Η πολυθρόνα (διήγημα του Αζίζ Νεσίν)
Posted by sarant στο 26 Ιανουαρίου, 2025
Για το σημερινό λογοτεχνικό μας ανάγνωσμα διάλεξα ένα εύθυμο διήγημα ενός αγαπημένου συγγραφέα, του Τούρκου Αζίζ Νεσίν (1915-1995), που είναι πολύ γνωστός στην Ελλάδα αφού ευτύχησε να έχει μεταφραστή τον Έρμο Αργαίο (Ερμόλαο Ανδρεάδη). Στο ιστολόγιο είχαμε παρουσιάσει πριν από πέντε χρόνια ένα δικό του διήγημα και πέρυσι ένα άλλο.
Ο Νεσίν γεννήθηκε στη Χάλκη, στα Πριγκιπονήσια, και έζησε κυρίως στην Πόλη. Ήταν αριστερός και κυνηγήθηκε από αυταρχικά καθεστώτα στην πατρίδα του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα αφιέρωσε στη μάχη ενάντια στον θρησκευτικό φανατισμό. Είχε αρχίσει να μεταφράζει τους Σατανικούς στίχους και το 1993, ενώ συμμετείχε σε μια εκδήλωση Αλεβιτών στη Σεβάστεια (Σιβάς) ένα πλήθος φανατικών περικύκλωσε το κτίριο και έβαλε φωτιά -με 37 θύματα.
Το 1957 ο Νεσίν ίδρυσε το Ίδρυμα Νεσίν, που το προικοδότησε με τα συγγραφικά του δικαιώματα. Δέχεται κάθε χρόνο ως υπότροφους τέσσερα άπορα παιδιά και αναλαμβάνει τη στέγη, την τροφή και την εκπαίδευσή τους μέχρι την ενηλικίωση.
Τα πρώτα βιβλία του Νεσίν, όπως η συλλογή διηγημάτων Ο καφές και η δημοκρατία, τα είχα διαβάσει μικρός στην πατρική βιβλιοθήκη.
Το σημερινό διήγημα δημοσιεύτηκε το 1957 με τον τίτλο Koltuk και έχει δώσει τον τίτλο του και σε συλλογή διηγημάτων του Νεσίν. Στα ελληνικά, μεταφρασμένο από τον Αργαίο, συμπεριλήφθηκε στη συλλογή «Ευθυμογραφικά διηγήματα», αν δεν κάνω λάθος. Από εκεί το σκανάρισα.
Ο λόγος που διάλεξα να δημοσιεύσω σήμερα αυτό το διήγημα είναι ότι τυχαίνει τις μέρες αυτές να βρίσκομαι στο Λουξεμβούργο, όπου μεταξύ άλλων πήγα προχτές στο παλιό μου γραφείο και είδα τους συναδέλφους μου. Κατά τα άλλα, κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα κτλ.
Η πολυθρόνα
— Ραχίμ εφέντη, φέρε έξι καφέδες…
— Στις διαταγές σας Μπέημπαμπα…
Η μοναδική γυναίκα υπάλληλος, ανάμεσα στους άλλους του μεγάλου δωματίου, είπε:
— Εγώ δε θέλω, Μπέημπαμπα.
Ό γέρος με τα ματογυάλια που καθόταν στο μεγαλύτερο γραφείο, καθώς μπαίνουμε δεξιά, επέμεινε:
— Όοοχι… δε γίνεταιαιαι… Κάτι θα πιείτε. Κάθε μέρα θα ’χετε από μένα τρία κεράσματα, τσάγια ή καφέδες. Αν δεν πίνετε καφέ, πέστε να σας φέρουν γκάζόζα.
Η Φαχριέ, που ήταν μόλις δυο μήνες υπάλληλος, υποχώρησε :
— Αφού είναι έτσι Μπέημπαμπα, ας πιω μια γκαζόζα.
Ο γέρος με τα ματογυάλια γύρισε προς τον καφετζή:
— Πέντε καφέδες και μια γκαζόζα, Ραχίμ εφέντη.
— Στις διαταγές σας, Μπέημπαμπα.
Ο γέρος, που όλοι τον αποκαλούσαν στην υπηρεσία Μπέημπαμπα, απ’ το διευθυντή ως τον κλητήρα, δήλωσε:
— Παιδιά μου, μένουν άλλες δώδεκα μέρες, ακριβώς δώδεκα μέρες…
Στις άλλες τρεις πλευρές του δωματίου, υπήρχαν από δυο γραφεία. Ο Μπέημπαμπα ήταν προϊστάμενος των έξι υπαλλήλων του τμήματος.
Μπήκε μέσα μια γυναίκα, με ένα έγγραφο στο χέρι.
— Απέναντι θα πάτε, της είπε ό Μπέημπαμπα.
Η γυναίκα πήγε στο γραφείο του Σαΐμ Μπέη, βοηθού του Μπέημπαμπα. Την ώρα που διεκπεραίωνε ο Σαΐμ Μπέη το έγγραφο, του λέει ο Μπέημπαμπα:
— Ο Θεός να σας άπαλλάξει κι εσάς. Ίνσαλλαχ, να ’ρθει γρήγορα εκείνη η μέρα, εκείνη η ώρα…
Ο νέος με τα γυαλιστερά από τη μπριγιαντίνη μακριά μαλλιά και τη φανταχτερή γραβάτα, ρώτησε:
— Μπέημπαμπα, πόσα χρόνια είστε στην υπηρεσία του Δημοσίου;
— Αν είναι το κισμέτι μου, στις δεκαεφτά Αυγούστου συμπληρώνω ακριβώς τριάντα εννιά χρόνια.
Η γυναίκα με το διεκπεραιωμένο έγγραφο, βγήκε έξω. Ό Μπέημπαμπα συνέχισε:
— Ήμουνα είκοσι ενός χρόνων. Στην αρχή ακολούθησα το στρατιωτικό στάδιο, ήμουνα αξιωματικός τής Επιμελητείας. Στο τέλος του πολέμου πήρα προαγωγή και υπηρέτησα στο Υπουργείο Στρατιωτικών…
Είχαν έρθει οι καφέδες. Ο Μπέημπαμπα άναψε κεφάτος τσιγάρο. Άρχισε να πίνει ρουφηχτά από το ιδιαίτερο φιλτζάνι του τον καφέ. Των αλλονών τα φιλτζάνια ήταν άσπρα, κοινά. Το φιλτζάνι του Μπέημπαμπα ήταν βαρύ, σε χρώμα μπλε, επίχρυσο, λουλουδάτο. Το είχε φέρει από το σπίτι του. Ο καφετζής Ραχίμ το φύλαγε, και πάντα σ’ αυτό το προσωπικό φιλτζάνι τού σέρβιρε τον καφέ. Προτού ακόμα αγγίξει το φιλτζάνι στο στόμα του, σούφρωσε τα χείλη του και άρχισε να ρουφάει τον αέρα, λες και ο καφές θα χυνόταν από το φιλτζάνι με σωλήνα στο στόμα του.
— Ακόμα τότε δε θα είχα γεννηθεί, είπε ο κομψευόμενος νεαρός υπάλληλος.
Γέλασε ο γέρος:
—Όχι μονάχα εσύ, κι ο πατέρας σου δεν είχε γεννηθεί ακόμα.
Ρωτάει η Φαχριέ:
— Γιατί Μπέημπαμπα δε βγήκατε ως τώρα συνταξιούχος;
— Δεν υπολόγισαν, κόρη μου, τα έντεκα χρόνια υπηρεσίας μου. Έγινε αλλαγή νομοθεσίας. Πάνε χαμένα έντεκα χρόνια προϋπηρεσίας.
Λέει ο βοηθός του:
— Εγώ θέλω ακόμα εννιά χρόνια, για να πάρω σύνταξη.
— Ίνσαλλαχ, θα γλυτώσεις κι εσύ. Τριάντα εννιά χρόνια είν’ αυτά, όχι αστεία… Ολόκληρη ζωή μπε!..
— Βάλλαχι, έτσι είναι…
— Σας δίνω την πατρική μου συμβουλή. Για όνομα του Θεού, μην τα κάνετε τα παιδιά σας υπαλλήλους. Καλύτερα σωφέρηδες ή μπαρμπέρηδες.. Φτάνει να ’χουν ένα επάγγελμα, ένα χρυσό βραχιόλι στο χέρι τους.
Ήρθαν άλλα δυο άτομα για υποθέσεις τους. Ο Μπέημπαμπα που σε έντεκα μέρες θα γινόταν συνταξιούχος, δεν άγγιζε πια τίποτα στο γραφείο. Είχε βαρεθεί πια απ’ αυτά τα χαρτιά, τα χαρτόσημα, τις υπογραφές, τις σφραγίδες, τους ντοσιέδες. Στους νεοφερμένους έδειξε με νεύμα του κεφαλιού του το αντικρινό τραπέζι.
— Ελάτε έντεκα μερούλες μου, ελάτε… να ξέρατε, τι δύσκολα περνούνε αυτές οι έντεκα μέρες. Λες και είναι περισσότερες από τα τριάντα εννιά χρόνια.
Ο Σαφά μπέης, που ως εκείνη τη στιγμή δεν είχε ανοίξει το στόμα του:
— Μπέημπαμπα, εσείς είχατε μάθει να δουλεύετε. Τώρα που θα γίνετε συνταξιούχος, τί θα κάνετε; Δε θα το ρίξετε βέβαια στον ύπνο σαν τούς άλλους… Βάλλαχι, θα στενοχωρηθείτε στο σπίτι.
— Τι λέτε Σαφά Μπέη… Εγώ να στενοχωρηθώ; Τί κουβέντες είναι αυτές, είσαι με τα καλά σου; Τριάντα εννιά χρόνια, φεύγα το πρωί γύρισε το βράδυ, φεύγα το πρωί γύρισε το βράδυ… Σ’ αυτή την καρέκλα αυτού του γραφείου, σ’ ετούτο το δωμάτιο, κάθομαι ολόκληρα οχτώ χρόνια. Τη ζωή του δημόσιου υπαλλήλου την παρομοίασαν σαν εκκρεμές ρολόι… Βρε αδερφέ, και η καλύτερη μάρκα ρολογιού να είναι, θα χαλάσει στα τριάντα εννιά χρόνια μπε!..
— Καλά Μπέημπαμπα, έγινες συνταξιούχος, τι θα κάνεις στο σπίτι;
— Τι θα κάνω; Και τι δεν μπορώ να κάνω…
Ο Μπέημπαμπα πλαταγίζοντας από όρεξη τη γλώσσα του, μιλούσε για τις δουλειές που θα έκαμνε:
— Μια φορά, έχω έναν ευρύχωρο μπαχτσέ. Το πρωί θα σηκώνομαι νωρίς, θα ζητάω τη βοήθεια του Αλλάχ, θα ανασκουμπώνομαι και γραμμή στον μπαχτσέ… Ξανανιώνει κανείς όταν ασχολείται με τη γή. Απ’ το πρωί ως το βράδυ θα παλεύω με το χώμα.. Σε μια μεριά θα φυτεύω ντοματιές, στην άλλη μεριά θα σπέρνω σαλατικά… Φασολάκια, μελιτζάνες, πιπεριές… Ανάλογα με την εποχή, και καλαμποκιές, και λουλούδια θα φυτεύω. Πρώτα ο Θεός, μπροστά στο σπίτι μου θα κάνω μια στέρνα με σιντριβάνι. Μ’ αρέσουν τα χρυσόψαρα. Μετά, που λες αγαπητέ μου, πας στην κουζίνα, μαγειρεύεις ό,τι σου γουστάρει… Πιλάφι με μελιτζάνες, σιμιγδαλένιο χαλβά, σκουμπριά γεμιστά. Μ’ αρέσουν και οι μαραγκοδουλειές. Τα καταφέρνω, βλέπεις. Θ’ αλλάξω όλα τα έπιπλα του σπιτιού. Αχ, αχ!.. να περνούσαν αυτές οι έντεκα μέρες…
Εκείνη τη μέρα ως το βράδυ, ο Μπέημπαμπα μιλούσε με λαχτάρα για τη συνταξιοδότησή του, για το τι θα έκαμνε σαν συνταξιούχος. Εδώ και έξι μήνες μιλούσε γι’ αυτό το θέμα, όσο όμως πλησίαζαν οι μέρες τον έπιανε ακατάσχετη φλυαρία.
Την άλλη μέρα ήρθε στη σωστή του ώρα στη δουλειά. Χαιρέτησε τούς συναδέλφους και κάθισε στην καρέκλα του. Ύστερα άρχισε να μονολογεί:
Με το θέλημα του Αλλάχ… με το θέλημα του Αλλάχ… Μου ’μειναν άλλες έντεκα μέρες εδώ. Και στα δικά σας. Ραχίμ εφέντη!.. Κοίταξε, τι θέλουν οι συνάδελφοι. Φτιάξε έξι καφέδες!..
Την Φαχριέ, την έπιασαν πάλι τα νάζια. «Δε θέλω», είπε πάλι στον Μπέημπαμπα. Κι εκείνος τής παράγγειλε γκαζόζα. Όλη τη μέρα, μιλούσε για τις ασχολίες του σαν συνταξιούχος. Ως το βράδυ, κέρασε στους συναδέλφους του γραφείου του, από τρεις καφέδες και γκαζόζες. Δεν τον έπιανες απ’ το κέφι του. Μόνο που οι μέρες που του απόμεναν, του φαίνονταν χρόνια.
Την άλλη μέρα είπε:
— Δόξα στον Αλλάχ, μου ’μειναν δέκα μέρες.
Ή μεθεπόμενη ήταν Κυριακή. Τη Δευτέρα το πρωί, ή πρώτη του δουλειά ήταν να δώσει παραγγελία στον καφετζή:
— Ραχίμ παιδί μου, πέντε καφέδες… Ρώτα τη Φαχριέ Χανούμ τι θέλει, τσάι ή γκαζόζα. Γύρισε στους υπαλλήλους: Ε παιδιά μου, σήμερα οχτώ, τη Δευτέρα, θα είμαι για τελευταία μέρα μαζί σας. Μας μένει μια βδομάδα. Βγάλε την Κυριακή, εφτά μέρες… Βγάλε και τη μισή μέρα του Σαββάτου, εξίμισι μέρες… Από είκοσι τέσσερες ώρες, πόσο κάνουν;
Σαν μικρό παιδί, ο Μπέημπαμπα λογάριαζε τις ώρες, τα λεπτά, ακόμα και τα δευτερόλεπτα, ύστερα αφαιρούσε τις οχτώ ώρες του ύπνου.
Εξήντα πέντε ώρες, πενήντα δυο λεπτά, δεκατέσσερα δευτερόλεπτα μου ’μειναν ακόμα. Στο μεταξύ όμως πέρασαν τρία δευτερόλεπτα· έμειναν έντεκα δευτερόλεπτα… ο Αλλάχ να μας γλιτώσει όλους.
Ύστερα μιλούσε ορεξάτος για τον κήπο του σπιτιού του, για τις κότες που θα έτρεφε, για την κηπουρική του, για τις μαραγκοδουλειές του.
Οι υπάλληλοι είχαν πια αποστηθίσει τις κουβέντες του. Ήρθε η τελευταία του μέρα· επισκέφτηκε τα τμήματα της υπηρεσίας, όπου δούλευε. Αποχαιρέτησε όλους, μικρούς και μεγάλους, εξηγώντας τους τι θα κάνει σαν συνταξιούχος. Φεύγοντας τούς ευχήθηκε:
—Ίνσαλλαχ, και στα δικά σας· να σας γλιτώσει κι εσάς ο Αλλάχ!
Το βράδυ της Δευτέρας, όλοι οι υπάλληλοι, διευθυντές, υποδιευθυντές, τμηματάρχες, κλητήρες, ξεπροβόδισαν τον Μπέημπαμπα. Την ώρα που κατέβαινε τα μαρμάρινα σκαλοπάτια, είχε πάρει πόζα κινηματογραφικού αστέρα που κατεβαίνει από το αεροπλάνο. Σήκωσε το χέρι του στον αέρα:
— Και στα δικά σας, και στα δικά σας!.. Ίνσαλλαχ, θα γλιτώσετε κι εσείς… ο Αλλάχ να βοηθήσει όλον τον κόσμο!
Μετά δυο μέρες, οι συνάδελφοί του οργάνωσαν αποχαιρετιστήριο γλέντι σ’ ένα καζίνο.
Ο Μπέημπαμπα, ύστερα από τριανταεννιά χρόνια υπηρεσία, είχε γίνει πιά συνταξιούχος. Την πρώτη νύχτα της καινούργιας του ζωής είδε στ’ όνειρό του τις δουλειές που θα έκανε. Σέ μια μεριά τού μπαχτσέ, ορνιθώνες με κότες από διάφορες ράτσες· στην άλλη μεριά οι γαλοπούλες… Οι αμερικάνικες κότες, εκεί στο βάθος… τα πουλερικά τού Ντενιζλί να είναι κοντά στο σπίτι, για να ξυπνάει το πρωί ο Μπέημπαμπα με τη φωνή τού ντενιζλιώτη κόκορα.
Το πρωί ξύπνησε κατά τα ξημερώματα. Ένιωθε τον εαυτό του τριάντα χρόνια νεότερο. Μόλις βγήκε στον κήπο, τέντωσε το κορμί του και πήρε βαθιά ανάσα. Πιάστηκε όμως ή μέση του. Δεν είναι δύσκολο να καμπουριάσεις σκυμμένος τριάντα εννιά χρόνια πάνω στο γραφείο.
Σκεφτόταν από πού ν’ αρχίσει· να σκάψει τον κήπο ή να κοιτάξει τα κοτέτσια; Θ’ άρχιζε με το σκάψιμο. Φώναξε στη γυναίκα του:
— Χανουουούμ!..
Ξύπνησε η γυναίκα του, ανοίγοντας με δυσκολία τα μάτια της:
— Τρελάθηκες καλέ; Τι σ’ έπιασε πρωί – πρωί;
— Σήκω!.. Βρες μου γρήγορα τον κασμά… Πού είναι το δικράνι; Δώσε μου την τσάπα!..
Με το ζόρι σηκώθηκε η γριά γυναίκα απ’ το ζεστό κρεβάτι της. Βρήκαν τον κασμά. Δε βρέθηκαν όμως το δικράνι και η τσάπα. Έπρεπε να ξυπνήσει ο γιος τους για να τα βρει· έψαξε μάταια όλο το μπαχτσέ και μόλις κατάφερε να βρει το χειραμάξι. Ξύπνησαν τη νύφη· βρήκε με το ζόρι την τσάπα και το δικράνι. Με τη φασαρία είχαν ξυπνήσει και τα έγγονάκια του Μπέημπαμπα…
Ανασκουμπώθηκε ο Μπέημπαμπα και προτού να κολατσίσει το πρωινό του, έσκαψε δυο ώρες το χώμα. Οι δικοί του γελούσαν με την παλαβομάρα του. Μετά το κολατσιό πήγε με δυσκολία στον μπαχτσέ. Να πάρ’ ή οργή, ήταν βαρύς ο κασμάς. Μέτρησε το χώμα που έσκαψε ως το μεσημέρι, έξι βήματα μάκρος, πάνω από δυο βήματα φάρδος… Μετά το φαγητό, πήγε πάλι στον μπαχτσέ, φορώντας ψαθάκι, για να μην τον πειράξει ο ήλιος. Είχαν όμως κουραστεί τα μπράτσα του. Ίσιωσε το σκαμμένο χώμα με το δικράνι. Ύστερα φύτεψε τις τοματιές. Στις άκρες έσπειρε καλαμπόκια και φασόλια… Με δυσκολία έφαγε το βραδινό φαγί, τα μάτια του έκλειναν από τη νύστα. Μετά το φαγητό είπε:
— Παιδιά, κοιτάξτε πόσο μ’ ωφέλησε το σκάψιμο. Ενώ άλλοτε τις νύχτες δεν μπορούσα να κλείσω μάτι, τώρα δεν μπορώ να κρατηθώ από τη νύστα. Άιντε, καλό ραχατλίκι να σας δώσει ο Αλλάχ!..
Την ώρα που πήγαινε ο Μπέημπαμπα στην κρεβατοκάμαρά του, οι άλλοι γελούσαν καθισμένοι ακόμα στο τραπέζι.
Σαν ξύπνησε την άλλη μέρα, θέλησε να τεντώσει το κορμί του, μάταια όμως!.. Τα μπράτσα του ήταν πονεμένα, δεν μπορούσε να τα κουνήσει. Η μέση του πονούσε σε βαθμό που ήταν αδύνατο να σκύψει. Όλο βογκούσε:
— Αχ, η μέση μου, η μέση μου!.. Ώωωχ, τα χέρια μου!..
Σώπασε όμως μεμιάς, μην τύχει τον ακούσουν και τον κοροϊδέψουν… Ένιωθε κομμάρες σ’ όλο του το σώμα. Για να μην καταλάβουν την αδιαθεσία του, σηκώθηκε με το ζόρι απ’ το κρεβάτι. Με δυσκολία φόρεσε το παντελόνι του. Σέ λίγο όμως ξέσπασε ο πραγματικός μπελάς. Πετάχτηκαν τρομαγμένοι οι δικοί του απ’ τα κρεβάτια τους. Ο Μπέημπαμπα, που δεν μπορούσε να σύρει τα πόδια του απ’ τη χτεσινή κούραση, κατρακύλησε καθώς κατέβαινε τα σκαλοπάτια. Μαζεύτηκαν γύρω του, η γυναίκα του, ο γιος του, η νύφη του, τα εγγονάκια του. Για να μη φανερώσει τον πόνο του, απ’ τη θέση που ήταν κουτρουβαλιασμένος, έλεγε:
— Δεν είναι τίποτα τζάνουμ, γλίστρησα κι έπεσα!..
Δεν μπορούσε όμως με κανέναν τρόπο να σηκωθεί. Τον αγκάλιασε ο γιος του και τον σήκωσε. Αυτός, σώνει και καλά προσπαθούσε να βγει στον μπαχτσέ λέγοντας:
— Δεν είναι τίποτα!..
Είχε χτυπήσει άσχημα στις μαλτέζικες πλάκες την ουρά του, σέ σημείο που να τρεκλίζει σέ κάθε βήμα του. Και για να μη φανερώσει πάλι τον πόνο του, βγήκε στον μπαχτσέ.
Όχι μόνο τα χέρια του, και τα δάχτυλά του ακόμα δεν μπορούσε να τα κουνήσει. Πονούσαν ο ώμος του, η μέση του, τα γόνατά του. Για να μην καταλάβουν τίποτα οι δικοί του, προσποιόταν πως δούλευε, δεν έκανε όμως καμιά δουλειά. Κάθισε ανακούρκουδα για να φυτέψει τα φιντάνια και με δυσκολία σηκώθηκε στο πόδι.
— Φτου, να πάρ’ η οργή! έλεγε. Πάει, ξόφλησα!..
— Άι, αι, &ι… Ώχ, ή μέση μου… Αμάν, το χέρι μου!.. Βάι, η πλάτη μου!..
Για να έχει κάποια ασχολία, ζήτησε απ’ τη γυναίκα του σκερπάνι, πριόνι και καρφιά.
— Βαρέθηκα απ’ το σκερπάνι σου και απ’ τον κασμά σου!., φώναξε η γυναίκα του. τι την ήθελες τη σύνταξη, ευλογημένε! τι καλά που ήταν άλλοτε, έφευγες το πρωί και γύριζες το βράδυ.
Και ο γιος του είχε παράπονα μαζί του, για τις μαστοριές που έκανε στο σπίτι.
Ήταν η δεύτερη βδομάδα που είχε βγει συνταξιούχος. Ένα πρωινό ακούστηκε από τον μπαχτσέ μια πονεμένη κραυγή:
—Άιιι… Αμάααν.. Αμάν, το δάχτυλό μου!..
Έτρεξαν όλοι μεμιάς στον μπαχτσέ. Ο Μπέημπαμπα είχε διπλωθεί απ’ τον πόνο.
— Τι τρέχει, τι επαθες;
Καθώς κάρφωνε ο Μπέημπαμπα το κοτέτσι, ξέφυγε το σκερπάνι απ’ το καρφί και χτύπησε το μεγάλο δάχτυλό του. Είχε μελανιάσει το νύχι του. Του ’βαλαν φάρμακο και επίδεσμο. Και ο Μπέημπαμπα, ολοένα να λέει:
— Δεν είναι τίποτα, τζάνουμ, άι αμάν… δεν έχω τίποτα… Ωχ… ωχ… Βάι βάι βάι!..
Όλο του το σώμα ήταν πονεμένο. Λες και είχε καταπλακωθεί απ’ τα ερείπια κάποιου σεισμού. Παρ’ όλ’ αυτά, αγόρασε κότες από διάφορες ράτσες. Έσπειρε και μερικούς σπόρους στο χώμα που είχε σκάψει.
Ένα πρωινό όμως, δεν μπόρεσε να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι του. Την προηγούμενη μέρα είχε ιδρώσει κι έπαθε κρυολόγημα. Είχε πυρετό τριάντα εννιά, κι όλο έβηχε… Έμεινε ένα μήνα στο κρεβάτι.
Ο γιός του δεν του επέτρεψε να ξαναπάει στον μπαχτσέ. Είχε καταλάβει ότι δεν μπορούσε πια να εξουσιάζει τούς δικούς του. Απ’ τη μια θύμωνε και απ’ την άλλη χαιρόταν κατά βάθος, για αυτή την απαγόρευση. Είχε εγκαταλείψει πια την κηπουρική και την ορνιθοτροφία. Δεν ήταν δουλειές γι’ αυτόν. Στο μέτωπο να πήγαινε, δε θα τραυματιζόταν τόσο, δε θα πάθαινε αυτό το σακατιλίκι. Αν εξακολουθούσε αυτή τη δουλειά, θα ’σπαζε χέρια, πόδια, που θα τα βάζανε σέ γύψο.
— Τουλάχιστον να κάνω μαραγκοδουλειές μέσα στο σπίτι! είπε.
Κι αυτό δεν έγινε. Σκόρπιζε απ’ εδώ κι απ’ εκεί τα εργαλεία, ξεχνούσε πού τα έβαζε και μετά σήκωνε όλο το σπίτι στο πόδι, για να βρεθούν. Είχε καταντήσει μαστροχαλαστής, σπάζοντας ολόγερα έπιπλα για να τα διορθώσει δήθεν. Τα είχαν παραβλέψει όλα οι δικοί του, αναγκάστηκαν όμως να του απαγορέψουν και τις μαραγκοδουλειές, όταν μια μέρα, καθώς πήγαινε να κόψει με το πριόνι ένα ξύλο, τραυματίστηκε στην αριστερή παλάμη. Δέκα μέρες είχε το χέρι του κρεμασμένο απ’ τον ώμο σέ επίδεσμο.
Αυτή τη φορά ο Μπέημπαμπα ασχολήθηκε με την κουζίνα. Εκεί ήταν που τα ’κανε θάλασσα. Τη μέρα που πήγαινε στην κουζίνα, έμενε ο κόσμος νηστικός. Το κοτόπουλο που μαγείρευε, γινόταν κάρβουνο. Στο μουαλεμπί, αντί ζάχαρη έβαζε αλάτι, και στη σούπα αντί αλάτι έριχνε ζάχαρη. Χρειαζόταν μια βδομάδα για να βρεθούν τα μαγειρικά σκεύη, που τα σκορπούσε σ’ όλο το σπίτι. Τη χύτρα ταχύτητος την έχωνε στη γαρδαρόμπα και το μίξερ το έβαζε στη βιβλιοθήκη.
Ή γυναίκα του φώναζε θυμωμένη:
— Από τότε που έγινες συνταξιούχος, πάει, χάλασε το σπιτικό μας!
Τον μάλωνε και η νύφη του:
— Μπέημπαμπα, τι δουλειά έχετε στην κουζίνα;
Το κακό ξέσπασε όταν μια μέρα ξέχασε να κλείσει το γκάζι στην κουζίνα. Βρήκαν τον Μπέημπαμπα λιπόθυμο, ξάπλα στα πλακάκια τής κουζίνας. Αν δεν προλάβαιναν, θα πέθαινε απ’ τη δηλητηρίαση. Τρεις μέρες πέρασαν για να συνέλθει.
Όταν του απαγόρεψε ο γιος του να πηγαίνει και στην κουζίνα, ο γέρος διαμαρτυρήθηκε:
— Καλά, τότε τι να κάνω;
— Ό,τι κάνουν όλοι οι συνταξιούχοι! Να πας στο καφενείο τής γειτονιάς και να παίξεις τάβλι. Να πιάσεις συζήτηση με τους συνταξιούχους σαν κι εσένα!
Άλλη λύση δεν υπήρχε. Τα φιντάνια που είχε φυτέψει, ξεράθηκαν. Οι κότες αρρώστησαν και ψόφησαν, τις γαλοπούλες τις έπνιξε ή νυφίτσα. Την άλλη μέρα ο Μπέημπαμπα με σουρνάμενα βήματα πήγε στο καφενείο της γειτονιάς. Έπιασε παρέες. Μίλησε μαζί τους για την πολιτική κατάσταση, για τα οικονομικά του τόπου. Ένα διάστημα περνούσε μ’ αυτόν τον τρόπο τον καιρό του. Έπαιξε τάβλι, χαρτιά. Έπαιξε ντόμινο. Δεν του άρεσε αυτή ή ζωή.
Γεμάτος μελαγχολία τραβήχτηκε στο δωμάτιό του. Διάβαζε τις πρωινές εφημερίδες και ύστερα χωρίς να κουβεντιάσει με κανένα, περνούσε ολομόναχος τον καιρό του. Αχ, πού είσαι υπαλληλίκι!.. τι γλυκεία ζωή που ήταν εκείνη. Να κάνεις παρατηρήσεις στους κατώτερους υπαλλήλους, να μαλώνεις με τους κλητήρες και τους θυρωρούς. Να νευριάζεις με το κοινό, μ’ αυτούς που δεν ξέρουν πού να κολλήσουν το χαρτόσημο, μ’ αυτούς που δεν καταλαβαίνουν τι τους λες… Άχ, αχ!.. τι ζωή ήταν εκείνη! Τι μέρες, τζάνουμ. Ο Μπέημπαμπα τα σκεφτόταν όλ’ αυτά, δεν ήθελε όμως να το ομολογήσει.
— Είναι ντροπή, είπε. Πέρασε τόσος καιρός και δεν πήγα στο γραφείο να δω τους συναδέλφους. Ίνσαλλαχ, αύριο το πρωί να πάω από νωρίς, να ρωτήσω τι κάνουν. Τέτοια εγκατάλειψη! Θα λένε τώρα ότι ο Μπέημπαμπα βρήκε το ραχάτι του και μας ξέχασε.
Ένα πρωί βγήκε απ’ το σπίτι του ο Μπέημπαμπα για να πάει να δει τούς παλιούς συναδέλφους του. Ήταν όμως πολύ νωρίς και από φόβο μήπως τον κοροϊδέψουν οι συνάδελφοί του για την ήττα του, έκανε μερικές βόλτες απέξω. Με το ζόρι, η ώρα εγινε δέκα και μισή. Ύστερα ανέβηκε τα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Πρώτος τον είδε ο καφετζής Ραχίμ εφέντης.
— Ωωω… Καλώς ήρθες, Μπέημπαμπα!
— Καλώς σέ βρήκα, Ραχίμ εφέντη.
Και ο Ραχίμ εφέντης πετάχτηκε αμέσως στους συναδέλφους του Μπέημπαμπα.
— Τρεχάτε, τρεχάτε!.. Έρχεται ο Μπέημπαμπα.
Τον υποδέχτηκαν χαρούμενοι και τον οδήγησαν στο δωμάτιό τους. Η δακτυλογράφος Φαχριέ, τον φίλησε στα μάγουλα. Ο Σαΐμ Μπέη και ο κομψευόμενος νεαρός υπάλληλος, του φίλησαν το χέρι. Ο Σαφά Μπέη και ο παλιός βοηθός του Μπέημπαμπα, του έσφιξαν με σεβασμό το χέρι.
Ο Μπέημπαμπα κάθισε σέ μια καρέκλα κοντά στο παλιό του γραφείο. Παρ’ ολίγο να κλάψει. Ένιωθε έναν κόμπο στο λαιμό του. Ο βοηθός του είχε πάρει τώρα τη θέση του. Στη θέση που άδειασε, είχε έρθει καινούργιος υπάλληλος. Ο Μπέημπαμπα κοίταζε με νοσταλγία το τραπέζι του. Ακόμα ήταν εκεί ο λεκές από μελάνη που είχε χύσει μια μέρα νευριασμένος. Τα μάτια του βούρκωσαν. Έβηξε, για να μη δείξει τη συγκίνησή του.
— Λοιπόν, τι νέα, Μπέημπαμπα;
— Υγεία, παιδιά μου. Εσείς πώς τα περνάτε;
— Δόξα σοι ο Θεός, καλά περνάμε.
Ό καφετζής Ραχίμ έφερε αμέσως στον Μπέημπαμπα τον καφέ του. δεν ήταν όμως το δικό του μαβί, επίχρυσο φλιτζάνι· το είχε πάρει μαζί του φεύγοντας από την υπηρεσία.
— Πώς τα πάτε, Μπέημπαμπα, τώρα που γίνατε συνταξιούχος;
— Είμαι πολύ ευχαριστημένος. Ίνσαλλαχ, να γλιτώσετε κι εσείς· εύχομαι και στα δικά σας…
— Πώς πάει η ορνιθοτροφία, Μπέημπαμπα;
— Πολύ καλά… Έχω κάτι Λεγκόρν, πού να σας τα λέω! Έξι μέρες τη βδομάδα γεννάνε αυγά, και την έβδομη αναπαύονται. Έβαλα και δυο κότες να κλωσήσουν. Μάσαλλαχ, δε βρέθηκε ούτε ένα κλούβιο αυγό.
Την ώρα που τα διηγόταν, γελούσε ο Μπέημπαμπα από αυταρέσκεια.
— Που λέτε έτσι… Έχω και εφτά γαλοπούλες. Έχω και μια χαβούζα. Εκεί κολυμπάνε έξι χήνες και εφτά πάπιες.
«Τα χρυσόψαρα της δεξαμενής», πήγαινε να πει, μετά όμως άλλαξε γνώμη, γιατί οι χήνες θα κατάπιναν τα ψάρια…
—Έγινε κλώσα και μια χήνα. Τώρα έχει δεκαεννιά κλωσόπουλα, είμαι πολύ ευχαριστημένος, πολύ…
— Καλά, Μπέημπαμπα, και ο κήπος;
— Αααα… Μην τα ρωτάτε. Κάτι καλαμποκιές, ένα μπόι ύψος· μπαίνεις μέσα και χάνεσαι. Και κάτι καλαμπόκια του γάλακτος… Κόψτα και ρίξτα κατευθείαν στη φωτιά… Αμ’ εκείνες οι κίτρινες φούντες τους! Είναι να τις ματιάξεις, βάλλαχι… Μεγαλώσανε και οι φασουλιές. Έχω όλες τις ποικιλίες: Μπαρμπούνια, χορόζια, αϊσέκαντιν, τσαλιά. Κόψτα φρέσκα – φρέσκα, και μαγείρεψέ τα. Οι κολοκυθιές είναι πάνω στον ανθό τους. Έχω και τομάτες, η κάθε μια είναι σαν το κεφάλι μου.
Τον Μπέημπαμπα τον είχε πιάσει λογοδιάρροια:
— Κάνω και μαραγκοδουλειές…
Καθώς έλεγε αυτά, κοίταξε το σημάδι τής πληγής του στο αριστερό χέρι, και το μελανιασμένο νύχι στο δάχτυλο. Ακόμα του πονούσαν.
—Έφτιαξα κάτι πολυθρόνες, που δεν μπορείς να τις αγοράσεις με τριακόσιες λίρες… Έφτιαξα κι ένα τραπέζι της τραπεζαρίας με μπουφέ, ωραία πράματα…
Κάθε φορά που τέλειωνε την κουβέντα του ο Μπέημπαμπα έλεγε: «Και στα δικά σας, ίνσαλλαχ, να γλιτώσετε κι εσείς».
Κάθισε ως μια ώρα. Στο μεταξύ είχε έρθει κόσμος για δουλειές του στο γραφείο.
— Εμένα να μου επιτρέψετε…
— Πάλι να ορίσεις, Μπέημπαμπα, σέ περιμένουμε… Μη μας ξεχάσεις!..
Τον ξεπροβόδισαν ως την εξώπορτα.
Δεν του έκανε καρδιά να κατεβεί τις μαρμάρινες σκάλες. Ο μισός εαυτός του είχε μείνει εκεί. Τη μέρα εκείνη γύριζε στους δρόμους ως το βράδυ. Όταν έφτασε στο σπίτι, ένιωσε μέσα του μια γαλήνη. Από τότε που έγινε συνταξιούχος, δεν δοκίμασε τέτοια χαρά.
Την άλλη μέρα όμως δεν ήξερε πάλι τι να κάμει. Τη μεθεπόμενη μέρα πέρασε ανήσυχα. Την τρίτη μέρα πήγε ως το γραφείο, αλλά δεν μπήκε μέσα. Έκοβε βόλτες έξω από το κίτρινο κτίριο, μετά γύρισε σπίτι.
Και αν το ’παιρναν χαμπάρι για τις ψευτιές που έλεγε, για τις κότες και για τα καλαμπόκια, τι θα γινόταν; Και όμως, του είχαν πει: «Πάλι να ορίσεις, Μπέημπαμπα, σε περιμένουμε». Με το ζόρι βάσταξε πέντε μέρες. Πήγε την πέμπτη μέρα. Η αλήθεια είναι, ότι δεν τον πολυπεριποιήθηκαν όπως την πρώτη φορά, του΄’δειξαν όμως τον απαιτούμενο σεβασμό. Άρχισε πάλι να μιλάει για τον μπαχτσέ του και για το κοτέτσι του. Πρόσθεσε μάλιστα με περηφάνεια:
— Αγόρασα και δυο πρόβατα!
Στο μεταξύ ήρθε κάποιος μ’ ένα έγγραφο στο χέρι και οι υπάλληλοι του γραφείου μάταια προσπαθούσαν να βρουν τον αριθμό πρωτοκόλλου. Ο Μπέημπαμπα δεν κρατήθηκε:
— Σαφά Μπέη, παιδί μου, η αλληλογραφία του εγγράφου που ψάχνετε, θα είναι σ’ αυτό το ντουλάπι. Άνοιξε το τρίτο συρτάρι… Κοίταξε, στα αριστερά, είναι το ντοσιέ «Τ». Ψάξε εκεί, νομίζω καταχωρήθηκε τον περασμένο Ιούνιο.
Βρήκαν αυτό που ψάχνανε, ύστερα από την υπόδειξη του Μπέημπαμπα. Εκείνη τη μέρα έμεινε λίγο παραπάνω από την πρώτη του επίσκεψη. Αυτή τη φορά, αν και δεν τον ξεπροβόδισαν ως την εξώπορτα, τον συνόδεψαν ως την πόρτα του δωματίου τους.
Ο Μπέημπαμπα όλο στριφογύριζε στο σπίτι, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Όλο γυρόφερνε έξω από το κτίριο της παλιάς του υπηρεσίας. Μόλις κρατήθηκε τρεις μέρες. Την τρίτη μέρα πήγε στο γραφείο. Κάθισε σε μιαν άκρη. Μίλησε πάλι για φασολιές, για καλαμποκιές, για γαλοπούλες.
Ο Σαΐμ Μπέης έψαχνε ένα ντοσιέ.
– Όοοχι, όοχι.., το έγγραφο που ψάχνεις δε βρίσκεται εκεί. Το ντοσιέ που ζητάς βρίσκεται στο κάτω μέρος του ντουλαπιού, θα κοιτάξεις τα «προς διεκπεραίωσιν». Τράβα, μπακαλούμ, το τέταρτο μαύρο κλασέρ απ’ τα αριστερά… Α, μπράβο, αυτό είναι.
Βρήκαν αμέσως αυτό που ψάχνανε στο μέρος που τους υπόδειξε ο Μπέημπαμπα. Είχαν απελπιστεί, ως τότε, δυο μέρες ψάχνανε και δεν το βρίσκανε.
Κάτι έγραψε και η δακτυλογράφος Φαχριέ. Πήγε κοντά της ο Μπέημπαμπα και συνοφρυώθηκε βλέποντας τα γραφόμενα της:
— Τι γράφεις εκεί, κόρη μου; Λάθος… Γίνονται τέτοιες δουλειές; Παιδί μου, αυτή ή υπόθεση δε μάς αφορά. Άδικα θα περιμένει ο άνθρωπος. Να τον παραπέμψεις στη δεύτερη διεύθυνση. Άιντε μπακαλούμ…
Συμμορφώθηκαν με την υπόδειξή του. Εκείνη τη μέρα ο Μπέημπαμπα κάθισε πάνω από δυο ώρες. Ήπιε τρεις καφέδες. Καθώς έφευγε, υποκλίθηκαν στις θέσεις τους οι συνάδελφοί του, λέγοντας:
— Γκιουλέ – γκιουλέ, Μπέημπαμπα, να σε βλέπουμε πού και πού, θα σε περιμένουμε.
Την άλλη μέρα ξανάρθε ο Μπέημπαμπα. Έμεινε στο γραφείο &ς το μεσημεριάτικο διάλειμμα και έφυγε μαζί με τούς άλλους. οι υπάλληλοι ήταν πολύ ευχαριστημένοι. Τους είχε μάθει πολλά πράματα που δεν ήξεραν.
Την παράλλη μέρα, ξαναπήγε στο γραφείο το απόγεμα. Μια βδομάδα ψάχνανε ένα έγγραφο και αν δεν τους έλεγε πού βρίσκεται, δε θα το βρίσκανε στον αιώνα τον άπαντα.
— Βρε αδερφέ… το έγγραφο που ψάχνετε βρίσκεται στο αρχείο. Κατεβείτε στο υπόγειο… Ανοίξτε το μεγάλο ντουλάπι αριθμός τρία. Στο κάτω μέρος είναι ένα ντοσιέ με τα στοιχεία «Τ 1951». Θα το βρείτε εκεί.
Ο Μπέημπαμπα ερχεται πια ταχτικά κάθε απόγεμα στο γραφείο και κάθεται σέ μια γωνιά. Δίνει οδηγίες στους παλιούς συναδέλφους του, καμιά φορά διορθώνει ένα λάθος. Οι υπάλληλοι τον συνήθισαν πάλι. Τον συμβουλεύονται για μια υπόθεση που δεν μπορούν να διεκπεραιώσουν, ρωτούν για ένα έγγραφο που δεν το βρίσκουν.
— Μπέημπαμπα, πού είναι ο προϋπολογισμός του περασμένου χρόνου;
— Μήπως ξέρετε, Μπέημπαμπα, πού βρίσκεται ο κατάλογος των επίπλων και μηχανών;
Τώρα ερχόταν και τα πρωινά στο γραφείο και, όπως άλλοτε, έφερνε μάλιστα απ’ το σπίτι και το μεσημεριάτικο φαΐ του. Είχε φέρει πίσω από το σπίτι του εκείνο το μαβί προσωπικό του φλιτζάνι του καφέ και το είχε δώσει στον καφετζή Ραχίμ. Πού και πού μιλούσε για τα φρέσκα σαλατικά του κήπου του, για τις κότες, για ντολμάδες, μύδια που είχε μαγειρέψει.
Αν καμιά φορά αργούσε να έρθει στο γραφείο, οι συνάδελφοί του ανησυχούσαν. Μερικές φορές ο διευθυντής τού έδινε καμιά δουλειά, σαν να ήταν πάλι υπάλληλος. Ο Μπέημπαμπα ήταν πολύ κεφάτος. Εδώ τον λογάριαζαν περισσότερο απ’ το σπίτι του.
Μια μέρα που δεν είχε έρθει ακόμα στο γραφείο ο Μπέημπαμπα, λέει ο παλιός βοηθός του στους έξι υφισταμένους του:
— Συνάδελφοι, βέβαια, θα μάθατε την κατάσταση του Μπέημπαμπα. Είναι ανάγκη να σας την πω;
Λέει ο Σαφά Μπέη:
— Και βέβαια την ξέρουμε, ούτε φασολιές υπάρχουν, ούτε κότες…
Ό κομψευόμενος νέος:
— Τα παραλέει, όλα είναι ψευτιές.
Ό προϊστάμενος:
— Πάντως, ο Μπέημπαμπα μάς είναι πολύ χρήσιμος, θέλετε να κάνουμε μεταξύ μας έναν έρανο να του πάρουμε ένα δώρο;
Όλοι δέχτηκαν με χαρά: Μάζεψαν είκοσι οχτώ λίρες. Ο προϊστάμενος αγόρασε μια παλιά πολυθρόνα με κόκκινη βελούδινη ταπετσαρία και ξεθωριασμένη την επιχρύσωση. Η πολυθρόνα αυτή τοποθετήθηκε δίπλα στο τραπέζι του προϊσταμένου.
Την άλλη μέρα που ήρθε στο γραφείο ο Μπέημπαμπα, του λέει ο προϊστάμενος:
— Μπέημπαμπα, η θέση σου είναι στην πολυθρόνα. Σε παρακαλούμε όλοι οι συνάδελφοι να έρχεσαι κάθε μέρα και να κάθεσαι εδώ. Να πίνεις ό,τι θέλεις, καφέ τσάι, εμείς κερνάμε. Εσύ μόνο να μάς βοηθάς.
Ο Μπέημπαμπα θρονιάστηκε στην πολυθρόνα. Έγειρε το κεφάλι εμπρός. Έμεινε για λίγο σ’ αυτή τη στάση. Στα χέρια του κρατούσε δυο χαρτοσακούλες. Οι χαρτοσακούλες αυτές είχαν σαλατικά και αυγά, αγορασμένα απ’ το παζάρι, καθώς ερχόταν στο γραφείο.
— Παιδιά, είπε, σας έφερα σαλατικά που έκοψα με το χέρι μου απ’ τον μπαχτσέ μου, και από ένα φρέσκο αυγό που γέννησαν οι κότες μου. Αυτός που δίνει λίγα, τα προσφέρει με την καρδιά του…
Ξεκαρδίστηκαν στα γέλια όλοι οι υπάλληλοι. Περισσότερο απ’ αυτούς γελούσε ο Μπέημπαμπα. Μερικοί νόμισαν πώς τα δάκρυα που κύλησαν απ’ τα μάτια του, ήταν απ’ το πολύ γέλιο.
— Ραχίιιμ!.. φώναξε. Κάνε παιδί μου, από έναν καφέ στους συναδέλφους… Εγώ κερνάω… Κοίταξε, ρώτα τη Φαχριέ Χανούμ, τι θα πιει, τσάι, γκαζόζα;
Ήρθαν τα κεράσματα. Μεμιάς συνοφρυώθηκε ο Μπέημπαμπα:
—- Σαΐμ Μπέη, πάλι λάθος ταξινομείς το έγγραφο. Πόσες φορές στο είπα ότι θα μπει στο ντοσιέ «Κ»!..
Ο Σαΐμ Μπέη:
— Στις διαταγές σας, Μπέημπαμπα!
Ο Μπέημπαμπα τράβηξε μια ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο του και ήπιε μια γουλιά καφέ…







ΓΤ said
«Ευτύχησε να έχει μεταφραστή τον Ερμόλαο Ανδρεάδη». Λες και ο Άρης Αμπατζής δεν μετέφρασε Νεσίν… Άντε, ν’ αρχίσει η μπάλα, να ησυχάσουμε…
sarant said
Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για το πρώτο σχόλιο! Θα λείπω και σήμερα
1 Τα πρώτα 5-6 βιβλία του Νεσίν που εκδόθηκαν στα ελληνικά ήταν σε μετάφραση Αργαίου. Αρα αυτός τον έκανε γνωστό στην Ελλάδα.
Σα να λέω, ο Δομάζος αναδείχτηκε ως παίκτης του Παναθηναϊκού και να πει κάποιος «αφού έπαιξε και στην ΑΕΚ».
Δύτης των νιπτήρων said
Με τις μεταφράσεις των μικρασιατών, του Αργαίου και ακόμα περισσότερο του Στέλιου Μαγιόπουλου, ένιωσα πολύ οικεία με το λεξιλόγιο όταν άρχισα να μαθαίνω τουρκικά.
gpointofview said
Καλημέρα!
Απλό κι ευκολοχώνευτο, τέχνη του συγγραφέα να κάνει συμπαθητικό τον πρωταγωνιστή με τις αναποδιές του και τις παραξενιές του
Αυτό το γαρδαρόμπα … δεν μπορεί κάποιο μάτι θα βγάλει ! (γιατί όχι και και γαρδαρόβα, οικονομίες θα κάνουμε ; )
Δεν θυμάμαι ποιός είπε είναι η δουλειά του, καψοχαρά του
Προσωπικά από τότε που βγήκα στην σύνταξη ούτε απ’ έξω από το σχολείο δεν πέρασα. Το λες κι οι ζωντανοί με τους ζωντανούς κ.λ.π.
Costas X said
Καλημέρα !
Πολύ ωραίο το διήγημα, και ίσως διδακτικό για κάποιους που μετρούν τους μήνες και τα ένσημα για να βγουν στη σύνταξη, όπως ο γράφων! Καλή και η μετάφραση, είδα όμως αρκετές αμετάφραστες τούρκικες λέξεις, όπως «Ίνσαλλαχ», «βάλλαχι», «γκιουλέ – γκιουλέ», «μπακαλούμ», κάτι περίεργα «μπε» στο τέλος φράσεων, καθώς και τις προσφωνήσεις «εφέντη», «μπέη», «χανούμ», που μάλλον για τους περισσότερους αναγνώστες παραπέμπουν στην οθωμανική εποχή. Καταλαβαίνω ότι ο μεταφραστής θέλησε να δώσει μ’ αυτές μια τουρκική ατμόσφαιρα, κατά τη γνώμη μου όμως έπρεπε να μεταφραστούν, εφόσον ανήκουν στην κοινή Τουρκική, και όχι σε κάποιο ιδίωμα.
dimosioshoros said
Καλημέρες και καλή μας σύνταξη.
Παναγιώτης Κ. said
Δεν είχε οργανώσει σωστά το «μετά» ο Μπέημπαμπα και τα βρήκε μπροστά του!
Δεν μπορείς να γίνεις…μπαξεβάνος αν ποτέ δεν είχες ασχοληθεί με τον μπαξέ. Ούτε ξυλουργός, αν δεν είχες καρφώσει ένα καρφί στον τοίχο κ.ο.κ
Χαρούλα said
Ζητώ την κατανόηση σας. Προσπαθώ (malliaroshelp) να ανεβάζω φωτό και να φαίνονται σε όλους. Μέχρι τώρα δυο φορές(#4&6) δεν εγκρίνει. Επανέρχομαι λοιπόν. Σχωρνάτε με…
atheofobos said
Πολύ ωραίο το διήγημα μόνο που στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι διαφορετικά.
Ο καθηγητής Χειρουργικής Τουλ, ένας ευγενέστατος και αγαπητός άνθρωπος, όταν πήρε την σύνταξη του συνέχισε να πηγαίνει όπως και παλιότερα κάθε πρωί στο γραφείο του, μέχρι που μια μέρα το βρήκε κλειδωμένο.
Αυτή την ιστορία είχα στο μυαλό μου και αφ΄ότου άδειασα το ντουλάπι μου στο γραφείο μου και έδωσα το κλειδί του στην γραμματέα μου, την μέρα που οικειοθελώς συνταξιοδοτήθηκα , είναι ζήτημα αν ξαναπήγα εκεί 2-3 φορές μετά.
Χαρούλα said
καλημέρα. Προς το παρόν τεστ για δημοσίευση φωτό.
Αργότερα, θα διαβάσω και θα γράψω
ΓΤ said
2 Ντάκμαν
Περίμενα διαφορετική διατύπωση, αφού ο «Καστανιώτης» δεν μπορεί να αγνοείται.
sarant said
8 –> 10 Tην ελευθέρωσα.
Γιάννης Μαλλιαρός said
Καλημέρα,
Θα συμφωνήσω με τους προλαλήσαντες συνταξιούχους. Εντάξει, πέρασα μια μέρα μετά ένα δίμηνο, αλλά ήταν για να τους πάω κάτι λουκουμάδες πούφερα απ’ το χωριό. Πάντως, με τίποτα δεν θα σκεφτόμουνα να επιστρέψω.
Βέβαια, η κατάστασή μου ήταν λίγο διαφορετική αφού κάθε δυο χρόνια άλλαζα και σκολειό, οπότε δεν είχα δέσιμο με κανένα…
8 Χαρούλα, α
υτό καλά πήγε. Τ’ άλλα ας τ’ αφήσει ο Νικοκύρης εκεί που θα τα βρει (ή ας τα διαγράψει οριστικά).
ΓΤ said
8 Φαρούλα
Χαρούλα, φταίει η κάρτα. Δεν έχει καμία δουλειά εκεί η μπαζοτελεία πριν από το θαυμαστικό! 😛
leonicos said
Προτού ακόμα αγγίξει το φιλτζάνι στο στόμα του, σούφρωσε τα χείλη του και άρχισε να ρουφάει τον αέρα, λες και ο καφές θα χυνόταν από το φιλτζάνι με σωλήνα στο στόμα του.
Έτσι δεν πίνουν τον καφέ τον τούρκικο; Τί τον παραξένεψε τον αφηγητή; Και φυσικά σκέτος
leonicos said
Προτού ακόμα αγγίξει το φιλτζάνι στο στόμα του, σούφρωσε τα χείλη του και άρχισε να ρουφάει τον αέρα, λες και ο καφές θα χυνόταν από το φιλτζάνι με σωλήνα στο στόμα του.
Έτσι δεν πίνουν τον καφέ τον τούρκικο; Τί τον παραξένεψε τον αφηγητή; Και φυσικά σκέτος
Χαρούλα said
#14 μπράβο ΓαΤούλη! Δεν το είχα προσέξει! Απλά σκέφτηκα πως ένα τέτοιο ανάλαφρο, περάσει πιο εύκολα😹! Ο Δεληβοριάς ήταν βαρύς και μεγάλος και δεν τον ήθελε η πόρσε!😉☺️
Θα επανέλθω αργοτέρως. Τώρα έχουμε: Πάμε Πλατεία 2024!
Λάμπας said
Θέλω να πιστεύω πως, αν έρθει ποτέ αυτή η ώρα, θα κάνω ό,τι και ο Gpointofview.
«τσαλιά«: Υποθέτω τα τσαουλιά.
«…ένα χρυσό βραχιόλι στο χέρι τους.» Τι εννοεί;
ΛΑΜΠΡΟΣ said
Μπράβο Σαράντμπεημπαμπά, ωραίος ο Νεσίν, θυμήθηκα τα νιάτα μου που τον διάβασα, αλλά βλέπω και τον κουνιάδο μου και δυό φίλους που έχουν πάρει σύνταξη δύο τρία χρόνια κι έχουν αποκαλυφθεί με την τηλεόραση, ενώ άλλα έλεγαν πως θα κάνουν, κι όταν τους λέω να πάνε στο γυμναστήριο, είναι να με δολοφονήσουν η να αυτοκτονήσουν.😊
leonicos said
Το σύστημα πάσχει, ως γνωστόν. Εγώ μια φορά έγραψα το σχόλιο
Παναγιώτης Κ. said
Όταν ερχόταν κάποιος συνταξιούχος στο σχολείο (συνέβαινε σπάνια) κανένας… ενθουσιασμός από τους εν ενεργεία. Το αντίθετο θα έλεγα.
Με αυτό ως γνώμονα, δεν επισκέφτηκα τα σχολεία στα οποία υπηρέτησα.
Theo said
Καλημέρα,
Ωραίος ο Νεσίν!
Κάποιες λέξεις που άφησε ο Αργαίος αμετάφραστες τις καταλαβαίνω. Αλλά μπακαλούμ τι θα πει;
ασχολεΐται ->ασχολείται
δ Μπέημπαμπα -> ο Μπέημπαμπα
Theo said
@22:
Μάλλον παρακαλώ (αν κρίνω από το οτούρ μπακαλούμ που θυμάμαι από τα παιδικάτα μου)
leonicos said
Εγώ δεν ήθελα να συνταξιοδοτηθώ. Το γραφεό μου κατελήφθη αυθημερόν από έναν άστεγο, ο οποίος όμως με άφηνε να δουλεύω στο κομπιούτερ μου, ‘του’ πλέον, κάμποσο καιρό, μέχρι που άλλαξε και η κλειδαριά. Τώρα δεν έχει νόημα. Αλλά σε χειρουργεία εξακολουθώ να μπαίνω, έστω και ως παράσταση. Από την άλλη δουλεύω πολύ με γνωστούς, δηλαδή φέρνοντας σ’επαφή γιατρούς με αρρώστους, διευθετώντας ραντεβού και τέτοια.
Ομολογώ οτι το νοσοκομείο μού λείπει, και πο πολύ από το χειρουργείο, η εφημερία.
Βέβαια, όταν το λέω, μερικοί συάδελφοι μού βάζουν θερμόμετρο, αλλά η εφημερία είναι όμορφη μαχη. Μάχη με το χρόνο, το περιστατικο και τον άνθρωπο.
Δύτης των νιπτήρων said
Μπακαλούμ σημαίνει «να δούμε» (bakalım). Αυτή την υποτακτική την έχουμε δει επισταμένως στις συζητήσεις για το αλαλούμ.
Jorge said
Όμορφο διήγημα, ευκολόπιοτο. Το πρώτο του Νεσίν που διάβασα ήταν το « Ο Ζήσης ζει και δεν ζει».
Κρίμα πάντως για τους συναδέλφους του Μπέημπαμπα που δεν απογαλακτίστηκαν.
michaeltz said
«Κι αυτό δεν έγινε.» Καλύτερο το «Ούτε αυτό έγινε»
«Ινσαλλαχ, αύριο το πρωί να πάω από νωρίς, να ρωτήσω τι κάνουν.»
Αμέσως μετά… «Ένα πρωί βγήκε απ’ το σπίτι του ο Μπέημπαμπα για να πάει να δει τούς παλιούς συναδέλφους του.» Άσχετο με το αύριο της προηγούμενης πρότασης;
«Με το ζόρι βάσταξε πέντε μέρες. Πήγε την πέμπτη μέρα.»
Μα, αν βαστάς πέντε μέρες, έστω με το ζόρι, πώς πας την πέμπτη μέρα και όχι την έκτη;
«του΄’δειξαν όμως τον απαιτούμενο σεβασμό.» «τού ΄δειξαν, όμως, …»
«Μόλις κρατήθηκε τρεις μέρες. Την τρίτη μέρα πήγε στο γραφείο» Κάποιο πρόβλημα έχουμε με το μέτρημα!
«μπακαλούμ». Νά το κι αυτό του Costas Χ. !
Εκείνη τη μέρα δ Μπέημπαμπα… Τα κάνει αυτά ο CR
έφυγε μαζί με τούς άλλους.
Ο Μπέημπαμπα ερχεται πια ταχτικά κάθε απόγεμα
κάθεται σέ μια γωνιά
leonicos said
Προημερών συνόδευσα κάποιον άρρωστο στο ΚΑΤ. Τον εξέτασε ο ίδιος ο κ. Πνευματικός. Όταν μοιραία μιλήσαμε και για μενα, με ρώτησε ευθέως: Και τώρα τί κάνετε;
Του μιλησα μόνο για τον Κοϊντο Σμυρναίο και τον Τριφιόδωρο, του εξήγησα τα σχετικά, και φάνηκε ικανοποιημένος. Χάρηκα που δεν ήμουν αναγκασμενος να πω αυτό που λέει ο Τζι και ο Παναγιώτης. Βέβαια, δεν ξέρω πώς είναι στα σχολεία.
Όταν πηγαίνω τώρα στην κλινική, είναι όλοι καινούργιοι. Βέβαια όλοι με ξέρουν επειδή πάω συχνά, και ο ένας από τον άλλο μαθαίνουν, μου φέρονται απλώς σωστά, μου γράφουν καμια συνταγή και τα τούτοις όμοια. Αλλά εγώ νιώθω ξένος. Αν μου ζητούσαν να ξαναπάω, θα ξαναπήγαινα
ΝΒ Μη μου διορθωσει κανεις τον Τριφιόδωρο σε Τρυφιόδωρο.
leonicos said
27 Τίιιιιιι βρήκες, ρε φίλε!
ΛΑΜΠΡΟΣ said
«έχουν αποβλακωθεί» γμτ🤬 Αυτό που το τάμπλετ αλλάζει τις λέξεις με νευριάζει. Έκλεισε πενταετία οπότε θα πάει για ανακύκλωση.😊
Γιάννης Μαλλιαρός said
18 Αλήθεια, δεν έχεις ακούσει το «χρυσό βραχιόλι»; Παράξενο. Να έχεις μια σίγουρη δουλειά (συνήθως ως ένστολος, αλλά και για θέση στο δημόσιο λέγεται απ’ όσο ξέρω, τώρα εδώ το έχει στο να ξέρεις μια τέχνη, άρα να μπορείς να βγάλεις το ψωμί σου χωρίς να εξαρτάσαι από κάποιον άλλον).
michaeltz said
29. Leonicos 27: Τίιιιιιι βρήκες, ρε φίλε!
Τον ΓΤ δεν φιλοδοξώ ποτέ να τον διορθώσω, τουλάχιστον τον πρόλαβα μια φορά. Είναι κι αυτό ένα μικρό κατόρθωμα!
ΓΤ said
28 Λεώνικος
Κανείς δεν θα σου διορθώσει τον Τριφιόδωρο σε Τρυφιόδωρο εάν εσύ δεν διορθώσεις στο οπισθόφυλλο του Σμυρναίου τον Τρυφιόδωρο σε Τριφιόδωρο.
Costas Papathanasiou said
Καλημέρα! Κλασική περίπτωση θύματος ρουτίνας ( Παλιό άλογο καινούργια περπατ΄σια δε βγαν΄/ γέρος σκύλος νέα κόλπα δε μαθαίνει) είναι και ο “πολυθρονεμένος” του Νασίν :Κυάμους εσθίων, κυαμίζει : / σπέρνει,τρώει, μετρά κουκιά / κομπολόι ξεκουκίζει/ για “κουκιά μπαγλάν” μιλά..
“Οι αμερικάνικες κότες, εκεί στο βάθος… τα πουλερικά τού Ντενιζλί να είναι κοντά στο σπίτι, για να ξυπνάει το πρωί ο Μπέημπαμπα με τη φωνή τού ντενιζλιώτη κόκορα.”
Όνομαστή φυλή ορνίθων —αντίστοιχος δικός μας επιβήτωρ ο (ορεινός, βαρβάτος) μπαρδουνιώτικος, ομοίως, άλλου γείτονα ο αρβανίτικος (ή μπεράτικος)— είναι αυτή του Ντενιζλί και έμβλημα της πόλης ο εν λόγω πετεινός ( https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CF%84%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%B6%CE%BB%CE%AF , https://commons.wikimedia.org/wiki/Category:Denizli_longcrower , https://commons.wikimedia.org/wiki/Category:Denizli_Rooster_statue ).
Οι αμερικάνικες θα πρέπει να ‘ναι οι (συνήθεις και σε μας) καφεκόκκινες ( New Hampshire http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php/%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%AD%CF%82_%CE%BF%CF%81%CE%BD%CE%AF%CE%B8%CF%89%CE%BD ).
Costas Papathanasiou said
34 Νεσίν
ΓΤ said
32 Τζιώτμαν
«Ένιωθε καμάρες σ’ όλο του το σώμα».
Γελάνε και τα πεύκα…
xar said
Ωραίο και τρυφερό το σημερινό, ευχαριστούμε.
@5 Δεν με προβλημάτισαν οι περισσότερες τουρκικές εκφράσεις, νομίζω ότι αν δεν υπήρχαν θα έχανε το κείμενο. Π.χ. πώς θα μπορούσαμε να αποδώσουμε τις προσφωνήσεις εφέντη, μπέη κοκ. Αν τα πούμε κύριε / κυρ, αφεντικό, μάστρο ή κάτι παρόμοιο δημιουργούμε διαφορετικούς συνειρμούς. Κάποια, π.χ. το Ινσαλλάχ, θα μπορούσαμε ίσως να το αποδώσουμε με φράσεις του τύπου «αν θέλει ο Θεός», αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι θα κερδίζαμε κάτι. Άλλωστε, οι περισσότερες από αυτές τις φράσεις είναι γνωστές στα ελληνικά, έστω και αν κάποιες σιγά σιγά ξεχνιούνται και σήμερα μπορεί να ξενίζουν. Για παράδειγμα, το μπακαλούμ και το γκιουλέ γκιουλέ θυμάμαι να τα έχω ακούσει / διαβάσει και αλλού, μου ακούγονται κάπως οικεία, αλλά δεν ξέρω ξεκάθαρα την ακριβή σημασία τους.
Για το μπε θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι, την πρώτη φορά που το είχα διαβάσει πιτσιρικάς, είχα θεωρήσει ότι είναι ορθογραφικό λάθος, αντί για μπρε, μέχρι που το ξανασυνάντησα αρκετές φορές.
«Ένιωθε καμάρες σ’ όλο του το σώμα.»
Κομμάρες δεν έπρεπε να είναι αυτό;
Theo said
@25:
Ευχαριστώ.
Πισμάνης said
Τήν «κολτούκα» ως πολυθρόνα τήν ακούω καί στά αλβανικά.
Jorge said
Μια απορία, η προφορά είναι μπέημπάμπα ή μπέημπαμπά ;
sarant said
Ευχαριστώ για τα νεότερα!
18 Και δική μου απορία είναι αυτό, ίσως υπάρχει κάποια παροιμία
22 Ευχ, διόρθωσα. Mπακαλούμ, «να δούμε» μπορείς να το πεις. Είναι λίγο παραγέμισμα πάντως.
24-28 Ωραίος, Λεών
31 Ούτε εγώ το είχα ακούσει το χρυσό βραχιόλι
40 Θα έλεγα μπέημπαμπα, αλλά το έη δίφθογγο, τρισύλλαβο όλο.
papathm said
Βλέπω ότι κανένας δεν ενοχλήθηκε που τον Μπέημπαμπα «γέρο» τον ανεβάζει «γέρο» τον κατεβάζει. Και είναι μόλις 60 (21+39) χρονων ο άνθρωπος. Νεότατος για τα δεδομένα του ιστολογίου!
Και τη γυναίκα του «γριά». 😒
Jorge said
Και τα έντεκα χρόνια μη αναγνωρισμένης υπηρεσίας;
michaeltz said
36. ΓΤ
Έλα, τώρα… Δεν έγραψα ότι σε πρόλαβα σε όλα! Άφησα κι ένα για σένα! 🙂
michaeltz said
43. Jorge
Και τα έντεκα χρόνια μη αναγνωρισμένης υπηρεσίας;
Φίλε, αυτά δεν γίνονταν μόνο στους Τούρκους υπαλλήλους στα διηγήματα του Νεσίν, έγιναν και σε μένα, όταν βγήκα στη σύνταξη:
1, Δεν με άφησαν να δηλώσω τα 6 χρόνια της Σουηδίας. Έπρεπε, λέει, να είχα συγκεντρώσει 15 χρόνια υπηρεσίας στο Δημόσιο για να δικαιούμαιι να τα δηλώσω. Αυτή τη στιγμή που σου γράφω, χάνω πάνω από 300€ το μήνα, που μου τα χρωστάει η Σουηδία, αλλά για να μου τα δώσει προϋποτίθεται να τα ζητήσει το ελληνικό δημόσιο!
2, Απολύθηκα λόγω ηλικίας το 2013, με βάση τις αποδοχές που είχα στις 31/10/2011, αλλά με βάση το νόμο Βενιζέλου, περί μη αναγνώρισης των Μισθολογικών κλιμακίων, από ψήφισης του νόμου μέχρι 31/10/2013, η Υπηρεσία δεν μου αναγνώρισε, όχι μόνο το Μ.Κ. της διετίας που είχα υπηρετήσει, με δεύτερη πρόσληψη, από 2011 μέρι 2013, αλλά ΚΑΙ ΟΛΑ ΤΑ Μ.Κ. που μου είχαν αναγνωριστεί στην πρώτη θητεία μου, από 1985 μέχρι 1994, οπότε είχα φτάσει, ξεκινώντας από το 18ο κλιμάκιο, στο 12ο. Γι’ αυτά τα κλιμάκια είχα, έχω ακόμα, χαρτιά αναγνώρισής τους. Μου αναγνώρισαν δικαίωμα σε σύνταξη Εισαγωγικού Μισθολογικού Κλιμακίου. Τη στιγμή που με είχαν απολύσει λόγω ορίου ηλικίας!!! Είπα στον δικηγόρο μου να κάνουμε ένσταση, γιατί αυτή η μη αναγνώριση ήταν καταχρηστική εφαρμογή του νόμου, ο νόμος δεν εννοούσε να κατασχεθούν όλα τα Μ.Κ., αλλά να μην αποδοθεί το ένα, της διετίας. Δεν δέχτηκε να κάνουμε ένσταση, γιατί μου είπε, και με άφησε κάγκελο, ότι η σύνταξή μου θα ήταν γύρω στα 600-700 € και δεν θα μου έφταναν να τον αποζημιώσω!
Ποιος ήταν εκείνος ο δικηγόρος; Ο κύριος Τεμπονέρας!
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
Από τις διαδηλώσεις των μνημονίων είχα να δω τόσο κόσμο. Χαμός, αδιαχώρητο, με κόπο ανοίγαμε δρόμο στο Σύνταγμα. Από τον Ν. Κόσμο πέρασαν δύο συρμοί που δεν μας πήραν γιατί ήτανε τίγκα. Όταν τα αρχιδάκια έριξαν τα μπαμ-μπουμ τους ήμασταν στο μετρό Πανεπ για να φύγουμε και δεν έχω εικόνα.
freierdenker said
0, Κατά τα άλλα, κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα κτλ.
Τι έγινε, βαριές οι αγροτικές εργασίες τις προάλλες;
Αλφα_Χι said
Συνηθισμένο και σε μικροεπαγγελματίες, που μόλις πάρουν σύνταξη, εξακολουθούν να πηγαίνουν κάθε μέρα στο μαγαζί τους, που πλέον το δουλεύουν τα παιδιά. Ακόμη και σε μαγαζιά που φυτοζωούν, μέχρι να έρθει η στιγμή να κλείσουν τελείως.
Jorge said
# 45 Michaeltz. Και διηγώντας τα να κλαις, σαν να έχω τον εργατολόγο μπροστά μου!
Όπου το συμφωνητικό ανάληψης, παραλίγο να το πάω σε άλλο δικηγόρο να με συμβουλέψει.
Υγ. Πάντα μνημονεύω το σωματείο, που μετά από 20 μέρες απεργίας, έβαλε ολόκληρο κλάδο στα βαρέα ανθυγιεινά.
Υγ.2ο βαριά η καλογερική με τα αγροτικά!
GeoKar said
«Ένιωθε κΑμάρες σ’όλο του το σώμα.» – Μήπως κΟμάρες?
Pedis said
# 46 –
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
51# Α μπράβο.
Theo said
https://x.com/chris_avramidis/status/1883503938772889933
Theo said
Theo said
Theo said
Theo said
Theo said
Χαρούλα said
Ο πατέρας μου έλεγε συχνά «οτούρ μπακαλούμ» με την έννοια: έλα κάτσε χαλαρά και θα τα πούμε.
Όταν ρώτησα τουρκόφωνο για το μπακαλούμ, μου είπε πως είναι κάτι σαν το λοιπόν και το well. Χωρίς ακριβή σχέση με την πρόταση, αλλά κάτι σαν επιβεβαίωση. Δύτη;;;
Στο σλανγκ
https://imgur.com/lgLkL10
Χαρούλα said
Και με δύναμη από τον βορρά… Αλεξανδρούπολη
dimosioshoros said
Μιχάλης Νικολάου said
Της Κυριακής συνήθως τ’ αφήνω για διάβασμα με την ησυχία μου το βραδάκι, το σημερινό το τέλειωσα παραχρήμα (για ευνόητους λόγους 🙂 )
Πάντως, η μερική επαναφορά στελεχών που μόλις συνταξιοδοτήθηκαν (συνήθως ως consultants) συμβαίνει σε σημαντικό βαθμό και στην δουλειά μου και σε φίλους γύρω-τριγύρω, για λόγους παρεμφερείς μ’ αυτούς του διηγήματος.
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
59# Χαρούλα, ο Δύτης τα είπε στο #25. Bakalım= να δούμε < bakmak=κοιτάζω. Το otur bakalım= κάτσε να δούμε, υπάρχει και ως dur bakalım= στάσου να δούμε.
ΓΤ said
62 Προφ Λάου
Εάν
της φυλακής τα σίδερα
είναι για τους λεβέντες
τότε
της Κυριακής το διάβασμα
είναι για τους συμβούλους
Μιχάλης Νικολάου said
41, 31,
Το «χρυσό βραχιόλι» το ακούω συχνά από την πεθερά μου και τις φίλες της, για ανάλογες περιπτώσεις (πολύτιμη εμπειρία, ειδίκευση, σπουδές με μακροχρόνιες προοπτικές, καλή δουλειά, κλπ).
Κιγκέρι said
31, 41
Όταν πήρε ο πατέρας μου το πτυχίο του, ο πατέρας του καμάρωνε:
«Ο Θανάσης τώρα φόρεσε το χρυσό μπιλετζίκι!»
Χαρούλα said
#63 ευχαριστώ χτήνος. Μου διέφυγε. Περίεργη μέρα η σημερινή.
ΓΤ said
66 Κιγκέρι
Το οποίο μπιλετζίκι με πηγαίνει στο επώνυμο μιας παλιάς επιμελήτριας, της Διονυσίας Μπιτζιλέκη.
Μαρία said
18, 31 Να σπουδάσουν, να έχουν ένα βραχιόλι στο χέρι τους, έλεγε η γιαγιά μου για μάς τα κορίτσια.
Costas Papathanasiou said
Κατά μίαν -γενική, με εργατολογικές αποχρώσεις- άποψη φαίνεται να ισχύει πως “Ο βίος είναι βουνό, όρθια τον ανεβαίνουν και καθιστά τον κατεβαίνουν”( Χρήστος Π. Κορύλλος, Αχαΐα, Πάτρα 1910), οπότε μια πολυθρόνα μοιάζει -όπως λέει και ο Νεσίν- ταμάμ για σύνταξη ιδίως αυτών των υπαλλήλων που ανάψανε ένα σωρό κεριά στην :
—“ἁγία-Καθίστρα ἡ”, Ἀθῆν. Κωνπλ. κ.ἀ. ἁγιὰ-Καθίστρα Πελοπν. (Καλάβρυτ.) κ.ἀ. Σημασιολογία: Ἡ λ. εἶναι κωμικὸν πλάσμα πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας ἀργίας ἔνθ᾿ ἀν.: “Γιατί κάθεσαι μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια;- Εἶναι τῆς ἁγίας-Καθίστρας”. Πβ. ἁγιὰ-Δευτέρα./ “Η αγιά καθίστρα” (Ειρωνικώς η μη εργάσιμος ημέρα Αρ. 763, σελ. 93, Αχαϊα-Καλάβρυτα, Γεώργιος Παπανδρέου 1918)/ “Είναι της αγιά Καθίστρας”(Ι. Κ. Βογιατζίδης, “ Γλώσσα και λαογραφία της νήσου Άνδρου- Α”, (Ανδριακά Χρονικά 4), εν Αθήναι, 1949, σελ. 101 / Περίσταση εκφοράς Εορτή πλασθείσα για να δικαιολογηθεί η αργία ανθρώπων, όσοι δεν είναι φίλεργοι. Πχ “Σήμερα δε δουλεύουν, είναι της αγιά Κ.”/ “Καθίστρα” εκ του ρ. Καθίζω) / “Σήμερο έχει της Αγιά Καθίστρας” ( Γεωργία Ταρσούλη, Μεσσηνία, Πύλος, Κορώνη 1938 / Περίσταση εκφοράς Επί των οκνηρών )/ “Τι κάνεις γέροντα; Καθίστρες φτειάνω” (.Για τους ηλικιωμένους, που κι΄η ασχολία τους, στην ανάπαυση τους αποβλέπει. Γενικώς για όσους δεν ασχολούνται με τίποτε. 1936 Δημήτριος Σ. Λουκάτος, Κεφαλονιά, Λειβαθώ)
—’Κατσιό και άγιος ο Θεός’ φαίνεται να συνάγεται (έστω και εμμέσως) ως ζητούμενο εξ αυτής της πίστεως και από κάποιες άλλες παροιμίες :
Το καθισό είναι κόπος (Νίκος Ε. Μηλιώρης, Μικρά Ασία, Βουρλά 1957 / Περίσταση εκφοράς Το λέγανε με την έννοια του ατυχήματος, μιας δυσάρεστης καταστάσεως· δηλ. η ανεργία είναι ατύχημα· ανάλογες και οι εκφράσεις: “η φτώχεια ή η ξενητειά είναι κόπος”)/ Η βαρύτερη δουλειά είν’ το καθισιό ( Περίσταση εκφοράς Πιο ανάλαφρος είν’ όποιος δουλεύει/ Δημ. Σ. Λουκάτος, Κεφαλλονίτικα Γνωμικά, Αθήνα, 1952, Παλική, Ανωή, σελ. 118, αρ. 794) / Καλό είναι και το καθησιό, μα σαν την ξάπλα όχι (Δημήτριος Σ. Λουκάτος, Παξοί 1957) / Καθησιό κι’ αναπαή, κι’ από καιρό καζάντι( Ηλεία, Πύργος) /Καθησιό κι ανάπαψι κι από καιρού καζάντι ( Κορύλλος, Χρήστος Π. / Αχαΐα, Πάτρα 1910/ Περίσταση εκφοράς Οκνηρός )/ Εμήνυσε το καθισιό τση φτώχειας, κ’ ήρτε (Δημήτριος Σ. Λουκάτος, Κεφαλλονίτικα Γνωμικά, Αθήνα, 1952, Λειβαθώ, σελ. 120, αρ. 813)/ Καθήσιν καθήσιν, τζ’ ο θεός να βοηθήση (Νίκος Γ. Κυριαζής, Κύπρος 1940 Σχόλια / Περίσταση εκφοράς Ερμηνεία: Επί των αναμενόντων εργασίαν χωρίς να αυτενεργώσι)/ Αν έχης τύχη κάθισε και αν ει δεν έχεις κάτσε.Λ.Α. αρ. 798, σ. 49, Γεώργιος Καββαδίας, Επτάνησος, 1876. / Αν έχης τύχη κάθησε κι αν δεν έχης πάλε κάθησε.(Λ.Α. αρ. 2268Γ, σ. 715, Χ. Κορύλλος, Πάτραι)/ Κάθησε, τι σε μέλει; Θα τα φέρη η γαϊδουρίτσα φορτωμένη.(Αθήναι)/Εσύ κάθησαι κ’ η τύχη σου δουλεύει (Ιωάννινα, Παρθένιος Κατζούλης,) / Ισύ, κόρη μου, κάθησι κι’ η μοίρα σου δουλεύγει( Κωνσταντίνος Γ. Λαμέρας, Μικρά Ασία, Λιβίσσι (Λειβίσσι), 1941) / Περίσταση εκφοράς Λέγεται δια τους άνευ προσπάθειας τινός ευτυχούντας)
— Μια πρακτική -βεβαίως- χωρίς εγγυήσεις, είτε έτσι:“Κάθουμι μα δε μ’ κάθιτι” (Λ. Α. αρ. 1570, σελ. 411, Μάνθος Κ. Οικονόμου, Ιωάννικα Νεγάδες, 1939) , είτε αλλιώς: “Δος μου να καθίσω και μόνος μου πλαγιάζω!” ( Κορύλλος, Χρήστος Π. Αχαΐα, Πάτρα 1910), λαμβανομένων υπόψη και ότι “Ο κόπος θρέφει τον άνθρωπον, το καθησόν τον χαλά” ( Ιωαννίδης, Εμμανουήλ Αμοργός 1876)/ Α σο πολλά το κάθισμα τα ρούχα του κουμούλι γίντανε (Συλλογέας Βαμβακίδης, Ι. /Τόπος Πόντος, Οινόη 1940 / Περίσταση εκφοράς: Από το πολύ το κάθισμα τα ρούχα του τσαλακώνονται (γίνονται σωρός) – Για τους τεμπέληδες)/ Οπού θερίζει καθιστός, κι΄ οπού ‘υρνά ολόρτα, στην φυλακή τον βάλλουνε και βλέπ΄ από την πόρτα (Νίσυρος)/ Η πρωτάρα την κοιλιά πολύ την καμαρώνει και σαν καθίση στο σκαμνί πολύ το μετανιώνει (Κ.Νεστορίδης, Λακωνία 1889)/ Παράσυρα μην κάθιστι, κουκκιά μη ρουκανίζιτι (Αχιλλέας Τζαρτζάνος, Λάρισα, Τύρναβος )/ Της ρούγας τα καθίσματα, της ράχης κοπανίσματα (Λακωνία, Γύθειο)/ Όποιος στα καλά του καθίση κι καλύτερα γυρεύει, ου διάβουλους κουκιά του μαγειρεύει (Δημήτριος Λουκόπουλος, Αιτωλία, Αμβρακιά,1925 / Ο ζητών τα βελτίω, ενώ είναι καλά, πιθανόν να εύρη τα χείρω)/ Όσου κάθισι, καλό’ηρι, τόσου μαλλιάζ΄ ου κώλους σ΄ (Αν. Λαζάρου, Μακεδονία, Σιάτιστα Σχόλια / Ερμηνεία: Όσον τις επιτρέπει να χαλιναγωγήται υπό πάθους τινός, τόσον κατακυριεύεται υπ΄αυτών).
—Εν κατακλείδι, όσο και αν είναι πετυχημένη η παροιμιώδης συνταγή: “Ο καφές θέλει ζεστός, χαριστός και καθιστός”( Δημήτριος Σ. Λουκάτος, Κεφαλληνία, Λειβαθώ1952 Σχόλια: Χαριστός να σου τον φτιάνουν άλλοι) / ή “Ο καφές θέλει καλός, χαρισός, καυτός και καθιστός” (Αρ. 798, σελ. 786, Γεώργιος Καββαδίας, Επτάνησος, 1876), τίποτε δεν μορεί να αποκλείσει αντί συντάξεως το σύνηθες ελληνικό μας καφεδάκι της παρηγοριάς (πικρό, βαρύ γλυκό ή ναι-και-όχι ή ό,τι άλλο).
Αλφα_Χι said
Μπακαλούμης, επώνυμο. Αλλά με ποια έννοια δεν ξέρω. Ο αναβλητικός, ο «θα δούμε»;
Κιγκέρι said
Ώστε πολυθρόνα είναι το κουλτούκι!
Εγώ το συνάντησα πρώτα σαν επίθετο, Κουλτούκης, και μετά σαν πλατεία ή προαύλιο εκκλησίας σ’ αυτήν την περιγραφή της αρπαγής της Βασιλαρχόντισσας Ευδοκίας Αβέρωφ, που έγινε και τραγούδι:
«…Οι αρχοντάδες του Μετσόβου καθόντανε στο Κουλτούκι, όπου όχι μόνο απαγορευόταν να μπουν άνθρωποι της δεύτερης τάξης σ’ εκείνη την πλατεία, αλλά και να περάσουν ακόμα απ’ τον διπλανό δρόμο.»
https://www.vlahoi.net/istories-gegonota/vasilarxontissa-istoriko
Οι φωτογραφίες τελικά μάθαμε πώς ανεβαίνουν, ή θα βάζουμε μόνο λινκ; 🙂
https://www.averoffmuseum.gr/fotografia/i-mika-me-fonto-hionismeno-koyltoyki
ΜΙΚ_ΙΟΣ said
Σήμερα, στη μαζικότατη συγκέντρωση στο Ηράκλειο για τη δολοφονία στα Τέμπη, ένα μικρό φωτάκι ελπίδας άναψε μέσα μου ότι ακόμη κάτι μπορεί να σωθεί σ’ αυτό τον τόπο…
Χρόνια είχα να δω τόσο κόσμο στην Πλ. Ελευθερίας+Λεωφ. Δικαιοσύνης+πέριξ δρόμους!
Μαρία said
66 Τι μου θύμισες! Μια γειτόνισσά μου περί τα 90 χρησιμοποιεί τη λέξη στον πληθυντικό καταχρηστικά για όλα τα κοσμήματα και κυρίως τα γιορντάνια. Bilezik είναι απ’ τις οθωμανικές που χάθηκαν για τους Τούρκους. https://en.wiktionary.org/wiki/bilezik
Την είχα βρεί εδώ https://enosivourlioton.gr/%CE%BF%CE%B9-%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%83-%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B9%CE%B5%CF%83-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%B5%CF%81%CF%85%CE%B8%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%B1%CF%83/ στην ενότητα Κοσμήματα (μετά τα γάντια)
Άλλα βραχιόλια, τα σμυρναίικα, τα πολίτικα και τα μπιλετζίκια (Καράμπουρνα), άνοιγαν στη μέση με περίτεχνο κούμπωμα, συνήθως λουλούδι, σκέτο ή με πετράδι. Το πλάτος τους ποίκιλλε από λίγα χιλιοστά έως 5 εκ. και είχαν διάφορα σχέδια, εγχάρακτα, φιλιγκράν κλπ.
michaeltz said
28. Leonicos
ΝΒ Μη μου διορθώσει κανεις τον Τριφιόδωρο σε Τρυφιόδωρο.
Εγώ έκανα το ανάποδο. Διόρθωσα τα Τρυφιόδωρος σε Τριφιόδωρος, όπου έπρεπε, στη σελίδα της Βικιπέδιας. 🙂
Έμαθα χάρη σε σένα ένα σωρό πράγματα σήμερα. Να είσαι καλά!
Μαρία said
Με ανακοίνωσή τους το απόγευμα της Κυριακής (26/01), οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ διαχώρισαν τη θέση τους από τον τρόπο με τον οποίο ο κρατικός ραδιοτηλεοπτικός φορέας κάλυψε τις μαζικές διαδηλώσεις για τα Τέμπη.
Την ανακοίνωση, που φέρει τον τίτλο “Όταν “σώθηκε” το οξυγόνο της δημοσιογραφίας στην ΕΡΤ”, υπογράφουν οι Γιάννης Δάρρας και Μανώλης Παπανικήτας, οι οποίοι είναι εκπρόσωποι εργαζομένων στο ΔΣ της ΕΡΤ. https://www.news247.gr/media/ergazomenoi-ert-oi-diadiloseis-gia-ta-tempi-ipovathmistikan-akraia-apo-ti-dimosia-tileorasi/
Λεξιλάγνος said
Επεξήγηση για το «χρυσό βραχιόλι»: Υπάρχει τουρκική παροιμία “sanat altin bileziktir” που σημαίνει το να κατέχεις μια τέχνη είναι σαν να φοράς χρυσό βραχιόλι (πηγή πλούτου / εισοδήματος)
Theo said
Κι ο Νίκος Μπιτζιλέκης, ποινικολόγος, καθηγητής στο ΑΠΘ.
Αλφα_Χι said
72. Κιγκέρι: κουλτούκι. Δεν ήξερα τη λέξη, αλλά στο σημείο αυτό υπήρχε ένα παγκάκι και σ αυτό κάθονταν οι γέροντες με τη βλάχικη φορεσιά και τις γκλίτσες.
sarant said
Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα!
45 Σα δε ντρέπεται
47 🙂 Μπα, όχι
50 Ναι, κομάρες
77 A μπράβο, όπως είχα υποψιαστεί υπάρχει παροιμία. Ευχαριστούμε πολύ!
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
Από News 24/7
Καλά στην υγεία του είναι ο φωτορεπόρτερ Μάριος Λώλος που χτυπήθηκε την Κυριακή από κροτίδα κρότου-λάμψης που “έφαγε” από άνδρα των ΜΑΤ.
Εμ μανία με τα εισαγωγικά, εμ σε λάθος λέξη.
Μαρία said
78 Θες να πείς οτι αυτός είναι Μπιλετζίκης με αναγραμματισμό;
ΓΤ said
80γ Ντάκμαν
κομμάρες
Μαρία said
73 https://www.facebook.com/FaniKalathaki/videos/956327926455845
Κιγκέρι said
77, 80δ:
Ααχ, ούτε δέκα μέρες δεν περάσανε που τα ξαναλέγαμε εδώ!
sarant said
83 Διόρθωσα
85 Καλά λες, αλλά μέσα σε 135 παροιμίες χάθηκε
Theo said
@82:
Το υπαινίχθηκε ο ΓΤ στο #68.
ΜΙΚ_ΙΟΣ said
7.
Έτσι! Το όποιο «κλειδί» για να αποφύγεις την κατάθλιψη κ.λπ. της αφυπηρέτησης πρέπει να το ‘χεις προετοιμάσει -κατάλληλα και ρεαλιστικά- από πριν! Τα πράγματα διευκολύνονται πολύ αν έχεις κοντά σου εγγόνια να ασχολείσαι ή/και ένα… σαραντάκειο ιστολόγιο!
23, 25.
Ο πατέρας μου συχνά μου αμολούσε ένα μισοθυμωμένο ‘άντε, μπακαλούμ!’, με την έννοια ‘άντε, να δούμε πότε θα τσι φας…’, όταν εγώ, πιτσιρικάς, επέμενα σε κάποιες διαολιές!
84.
Ευχαριστώ! 👍 👋
sarant said
Kάτι άλλο.
Κρητικοί, την ξέρετε αυτή τη μαντινάδα:
Το καταλαβαινω ως εξής:
Πάντα βρομουν τα ψοφιμια όσο κι αν θαφτουνε
Δε σβήνουν οι μουτζούρες κι αν μουτζουρωθουνε
Τι λέτε;
Μαγδαληνή said
Καλησπέρα! Κι εδώ σήμερα κόσμος πολύς στη συγκέντρωση (Χαλκίδα) και όχι μόνο οι συνήθεις ύποπτοι και χωρίς τους μεγάλους αριθμούς μαθητών όταν οι συγκεντρώσεις για τα Τέμπη ήταν σε εργάσιμη μέρα.
Και βιβλίο της Σοφίας Νικολαΐδου «Το χρυσό βραχιόλι» (Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2020) με ιστορίες για τα παιδιά που προσπάθησαν να σπουδάσουν και παρά τις αντιξοότητες να καταφέρουν να αποκτήσουν το χρυσό βραχιόλι. https://www.politeianet.gr/books/9786180323009-nikolaidou-sofia-metaichmio-to-chruso-brachioli-310533
Όμορφο το διήγημα του Νεσίν. Λίγο με ενόχλησαν οι τούρκικες λέξεις που δεν ήξερα, όπως το βάλλαχι και δεν μου θύμιζαν κάτι.
Στο σχολείο μου (στο οποίο δούλεψα πολλά χρόνια, έστω και με ενδιάμεσες άλλες θέσεις, αλλά στο οποίο πάντα επέστρεφα, φωλιά για μένα, ήταν και το σχολείο που ήμουν μαθήτρια και που η θεία μου και νονά μου ήταν πολλά χρόνια πριν δασκάλα και άλλοι από την ευρύτερη οικογένεια είτε μαθητές, είτε εκπαιδευτικοί…) τα τρία πρώτα χρόνια επέστρεφα μια στο τόσο. Τη μια να κεράσω που βγήκε η σύνταξη, την άλλη κάτι άλλο, πολλές φορές με ειδοποιούσαν για μια εκδήλωση, γιορτή κλπ, κάποιες φορές για σεμινάρια για κάποιο θέμα που τους πρόσφερα με πολλή χαρά και αγάπη. Πολλές επαφές και εκτός σχολείου, για καφέ, για ένα κρασί. Τώρα πια δεν πηγαίνω έτσι για βόλτα. Την επόμενη φορά, ας πούμε, θα περάσω να αφήσω βιβλία για τη δανειστική του βιβλιοθήκη. Αλλάζουν οι συνάδελφοι εκεί και όσους θέλω να δω πραγματικά τους συναντώ εκτός σχολείου.
Μαρία said
85 Μη μαλώνεις. Οι γριές θυμόμαστε μόνο τα παλιά.
88 Το Στάζυ να ευχαριστήσεις, που το έβαλε στο Χ.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
89
Σαν τα ψοφίμια απού βρωμού
όσο κι α σκεπαστούνε
δε φεύγουνε οι μουτζαλιές
κι ανέ μουτζαλωθούνε
Τασούλες κι αν σκεπάζουνε
Κούληδες κι αν σιωπούνε
τα Τέμπη θα ουρλιάζουνε
μέχρι να δικιωθούνε
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
«Χρυσό μανίλι φορεί»
πολύ πολύ οικεία εκφραση, από τους παλιούς, για μορφωμένους ή με ήδη καλή θέση εργασίας.
μανίλι (το) (ουσ .): βραχιόλι, στρογγυλός κρίκος «χρυσό μανίλι φορεί στα χέρια τσης» «η μόρφωση είναι χρυσό μανίλι» Ετυμ. Από το λατινικό: manus, -i (ιταλικό: mano), που σημαίνει χέρι
Από το «Γλωσσικό Ιδίωμα των κατοίκων του Οροπεδίου» Μιχ.Κασσωτάκης
sarant said
92 A, ευχαριστώ!
Νίκος Κ. said
Ας βάλουμε και μία φωτογραφία από τα Χανιά. Ήταν η μεγαλύτερη διαδήλωση των τελευταίων χρόνων, πιθανότατα συγκρινόταν με διαδηλώσεις της εποχής των μνημονίων. Εντελώς ειρηνική (η σιωπηλή οργή;)
https://ibb.co/YjPCW3h
https://flashnews.gr/post/887343/chania-kyma-kosmou-stin-kinitopoiisi-gia-ta-tebi-den-echo-oxygono-to-kentriko-synthima-fotovinteo/
Γιάννης Μαλλιαρός said
88 Εγώ ούτε είχα προετοιμάσει τίποτα (εκτός απ’ το ότι θα βρεθώ χωρίς υποχρεώσεις εργασίας) ούτε εγγόνια έχω, αλλά πολύ το χαίρομαι. Και τώρα που πήρε σύνταξη κι η γυναίκα μου; Τριπλά 🙂
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Μπακαλούμ να λέγεται τόσο συχνά/καθημερινά, όσο το άφησα το μπακαλούμ;
Για να δούμε, άραγε, με τέτοια έννοια, πολύ συχνό.
Επίσης, ολοζώντανη στη μνήμη μου η απειλή στο «μπακαλούμ» (όπως στο 88β, του ΜΙΚ.) από τους γονείς, όταν «αγοράζαμε» ξυλιές με μη διακοπτόμενες διαολιές μας, πάνω στην ώρα.
89, >>Σαφή, μαλλον σαφί όπως γράφει ο Σαραντάκος 🙂
επίρρημα, πάντοτε, συνέχεια
>>σκανίζει
Προς τα μέρη μου, το λέμε περιφραστικά, «βγάνει σκανιά», βρωμάει.
sarant said
96 Ωραίος!
ΓΤ said
Βόλος-Ατρόμητος 0-1
Αστέρας Τρ.-Καλλιθέα 1-0
ΟΦΗ-Πανσερραϊκός 3-2
ΑΕΚ-Παναιτωλικός 1-0
Λαμία-Άρης 0-2
ΠΑΟΚ-Λεβαδειακός 1-0
ΟΣΦΠ-ΠΑΟ 1-1
Theo said
@90:
Αν δεν κάνω λάθος, το βαλλαχί κυριολεκτικά σημαίνει μα τον Αλλάχ. Ας μας πουν περισσότερα οι τουρκομαθείς.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Για το διήγημα
Μια πραγματική ιστορία συνταξιοδότησης, προ 50ετίας περίπου, στην Αθήνα.
Ο συνταξιούχος, υπάλληλος σε κάποια υπηρεσία, συνέχιζε να φεύγει, επί ένα χρόνο, κάθε πρωί από το σπίτι του «για το γραφείο» και να επιστρέφει στην ώρα σχολάσματος. Δεν πήγαινε στο γραφείο, όπως ο ήρωας του Νεσίν,(έστω κι αν πέρασε κάποιες φορές για λίγο), κάπου τριγύρναγε, δεν ξέρουμε, αλλά πάντως η γυναίκα του δεν γνώριζε ότι είχε πάρει σύνταξη και το ανακάλυψε όταν τηλεφώνησε εκτάκτως και τον αναζήτησε στη δουλειά του.
Την ιστορία την ξέρω από γνωστή μου που απάντησε στο τηλεφώνημα της γυναίκας του, που τον ζήτησε δίχως να πει ποια είναι και η δικιά μου είχε τύψεις που απάντησε ότι ο κ. τάδε έχει πάρει σύνταξη (και τον ξεφανέρωσε -και πού να φανταστεί δηλαδή) ο οποίος τάδε, δεν ξαναπέρασε από το γραφείο ούτε για ένα γεια, πλέον.
Αναγνωρίζω κάμποσους γνωστούς στον χαρακτήρα του διηγήματος, ως προς την απόπειρα ενασχόλησης με τα γεωργικά (χωράφια και δέντρα που άφησαν πίσω στο χωριό οι γονείς ή οι παπούδες και μετά τα βρήκαν σκούρα στην πράξη). Για μερικούς και με ασχημότερες καταλήξεις.
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
100# Ναι.
ΜΙΚ_ΙΟΣ said
89.
Η μαντινάδα είναι κάπως ‘φτιαχτή’, βιασμένη, σε… πολύ βαριά κρητικά Δυτ. Κρήτης.
ψοφέ, η: Τα μαλλιά που κουρεύονται από ψοφισμένα πρόβατα ή/και ό,τι απομένει από ψοφισμένο ζώο που έχει φαγωθεί από όρνια (σχεδόν ολόκληρη η προβιά).
Η εκδοχή της ΕΦΗΣ στο #92, είναι πιο ‘σύγχρονη’, στο ιδίωμα της Ανατ. Κρήτης και ρέει στρωτά και πιο καλαίσθητα! 👍 Με το ίδιο νόημα, βέβαια…
[Άσε που ‘ψοφ(ι)ά’ λέγανε στα μέρη μας, παλιά, την μετά θάνατον (μικρή συνήθως) κληρονομιά…]
ΛΑΜΠΡΟΣ said
81 – Υπονοείς κάτι κομμουνιστοσυμμορίτη για το φύλο των ένδοξων μελών της Μονάδας Άνανδρων Τομαριων;
Μήπως είσαι ομοφοβικός; Κανόνισε γιατί ξέρουμε που έμενες!
ΧριστιανoΜπoλσεβίκoς said
Ωραίος ο Νεσίν!
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
103, Την σκεφτόμουν την ψοφιά~μικρή περιουσία, όταν έγραφα το 92, πώς να προκύπτει.
«Μούδε μια ψοφιά χωράφι δεν τ΄ς άφηκε, πώς θα ζήσει»
Μικρή κληρονομιά εκ θανάτου λοιπόν.
Και βέβαια μουζουδιά /μουζώνω, επίσης, αλλά η συγκεκριμένη μουτζούρα από κάβουνο/καπνιά. Μουζωμένο τσικάλι 🙂 . Ίσως ταιριάζει περισσότερο στο νόημα της συγκάλυψης του εγκλήματος των Τεμπών.
«Του κόλλησε η μουζουδιά», του βγήκε η κακή φήμη για κάτι.
Ναι, σήμερα αναθαρρήσαμε από το πολύ σκοτάδι.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
81 Μάριος Λώλος Έφαγα κρότου λάμψης με ευθεία βολή
sarant said
Eυχαριστώ για τα νεότερα!
ΓΤ said
107 Φου
Τον Μάριο Λώλο χτύπησαν
μ’ ευθεία κρότου-λάμψης
το κράτος το αδίστακτο
θέλει να παίρνεις κάμψεις
κι αν προσπαθείς κάτι να πεις
και ημπορεί να λάμψεις
φροντίζει ο Πρωθυπουργός
με διάφορες… ελλάμψεις
Μαρία said
103 Η ψοφέ όπως η καρακαχπέ κι η καραφατμέ!
ΓΤ said
#0
αλλού τριανταεννιά, αλλού τριάντα εννιά
γλυτώσει και γλιτώσει
των αλλονών
Να συνυπάρχει το φαγί με τις τομάτες…
φιλτζάνι και φλιτζάνι
Μέσα σε όλα αυτά να σκάει και μια γλυκεία ζωή, τέρμα τζούρα από Κάλβο…
Κυριακή της πλάκας, μιλάμε…
Πέπε said
Για το χρυσό βραχιόλι:
Διάβαζα όλα τα σχόλια κι έλεγα, μα τι διάολο, εγώ από πού την ξέρω την παροιμία αν όχι από εδωμέσα; Τελικά την εντόπισε το Κινγέκι. κι ήταν και πολύ ρόσφατα.
Για τη γαρδαρόμπα:
Του πότε είναι αυτή η μετάφραση; Έχει όλη μαζί κάτι το παλιομοδίτικο. Η γαρδαρόμπα σίγουρα θα λεγόταν (έστω από κάποιους) πριν κάποιες γενιές. Το ίδιο και το «στεναχωριέμαι» = βαριέμαι, που περιέργως κανείς δεν το σχολίασε.
Για τα αμετάφραστα τούρκικα:
Μ’ αρέσουν, τα θέλω οπωσδήποτε ακριβώς έτσι. Δεν έχει σημασία που δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει το καθένα, καταλαβαίνω μια χαρά αυτό που πρέπει να καταλάβω. Κάθε γλώσσα έχει τον δικό της μοναδικό τρόπο να εκφράζει ορισμένες έννοιες, εδώ π.χ. βλέπουμε τούρκικα παραδείγματα για διάφορες σεβαστικές προσφωνήσεις, για διάφορα θρησκευτικομοιρολατρικά που ανακατεύουν στον λόγο τους, και φυσικά επιφωνήματα. Πολύ καλύτερα διατηρείται η αίσθησή τους με το αμετάφραστο, παρά με μια ακριβή νοηματική απόδοση.
Ακριβώς στο ίδιο στιλ είναι διάφορες παλιές μεταφράσεις ρώσικων. Εκεί έχουν ολόκληρο το περίπλοκο σύστημα υποκορισμού των κύριων ονομάτων (το ίδιο πρόσωπο είναι ο Ιβάν, ο Βάνιας, ο Ιβάνουσκα(ς), ο Ιβάν Τάεδβιτς Δείνωφ…), χαρακτηριστικά επιφωνήματα όπως εχ, διάφορες μετρικές μονάδες όπως τα βέρστια που δεν ξέρουμε σε τι αντιστοιχούν αλλά δεν πειράζει, και άλλα που είχαμε σχολιάσει, νομίζω, σε μια ανάρτηση για την ίζμπα.
~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
Πικρό χιούμορ. Βρε τον ταλαίπωρο τον Μπέημπαμπα…
~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
@Τέμπη:
Βλέπω Αθήνα-Θεσσαλονίκη το γλεντήσατε. Εμείς πάντα ξενέρωτα…
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
109 ΓΤ
Όχι στις οσφυοκάμψεις
στου ΠουΘκούλη τις εκλάμψεις
λίγο λίγο ν΄ανακάμψεις
χώρα μου, της πάλαι λάμψης
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
112 Πέπε
κι εμένα μου άρεσε έτσι, με τις σφήνες των τούρκικων εκφράσεων. Πλήρης …»ενκειμένωσή» μου κατά την ανάγνωση, σχεδόν δεν τα πρόσεχα σαν αλλογενή. Ίσως είναι η μνήμη/ Κρήτη που τα κάνει οικεία.
Πέπε said
Άλλη απαρχαιωμένη έκφραση του μεταφραστή: «σήμερα οχτώ», δηλαδή την άλλη βδομάδα ίδια μέρα. Έτσι όπως είναι στην πρόταση (Ε παιδιά μου, σήμερα οχτώ, τη Δευτέρα, θα είμαι για τελευταία μέρα μαζί σας), θα μπορούσε κάποιος να νομίσει ότι εννοεί «σήμερα οχτώ [μέρες μείνανε], τη Δευτέρα θα είμαι…», αλλά τότε περισσεύει το κόμμα μετά τη Δευτέρα.
Όχι, δε λέει αυτό. Το «σήμερα οχτώ» είναι επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου, και το «τη Δευτέρα» τον επεξηγεί. Σήμερα οχτώ θα είμαι για τελευταία μέρα μαζί σας (=σε οχτώ μέρες μετρώντας και τη σημερινή, αλλιώς «σε εφτά και σήμερα»). Δηλαδή πότε; Τη Δευτέρα.
Είχα χρόνια να το ακούσω.
gpointofview said
Θρησκεία και πολιτική, σα δυο σταγόνες μοιάζουν
σε όλα ανακατεύονται, τομάρι δεν αλλάζουν
μόνο της γούνας τρίχωμα αλλάζουν κάθε τόσο
και το παρουσιάζουνε σα νάταν κόλπο γκρόσσο
την τιμιοτέραν των Χερουβείμ (κατόπιν ολικής συγκρίσεως)
και ενδοξοτέραν των Σεραφείμ (ασυγκρίτως, βεβαίως-βεβαίως)
διαδηλώνει ο λαός και ζητάει δικαιοσύνη
να αναλάβει ο καθένας όση του αναλογεί ευθύνη
αλλά για να οργανωθούνε θα περάσει ο καιρός
και θα αναδειχθεί ο χρόνος σα καλύτερος γιατρός
κυβέρνησε ο Καραμανλής (τον φωνάξανε και ήρθε)
κυβέρνησε κι ο Παπαδήμας (περίμενε στο υπόγειο να τον φωνάξουνε)
sarant said
112 Θα συμφωνήσω. Η μετάφραση είναι αρχές 70ς
115 Σήμερα οχτώ, πράγματι πολύ παλιό.
ΜΙΚ_ΙΟΣ said
115, 117.
Κι όμως, εδώ ακούω πολύ συχνά την έκφραση «σήμερ’ οχτώ» ή και «σήμερα δεκαπέντε», κυρίως από άτομα άνω των 50. Μόλις σήμερα το μεσημέρι, η (60άρα;) κυρία που καθόταν μπροστά μου στο λεωφορείο, μιλώντας στο κινητό, είπε σε κάποιον: «Ά, σήμερ’ οχτώ, δηλαδή, θα πας στον αιματολόγο».
Αγγελος said
Απολαυστικό το διήγημα του Αζίζ Νεσίν. Εγώ, επί δέκα μέρες αφότου πήρα τυπικά σύνταξη, πήγαινα κάθε μέρα στο γραφείο μου, κυρίως για να ξεκσθρίσω τον υπολογιστή μου και ν’αντιγράψω ό,τι νόμιζα πως θα χρειαζόμουν. Την 11η μέρα (ήταν Ιούλιος) φύγαμε οικογενειακώς για την Ελλάδα, και όταν γυρίσαμε στις Βρυξέλλες, μήνες αργότερα, είχε εγκατασταθεί πια άλλος εκεί… Από τότε πια, με τις κινητικές δυσκολίες που έχω, περνώ όλη μου σχεδόν την ημέρα στον υπολογιστή και στην τηλεόραση. Αν δεν υπήρχαν αυτά, φοβάμαι πως πολύ θα βαριόμουν — ίσως βέβαια να διάβαζα κάποια από τα βιβλία που έχω, είτε από τους γονείς μου είτε από δικές μου αγορές, και που μάλλον δεν θα διαβάσω ποτέ 🙂
Το βραχιόλι με τη σημασία των επαγγελματικών προσόντων το λέει και η γυναίκα μου (Θεσσαλονικιά μικρασιατικής καταγωγής). Εγώ τουλάχιστον από κείνη το ξέρω.
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
Σήμερα η Πολίτισσα που έχω πρόχειρη είπε «να έχω ένα βραχιόλι», μιλώντας για μια επιπλέον κατάρτιση που αποκτά αυτόν τον καιρό.