγμα ο ναμικιορης σε διάφορα νησιά της 12νήσου είναι ανεμοτσόρης ή αλαμπικιόρης ή ναμοτσόρης κτλ.

  219. Γιάννης Ιατρού said

    217: …οἶμαί τι λέγειν» καί ὄχι «οἶμαί τί με λέγειν»…
    και η 2η παραλλαγή βγάζει (άλλο 🙂 ) νόημα

    281: από πόσα χρόνια και πάνω να το λέμε παλαιό; Θέλω να πω, πως και για το ναμικιόρης ==> αλαμπικιόρης θα χρειάστηκε κάποια χρονική περίοδος. Σκέφτηκα πως δεν είναι πολύ μακρυά και τα αναφερόμενα στην εργασία των M. Stachowski, R. Woodhouse στο σύνδεσμο που έδωσε ο Γρηγόρης, στο σημερινό θέμα (Ισταμπουλ).

    Τώρα βέβαια έχω πει πως μόνο παρεπιδημών/πλανόδιος είμαι σε κάτι τέτοια θέματα …. οπότε μπορεί και να τα μπερδεύω.

  220. Πέπε said

    @217:

    > > Τό εὖρος καί ἡ ποικιλία τῶν φωνητικῶν αὐτῶν ἐναλλαγῶν κανονικά πρέπει νά μᾶς κάνῃ ἰδιαίτερα προσεκτικούς ὅταν π.χ. στήν περίπτωση τῶν μωμοέρων καταλήγουμε στό συμπέρασμα ὅτι «οι μωμόγεροι ονομάζονται μπαμπόγεροι ή καλόγεροι – δηλ. ονομάζονται με παρόμοιες λέξεις που ήδη εσήμαιναν κάτι άλλο». Εἶναι πιθανό τῶν λέξεων «μπαμπόγερος» «μομόγερος» καί «παπόγερος» νά ὑπόκηνται ἐναλλακτικές μορφές τῆς ἴδιας ρίζας […κλπ]

    Είναι πιθανό, ναι. Αλλά προκειμένου για λέξεις χωρίς ετυμολογική διαφάνεια, είναι ταυτόχρονα πιθανό να έχει υπάρξει και παρετυμολογική επίδραση από κάποια παρόμοια (μορφολογικά, ακουστικά) λέξη. Εδώ ακόμα και λέξεις λιγότερο μυστηριώδεις αλλοιώνονται από παρετυμολογική επίδραση. Άλλωστε για τους μωμογέρους υπάρχει και η παραλλαγή «καλόγεροι» όπου δεν παίζει αυτό το φαινόμενο με την αναδιπλαριασμένη ρίζα.

    @218:
    > > Ωστόσο πολυδιάσπαση υπάρχει και σε λέξεις που είναι πχ τουρκικά δάνεια

    Στο #215 ανέφερα μια σκέψη για κάποιες από τις λέξεις του Χρίστου: ότι > > απώλεσαν την ετυμολογική τους διαφάνεια, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει φρένο στην ανεξέλεγκτη αλλοίωσή τους. Όταν η λέξη είναι ξένη, είναι εξαρχής χωρίς ετυμολογική διαφάνεια. Ο συσχετισμός ανάμεσα στη μορφή και τη σημασία της είναι αυθαίρετος, άρα εξίσου καλός με οποιονδήποτε άλλο συσχετισμό (άλλης μορφής με την ίδια σημασία).

    ___________________________

    Χρίστο, μήπως είσαι ο Ignota Animus? Ο Ignota Animus είναι ο ψευδώνυμος συγγραφέας ενός βιβλίου όπου παρατίθενται (όσο θυμάμαι γιατί πάνε χρόνια που το διάβασα) καμά εκατοστή διαλεκτικές παραλλαγές των λέξεων «βάτραχος» και «σαμιαμίδι». Μέσα στις εκατό κάθε ομάδας, μπορεί κανείς να διαλέξει αρκετά ζεύγη λέξεων χωρίς καμία απολύτως ομοιότητα μεταξύ τους, και άρα καμία ένδειξη κοινής προέλευσης, αν όμως δεις και τις 100 όλες μαζί πάντα υπάρχουν οι ενδιάμεσοι κρίκοι που τελικά τις συνδέουν όλες.

    Εντωμεταξύ, τώρα που ξαναβλέπω (στο λινκ) το εξώφυλλο, έχει κι έναν καλικάντζαρο. Ίσως δε θυμάμαι σωστά και αντί για βάτραχο και σαμιαμίδι να έχει μια από τις δύο + καλικάντζαρο.

    (Γλωσσολογικό παραμύθι εδώ, κόμιξ και τραγούδια στα αρχαία εκεί, ντοπιολαλιές και στα δύο…)

  221. Πέπε said

    *Ignotus* βεβαίως…

  222. Γς said

    217:

    >τιτσίν, τιτσίν, λουκάνικον
    μασ΄αίριμ μαυρομάνικον
    κομμάτι ξεροτήανο
    νά φᾶμε τσ΄αί νά φύωμεν
    τσ΄ ἔρκεται ὁ γερόπαπας
    μέ τήν ἁγιαστούρα του

    μασ΄αίριμ -> μασιαίρι = μαχαίρι

    μασιαίρι μαυρομάνικον – μαχαίρι με μαύρο χερούλι

    ξεροτήανο = λουκουμάς

    τσ’ αί = τζαί = και

    Αρα καλά έλεγε η πελή πρόσφυγας απ τα Βαρώσι στην Αγία Νάπα [Σχ. 110]

    «Τιτσί, τιτσί λουκάνικο
    κομμάτι ξεροτύανο
    να φαμε τζε να φύουμε»

    Πλάκα έχει κι αυτό το Τιτσίν Τιτσί. Το τσιτσί που λέμε στα μωρά

  223. Χρίστος Δάλκος said

    218 «Ωστόσο πολυδιάσπαση υπάρχει και σε λέξεις που είναι πχ τουρκικά δάνεια, άρα δεν έχουν και τόσο μεγάλη παλαιότητα εξόν κι αν τις βγάλουμε κι αυτές πρωτοελληνικές.
    Για παράδειγμα ο ναμικιορης σε διάφορα νησιά της 12νήσου είναι ανεμοτσόρης ή αλαμπικιόρης ή ναμοτσόρης κτλ.»

    Δέν διαφωνῶ Νίκο. Ἡ πολυδιάσπαση ἀπό μόνη της δέν συνεπάγεται παλαιότητα. Γιά νά μήν νομισθῇ ὅτι τώρα προβαίνω σ᾿ αὐτήν τήν παραδοχή, παραθέτω ἀπόσπασμα ἀπό ἕνα κείμενο, κατατεθειμένο πρίν πολλά χρόνια στήν διεύθυνση τοῦ Κέντρου Ἐρευνῶν τῶν Νεοελληνικῶν Διαλέκτων καί Ἰδιωμάτων – ΙΛΝΕ:

    «● μπουζντουγάνι. Γιά νά μήν νομισθῇ ὅτι ἡ φωνητική ποικιλία ἀφορᾷ μόνο ἑλληνικές ἤ «προελληνικές» λέξεις, ἰδού ἕνα παράδειγμα πολυτυπίας τῆς τουρκικῆς λέξης bozdağan, bozdoğan (= εἶδος ἀχλαδιοῦ): μπασταγάνι, μπαστεβάνι, μπαστιβανιά, μπαστοβάνι, μπαστουγάνι, μπουζντουγάνα, μπουζντουγάνι, μπουλντουβάνα, τοπων. Μπουρδουβάνα ἡ, μπουρντουγάνα, μπουρντουγάνι, μπουσδουγάνι, μπουσοβάνικο, τοπων. Μπουστουγανά τά, μπροστογάνα, μπρουζντουγάνα, μπρουζοντουγάνα, μπρουστουγάνα, παστιβάνι.

    Ἐν τούτοις, ἄς μή νομισθῇ ὅτι ὅλοι αὐτοί οἱ τύποι ὑπῆρξαν ὁμαδοποιημένοι ὑπό τό λῆμμα μπουζντουγάνι τό, στό Ἀρχεῖο τοῦ Κέντρου Ἐρεύνης Νεοελληνικῶν Διαλέκτων καί Ἰδιωμάτων, ἀπ᾿ ὅπου ἀντλήθηκαν. Ἀντιθέτως οἱ περισσότεροι ἦσαν διασκορπισμένοι ἐδῶ κι ἐκεῖ καί χρειάσθηκε -ὅπως καί στίς περιπτώσεις πολυτυπικῶν ἑλληνικῶν λέξεων- ἐπίμονη ἐνδοσυγκριτική ἔρευνα γιά νά ἐντοπισθοῦν καί νά ὁμαδοποιηθοῦν, κάτι ὅμως πού ἀποδεικνύει γιά μιά ἀκόμα φορά τήν βασιμότητα καί ἀποδοτικότητα τῆς ἐνδοσυγκριτικῆς ἀντίληψης.»

    Ἑπομένως πρέπει νά συντρέχουν καί κάποιες ἄλλες ἐνδείξεις γιά νά ἀναχθῇ ἡ νεοελληνική πολυτυπία / φωνητική πολυδιάσπαση σέ παλαιότατη ἐποχή. Μιά ἀσφαλής ἔνδειξη εἶναι οἱ νεοελληνικές πολυτυπικές λέξεις νά ἐμφανίζουν πλήν τῆς πολυτυπίας καί παρεμφερῆ -ἄν μή τά ἴδια- φωνητικά φαινόμενα μέ παρόμοια πολυτυπικές ἀρχαιοελληνικές λέξεις πού χαρακτηρίζονται «προελληνικές», ὅπως συμβαίνει κατά κόρον μέ λέξεις γιά φυτά, δένδρα, ζῶα, πτηνά, ἔντομα, ψάρια, θηλυκά δαιμονικά ὄντα, παντός είδους σύνεργα τῆς καθημερινῆς ζωῆς κ.λπ.

    (Σ᾿ αὐτήν τήν κατηγορία ἀνήκει καί ἡ λέξη γιά τόν βάτραχο* πού ἐμφανίζει στήν ἀρχαία περί τούς 15 ἐναλλακτικούς τύπους, ἐνῷ στήν νέα ἑλληνική πολύ περισσότερους ἀπό τούς 109 τοῦ ΙΛΝΕ. Καί ναί, ἀγαπητέ Πέπε, ἐγώ εἶμαι ὁ Ignotus Animus τοῦ μακαρίτη πλέον «Τσύριου καθηγητῆ»).

    Μιά ἄλλη ἔνδειξη γιά πρωτοελληνική καταγωγή κάποιων πολυτυπικῶν λέξεων εἶναι ἡ πιστοποιημένη ἐγκαθίδρυσή τους στήν γλωσσική / πολιτισμική συνείδηση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι ἄλλο εἶναι οἱ καλικάντζαροι, κι ἄλλο ὁ ναμικιόρης καί τό μπουζντουγάνι. Νομίζω ὅτι ἔχω δίκιο ὅταν ἐπισημαίνω: «Τεκμήριο παλαιότητας εἶναι, κατά τήν γνώμη μου, καί ἡ μαγική σκέψη πού διατρέχει αὐτά τά ἐθιμικά / τελετουργικά δρώμενα…».

    Συνελόντι εἰπεῖν, μιά πολυτυπική λέξη δέν συνεπάγεται ἀναγκαστικά πρωτοελληνική καταγωγή, ἀλλά μιά πρωτοελληνική λέξη συνεπάγεται κατά τό μᾶλλον ἤ ἧττον εὐρεῖα πολυτυπία καί φωνητική ποικιλία.

    220 Πέπε: «προκειμένου για λέξεις χωρίς ετυμολογική διαφάνεια, είναι ταυτόχρονα πιθανό να έχει υπάρξει και παρετυμολογική επίδραση από κάποια παρόμοια (μορφολογικά, ακουστικά) λέξη»

    Αὐτό εἶναι σωστό, καί δέν τό ἀρνοῦμαι.

    «Εδώ ακόμα και λέξεις λιγότερο μυστηριώδεις αλλοιώνονται από παρετυμολογική επίδραση.»

    Ἐπίσης σωστό. Κι ὄχι μονάχα ἀπό παρετυμολογική ἐπίδραση. Γιατί στό κάτω κάτω τό «θέλω νά» τράπηκε στό ἐσωτερικό τῆς ἴδιας γλώσσας καί σέ «θελά» καί σέ «θενά», καί σέ «θανά» καί σέ «θά» κ.λπ.;

    «Άλλωστε για τους μωμογέρους υπάρχει και η παραλλαγή «καλόγεροι» όπου δεν παίζει αυτό το φαινόμενο με την αναδιπλασιασμένη ρίζα.»

    Συμφωνῶ, ἄλλωστε ἐγώ ἀναφέρθηκα, πιθανολογῶντας μάλιστα, μόνο στό «μπαμπόγερος» «μομόγερος» καί «παπόγερος», καί δέν θέλω νά συμπεριλάβω ὑπό τήν σκέπη ἑνός γενικοῦ νόμου –θά ᾿χῃς καταλάβει τήν ἀπέχθειά μου γιά τούς γενικούς νόμους- ὅλα τά φαινόμενα.

    *Σημειώνω πώς γιά τήν περίπτωση τῆς πολυτυπίας στήν «προελληνική» θεωρούμενη λέξη «βάτραχος» ὑπάρχει ἐκτεταμένη ἀναφορά καί προσπάθεια ἐτυμολόγησής της –βάσει καί τῆς νέας ἑλληνικῆς- στό ἄρθρο μου «Τό πλατωνικό “διὰ τὸ πανταχῇ στρέφεσθαι τὰ ὀνόματα” καί ἡ κριτική τοῦ Γ. Χατζιδάκι στίς γλωσσικές ἀντιλήψεις τοῦ Πλάτωνος: Ποιός, τελικά, εἶχε (περισσότερο) δίκιο;», στόν προσφάτως ἐκδοθέντα 21ο τόμο τοῦ περιοδικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Ὀνοματολογικῆς Ἑταιρείας «Ονόματα».

  224. Πέπε said

    @223:
    Ευχαριστώ για τη λεπτομερή απάντηση, χαίρομαι δε για τη …γνωριμία (αναγνώριση). Αν δεν ήσουν εσύ, θα ήταν αναπόφευκτα κάποιος που σε διαβάζει ή που τον διαβάζεις.

    Βρίσκω τη συζήτηση όλο και πιο ενδιαφέρουσα.

    > > Μιά ἄλλη ἔνδειξη γιά πρωτοελληνική καταγωγή κάποιων πολυτυπικῶν λέξεων εἶναι ἡ πιστοποιημένη ἐγκαθίδρυσή τους στήν γλωσσική / πολιτισμική συνείδηση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι ἄλλο εἶναι οἱ καλικάντζαροι, κι ἄλλο ὁ ναμικιόρης καί τό μπουζντουγάνι. Νομίζω ὅτι ἔχω δίκιο ὅταν ἐπισημαίνω: «Τεκμήριο παλαιότητας εἶναι, κατά τήν γνώμη μου, καί ἡ μαγική σκέψη πού διατρέχει αὐτά τά ἐθιμικά / τελετουργικά δρώμενα…».

    Μια επιφύλαξη:

    Η μαγική σκέψη οπωσδήποτε είναι ισχυρό τεκμήριο, σχεδόν απόδειξη, παλαιότητας. Ο πρώτος άνθρωπος που καθιέρωσε το Α έθιμο ή είπε τη Β παράδοση, αν αυτά διατρέχονται απο μαγική σκέψη, σίγουρα θα έζησε πολύ παλιά. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι έζησε κατ’ ανάγκην εδώ, μπορεί το έθιμο ή η παράδοση να είναι πολύ μεταγενέστερο δάνειο. Άρα, και το σχετικό λεξιλόγιο.

  225. Χρίστος Δάλκος said

    224 «Η μαγική σκέψη οπωσδήποτε είναι ισχυρό τεκμήριο, σχεδόν απόδειξη, παλαιότητας. Ο πρώτος άνθρωπος που καθιέρωσε το Α έθιμο ή είπε τη Β παράδοση, αν αυτά διατρέχονται απο μαγική σκέψη, σίγουρα θα έζησε πολύ παλιά. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι έζησε κατ’ ανάγκην εδώ, μπορεί το έθιμο ή η παράδοση να είναι πολύ μεταγενέστερο δάνειο. Άρα, και το σχετικό λεξιλόγιο.»

    Αὐτό γιά τήν μαγική σκέψη γράφτηκε γι’ «αὐτά τά ἐθιμικά / τελετουργικά δρώμενα», ἑπομένως ἐν συνδυασμῷ πρός τήν διαπίστωση γιά τούς καλικαντζάρους ὅτι «εἶναι […] πιστοποιημένη (ἡ) ἐγκαθίδρυσή τους στήν γλωσσική / πολιτισμική συνείδηση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ».

    Ἀπό ποῦ συνάγεται αὐτό; Ἀπό τό γεγονός ὅτι καί στό τελευταῖο κουτσοχώρι ὑπάρχει (ὑπῆρχε) μιά βαθειά πίστη στήν ὕπαρξη αὐτῶν τῶν δαιμονικῶν ὄντων, καί λαμβάνονταν μέτρα γιά τήν ἀπαλλαγή τῶν ἀνθρώπων ἀπ᾿ αὐτά.

    Μέ ἄλλα λόγια, οἱ καλικάντζαροι εἶναι ὀργανικά δεμένοι μέ τόν λαϊκό μας πολιτισμό, καί αὐτό ἀποδεικνύεται ἐπίσης ἀπό τό γεγονός ὅτι ὑπάρχουν παράπλευρες «λεξιλογικές συμφύσεις» πού ἀποδεικνύουν τόν μακρό βίο τῶν σχετικῶν παραδόσεων.

    Ἐπί πλέον, μελετῶντας κανείς τίς παραδόσεις αὐτές καί τά συμπαρομαρτοῦντα δρώμενα ἄγεται στό συμπέρασμα ὅτι ἀντικατοπτρίζουν στάδια ἐξέλιξης τῆς μαγικῆς σκέψης, ὅπως περίπου τό «θελά» ἤ τό «θενά» ἀντιπροσωπεύουν ἐνδιάμεσους σταθμούς τῆς πορείας ἀπό τό «θέλω νά» στό «θά».

    Διότι μεταξύ τῆς ἀπροκάλυπτης ἀποδιοπόμπησης τῶν καλικαντζάρων μέσῳ τοῦ ἀναμμένου δαυλιοῦ (ὅπως συμβαίνει σέ πολλές ἑλληνικές περιοχές) καί τῆς ἐξασφάλισης τῆς ἀπουσίας τους διά τῆς προσφορᾶς μειλιγμάτων (ὅπως γίνεται στήν Κύπρο π.χ.) ὑπάρχει μιά τεράστια ἀπόσταση, πού κατά τήν γνώμη μου θέλει χιλιετίες γιά νά διανυθῇ.

    Τό ἴδιο θά ὑποστήριζα καί γιά τήν ὑποκατάσταση τῶν δαιμόνων ἀπό τούς καλαντιστές. Αὐτά τά πράγματα δέν γίνονται ἀπό τήν μιά μέρα στήν ἄλλη, καί κανονικά θά ἔπρεπε νά ὀφείλουμε χάριτας στίς κατά τόπους παραδόσεις τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ πού συντήρησαν ποικίλες ἐκφάνσεις τοῦ πολυδιασπασμένου αὐτοῦ ὑλικοῦ.

    Ξέρω ὅτι θά ἀντιτείνῃς -ἄν ὄχι ἐσύ, κάποιος ἄλλος- ὅτι ὅλη αὐτή ἡ πανσπερμία ἐξηγεῖται ἀπό τήν κατά τόπους διασπορά τῆς τουρκικῆς ἐπίδρασης.

    Διάβασα μέ προσοχή τό κείμενο τοῦ Βάλτερ Ποῦχνερ γιά τό ὁποῖο εἶχε τήν καλοσύνη νά μέ πληροφορήσῃ ὁ κ. Καραποτόσογλου (Βάλτερ Πούχνερ, «Δοκίμιο για τους καλικαντζάρους», Ἐθνογλωσσολογικές μελέτες, Μορφολογίες – Σημασίες – Ετυμολογίες, εκδ. Αρμός, 2013, σ. 85-127), καί πέρα ἀπό τόν θαυμασμό μου γιά τήν εὐρυμάθεια καί τῶν δύο ἀνδρῶν (γιατί νομίζω ὅτι καί ὁ κ. Καραποτόσογλου ἔχει συμβάλει οὐσιαστικά στήν τεκμηρίωση τῆς ἐκτιθέμενης ἄποψης), ὁμολογῶ ὅτι δέν πείσθηκα γιά τήν τουρκική προέλευση τόσο τῶν ὀνομάτων, ὅσο καί τῶν μαγικῶν ἀντιλήψεων.

    Ἀναφερόμενος ὁ Ποῦχνερ στό ἐπιχείρημα τοῦ Πολίτη γιά τήν ἑλληνική προέλευση τῶν καλικαντζάρων, παρατηρεῖ: «Βέβαια το επιχείρημά του, πως τα δαιμόνια αυτά και στους μουσουλμάνους, με το διαφορετικό εορτολόγιό τους, εμφανίζονται ανάμεσα στα Χριστούγεννα και τα Θεοφάνια, είναι κάπως σχετικό, γιατί οι προλήψεις και δεισιδαιμονίες του Δωδεκαημέρου αφορούν το χειμερινό ηλιοστάσιο και δευτερογενώς μόνο παίρνουν και ένα χριστιανικό επίχρισμα.» (ὅ.π., σ. 114)

    Ὅμως, ἄν αὐτό ἰσχύῃ γιά τήν ἑλληνική πλευρά –πού ἔν τινι μέτρῳ ἰχύει, ὄντως οἱ παραδόσεις αὐτές εἶναι προχριστιανικές- ἰσχύει, φαντάζομαι, καί γιά τήν τουρκική, ὁπότε δέν ἔχει καί μεγάλο νόημα νά ἐπικαλῆται κάποιος τήν ἐμφάνιση τῆς παρεμφεροῦς ὀνοματολογίας στήν ἐπικράτεια τῆς παλαιᾶς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας.

    Ἀφοῦ αὐτή καλύπτει τήν ἐπικράτεια τῆς παλαιᾶς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, καί ἀφοῦ «οι προλήψεις και δεισιδαιμονίες του Δωδεκαημέρου» ἀνάγονται σέ παλαιότατη, ἀσφαλῶς προχριστιανική ἐποχή, θά μποροῦσε κάποιος ἐκεῖ νά ἀναγάγῃ καί τίς ἀπαρχές τῶν πίστεων πού ἡ χριστιανική ἐκκλησία προσπάθησε νά ἀφομοιώσῃ.

    (Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ πώς, γιά ἕνα ἐπίσης παλαιότατο ἔθιμο ὅπως αὐτό τῆς Περπερούνας, ὑποστηρίζεται: «Η υποψία για την εκκλησιαστική αρχή του εθίμου ενισχύεται επίσης από το γεγονός, ότι μαρτυρούνται και μεικτές μορφές, όπου τις περπερούνες συνοδεύει παπάς…», βλ. ὅ.π., σ. 142. Μά καί μέ τούς καλικαντζάρους συμβαίνει τό ἴδιο, καί μάλιστα ρητά καί κατά κόρον, κι ὅμως ἐδῶ ἡ παρουσία τῆς ἐκκλησίας ὑποβιβάζεται σέ δευτερογενῆ ρόλο «ἐπιχρίσματος».)

    Καί ἄν γιά τήν ὀνοματολογία μπορῇ νά ὑπάρχουν ἀπό κάποιους κάποιες ἐπιφυλάξεις, γιά τήν ἡλικία τῶν «προλήψεων καί δεισιδαιμονιῶν τοῦ Δωδεκαημέρου» δέν νομίζω πώς μποροῦν νά ὑπάρχουν, ἀπ᾿ τήν στιγμή πού ἡ ἐκπλήσσουσα καί ἰδιάζουσα συγγένεια τῶν σχετικῶν «νεο»ελληνικῶν μύθων μέ τόν μῦθο τῆς ὁμηρικῆς Κυκλώπειας καί τοῦ εὐριπίδειου Κύκλωπος πείθει γιά τήν παλαιότητα τῆς μαγικῆς σκέψης πού τούς διατρέχει.

    ΥΓ. Μιά παράκληση: Γράψε μου τοὐλάχιστον τό μικρό σου ὄνομα, γιατί μοῦ ᾿ρχεται λίγο ἄβολα νά σέ λέω Πέπε, ἤ, τό ἀκόμα πιό ἄβολο: ἀγαπητέ Πέπε. Χρίστος

  226. Πέπε said

    @225:
    > > …τις περπερούνες συνοδεύει παπάς…

    Δε μου φαίνεται και τόσο αξιοσημείωτο. Ούτε ο παπάς ούτε οι υπόλοιποι χωριανοί είναι ιδιαίτερα πιθανό να ήξεραν ότι πρόκειται για ειδωλολατρικό έθιμο. Ήταν απλώς ένα έθιμο του χωριού τους, το χωριό τους ήταν ορθόδοξο, η ορθοδοξία ήταν αυτονόητα η μόνη αλήθεια (όλοι είναι ορθόδοξοι εκτός από τους απίστους), άρα καθετί αληθινό είναι ορθόδοξο. Η περπερούνα είναι αληθινή, γιατί αν δεν ήταν δε θα την έκαναν, άρα είναι κι αυτή ορθόδοξη. Ουδεμία αντίφαση. Ο παπάς, πριν γίνει παπάς, είχε δει από μικρό παιδάκι να κάνουν άπειρες φορές την περπερούνα και δε διατηρούσε καμία αμφιβολία για την αλήθεια του εθίμου, πόσο μάλλον που αφορούσε το εντελώς ζωτικό ζήτημα της λειψυδρίας. Οπότε του ήρθε πολύ φυσικό να τη συνοδέψει κι αυτός, όπως πηγαίνει σε αγιασμούς σπιτιών και σε κάθε άλλο παράλογο έθιμο, κυριότατα δε στο διώξιμο των καλικαντζάρων, και αν αυτό έγινε μια-δυο-τρεις φορές παρουσία κάποιου παιδιού που αργότερα έγινε ο επόμενος παπάς, να τη η καθιέρωση!

    Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι ο δεσπότης είχε αντίθετη γνώμη, πόση επικοινωνία μπορούσε να υπάρχει μεταξύ δεσπότη και τοπικών παπάδων, και πόσο μακριά να έφτανε το χέρι του; (Άλλωστε ξέρω από πρώτο χέρι ότι σήμερα, για την ακρίβεια προ 15ετίας -δηλαδή όχι σε εποχές χωρίς δρόμους και μέσα επικοινωνίας-, υπήρχε αναστενάρικο χωριό που ο δεσπότης δεν τούς θεωρούσε χριστιανούς και δεν έδινε άδεια να τους παντρεύουν οι παπάδες. Οι ντόπιοι, που για πάρτη τους θεωρούν ότι είναι οι πιο πιστοί των πιστών, και θεωρούν τη συμμετοχή τους στα Αναστενάρια σημαντικό στοιχείο αυτής τους της πίστης, πολύ απλά έμπαιναν στην ταλαιπωρία να πάνε να παντρευτούν σε χωριά άλλης μητρόπολης που δεν τους ήξεραν!)

    ______________

    Αγαπητέ Χρίστο, σ’ αυτούς τους χώρους όπου συζητάμε χωρίς να βλεπόμαστε και να γνωριζόμαστε δεν είμαι ο άνθρωπος που χτυπάει τα πλήκτρα και που φέρει ένα φυσιολογικό όνομα (και μαζί φάτσα, φωνή και γενικώς υπόσταση), είμαι η ηλεκτρονική περσόνα «Πέπε». Άλλους σχολιαστές που το χρηστώνυμό τους δεν είναι το κανονικό τους όνομα αλλά ωστόσο έχουν δηλώσει και το όνομά τους, τους προσφωνώ κατά κανόνα με το χρηστώνυμο, π.χ. ακόμη και τον ξενιστή μας τον λέω συνήθως Sarant και όχι Νίκο, τον Γς Γς και όχι Γιάννη, και αν τύχει να πληροφορηθώ ότι ο Λάμπρος ή η Έφη-Έφη ή η Μαρία στην πραγματικότητα λέγονται αλλιώς δε θα θεωρήσω ότι μας κορόιδευαν. Έχω αυτή την παραξενιά, ελπίζω να μη σ’ ενοχλεί, αν πάλι σ’ ενοχλεί να με συγχωρείς…

  227. Χρίστος Δάλκος said

    226 «Ούτε ο παπάς ούτε οι υπόλοιποι χωριανοί είναι ιδιαίτερα πιθανό να ήξεραν ότι πρόκειται για ειδωλολατρικό έθιμο.»

    Ἀγαπητέ ἱστάδελφε Πέπε,

    Χαίρομαι πού συμφωνοῦμε πώς τό ἔθιμο τῆς Περπερούνας εἶναι προχριστιανικό. Ἡ εἰκασία μας δέν βασίζεται βέβαια σέ ἀρχαῖες μαρτυρίες (ἀλλά γιά πόσα πράγματα δέν ὑπάρχουν ἀρχαῖες μαρτυρίες, παρ᾿ ὅλο πού εἶναι παλαιότατα!). Βασίζεται –τοὐλάχιστον σέ ὅ,τι ἀφορᾷ ἐμένα- σέ ἕνα εἶδος διαίσθησης, πηγάζουσας ἀπό τήν ἀτμόσφαιρα ὁμοιοπαθητικῆς μαγείας πού ἀποπνέει τό ἔθιμο αὐτό.

    Καί ἐπειδή ἡ ἐπίσκεψις τοῦ ὀνόματος καί τοῦ πράγματος μπορεῖ νά μᾶς διαφωτίσῃ καί γιά τά συναφῆ μέ τούς καλικαντζάρους θέματα, ἐπισημαίνω κάτι –πού πιθανόν καί νά εἶναι ἤδη γνωστό- ὅτι ὁ Ποῦχνερ ἐτυμολογεῖ τήν λέξη «Περπεροῦνα» ἀπό τό βυζαντινό ὑπέρπυρα / πέρπερα.

    Λέει συγκεκριμένα: «Το βυζαντινό χρυσό νόμισμα αναφέρεται ήδη στο κρητικό θέατρο γύρω στα 1600 ως πέρπερα […] Και επειδή η στοχοθεσία του αγερμού στα μάτια των παιδιών είναι η συγκέντρωση των φιλοδωρημάτων ή χρημάτων, η ιδέα μιας τέτοιας συσχέτισης είναι κάπως φυσιολογική […]

    Σε άλλη ανάλογη μελέτη μπόρεσα να κάνω πιθανή μια γλωσσική ερμηνεία για τα ρουγκάτσια, τους δωδεκαημερίτικους αγερμούς της νότιας Βαλκανικής, που πιθανώτατα προέρχονται από τη βυζαντινή ρόγα, την (πρόσθετη) αμοιβή.» (Βάλτερ Πούχνερ, Ἐθνογλωσσολογικές μελέτες, Μορφολογίες – Σημασίες – Ετυμολογίες, σ. 150 – 151).

    Ὅπως ξέρεις, ἐκτιμῶ ἀπεριόριστα τόν σπουδαῖο ἐπιστήμονα γιά τίς γνώσεις του καί τήν προσφορά του, ἀλλ᾿ ἀδυνατῶ νά δεχθῶ τίς ἐτυμολογήσεις αὐτές, ἐπηρεασμένες, ἴσως, ὑπέρ τό δέον, ἀπό ἕνα πνεῦμα πραγματιστικῆς θεώρησης στοιχείων τοῦ λαϊκοῦ πολιτισμοῦ πού φέρουν τήν σφραγῖδα μιᾶς ἐμφανῶς μαγικῆς θέασης τοῦ κόσμου.

    Καί γιά μέν τά ρουγκατσάρια, ἡ συσχέτιση μέ τά καρκαντζάρια νομίζω ὅτι εἶναι πολύ πιθανώτερη. Ὅσο γιά τήν Περπερούνα, ὅταν τό βουλγαρικό της ἀντίστοιχο, ἡ peperuda, σημαίνει τήν πεταλούδα, καί ἡ ἑλληνική βερβερίτσα (: «Παῖς ἢ κόρη στολιζομένη μὲ χόρτα καὶ κλάδους καὶ περιφερομένη ἐν καιρῷ ἀνομβρίας ὑπὸ ὁμηλίκων εἰς τὰς οἰκίας ψαλλόντων ᾄσματα ἐπικλητικὰ βροχῆς […] Βερβερίτσα περπατεῖ, | τὸ Θεὸ περικαλεῖ…»), προφανῶς ἐναλλακτικός τύπος τοῦ Περπερίτσα, τόν σκίουρο, κάποιο ζῶο ἤ τέλος πάντων ἔμβιο ὄν θά σημαίνῃ καί ἡ Περπερούνα.

    Ἀλλά εἶπα πολλά, καί δέν θέλω νά κουράσω. Μέ ἱσταδελφικούς χαιρετισμούς, Χρίστος

  228. Πέπε said

    Και αλλού τη λένε Παπαρούνα.

    Αλήθεια, το ότι από όλη αυτή την ποικιλια εναλλακτικών τύπων έχουν καθιερωθεί ως «κοινοί» ο Καλικάντζαρος, η Περπερούνα και (μάλλον) τα Ρουγκατσάρια, πώς έγινε;

    Για την Περπερούνα, θα υπέθετα ότι ίσως καμία μορφή της λέξης να μην είχε τύχει ευρύτερης προβολής πριν τον ομώνυμο δίσκο της Δόμνας Σαμίου. Για τους Καλικαντζάρους, είναι άραγε επιλογή του Ν. Πολίτη;

  229. Χρίστος Δάλκος said

    Ὁ ὅρος «καλλικάντζαρος» ἐμφανίζεται πρώτη φορά στό ἔργο τοῦ Λέοντος Ἀλλατίου De Graecorum hodie quorundam opinationibus (Ἄμστερνταμ, 1645), καί, δεδομένου ὅτι ὁ σοφός Ἕλληνας, γεννημένος στήν Χίο τό 1586, ἀνακαλεῖ μνῆμες τῆς παιδικῆς του ἡλικίας, μποροῦμε μέ ἀσφάλεια νά τόν ἀναγάγουμε στά τέλη τοῦ 16ου αἰῶνα. Τόν ἴδιο ὅρο χρησιμοποιεῖ καί ὁ Δουκάγγιος.

    Γιά τήν «Περπερούνα» ὑπάρχει ἀπό τό τό 1872 τό μελέτημα τοῦ Ν. Πολίτη «Περπερούνα», Νεοελληνικὰ Ἀνάλεκτα Α΄, σ. 368-374. «Το έθιμο μαρτυρείται για πρώτη φορά σε φαναριώτικο νομοκάνονα το 1765 ως παπαρούδα.» (Β. Πούχνερ, Ἐθνογλωσσολογικές μελέτες, Μορφολογίες – Σημασίες – Ετυμολογίες, σ. 142).

    Στόν Ποῦχνερ ὀφείλουμε τήν ἰχνηλάτηση τοῦ ἐθίμου στόν βαλκανικό χῶρο (πρβλ. καί τά παρεμφερῆ βαλκανικά ὀνόματα Paparudele, Paparuda (Ρουμανία) Prporuse (Γιουγκοσλαβία) Peperuda (Βουλγαρία), κ.λπ.), μέ πλῆθος ἀναφορῶν, καί σημεῖο ἐκκίνησης τό «Zur Typologie des balkanischen Regenmädchens» τοῦ 1982.

    Εἶναι πάντως χαρακτηριστικό τῆς νεογραμματικῆς στενομυαλιᾶς τό γεγονός ὅτι τό Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, σ.λ. βερβερίτσα ἡ, 2) «Παῖς ἢ κόρη στολιζομένη μὲ χόρτα καὶ κλάδους καὶ περιφερομένη ἐν καιρῷ ἀνομβρίας ὑπὸ ὁμηλίκων εἰς τὰς οἰκίας ψαλλόντων ᾄσματα ἐπικλητικὰ βροχῆς […] Βερβερίτσα περπατεῖ, | τὸ Θεὸ περικαλεῖ…», σημειώνει: «Συνών. περπερούνα».

    Εἶναι ὅμως προφανές ὅτι ἡ «βερβερίτσα» εἶναι κάτι παραπάνω ἀπό ἁπλό συνώνυμο τοῦ «περπερούνα» (ἤ «περπερίτσα»), εἶναι ἐναλλακτικός τους τύπος (ἐναλλαγή π/β), μόνο πού κάτι τέτοιο ἀπαγορεύεται ἀπό τήν αὐστηρή νεογραμματική φωνητική νομολογία, ὁπότε: «συνώνυμο».

  230. Χρίστος Δάλκος said

    Ἐπειδή ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἡ συζήτηση πορεύεται πρός τό τέλος της, καί ἑπομένως καλό εἶναι νά ὁλοκληρωθῇ ἐδῶ, καταθέτω ὡρισμένες τελευταῖες σκέψεις, ἐμπλουτισμένες καί ἀπό τήν συμβολή τῶν (καλόπιστων) συζητητῶν, τούς ὁποίους εὐχαριστῶ ἐκ βάθους καρδίας.

    Ὁ τύπος «ἀλ΄κατζάροι» (= καλικάντζαροι) (βλ. Β. Ποῦχνερ, «Δοκίμιο για τους καλικαντζάρους», σ. 97), φανερά προκύψας μέ πτώση τοῦ ἀρκτικοῦ συμφώνου, μᾶς φέρνει πιό κοντά στούς τύπους ἀργουτσ΄αραῖοι (= μεταμφιεσμένοι τῆς Πρωτοχρονιᾶς) Μακεδ. (Νάουσ.) ἀραgατσ΄άρια (= μεταμφιεσμένοι τοῦ νέου ἔτους) Μακεδ. (Λιβαδερ.).

    Συγκρίνοντάς τους μέ τά προφανῶς συγγενῆ ραgουτσάρια (= οἱ καρνάβαλοι τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου) Μακεδ. (Καστορ.), ραgατζάρια (= μεταμφιεσμένοι τῆς Ἀποκριᾶς) Μακεδ. (Βρία) μποροῦμε εὔλογα νά πιθανολογήσουμε ταυτοσυλλαβική μετάθεση τοῦ ὑγροῦ (ἤτοι *ἀρgατζάρια > ραgατζάρια).

    Μιλῶντας γιά τόν κυπριακό τύπο σκ(α)λαπούνταρος (καλικάντζαρος) καί τήν πιθανότητα νά προέρχεται ἀπό ἀμάρτυρο *σκαλακούνταρος, ἐντοπίσαμε τήν παράδοξη ἐναλλαγή κ/π (ἤ τροπή κ > π) στόν τύπο ἀπό τήν Βάρνα παρτσάgαλος (= «στοιχειό, ἰδίως τῶν Χριστουγέννων, ἀλλαχοῦ καλλικάντζαρος»), πρβλ. καλ(τ)σάgαρος Τῆν. καρτσάgαλος Πόντ.

    Ἔχει, νομίζουμε, σημασία, καί ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἐναλλαγή κ/π ἀνάγεται σέ ἕνα ἀδιευκρινίστου ἱστορικοῦ βάθους παρελθόν, τό γεγονός ὅτι τό πιθανώτατα ὁμόρριζο πρός τό παρτσάgαλος ἀγνώστου ἐτύμου ἐπίθετο παρτσακλός, παρτακλός, πατσιακλός, παρτσαλός, πρατσιαλός, πατσαλός κ.λπ. (μεταξύ ἄλλων: αὐτός πού στραβοπερπατάει | κουτσός | στραβός | ψευδός | ἐπί γραμμάτων, δυσανάγνωστος | παλαβός | ἀνόητος κ.λπ.) καί τό ρῆμα παρτσακλίζω (= τρεκλίζω, κουτσαίνω) βρίσκουν τά ἀντίστοιχά τους στά κρητικά καλικαdαρίζω (= τρικλίζω, βαδίζω σάν μεθυσμένος) Κρήτ. (Ζερβιαν.) καί σκαλαπαdαρίζω (= παραπαίω, τρικλίζω) Κρήτ. (Νεάπ.).

    Κι ἐπειδή τά δυσανάγνωστα, κακογραμμένα γράμματα χαρακτηρίζονται παρτσι(α)κλά [Μακεδ. (Βέρρ. Καταφύγ.)], ἑπόμενο εἶναι νά συσχετισθοῦν οἱ γνωστές καλικατζοῦρες (= παλιογράμματα, παλιοσχέδια) μέ τίς πατσιακλοῦρες (= παλιογράμματα, μουντζοῦρες) Ἤπ. (Ραδοβύζ.), ἐκ τοῦ *παρτσακλοῦρες.

    Ἡ ποικιλία τῶν σχετικῶν τύπων εἶναι χαρακτηριστική: καλ΄᾿κατοῦρες (= δυσανάγνωστα γράμματα) Στερελλ. (Μεσολόγγ.) καλ᾿κατοῦρις (= γραφή δυσανάγνωστος) Ἴμβρ. καρκατσοῦλες (= ὀρνιθοσκαλίσματα) Πελοπν. (Ξεχώρ.) καρακατσοῦνες (= κακή γραφή, κακογραφία) Κύπρ. Σῦρ. καρακασοῦνες (= γράμματα ἀπό κακό γραφικό χαρακτήρα) Μύκ. καλακατσοῦνες (= κακογραμμένα, δυσανάγνωστα) Κύπρ. καλικατσοῦνες (= τά ἄσχημα καί δυσανάγνωστα γράμματα) Κρήτ. (Ἀβδοῦ) Μῆλ. καρκατζέλλα (= σύμπλεγμα γραμμῶν εἰκῆ κεχαραγμένων) Μ. Ἀσία (Κυδων.) χαρχατζέλα (= δυσανάγνωστα γραψίματα) Λέσβ. (Ἁγιάσ.) κατσοῦνες, καλικατσοῦνες (= τά ἄσχημα γράμματα) Ἰων. (Κρήν.) κατσούνα (= ἡ κακογραφία, ἥτις καί καλακατσούνα λέγεται) Κύπρ. κατσοῦνες καί καλικατσοῦνες Τῆλ. κατσοῦνες (= λέξεις χειρογράφων ἤ παλαιῶν ἐντύπων) Χίος (Πυργ.)

    Ὡρισμένοι θά ἀνῆγαν τίς λέξεις αὐτές, καί ἐνδεχομένως καί τήν λέξη γιά τούς καλικαντζάρους / καλικαντζούρια, στό ἰταλ. caricatura (= γελοιογραφία, γκροτέσκα μορφή). Ἀκόμα κι ἄν πρόκηται γιά δανεισμό καί ὄχι γραικοϊταλική γενετική συγγένεια, εἶναι φανερό ὅτι ἡ τουρκική προέλευση τῆς λέξης πρέπει νά ἀποκλεισθῇ.

    Εἴχαμε καί στό παρελθόν ἐπισημάνει τό γεγονός ὅτι οἱ σχετικές λέξεις, ἑλληνικές καί ἰταλικές [πρβλ. καί calcatura (= ἰχνογράφηση μέ πατητούρα ἀλλά καί πάτημα), calcata (= ποδοπάτημα, ἰχνογράφηση μέ πατητούρα), calzatura (= ὑπόδηση)] παραπέμπουν σέ μιά περίεργη σχέση μέ τά πόδια, κι ὅ,τι σχετίζεται μέ αὐτά.

    Ὑπό τό πρῖσμα τῆς συσχέτισης τῶν δαιμονικῶν ὄντων μέ τά ποντίκια – τήν ὁποία ἐξακολουθοῦμε νά θεωροῦμε εὔλογη καί στήν ὁποία ἐμμένουμε- μποροῦμε νά ἀποτολμήσουμε ἕνα παραπάνω βῆμα πρίν καί ἀπό τήν ἔννοια τοῦ «σκαρφαλώνω», σ᾿ αὐτήν τοῦ καρκατουρεύγω (= ψάχνω νά βρῶ κάτι καί ἡ ἔρευνά μου συνοδεύεται ἀπό κρότους, ἀπό μετακίνηση ἀντικειμένων, κ.λπ.) Κρήτ. (Ἅγιος Γεώργ. Νεάπ.), καί τῶν πάμπολλων, φανερά ἠχοποίητων, παραφυάδων του: κουρκουταρεύγω, κουρκουτεύγω, καρκατεύgω, κουσκουταρεύγω, κουσκουτεύγω, κ.λπ.

    Χαρακτηριστικές ἀπ᾿ αὐτήν τήν ἄποψη οἱ φράσεις ἀπό τήν Κῶ: Ὁ ποντικός καρκατεύκ΄ει γιά νά ᾿βρῃ νά φάῃ | Κάθε βράδυ ᾿κούεται τό καρκάτεμα (= σκάλισμα, ψάξιμο) τοῦ ποντικοῦ Κῶς (Πυλ.). Μέ αὐτήν τήν ἠχοποίητη ρίζα συναρτᾶται πιθανόν καί τό ἐμφαῖνον ἐναλλαγή κ/π καρπαθιακό σκαλαπατρίντζω (= θορυβῶ μετακινῶντας κάποια ἀντικείμενα: Ὅλητ τήν νύχταν ἐσκαλαπάτριντζεν ὁ πεντικός).

    Φυσικά, γνωρίζουμε ὅτι πολύ ἀπέχουμε ἀπό τήν τελεσίδικη λύση τοῦ προβλήματος. Ὡστόσο θεωροῦμε ὅτι γιά νά ἀναχθοῦμε, ἔστω καί κατά προσέγγισιν, στήν ἀλήθεια, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ σύγκριση (καί) στό ἐσωτερικό τῆς ἑλληνικῆς, κάτι πού ἔχουμε ὁρίσει καί εἰσηγηθῆ ὡς «ἐνδοσυγκριτική» μέθοδο.

    Εὐχαριστῶ ὅλους ὅσοι κατέθεσαν μέ καλή πίστη τήν ἄποψη ἤ τήν πληροφορία τους, ἰδιαιτέρως εὐχαριστῶ τόν καλό ἱστάδελφο Πέπε, ὁ ὁποῖος μοῦ ἔκανε τήν τιμή νά συμμετάσχῃ σέ μιά οὐσιώδη –τοὐλάχιστον γιά μένα- συζήτηση, καί δέν εὐχαριστῶ ὅλους ἐκείνους πού γύρεψαν νά ἐκτρέψουν τόν προβληματισμό σέ προσβλητικούς χαρακτηρισμούς καί ἀσύστατες συκοφαντίες.
    Χρίστος Δάλκος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: