Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Το 24ωρο ενός μπογιατζή (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 17 Μαρτίου, 2019


Δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα του φίλου μας του Τζι. Πιο σωστά, ένα ακόμα διήγημα αφού κι άλλες φορές έχουμε δημοσιεύσει δικά του κομμάτια -το τελευταίο πριν από δύο μήνες όπου θα βρειτε και λινκ προς τα προηγούμενα. Ωστόσο, ενώ συνήθως τα κείμενα του Τζι είναι μικρά, τούτο εδώ ξεπερνάει κατά πολύ το συνηθισμένο μέγεθος. Μάλιστα, ο ίδιος είχε σκοπό να το στείλει σε τρεις συνέχειες, αλλά νομίζω ότι αυτή η κατάτμηση περισσότερα προβλήματα δημιουργεί παρά λύνει. Εξάλλου είναι Κυριακή, έχουμε περισσότερο καιρό για διάβασμα -και το διήγημα, κατά τη γνώμη μου, αξίζει τον κόπο, είναι πολύ καλό.

Το 24ωρο ενός μπογιατζή

Σαν άνοιξες πρωί-πρωί τα μάτια πως είναι ώρα να ξυπνήσεις σκέφτηκες. Δεν έχει αριθμούς και παραπέντε, με διαίσθηση σηκώνεσαι το πρώτο λεωφορείο να προλάβεις. Αυτό έχει ώρα και λεπτά. Εξη και τέταρτο κάνει δρομολόγιο. Περιμένει ο κόσμος του μεροκάματου στην ουρά, οι πρώτοι, οι τυχεροί, θα πάνε καθισμένοι. Οι άλλοι όρθιοι παίρνουν μια πρώτη γεύση από την κούραση τη μέρας που θάρθει. Λίγο νερό στο πρόσωπο, τα ρούχα της δουλειάς παραμάσχαλα και μια στροφή στην κλειδαριά στην πόρτα. Παλιά συνήθεια. Τώρα τι να πάρει κανείς από το σπιτικό σου… Πιο πιθανό ν’ αφήσει ο διαρρήκτης κάνα δεκάευρο  σαν δει την συμφορά σου.

Και πάντα μόνος το πρωί. Στον γυρισμό έχεις παρέα τον Πολωνό τον Βάλντεκ μα το πρωί αυτόν τον πάει η γυναίκα του στην δουλειά με τ’ αυτοκίνητό της. Αυτή σχολάει πιο νωρίς και δεν περνάει να τον πάρει. Ετσι κρεμασμένος απ’ την χειρολαβή μισοκοιμάσαι μέχρι να φτάσει το λεωφορείο στο κέντρο. Εκεί  μισοαδειάζει, λίγοι συνεχίζουν για την άλλη συνοικία, εκεί που εσύ δουλεύεις στην οικοδομή. Μόλις θα φτάσει στο τέρμα, ένα γρήγορο περπάτημα μέχρι το γιαπί. Το προτιμάς με βροχή, έχεις άλλον ένα λόγο να τρέχεις και το γιαπί μοιάζει με καταφύγιο, άλλη μια δικαιολογία.  Μα ακόμα το λεωφορείο είναι στη στάση, το μυαλό σου μόνο τρέχει γρήγορα σήμερα, ποιος ξέρει τι θέλει να προλάβει.

Προς την καινούργια συνοικία  της διαδρομής μπαίνουν  κάποιες φάτσες, κάθε πρωί οι ίδιες που πάνε για δουλειά, ξέρεις που θα κατέβουν, κάθε μέρα τις βλέπεις την ίδια ώρα σαν τρέιλερ σπουδαίας ταινίας στο  θερινό το σινεμά. Με τον καιρό το κατάλαβες. Δεν θα παιχθεί ποτέ το έργο, είναι κράχτης. Κράχτες ίσως είναι και τα πρόσωπα  τα ίδια κάθε πρωί. Μ’ όλους αυτούς δεν μιλάς. Τι να πεις  ;  Απλά υπάρχουν μα δεν θα τους γνωρίσεις ποτέ. Κανείς τους δεν έχει ξετινάξει την χθεσινή κούραση, ούτε εσύ. Που κέφι να σου πουν μια καλημέρα !.

Καλημέρα !

Είναι σκληρή η πρώτη καλημέρα σαν μένεις μόνος. Τη λες στον εαυτό σου κι’ απάντηση δεν έχει. Οπως το βλέμμα του εργοδότη που σε στέλνει να στρωθείς στη δουλειά πρωί- πρωί. Ούτε καφέ δεν πρόλαβες να ψήσεις, θα παραγγείλεις στην οικοδομή. Πάμε δουλειά λοιπόν κι ας είναι αιώνια κουρασμένα ψυχές και σώματα. Αργησες σήμερα, το βλέπεις στο βλέμμα του, δεν χρειάζεται ρολόι. Και ο καφές απόλυση μυρίζει, στα γρήγορα τα ρούχα της δουλειάς και σκαλωσιά, στη θέση σου μα το μυαλό αλλού περιπλανιέται. Χωρίς καφέ στα ίσα σου πως θάρθεις ; Μηχανικές κινήσεις κι ονειροπόληση. Για δες το ετούτο το σπιτάκι απ’ το μπαλκόνι. Φροντιστήριο αγγλικών. Φρεσκοβαμμένο να κρύβει τη βρώμα των γηρατειών του. Σαν το ρίμελ της κυρίας Πανωραίας και τα λεπτά τακούνια κάτω απ’ τα ετοιμόρροπα τα πόδια της. Ανθρωποι και σπίτια. Να φαίνονται όπως πρέπει, ούτε ο γιακάς του εργολάβου νάτανε. Πρέπει να κοιτάξεις από πάνω να δεις τη βρώμα. Δε φαίνεται οριζόντια, κοινωνική ευθυγράμμιση, μα σαν ανέβεις στη σκαλωσιά να βάψεις, όλα στο πιάτο. Κι ο καφές να κρυώνει στο φλιτζάνι, να μη τολμάς να κατέβεις. «Πάλι τσιγάρο και καφές, τι θα γίνει με σένα ; ». Αβέβαιο το αύριο στην εργασία.
Τι λέγαμε ; α! το σπιτάκι. Με το καθηγητή. Μικρός τον έβλεπες με δέος. Γεροπαράξενος ζούσε κει μέσα με καμιά δεκαριά γάτες. Και τα βιβλία του. Δεν τάχες δει ποτέ –δεν έχει σημασία, έπρεπε να είχε πολλά βιβλία, κοτζάμ καθηγητής ήταν. Τότε τα ραδιόφωνο ήτανε σπάνια κι’ η εφημερίδα ακριβή. Τρεις φραντζόλες ψωμί έπαιρνες με τα λεφτά της, χώρια το κομμάτι για να φτάσει το ζύγι. Τώρα αρτοσκευάσματα από φούρνους «γερμανικούς» και πρατήρια. Είχε μια αύρα ο καθηγητής τις λίγες φορές πούβγαινε να ψωνίσει τα απαραίτητα. Μόνο εσύ την έβλεπες, οι άλλοι κοιτάζανε τα ασουλούπωτα ρούχα, τα ακούρευτα μαλλιά, ένας χίπης πριν την ώρα του. Κι’ οι μανάδες  «κοίτα μη καταντήσεις έτσι Νικολάκη, να διαβάζεις τα μαθήματά σου, νάσαι καλός μαθητής να πας μπροστά αλλιώς να! βλέπεις τα χάλια του, μορφωμένος άνθρωπος». Η λογική να υποτάσσεται στη μητρική αυθεντία.


Καυμένε Νικολάκη, δε σου πέρασε απ’ το μυαλό πως καλός μαθητής είσαι, δε γίνεσαι, μόνο καλούς βαθμούς παίρνεις με το διάβασμα  «ο υιός σας δεικνύει αξιόλογον πρόοδον και επιμέλειαν, το μέλλον του προμηνύεται λαμπρόν». Εδώδιμα αποικιακά – μπακάλικο, που λεφτά για σούπερ μάρκετ, σα φουντώσαν στα δεκάξη οι ορμόνες, πέταξαν το επίχρισμα του καλού μαθητή. Μη παραπονιέσαι καλά πέρασες έγδυνες το κοσμάκη, σ’ άρεσε ο καπιταλισμός, μέχρι που σ’ έκανε μια μπουκιά η πολυεθνική αλυσίδα, τότε δε σ’ άρεσε ο καπιταλισμός, πάντα υπάρχει μεγαλύτερο ψάρι. Πάλι καλά που βρήκες το περίπτερο να επιζήσεις, στενόχωρο σα τη μιζέρια σου.

Δεν έχει και σοβατζήδες ρε παιδί μου. Μόνο κάτι Πολωνοί, Αιγύπτιοι-φασόν, Ινδοί. Ολοι μουγγοί . Παλιά αντιλαλούσαν τα γιαπιά. Σερνότανε μιά φήμη πως τον Καζαντζίδη τον άκουσαν να τραγουδάει στην οικοδομή και τον πήρανε. Και δώστου όλοι ξελαρυγγιαζότουσαν στους αμανέδες, που βρίσκανε δύναμη να τραγουδάνε στη σκληρή δουλειά, μυστήριο. Στο παιδικό μυαλό σου η Σκάλα του Μιλάνου πελώρια σκαλωσιά φάνταζε, χιλιάδες σοβατζήδες κι’ ο κύριος με το κουστούμι να προσπαθεί να ξεχωρίσει τις φωνές.
Κι η Αρσινόη , ο παιδικός σου έρωτας ο προσγειωμένος δηλαδή, ο άλλος ήταν οι φωτογραφίες της Μπριζίτ Μπαρντό-θα με περιμένει να μεγαλώσω ; σίγουρα θα τη παντρευτώ- τ’ άλλα δεν τάξερες στα δέκα σου. Τάμαθες σαν είδες την Αρσινόη στα γόνατα του Μπάμπη του ψιλικατζή να ξεπληρώνει τα τηλέφωνα. Γέρος ο Μπάμπης για τα τότε μέτρα σου, θάταν σαράντα, και τα τηλέφωνα σπάνια. Ο μπακάλης, ο ψιλικατζής κι’ ο πλούσιος με τη βίλλα μονάχα είχαν. Μετά η αγάπη σου κύλισε στην Αθηνούλα, τη συμμαθήτριά σου, μα στο Γυμνάσιο χώρισες- δεν είχε τότε μικτά- και τη ξέχασες, μόνο στη φωτογραφία της Μπαρντό έμεινες πιστός.
Πάλι το σπιτάκι. Το φάντασμα του καθηγητή. Οσο περνάν τα χρόνια σου βγαίνει μια μελαγχολική νοσταλγία γι’ αυτό που οι άλλοι απωθούσανε. Πιο καλά καθηγητής παρά να βάφεις, σίγουρα.
Ρε κερατά εργολάβε στα παλιά λημέρια του τον έφερες να δουλέψει ;

Αντε να πάει έντεκα, διάλειμμα ολίγων λεπτών

Ο δεύτερος καφές

Σαν φέρανε το καφέ όρμησες, Σούλειπε ο πρώτος, κρύωσε, δεν πίνεται κρύος κι ούτε ματαζεσταίνεται. Γουλιά-γουλιά σβήναν τα χρέη απ’ τον πρώτο. Ηρθαν κι οι σοβατζήδες. Διάλειμμα και τους κοιτάς χωρίς να ζηλεύεις. Λίγα ευρώ πιο πολλά παίρνουν.

Είναι σκληρή η σκαλωσιά. Σου φαίνεται πως ισορροπούν τα πόδια μα ισορροπεί η ψυχή. Σαν σε πάρουνε τα χρόνια το γυρίζεις σε μπογιατζής. Χαμηλότερα τα ύψη, πιο χαλαρός ο ρυθμός. Κι η απόλαυση να ανακατεύεις τις μπογιές.. Σκέτη ανάπαυλα και μεσ’ στα περιδινισμένα τα χρώματα να βλέπεις της ζωής σου τα όνειρα. Και πιτσιλιές μονόχρωμες παντού που σε πονάνε ακόμα.

Τέρμα το διάλειμμα. Πίσω στο ανακάτωμα. Γκρίνιες. Περνάει η ώρα.

«Σιγά- σιγά αφεντικό η δουλειά θέλει αβόζο, δεν θα βγουν σωστά τα χρώματα, δε θα στρώνει η μπογιά. Θέλεις; τα παρατάω αμέσως»

«Μα μη μου πεις κουβέντα μετά» και δόστου ανακάτωμα στη μπογιά και στο μυαλό. Ωραία, ησύχασε ο αφεντικός.

Το λίγο μαύρο δίνει ζέστα στο χρώμα  Η καλή ώχρα από το πόσο μαύρο βάζεις μέσα εξαρτάται. Και το πινέλο. Με πόση αγάπη θα περάσεις τις γωνιές και τα δύσκολα σημεία. Μετά με το ρολό, μπακάλικη δουλειά. Πάντα σ’ άρεσε το χρώμα πριν στεγνώσει. Είναι λίγο πιο έντονο, πιο ζωντανό είναι αυτό που δουλεύεις. Μετά λεκέδες από ξεραμένη μπογιά  βγαίνουν σα διχρωμία, μέχρι να επικρατήσουν τελικά στεγνά αποστειρωμένα χρώματα, στο κέφι του ιδιοκτήτη. Μόνο η μουράβια στα σκαριά δεν αλλάζει, για υγρό περιβάλλον φιάχτηκε, και κει μένει ζωντανή, πάει να πει μόνο θαλασσινή αγάπη δε ξεβάφει. Των στεριανών, ένα αεράκι και χάθηκε όλη η μαγεία, σκλήρηνε, έγινε καθαρή μα και τόσο ξένη. Είναι πια το χρώμα που διάλεξε ο ιδιοκτήτης, όχι αυτό, με τόση αγάπη, που ανακάτευες.

Ανοικτό κεραμιδί πάνω σε σκούρα ώχρα. Και λούστρο διάφανο από πάνω να μείνει το υγρό των χρωμάτων, Σαν παιδικός έρωτας, ανεξίτηλος μέχρι να μεγαλώσεις.

Να μη σ’ αφήνουνε να βάψεις όπως θες κι’ ούτε νάχεις δικό σου τοίχο να ξεδώσεις.

Α ρε ζωή, τίποτα δεν κάνουμε γιά πάρτη μας. Ούτε ένα βάψιμο.

Ο τελευταίος καφές

Πάνω που ετοιμαζόσουνα να βάψεις Παρθενώνες, σκληρή ματιά και πίσω στα πεζά. Τέλος εργασίας. Πλύνε τα χέρια σου με ζάχαρη και λάδι να φύγουν οι ξεραμένες μπογιές, τα κατακάθια μεσ’ τα νύχια, λούσου να φύγουν οι πιτσιλιές απ’ τα μαλλιά. Οι άλλες, οι μέσα, δεν φεύγουν με νέφτια και γουάϊτ σπίριτ. Φυσικά πράματα. Ξέρεις κανένα  νάβαψε χωρις να λερώσει λίγο; Κι’ ο πανίσχυρος πλανητάρχης όταν χέζει, αδύνατος φαίνεται, στην ίδια στάση μ’ όλους. Απλά κανείς δεν τον βλέπει, συστήματα ασφαλείας.

Βάλε τα καθαρά σου ρούχα, φιάξε το μπογαλάκι σου και τράβα στο καφενεδάκι για το τελευταίο καφεδάκι της ημέρας. Μετά φαΐ και καφές τέλος. Σε φουσκώνει μετά το φαΐ. Πιες τον αργά-αργά μέχρι νάρθει ο Βάλντεκ ο Πολωνός να πάτε μαζί ως το λεωφορείο. Μυστήριος τούτος. Ηρθε εδώ και ξέμεινε. Καλός τεχνίτης, πλακάς, πέρασε από Ελλάδα να μαζέψει λεφτά να πάει στην Αμερική. Τ’ άρεσε εδώ, κόλλησε, ίσως άρεσε στη γυναίκα του περισσότερο, προσαρμόστηκε, ίσως η γυναίκα του προσαρμόστηκε καλύτερα, ποιός ξέρει. Ομορφη γυναίκα, καλή μοδίστρα, τακτοποιήθηκε και ελληνικά φαρσί, καλύτερα κι’ από ελληνίδα. Πήρε και το κουμάντο, στο πρότυπο της νέας της πατρίδας. Βήμα δεν έκανε ο Βάλντεκ χωρίς να την ρωτήσει. Μόνο για τη βότκα του δε ρώταγε, αλλά πολύ δεν έπινε σαν τους άλλους. Τι να κοιτάς ανθρώπους, τι να κοιτάς σπίτια το ίδιο είναι. Μόνο που οι άνθρωποι δε βάφονται, χρωματίζονται στα χρώματα που τους βλέπει ο καθένας . Το ίδιο πρόβλημα κι’ εδώ, το δικό σου χρωματισμό δεν τον βλέπει κανένας.. Κανένας.

Τι χρώμα θάβαφες τον Παρθενώνα ; Πορτοκαλί και γαλάζιο να ξεχωρίζει τ’ ασπρόχρυσο άγαλμα της Παλλάδος και γύρω-γύρω τα σπίτια ώχρα και κεραμιδί. Και κυπαρίσσια ανάμεσα, πάντα σ’ άρεσε το χρώμα τους, ειδικά στα μάτια της γυναίκας. Μόνο τα κυπαρίσσια έβλεπες να δίνουν χρώμα στην πόλη.. Οι μύτες τους ξεχώριζαν, τ’ άλλα δέντρα, ελιές και πεύκα από τα σπίτια χάνονταν.

Δες τον τώρα. Ενα χρώμα όλος απ’ τον ήλιο καμωμένο κι’απ’ τη βροχή. Μ αυτό τον λάτρεψε ο κόσμος όλος, τα χρώματα του Ικτίνου και του Καλλικράτη δεν άρεσαν στους Πέρσες. Ούτε τα νέα χρώματα -ποιός ξέρει ποιός τα διάλεξε- άρεσαν σ’ όλους.

Ηρθαν καιροί, ήρθαν βυζαντινοί, έμεινε το χρώμα της εγκατάλειψης. Αυτό ταιριάζει στις ψυχές μας φαίνεται. Καμία αντίρρηση και μη τολμήσει κανείς να τόνε βάψει..

Φάνηκε ο Βάλντεκ. Αντε να πάρεις το λεωφορείο, οι παλιές γειτονιές πληγώνουν.

Στο λεωφορείο

Πίσω-πίσω, σ’ αντικρυστά καθίσματα. Να λες καμιά κουβέντα και να βλέπεις το πρόσωπο του συνομιλητή σου χωρίς να στραβολαιμιάζεις. Στο «ανάποδα» καθισμένος εσύ, ο Βάλντεκ δεν το μπορεί, ζαλίζεται. Συμβαίνει κυρίως σ’ όσους δεν οδηγούν, θέλουν να βλέπουνε μπροστά όταν ταξιδεύουν. Εσύ, αντίθετα, παρατηρείς καλύτερα προς τα πίσω γιατί ποτέ δεν ξεπερνάς τον στόχο, μονάχα απομακρύνεσαι. Θυμίζει λίγο παρελθόν βέβαια αλλά μάλλον καλύτερα να ξυπνάνε πόνοι κι’ αναμνήσεις. Σαν μεγαλώνεις πρέπει να πονάς. Αμα ξυπνήσεις ένα πρωινό και δεν πονάς πάει να πει πως πέθανες λέγανε κάτι γέροι – κάτι θα ξέρανε !

Κι’ όμως δεν έχεις κέφια για κουβέντα σήμερα. Τι να πείτε και να μην το ξέρεις ; Ολα τα ίδια πια σου φαίνονται, διεθνή και ένσημα, φόνοι και τροχαία, ειδήσεις που αφορούνε τη ζωή άλλων σχολιάζουμε, μα ολόιδια με τα «δικά» μας νέα είναι. Κι’ αντί για διαφημίσεις έχουμε καμιά πρόταση για μια καλή ταβέρνα. Απαξ και βγει το συναίσθημα απ’ την συζήτηση, σαν τις ειδήσεις στην τηλεόραση είναι. Αστο καλύτερα.
Λες να φταίει ο πρώτος καφές που δεν τον ήπιες στην ώρα σου ; Μπορεί. Μα αυτό θα συζητήσεις με τον Βάλντεκ ; Τι να ξέρει αυτός,  δεν άργησε ποτέ του να ξυπνήσει – έχουν κάτι από γερμανική πειθαρχία οι Πολωνοί κι’ έχει καπάκι τη γυναίκα του – αδύνατον να του συμβεί, στην ώρα του στο πόδι. Πάντα.

Ετσι είναι. Αμα τα σκέπτεσαι, δεν μιλάς καθόλου.

Ενα σπίτι βαμμένο σκούρο μπλε τραβά την προσοχή σου μέχρι να γίνει κουκίδα στο βάθος του δρόμου. Κανένας πρώην εθνικόφρονας θα μένει σκέφτηκες, μπορεί και νάτανε άβαφο απ’ το καιρό της χούντας. Τότε όσοι φοβόντουσαν δείχνανε την εθνικοφροσύνη τους με κάθε τρόπο. Ακριβώς όπως με κάθε τρόπο βγήκανε αντιστασιακοί έπειτα. Οι μισοί αξιωματούχοι Ελληνες υπήρξαν «διπλοί πράκτορες» είχαν πάει με την χούντα για να την πολεμήσουν «εκ των έσω», αποδείχθηκε εκ των υστέρων. Οι άλλοι μισοί ήταν εξορία, πραγματική ή εικονική.

Τώρα γιατί βλέπεις τον Βάλντεκ και το μυαλό σου πάει στη γυναίκα του ; Επειδή δεν μιλάει ή επειδή σένα σου λείπει η γυναίκα ; Ξέχασες τόσο πολύ πως είναι οι γυναίκες που τις μπερδεύεις με τους παντρεμένους ; Δεν έχεις κι’ άδικο, γυναίκα-παντρεμένος παν’ μαζί σαν ξεπεράσεις κάποια –ήντα.

Τραντάχτηκες απ‘ τη λακκούβα. Κι’ ο Βάλντεκ το ίδιο.  Κοιταχτήκατε και χαμογέλασε. Και συ το ίδιο. Υστερα έστρεψες το βλέμμα στο παράθυρο είδες τα μαλλιά μιας γυναίκας κι’ αναστέναξες ελαφρά.

.Ο Βάλντεκ σε ξανακοίταξε χαμογελώντας, μα δεν κατάλαβε γιατί, «προμπλέμα», είπε «προμπλέμα, πάντα προμπλέμα, ντουλειά προμπλέμα, γκυναίκα προμπλέμα, λεφτά προμπλέμα, άστο καλύτερα, τίποτα, νιέμα προμπλέμα!»

Χαμογέλασες και συ συγκαταβατικά. Ντράπηκες που σκεφτόσουνα τη γυναίκα του κι’ έδιωξες το μυαλό σου μακριά, στη θητεία σου στο ναυτικό και στα καράβια. Κλειστή κοινωνία εκεί, έβλεπες τα ελαττώματα και την αμορφωσιά των ανώτερων που έξω στη στεριά τα γαλόνια την κρύβανε. Κι’ αν τύχαινε να χαλάσει ο καιρός ή καμιά αβαρία να φανερωθεί στο πλοίο βγαίνανε τα καπετανόπουλα, οι «τρίτοι» στον αφρό γιατί οι βαριές οι επωμίδες δεν την ξέρανε καλά τη θάλασσα. Κι’ άμα τελείωνε η περιπέτεια ξαναβάζανε την μεγάλη στολή και τα λιλιά και διαβεβαιώνανε με ύφος «μέγα το της θαλάσσης κράτος»! Δεν βαριέσαι…

Προς το σπίτι

Σαν φτάσατε στο τόπο να χωρίσετε πήρες τον δρόμο σου με το κεφάλι κάτω. Κάποια σκέψη σου ξέφευγε, ήσουνα σίγουρος. Κάποιο ονειροπόλημα, κάποια σκηνή να ξαναπαίξεις σαν νοσταλγία απ’ τη ζωή. Ναι, τη Μαρία τη Ρουμάνα. Πόσο καιρό έχεις να την δείς ; Τρία χρόνια ; Τέσσερα ; Ποιός ξέρει. Την θυμάσαι όμως καλά. Το βλέμμα της, το ύψος της, το στήθος της, τα ακροδάχτυλα των ποδιών της. Κομμάτι-κομμάτι την θυμάσαι, όχι ολόκληρη.

Σαν τότε. Τότε που σου συγύριζε την κάμαρη κάθε Κυριακή πρωΐ. Εικοσπεντάρα κι’ ο άντρας της να παίρνει τηλέφωνο κάθε μιά ώρα στην αρχή. Κι’ η ίδια σαν αγρίμι φοβισμένη να μην βλέπει την ώρα να φύγει. Μα τα λεφτά της λείπανε, τα λίγα που της έδινες τάπαιζε στοίχημα στο ίδιο πρακτορείο με σένα. Εκεί την γνώρισες και της πρότεινες δουλειά ελπίζοντας να είναι μόνη. Σου βγήκε παντρεμένη δεν σε πείραξε, μάλλον ανακουφίστηκες. Ηταν και που μίλαγε ελάχιστα ελληνικά, καλύτερα νάχεις και το κεφάλι σου ήσυχο. Καμμιά φορά την κοίταγες σαν νάτανε άγαλμα. Ψηλή γυναίκα, καλά κρεατωμένη, νταρντάνα που λέμε, καλή στη δουλειά της, με συμπαθητικό πρόσωπο. Μήνες ερχότανε κάθε Κυριακή μέχρι που ένα καλοκαίρι έφυγε γιά διακοπές στη Ρουμανία. Οταν γύρισε ξανάρχισε τη δουλειά μα τώρα ήταν πιό γλυκό το βλέμμα της. Ηταν τότε που πρόσεξες την ομορφιά της. Είχες δει την ομορφιά της ψυχής να καθρεπτίζεται στο πρόσωπο, πρώτη φορά την έβλεπες να καθρεπτίζεται στο σώμα. Αυτό το γεροδεμένο κορμί με τα μούσκλα να σαλεύουν στη πλάτη της καθώς με το φανελλάκι βούρτσιζε γονατιστή το χαλί ήταν εκπληκτική εικόνα. Θυμήθηκες που σούλεγε ότι ήταν αθλήτρια στο χαντμπολ και στο τζούντο, άλήθεια έλεγε, τότε το κατάλαβες. Τα πόδια της γερά αθλητικά σε προκαλούσαν ν’ ακολουθήσεις με το μάτι τη γραμμή τους μέχρι τα τέλεια ημισφαίρια, πιο πάνω μια μέση λυγερή. Μέχρι εκεί το άντεχες, μα μόλις σηκώθηκε κι’ είδες τα στήθη της να διαγράφονται κάτω απ’ το φανελλάκι κόντρα στους νόμους του μεγέθους και της βαρύτητας, πληγή στα σωθικά σου. Δεν ήθελες έρωτα απ’ αυτά αλλά ανάσα, τόσο συνυφασμένα με την εικόνα της ζωής σου φάνηκαν. Και σου φάνηκε. Και στα μάτια σου και σ’ όλη την ύπαρξή σου φάνηκε και την κλόνισε. Ηρεμα κάθισε στη καρέκλα δίπλα σου και άναψε τσιγάρο. Ντρεπόσουνα αλλά θα πέθαινες αν δεν τόκανες, άγγιξες ελαφρά το στήθος της λίγο πιο κάτω απ’ τη θηλή. Καμμία αντίδραση, ένα μικρό σκοτείνιασμα στα μάτια. Πολύ ελαφρά το δάκτυλο πέρασε πάνω απ’ τη θηλή. Ισως να μάντεψε τι θέλεις την άλλη στιγμή το κεφάλι σου βρέθηκε στ’ αναπαυτικότερα μαξιλάρια. Αέρας και ζωή μπήκαν στο στήθος σου. Πόσο κράτησε δεν ξέρεις. Μετά την είδες σαν βουρκωμένη να σε σπρώχνει ελαφρά και καθόλου πειστικά λέγοντας πως ήρθε γιά δουλειά και πως αυτή φταίει. Δεν επέμεινες. Που να της εξηγείς και σε ποιά γλώσσα πως δεν το είδες αντρας-γυναίκα αλλά άνθρωπος-άνθρωπος και πως αυτή η ομορφιά, η αλληλεγγύη της σάρκας γιά την σάρκα είν’ η πηγή της ζωής ; Τα μάτια σου λάμπανε, είχες κερδίσει μιά φίλη που δεν θα ξανάβλεπες ποτέ, δεν ήσουν μικρός να ξεγελαστείς. Ενα τηλέφωνο, μιά δικαιολογία την άλλη Κυριακή, δεν την ξανάδες, ούτε την έψαξες ποτέ πιά. Αραιά και που την έφερνες στη μνήμη σαν σου τελείωνε ο αγέρας στα πλεμόνια. Δεν ήταν καν η εικόνα της ήταν η ιδέα της που λάτρεψες και μιά υπόσχεση πως θάρθει μια Κυριακή, στα τυφλά.

Στο μαγέρικο

Στρίψε δεξιά, στο σοκκάκι της συμφοράς, το διαδρομάκι δίπλα απ’ το κτίριο που βγάζει στην αυλή, έφτασες. Δάπεδο τσιμεντένιο, το δωμάτιό σου κι’ η τουαλέττα δίπλα., όταν δεν βρέχει καλά είναι. Κάτω απ’ το παραθύρι η κουζινίτσα σου κι’ απέναντί της το κρεββάτι. Ψηλά σε μιά γωνιά τα εικονίσματα, συνήθεια από άλλες εποχές. Καρέκλες δύο και το χαλί ατίναχτο χειμώνα-καλοκαίρι να περιμένει τη Μαρία του. Συνηθίζεις να περιμένεις με τον καιρό, τόσο που δεν θες νάρθει, μην τυχόν και χάσεις την ελπίδα σου, το δικαίωμα στην προσμονή. Σάματι έχεις κι’άλλο αίσθημα να σε παρηγορεί ; Αστα, μη τα σκαλίζεις, σου λέω. Πονάνε μα και βρωμάνε. Σαν τα ρούχα της δουλειάς. Τράβα να τα βάλεις στο νερό να μουλιάσουν να φύγει η μυρωδιά του ιδρώτα κι’ απλωσέ τα να στεγνώσουν. Αύριο τα ίδια θα βάλεις πάλι.

Το στομάχι σου σε ειδοποιεί γιά φαΐ. Ασε τα ρούχα στο σκοινί και πάμε στο μαγέρικο. Σκυφτός μπήκες μέσα. Δεν είναι ότι δεν χωράς στην πόρτα είναι η πίκρα της επανάληψης, το σπιτικό φαΐ που νοστάλγησες.

Μια φορά, μιά Κυριακή το’ φαγες κι’ ήτανε με κλειστά τα μάτια, δεμένα με πανί για να μη βλέπεις, θυμάσαι ; Πάντα βάσταγες τον λόγο σου κι’ η Μαρία τον κράτησε. Ηταν η ίδια ; κάποια φίλη της που της έμοιαζε ; Ποτέ δεν έμαθες.

Οταν σου κτύπησαν την πόρτα, τίμια έβαλες το πανί και ψηλαφώντας άνοιξες. Ηχος κανείς και μιά γλυκειά γεύση στα χείλια, τα δικά της. Πισωπατώντας βρέθηκες στης άβυσσος τις πύλες. Παράδεισος ; Μπορεί και ναι, αν οι προγόνοι δεν μιλάγαν. Και τι να πούν ; Τι να’χαν να μοιράσουν ; Ετσι και σεις, πρωτόγονα, μουγγά. Πάλευες με τα χέρια σου το πρόσωπό της να μαντέψεις . Ηταν ; δεν ήταν ; Σε συνεπήρε ο καϋμός κι’ ο πόθος και το ξέχασες, σαν μέρεψες δεν σ’ ένοιαζε καθόλου. Τι σημασία είχε ; Υστερα, μιά κάποια φασαρία με τα κουζινικά. Κάθε που πήγαινες να σηκωθείς με χάδια τρυφερά σε εμποδίζαν. Το κατάλαβες κι’ έμεινες ξαπλωμένος μέχρι να γίνει το φαΐ. Μετά σε τάϊζε στο στόμα σαν μωρό. Πιό νόστιμα δεν είχες φάει και το μυαλό σου να τρέχει σε σιτσιλιάνες χωρικές που αν δεν φας το φαγητό τους δεν σου το δίνουν. Υπήρχε Σικελία και στις χώρες του υπαρκτού ; Αμ ο καφές ; Λες κι’ όλη η τέχνη του έρωτα κρύφτηκε μεσ’ στο καϊμάκι. Λίγο ακόμα κι’ ήθελες τα μάτια σου να βγάλεις, γνώρισες την ομορφιά του σκοταδιού και της σιωπής, δια της αφής την σάρκα και διά της οσμής την τρυφερότητα, τι τα’ θελες τα μάτια και τ’ αφτιά ;

Η ευφορία της ψυχής φάνηκε στ’ όργανό σου. Δεν είδες το χαμόγελο στα χείλη της κοπέλλας και την βαθιά οργασμική χαρά στα μάτια της. Σε ταξίδεψε ξανά, πιό σίγουρη τώρα πως δεν θα βγάλεις το πανί και πιό ελεύθερη.

Κι’ ο ύπνος σε τύλιξε- που λέει κι’ ο ποιητής. Και σε πήγε σε παραδεισένιους κήπους, σε νησιά μεσογειακά, στον Εύξεινο τον Πόντο και στην Κασπία. Κι’ εβγαζες το μαύρο απ’ την νύχτα να σκοτεινιάσεις την μέρα και κάθε ήχο από παντού – την ήξερες πιά την συνταγή του Παραδείσου. Εβγαλες και το πανί όπως κοιμόσουν. Σιγά-σιγά ξύπνησες στο σκοτάδι και στη σιωπή, μά όχι αυτή του παραδείσου, την άλλη της μοναξιάς και της Κολάσεως. Από τότε, μάταια, την περιμένεις ξανά…

«Γιουβέτσι τέλος, μακαρονάδα τέλος» είπε το γκαρσόνι. Το κοίταξες στα μάτια. «Φέρε ότι έχεις» παράγγειλες, «την ίδια γεύση έχουν» σκέφτηκες με το μυαλό στ’ όνειρο κολλημένο ακόμα.

Το φαΐ

Πιλάφι ! Αυτό δεν το περίμενες, στ’ αλήθεια. Σα τη γροθιά στη μούρη προσγειώθηκε το πιάτο μαζί με την κουβέντα απ’ το γκαρσόνι, ίδια κι’ απαράλλαχτη σαν κάποτε στο πρώην βήτα-νι. «Το αριστοκρατικότερο των φαγητών, πιλάφι !»

Πιλάφι με αρακά, κομμάτια από βραστό καρώτο, καλαμπόκι. Ακριβώς όπως τότε, λίγο μετά τη χούντα, στο ναυτικό. Στην αρχή ήτανε βασιλικό το ναυτικό, στο δρόμο έφυγε ο βασιλιάς κι’ έγινε πολεμικό, άλλαξε και τ’ όνομα σε πι-νι που όλο και κάποια ποινή θύμιζε, μας τέλειωσε το βήτα-νι. Το πιλάφι όμως πάντα το ίδιο έμεινε όπως και το παρατσούκλι των μονιμάδων «πιλάφια», η εκδίκηση των κληρωτών στα γευστικά τα γούστα των μονίμων.

Κοίταξε τώρα πριν τα φας τα κίτρινα, τα πράσινα και τα πορτοκαλιά κομματάκια μέσα στο άσπρο το ρύζι. Θάρρος δεν είχες να το δώσεις πίσω, ξεκίνα σιγά-σιγά να καταπίνεις το λοιπόν. Κάθε μπουκιά και μια ιστορία, κάθε μπουκιά και μια σελίδα από τους μήνες τους πολλούς μεσ’ στα καράβια. Εκεί που πάντα ήσουνα μέσα στο ΝΑΤΟ κι’ ας έλεγε η κυβέρνηση πως ήταν έξω η Ελλάδα από το σκέλος το στρατιωτικό, στο ναυτικό δεν είχε περιθώρια για ψωροπερηφάνειες, τα καράβια ήταν απαραίτητα για τις ασκήσεις του συμμαχικού παράγοντα. Κι’ αν πήγαινε η άσκηση καλά δίνανε και στη ναυτουριά απ’ το φαΐ τους το καλό, πιλάφι σπέσιαλ, με τα πολύχρωμα τα ζαρζαβατικά. Νοιώθανε πολύ σπουδαίοι τα «πιλάφια» μέσα στο ΝΑΤΟ με την υπόλοιπη Ελλάδα νάναι εκτός. Ποτέ δεν συμμερίστηκες τη χαρά τους, ούτε τη χάρη τους την έκανες σαν σούπανε να καρφώνεις, «ο διπλανός μου όλο λέει ας’ το διάολο και βρίζει τα θεία» ανέφερες στον ύπαρχο. Σε κοίταξε περίεργα και δεν σε ξαναρώτησε ποτέ, μα ούτε άδεια πήρες, ούτε δουλειά αμέσως βρήκες σαν απολύθηκες με το καλό σαν κάποιους άλλους. Βρέθηκες στην οικοδομή να βγάζεις μεροκάματο.

Κατάπινες το δυνατό πιο γρήγορα να βγάλεις τη θητεία. Ετσι σου έμοιαζε τούτο το φαγητό στο πιάτο, σαν τις μερούλες που μέτραγες μέχρι τ’ απολυτήριο. Κι’ όλο πιο γρήγορα κι’ αμάσητο κατέβαζες το φαΐ, ν’ απολυθείς να φύγεις σαν τότε που δεν τόξερες πως κι’ η ζωή θητεία ήταν. Είχες τα όνειρά σου οδηγό, μα τα όνειρα τελειώσανε στο πέμπτο το γραφείο που ζήταγες δουλειά μαζί με τα λεφτά σου. Κι’ είπες ας πάω μια μέρα στην οικοδομή να βγάλω το φαΐ μου κι’ έχει ο θεός. Ο θεός πάντα έχει, οι άνθρωποι δεν έχουνε και κόλλησες στις σκαλωσιές για τα καλά.

Σαν το πιλάφι, πρώτη μπουκιά, ξανά μπουκιά όλες οι ίδιες είναι μέχρι να το τελειώσεις. Βλέπεις το πιάτο σου λευκό σαν το χαρτί που πήρες φεύγοντας απ’ τα καράβια. Τέλος φαΐ, τέλος θητεία, το γκαρσόνι σε κοίταξε ερωτηματικά. «Ωραίο πιλάφι» του είπες χωρίς να ξέρεις το γιατί. Ισως να έφταιγε το παραστράτημα του χρόνου στο μυαλό σου, ίσως θυμήθηκες στο ναυτικό πως όλα όμορφα σου λέγαν να τα βλέπεις να μη σε πιάνει η ναυτία στα μποφόρια.

Χαμογέλασες και του άφησες πουρμπουάρ. Σηκώθηκες και το στομάχι σου μολύβι. Εξω απ’ το μαγερειό διστακτικά κοντοστάθηκες.

.Στο δρόμο

Ξεκίνησες μια βόλτα νάχεις παρέα τα βήματά σου, να μη σε τρώει η μοναξιά. Κάνει καλό, λέει, στη χώνεψη. Μα δεν σου τακτοποιεί τις σκέψεις όπως η δουλειά ή το τσιγάρο.. Ισως να φταίνε οι παραστάσεις που αλλάζουνε συνέχεια όπως κινείσαι, ίσως. Μπορεί να φταιν’ τα βήματα, αργά και σταθερά μα άρρυθμα, που σε πηγαίνουνε, πού άραγε ; τι σημασία έχει ; Πάντα κλειστός κύκλος η διαδρομή.
Το βλέμμα σου ψηλά, στις ταράτσες των σπιτιών. Γιατί ; Τον κόσμο που ακουμπάει στα παράθυρα ήθελες ν’ αποφύγεις, σε κουράζουν οι ματιές τους, αυτά τα πελώρια ερωτηματικά κι’ ας μη ρωτάνε τίποτα στα φωνακτά, μόνο σιγά κι’ υπόγεια «τι κατάφερες στη ζωή σου ; που’ ναι η γυναίκα σου ; έχεις παιδιά ;» και το τελειωτικό τους κτύπημα «Πόσα βγάζεις ;»
Δεν τα’ ξερες, πρώτη φορά είσαι στα –ηντα, στα –αντα δεν ρωτάγανε τέτοια. Οπως στα –ήντα σου πρωτοέμαθες, κεντρικός πολυσύχναστος δρόμος, απόμερο σοκάκι, ίδια κι’ απαράλλαχτα είναι στη μοναξιά σου.
Και περπατούσες και περπατούσες, χωρίς να γνωρίζεις κανένα. Και βγήκε αληθινός ο ποιητής και ούτε κανένας σε γνώριζε και πως να σε γνωρίσουν ; Ξεχνάει ο κόσμος όσους δεν έχει ανάγκη, σάματις εσύ θυμάσαι πιά τον παπού σου ; τον πατέρα σου ; τη μάνα σου ; Αμα και τους έχασες, έχασες και την παρηγοριά τους, τους θυμόσουνα όσο η σκέψη τους σε παρηγορούσε, μετά δεν είχες καιρό. Και οι γυναίκες…τι να θυμηθούν από σένα ; τα λουλούδια που δεν τους αγόρασες, τα κέντρα που δεν τις πήγες ; Δεν ήσουνα πολύ όμορφος ή καλά προικισμένος γιά να σε θυμούνται. Την καλοσύνη σου είπες ; Και από πότε η καλή σου πρόθεση λέγεται καλοσύνη ; Καλοσύνη είναι να δίνεις ότι σου ζητάνε, όχι ότι σου περισσεύει, έτσι δεν έλεγες στους άλλους ; Κι’ αυτές το ίδιο περιμέναν από σένα…
Σαν ν’ανεβαίνει πάνω το φαΐ σου, βαρύ ήτανε το ρύζι και δεν χωνεύεται, μα δεν χωνεύονται και κάποιες σκέψεις, κάποια ερωτήματα που αναβοσβήνουν σαν τις αστραπές. Πρώτη κλωτσιά στο στήθος. Εκεί βαράει το στομάχι. Τι τό’ θελες και τούπες να φέρει ότι θέλει ; Δεν τα σηκώνεις πιά όλα τα φαγητά, μόνο η καλή παρέα τα χωνεύει, σαν ονειρεύεσαι μονάχος στο φαΐ, ξέχνα τη χώνεψη.
Μαλάκωσε κάπως ο πόνος σου και γύρισε στην πλάτη. Μα δεν μπορείς το χρώμα σου να δείς και ποιός να σ’ ειδοποιήσει.; Μόνος, συνήθισες νά’ σαι μόνος, γιατρός του εαυτού σου διορίστηκες μιά που δεν υπήρξε χέρι για κείνο το ποτήρι το νερό, χρόνια τώρα.
Σιγά-σιγά το χρώμα σου ξανάρθε. Πάει κι’ αυτό. Το ξεπέρασες. Χαμήλωσες και το βλέμμα απ’ τις ταράτσες, Σκοτείνιασε, δεν φαίνονται τα μάτια από μακριά, μόνο σαν διασταυρώνεσαι. Ανάψαν και τα φώτα. Πάντα σ’ άρεσαν οι φωτισμένες είσοδοι των σπιτιών, σου μοιάζανε σαν να σε περιμένουν. Οπως τότε…

Η τελευταία φορά

Την τελευταία φορά που κάποιος σε περίμενε ήταν νωρίς το βράδυ. Πέρασες να την πάρεις και σε περίμενε μέσα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Πρώτη φορά θα έβγαινες με την γειτονοπούλα, τι γειτονοπούλα δηλαδή που τάχατε τα χρονάκια σας κι’οι δυό. Σ’ έπιασε αγκαζέ και για πρώτη σου φορά δεν τόδες σαν κακό σημάδι, τι το χειρότερα θα μπορούσες να πάθεις πιά ;. Το άλλο το χέρι σου στην τσέπη να σφίγγει το μεροκάματο και να διερωτάσαι αν θα σου φτάσει ή όχι γιά τα έξοδα. Εκπληξη, η κυρία είχε δικό της αυτοκίνητο.

Μπήκατε για βολτίτσα. Ανάσανες καλύτερα σε άλλες γειτονιές, πόσο καιρό είχες να φύγεις απ΄την δικιά σου. Περπάτημα στην δενδροφυτευμένη συνοικία κι’ενα ποτό σε καφετέρια γιά προκαταρκτικά. Και μετά κεφάκι κι’ αλλού γιά τσίπουρα κι’ ενθουσιασμό, κάποια στιγμή γέλασες σαν είδες δυό μάτια να σε κοιτάνε χαμογελαστά. Κι’ ήτανε όμορφα μάτια, τ’ άλλα δεν σ’ έννοιαζαν. Τέλος τα τσίπουρα και πίσω μέσα στ’ αμάξι. Χάδια, φιλιά και το παράπονο το πρώτο. Δεν ήξερες να φιλάς καλά. Μόνο να φυλάς τον εαυτό σου αγριεμένος τόσο καιρό στην μοναξιά. Σαν πρώτο συννεφάκι στον καταγάλανο ουρανό. Μύρισε καταιγίδα μα δεν τόδειξες. Προσπάθησες, φάνηκε να ξεπερνιέται το θέμα και προχώρησες, Αρχισες να γνωρίζεις το κορμί της, τα πεινασμένα χέρια σου την χάιδευαν παντού. Και της άρεσε, το είδες στην κοκκιννίλα του λαιμού της, τα μάτια της δεν είδες στο σκοτάδι και την απόφαση να σου «πουλήσει» μόλις και εκδηλώθηκες. Δεν σου μαζεύτηκε, δεν τραβήχτηκε συνέχισε να σε φιλάει και τρυφερά ψιθύρισε ότι δεν κάνει χάρες…

Δεν σούπε καν πως δεν θέλει το πρώτο βράδυ, ήταν καλά ζυγισμένο το χτύπημά της. «Θα σε μάθω να φιλάς, θα σε μάθω να κάνεις έρωτα, θα κάνουμε έρωτα σ’ ένα δυό μήνες και θάναι υπέροχα, χάρες δεν κάνω εγώ, είμαι αρκετά μεγάλη γιά να με χρησιμοποιούν», μπορεί να σου είπε κι’ άλλα και συ την άκουσες χαϊδεύοντας μεσόκοπη επιδερμίδα . Την κοίταξες με απορία, δεν της είχες ζητήσει τίποτε, άφηνες τα πράγματα στην φυσική τους πορεία, αυτή δεν τό βλεπε έτσι. Σιγά- σιγά πάγωνε την ατμόσφαιρα χωρίς να τραβηχτεί από τα χέρια σου, αλλά και χωρίς ν’ ανταποκρίνεται καθόλου. Σε λίγο χάιδευες ένα κομμάτι κρέας και είχες ένα πελώριο κενό εκεί που θάπρεπε να υπάρχει η καρδιά. Ξανάλθε η θλίψη στα μάτια σου κι η ατέλειωτη προσμονή μεσ’ στο μυαλό σου. Το αυτοκίνητο πήρε τον δρόμο της επιστροφής, τραβήχτηκες στην άκρη του καθίσματος διαλυμένος. Η κυρία σου εξηγούσε τα πλεονεκτήματα της μεθόδου της, θα γινόσουνα ένας τέλειος κηφήνας για την βασίλισσα αν άκουγες τις συμβουλές της κι’ έδειχνες υπομονή και φιλομάθεια.. Τώρα γιά το άν γυαλίζανε τα μάτια της ή σου φάνηκε δεν ήσουνα σίγουρος, η άρνηση σου όμως δεν χρειαζότανε να εκφρασθεί. Επέλεξε την μέση λύση «Θα τηλεφωνηθούμε » σου είπε όταν κατέβηκες απ’ τ’ αμάξι και σε πόνεσε ο θάνατος της ελπίδας, τόξερες μάλλον η τελευταία σου ευκαιρία ήταν. Πήρες μ’ αργό το βήμα τον δρόμο για το σπίτι, καλή ώρα όπως τώρα

Ολο χαμένες ευκαιρίες η ζωή σου. Ισως γιατί δεν πάλεψες ποτέ γερά για κάτι, δεν είχες το ψυχικό το σθένος να το φέρεις στα νερά σου, ίσως ήσουνα κι’ άτυχος μερικές φορές. Όπως τότε, χρόνια πολλά πριν, μ’ εκείνο τον κοντούλη τον εφοπλιστή που πήγες ν’ αλλάξεις την ζωή σου. Εσύ τούβαφες το σπίτι κι αυτός έψαχνε απελπισμένα άτομα πρόθυμα για μια δουλειά, βρώμικη δουλειά, μήπως οι άλλες ήταν καθαρές ; Ετυχε να ξέρεις και τον καπετάνιο του, παιδικός φίλος, έβαλε το χεράκι του κι’ αυτός και σε πήρε μαζί του στο Μπουργκάς για το φόρτωμα , σούβγαλε και φυλλάδιο ναυτικό. Δυο μερόνυχτα φόρτωνε το καράβι αντιαρματικές ρουκέτες, τσέχικες, ρώσσικες, βουλγάρικες απ΄ αυτές που από τον ώμο του στρατιώτη ανατινάζουνε το τεθωρακισμένο. Εμπόριο όπλων. Σαν σαλπάρισε το καράβι έμεινες έξω με τον εφοπλιστή. Δια ξηράς Κωνσταντινούπολη, εκεί θ’ ανέβαινες στο καράβι μέχρι την Αιθιοπία. Γερά λεφτά. Τέσσερις χιλιάδες η ώρα πλεύσης, δολάρια φυσικά. Δύο ο εφοπλιστής, χίλια ο καπετάνιος κι’ από διακόσια τα πέντε μέλη του πληρώματος. Δεν μπαρκάρισες ποτέ. Οι τουρκαλάδες βρήκαν τα όπλα στην επιθεώρηση. Οσο κι’ αν φώναζε ο καπετάνιος πως θα ξεφόρτωναν Αφρική, η κυπριακή σημαία -ευκαιρίας-στο καράβι ήταν καταδικαστική. Ο φίλος σου ο καπετάνιος φιγουράριζε πρώτη σελίδα στις εφημερίδες και ο εφοπλιστής πλήρωσε τα κέρατά του σε λαδώματα για να γυρίσετε στην Ελλάδα κυνηγημένοι από τούρκικη αστυνομία και λιμενικό.. Το φορτίο και το καράβι γράφτηκαν στο παθητικό του, συνέχισε με τ’ άλλα καράβια του και συ ξανάπιασες την μπατανόβουρτσα. Εκαστος εφ’ ω ετάχθη.

Πίσω στο σπίτι

Πιό κάτω το περπάτημα ζωήρεψε. Δεν σ’ ενοχλούσε το στομάχι πιά μα μόνο οι στενοχώριες. Περπάτησες πιό γρήγορα και έπιασες τις σκέψεις. Είναι τ’ αντίδοτό σου, να σκέπτεσαι σαν περπατάς, είναι η παραμύθα σου, τα όνειρα σου για το μέλλον. Σαν κάθεσαι, στο παρελθόν σε φέρνουν τ’ όνειρά σου.

Περπάτημα με πείσμα. Σαν σε προπόνηση. Βελτίωση καθημερινή. Δεν θα κάνουν ολυμπιακούς αγώνες γιά μπογιατζήδες ; Θα κάνουν, δεν μπορεί, θα κάνουν κάπου στην Ασία, κάποτε. Αγώνας βάδην είκοσι χιλιομέτρων, και συ με φίνις να προσπερνάς τους αντιπάλους έναν-έναν και να κόβεις το νήμα με το στήθος. Κι’ ύστερα στο βάθρο, στο πιό ψηλό σκαλί. Τον ύμνο πιά δεν τον ακούς, μα δεν πειράζει. Χαμογελάς και δείχνεις το μετάλλιο, χαμός και μαγνητόφωνα και μηχανές και κινητά, απ’ όλα. Και γυναικεία κεφάλια που στριμώχνονται στους λίγους πόντους παρακάτω. Ενα απ’ αυτά δικό σου, του νικητή. Δεν διαλέγεις το πιό όμορφο αλλά το πιό γλυκό. Το κορμί της να ταιριάζει απόλυτα με το δικό σου όπως αποχωρείτε αγκαλιασμένοι. Το μετάλλιο και το κορίτσι, αυτός είναι όλος σου ο κόσμος, αυτός. Ούτε άρτος ούτε θεάματα. Μόνο περπάτημα με το κορίτσι αγκαλιά.

Τα πόδια σου σε φέρανε στο σπίτι σου ξανά, μα το κορίτσι κάπου τ’ άφησες στο δρόμο. Γυρνάς στην κάμαρα σου και αλλάζεις. Μόνο τα ρούχα με πυτζάμες, τ’ άλλα το θές μα δεν μπορείς. Πλένεις τα δόντια σου, τη φάτσα στο καθρέπτη βλέπεις. Βλέπεις την κούραση στο πρόσωπο και δεν σ’ αρέσει. Ούτε το βλέμμα σου σ’ αρέσει πιά. Ελπίζεις όμως. Σε καλύτερες μέρες. Οπως όλοι. Και ονειροπολείς στο ξύπνιο σου. Και σκέπτεσαι…νάπιανες το λαχείο κι’ ας μην αγόρασες ποτέ σου.

Νοιώθεις κουρασμένος και θες να ξαπλώσεις, είναι η ώρα σου. Εχεις δουλειά για μεροφάϊ το πρωΐ. Πάλι καλά που βρέθηκε αυτός ο εργολάβος κι’ ας σε στέλνει να βάψεις στα παλιά τα λημέρια σου, μισοκοιμισμένο. Θάθελες μόνο στα όνειρά σου να’ σαι εκεί, να ρύθμιζες εσύ το ριζικό σου. Μα όταν έπρεπε δεν είχες το κουράγιο να το κάνεις.

Και τώρα πάμε στα πιό δύσκολα. Τέλος δουλειά, τέλος φαΐ, τέλος περπάτημα, τέλος διαδικασίες. Εσύ κι’ ο εαυτός σου. Μόνος. Τώρα πληρώνεις το γραμμάτιο του άλλοτε και των επιλογών σου.

Για λίγο στάθηκες στης κάμαρης τη μέση. Τον απολογισμό σου έκανες και τρόμαξες πολύ. Με το που συνειδητοποίησες τη μοναξιά σου, χαθήκαν όλες οι εικόνες απ’ τα μάτια σου, καθρέπτες ξεφυτρώσαν γύρω-γύρω. Της μοναξιάς είναι τα κατορθώματα αυτά, τον εαυτό σου απανταχού να βλέπεις, οι πίνακες στους τοίχους και τα λίγα έπιπλα σαν να μην έδιναν εικόνα πια. Κι’ όταν τον εαυτό σου μόνο βλέπεις, χάνεις και μέτρα και σταθμά, το ελάχιστο στα μάτια σου, πελώριο φαντάζει. Είναι που ψάχνεις κάπου να πιαστείς και τίποτε δεν βρίσκεις. Τότε μπορείς να θυμηθείς ακόμα και το τίποτα, τη μια ματιά, την καλημέρα κάποιας μέσα στο λεωφορείο και ιστορίες μέσα σου να φτιάξεις. Θυμάσαι κάποιο χαρακτηριστικό της που σου άρεσε και πλάθεις τον χαρακτήρα της από αυτό, στα μέτρα τα δικά σου βέβαια. Αρπάζεσαι από μια κουβέντα και φτιάχνεις σενάρια ολόκληρα. Κι’ όλο την βλέπεις να σε κοιτάζει έτοιμη να σε ακούσει, έτοιμη να συμφωνήσει σε μια κοινή υπόσχεση για μια ζωή καινούργια που όλο την κυνηγάς και όλο σου ξεφεύγει. Και περιμένεις να την ξαναδείς στη στάση, στο λεωφορείο μέσα, μήπως η σύμπτωση αυτή την ώθηση σου δώσει, τον βούρκο σου ν’ αφήσεις. Αχ, πόσα θα της έλεγες άμα τη συναντούσες, κάθε πρωί που την γύρευες με την ελπίδα στο βλέμμα, στου λεωφορείου την ουρά. Μα δεν την ξαναείδες, και μέσα μείνανε τα λόγια που θα της έλεγες. Μετά και την μορφή της ξέχασες, ίδια κι’ απαράλλαχτα όπως ξεχνάμε τον αριθμό του λαχείου που δεν ευτύχησε στην κλήρωση, αυτόν τον αριθμό που λίγες μέρες πριν τον ψιθυρίζαμε στον εαυτό μας σαν το μυστικό που την ζωή μας θα γυρνούσε τούμπα.

Αλλαξες θέση, άλλαξε κι η σκέψη σου, ψάχνει να βρει απάγκιο ν’ ακουμπήσει. Ξάπλωσες στο κρεβάτι και γλυκός ο ύπνος κάθεται στα βλέφαρά σου πάνω. Ψάχνεις με το μυαλό σου όλα τα θέματα της μέρας, όλες τις πληροφορίες, ζάπινγκ κάνεις στις εικόνες που περνάνε γρήγορα στα κλειστά τα μάτια σου μπροστά. Μόλις και βρήκες αυτό που ήθελες, παραδόθηκες ασυζητητί. Γέμισες την άδεια σου αγκαλιά μ’ όνειρα, με γλυκούς αναστεναγμούς, την μυρουδιά απ΄τα μαλιά της. Εκεί την αντάμωνες σαν τύχαινε να την φέρεις στ’ όνειρό σου, μόλις και τα κατάφερνες να διώξεις απ’ το μυαλό μοναξιά και κούραση και χρέη και όλα όσα σου ροκανίζαν τη ζωή. Στο όνειρό σου την είδες νάρχεται. Ένα χαμόγελο σχηματίσθηκε στο κοιμισμένο σου πρόσωπο, το χαμόγελο της γλυκιάς προσμονής.

Αλλά δεν βάστηξε πολύ.

Τα γαστρικά υγρά στις διαδρομές τους σκιαγραφούσαν στομάχι κι’ οισοφάγο. Ισως δεν ήταν το φαΐ αλλά η στενοχώρια, ίσως πάλι που ξάπλωσες κι’ ανέβηκε το φαγητό μεσ’ στο στομάχι. Πάντως σε ξύπνησαν.

Ανασηκώθηκες και ρεύτηκες. Βαριά τα βλέφαρά σου κλείσανε σαν υποχώρησε η καούρα. Και τότε ήρθε.

Η μήπως ήταν από ώρα εκεί και δεν την έβλεπες, δίπλα σου ξαπλωμένη ;

Γύρισες στη μεριά της. Μαλλιά λεπτά και πλούσια, στο πιό γλυκό λευκοκίτρινό τους, μάτια και φρύδια σκούρα, μύτη λεπτή, κόκκινο στόμα. Δέρμα λευκό, σπασμένο με βαθειές χαραματιές μα χωρίς ζάρες. Εβλεπες μόνο το κεφάλι και λαιμό αλλά το στόμα σου βρέθηκε στη θηλή της. Στενόμακρη και ροζ, πόσο γλυκειά η γεύση της στο στόμα…

Χρόνια είχες να αισθανθείς έτσι. Τ’ αριστερό σου χέρι χάϊδευε το γυμνό της σώμα στους ώμους, στο ξαπλωμένο χέρι της, στη μέση. Τραβήχθηκες λίγο προς τα πάνω και την φίλησες στο στόμα. Η γλώσσα σου ακολούθησε τα μεταλλικά στηρίγματα των δοντιών της και μετά ενώθηκε με τη δική της. Σου αρέσανε κι’ οι δυό οι γεύσεις βρήκες μιά γλύκα και στο μέταλλο. Τ’ αριστερό σου χέρι έφτασε στην ήβη της και κατηφορίζοντας έστειλε ένα δάκτυλο μέσα. Ηταν υγρά και ζεστά. Το δεξί σου χέρι, καρφωμένο στο στήθος της, βάσταγε κάτι επιτέλους.

Σιγά- σιγά άρχισες να ξεφεύγεις από τον χώρο των αισθήσεων και να σκέπτεσαι ξανά. Δεν βρήκες την παραμικρή αποδοχή εκ μέρους της, μόνο σιωπή μα ούτε και απόρριψη αισθάνθηκες. Σου φάνηκε περίεργο, δεν ήξερες αν έπρεπε να συνεχίσεις ή όχι. Πριν το σκεφτείς όμως και πριν προλάβεις να ξυπνήσεις, μέσα στα σκέλια ένιωσες ωραία.

Μιά δυνατή, πολύ σκληρή στύση, όπως παλιά. Βάλθηκες να την φιλάς παθιασμένα, το σώμα σου άρχισε να σκαρφαλώνει στο δικό της, προσπαθούσες να θυμηθείς τις θέσεις και τις στάσεις.

Κι’ αποκοιμήθηκες με το χαμόγελο στα χείλη. Βαθιά όσο ποτέ. Ηταν τότε που πήρε την απόφαση η καρδιά σου πως αρκετά έβαψες, καιρός ν’ αναπαυθείς λιγάκι…

Στο μεταίχμιο  

Λίγες ωρίτσες σου μείνανε μα δεν το ξέρεις. Τώρα βρίσκεσαι απορημένος κάνα μέτρο πιο πάνω, ξεσκέπαστος μα δεν κρυώνεις. Βλέπεις τον εαυτό σου στο κρεβάτι ξαπλωμένο και διχάζεσαι. Δεν ξέρεις αν πρέπει να πας εκεί ή να μείνεις εδώ που βρίσκεσαι. Σε στενοχωρεί η άγνοια μα περισσότερο σε στενοχωρεί να βλέπεις τον εαυτό σου από κάποια απόσταση, δεν τόχεις συνηθίσει. Ευτυχώς που δεν βλέπεις το πώς φθίνει η εικόνα σου σιγά-σιγά, σαν αιθέρας που εξατμίζεται. Παίζεις την ταινία της ζωής σου στα μάτια σου να διώξεις την θλίψη. Διαλέγεις σκηνή. Μεταπολίτευση κι’ όλος ο κόσμος στους δρόμους. Εκτός από τρεις. Ηταν τότε που προσπαθούσατε με τον διαφημιστή να μάθετε το γιατρό πρέφα. Κλεισμένοι τρεις μέρες σ’ ένα σπίτι, μόνο τηλεόραση για ενημέρωση, κάνατε σχέδια για πλιάτσικο σε ενδεχόμενο πολέμου, η επιστράτευση ήταν γενική αλλά δεν είχε χώρο στα στρατόπεδα και διώξανε τους αγύμναστους στα σπίτια τους. Ο γιατρός μελετούσε τις αξίες των χρωμάτων, μπαστούνια, σπαθιά, καρά, κούπες, αχρωμάτιστα. Μετά πάμε στις εφτά μπάζες με την ίδια σειρά. Το αεροπλάνο απ’ το Παρίσι έφερνε πίσω αυτόν που είχε φύγει με ψευδώνυμο, κύριος Τριανταφυλλίδης. Ο λαός στους δρόμους μεθυσμένος αποθέωνε τον «εθνάρχη», η χούντα έπεφτε. Με πίκρα σκεφτόσουνα πριν τη χούντα, στη χούντα και μετά τη χούντα ο ίδιος αστυφύλακας ήτανε, ο ίδιος δάσκαλος, ο ίδιος δικαστής. Γιατί πανηγυρίζανε ; Αρχισε το παιχνίδι, μετά δυο-τρεις γύρους ο γιατρός ξεθάρρεψε, αγόρασε αχρωμάτιστα. Κοίταξες τα χαρτιά σου, τον «είχες». «Παίζω» φώναξες, «κι εγώ» είπε ο διαφημιστής.

Ο γιατρός αμφιταλαντεύτηκε. «Όταν λέω αχρωμάτιστα, τι εννοώ ; » ρώτησε. Εκεί τελείωσε το παιχνίδι, με πολύ γέλιο. Δεν θυμόσουνα άλλο πράγμα στη ζωή σου που να τελείωσε με γέλιο. Ο «εθνάρχης» ανασυγκροτούσε τη χώρα. Κάποια χρόνια μετά ο συνονόματός του ανεψιός ανασυγκροτούσε το κράτος αλλά ήσουνα αρκετά μεγάλος πια για να γελάσεις.

Ηδη αχνοφαίνεσαι μέσα στο σπάσιμο της αυγής, κοντεύει έξη η ώρα. Βλέπεις τον εαυτό σου στο κρεβάτι ακίνητο. Σαν τη θάλασσα που τόσο αγάπησες, την ήρεμη περισσότερο. Κάποιες φορές ο αγέρας και τα ρέματα κοιμούνται, αν είναι αφέγγαρη η νυχτιά βλέπεις τ’ αστέρια στο νερό. Αν είναι μέρα παίρνει η επιφάνεια ένα χρώμα προς το γκρι, «από τη σκόνη που κάθεται στο ακίνητο νερό» ήταν το σλόγκαν σου.

Με τέτοια θάλασσα είχατε πάει για ψάρεμα τις εποχές τις ευτυχισμένες, με τα κουπιά. Καφές στο τάπερ, ψαράκια στον κουβά, ντύλαν στο κασσετόφωνο, το φορητό. Σαν μεσημέριασε κι’ έπρεπε να πάρετε το δρόμο για την επιστροφή το μόνο πρόβλημα στη ζωή σου ήταν που έπρεπε να λάμνεις με ντάλα ήλιο. Πήγες να περάσεις τα κουπιά στους σκαρμούς και σούπεσαν και τα δυο στη θάλασσα. Ηταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή στη ζωή σου σαν έφυγε κι’ η τελευταία έγνοια απ’ το κεφάλι. Κρίμα που δεν την είδε αυτή τη λάμψη στα μάτια σου η κοπελιά, την έψαχνε σαν κάνατε έρωτα, μα δεν της έτυχε ποτέ.

Άλλη μια φορά αισθάνθηκες έτσι : σαν πρωτάκουσες την πέστροφα του Σούμπερτ μόλις που ξύπναγες, με το κεφάλι άδειο και τις αισθήσεις σου στην τσίτα.

Ηταν η παρθενιά σου με τις μουσικές στα σολφέζ της μεγαλοφυΐας. Μετά γνώρισες τον Βέρντι.

Πήγε έξη και τέταρτο. Κάνεις να σηκωθείς και δεν σαλεύεις. Το νοιώθεις καλά πως δεν μπορείς να κουνηθείς μα δεν αντιδράς.. Εξ άλλου έχεις πάει πιο ψηλά κι’ έχεις τελείως εξαϋλωθεί, δεν υπάρχεις πια. Κι ούτε κρυώνεις. Τα πτώματα έχουνε πάντα θερμοκρασία δωματίου, σαμπρέ όπως λένε για τα κόκκινα κρασιά.

ΤΕΛΟΣ

 

 

Advertisements

99 Σχόλια to “Το 24ωρο ενός μπογιατζή (διήγημα του gpointofview)”

  1. Λευκιππος said

    Ιδανικό 24ωρο. Διαβάζεται ευχάριστα.

  2. Alexis said

    Καλημέρα.
    Τεράστιο για τώρα, θα το διαβάσω αργότερα.
    Αργότερα και οι όποιες εντυπώσεις…

  3. Καλημέρα.

    Ευχαριστώ τον Νικοκύρη για την δημοσίευση και τα καλά του λόγια καθώς και όσους σχολίασαν.

    Λόγω υποχρεώσεων θα απαντήσω στα σχόλια το απόγευμα, σας αφήνω για συντροφιά την πέστροφα, ένα από τα ωραιότερα κομμάτια που γράφτηκανποτέ.

  4. Νέο Kid said

    Το χέσιμο του πλανητάρχη ήταν ανακουφιστικό…

  5. sarant said

    Καλημέρα! Ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και ευχαριστώ και τον Τζι για το διήγημα και για τη μουσική συνοδεία!

  6. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα (ε, με τέτοιο ήλιο σήμερα, μόνο καλή μπορεί να είναι 🙂 )

    Γιώργο, εύγε. Όταν δεν ανακατεύεις «αθλητικά», γράφεις μια χαρά, κι ας λέει ο πολυώνυμος τις συνήθεις κακίες του.
    Για τις στιγμές στη δουλειά δεν είδα να μας λες κάτι.

  7. Γς said

    >Στην αρχή ήτανε βασιλικό το ναυτικό, στο δρόμο έφυγε ο βασιλιάς κι’ έγινε πολεμικό,

    Ο Γς πάλι (ως συνοδός) σε νοσοκομείο (Ιατρικό Κέντρο Αθηνών), προσπαθούσε με αστειάκια να ξορκίσει το κακό.

    Αυτή την φορά ήταν ο απόστρατος ναύαρχος(;) που θυμόταν τους βασιλιάδες που μετέφερε το Πολεμικό Ναυτικό στην Κέρκυρα.

    -Ωραία χρόνια. Και τότε το Πολεμικό Ναυτικό ήταν Βασιλικό Ναυτικό.

    -Κι ο Βασιλικός κήπος. Του λέω.

    -Βέβαια όχι Εθνικός. Κι η Βασιλική Χωροφυλακή.

    -Κι η Βασιλική Αεροπορία.

    -Βέβαια, όχι Πολεμική Αεροπορία.

    -Κι ο Βασιλικός Πολτός.

    -Βέβαια.. Αϊ στο διάολο ρε…

  8. Πουλ-πουλ said

    Μια πραγματολογική παρατήρηση:

    «Δες τον τώρα. Ενα χρώμα όλος απ’ τον ήλιο καμωμένο κι’απ’ τη βροχή. Μ αυτό τον λάτρεψε ο κόσμος όλος, τα χρώματα του Ικτίνου και του Καλλικράτη δεν άρεσαν στους Πέρσες.»
    Είναι ηθελημένος ο αναχρονισμός; Οι Πέρσες δεν είδαν ποτέ τον τελειωμένο Παρθενώνα, απλώς πυρπόλησαν τον ημιτελή Προπαρθενώνα.

    Όσο για την ανικανότητα των υψηλόβαθμων στρατιωτικών, όποιος έχει κάνει πραγματική στρατιωτική θητεία, τη γνωρίζει καλά από πρώτο χέρι.

    Και εις άλλα με υγεία.

  9. nikiplos said

    8@ αλλά και στο διήγημα… δεν θα την έλεγα ανικανότητα, αλλά καθρέφτη της ελληνικής κοινωνίας… Όλη η ελληνική κοινωνία και πολιτική είναι συναρμοσμένες με τον βολονταρισμό… διδάσκεται από νωρίς στα σχολεία… «δεν υπάρχει δεν μπορώ»… Διδάσκεται και η προπέτεια: «δεν πετάγεται στο μάθημα, δεν κινείται στην τάξη»… Διδάσκεται, υποννοείται και επιδοκιμάζεται η ευκολία: «τελείώσε γρήγορα ένα πανεπιστήμιο, όποιο νάναι»… «Ακόμη κι αν τέσσερα χρόνια κωλοβαράς, δυό τρεις εξεταστικές και νά το το πτυχίο»… Με 46 σελίδες το κάθε «πιλάφι» ξέρει στατιστική… Άλλες 64 και γνωρίζει και πληροφορική…
    Κι η χώρα έτσι είναι στον αυτόματο πιλότο… Και στην υψηλή πολιτική περισσεύουν οι δεκάρικοι κι ο βολονταρισμός… «Εμείς θα σκίσουμε τα μνημόνια…» με «έναν νόμο κι ένα άρθρο»…

    Τώρα αν το 1974, με τα Ίμια, με τον Οτσαλάν κλπ φθάνουμε ενίοτε στην πραγματική αντιπαράθεση και (όπως στα 1897) τρώμε γερή σφαλιάρα, δεν πειράζει… Οι σύμμαχοι θα καθαρίσουν για πάρτη μας… Μόνο που ενίοτε τα έξοδα του καθαριστηρίου είναι πολύ ακριβά και εμείς καταντάμε γκρινιάρηδες…

    Το διήγημα αυτό του Τζη μου άρεσε και ξεπέρασε πολύ τα προηγούμενα… έχω να πώ…

  10. Γς said

    >Το 24ωρο ενός μπογιατζή

    Μπογιά ωρέ! Πίσω και σ έφαγα!

    Που έλεγαν κι οι φιγούρες του Βεληγκέκα και του Κατσαντώνη που χτυπούσαμε με το κοπίδι για να τις φτιάξουμε στον Καραγκιόζη.

    Κι ήταν κι ο Πιπινέλης, που δεν είχε καμιά σχέση με τον μπογιατζή. Ούτε με το πινέλο, που κι αυτό δεν έχει πάντα σχέση μόνο με το βάψιμο

    Και θυμάμαι μια δικιά μου στο Σαιν Ζοζέφ. Χαριλάου Τρικούπη στο Κέντρο.

    -Μας πέταξαν στο διάλειμμα κάτι εργάτες από την πολυκατοικία δίπλα ένα πινέλο. Και οι καλόγριες πολύ θύμωσαν. Γιατί; Μπορεί να τους έπεσε κατά λάθος.

    Και καλά αυτή ήταν μικρή. Δεν ήξερε…τη διαφορά πινέλου και βούρτσας [λέμε τώρα]

  11. nikiplos said

    Όσον αφορά το διήγημα, μου άρεσε η εξομολόγηση της ζωής, η μη εξίψωσή της αλλά η τοποθέτησή της στα πραγματικά της μέτρα με τις ήττες, τις μικρές νίκες, τις ατολμίες αλλά και τις ατυχίες… Άλλωστε, η ίδια η στατιστική το αναφέρει ρητά, οι τυχεροί είναι λίγοι… όπως και οι καθόλα άτυχοι… Μου άρεσε και η προσέγγιση στον έρωτα, τα παιχνίδια, η εικόνα του, η ωρίμανσή του, το γήρας, η προσφυγή σε ευκαιριακές πλην «ύστατες» λύσεις, αλλά και εκείνα που σε «χαλάνε» και «σβήνεις», ξεθωριάζει λες «άστο καλύτερα, μιαν άλλη φορά…»

    Θα προσέθετα πως λείπουν οι φίλοι έντονα από την ιστορία, την εξιστόρηση, αυτή η μοναξιά του σχοινοβάτη είναι αμείλικτη… Ίσως και να παραλείφθηκε επίτηδες…

  12. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    Πολύ ωραίο το σημερινό, γεμάτο, δεν κούρασε καθόλου το μέγεθος.
    Βέβαια, όσοι πολεμούσαν την κατάθλιψη συντηρητικά, μετά την ανάγνωση θ’ αναγκαστούν ν’ αναζητήσουν φαρμακευτική υποβοήθηση, αλλά χαλάλι… 🙂

  13. sarant said

    6 Aντιθέτως εδώ βρέχει συνεχεια….

  14. Το απόλαυσα!

  15. ΣΠ said

    Ο Γ. Μπαμπινιώτης για την μακεδονική γλώσσα. Εκτός των άλλων παρατηρήστε ότι αποφεύγει να πει την γειτονική χώρα με το επίσημο όνομά της και την λέει «Σκόπια».

  16. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ μένα.

    Πολὺ μοῦ ἄρεσε τὸ σημερινό.
    Καὶ τὸ περιεχόμενο καὶ ἡ γραφή του.
    Σὰν ἔνα μεγάλο ποίημα, ἔτσι μοῦ φάνηκε.

    Μπράβο, Γιῶργο.
    Εὐχαριστοῦμε, Νικοκύρη.

  17. dryhammer said

    Όμορφα κύλησε, μέσα στην πικρή του αλήθεια. Στην αρχή με τρόμαξε το μέγεθος, μέχρι να το ξεκινήσω. Μετά έρεε από μόνο του.

    Άμα δε γράφεις για μπάλα (όπου κουράζει η εμμονή -κάθε εμμονή κουράζει όσους δεν την έχουν) βγάζεις αγγέλους, μαύρους αλλά αγγέλους.

  18. dryhammer said

    16. Ά, γεια σου! Κάθε κεφάλαιο ήταν από μόνο του ένα ποίημα (σαν ωδές ενός μεγαλύτερου). Και «το ‘βλεπα» ασπρόμαυρο (σαν τις ταινίες που μιλάνε για χρώματα αλλά τα βλέπεις αποχρώσεις του γκρίζου και τα μαντεύεις – κι ας ήταν μπογιατζής).

  19. sarant said

    16 Πολύ καλό αυτό το «μεγάλο ποίημα». Πάντως, παρ’ό,τι τα μέρη έχουν αυτοτέλεια, δίστασα να το δώσω σε συνέχειες.

    15 Είναι όμως ντροπή να λέει «Σκόπια»

  20. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @18. dryhammer said:

    » …Κάθε κεφάλαιο ήταν από μόνο του ένα ποίημα….
    Και «το ‘βλεπα» ασπρόμαυρο
    »

    Mὴ μιλᾶς γιὰ ἀσπρόμαυρα! 😉

  21. Georgios Bartzoudis said

    # Λεει πολλά και σημαντικά το διήγημα. Διάβασα και τα πρώτα είκοσι «εγκωμιαστικά» σχόλια. Σαν διήγημα, δεν μου άρεσε. Είναι κουραστικό. (Ας μην απαντήσω σε 1-2 σχόλια που αναφέρονται στους ΒουλγαροΣκοπιανούς και -εμμέσως- στην κατάπτυστη τσιπροσυμφωνία)

  22. Γς said

    20:

    Και το φοβόμουν…

  23. Αρλουμποκυνηγός said

    Θα κριτικάρω το σημερινό διήγημα υπό την ιδιότητά μου ως συνταξιούχος χειρουργός γυναικολόγος…

    Είναι ολοφάνερο (από το σημερινό, αλλά και από τα προηγούμενα διηγήματά του) ότι ο κύριος Gpointofview έχει πολύ μεγάλο ταλέντο γραφιά. Αυτό, ωστόσο, δεν τον κάνει αυτόματα καλό διηγηματογράφο, διότι τον παγιδεύει… Μακρηγορεί ασυστόλως για να μάς επιδείξει το ταλέντο του κι αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το διήγημα να χάνει τον ρυθμό του. Ο αναγνώστης πελαγοδρομεί, έχει διαρκώς την αίσθηση ότι δεν υπάρχει ούτε αρχή, ούτε μέση, ούτε τέλος. Δεν μπορεί να ξεχωρίσει τα περιττά από τα ουσιώδη και στο τέλος αρχίζει να υποψιάζεται ότι ο συγγραφέας ηδονίζεται σαδιστικά στην ιδέα ότι ταλαιπωρεί τον αναγνώστη του. Ότι τον βάζει να διαβάσει άχρηστες αερολογίες, μπάς και εντοπίσει «τί θέλει να πεί ο ποιητής»…

    Το να επιδεικνύεις το όποιο ταλέντο σου είναι ανθρώπινο και κατανοητό: Μιά ωραία γυναίκα επιδιώκει να μάς επιδεικνύει με κάθε τρόπο το σώμα της, ένας άνδρας με προικισμένο μόριο, αφορμή ζητάει να μάς το μοστράρει με κάθε ευκαιρία, για να μάς δείξει πως είναι ανώτερός μας… Αυτό συμβαίνει διαρκώς στη Φύση με όλα τα πλάσματα, από την πεταλούδα και το παγώνι, μέχρι τις μαϊμούδες και τα λιοντάρια. Ωστόσο, είναι μέγα λάθος να το κάνει ένας διηγηματογράφος τόσο προκλητικά, όσο ο κ. Gpointofview. Δείχνει πως δεν σέβεται καθόλου τον χρόνο του αναγνώστη του. Κι ότι το μόνο που τον νοιάζει είναι το πώς θα τον ταλαιπωρήσει με αμπελοφιλοσοφίες που δεν καταλήγουν πουθενά κι έχουν μοναδικό σκοπό να αισθανθεί ο αναγνώστης κατώτερος από τον «σοφό» συγγραφέα…

    Εννοείται ότι το διήγημα είναι γεμάτο από πραγματολογικά λάθη (αν διέθετα κι εγώ Επιτελείο, θα του ανέθετα να τα βρεί, για γελάσει ο κάθε πικραμένος γάβρος…) Οι συχνές σεξουαλικές περιγραφές του κ. Gpointofview, δείχνουν άνθρωπο που στα 70 του δεν έχει ακόμη χορτάσει το σέξ, χωρίς αυτό να είναι κακό. Το ερώτημα είναι γιατί δεν το χόρτασε… ΙΔΟΥ μιά λαμπρή ιδέα για το επόμενο διήγημα του κυρίου GP: Να μάς εξηγήσει τί έφταιξε και δεν έχει ακόμη χορτάσει το σέξ στα 70 του

    Επισημαίνω μερικές μόνο από τις φράσεις του διηγήματος που κάνουν «μπάμ» από μακρυά ότι ο κύριος GP είναι είναι φαφλατάς και αερολόγος:

    1) GPOINTOFVIEW: «Η ευφορία της ψυχής φάνηκε στ’ όργανό σου. Δεν είδες το χαμόγελο στα χείλη της κοπέλλας και την βαθιά οργασμική χαρά στα μάτια της…»

    ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ: Ο Φρόϋντ πέθανε με το παράπονο ότι δεν κατάφερε να μάθει τί πραγματικά θέλουν οι γυναίκες και πότε αισθάνονται οργασμική χαρά. ΚΙ ΟΜΩΣ: Ο κύριος GP προσπαθεί να μάς πείσει ότι μπορεί κανείς να καταλάβει από τα μάτια μιάς κοπέλλας, αν αισθάνεται οργασμό. ΗΜΑΡΤΟΝ κύριε GP!..

    2) GPOINTOFVIEW: «Τ’ αριστερό σου χέρι έφτασε στην ήβη της και κατηφορίζοντας έστειλε ένα δάκτυλο μέσα. Ηταν υγρά και ζεστά. Το δεξί σου χέρι, καρφωμένο στο στήθος της, βάσταγε κάτι επιτέλους.»

    ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ: Στην προσπάθειά του να προκαλέσει σεξουαλικά τον αναγνώστη, ο κύριος GP υποπίπτει σε διπλό λάθος και έναν λαπαλισμό μέσα σε 29 λέξεις:
    α) Ο νούς του άνδρα είναι που στέλνει το δάκτυλο μέσα στον γυναικείο κόλπο και όχι το χέρι
    β) Πώς «καρφώνεται» το δεξί χέρι πάνω στο γυναικείο στήθος; Άστοχη έκφραση
    γ) Η παρατήρηση του κ. GP ότι μέσα στον κόλπο «ήταν υγρά και ζεστά» είναι λαπαλισμός ισάξιος του «Ο ήλιος ανατέλλει κάθε μέρα»

    3) Οι σεξουαλικές περιγραφές του διηγήματος αφήνουν την εντύπωση ότι οι δύο παρτενέρ είναι πολύ νέοι στην ηλικία, κι ότι δοκιμάζουν για πρώτη φορά τις χαρές του Έρωτα.
    ΚΙ ΟΜΩΣ: Ο κ. GP μάς ξεκαθαρίζει σε κάποιο σημείο ότι αμφότεροι είναι σιτεμένοι:

    GPOINTOFVIEW: «Πρώτη φορά θα έβγαινες με την γειτονοπούλα, τι γειτονοπούλα δηλαδή που τάχατε τα χρονάκια σας κι’οι δυό. »

    Και μόνο απ’ αυτό, αποδυναμώνεται όλο το διήγημα: Πώς είναι δυνατόν δύο σιτεμένοι παρτενέρ να ανακαλύπτουν τις γεύσεις του Έρωτα λές και είναι έφηβοι;

    ΤΕΛΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Συνιστώ στον κύριο Gpointofview, στα επόμενα διηγήματά του να περιορίσει την άχρηστη επίδειξη γνώσεων, τους λαπαλισμούς και την αερολογία. Δεν είναι όλοι οι αναγνώστες κάφροι, ούτε πονόψυχοι σαν τον κ. Μαρτίνο (16) που είχε το θράσος να αποκαλέσει «μεγάλο ποίημα» το παρόν εντελώς αποτυχημένο διήγημα

  24. loukretia50 said

    23. Εφόσον επικαλείσθε την ιδιότητά σας :

    Η διεισδυτική κριτική ματιά του ειδικού … σε άσχετο με το θέμα τομέα,
    με βάζει στον πειρασμό να σας προτείνω να μη χαραμίζετε το χρόνο σας σε αναγνώσματα πέραν του γνωστικού σας πεδίου.
    Καλύτερα να διαβάσετε καμιά διατριβή όπως πχ.
    «Ιστοπαθολογική αξιολόγηση της εν τω βάθει διεισδυτικής ορθοκολπικής ενδομητρίωσης».

    Με τον προσήκοντα σεβασμό στους σκαπανείς της επιστήμης

  25. loukretia50 said

    Gpoint
    Πολύ καλό.

  26. μπετατζής said

    παρα πολύ καλό. Μου θύμισε κάποια από τα καλύτερα διηγήματα του Δ. Χατζή ή του Κουμανταρέα αλλά αναφέρεται στη σύγχρονη εποχή ενώ οι προηγούμενοι γράφανε για τις δεκαετίες 1940, 1950. Συγχαρητήρια !! ειλικρινά !!!

    Δεν μπορώ να μη θυμηθώ και κάποιους εξυπνάκηδες που επιμένουν τα τελευταία χρόνια ότι δεν υπάρχει πια εργατική τάξη. Ξυπνήστε μια μέρα 2 ώρες νωρίτερα και θα την δείτε στην πιο κοντινή σταση.

  27. Jane said

    Πολύ διάβασμα σήμερα!
    Είχα και τα άρθρα των προηγούμενων ημερών , που δεν τα είχα διαβάσει.

    Κύριε Τζι, φο-βε-ρό! Μου άρεσε πολύ.
    Τα πρώτα κομμάτια , που περιγράφει τη διαδρομή με το λεωφορείο, μου θύμισαν στιγμές της καθημερινότητάς μου για χρόνια στην Αθήνα ..κι ας μην ήμουν οικοδόμος. 🙂
    Βρήκα καλογραμμένα και ρεαλιστικά τα σημεία που ο ήρωας παλεύει με τη μοναξιά του κι όσα δεν έπραξε ή έπραξε στο παρελθόν. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου θύμισε τους μοιραίους του Βάρναλη όλος αυτός ο εσωτερικός διάλογος.

    Παρεμπιπτόντως αυτό με το λάδι και τη ζάχαρη, δεν ήξερα πως καθαρίζει τις μπογιές, κάποιες πάντως το συνιστούν ..ή το συστήνουν για πήλιγκ προσώπου. 🙂

    Ευχαριστούμε για τη δημοσίευση, κ. Σαραντάκο.

  28. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    26τέλος: Πολύ σωστό!

  29. Aghapi D said

    Εξαιρετικό μού φάνηκε – αν και λίγο μακρύ πού και πού
    Σωστό το σχόλιο (25? ) ότι θυμίζει Κουμανταρέα ή/ και τού Χατζή 🙂

  30. Γιάννης Ιατρού said

  31. cronopiusa said

    Εὐχαριστοῦμε, Gpoint!

    Εὐχαριστοῦμε, Νικοκύρη!

  32. sarant said

    30 !!

  33. Χαρούλα said

    Μπράβο Τζι!
    Μπορεί να είναι μεγάλο, αλλά λάτρεψα(και ζήλεψα) τις μικρές, κοφτές, πλήρεις προτάσεις. Του δίνουν ρυθμό ποιήματος. Και μετά στα σχόλια είδα πως και σε άλλους(Δ.Μαρτίνος/Dryhammer) δημιουργήθηκε η αίσθηση «ποίημα». Και ναι κάτι που δεν σκέφτηκα εγώ, αλλά συμφωνώ με τον Ξηροσφύρη, ο χωρισμός θυμίζει Ωδές.
    Το δε θέμα;;; Σενάριο ελληνικής ταινίας του Φίνου, με ματιά σημερινή, γαλλικού κινηματογράφου!
    Ωραίος! Πολύ ωραίος!

  34. Ευχαριστώ πολύ όλους όσοι (όσους) σχολίασαν και ιδιαίτερα όσους (όσοι) μ’ έκαναν να γελάσω και ήταν αρκετοί -δόξα τω θεώ.

    Να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα, γράφω αυτά που γράφω χωρίς να προσπαθώ να πείσω κανέναν, ούτε να τον κουράσω, ούτε να τον γαργαλήσω.

    # 8
    Είμαι περίπο άσχετος σε λο,τι ξεφεύγει της σχολικής ιστορίας γιατί την θεωρώ κυρία αιτία του μίσους μεταξύ των λαών καθότι ένας τόπος ανήκε σε δεκαριά λαούς με το πέρασμα των αιώνων και οι δέκα θεωρούν πως έχουν ιστορικά δικαιώματα στον τόπο κ.λ.π.,κ.λ.π,
    Ετσι όντως δεν ήξερα πως οι Πέρσες έκαψαν ημιτελή τον Παρθενώνα. Δεν αποκλείεται όμως να ήταν βαμμένος σε χρώματα γούσταραν και γι αυτό να τον έκαψαν

    #6
    Γιάννη κάθε μέρα οι ειδήσεις έχουν και αθλητική ζώνη. Μην ανησυχείς ιδιαίτερα, φέτος είναι η χρονιά της καταξίωσης, μετά δεν θα έχει νόημα

    # 9, 12, 14
    Σας ευχαριστώ, χαίρομαι που σας άρεσε

    # 16, 17
    Σας ευχαριστώ. η δική σας γνώμη μετράσει περισσότερο για μένα επειδή γράφετε. Εγώ από τότε που γράφω κρίνω αλλιώς αυτά που διαβάζω

  35. # 24, 26, 29, 33

    Σας ευχαριστώ πολύ

    # 27
    Ευχαριστώ. Ναι κάνει ακόμα και για γράσσα, είχα γλυτώσει πολλούς μαθητές μου που δουλεύανε σε συνεργεία από τα χημικά για να καθαρίζουνε τα χέρια τους που τους προκαλούσανε προβλήματα

    # 31
    Κρόνη, ευχαριστώ. Η Φραντσίσκα πολυαγαπημένη…
    Marinaio di foresta senza sonno e senza canzon
    senza una conchiglia da portare o una rete d’illusion

    Και πάλι να ευχαριστήσω τον Νίκο για όσα μας προσφέρει με τον ιστότοπό του.

  36. Πουλ-πουλ said

    34
    Μια και πιάσαμε αυτή τη κουβέντα, ο χρωματισμός κυρίως του δωρικού θριγκού και της ζωφόρου ήταν τελευταία εργασία μετά την αποπεράτωση του δομικού μέρους. Όταν οι Πέρσες βρέθηκαν στην Ακρόπολη, ο Προπαρθενώνας δεν είχε φτάσει καν στο μισό του ύψους των κιόνων. Μάλιστα σπόνδυλοι του καμένου ναού έχουν εντοιχιστεί στο βόρειο τείχος της Ακρόπολης, ώστε οι Αθηναίοι βλέποντας τους να αναμιμνήσκονται των οικείων κακών. Οι σπόνδυλοι αυτοί, λόγω του μεγέθους τους, είναι και σήμερα ευδιάκριτοι. αν κοιτάξουμε την Ακρόπολη από τα βόρεια, από την Πατησίων ας πούμε.

  37. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Μου άρεσε! Το διάβασα… μονορούφι! Νομίζω, μια κλάση επάνω -τουλάχιστον- σε σχέση με ό,τι έχω διαβάσει του GP μέχρι τώρα (στο ιστολόγιο, δηλαδή).
    Δυνατό και αληθινό, «μυρίζει» μοναξιά και απαισιοδοξία, αλλά όμορφα…
    Με μια-δυο «κοιλιές», αλλά με πολύ περισσότερες εξάρσεις λογοτεχνικές.

    Ξεχώρισα μερικές φράσεις του:
    «…Και πιτσιλιές μονόχρωμες παντού που σε πονάνε ακόμα.»
    «…Μόνο που οι άνθρωποι δε βάφονται, χρωματίζονται στα χρώματα που τους βλέπει ο καθένας. Το ίδιο πρόβλημα κι’ εδώ, το δικό σου χρωματισμό δεν τον βλέπει κανένας… Κανένας.»
    «…Εσύ κι’ ο εαυτός σου. Μόνος. Τώρα πληρώνεις το γραμμάτιο του άλλοτε και των επιλογών σου.»

    Και αφού λεξιλογούμε:
    – Τη λ. αβόζο (=ήπια, αργά, σιγανά;) δεν την είχα ξαναδεί/διαβάσει. Κάποια ετυμολόγηση; (Ο γούγλης δεν με πολυβοήθησε…)
    – σκλήρηνε : Λάθος πληκτρολόγηση ή σκόπιμο (αν ναι, γιατί;/πόθεν;)

  38. sarant said

    37 Είναι περίεργο αλλά το αβόζο ενώ μου είναι οικείο δεν το βρίσκω ούτε στο Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας ούτε στο Λεξικό Γεωργακά.

    Πουθενά δεν το βρήκα, με δυο λόγια. Πρέπει να είναι ιταλικό αλλά….

  39. mitsos said

    Μπράβο !
    και
    Ευχαριστώ …
    χωρίς μεν δε και αλλά
    Δεν είμαι κριτικός .
    Ένας αναγνώστης είμαι που το απόλαυσα .

  40. Σπουδαίο το διήγημα, από τα καλύτερα που έχει δημοσιεύσει το ιστολόγιο για μένα, ευχαριστούμε το συγγραφέα καθώς και το Νίκο για τη δημοσίευση.
    Οι πολλές, κάθε λίγες γραμμές, κορυφώσεις της ιστορίας/περιγραφής και ο ρυθμός που τη διατρέχει σε όλη την έκταση, είναι η μεγάλη του δύναμη.
    Θα με ενδιέφερε, αν επιτρέπεται, να μάθω πότε έχει γραφτεί.
    Επίσης, προσωπικά επικροτώ τη συνήθεια των δημοσιεύσεων αυτού του τύπου και την περιμένω με χαρά.
    Πάντα τέτοια.

    Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
    http://www.badsadstories.blogspot.gr
    http://www.badsadstreetphotos.blogspot.gr

  41. # 37, 39, 40
    Σας ευχαριστώ για τα σχόλια

    έτσι το γράφω, μου φαίνεται σωστό

    το αβόζο το ξέρω από ναυτικούς-ψαράδες, με την άνεση σου, την ησυχία σου είναι το νόημα, η ετυμολογία μοιάζει ενετική.

    Εχει γραφεί πριν 8 χρόνια περίπου

  42. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Τί περίεργο! Χθες σ΄ένα κουίζ που παίζανε σπίτι με ρώτησαν τί είναι αβάζος. Δεν ήξερα.Η αναζήτηση έδωσε αβόζος ή αβάζος:
    αβόζος-η-ο ή αβάζος-η-ο – ο φωνακλάς, αυτός που έχει δυνατή φωνή < τουρκ. avaz = κραυγή αβόζο (επιρ.) = με δυνατή φωνή(τραγουδάει πολύ αβόζο)
    https://www.vatikiotikalogia.gr/a/

  43. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Τζη, είναι παρα πολύ καλό!Μ΄ άρεσε πιο πολύ απ΄όλα σου.Το διάβασα μονορούφι με έντονο το ενδιαφέρον ως το τέλος. Μπράβο σου. Βούρκωσα κιόλας στις αποστροφές της μοναξιάς του ήρωα. Δυο τρεις φορές ένιωσα στυφάδα από την πίκρα του ή τη λειψή χαρά του. Και πάλι μπράβο! Ειλικρινά.

  44. dryhammer said

    Το αβόζο το ήξερα διπλό «αβόζο-αβόζο» με τη σημασία του σιγά σιγά, χωρίς βιάση, dead slow (βαποριστί) και από τον ήχο του το υπόθετα ιταλικής προέλευσης.

  45. # 43

    Εφη, σ’ ευχαριστώ. Το αβόζο που βρήκες είναι άλλο από αυτό που ξέρω, συμβίνει. Στους ναυτικούς και τους ψαράδες οι επιρροές είναι ιταλικές-ισπανικές, όχι τούρκικες

  46. Γιάννης Ιατρού said

    41, 42 (αβόζο) Περισσότερο ισπανικής προέλευσης θα έλεγα (άντε πορτογαλικής)

  47. sarant said

    42 Το εύρημα αυτό είναι μοναδικό και ίσως αμφίβολο.

  48. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    45 Τζη
    ε το βρήκα και μ΄αυτή την έννοια, του σιγανούτσικα ! 🙂 :
    «Χωρίς τή μίξη πρώτης-δεύτερης, τά πήγαιναν μιά
    χαρά!…· τούς τοποθέτησα μακρυά μακρυά, τά δύο σύνολα καί, τούς είπα, μόλις ξεκινήσουμε, νά κοιτάζουν απ`τήν άλλη μεριά· παράλληλα, είπα στίς «πρώτες», νά τραγουδούν avozo, δηλαδή
    σιγανούτσικα καί, στίς «δεύτερες», τούς είπα, νά
    ακούν τό Βασιλάκη καί, νά τραγουδούν μαζί του,
    δυνατότερα!… »
    XΟΡΟΣΤΑΣΙ Απρίλιος – Μάιος- Ιούνιος 2013 σελ.24
    http://sachinides.com/Xorostasi_43.pdf

  49. Θάθελα ακόμα να γράψω για την ικανοποίησή μου που δεν άρεσε σε όλους, θα το θεωρούσα αποτυχία αν άρεσε σε ανθρώπους που έχουν σταματήσει να ονειρεύονται κτυπημένοι από ατυχες επιλογές ηθελημένες είτε όχι. Εξ άλλου ο βασικός λόγος που έγινα ΠΑΟΚg’s όταν ο ΠΑΟ πήγε στο Γουέμπλεϋ κι ο ΠΑΟΚ δεν είχε πάρει ακόμα τίτλο, ήταν πως με τον ΠΑΟ δεν μπορούσα πλέον να ονειρευτώ ενώ με τον ΠΑΟΚ κάθε καλοκαίρι ήμασταν πρωταθλητές στα όνειρά μας και τον χειμώνα ψαχνόμασταν μέχρι να το ζήσουμε κι αυτό και από τώρα να ονειρευόμαστε πλέον το ευρωπαϊκό.
    Το παιχνίδι ΠΑΟ-ΟΣΦΠ για μια ακόμα φορά διακόπηκε.

  50. ΚΩΣΤΑΣ said

    49 Ιεεεεεεπ!, όμορφα Τζη 😉 …. θα το θεωρούσα αποτυχία αν άρεσε σε ανθρώπους που έχουν σταματήσει να ονειρεύονται κτυπημένοι από ατυχες επιλογές ηθελημένες είτε όχι….

    Εμένα μ’ άρεσε αυτός ο μοναχικός λύκος, όπως τον περιγράφεις… σε αντίθεση με άλλους παρανοϊκούς που καθαρίζουν 50-100 συνανθρώπους τους, γιατί έτσι τους κατέβηκε.

  51. Prince said

    Συγχαρητήρια στο GPoint που μπόρεσε να εκφράσει με λέξεις συναισθήματα που ο περισσότερος κόσμος όταν νοιώθει πατάει pause μέχρι να φύγουν κι έτσι δε μπορεί τελικά να τα περιγράψει σε άλλους.
    Ό,τι ομορφότερο έχει διαβαστεί σε Σαραντάκεια Κυριακή.

  52. cronopiusa said

    Πέθανε η αγωνίστρια της Αριστεράς και της Αντίστασης Αργυρώ Κοκοβλή

  53. Δημήτριος Γ. said

    Μετά από ακόμα έναν μακρύ, κρύο και με πολύ χιόνι χειμώνα, επιτέλους σήμερα, στην ευρύτερη περιοχή του Chicago, χαρήκαμε μια ηλιόλουστη Κυριακή. Διάβασα το άρθρο-διήγημα με ευχαρίστηση, αρχικώς με την βοήθεια ενός δυνατού 2πλού εσπρέσο, στην συνέχεια δε ΚΑΙ με την βοήθεια …ολίγου «Greek Spirit» (έτσι έλεγε το μπουκάλι) Μetaxa !

    Ευχαριστώ λοιπόν και για την σημερινή προσφορά!

    Σχετικά με το διήγημα του «Τζι» θέλω να ρωτήσω τον ίδιο τον δημιουργό αν και κατά πόσο βασίζεται σε πραγματικά (ίσως αυτοβιογραφικά) γεγονότα ή πρόκειται για φανταστική διήγηση.

    Τέλος, Νικο-κύρη, γιατί στο 19 λες «Είναι όμως ντροπή να λέει «Σκόπια»»; (ερωτώ με την έμφαση στο «ντροπή»).

    Νά ‘στε όλοι καλά!

    ΔΓΠ

  54. Ευχαριστώ για τα νεώτερα σχόλια

    Το τι είναι πραγματικό και τι όχι δεν έχει καμιά σημασία στον χώρο των ονείρων.

  55. loukretia50 said

    Στην «Κάλπικη λίρα» ο Χορν είναι ο ζωγράφος που αναγκάζεται να γίνει μπογιατζής, όπως λέει πριν το παρακάτω απόσπασμα της ταινίας, αν και για τον εργοδότη του είναι καλλιτέχνης.
    Μήπως κι ένας επιδέξιος μπογιατζής, που δημιουργεί αρμονικούς συνδυασμούς χρωμάτων με φαντασία και μεράκι δεν είναι καλλιτέχνης?
    Ίσως και εν δυνάμει ζωγράφος! Αν…

    Κάλπικη λίρα https://youtu.be/qpXq8yFrARk

  56. ΓιώργοςΜ said

    55 Έχω ακούσει για ελαιοχρωματιστή που αναφορικά με το επάγγελμά του, συστήνεται ως «ζωγράφος μεγάλων επιφανειών» 😛

  57. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Καλησπέρα σας από Ιλλινόϊ,

    1) Μπαίνω κάπως αργά, προκειμένου να πώ κι εγώ την γνώμη μου για το διήγημα του κ. Gpoint…

    Το θεωρώ κλασικό παράδειγμα προς αποφυγήν. Είναι πράγματι εκπληκτικό το πώς ένας άνθρωπος που ομολογουμένως ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙ, μπόρεσε να φιάξει ένα τόσο επιπόλαιο και απωθητικό διήγημα. Δεν αντέχει σε καμμία κριτική. Γεμάτο κάθε λογής λάθη, είναι γραμμένο στο γόνατο, με διαρκείς επαναλήψεις που δυσκολεύουν και τον πιό υπομονετικό αναγνώστη. Ωστόσο, κι ο υπομονετικός αναγνώστης απογοητεύεται στο τέλος, αφού είναι ολοφάνερο ότι ο συγγραφέας δεν είχε κανένα στόχο ή εύρημα στο μυαλό του κι έγραφε κυριολεκτικά στα κουτουρού για να ξεχαρμανιάσει…

    Ο κ. Gpoint είναι τόσο ανελλήνιστος και θρασύτατος που γράφει στο διήγημα ότι οι Πέρσες (490 με 478 π.Χ.) πυρπόλησαν τον Παρθενώνα του Ικτίνου και του Καλλικράτη (445 π.Χ.), γιατί δεν τους άρεσαν τα χρώματα με τα οποία είχαν βάψει τον Παρθενώνα!.. Κι ο αυστηρός με τις ανώδυνες αγραμματοσύνες (κάθε Σαββάτο στα μεζεδάκια…) κ. Σαραντάκος δεν τόλμησε να του ζητήσει να το βγάλει αυτό από το διήγημα για να μή ξεφτιλίζεται επί 14 ολόκληρες ώρες (μέχρι τώρα…) το παρόν Ιστολόγιο!..

    Κι όταν ο σχολιαστής Πούλ-Πούλ (στο 8) του υποδεικνύει την γκάφα του, ο κ. Gpoint αντί να ζητήσει συγγνώμη και να κοκκινήσει από ντροπή για την αγραμματοσύνη του, περνάει στην αντεπίθεση (σχόλιο 34, #8) και κάνει φτηνό χιούμορ, επιπέδου Κάτω Τούμπας…

    Θα ήταν σαν να κλέβαμε εκκλησία, αν βάζαμε το Επιτελείο μας να εντοπίσει τις υπόλοιπες αγραμματοσύνες, πραγματολογικά λάθη, ασυνταξίες, απιθανότητες, λαπαλισμούς και αρλουμπολογίες που περιέχει το παρόν διήγημα, γι’ αυτό και αλλάζουμε θέμα…

    2) Καλούμε τον έντιμο κ. Σαραντάκο αυτή την φορά να μή «την χαρίσει» στο Μεσολογγίτη φιλαράκο του, Παντελή Μπουκάλα, που σήμερα στην «Καθημερινή της Κυριακής» διέπραξε αδιανόητη γκάφα: Προκειμένου να δικαιολογήσει τον φοινικιστή Ηρόδοτο, και για να μή νομίσουν οι αναγνώστες της «Κ» πως ο επικριτής του ο Πλούταρχος ήταν «ελληνοβαρεμένος», ο κ. Μπουκάλας έγραψε πως η μνημειώδης διατριβή του Πλουτάρχου «Περί της Ηροδότου κακοηθείας» γράφτηκε από κάποιον Ψευδοπλούταρχο!..

    Εννοείται ότι έχει υποστηριχτεί και αυτή η άποψις, αλλά όλοι οι σοβαροί μελετητές του Πλουτάρχου δέχονται πως είναι γνήσιος Πλούταρχος το «Περί της Ηροδότου κακοηθείας». Το δέχεται ο ίδιος ο μεταφραστής του Ηροδότου, μακαριστός καραμανλικός πρέσβης Άγγελος Βλάχος, το δέχεται το ΑΠΘ που δίνει ολόκληρες διατριβές για το εν λόγω Πλουτάρχειο Σύγγραμμα και μόνο ο κύρ Παντελής Μπουκάλας το αρνείται!.. Και μάλιστα το αρνείται με μία βεβαιότητα που προκαλεί και τελικά γίνεται μπούμερανγκ εναντίον του, για το πόσο έγκυρος κλασικιστής τυγχάνει…

    Ελπίζουμε ότι αυτή την φορά ο αδέκαστος κ. Σαραντάκος θα βγεί και θα κράξει το Σαββάτο στα μεζεδάκια την ιστορική αυτή γκάφα του κύρ Παντελή Μπουκάλα

  58. sarant said

    53 Το όνομα της γειτονικής χώρας είναι Βόρεια Μακεδονία. Είναι ντροπή να μην το χρησιμοποιεί ένα δημοσιο πρόσωπο.

  59. Μαρία said

    Αβόζο, αβόζο και με το μαλακό. Μπαα…
    http://www.greek-language.gr/certification/dbs/media/show.html?id=760

    αβόζο ισοκράτημα (λόγιο) http://www.lithoksou.net/p/lekseis-tis-romaiikis-dimotikis-glossas-poy-arxizoyn-apo-ab

    Και καφενείο Αβόζο στη Λεμεσό. Να το διερευνήσει ο Κίντος.

  60. aerosol said

    Πολύ καλός ο σημερινός μπογια-G-ς.
    Το καλύτερό του από όσα μπήκαν στο ιστολόγιο. Διαβάζεται μονορούφι.
    Μπράβο!

  61. Γς said

    Γιώργο προχώρα! Σε θέλει όλη η χώρα!

    Και να μας γράφεις…
    χρωματιστά.

  62. Γς said

    23, 24:

    Γυναικολόγος και κριτικός; Γιατί όχι; Ουδέν κώλυμα ή ασυμβίβαστον.

    Και θυμήθηκα τον Κώστα Σημίτη που επέλεξε τον Γυναικολόγο Σουμάκη ως Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας,
    Τον καθ ύλην αρμόδιο

  63. Alexis said

    Καλημέρα.
    Πολύ ωραίο.
    Ό,τι πιο όμορφο έχω διαβάσει τελευταία.

  64. Πέπε said

    @10:
    > > Μπογιά ωρέ! Πίσω και σ έφαγα! Που έλεγαν κι οι φιγούρες του Βεληγκέκα και του Κατσαντώνη που χτυπούσαμε με το κοπίδι για να τις φτιάξουμε στον Καραγκιόζη.

    Ραμόνι (αν στέκει ο όρος στον πεζό λόγο):

    Πω για έλεγαν. (Και δε νομίζω ο Κατσαντώνης, οι Αλβανοί το λέγανε.)

  65. Χαρούλα said

    58
    Στην παρούσα φάση η χρήση της πρωτεύουσας αντί για την χώρα είναι κάπως σαν «πράξη αντίστασης». Με τον καιρό όμως δεν θα πρέπει να συμβολίζει κάτι. Πολλές φορές λέμε η Μόσχα αυτό, το Τελ-Αβίβ εκείνο, η Αθήνα, η Άγκυρα κλπ, εννοώντας την κυβερνηση των κρατών. Κατά την άποψη μου σε δέκα χρόνια😊, θα θεωρείται φυσιολογική η χρήση.

    Καλημέρα!

  66. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Καλημέρα!

    @41 GP,
    Σχετικά με το σκλήρηνε: Θα διαφωνήσω με το έτσι το γράφω, μου φαίνεται σωστό. Δες π.χ.
    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CF%89&dq=
    και αλλού…

    – Θα έκανα περίπου ισοδύναμο φάουλ αν έγραφα: Π.Α.Ω.Κ. [΄Ωμιλος] (φατσούλα, φυσικά…)

  67. sarant said

    65 Μπορεί κανεις να ξεχωρίσει τις χρήσεις που λες. Χρησεις όπως «τα σύνορα με τα Σκόπια» ασφαλώς δεν στέκουν με τίποτα

    64 Έτσι

    59 Κι εγώ μόνο αυτά βρήκα

  68. Alexis said

    #15: «Το ουράνιο τόξο είναι μια ομαδούλα ατόμων που διεκδικούν αυτονομία και αναγνώριση μακεδονικής μειονότητας»

    Είναι όντως έτσι; Για την αυτονομία εννοώ…

  69. Καλημέρα κι ευχαριστώ για τα τελευταία σχόλια.

    # 6

    χρησιμοποιώ τον τύπο σκληραίνω της καθομιλουμένης και όχι το αρχαϊκό σκληρύνω . Στον παρατατικό σκλήραινε (χωρίς αύξηση) οπότε στον αόριστο στο θέμα θα εμφανισθεί ή το η (βγαίνω-βγήκε) ή το α (ραίνω- έρανα) Προτιμώ στο αυτί το σκλήρηνε από το σκλήρανε.

  70. το #69 –> #66

  71. Αγγελος said

    Θα έγραφες άραγε και πάχΗνα, βάθΗνε το νερό, βάρΗνε το κεφάλι μου; Συμβατική είναι βέβαια η ορθογραφία, αλλά νομίζω πως όλα αυτά γράφονται με Υ σημερα, διότι τα περισσότερα έληγαν παλιότερα σε -ύνω.

  72. giorgos said

    Είναι διήγημα πού οδηγεί σέ μιά διαφορετική συνείδηση…Πώς θά πάς στήν δουλειά όταν συνειδητοποιείς ότι αυτή ή καθημερινότητα θά είναι γιά όλη σου τή ζωή .
    Ωραίο καί ριζοσπαστικό διήγημα .

  73. # 71

    Αγγελε θα έγραφα πάχΥνε, βάρΥνε, βάθΥνε από έλξη γιατί απλούστατα υπάρχουν τα επίθετα παχΥς, βαρΥς, βαθΥς αλλά ΟΜΩΣ δεν υπάρχει σκληρΥς μόνο σκληρΟς που δείχνει πως το σκληραίνω διαφέρει από τα βαθαίνω, βαραίνω, παχαίνω
    Ελπίζω να έγινα κατανοητός για την επιλογή μου, όπως είπες συμβατική είναι η ορθογραφία εδώ.

  74. Faltsos said

    Σχετικά με το «αβόζο»
    Σχεδόν όλοι όσοι γνώριζαν τη λέξη συμφωνούν στην εκ δυσμών προέλευση, από Ιταλία μέχρι Πορτογαλία. Φαίνεται αυτό να στηρίζεται περισσότερο στη διαίσθησή τους παρά σε κάποιο στοιχείο. Τολμώ να ρωτήσω: αποκλείεται κάποια σχέση με το yavaş των εξ ανατολών γειτόνων; Την ιδέα την έδωσε στο 44 ο dryhammer με το αβόζο-αβόζο. Μου θύμισε το γιαβάς-γιαβάς που έχει σχεδόν την ίδια σημασία. Εντάξει δεν ταυτίζονται ηχητικά αλλά δεν είναι και τελείως ξένες οι λέξεις…

    (Το κακό είναι ότι η επικαιρότητα και αμεσότητα του ιστολογίου βλάπτουν την καθυστερημένη, έστω και κατά μια μέρα, ανάγνωση και σχολιασμό. Δύσκολα θα πάρω απάντηση.)

  75. Theo said

    Τζι και Νικοκύρη, ευχαριστώ για το διήγημα.

    Συμφωνώ με τους προλαλήσαντες πως είναι το καλύτερο όσων έχει δημοσιεύσει εδώ ο Τζη (εδώ φαίνεται πιο αυθεντικός και τα γραφόμενά του πιο βιωματικά από τ’ άλλα του), αν και κάπου κάνει κοιλιά.

  76. # 74

    Η άποψή μου
    ΔΕν συμφωνώ γιατί συνήθως το αρχικό γι- δεν απορρίπτεται αντίθετα προστίθεται π.χ. γιορτάζω
    Το πιο κοντινό στο αβόζο από τα ελάχιστα ιταλικά που ξέρω είναι το avviso, η αναγγελία που προηγείται της πράξης κατά μια έννοια. Θεωρώ πολύ πιο πιθανό να προέρχεται από τις πάμπολλες διαλέκτους των παραλιακών μεσογειακών χωρών. Σε κάποιες από αυτές υπάρχουν αρκετά τραγούδια του Ντε Αντρέ όπως a pittima, a dumenenga, a cumba κ.λ.π. ίσως να υπάρχει και η έκφραση a voso παραφθορά κάποιας άλλης λέξης.

  77. Γιάννης Ιατρού said

    74: Μην νομίζεις, όλα διαβάζονται, αλλά δεν έχουμε πάντα απάντηση 🙂

  78. # 75

    Ευχαριστώ που σχολίασες.

    Και άλλοι διαπίστωσαν κάποια κοιλιά, φυσιολογικό είναι σ’ ένα ολόκληρο 24ωρο να υπάρχουν και διαστήματα χαλάρωσης !

  79. sarant said

    74 Δεν βρίσκω πιθανή την προέλευση από το γιαβάς, για φωνητικούς λόγους.

  80. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    @23. και οχι μονον

    Εφόσον τρελαίνεστε για τολμηρές σχετικές ιστορίες σας στέλνω κάτι πιο εμπνευσμένο :
    ΜΙΚΡΟ ΔΙΗΓΗΜΑ 1000 ΛΕΞΕΩΝ ΚΑΥΚΑΣΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ (TRUST), του 2010.

    TO ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ (ΛΕΞΗ-ΚΛΕΙΔΙ ΤΟ TRUST) ΕΧΕΙ ΣΕΞ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΑΦΙΑ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ, ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΛΛΑ

    Η Ολια ήταν πολύ έξυπνο μικροκαμωμένο κορίτσι με ωραία αμυγδαλωτά ανατολίτικα μαύρα μάτια και πλούσιο στητό στήθος.
    Γνωριστήκαμε στο λεωφορείο ένα βράδυ όπου παίζαμε το παιχνίδι των έντονων βλεμμάτων. Ισοπαλία : κανείς δεν γύρισε το βλέμμα του αλλού.
    Περίμενα να δω σε ποια στάση θα κατέβαινε. Κατέβηκε στο τέρμα, την ακολούθησα και της μίλησα. Γνωριστήκαμε καλύτερα, ήμασταν γείτονες και τέλειωνε Νομική.
    […]

    Την ενδιέφερε να ασχοληθεί με τα Μαζικά Μέσα Επικοινωνίας. Αφού τελείωσε την Νομική, και πριν πάει για μεταπτυχιακά στο Χ. , κάποιος γνωστός μεσολάβησε να γίνει δόκιμη δημοσιογράφος σε μεγάλη κυριακάτικη εφημερίδα.

    […]

    Ένα βράδυ βγήκαμε με την φίλη της την Ευα. Ο φίλος της την είχε στήσει για τα μάτια ενός αγοριού. Με το 2CV της Ολιας πήγαμε στο «απέναντι», στην Χάρητος.

    Η Ευα ζωγράφισε ένα παράξενο σήμα σαν 3 W, το ένα πάνω στο άλλο. Δεν πολυκατάλαβα , αλλά συνεννοήθηκε μια χαρά με την Ολια.
    Αφού τελειώσαμε τα ποτά μας μπήκαμε στο 2CV και οι τρείς μας στο μπροστινό κάθισμα για να συνεχίσουμε την βόλτα μας. Από την κάβα ΑΝΘΙΔΗΣ στην Υψηλάντου πήραμε ένα κονιάκ που το πίναμε ώσπου φθάσαμε μετά από μισή -και πλέον- ώρα στην Πεντέλη πέρα από την εξοχική ταβέρνα «ο Τέλης». Η Ολια διάλεξε έναν χωματόδρομο γεμάτο πέτρες και προχώρησε όσο μπορούσε βαθιά μέσα στους θάμνους. Εσβησε την μηχανή και από έναν συριγμό κατάλαβα ότι είχε σχισθεί ένα λάστιχο.
    Δεν είπα τίποτα περί αυτού.

    Ήμασταν όλοι ζαλισμένοι και καθώς έβαλα τα δυό χέρια μου κάτω από τα εφήβαιά τους κατάλαβα ότι ήδη είχαν υγρανθεί για τα καλά. Συνέχισα μεθοδικά και άρχισε η όλη φάση να ζεσταίνεται πολύ. Πρώτα μπήκα μέσα στην Ολια (ή στην Ευα;) ενώ φιλούσα την άλλη. Ο καναπές του 2CV ζοριζόταν από τις ωθήσεις της λεκάνης μου, όλο και πιο πολύ ώσπου στο τέλος η πλάτη του στράβωσε και πήρε κλίση 105 μοιρών. Έξω ο χειμωνιάτικος αέρας σφύριζε. Αφού άλλαξαν θέσεις δύο-τρείς φορές επήλθε επιτέλους ο οργασμός μου. Βγήκα έξω από το αυτοκίνητο και αφού “διαπίστωσα” ότι είχε σχισθεί ένα λάστιχο του 2CV, τους το ανακοίνωσα. Η Ολια προθυμοποιήθηκε να μου κάνει παρέα, αλλά της είπα να μπεί μέσα, γιατί είμαστε όλοι ιδρωμένοι και να αρρωστήσει μόνον ένας, και ότι σε 20 λεπτά όλα θα ήταν έτοιμα. Έβγαλα την ρεζέρβα , τον γρύλλο και το κλειδί, ξεβίδωσα τις βίδες, σήκωσα το πανάλαφρο 2CV με τον γρύλλο και αντικατέστησα τον χαλασμένο τροχό με την ρεζέρβα. Προσπάθησα να ισιώσω την πλάτη του εμπρόσθιου καθίσματος όσο μπορούσα.
    Όλα ήταν έτοιμα για το μικρό ταξίδι του γυρισμού.
    […]

    Και να ‘μαι 27 χρόνια μεγαλύτερος, ζώντας την μεγαλύτερη (σχεδιασμένη από τα 2 μεγάλα κόμματα εξουσίας) οικονομική κρίση στην χώρα μας.

    Τα περισσότερα περιοριστικά μέτρα είχαν ληφθεί. Οι δημόσιοι υπάλληλοι έχασαν τον 14ο και 13ο μισθό, ενώ μειώθηκαν τελικά κατά 15 % όλοι οι μισθοί πάνω από τα 1200 ευρώ.

    Χιλιάδες μικρομεσαίοι έκλειναν αναγκαστικά τις επιχειρήσεις τους για να μην οδηγηθούν στην φυλακή, εξαιτίας της νέας νομοθεσίας περί προσωποκράτησης λόγω χρεών.

    Η ανεργία είχε κορυφωθεί σε επίπεδο ρεκόρ (17%). Παππούδες και γιαγιάδες άρχισαν να εξαντλούν το εφ’ άπαξ τους και τις αποταμιεύσεις τους για να σώσουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους από την ανέχεια.
    Οι κάτοχοι κεφαλαίων ελληνικών συμφερόντων, τα οποία είχαν αποκτηθεί μέσω της διαπλοκής με την πολιτική εξουσία, τα είχαν ήδη διασφαλίσει σε εξωχώριες εταιρείες , ξεπλένοντάς τα – όταν αυτό απαιτείτο- μέσω των διεθνών χρηματιστηρίων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων μέσω ενός στρατού “ταλαντούχων και νεότατων εφοπλιστών-βιτρίνα “, αποκτώντας έτσι μεγάλη περιουσία σε ακίνητα και μετοχές, blue chips.

    Όμως , λόγω του νόμου της βουλευτικής ασυλίας είχαν παραγραφεί όλα τα κακουργήματα οικονομικής φύσης των πολιτικών, εκτός από το κακούργημα της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης, που ήταν πολύ δύσκολο και χρονοβόρο να αποδειχθεί.

    Ως μέλος της πατριωτικής “τρομοκρατικής” οργάνωσης ”Γιώργος Θαλάσσης” της πατριωτικής αναρχίας, συμμετείχα στον σχεδιασμό – με πολύ προσεκτικά βήματα –και στην εκτέλεση απαγωγής προσφιλούς συγγενούς πολυδιαπλεκόμενου μεγαλοπολιτικού (πρώην υπουργού Εθνικής Αμύνης, Υγείας και ΠΕΧΩΔΕ, δηλ. των υπουργείων με τους υψηλότερους προϋπολογισμούς για έργα και προμήθειες) για λήψη λύτρων αρκετών δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Με σκοπό αφενός μεν να τροφοδοτηθεί ανωνύμως ο «Λογαριασμός Αλληλεγγύης για την Απόσβεση του Δημόσιου Χρέους» στην Τράπεζα της Ελλάδος, με κωδικό 26132462 (στον οποίο, ω αφελείς αναγνώστες, … καλείστε να συνεισφέρετε από το υστέρημά σας) και αφετέρου συνεταιρισμοί νέων φτωχών αγροτών για βιολογικές καλλιέργειες στην περιφέρεια, συνεταιρισμοί γυναικών, …

    Όμως κινδύνευα, έπρεπε να φύγω και μάλιστα να αλλάξω λίγο και την μορφή μου . Η Ολια ήταν πρέσβειρα σε πρωτεύουσα χώρας του Καυκάσου, ενώ η Εύα ήταν πλαστικός χειρουργός, ειδικευμένη στην θεραπεία εγκαυμάτων. Είχαμε διατηρήσει μια χαλαρή επαφή. Μπορούσαν να με βοηθήσουν, τελικά δεν είχα κάνει τίποτα κακό.

    Σκηνοθέτησα ένα ατύχημα με την μοτοσικλέτα μου καψαλίζοντας τα μαλλιά μου και καίγοντας λίγο το πρόσωπο μου. Η Εύα ειδοποιημένη με ανέλαβε, στο επαρχιακό νοσοκομείο όπου εργαζόταν. Η εισαγωγή έγινε με άλλο όνομα, και σε δύο μήνες είχα ελαφρώς αλλαγμένο πρόσωπο, και χάνοντας –παράλληλα- και δεκαπέντε κιλά, κάνοντας λιποαναρρόφηση, δίαιτα και γυμναστική, είχε αλλάξει οι σωματότυπός μου. Δεν καμπούριαζα πλέον από το παραπάνω βάρος. Με νέες φωτογραφίες απέκτησα νέο διαβατήριο από τις επαφές της Ολιας και – ναʼ σου- μέσω Τουρκίας σήμερα το βράδυ πετάω για την νέα μου πατρίδα.

    Εκεί τελικά θα καταλήξω : να κάνω παρέα με τους φυγάδες απʼ την χώρα μου ; , αυτούς δηλ. που ξέφυγαν από την δικαιοσύνη καταχρώμενοι εκατομμύρια ευρώ του Ελληνικού Δημοσίου, ή πρέπει -μόλις μάθω καλά τα βασικά της γλώσσας- η οργάνωση ”Γιώργος Θαλάσσης” να δημιουργήσει παράρτημα στις χώρες του Καυκάσου;

    Όμως, νομίζω ότι πέρασε η ηλικία της επαναστατικής δράσης, θα βρω μια Αζέρα ή Αρμένισσα και θα κάνω μια δεύτερη οικογένεια. Έτσι και αλλιώς οι γυναίκες από τις χώρες του Καυκάσου έχουν τέλεια χαρακτηριστικά. Τυχερέ!!! Φαντάζομαι να μην είναι τόσο γκρινιάρες όσο οι Ελληνίδες. Τώρα που το σκέπτομαι είναι καλύτερο να έχει έτοιμο παιδί (χήρα ή ζωντοχήρα). Που να το κυνηγάς στην ηλικία σου.
    30 Αυγούστου . Γιορτάζει η αδελφή μου η Αλεξάνδρα και το φάντασμα του μέγα Αλέξανδρου
    Να της στείλω κάρτα με χρόνια πολλά, να τηλεφωνήσω από θάλαμο ή να στείλω μέιλ μέσω ίντερνετ καφέ ;

    Σχολιο 10 στο
    http://www.poiein.gr/archives/11170/index.html

  81. Δημήτριος Γ. said

    @54. «Το τι είναι πραγματικό και τι όχι δεν έχει καμιά σημασία στον χώρο των ονείρων.»

    Μα αυτό είναι προφανές, δεν χρειαζόταν καν (ούτε τον ελάχιστο χρόνο που ξόδεψες) για να το …»εξηγήσεις». Αυτό που ρώτησα εγώ, και στο οποίο δεν απάντησες, είναι αν τα όσα περιγράφεις είναι πραγματικά (αυτοβιογραφικά;) γεγονότα ή προϊόν φαντασιώσεων. Και ερωτώ, διότι αν ισχύει το πρώτο αξίζει να κάνω μια υποτυπώδη ταπεινή κριτική στο πόνημά σου. Αν όμως ισχύει το δεύτερο, δεν τίθεται προφανώς κανένα θέμα.

    @53. «Το όνομα της γειτονικής χώρας είναι Βόρεια Μακεδονία. Είναι ντροπή να μην το χρησιμοποιεί ένα δημοσιο πρόσωπο».

    Σαφώς και το όνομα είναι Βόρεια Μακεδονία σύμφωνα με την ισχύουσα διακρατική συμφωνία Αθήνας – Σκοπίων. Στην πράξη, όμως, η ολοκλήρωση του όλου …εγχειρήματος, έχει ακόμα πολλή και επίπονη δουλειά. Όλοι συμφωνούν ότι πρόκειται για ένα «μαραθώνιο» δρόμο επί ανωμάλου μάλιστα εδάφους, ο οποίος μόλις άρχισε. Επιπλέον, δεδομένου ότι η πλειοψηφία της ελληνικής κοινής γνώμης, ΔΕΝ εγκρίνει αυτή την «συμφωνία», λογικό είναι να την θεωρεί επιζήμια για την Ελλάδα. Επίσης, έχοντας υπ’ όψιν ότι ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη αρκετές και πολύπλευρες προσπάθειες ακύρωσής της, αναμενόμενο είναι να υπάρχουν Έλληνες πολίτες που αντιδρούν δηλώνοντας με διάφορους τρόπους την αντίρρησή τους στην συγκεκριμένη κυβερνητική «πρωτοβουλία». Προφανώς, όλες οι Κρατικές Υπηρεσίες και υπάλληλοι είναι πλέον ΥΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟΙ να αναφέρονται σε «Βόρεια Μακεδονία». Αυτό είναι το νομικώς σωστό. Σε καμία όμως περίπτωση, οι υπόλοιποι Έλληνες δεν δεσμεύονται, ούτε είναι υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούν ονομασία την οποία θεωρούν ως de facto απαράδεκτη.

    Όμως η ερώτησή μου δεν ήταν (καθόλου μάλιστα) για το θέμα της ονομασίας (αλήθεια, έχει γίνει συζήτηση εδώ για το θέμα αυτό;) αλλά ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΩΣ για την χρήση της λέξης «ντροπή». Ήμουν σαφής ως προς αυτό, αλλά εσύ, ως ειδικός μάλιστα, ΔΕΝ μου το εξήγησες. Ξανα-ερωτώ λοιπόν: Όταν λές «είναι ντροπή», χρησιμοποιείς τον όρο σύμφωνα με το 1γ στο λήμμα του ΛΚΝ ή κάνεις χρήση της ελληνιστικής ερμηνείας της λέξης «εντροπή».

    Αν ισχύει το πρώτο, γιατί ΕΣΥ να αισθάνεσαι «ντροπή» για κάτι που είπε ο «Μπάμπι»; Αν ισχύει το δεύτερο, και εδώ είναι το ενδιαφέρον, το εννοείς ότι του αποδίδεις «σεβασμό» για την …ανυπακοή του;

    Νά ‘στε όλοι καλά!

    ΔΓΠ

  82. # 81

    Σου απάντησα πως είναι η περιγραφή ενός ονείρου και σ’ ένα όνειρο δεν έχουν διαφορά τα πραγματικά από τα φανταστικά γεγονότα. Εξ άλλου η φαντασία δεν ανακαλύπτει καινούργια πράγματα απλά διαλύει σε κομμάτια και συνθέτει διαφορετικά γνωστά πράγματα όπως η νεράϊδα ή ο γρύπας αποτελούνται από γνωστά τμήματα. Ο Ντύλαν έχει τραγουδήσει τα όνειρά του, ακόμα και σε συνέχειες.
    Τώρα αν ψάχνεσαι να βρεις ποιά σημεία είναι πραγματικά για να κάνεις «μια υποτυπώδη ταπεινή κριτική» όπως π.χ. ο αρλουμποκυνηγός σε ρόλο » συνταξιούχου χειρουργού γυναικολόγου» -το χειρουργός με την έννοια που είχε στους αρχαίους- κάνε μόνος σου την μαντεψιά, δεν μπορώ να καταλάβω το κίνητρό σου.
    Δες το βίδδεο. Εχει όλες τις απαντήσεις που ζητάς στα αγγλικά και τα ισπανικά.

  83. Μουτούσης Κωνσταντίνος said

    Eἶχε δίκιο ἡ ναυτουριά ! Βενετσιάνικο ἀλλά καὶ Ζακυνθινό .

    Ἀπό τὴ διδακτορική διατριβή τῆς Ἑρμιόνης Κοροσίδου – Καρρᾶ
    « Τὰ Ρομανικά (Ἰταλικά – Γαλλικά ) δάνεια στὸ σύγχρονο ἰδίωμα τῆς Ζακύνθου »

    Ἒχει καὶ τὶς δύο γραφές ( εὶς -ο και -ω ) , ὅπως ὁ Λιθοξόου

    Τροπικό ἐπίρρημα ποὺ σημαίνει ἰσοκράτημα

    Γραπτή πηγή: Ν. Μελίτας , Ζακυνθινή Ἱστορία , σελ. 115 : « Νάτονε πάλι απόψε στεκούμενο κολληστά στὸ ψαλτήρι συμμετέχοντας αβόζο τσι «κατεβασίες » τση γιορτής που ψάλλει … »

    Ἐτυμολογία : βεν. πρόθεσις α καὶ vose = φωνή .

  84. sarant said

    81 Είναι ντροπή (με την νεοελληνική σημασία) για τον ίδιο

    83 Α μπράβο! Το λύσαμε κι αυτό, κατά πάσα πιθανοτητα.

  85. leonicos said

    τον Πολωνό τον Βάλντεκ

    Μή μου πεις πως ήξερες αυτόν τον παράξενο άνθρωο τον Βάλτεκ. Πέθανε σχεδόν στα χέρια μου

  86. leonicos said

    Απλά υπάρχουν μα δεν θα τους γνωρίσεις ποτέ.

    Μεγαλειώδες

    Καλύτερο κι από τον ΠΑΟΚ

  87. leonicos said

    του Ικτίνου και του Καλλικράτη δεν άρεσαν στους Πέρσες.

    δεν τα πρόκαμαν καμάρι μου

    Ποιητική αδεία

  88. leonicos said

    Αρλουμποκυνηγός
    Ο αναγνώστης πελαγοδρομεί, έχει διαρκώς την αίσθηση ότι δεν υπάρχει ούτε αρχή, ούτε μέση, ούτε τέλος. Δεν μπορεί να ξεχωρίσει τα περιττά από τα ουσιώδη και στο τέλος αρχίζει να υποψιάζεται ότι ο συγγραφέας ηδονίζεται σαδιστικά στην ιδέα ότι ταλαιπωρεί τον αναγνώστη του.

    Εννοείται ότι το διήγημα είναι γεμάτο από πραγματολογικά λάθη (αν διέθετα κι εγώ Επιτελείο, θα του ανέθετα να τα βρεί, για γελάσει ο κάθε πικραμένος γάβρος…) Οι συχνές σεξουαλικές περιγραφές του κ. Gpointofview, δείχνουν άνθρωπο που στα 70 του δεν έχει ακόμη χορτάσει το σέξ, χωρίς αυτό να είναι κακό. Το ερώτημα είναι γιατί δεν το χόρτασε… ΙΔΟΥ μιά λαμπρή ιδέα για το επόμενο διήγημα του κυρίου GP: Να μάς εξηγήσει τί έφταιξε και δεν έχει ακόμη χορτάσει το σέξ στα 70 του

    ΤΕΛΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Συνιστώ στον κύριο Gpointofview, στα επόμενα διηγήματά του να περιορίσει την άχρηστη επίδειξη γνώσεων, τους λαπαλισμούς και την αερολογία. Δεν είναι όλοι οι αναγνώστες κάφροι, ούτε πονόψυχοι σαν τον κ. Μαρτίνο (16) που είχε το θράσος να αποκαλέσει «μεγάλο ποίημα» το παρόν εντελώς αποτυχημένο διήγημα

    Ιλλινόις
    Είναι πράγματι εκπληκτικό το πώς ένας άνθρωπος που ομολογουμένως ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙ, μπόρεσε να φιάξει ένα τόσο επιπόλαιο και απωθητικό διήγημα. Δεν αντέχει σε καμμία κριτική. Γεμάτο κάθε λογής λάθη, είναι γραμμένο στο γόνατο, με διαρκείς επαναλήψεις που δυσκολεύουν και τον πιό υπομονετικό αναγνώστη. Ωστόσο, κι ο υπομονετικός αναγνώστης απογοητεύεται στο τέλος, αφού είναι ολοφάνερο ότι ο συγγραφέας δεν είχε κανένα στόχο ή εύρημα στο μυαλό του κι έγραφε κυριολεκτικά στα κουτουρού για να ξεχαρμανιάσει…

    Η Λουκρητία βεβαιως τα είπε όλα στο 24

    Αλλά θα πω κι άλλα

    Το εκπληκτικό δεν είναι πώς δύο πάντα χολιασμένοι καιανάποδοι άνθρωποι πουδεν στρώνουν με τίποτα, έκαναν αρνητική κριτική. Το εκπληκτικό είναι ότι άψεξαν ακριβώς τα πλεονεκτήματα του κειμένου αυτού το οποίο είναι όντως αριστουργηματικό. Στρωτά κείμενα γράφω κι εγώ, Σαν τον Τζι ΔΕΝ μπορώ ενώ ένας οποιοςσδήποτε μπορεί να γράψει σαν κι εμένα.

    Οι άνθρωποι αυτοί ανέδειξαν τα πιο γοητευτικά χαρακτηριστικά αυτού του αφηγήματος, και ΔΕΝ τΑ ΕΙΔΑν

    Το βρήκα αριστουργηματικό. Το αν χρειάζεταιξααδούλεμα σε μερικά σημεία είναι αλλο θέμα

  89. # 85

    Αν ήταν ο άντρας της Βικτώριας, κοντά είμαστε…

  90. # 86

    Τίποτε δεν είναι μεγαλύτερο, καλύτερο, ομορφότερο, κ.λ.π. από τον ΠΑΟΚ, θα το καταλάβεις -όπως όλοι- σε τρία τέρμινα !!

  91. # 87

    – Κι εσύ «τέκνον Βρούτε» ;
    – Κι εγώ «τέκνον Βρούτε» ! (μάρκα κολώνιας)

    … Δες τον τώρα. Ενα χρώμα όλος απ’ τον ήλιο καμωμένο κι’απ’ τη βροχή. Μ αυτό τον λάτρεψε ο κόσμος όλος, τα χρώματα του Ικτίνου και του Καλλικράτη δεν άρεσαν στους Πέρσες. Ούτε τα νέα χρώματα -ποιός ξέρει ποιός τα διάλεξε- άρεσαν σ’ όλους…

    Ολοι οι Πέρσες ήταν ο … Ξέρξης κι ο στρατός του ; Δεν ξαναπάτησε ποτέ άλλος Πέρσης το πόδι του στην Αθήνα, αργότερα, όταν ολοκληρώθηκε ο ναός ; ; Από ιστορία δεν σκαμπάζω αλλά αποδίδω τα του Ξέρξη στον Ξέρξη, όχι τα πάντα !

  92. # 88

    Λεώνικε, πέρα από πλάκες σ’ ευχαριστώ που σχολίασες και για τα καλά σου λόγια. Και κάτι άλλο για σένα….

    Πόσο πιθανόν είναι η ονομασία Πέρσες να προέρχεται από τον τύπο -πέρσε- που χρησιμοποιεί η Σαπφώ σ’ ένα κείμενο που είχε ένα βιβλίο του Λυκείου πριν 30 χρόνια, αντί του περί, με την αρχική έννοια του, δηηλαδή μεγάλο. Ισως υπάρχει και στην Περσεφόνη.

  93. Γς said

    92:

    Πέρσες.
    Και περίμενα να φύγει κάποιος για να παρκάρω.
    Αλλά που αυτός; Μέχρι που κατέβηκα.,

    -Τι θα γίνει ,κύριος θα φύγετε;

    -Νο σπικ Γκρις.

    -Γκρικ!

    Κι αρχίζω τα λίγα αραβικά μου, που ήταν και λίγο σκούρος. Δεν έπιανε λέξη. Τελιικά ήταν Πέρσης.

    Κάτι μου’ λεγε στη γλώσσα του και τού’ πα ότι δεν ξέρω φαρσί. Ομως αυτός συνέχισε. Ελεγε για Νέα Μάκρη, που μάλλον ήθελε να πάει και του έδειξα προς τα που είναι απο την Ραφήνα.
    Να πιάσει δηλαδή την Μαραθώνος.

    Ηθελα να του πω ακόμα να μην μπερδευτεί και προσπεράσει την Νέα Μάκρη γιατί πιο πέρα έχουμε κάτι παλιούς λογαριασμούς μαζί τους

    Πως να με καταλάβει όμως, που ούτε το όνομα του Μαραθώνα δεν ήξερε ο ανιστόρητος.

  94. Αιμ said

    Αργώ (να διαβάσω) αλλά δεν λησμονώ 🙂

    Εξαιρετικό (αν και πικρό ή ίσως και γι αυτό) το πόνημα σου Τζι. Μάλλον το καλύτερο σου. Τα επιμέρους έχουν αναφερθεί ήδη. Εύγε !

  95. Αιμ said

    Επίσης Τζι, η άποψη σου για την Ιστορία φαίνεται να έχει επηρεαστεί από γνωστό αεροπτεριστή 🙂

  96. # 94,95

    Σ’ ευχαριστώ

    Οντως τα πικρά- όπως ο σκέτος τούρκικος καφές- αφήνουν μετά πολλή καλύτερη γεύση από τα γλυκά. Αγαπημένο μου μέλι είναι και το μέλι κουμαριάς που δεν το λες εύκολα γλυκαντικό. Οσο για την ιστορία… να μιλήσω σύμφωνα με τα ενδιαφεροντά μου, δεν νομίζω πως η ιστορία ενός αθλήματος θα κάνει κάποιον καλύτερο αθλητή ή προπονητή, ούτε η γνώση της ιστορίας θα κάνει κάποιον καλύτερο πολιτικό, η γνώση της μυθολογίας ίσως.

  97. Γς said

    93:

    Και δεν ξέρω αν έφτασε ο Πέρσης στη Νέα Μάκρη.
    Μερικές ώρες όμως αργότερα μας ήρθε απ εκεί, 5-6 χιλιόμετρα πιο πέρα, ένας σεισμούλης, που αν και μόλις 2.7 Ρίχτερ, ήταν όλος δικός μας, μιας και το εστιακό του βάθος δεν ήταν ούτε ένα χιλιόμετρο.
    Ταρακουνήθηκε άλλωστε κι όλη η Αττική

  98. greggan193 said

    Υπέροχο, Τζι, και συγκινητικό φορές φορές. Ευχαριστούμε.

  99. Ευχαριστώ σε για το σχόλιο (και την ευκαιρία να ξανακούσω την πέστροφα )

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: