Το θαμμένο πηγάδι (διήγημα του Αλέξη Πανσέληνου)
Posted by sarant στο 5 Οκτωβρίου, 2025
Θα διαβάσουμε σήμερα ένα διήγημα φαντασίας ή αστυνομικό (πατάει και στα δύο γένη) του συγγραφέα Αλέξη Πανσέληνου (1943-). Περιέργως δεν έχουμε, τόσα χρόνια, βάλει τίποτα στο ιστολόγιο από το σημαντικό έργο του, ίσως επειδή ως επί το πλείστον γράφει μυθιστορήματα και νουβέλες και λιγότερο διηγήματα -αν και εμφανίστηκε στα γράμματα με τη συλλογή διηγημάτων «Ιστορίες με σκύλους».
Είναι γιος του Ασημάκη Πανσέληνου, του Μυτιληνιού ποιητή και συγγραφέα τον οποίο έχω παρουσιάσει αρκετές φορές στο ιστολόγιο, μια και ήταν φίλος με τη γιαγιά και τον παππού μου και τον είχα γνωρίσει προσωπικά. Εδώ στο ιστολόγιο έχουμε βάλει το ποίημα που έγραψε ο πατέρας όταν γεννήθηκε ο γιος (Παιδί μου, αυτές τις μέρες που γεννήθηκες /
κόλαση η ανθρωπότητα είναι κρύα… -θυμίζω, γράφει το 1943).
Το πρώτο μυθιστόρημα του Αλ. Πανσέληνου, Η μεγάλη πομπή, είχε πολλά στοιχεία επιστημονικής φαντασίας. Θυμάμαι και μια αστεία ιστορία από τα νιάτα μου: Έδινα μια ομιλία στο Κέντρο Δημήτρης Γληνός, κάπου στην 3ης Σεπτεμβρίου, με θέμα την επιστημονική φαντασία, που τότε διάβαζα μανιωδώς. Με ρωτάει κάποιος από το ακροατήριο, αν η Μεγάλη Πομπή του Πανσέληνου μπορεί να χαρακτηριστεί επιστημονική φαντασία. Το βιβλίο δεν το είχα ακόμα διαβάσει, αλλά είχα διαβάσει μια κριτική γι’ αυτό, οπότε με την άγνοια κινδύνου ή τη βλακεία της νιότης απάντησα κάτι (ούτε που θυμάμαι). Προς δυστυχία μου, ο άλλος επέμεινε, αναφέροντας στοιχεία από την πλοκή του έργου, που εγώ τα αγνοούσα εντελώς. Τελικά κάπως τα μπάλωσα και από τότε δεν μιλάω για πράγματα που δεν ξέρω καλά.
Το σημερινό διήγημα είναι το πρώτο από τα τέσσερα διηγήματα της συλλογής Τέσσερις ελληνικοί φόνοι, από τις εκδόσεις Πόλις (2009). Το παραθέτω όπως το σκανάρισα, ήταν ήδη σε μονοτονικό οπότε δεν άλλαξα τίποτα.
ΤΟ ΘΑΜΜΕΝΟ ΠΗΓΑΔΙ
Βραδάκι της 11ης Φεβρουάριου 1948, η πόλη ετοιμαζόταν για τον καθημερινό της λήθαργο. Στην παραλιακή πύκνωνε η κίνηση, βιαστικά βήματα πνίγονταν στην πηχτή βροχή που κολλούσε στα πρόσωπα, γλιστρούσε στον λαιμό και πότιζε τα ρούχα ώς μέσα. Εργάτες με τσάπες και φτυάρια στον ώμο σαν τουφέκια, ναυτικοί, Άγγλοι φαντάροι που άδειαζαν τα καμπαρέ για να επιστρέφουν στο Καραμπουρνάκι, όπου στρατωνίζονταν, νοικοκυραίοι που βιάζονταν να κονέψουν — ασφάλεια δεν υπήρχε σαν έπεφτε η νύχτα. Όλοι καθρεφτίζονταν διπλοί στα νερά του δρόμου, σαν μικρές βαρκούλες που έτρεχαν πλάι στα δεμένα πλεούμενα του λιμανιού. Ξέμακρα αραιές βροντές. Δεν ήταν βροχή. Ήχοι από μάχη ήταν – άγνωστο πού. Στην δεξιά γωνιά της πλατείας Αριστοτέλους ένα τριώροφο, με διπλές κολόνες στα κομψά του μπαλκόνια, με τις γωνίες αρμονικά στρογγυλεμένες, τα γαλλικά του παράθυρα κατάκλειστα, έστεκε βυθισμένο στην σιωπή. Στην προκυμαία τα φανάρια, κρεμασμένα από λεπτές μετάλλινες έλικες στις απολήξεις των στύλων, είχαν ανάψει. Αργοσαλεύοντας στο βουβό αντιμάμαλο, τριζοβολούσαν οι κάβοι, και τα γυμνά ξάρτια, σαν χειμωνιάτικες λεύκες στην ομίχλη, έσβηναν όσο το βλέμμα βυθιζόταν προς τον Λευκό Πύργο. Σκάλες χτιστές, με κιγκλίδωμα από τη μια πλευρά, κατέβαζαν στο ύψος του νερού όσους έπρεπε να πάρουν βάρκα για να ακοστάρουν τα μεταγωγικά, φουνταρισμένα αρόδο.
Μόλις χτες βράδυ τέτοια ώρα είχε ξεσπάσει βομβαρδισμός απρόσμενος. Όλα έδειχναν πως οι αντάρτες ήταν έτοιμοι να μπουν στην πόλη. Τα φώτα είχαν σβήσει, οι πόρτες μαντάλωσαν, σιωπή απλώθηκε από την παραλία ώς την Άνω Πόλη και βουβαμάρα. Το πρωί οι αρχές είχαν ανακοινώσει πως οι εχθρικές δυνάμεις είχαν μείνει κρυμμένες, κανένας κίνδυνος, η Εθνοφρουρά κι η αγγλική ταξιαρχία εγγυούνταν την ασφάλεια των πολιτών. Κανείς δεν ήταν σίγουρος γι’ αυτά, αλλά ο καλός λόγος πιάνει τόπο· το πρωί ο κόσμος πήγε στη δουλειά, τα μαγαζιά άνοιξαν. Πληροφορίες έτσι κι αλλιώς έβγαιναν με το τσιγκέλι, δεν έγινε γνωστό πού είχαν πέσει βόμβες, αν είχαν θύματα.
Ανάμεσα στις σκιές που γλιστρούσαν στην παραλιακή, ξεχώρισε μια ψηλή σιλουέτα. Κάποιος με κούκο ναυτικό, ριγμένο πίσω να σκεπάζει τον σβέρκο του που μούσκευε απ’ το νερό, πλησίασε τα κάγκελα μιας σκάλας. Ένα δικάταρτο αργοσάλευε στο νερό, με διακοσμητικά κολονάκια στην κουπαστή της στρογγυλής του πρύμης και τη στενή σανίδα της σκάλας τραβηγμένη, σημάδι πως ο ναύτης ή ο καπετάνιος μέσα δεν ήθελε επισκέψεις. Ο άντρας σφύριξε σιγανά.
Απ’ την καμπίνα κάποιος πρόβαλε, έσπρωξε τη σανίδα στην προκυμαία, κι ο επισκέπτης τη δρασκέλισε, πάτησε στην πισσαρισμένη κουβέρτα και τράβηξε ίσια μέσα. Ο άλλος καταπόδι του σφάλισε την πόρτα και έσυρε τις κουρτίνες μπρος στα φινιστρίνια. Η λάμπα έριχνε πορτοκαλιές ανταύγειες στα πρόσωπά τους καθώς σκυμμένοι εξέταζαν το πακέτο από κερόχαρτο, που ο επισκέπτης ακούμπησε με θόρυβο στο τραπέζι, φανερά ικανοποιημένος. Δυο γερμανικά λούγκερ με γεμιστήρες.
«Ο Καβρουμάς περιμένει στην Εγνατία, έστειλε μήνυμα μ’ έναν πολιτοφύλακα που περιπολεί εκεί. Απόψε λέει. Το σπίτι χθες χτυπήθηκε, κι αύριο θα ’ναι αργά — οι αρχαιολόγοι που σκάβουν απ’ την Αψίδα του Γαλέριου ώς την πλατεία Ναυαρίνου χτενίζουν αυτή την περιοχή. Μπορεί να φτάσουν πρώτοι».
«Τι ανακατεύονται οι αρχαιολόγοι δεν καταλαβαίνω. Ζαβός είναι ο μπαγλαμάς, ο παλιοχαμάλης…»
«Για να το λέει, ξέρει… Ή κάτι βρήκε ή κάτι είχε λαθραίο που πρέπει να το βγάλει από κει… Αν είναι έτσι, σαλπάρεις απόψε κιόλας».
Βιαστικά ετοιμάστηκαν και ξαναπάτησαν στην προκυμαία.
Άδεια κι έρημη η πλατεία Αριστοτέλους έμοιαζε σκηνικό. Στη Μητροπόλεως κίνηση ακόμη αραιή, στρατιώτες κι ένοπλοι με πολιτικά γελούσαν κάτω από ένα φανάρι. Τσαλαβουτώντας στα νερά που κατέβαζαν οι δρόμοι, έκαναν δεξιά στην Ερμού κι έπειτα ανηφόρισαν την Αγίας Σοφίας, αραιά και πού να φέγγει κανένα παράθυρο απ’ τα σιωπηλά πλουσιόσπιτα. Μια μυρωδιά καμένου ξύλου έξυνε τα ρουθούνια τους. Ο Ισίδωρος οδηγούσε μπρος, ο Φάνης με το κεφάλι χωμένο σε πλεχτή σκούφια κοντανάσαινε και αναρευόταν τα φασόλια που είχε χλαπακιάσει για να προλάβει ν’ ασφαλίσει το καΐκι.
Στο ύψος της πλατείας Αγίας Σοφίας, πήραν την Εγνατία αριστερά. Ο μακρύς αρχαίος δρόμος στένευε στο βάθος κι έσβηνε στην ομίχλη και στην σκοτεινιά της άφεγγης νύχτας. Λακκούβες έχασκαν παντού και τα δεντράκια αργοκουνούσανε τα φύλλα που ’δερνε βουβή η βροχή.
Ξάφνου ο Ισίδωρος έκοψε βήμα, με το χέρι σταμάτησε τον ναυτικό. Τα χαλάσματα στο πεζοδρόμιο τους έκλειναν τον δρόμο. «Χτυπήθηκε, λέει ο κοπρίτης… Αυτό διαλύθηκε εντελώς». Πλάι ένας τοίχος παλιού σπιτιού ορθωνόταν μισογκρεμισμένος. Δυο μέτρα πάνω από την πόρτα της πρόσοψης με τους παραστάτες, η θέα ήταν ελεύθερη στον ουρανό, ανάμεσα σε ακανόνιστα σπασίματα. Το υπόλοιπο σπίτι είχε καταρρεύσει εσωτερικά και μόνο ένα σανιδένιο πάτωμα, σαν χαλασμένο δόντι, έγερνε στηριγμένο στην μεσοτοιχία του διπλανού σπιτιού που έστεκε απείραχτο.
Δρασκέλισαν χαλάσματα, έσπρωξαν την ξεπαρταλωμένη πόρτα, πέρασαν μέσα. Στο ισόγειο κάποιοι απ’ τους τοίχους μέναν όρθιοι. Η βροχή είχε διώξει την σκόνη που, ακόμα το πρωί, χόρευε πάνω απ’ τα χαλάσματα της χτεσινής καταστροφής. Τα σημάδια έδειχναν πλούσιο νοικοκυριό. Ταπετσαρίες, μαρμάρινοι πάγκοι, διακοσμητικές υδρίες, όλα κάτω από χώματα και πέτρες. Οι τραβέρσες του ορόφου είχαν σηκωθεί προς τον ουρανό σαν σκελετός κήτους που έλιωσε.
Ένα σφύριγμα — πίσω από έναν τοίχο πρόβαλε η σιλουέτα τού Καβρουμά, του χτεσινού χαμάλη που ’χε πλουτίσει εκβιάζοντας εαμικούς και παραδίνοντάς τους έπειτα στην Ασφάλεια. Πάλευε να ξετυλίξει μια σχοινένια ανεμόσκαλα.
«Τύχη στην ατυχία, καρδάσια», σφύριξε ο Καβρουμάς. «Ξέρεις ποιανού είναι το αρχοντικό; Του Ουζιέλ. Μου ’δωσε τα κλειδιά μια Αρμένισσα που τους δούλευε πριν από την Κατοχή. Την ξετρύπωσα στην Τριανδρία, παράστησα πως είχα γράμμα από τον Οβριό, “ο κύριος Αβραάμ σώθηκε”, της είπα, “ζει κι είναι στην Ιταλία. Μ’ ορμήνεψε να πουλήσω το σπίτι”. Το ’χαψε δεν το ’χαψε η γριά μ’ έδωσε το κλειδί και πέρασα τρεις μήνες σαν άρχοντας — εδώ μέσα, που ο πατέρας μου δούλευε στο χτίσιμο… Αυτός μ’ έχει ειπωμένα για το πηγάδι. Το ’χαν παραχωμένο απ’ όταν ξαναφτιάχτηκε το σπίτι, επί Αβδούλ Χαμίτ. Αρχαίο σου λέει. Δεν ήθελε κήπους και πηγάδια ο Ουζιέλ, ήθελε αρχοντικό να δίνει χορούς και να ’χει λούσα. Το σκέπασαν λοιπόν και πάνω του έγινε η κουζίνα. Ο γέρος μου χτυπούσε με την αξίνα τις πλάκες που αντηχούσαν κούφιες από κάτω, για χάζι, μικράκι ήμουν, σα μ’ έφερνε να φάω καμιά σούπα και με δώσει απ’ τ’ αποφόρια των αρχοντόπουλων η μάνα τους. Και που λες, χτες βράδυ που έλειπα κι έγινε το κακό… λίγο έλειψε να ’μουνα μέσα (γέλασε ξανά με το δυσάρεστο γέλιο του) με την κόρη της κυρα- Ευανθίας της καθηγήτριας, που πέρσι της τουφεκίσαν τον κουκουέ τον άντρα της και όλο με καλοπιάνει, που δεν γύριζε να με φτύσει το λέσι… Φέρνω εδώ την κόρη και την καλαφατίζω με την ησυχία μου… Χεχεχε… Διάολε, έχει ο καιρός γυρίσματα, έτσι, Ισίδωρε;»
«Δε βλέπω άλλο σπίτι καμένο», είπε ο Φάνης με σιχασιά στη φωνή.
«Έπεσαν όλμοι», συνέχισε ο παλιός χαμάλης στον ίδιο τόνο. «Μάλλον πάνω, απ’ τα βόρεια… Μπορεί τίποτα ελεύθεροι… Χωρίς να το ξέρω κοιμόμουν πάνω σε μια μπόμπα, καρδάσια! Το σπιτικό του Εβραίου κάποιος πριν από μένα το ’κανε αποθήκη πυρομαχικών. Στ’ άλλα πιο κάτω έσπασαν παράθυρα, άνοιξαν στέγες. Τούτος εδώ ο διάβολος τινάχτηκε ολοσούμπιτος στον αέρα… Γύρισα και σπίτι δεν βρήκα. Αλλά ψάχνοντας να ξεχώσω κάτι δικά μου πράγματα απ’ το ισόγειο… (σταμάτησε και τους κοίταξε θριαμβευτικά) φανερώθηκε το πηγάδι!»
Οι άλλοι τον κοιτούσαν με μάτι γυάλινο.
«Το πηγάδι, μωρέ πεζεβέγκηδες! Α, να πάρει και να σηκώσει, δεν καταλαβαίνετε. Αρχαίο πηγάδι είναι… Το ’θαψε ο γερο-Ισαάκ, μη βρει μπελά, αν και τότε δεν είχε Αρχαιολογία. .. Χέστηκε ο Τούρκος κι αν είχε βρει το Μεγαλέξαντρο θαμμένο στο κελάρι του ο χαχάμης… Αλλά ο γέρος μου είχε ακουστά ιστορίες γι’ αυτό από τους ανθρώπους της περιοχής… Και μ’ είχε πει… Για το θαυματουργό νερό του πηγαδιού… Τ’ αθάνατο νερό! Πως τράβαγαν κρυφά κι έπιναν τα κορίτσια κι η κυρά του η καλή κι έμεναν νέες κι όμορφες… Τ’ ανακάλυψε ένα σκυλάκι που ’χε κι έπαιζε μια απ’ τις μικρές, σαν έπεσε στο πηγάδι. Το ’βγαλαν ύστερ’ από τρία χρόνια, απείραχτο, κι άρχισε να τρέχει και να γαβγίζει πάνω-κάτω… Είναι κι άλλες ιστορίες που ’λεγαν οι παλιοί… Ε, ναι! Τι άλλο; Για τον θησαυρό του Κάσσανδρου, του Αλέξανδρου… ή δεν ξέρω ποιανού… Πολλά χρυσά…».
«Αν είναι μόνο γι’ αθάνατο νερό, πάω πίσω στο καΐκι», είπε ο Φάνης.
Ο Καβρουμάς τον άδραξε απ’ το μπράτσο.
«Μην είσαι βλάκας! Θέλω μπράτσα για ν’ ανεβάσω ένα κασόνι που είδα…», είπε πιο δυνατά, τονίζοντας μια μια τις λέξεις. «Κατέβηκα τ’ απόγευμα κι έφεξα μέσα… Κάτω κάτω έχει νεράκι, ώς ένα μέτρο. Άλλο ένα μέτρο απ’ το νερό είναι ένα άνοιγμα… Κρεμάστηκα με το σκοινί και είδα μια μικρή κασέλα, σιδεροδεσιά, καρφιά στις κόχες, χερούλι πλάι… Αλλά έχει μπάζα… Δεν μπορώ μόνος».
Πέρασε πλάι, εκεί όπου ήταν η κουζίνα. Ανάμεσα στις σπασμένες πλάκες είδαν το θαμμένο πηγάδι. Ασφάλισαν την ανεμόσκαλα πλακώνοντας την άκρη με κομμάτια μπάζα. Ο Ισίδωρος άναψε την λάμπα κι έφεξε να κατέβει πρώτος ο χαμάλης που ήξερε τα πατήματα. Ύστερα, καθώς τον είδε να χάνεται σ’ ένα άνοιγμα πάνω στην λιθιά του πηγαδιού, ακολούθησε κι έκανε νόημα στον Φάνη να ’ρθει κι αυτός. Το πηγάδι ήταν κάτι παραπάνω από δυο μέτρα φάρδος, με πέτρες σμιλεμένες και μικρά κεραμίδια χωμένα στα διάκενα. Το άνοιγμα στο πλάι είχε σκαλιστό πλαίσιο.
Τελευταίος κατέβηκε ο Φάνης, ρίχνοντας μια ματιά να σιγουρευτεί πως η ανεμόσκαλα στέκει στη θέση της και να θαυμάσει τον ουρανό που άρχιζε να καθαρίζει. Τα χώματα που έτριβε η σκάλα στο φρόχειλο του πηγαδιού έπεσαν πίσω του στο νερό και το θόλωσαν. Την ώρα που έσκυβε να μπει στο άνοιγμα πίσω από τους άλλους, αισθάνθηκε δυο χέρια να τον αρπάνε απ’ τους αστραγάλους. Με μια φωνή βούτηξε στο πηγάδι. Πάλευε με κλειστά μάτια, κρατώντας την ανάσα, αισθανόταν να τον πνίγουν. Για μια στιγμή πρόβαλε πάνω από την στάθμη του νερού και άκου- σε τις άγριες φωνές των άλλων που ’χαν ριχτεί πάνω από το άνοιγμα να δουν τι είχε γίνει. Ο Ισίδωρος τράβηξε το λούγκερ, πήδηξε μέσα κι αυτός πίσω απ’ τον Καβρουμά και πατώντας τώρα στον βυθό πάσχιζε να κρατήσει το δεξί του λεύτερο για να σημαδέψει. Η λάμπα μισόφεγγε δίπλα στο άνοιγμα. Τα μάτια του Ισίδωρου προσπάθησαν να ξεχωρίσουν τον άγνωστο. Ήταν αποφασισμένος να του την ανάψει – ας ακουγόταν ώς την Εγνατία… ο κόσμος ήταν μαθημένος ν’ ακούει πιστολιές και τουφεκιές, κανείς δεν θα ’βγαινε βραδιάτικα να δει.
Έπειτα σαν να ξεχώρισε το κεφάλι του άγνωστου, πίεσε την σκανδάλη και έριξε στα τυφλά. Ο πυροβολισμός βούιξε άγρια στα στενά τοιχώματα και για μια στιγμή έχασαν την ακοή τους και νιώσαν σαν να ’σπασαν τα τύμπανα. Ο Καβρουμάς χτυπημένος θανάσιμα λύγισε, τα χέρια του σπαρτάρησαν και έπεσε με τα μούτρα στο νερό.
«Τον σκότωσα;» ρώτησε ο Ισίδωρος.
«Φέξε να τον δω τον άλλο τον ρουφιάνο… ποιος είναι», σφύριξε λαχανιασμένος ο Φάνης.
Ο άγνωστος στεκόταν τώρα ο μισός έξω απ’ το νερό, κοιτώντας έκπληκτος το λούγκερ που κάπνιζε και το νεκρό σώμα του Καβρουμά που είχε κάτσει στον πάτο. Καθώς ο Φάνης σκαρφάλωσε κι άρπαξε την λάμπα, είδανε θέαμα αλλόκοτο. Ήταν ένας άντρας, ίσως στα τριάντα, με γενειάδα πλεγμένη κοτσίδες, μουστάκια που σκεπάζανε το στόμα. Το πανωκόρμι του ήταν σκεπασμένο με θώρακα από δέρμα βοδιού, δεμένον στους ώμους με τελαμώνες, τα γυμνά μπράτσα, λευκά κάτω από τις ξανθές τρίχες, τα έζωναν στους καρπούς δερμάτινες ταινίες με άκανθες και σταυρούς, και στο κεφάλι, στερεωμένο με λουρί κάτω απ’ το σαγόνι του, κράνος με χάλκινο στεφάνι που τέλειωνε σε σταυρό πάνω απ’ το μέτωπο, με τον φτερωτό δράκο των άτακτων Καταλανών μισθοφόρων που είχαν βρεθεί μαζί με τους Ζηλωτές όταν είχαν εγκαθιδρύσει αυτόνομη κομμούνα στην πόλη. Πριν ακριβώς εξακόσια χρόνια.
«Τι είσ’ εσύ, ρε μασκαρά!» έκανε ο Φάνης κολλώντας το πρόσωπο στα μούτρα του αιχμαλώτου.
Και τότε διέκρινε στον γυμνό λαιμό του άλλου τα γδαρσίματα απ’ τα νύχια του χαμάλη που του ’χαν σκίσει το κρέας, και τώρα έκλειναν, μπρος στα έκπληκτα μάτια του, σαν σχέδια χαραγμένα στο δέρμα που τα έσβηνε το νερό.
«Οι πληγές του κλείνουν», βόγκησε. «Το νερό!» έκανε μετά σαν τρελός και γύρισε να δει τον Ισίδωρο που πριν λίγο γελούσε μαζί του με τα λόγια του σκοτωμένου. «Το αναθεματισμένο το νερό… Τι λες γι’ αυτόν εδώ; Σου μοιάζει εσένα για Άγγλος, Γερμανός, ή για δικός μας κατσαπλιάς; Ε; Τι λες τώρα; Τον βλέπεις, μωρέ;»
Και τραβώντας τον αιχμάλωτο από κει που τον κρατούσε, τον έσυρε χωρίς αντίσταση κοντά να του τον δείξει. Δεν χρειαζόταν. Το πηγάδι ήταν πολύ στενό, τον έβλεπε καλά ο Ισίδωρος. Δεν πίστευε στα φαντάσματα, και ο Καβρουμάς, που μόλις τον είχε σκοτώσει, τον απασχολούσε περισσότερο από τον άντρα με την παράξενη αρματωσιά.
«Τι είσαι, λέγε!»
«Μασκαράς είναι», μούγκρισε ο Φάνης, «τι άλλο να ’ναι; Παράνομος, αντάρτης, Ρώσος, Βούλγαρος, Σέρβος, ξέρω και γω; Παλιοκομμούνι του κέρατά, κρύβεται εδώ να μην τον πιάσουν, Σέρβος αντάρτης, τι να ’ναι ο πούστης! Τι είσαι, μωρέ;»
«Έχω μήνυμα της σύναξης προς τον Κράλη…»
«Θα σου πιω το αίμα, ρουφιάνε!» φώναξε ο άλλος μανιασμένος. «Ποια σύναξη; Και τι κράλη μου λες;»
«Α! Εσύ! Εσύ!»
Ο μακρυμάλλης όρμησε κι έχωσε τα χέρια του στα νερά κι ανάσυρε τον νεκρό Καβρουμά, τινάζοντας τον πέρα-δώθε για να τον ζωντανέψει.
«Εσύ, άθλιε!» φώναξε με φωνή αλλοιωμένη τώρα από την ένταση. «Το πηγάδι! Το πηγάδι! Χάθηκα! Πού το μήνυμα που με ήρπασες;»
Παρατώντας το άψυχο κορμί ο Καταλανός έσπρωξε πέρα τους δυο άλλους και όρμησε να χωθεί στο άνοιγμα που έχασκε πάνω τους. Η λάμπα έφυγε απ’ τα χέρια του Φάνη. Μες στο σκοτάδι τον άκουσαν να στηρίζεται με τα στιβάλια στις προεξοχές της πέτρας και να σκαρφαλώνει. Κρατημένος από την ανεμόσκαλα, ο Ισίδωρος έφτασε γρήγορα στο ύψος του ανοίγματος. Ψύχραιμα, αποφασιστικά σήκωσε ξανά το λούγκερ και έριξε. Ακούστηκε η φωνή του άλλου, ένα σύρσιμο στα χώματα κι έπειτα ρόγχος δυνατός που σταμάτησε το ίδιο απότομα όπως είχε αρχίσει.
Λίγη ώρα αργότερα οι δυο άντρες δρασκέλισαν πάλι την σανίδα και αμπαρώθηκαν στο καΐκι. Κάτω από το φως της λάμπας ο Ισίδωρος άπλωσε στο τραπέζι το κιτρινισμένο χαρτί και τα μάτια του πέρασαν τις καλλιγραφημένες αράδες χωρίς να τις καταλαβαίνει. Κομπιαστά, αλλά δυνατά διάβασε όλο το κείμενο. Κι ο καπτα-Φάνης άκουγε, ρουφώντας αργά μέσ’ από ένα τσίγκινο κύπελλο το κρύο τσάι που είχε μείνει από το πρωί στην τσαγιέρα.
Ένδοξε της Σερβίας Κράλη, και Κραταιέ Αυτοκράτορ Στέφανε, και Σέρβοι εν Χριστώ αδελφοί, λάβετε την απόφασιν της διοικούσης συνελεύσεως της πόλεως Θεσσαλονίκης, και άπαντος του ευσεβούς λαού και κλήρου των εν Χριστώ συστασιωτών Αδελφών Ζηλωτών, ότι χρεία μεγίστη όπως απέχητε της πόλεως ίνα μηδόλως εξαφθή η οργή των ευσεβών κατά εισβολέως ξενικού και κατατάξωσι ημάς μετά των οπαδών του Σφετεριστού κυρ Ιωάννη Καντακουζηνού, και αποβάλωσι εις πυρ το εξώτερον. Οι Αρχηγοί ητήσαντο την βοήθειαν Υμών, Άναξ Σεβαστέ και Ένδοξε. Ημείς άλλα φρονούντες και περί της κοινής σωτηρίας της Ζηλωτείας Στάσεως και του λαού, διά της παρούσης, ην ενεπιστεύθημεν τω αδελφώ Χοσετίω, σπαθαρίω παρά τω ευσεβεί ημών στρατεύματι, καίτοι δε Καταλανού πιστού τω αληθεί Θεώ, ηρωικώς μαχηθέντος υπέρ του Σταυρού και της Πίστεως, δεόμεθά Σου όπως απόσχης της υπάτων Αρχόντων ημών αιτουμένης βοηθείας. Τούτο δε λέγομεν, αδελφοί, προς υμάς. Ότι έχομεν κράτος δικαίου, ειρήνην τε και δικαιοσύνην, και ότι πάντες νυν ομολογούσι στερράν κατά Χριστόν διοίκησιν λαού και πόλεως κατά τας προσταγάς του Ιερού Ευαγγελίου, πάνυ κατισχύσαντες των Δυνατών τη βοηθεία Παναγίας της Παρθένου και πάντων των Αγίων. Ότι νυν δίκαιον εν τη Πόλει εστί το των ακλήρων και των ηγιασμένων μαρτύρων ημών των όπλων της Ζηλωτείας ημών Στάσεως και της ρομφαίας της Δικαιοσύνης καταπεσόντων επί των επαράτων εχθρών της βασιλείας των Ουρανών. Και πάσα αρωγή υμών θέλει ερμηνευθεί ως διά των όπλων άλωσις και κυριαρχία και νέα δουλεία του ευσεβούς λαού τη υμετέρα κραταιά χειρί και τω σερβικώ στρατεύματι. Δι’ο και ικετευομεν όπως απόσχητε της αιτηθείσης βοηθείας. Και έσεται βραδύτερον καιρός…
Εκεί το γράμμα σταματούσε σκισμένο.
«Δεν ξέρω τι σκατά γράφει», είπε ο Φάνης στραγγίζοντας το τσάι από το κύπελλο. «Αλλά το γράμμα αυτό, αν δεν είναι ψεύτικο, πάντως ποτέ δεν έφτασε στον προορισμό του… Λες να ’πιανε τίποτα, αν βρισκόταν ο κατάλληλος άνθρωπος;»
Μέσα στο στενό πηγάδι, στο γκρεμισμένο αρχοντικό Ουζιέλ, ο Καβρουμάς ανασηκώθηκε μέσ’ από τα νερά και κοίταξε γύρω απορημένος. Πού πήγαν οι άλλοι; Τι απογίνε ο κατσαπλιάς που κρυβόταν στο ίδιο σπίτι μαζί του τόσες βδομάδες; Τι έγινε ο θησαυρός στην κρύπτη;
«Α, θα μάθω, λέσια, καθάρματα, πού θα μου πάτε; Θα μάθω!»
Κι έτσι βρεγμένος, να στάζει ολόκληρος βγήκε ξανά στην Εγνατία και τράβηξε βιαστικά για την Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης.
Ο Πανσέληνος συνδυάζει δύο γεγονότα. Από τη μια, τον κανονιοβολισμό της Θεσσαλονίκης από τους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού τη νύχτα της 9 προς 10 Φεβρουαρίου 1948, μια άστοχη κίνηση εντυπωσιασμού, και αφετέρου την «Κομμούνα» των Ζηλωτών, το αντιαριστοκρατικό κίνημα που πήρε την εξουσία στη Θεσσαλονίκη από το 1342 έως το 1349. Το αρχοντικό του Ουζιέλ μαλλον δεν υπήρξε, αλλά στη Θεσσαλονίκη υπάρχει οικισμός Ουζιέλ, μια μικρη συνοικια από 28 μονοκατοικίες, που χτίστηκε τον μεσοπόλεμο από τον εργολάβο Δαβίδ Ουζιέλ.







dryhammer said
Καλημέρα,
πουρνό πουρνό σήμερα…
Βιβη Ζούμπερη said
Καλημέρα….καλή Κυριακή. Θα το διαβάσω με το καφεδάκι μου. Ευχαριστώ.
dimosioshoros said
Είχαμε και τις Ξεχασμένες λέξεις του Αλέξη Πανσέληνου (Εκδ. Μεταίχμιο), το πιο πρόσφατο δικό του. Με τράβηξε ο τίτλος.
phrasaortes said
Η συνοικία Ουζιέλ είναι πολύ ιδιαίτερη: μια γειτονιά με όμορφες μονοκατοικίες, η καθεμιά με τον κήπο της και χωρίς αυτοκίνητα (οι δρόμοι έχουν πεζοδρομηθεί), ενώ γύρω γύρω την περικυκλώνουν οι πολυκατοικίες της μεταπολίτευσης. Παραδίπλα ήταν ο οικισμός του Κάμπελ που καταστράφηκε στο πογκρόμ του Μεσοπολέμου και πλέον έχει μετονομαστεί στο ελληνοπρέστερο συνοικία ναυάρχου Βότση.
Για τους ζηλωτές, νομίζω ότι η σύγχρονη ιστοριογραφία τείνει να υποτιμάει τον υποτιθέμενο ταξικό χαρακτήρα του κινήματος και να τονίζει τις ενδοαριστοκρατικές αντιθέσεις. Πάντως στην δημόσια ιστορία έχει περάσει σαν μια πρώιμη Γαλλική Επανάσταση. Πριν από καμιά δεκαετία στο Βυζαντινό Μουσείο, ο διάλογος που ακολούθησε μια ομιλία για τους ζηλωτές εξελίχθηκε σε καβγά μεταξύ αυτών που υποστήριζαν ότι αν δεν ήταν ο Γρηγόριος Παλαμάς και οι Ησυχαστές, η Ελλάδα θα είχε μεταμορφωθεί σε σύγχρονο αστικό κράτος και τον συνταξιούχο καθηγητή του Αριστοτελείου που επέμενε ότι το βασικό λάθος ήταν του » προδότη Καντακουζηνού που μας κουβάλησε τους Τούρκους στην Δυτική Θράκη και η σπορά των οποίων μας ταλαιπωρεί ακόμα «.
dimosioshoros said
Αυτό, στο τέλος, «τον κανονιοβολισμό της Θεσσαλονίκης από τους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού», είναι σωστή διατύπωση με τη λέξη «αντάρτες»; Αν γράψουμε «αγωνιστές» ίσως είναι υπερβολικά φιλικό(;) Δεν έχουν ακόμα τυποποιηθεί κάποιες πιο ουδέτερες λέξεις;
Δύτης των νιπτήρων said
4 Δεν ξέρω γιατί δεν το ειχα ψάξει ποτέ, αλλά δεν φανταζόμουν ότι ήταν τόσο ανατολικά η Κάμπελ.
Ωραίο διήγημα. Μου θυμισε για κάποιο λόγο τον μακαρίτη τον Πάνο Θεοδωρίδη/Πετεφρή. Τη Μεγάλη Πομπή την είχε περί πολλού ένας καλός μου φίλος, αλλά δεν αξιώθηκα να τη διαβάσω.
sarant said
Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!
5 τους μαχητές, τότε
DaPonte said
Καλημέρα.
4 Κι εγώ διαβαζοντας για τον Ουζιελ το πρώτο που θυμήθηκα ήταν η συνοικία Ουζιελ στην Ανατολική Θεσσαλονίκη, που ονομάστηκε επίσης συνοικία των Τροχιοδρομικων (μολονότι οι εργάτες που κατασκεύαζαν το τραμ δεν κατοίκησαν ποτέ εκεί)
Δεν μπόρεσα να βρω κανένα στοιχείο για αρχοντικό Ουζιελ, υπάρχει όμως το Μέγαρο Ασλανιαν-Ουζιελ στην οδό Βενιζέλου, κτισμένο το 1923 από τον πολιτικό μηχανικό Ζακ Μωσσε.
Λάμπας said
Είναι το πρώτο του Πανσέληνου που διαβάζω και η εντύπωση είναι, αναμφίβολα, θετική. Εξαιρετική η αναπαράσταση του κλίματος της εποχής. Ο Καβρουμάς αρχετυπικό καθίκι (σικ) της ελληνικής Δεξιάς.
Jorge said
Ωραιότατο!
Ο Κράλης, πρέπει να ήταν ο πρίγκιπας Μάρκο Κράλιεβιτς.
https://el.wikipedia.org/wiki/Πρίγκιπας_Μάρκο
Το νερό της νεότητας δεν έδρασε στο μισθοφόρο στο τέλος.
Παναγιώτης Κ. said
Η μάνα μου (1927-2019) αλλά και όλοι στο χωριό αντάρτες τους αποκαλούσαν.
Αν οι αντάρτες ήθελαν να τους αποκαλούν μαχητές θα το καθιέρωναν. Τέτοιο πράγμα όμως δεν συνέβη.
Αν κατάλαβα σωστά σε βιβλία για τον εμφύλιο οι μεν στρατιώτες του ΕΣ λέγονται στρατιώτες ή φαντάροι οι δε του ΔΣΕ μαχητές. Δεν ξέρω αν κατά τη διάρκεια της Κατοχής αυτοί που βγήκαν στο βουνό λέγονταν αντάρτες. Το πιθανότερο είναι να λέγονταν Ελασίτες και αν ήμασταν στην ΄Ηπειρο, Εδεσίτες.
Γενικά η ορολογία για τον Εμφύλιο έχει δυσκολίες, όπως προβληματική θεωρώ και την πολιτική ορολογία στην τρέχουσα κατάσταση και όπως αυτή χρησιμοποιείται από τα κόμματα και τις συνδικαλιστικές παρατάξεις.
Παναγιώτης Κ. said
Καβουρμάς πάντως είναι αλλαντικό το οποίο παρασκευάζεται στη Βόρεια Ελλάδα, ιδιαίτερα στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Αποτελείται από βρασμένα κομμάτια κρέας, ενώ μπορεί να προέρχεται από βοδινό, χοιρινό, πρόβειο, κατσικίσιο και βουβαλίσιο κρέας ή ανάμεικτο. Μοιάζει με πηχτή.
dimosioshoros said
@ 7 Sarant
«Μαχητές» φαίνεται καλό, δηλαδή προς το ουδέτερο.
dimosioshoros said
@ 11 Παναγιώτης Κ.
Καλές παρατηρήσεις.
phrasaortes said
6. Ναι όντως θυμίζει Πετεφρή.
10. Τον Στέφανο Δουσάν εννοεί που ήταν σύγχρονος του κινήματος των Ζηλωτών.
ΓιώργοςΜ said
Καλημέρα!
Μου άρεσε πολύ.
11 Προσυπογράφω, ο ευπρεπισμός μου θύμιζε τα μεζεδάκια, την εξαγωγή των σκουπιδιών που λέγαμε χτες, τις σορούς που δεν είναι πια πτώματα κλπ.
Πουλ-πουλ said
Έχω διαβάσει τα περισσότερα μυθιστορήματα του Πανσέληνου και γενικά μ’ αρέσει το στυλ του (ξεχωρίζω τις Σκοτεινές επιγραφές). Το σημερινό διήγημα όμως, το βρήκα κάπως παραφορτωμένο. Ασφυκτιά, καθώς προσπαθεί να χωρέσει στη μικρή φόρμα του διηγήματος όλμους του 48, παρακρατικούς, Εβραίους, κρυμμένο θησαυρό, αθάνατο νερό, Ζηλωτές, Σέρβους, άντε και Καταλανούς ιππότες. Και η όλη σκηνή στο πηγάδι μου φάνηκε ότι κάπου χάνει. Αν η ιδέα γινόταν μυθιστόρημα ίσως θα ήταν καλύτερα.
Jorge said
12.
καβουρμάς όμως, είναι ένα μικρό παξιμαδάκι, kavruma στα τουρκίκα το καβούρντισμα.
15.
β) Καλά το λέτε.
Το γράφει κιόλας στην πρώτη γραμμή.
… Ένδοξε της Σερβίας Κράλη, και Κραταιέ Αυτοκράτορ Στέφανε,
Stazybο Hοrn said
Στα Κείμενα μαζί, Νικοκύρη, έχεις Παρατηρώντας το άψυχο κορμί ο Καταλανός.
Και δυο τόνοι: του κέρατά, τινάζοντας τον πέρα-δώθε
Costas Papathanasiou said
Καλημέρα!
Διήγημα αλληγορικό και τραγικωμικό το σημερινό, διόλου αστυνομικό, κύημα φαντασίας οπωσδήποτε, όσο και κάθε άλλη ωραία μυθιστορία, αλλά εντέλει διαχρονικά αληθινό, αφού μας λέει, λίγο πολύ, ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, ότι η αδελφοκτονία συμφύεται μετά της ανθρωπότητας, ότι η αναζήτηση Αθανασίας, πάντα σκληρής “σαν του θανάτου τη γροθιά”, συνιστά παγκοσμίως και μέγιστη Ύβρη ως άκρον άωτον της Ζηλωτείας και του Ατομικισμού, ειδικά δε στην Ελλάδα θα γυρνάει ολοένα, σαν μια κατάρα άδικη που “ποτέ δεν πεθαίνει”, σε όποιο πηγάδι κι αν θαφτεί, ως φασισμός καλά συντηρημένος, καβουρντισμένος-τυλιγμένος στη σημαία της αθάνατης πατροπαράδοτης, παραδόπιστης ρουφιανιάς.
Σημειολογία ονόματος “Ουζιέλ” (‘uz=δύναμη, ισχύς +el=Θεός), “Δύναμη Κυρίου”, Άγγελος έκπτωτος ή αγαθός;
Usiel (Uziel, Uzziel, “strength of God”) − in the cabala generally, as in Targum Onkeles and Jonathan, Usiel is an angel that fell, and is therefore evil; he was among those who wedded human wives and begat giants. Of the 10 unholy sefiroth, Usiel is listed 5th. In The Book of the Angel Raziel, Usiel (Uzziel) is among the 7 angels before the throne of God and among 9 set over the 4 winds. [Rf. Bischoff, Die Elemente der Kabbalah.] Usiel replaces Uriel in the reprint English translation of Verus Jesuitarum Libellus (“True Magical Work of the Jesuits”). [Rf. Waite, The Book of Ceremonial Magic, p. 110.] The Key to Faust’s Threefold Harrowing of Hell (otherwise known as a Key to the Black Raven) contains a general conjuration to Usiel and a list of his adjutant princes. [Rf. Butler, Ritual Magic, p. 190.] Finally, according to Milton, Usiel is a good angel, of the order of virtues, a lieutenant of Gabriel’s in the fighting in Heaven at the time of Satan’s defection.
Uzziel (Usiel, Azareel? − “strength of God”) − one of the principal angels in rabbinic angelology; of the order of cherubim, also of the order of virtues (i.e., malachim), of which Uzziel is sometimes ranked as chief. According to The Book of the Angel Raziel, Uzziel (Usiel) is among the 7 angels who stand before the throne of Glory, and among the 9 set over the 4 winds. In Milton, Paradise Lost IV, Uzziel is commanded by Gabriel to “coast the south with strictest watch.” In Merkabah lore, he is an angel of mercy under the rulership of Metatron. [Rf. introd. 3 Enoch.]
( “A dictionary of angels, including the fallen angels” Gustav Davidson (1895-1971) New York, Free Press 1967, pp299-301)
Usiel– Prince of angels in the anomalous Steganography of the Abbot Trithemius of Spanheim, Agrippa’s friend. A chapter heading gives: » Cuius Spiritus Supremus que vocatur Usiel, habitans ad eam plagam orbis, quam ex vento inde flante Subeircium appe-lamus: qui habet sub se 40 duces in die, & totidem in nocte: qui sunt super Thesauro.» ( https://www.jstor.org/stable/4172929 )
Costas X said
Καλημέρα, απλά συναρπαστικό το σημερινό διήγημα, καλογραμμένο και ατμοσφαιρικό.
«…με θέμα την επιστημονική φαντασία, που τότε διάβαζα μανιωδώς.» : Διάβαζα κι εγώ κάποτε μανιωδώς επιστημονική φαντασία, είχα διαβάσει όλα τα βιβλία τσέπης «Ανθολογία επιστημονικής φαντασίας» από τις εκδόσεις «Ωρόρα», καμμιά πενηνταριά βιβλία με αρκετά διηγήματα το καθένα.
«…τα μάτια του πέρασαν τις καλλιγραφημένες αράδες χωρίς να τις καταλαβαίνει. Κομπιαστά, αλλά δυνατά διάβασε όλο το κείμενο.» : Εντάξει, εδώ μας λέει ότι δεν κατάλαβε το νόημα του κειμένου, αλλά εγώ απορώ πώς κατάφερε καν ένας βαρκάρης να διαβάσει ένα καλλιγραφικό βυζαντινό κείμενο του 14ου αιώνα με τους περίεργους χαρακτήρες.
Theo said
Καλημέρα,
Ωραίος ο Πανσέληνος!
Για περισσότερη αληθοφάνεια, όλ’ αυτά τα περί Σερβίας και κράλη στο έγγραφο καλύτερα να έλειπαν. Ο Δουσάν, κυριαρχώντας σε μεγάλες εκτάσεις με ρωμέικο πληθυσμό και θέλοντας να διαδεχθεί στον θρόνο τους Ρωμαίους αυτοκράτορες, υπέγραφε ως πιστὸς βασιλεὺς καὶ αὐτοκράτωρ Ῥωμαίων καὶ Σέρβων. Και δεν ήταν σύνηθες οι ηγεμόνες να προσδιορίζονται με τα ονόματα των χωρών (που και τα όριά τους ήταν ρευστά) που κατείχαν, αλλά με τα εθνωνύμια των υπηκόων τους.
Επίσης, το θέλει ερμηνευθεί, αφενός γράφεται με η (ἑρμηνευθῇ)· αφετέρου, την εποχή εκείνη το θέλει συντασσόταν με απαρέμφατο. Άρα, θέλει ἑρμηνευθῆναι το σωστό.
Φυσικά το μάχομαι δεν έχει παθητική σημασία. Άρα, αντί για ηρωικώς μαχηθέντος, όφειλε να γράψει μαχησαμένου.
Και τέλος, το υπάτων στο όπως απόσχης της υπάτων Αρχόντων ημών αιτουμένης βοηθείας φαίνεται για λάθος του OCR. Ὑπὸ τῶν πρέπει να είναι στο βιβλίο.
Theo said
Α, ωραίος κι ο παραλληλισμός της Θεσσαλονίκης του Εμφυλίου που την πολιορκούσε ο ΔΣΕ με τη Θεσσαλονίκη των Ζηλωτών που την πολιορκούσαν τα στρατεύματα του σφετεριστή του θρόνου Ιωάννη Καντακουζηνού.
Jago said
Βάλε και κάνα απόσπασμα από τη Ζαϊδα!
Jorge said
Κάποτε ύβρις ήταν και η κατάχωση πηγαδιού.
ΓΤ said
Οζιήλ σε: Α’ Παρ. 6:3 και Νεεμ. 3:8
Stazybο Hοrn said
22: Ναι, και αυτό, το ξέχασα: υπό των Αρχόντων, στο πάλαι ποτέ sarantakos com.
alexisziras45 said
Το διήγημα (και έχω κακίσει αρκετές φορές τον Α.Π. για το ότι το απαρνείται) όντως έχει σχέση με «Το Θεόπαιδο» του δαιμονίου Πάνου Θεοδωρίδη. Είχα ρωτήσει επιτούτου τον Α.Π., διότι με ενδιέφερε το πως χρησιμοποίησε η πεζογραφία το κίνημα των Ζηλωτών. Επίδραση υπάρχει και στον Δ. Νόλλα. Τα σχετικά, για όσους και όσες έχουν όρεξη, στο μελέτημά μου για τον Θεοδωρίδη στο αφιέρωμα του Χάρτη, τχ. 75, Μάρτιο 2025.
Stazybο Hοrn said
Από την έκδοση του 2004 η σάρωση τότε:
http://web.archive.org/web/20210614213029/http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/panselhnos_phgadi.html
antonislaw said
Καλημέρα σας! Πολύ ωραίο το διήγημα από το χώρο του φανταστικού του Αλέξη Πανσέληνου,ευχαριστούμε Νικοκύρη για την ανάρτηση!
Κάποιες λέξεις κυρίως από τη ναυτική ορολογία μου διέφευγαν,αντιμάμαλο,ακοστάρω αλλά τις τσέκαρα στο χρηστικό μια χαρά.
18 «12.
καβουρμάς όμως, είναι ένα μικρό παξιμαδάκι, kavruma στα τουρκίκα το καβούρντισμα.»
Στο Ρέθυμνο ως παιδί- δεν ξέρω αν λέγεται ακόμα γιατί λείπω πολλά χρόνια- ως παιδί ,στα 70,80, λέγαμε καβρουμά το ξεροψημένο κουλούρι,το τύπου Θεσσαλονίκης που λένε σήμερα,και το άλλο που ήταν επίσης στρογγυλό αλλά μαλακό το λέγαμε – τι σύμπτωση- μαλακό! (Επίσης το σουβλάκι σε ξυλάκι, το καλαμάκι, το λέγαμε τσίτα/ πληθ. τσίτες, τσίτα λέμε το αγκάθι στην Κρήτη)
Stazybο Hοrn said
28: https://www.hartismag.gr/hartis-75/afierwma/ippotes-zilotes-kai-alloi
antonislaw said
11 «Η μάνα μου (1927-2019) αλλά και όλοι στο χωριό αντάρτες τους αποκαλούσαν.
Αν οι αντάρτες ήθελαν να τους αποκαλούν μαχητές θα το καθιέρωναν. Τέτοιο πράγμα όμως δεν συνέβη.
Αν κατάλαβα σωστά σε βιβλία για τον εμφύλιο οι μεν στρατιώτες του ΕΣ λέγονται στρατιώτες ή φαντάροι οι δε του ΔΣΕ μαχητές.»
Από τα διαβάσματά μου και κουβέντες με αγωνιστές του δεύτερου αντάρτικου θα έλεγα ξι εγώ ότι αντάρτες τους έλεγαν- ο απλός κόσμος,οχι οι βαμμένοι- και μεταξύ τους λέγονταν σύντροφοι ή και συναγωνιστές, όπως στην εποχή του πρώτου αντάρτικου. Στα έντυπα όντως από τότε καθιερωμένος ο όρος μαχητής του ΔΣ
Στέλιος Κορνές said
Καλησπερα, μου αρεσε πολυ το σημερινο μας διηγημα. Συμφωνω με τον Πουλ-πουλ, ομως, για την ελλειψη αρκετου χωρου αναπτυξης. Ενα μυθιστορημα πολλων σελιδων θα ειχε δωσει και στα στοιχεια της επιστημονικης φαντασιας λιγο μεγαλυτερη αληθοφανεια, μεσω εκτενεστερων περιγραφων.
Χαρούλα said
Το ευχαριστήθηκα. Παλιομοδίτικη γραφή. Μεγάλες προτάσεις με τις δευτερεύουσες τους, πολλά καλολογικά, λεπτομερής περιγραφή. Όπως μ’αρέσει. Βέβαια η αλλοπαρμένη πάλι μπερδεύτηκα!🤔 Εκεί μέσα στο σκοτεινό πηγάδι, ήταν και στριμωγμένοι δύσκολα τους διέκρινα🫣.Σας ευχαριστώ και τον «παραγωγό» και τον «μεταφορέα».
Χαρούλα said
#12,18,30 πόσο σημαντική η σειρά των γραμμάτων!!!
Αν τα πάρεις με αλφαβητική σειρά(καΒουρμάς) νόστιμη λιχουδιά κρέατος, αλλά αν τα πας ανάποδα(καΡΒουμάς) γίνεται ταπεινό παξιμαδάκι! Και Πανσέληνος ήρωας.
Χαρούλα said
Συμπληρωματικές πληρόφορίες στο #8 του DaPonte
https://www.thessalonikiartsandculture.gr/thessaloniki/afieromata/synoikia-ouziel-i-synoikia-mias-allis-epoxis-sto-kentro-tis-thessalonikis/
Jorge said
Ένα άλλο χρονικό μπέρδεμα.
«Για μια στιγμή πρόβαλε πάνω από την στάθμη του νερού και άκου- σε τις άγριες φωνές των άλλων που ’χαν ριχτεί πάνω από το άνοιγμα να δουν τι είχε γίνει.»
Μα οί άλλοι, δεν είχαν ήδη κατέβει;
sarant said
29 και πριν: Το Αλτσχάιμερ θερίζει! Είχα ξεχάσει πως το είχα στα Κείμενα Μαζί…
sarant said
10 Σε αντίθεση με τον Καβουρμά, ο Καταλανός πυροβολήθηκε θανάσιμα έξω απο το νερό
Jorge said
39. Είχε προλάβει να στεγνώσει;
🙂
Δύτης των νιπτήρων said
37 Το άνοιγμα στο τοίχωμα του πηγαδιού.
Jorge said
41. Είχε και οριζόντιο άνοιγμα;
Παράξενο πηγάδι!
Δύτης των νιπτήρων said
42 «Κατέβηκα τ’ απόγευμα κι έφεξα μέσα… Κάτω κάτω έχει νεράκι, ώς ένα μέτρο. Άλλο ένα μέτρο απ’ το νερό είναι ένα άνοιγμα… Κρεμάστηκα με το σκοινί και είδα μια μικρή κασέλα, σιδεροδεσιά, καρφιά στις κόχες, χερούλι πλάι… Αλλά έχει μπάζα… Δεν μπορώ μόνος».
Jorge said
43. Κόγχη ένα μέτρο από την επιφάνεια, αν το ψειρίσω είναι κάτω από τη μέση ενός ανθρώπου.
Πουλ-πουλ said
Ό,τι και να πούμε, ένας είναι αξεπέραστος στις περιγραφές καταδύσεων σε πηγάδια, ο Μουρακάμι.
Nestanaios said
22.
Την εποχή εκείνη, η μια περίπτωση είναι η ταυτοπροσωπία και η άλλη περίπτωση είναι η υποτακτική. Διαλέγεις και παίρνεις.
Jorge said
Είναι και τούτο δω πολύπλοκο διήγημα. Πυκνό στα νοήματα, γεννοβολάει σκέψεις στον αναγνώστη.
Γατάκι που συμβιώνει με Καταλανό, τι τρώγανε; Τι σόι αέρα ανέπνεαν; Πως χωρούσαν τέσσερις νοματαίοι εκεί μέσα;
Costas Papathanasiou said
“Για ποιο «Ξεχασμένο Πηγάδι» τραγούδησαν οι Πουλικάκος και Σιδηρόπουλος;- Προσοχή! Δύο τραγούδια για την παγίδα που καταπίνει ανθρώπους...”-Μανώλης Νταλούκας 28/11/2017
(https://www.ogdoo.gr/erevna/thema/gia-poio-ksexasmeno-pigadi-tragoydisan-oi-poulikakos-kai-sidiropoulos )
[…]Το Ξεχασμένο Πηγάδι που ρούφηξε τον Λούλη, είναι γραμμένο (από τον Αντώνη Τριανταφύλλου) μες στην δικτατορία. Συμβολίζει την χουντική κοινωνία που ρουφούσε τον ανέμελο και εφησυχασμένο Έλληνα. Ο Λούλης πέφτει στο πηγάδι που καραδοκούσε το θύμα του, όπως ακριβώς ο «φιλήσυχος» πολίτης έπεφτε στην παγίδα της συμμορίας των συνταγματαρχών, που από το 1958. καραδοκούσαν τη Δημοκρατία. Ο Λούλης είναι αδύνατον να βγει από το πηγάδι, και όμως, πεθαίνει 64 χρόνων. Το νόημα στους ψυχεδελικούς κύκλους, ήταν φανερό: η ζωή υπάρχει έξω από το πηγάδι του συμβιβασμού. Ο μικροκακόμοιρος, που ζει σύμφωνα με το χουντικό ιδεώδες, μπορεί να πεθαίνει 64 χρόνων, αλλά είναι από χρόνια, βαθιά σε ένα πηγάδι πεθαμένος.[…]
Το ξεχασμένο πηγάδι καραδοκούσε το θύμα του/ Ο Βρασίδας, ο Χαρίλαος κι ο Λούλης
Χαρούμενος και πηδηχτούλης ο Λούλης έπεσε μέσα στο πηγάδι/ Κανείς δεν το είχε προσέξει
Με την αγωνία ζωγραφισμένη στα μέχρι εκείνη την στιγμή ανέμελα πρόσωπά τους
ο Βρασίδας κι ο Χαρίλαος προσπάθησαν να τραβήξουν τον Λούλη απ’τα βάθη του ξεχασμένου πηγαδιού
Μάταια όμως γιατί σχοινί δεν βρήκαν πουθενά για να τον βγάλουν έξω
Παρόλα αυτά ο Λούλης πέθανε εξηντατεσσάρων χρονών…
https://www.youtube.com/watch?v=cEtKYiBX5Nw Εξαδάκτυλος-“Το Ξεχασμένο Πηγάδι Καραδοκούσε Το Θύμα Του” (1971)
Στο τραγούδι του Παύλου, τα χρόνια έχουν περάσει, στην παρέα είναι πάλι τρεις φίλοι , αλλά μόνον οι δύο από τα παλιά, ο Χαρίλαος, δεν υπάρχει. Σε ένα χειρόγραφό του ο Παύλος, εξηγεί το γιατί: Ο Χαρίλαος, έγινε στέλεχος του ΚΚΕ! Ο Βρασίδας και ο Λούλης, τώρα έχουν ένα καινούργιο φίλο, τον Τέλη. Και οι τρεις, είναι νοικοκύρηδες και έχουν αποκτήσει παιδιά. Στο τραγούδι, ο Παύλος καταγγέλλει τους τρεις νοικοκύρηδες, ως αδιάφορους για την νέα γενιά. Τους περιγράφει σαν παλιούς αντιστασιακούς να κάνουν τις βόλτες τους στο πάρκο του ΕΑΤ-ΕΣΑ (κολαστήριο επί χούντας) αλλά αδιαφορούν για το τι συμβαίνει στον κόσμο των νέων.[…]
Βρασίδα Λούλη και Τέλη/ αρκεί να τρώτε απ’ το μέλι- της μόδας ρεμπέτ-ασκέρι/ αρκεί να τρώτε καλά
Δώδεκα μέτρα από την πόρτα σας φωτιά στο Χημείο/ μα εσείς μού ξεχαστήκατε στο Πολυτεχνείο
Φαντάσματα πια αντιστασιακά/ πλανιώνται στην πλατεία πρώην ΕΑΤ,παύλα, ΕΣΑ
https://www.youtube.com/watch?v=pjwW17MXw3M Παύλος Σιδηρόπουλος - “Της Εθνικής Συμφιλίωσης” ( ‘Χωρίς μακιγιάζ’ 1989)
ΓΤ said
Άνθρωποι με βαριά βιογραφικά καταλήγουν ντελιβεράδες
2018: ληστεία ταξί
2019: ναρκωτικά
2020: κατοχή εκρηκτικών υλών, έκρηξη
2021: αρπαγή ανηλίκου, γενετήσιες πράξεις
2023: ενδοοικογενειακή βία
2025: σωματικές βλάβες, οπλοκατοχή
Χτες, ο λαμπρός ντελιβεράς έκανε παράβαση. Στο φανάρι, οδηγός τού την επισήμανε. Ο ντελιβεράς έβγαλε κατσαβίδι και του το κάρφωσε στο μάτι.
Εκτιμώ ότι μες στη βδομάδα θα αφεθεί ελεύθερος. Πεινάει ο κόσμος…
Αλφα_Χι said
https://domnasamiou.gr/song/stin-poli-imoyn-ki-ematha/
Στην Πόλη ήμουν κι έμαθα παντρεύουνταν καλούδα μ’,
παντρεύουνταν, αρρεβωνιάζουνταν κι άλλον καλό πως παίρνει.
Παίρνω κ’ ιγώ τ’ αγλήγουρνο1 στουν τόπου μου να πάνω.
Δεν πάου κοντά, δεν πάου μακρά, στου δράκου το πηγάδι
βρίσκου κοράσιον απού ’κλαιγι στα μαύρα φουριμένου.
«Καλημέρα σι, κόρη μου».
«Καλώς τον ξένον που ’ρθι».
«Τι έχεις, κόρη μου, ν-απού κλαις, [βαριά π’ αναστινάζεις;
«Είπα, ξένε μ’, να μην του ειπώ, να μην του μαρτυρήσου·
μα τώρα που με ρώτησες θα σι του μαρτυρήσου.
Το δαχτυλίδι μ’ έπεσε στουν πάτου του πηγάδι·
παρακαλώ σε, ξένε μου, να σέβεις να του βγάλεις».
Ξεντύθ’κε, ξαρματώθηκε, μες στο πηγάδι σιβαίνει.
Τρογύρου τρογύρου το ’φιρνι, το δαχτυλίδι δε βρίσκει·
βρίσκει από της κόρ’ς μαλλιά κι απ’ αντρειωμένου χέρι.
Η κόρη δράκος έγινε, μες στο πηγάδι σιβαίνει·
κι ι ξένους τουν παρακαλεί, κάθιτι κι τουν λέει.
«Άφ’σε με, δράκε μ’, άφ’σε με, στουν τόπου μου να πάω·
δώδεκα χρόνια έκαμα, στουν τόπου μου δεν πήγα».
Κι πιάστηκαν κι πάλευαν στουν πάτου του πηγάδι·
’πό κει ’π’ πιάνει ι ξένους, του γιόμα2 σα γαϊτάνι,
’πό κει ’π’ πιάνει ι δράκους, μοίρες3 κομμάτια τ’ν έβγαλε.]
1αγλήγουρνο: άλογο
2γιόμα: αίμα
3μοίρες: κομμάτια
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Παραμυθού καθώς είμαι (μ΄αρέσουν-δε λέω :)), αυτό το παραψυχολογικό διήγημα μου άρεσε πολύ. Κάπου το έχανα στα παλιά ιστορικά του (δε φταίει αυτό, μα η δική μου μνήμη σ΄ ότι κι αν ήξερα) μα καθόλου δε μ΄ένοιαξε να το απολαύσω. Το ψυλλιάστηκα ότι ο πυροβολημένος θα ξεμπούκαρε ζωντανεμένος, εξάλλου οι ρουφιάνοι, εξ ορισμού, είναι απέθαντοι εις τους αιώνες.
Το διάβασα το μεσημεράκι, με αγνάντιο τον Σαρωνικό και το πρώτο μέρος το πήγα/ρούφηξα αργά, λέξη λέξη, παραλιακά που λέμε. Έχω εικόνα φθινοπωρινή, επί σειρά ετών, της Σαλονίκης (κατά το Φεστιβάλ Κινφου) και μου ήρθε τέλεια το ξεκίνημα της περιγραφής.
Μετά θα πω για το πηγάδι.
Ευχαριστώ για τη (επανα)γνωριμία του μικρού Πανσέληνου, Πανσέληνος όμως, να το πούμε :)).
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Ανάκατα σχόλια:
30 Αντώνης >>ως παιδί ,στα 70,80, λέγαμε καβρουμά το ξεροψημένο κουλούρι
Καβρουμάς, ναι το τραγανό/»κριτσινέ» γλυκούτσικο συνήθως, μα και άγλυκο, κουλούρι με σησάμι, με μεγάλη ή και σχεδόν καθόλου τρύπα (πιο φουσκωτό) ή και σε στενόμακρο τσουρεκάκι ίδιας υφής και των δικών μου παιδικών χρόνων, 10 και , χρόνια νωρίτερα. Όταν άρχισε η ευρεία χρήση του νάιλον, γύρω στο ‘ 65-’70 θα ήταν, τα πουλούσαμε σε σακούλες*, με 12-15 κομμάτια, λέω τώρα.
*Φλασιά, σακουμάδες τις λέγανε οι αστές, οι Καστρινές, τις σακούλες (ένα σακουμα παξιμάδια/κουλουράκια κλπ) εκεί το πρωτάκουσα.
Εδώ βρίσκω μια παραλλαγή, λεπτοί κουλουράτοι καβρουμάδες, με γλυκάνισο λέει.
https://evaparakentaki.com/wp-content/uploads/2018/09/kavroumades.jpg
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
25 >>Κάποτε ύβρις ήταν και η κατάχωση πηγαδιού
Ε βέβαια ύβρις!
Είχε πηγαδάκι/πηγούλα ο παππούς, ο πατέρας της μάνας μου, ο φονεμένος από τους Γερμανούς το ΄43, στο ορεινό αμπελάκι του, στην άκρη, στη ρίζα της πλαγιάς, ανάμεσα σε δυο αμυγδαλιές, το θυμάμαι σαν βαθύ όνειρο. Χτιστό, χωνευτό στην πλαγιά σαν άνοιγμα σπηλιάς αλλά το κατέβαινες με πέτρινα στριφογυριστά σκαλοπάτια ώσπου να βρεθείς στον ρηχό του πάτο με τη γούρνα που τη σχημάτιζαν λείες πετρόπλακες και το νεράκι, ήμερο, δροσερό, σταθερή ποσότητα, ακόμα και στο σταύρωμα του καλοκαιριού. Τέτοια εποχή μαζεύαμε με τη μάνα μου τα αμύγδαλα σιμά του, το αμπελάκι είχε πια αφανιστεί αλλά οι αμυγδαλιές και μερικές αχλαδιές επιβίωναν και πηγαίναμε. Πολύ μακριά από το χωριό, πάνω στο βουνό, στο Κηπονερό.
Η ύβρις διεπράχθη λοιπόν. Γείτονες, ανίψια του παππού, κληρονόμοι των όμορων εκτάσεων («αδερφικά»χωράφια γαρ), ερήμην μας και τάχα ότι το νόμιζαν δικό τους, έβαλαν μηχάνημα και ξεχούμισαν το πηγάδι, για να βγάλουν το νερό, να ποτίζουν λέει καλοκαιρινό μποστάνι εκεί (μπίζνες της συμφοράς). Με δικαστήριο της γιαγιάς μου, μας αποδόθηκε το μέρος (απέσυραν τα υλικά, καδρόνια, ξύλα, τσιμεντόλιθους κλπ που έβαλαν στη χαβούζα π΄άνοιξαν) αλλά χάθηκε για πάντα το νερό!
Χρόνια αργότερα όταν κατέβηκε, συνταξιούχος πια, με άνεση χρόνου, ο αδελφός μου κι επιχείρησε, εις μνήμην, με μπολτοζάκι, σκαφτικό, δεν ξέρω, να βρει το νερό, να ξαναφτιάξει πηγαδάκι/πηγούλα, κάτι, μάταια, δεν βρέθηκε καν υγρασία στο σημείο.
dimosioshoros said
@ 32 antonislaw
Βέβαια κι εδώ ιδιαίτερα, όπως και σε άλλα ζητήματα, τίθεται το γνωστό «ποιος μιλάει, για ποιον, με ποιον πότε…». Πάντως, ίσως, έχουμε αφήσει, γενικά, τον όρο «συμμορίτες» που έδινε και έπαιρνε παλιότερα.
Αλφα_Χι said
49. ΓΤ
Διαβάζω και το αντίθετο (Καθημερινή, Νέα, Άλφα, Govnews): με μηχανή το θύμα, ο κατσαβιδάς με Ι.Χ.
Konstantinos said
https://m.youtube.com/watch?v=gcrSbfqQiN4u0026list=PLw3Mt4FUg5YSN_eRpD1fbVggX4TvAG3CMu0026index=8u0026pp=iAQB8AUB
ΓΤ said
Πέθανε ο Γιώργος Κασιμάτης.
sarant said
57 93 χρονών, στα Κύθηρα
loukretia50 said
Καλογραμμένο διήγημα, αξίζει να διαβαστεί, αλλά υπόσχεται πολύ περισσότερα απ΄όσα τελικά χαρίζει.
Η θαυμάσια , ατμοσφαιρική περιγραφή σκηνικού μιας άλλης εποχής, προετοιμάζει τον αναγνώστη για μια δυνατή κλιμάκωση, μέχρι που όλα χάνονται σ΄ένα βαθύ πηγάδι και πνίγεται στα πολλά λόγια η τόσο ενδιαφέρουσα ιδέα.
Κι όταν μειώνεται το ενδιαφέρον, στέκεται κανείς σε λεπτομέρειες που πιθανότατα θα παρέβλεπε.
Ακόμα και η προβλέψιμη επανεμφάνιση του απέθαντου κακού, αποδυναμώνεται πολύ, κατά τη γνώμη μου.
Υπήρχαν πολλές δυνατότητες για ανάπτυξη και καλύτερη παρουσίαση των επί μέρους θεμάτων.
Η φαντασία επιβάλλει τους δικούς της κανόνες, δεν υποτάσσεται στη φόρμα.
ΕΦΗ ΕΦΗ : Ναι, είναι μεγάλη ύβρις να κλείνεις το πηγάδι, άλλωστε τα στοιχειά δεν πεθαίνουν.
Το πηγάδι – Δημ.Μητσοτάκης
Είν’ η ψυχή ένα πηγάδι απάνω πάνω καθαρό κι όσο πηγαίνεις προς τα κάτω στοιχειά σκαλίζουνε τον πάτο.
………………………………………………………….
Βυθό θα πιάσει μόνο εκείνος που όσο κι αν πιει δεν ξεδιψά και θα βουτήξει στο πηγάδι, εκεί στο πιο βαθύ σκοτάδι.
sarant said
59 Το απέθαντο κακό, έτσι…
ΓΤ said
βιντεοκλήση
-Τι τρως;
-Γόπες.
-Δείξ’ τες!
Και κουνάει ο τριμάλακας ο 50ρης στο καφενείο τη γόπα μπρος στην κάμερα…
Παναγιώτης Κ. said
57,58. Για μένα, σημαντικότατη σταθερά στον δημόσιο βίο της χώρας.
Stazybο Hοrn said
Τελικά, παρατηρώντας ή παρατώντας γράφει ο Πανσέληνος; Σ’ ένα μπλογκ που το βρίσκω, παρατηρώντας έχει, αλλά μπορεί να το είχε πάρει από σένα.
sarant said
63 Είδα τις σκαναρισμένες σελίδες τώρα, «παρατώντας» είναι.
Costas Papathanasiou said
Το αθάνατο νερό ( Αρκαδία, Γορτυνία, Λάστα )
Τ’αθάνατο νερό έβγαινε ψηλά ‘ς ένα βράχο κ’ έπεφτε χάμω, αλλά στον κατεβασμό εγινότανε αχνός. Εάν έβανε κανείς αγγειό για να το πιάσει, το τρούπαγε, μοναχά στο νύχι αστεράτου αλόγου* που δεν είχε καλιγωθεί επιανότανε αλλά δεν ήτανε δυνατόν να ευρεθεί νύχι αστεράτου και ακαλίγωτου αλόγου, ώστε κανείς δεν το ‘πιε και για τούτο κανείς δεν έμεινε αθάνατος. Το αθάνατο νερό ήτανε στα βουνά του Καλαβρύτου, όπου τώρα η θέσις λέγεται Καταφύγια, για τι εκεί εκαταφέγανε ούλοι, δίχως όμως να πετυχαίνουν και τον σκοπόν τους. (* που έχει στο μέτωπο σημάδι το οποίο μοιάζει με άστρο: «άλογο ή βόδι αστεράτο» / Νικόλαος Λάσκαρης, Η Λάστα και τα μνημεία της ή Λάστα Πανόραμα, σελ. 44, αρ. 8)
Γιατί δε γεράνε ο μπότσικας ο κόρακας ο αϊτός και ο αμάραντος
Η Κάλλω ήτανε μια γυναίκα που ηύρε το αθάνατο νερό. Από το νερό αυτό έπιε αυτή και πότισε ακόμα το μπότσικα (σκυλοκρέμμυδο)τον αϊτό και τον αμάραντο επίσης και τον κόρακα. Ζήτησε και ο αδερφός της από το αθάνατο νερό να πιει αλλά η Κάλλω δεν του έδωκε. Τότε και αυτός την καταράστηκε να περπατάει πάντα με ασκέρι. Απο τότε και ύστερα η Κάλλω έμασε τις Ναράιδες και περπατεί μαζί. Ο μπότσικας που τον πότισε αθάνατο νερό δεν ξηραίνεται ποτέ, όπου και άν πεταχτεί αυτός, διότι πάντα χλωρός. Το ίδιο και ο κόρακας, ο αϊτός και ο αμάραντος δε γεράνε. Ο αϊτός άμα γεράσει πηγαίνει και κρύβεται· εκεί πέφτουν τα φτερά του όλα. Τότε βγάζει σιγά σιγά άλλα φτερά σαν να ναι πουλάκι. Ώσπου να βγάλει τα φτερά του, του φέρνει και τρώει άλλος αετός. Όταν γίνουν όλα τα φτερά του ξαναγίνεται πάλι πουλί όπως ήτανε πρωτύτερα. Και έτσι δεν πεθαίνει ποτέ ο αετός εκτός αν τον βαρέσει τουφέκι. Το ίδιο και ο κόρακας, Ο αμάραντος, και το όνομα του ακόμα το λέει, δε μαραίνεται ποτέ εκεί ‘ς τους βράχους που βγαίνει.
(Παραδόσεις (Λαϊκές αφηγήσεις) Αρ. 148, σελ. 24, Αιτωλία, 1919/ Δημήτριος Λουκόπουλος )
-“Την Πρωτομαρτιά συνηθάνε να βάνουν αγριοκρέμμυδους στα κεραμίδια, επειδή είναι φυτό αθάνατο, να μην πεθάνει και ο άνθρωπος. Έχει πέσει απάνου του το αθάνατο νερό, όταν το πήρε από τον Μέγαν Αλέξαντρο η αδελφή του. Έσπασε λέει το μπουκάλι κι έπεσε απάνου στην ασκληθιά (έτσι το λένε το αγριοκρέμμυδο). Τη βάνουν στα κεραμίδια απο την παραμονή”/
“Ο Μ. Αλέξαντρος επήγε για τα’αθάνατο νερό. Είχε ένα άλογο και μπήκε σε μια σχιμάδα που ανοίγανε δυο βουνά. Επήρε το αθάνατο νερό, εκλείσανε τα βουνά ίσα-ίσα την ουρά του αλόγο του. Επήγε στο σπίτι του και το φύλαξε, αλλά η αδερφή του δεν ήξερε τι ήτανε και το πέταξε πάνω σε μια αγριοκρεμμύδα (τη λέμε ασκληθιά). Από τότε το φυτό αυτό μένει αθάνατο. Όταν ο Μ. Αλέξαντρος εγύρισε σπίτι του εζήτησε το νερό. Η αδερφή του του είπε ότι το πέταξε κι εκείνος εστενοχωρήθηκε. Έγινε Γοργόνα η αδερφή του από το κακό της κι από τότε ταξιδεύει στους Ωκεανούς. Όταν δει κανένα καράβι, ρωτάει αν ζει ο Μέγας Αλέξαντρος. Ο καπιτάνιος πρέπει να της πει : Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει ! Αν δεν πει έτσι, αλίμονό του!” ( Πληροφορητής Δημήτριος Κασίμης/ Λ. Α. αρ. 2344, σελ. 348 – 349, Δημήτριος Σ. Λουκάτος, νήσοι Οθωνοί Κερκύρας, 1960)
https://www.youtube.com/watch?v=wwWJrwTKRIg Δόμνα Σαμίου – “Από τα Γλυκά σου Μάτια”
Χαρούλα said
Tα Πηγάδια: κατασκευή, φωτό, παροιμίες, τοπωνύμια, τραγούδια, λαογραφικές ιστορίες.
https://www.antroni.gr/index.php/o-topos-mas/aksiotheata/topia/657-ta
Χαρούλα said
«ούτε διαβάζεις ούτε ταξιδεύεις. Θέλεις να γίνεις σαν τον βάτραχο στο πηγάδι;»
Μια μικρή ιστορία από το μεγάλο φιλοσοφικό έργο του Ταοϊσμού το «Τζουάνγκ Τσε».
Σε ένα ρηχό πηγάδι μένει ένας βάτραχος. Μια μέρα συναντά μια μεγάλη θαλασσινή χελώνα που ήρθε από την Ανατολική Θάλασσα και άρχισε να της λέι, «είμαι πολύ χαρούμενος! Όταν θέλω να βγω έξω, μπορώ να πηδώ και να παίζω στο κιγκλίδωμα του πηγαδιού. Όταν θέλω να ξεκουραστώ, μπορώ να μένω στην τρύπα του τοίχου του πηγαδιού. Όταν μπαίνω στο νερό, το νερό φτάνει ακριβώς στις μασχάλες και τα μάγουλά μου. Όταν ποδοπατώ την λάσπη, η λάσπη καλύπτει μόνο τα πόδια μου και μπορώ και βλέπω τα σκουληκάκια, τα καβουράκια και τους γυρίνους. Ποιος μπορεί να με συναγωνιστεί; Εξάλλου, κατέχω ένα λάκκο νερού όλο μόνος μου. Μπορώ να κάνω ό,τι θέλω! Τι μεγάλη χαρά που είναι! Γιατί δεν έρχεσαι να με επισκεφτείς;»
Η θαλασσινή χελώνα δεν μπόρεσε ούτε να βάλει ολόκληρα τα πόδια της στο πηγάδι. Σιγά σιγά περιπλανήθηκε γύρω για λίγο και μετά σταμάτησε την προσπάθεια να μπει στο πηγάδι. Περιγράφοντας την θάλασσα στον βάτραχο είπε, «όσο για την θάλασσα, χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα δεν μπορούν να περιγράψουν την απεραντοσύνη της, χίλια μέτρα δεν μπορούν να φτάσουν στον πυθμένα της. Κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας στη Δυναστείας Σια, είχε πλημμύρες για 9 χρόνια αλλά το νερό στην θάλασσα δεν αυξήθηκε. Κατά την διάρκεια μιας άλλης περιόδου κατά την Δυναστεία Σανγκ, μέσα σε 8 χρόνια τα 7 είχε ξηρασία αλλά το νερό στην θάλασσα δεν μειώθηκε. Δεν αλλάζει ούτε με το πέρασμα του χρόνου ούτε με τις διακυμάνσεις των βροχοπτώσεων. Είναι μεγάλη η χαρά μου που ζω στην Ανατολική Θάλασσα!
Ο βάτραχος του πηγαδιού, έκπληκτος με τα μάτια ορθάνοιχτα, αισθάνθηκε τότε την ασημαντότητά του.
Georgios Bartzoudis said
«Βραδάκι της 11ης Φεβρουάριου 1948,… Άγγλοι φαντάροι που άδειαζαν τα καμπαρέ για να επιστρέφουν στο Καραμπουρνάκι, όπου στρατωνίζονταν,… Μόλις χτες βράδυ τέτοια ώρα είχε ξεσπάσει βομβαρδισμός απρόσμενος. Όλα έδειχναν πως οι αντάρτες ήταν έτοιμοι να μπουν στην πόλη. Τα φώτα είχαν σβήσει, οι πόρτες μαντάλωσαν, σιωπή απλώθηκε από την παραλία ώς την Άνω Πόλη και βουβαμάρα. Το πρωί οι αρχές είχαν ανακοινώσει πως οι εχθρικές δυνάμεις είχαν μείνει κρυμμένες, κανένας κίνδυνος, η Εθνοφρουρά κι η αγγλική ταξιαρχία εγγυούνταν την ασφάλεια των πολιτών».
# Τον Φεβρουάριο του 1948 δεν υπήρχε στη Θεσσαλονίκη καμιά «αγγλική ταξιαρχία», ούτε καν «Άγγλοι φαντάροι». Την 21.2.1947 οι Άγγλοι δήλωσαν ότι αδυνατούν να συνεχίσουν την παροχή βοήθειας στην Ελλάδα, πέραν της 31.3.1947. Και την 12.3.1947 τους διαδέχονται οι Αμερικανοί με το γνωστό «δόγμα Τρούμαν». Για του λόγου το αληθές η ελληνική αεροπορία συνέχισε να εφοδιάζεται με αγγλικές βόμβες και πυραύλους μέχρι τον Φεβρουάριο του 1948. Για του λόγου το αληθές ωσαύτως, η «συμμοριακή ηγεσία» κινητοποίησε δυνάμεις από τις γύρω περιοχές και την νύχτα της 9 προς 10.2.1948 έστησε ένα ορειβατικό κανόνι των 75 χιλ στην περιοχή του Ασβεστοχωρίου, το οποίο έβαλλε κατά της Θεσσαλονίκης. Κινητοποιήθηκε το [Γ’] «Σώμα Στρατού», που εγκλώβισε «τον εχθρόν εις την μεταξύ Χορτιάτη και λίμνης Λαγκαδά περιοχήν» και επέφερε, «συνδρομή και της Αεροπορίας», βαρύτατο πλήγμα κλπ. Τάδε έφη εν έτει 1956 ο υπ/ηγος Ε.Α. Δημήτριος Γ. Ζαφειρόπουλος στο βιβλίο του «Ο Αντισυμμοριακός Αγών 1945-1949» (σελ. 87, 132, 480). Ειρήσθω ότι αριστεροί συγγραφείς προβάλλουν την αντικειμενικότητα του Ζαφειρόπουλου, παρά το γεγονός ότι ως «συμμορίτες» ανεβάζει και κατεβάζει τους αντιπάλους του «Εθνικού Στρατού». Πάντως, ο απλός κόσμος έλεγε «αντάρτες» τους μεν, «φαντάρους» τους δε.
Από γενική άποψη, το αφήγημα του Αλ. Πανσέληνου μπορεί να καταταγεί στα άρτζι-μπούρτζι και λουλάς. Πέραν των ανιστόρητων αναφορών, βάζει να… παίζουν τόσα πολλά πρόσωπα (μερικά μάλιστα παρμένα από το… υπερπέραν), που καταντά την ανάγνωσή του ένας πραγματικός Γολγοθάς.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Για το αθάνατο νερό, μια μαντινιάδα έξτρα συναισθήματος:
Κι αν βρω τ΄αθάνατο νερό
δεν πίνω κι ας ΄ποθάνω
άμα δε βρεις να πιεις κι εσύ
ίντα θα ζω να κάνω
57, ΓΤ, καθηγητής μου. Πολύ καλός, μεταδοτικός δάσκαλος και λαρζ στη βαθμολογία. Από τα λίγα βιβλία του πανμίου που σώζονται στα ράφια μου, οι Σημειώσεις Συνταγματικού Δικαίου του.
Μακονίστηκε λίγο στα ύστερα αλλά, ας του είναι ελαφρύ το κυθήριο χώμα.
66 Χαρούλα, στο τσακ
μόλις θα έβαζα τις παροιμίες από το λινκ αυτό! 🙂
dimosioshoros said
@ 68 Georgios Bartzoudis
Ως στρατιωτικός, στη φάση ακόμα του κοινωνικού εμφυλίου (1956), δεν μας εκπλήσσει που χρησιμοποιεί χαρακτηρισμούς μίσους. Πάντως, ναι, η έκφραση «αντάρτες» ήταν αρκετά διαδεδομένη. Και φυσικά, πάντα λαβαίνουμε υπόψη «ποιος μιλάει, για ποιον, με ποιον, πότε…».
Jorge said
66. Χαρούλα.
Ωραίοι στο Αντρώνι.
Αλίμονο αν σε έπιανε μπόρα θεριό πριν ντύσεις το πηγάδι, χωνόταν.
Ακόμα και σε χαμηλά βάθη η εκπνοή των εργατών με το διοξείδιο του άνθρακα που είναι ασφυξιογόνο.
Σε άνυδρους τόπους λένε και «ρηχό πηγάδι στράγγια (να) πιάνει»
Στα ξερικά αυτά μέρη είχαν και ραβδοσκόπους.
Σε σπάνιους τόπους με ρηχή υδροφορία (σπάνιοι στην Ελλάδαj χρησιμοποιούν για άντληση το δίχαλο σε πηγάδια διαμέτρου μερικά μέτρα. Ψηλό ξύλο με διχάλα, σαν υπομόχλιο, στην οποία έδεναν ένα μακρύ μοχλό με κουβά στην άκρη του.
Στο 47, δικό μου, που διάολο διάβασα γατάκι, σκυλάκι γράφει.
nikiplos said
Καλησπέρα,
Κάποια ιδέα για τον ναυτικό κούκο?
Δύτης των νιπτήρων said
72 Σκούφος είναι ο κούκος. Δεν το έχω ακούσει με τα αυτιά μου ποτέ, αλλά το θυμάμαι από κάτι μεταφράσεις του Τσέχωφ.
nikiplos said
Πολύ ωραίο διήγημα με γλαφυρή περιγραφή που αναπαράγει το κλίμα της εποχής. Το πηγάδι αφορμή να καταδείξει ποιοί προσπόρησαν (πρώην λούμπεν, χαμάληδες) εκμεταλλευόμενοι το κλίμα της εποχής εκείνης. Βρήκαν άδεια από τους ιδιοκτήτες τους αρχοντικά σπίτια, κ τα «άδειασαν» τα περισσότερα από θησαυρούς και κειμήλια. Με κάλυψη της Ασφάλειας και της Χωροφυλακής, αφού επιδίδονταν συστηματικά σε κάρφωμα (αληθινών ή επινοημένων) κομμουνιστών.
Το πηγάδι φυσικά συμβολικό. Η πόλη κατά τον συγγραφέα μέσα από μυστικά υπόγεια περάσματα της Ιστορίας, θα συνεχίσει να παράγει αθάνατους επαναστάτες, αλλά και ρουφιάνους. Θα σκοτώνονται αλλά θα ξαναγεννιούνται καθαρμένοι μέσα από μυστικά πηγάδια της πόλης αυτής.
Jorge said
72-73. Μάλλινος σκούφος, μακρύς με ρεβέρ, ζιβάγκο ή όπως το λένε.
Μπορεί να ξεδιπλωθεί το πίσω μέρος του, για να καλύψει αυτιά και στην ανάγκη σβέρκο.
nikiplos said
68@ τέλος: Σήμερα μου διετύπωση η 10χρονη κόρη μου, τι σημαίνει η έκφραση άρτζι-μπούρτζι και λουλάς και από που βγαίνει. Περιδιαβαίνοντας το διαδίκτυο βρήκα απίθανες εξηγήσεις με πιο λογική αυτή του Μπάμπι…
nikiplos said
Jorge και Δύτη, ευχαριστώ… σκούφος λοιπόν…
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
73# Και ο κούκος ο προσπίπτων επί την οφρύν του κουτσαβάκη (Μιχ. Μητσάκης, Καβγάς).
Δεν νομίζω να λέγεται πια, εδώ και δεκαετίες.
Δύτης των νιπτήρων said
76 https://sarantakos.wordpress.com/2013/02/13/artzimpourtzi/
nikiplos said
79@ Ευχαριστώ και γι’ αυτό Δύτη! Μου είχε ξεφύγει… (υποσυνείδητα ήξερα ότι κάτι καλό θα υπάρχει γι’ αυτή τη φράση στο ιστολόγιο! 🙂 )
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
Ακριβώς. Υπ’ αυτό το πρίσμα οφείλει να διαβαστεί και η μπολνταρισμένη συμμοριακή ηγεσία του #68.
Δύτης των νιπτήρων said
80 Γιατί, το θυμόμουν εγώ; Θυμόμουν δηλαδή ότι μάλλον υπήρχε, αλλά όχι τι έγραφε.
dryhammer said
Ναυτικός φέρων κούκο
sarant said
80 Και γι΄αυτό έχουμε γράψει!
DaPonte said
72 & άλλα σχόλια για τον ναυτικό κούκο
Ένας άλλος κούκος αναφερεται στο «Ο κόσμος κι ο Κοσμάς » του Ξενοπουλου: ταξιδιωτικός κούκος παρδαλός που φορά ο δικαστής Κροντηράς.
Πέπε said
30
Αντώνη, στο σημερινό Ηράκλειο ο καβουρμάς είναι κουλούρι που εξωτερικά μοιάζει με το «Θεσσαλονίκης» (που μου τη δίνει να το λένε έτσι, αλλά κάπως πρέπει να συνεννοηθείς…), αλλά είναι όλο ξεροψημένο, τραγανό, παξιμαδωτό.
Αντίθετα στην Κάλυμνο είναι ένα φαγητό μακράς διαρκείας, κοψιδάκια κρέατος φτιαγμένα με κάποιον τρόπο που αγνοώ και συντηρημένα μέσα σε λίπος, που το έπαιρναν οι σφουγγαράδες στις «κουμπάνιες» τους, τις προμήθειές τους δηλαδή. Τα σφουγγαράδικα ταξίδευαν γύρω στους εννιά μήνες χωρίς να πιάνουν στεριά αν δεν υπήρχε κατεπείγων λόγος. Τον θρακιώτικο καβουρμά (#12) δεν τον έχω δει, ούτε τον έχω φάει, αλλά θα με εξέπληττε να είναι το ίδιο.
Jorge said
86. Καβρουμάς, καβρουμαδάκι. Την πάτησα και εγώ με την αντιμετάθεση.
ofakiris said
Δεν με έπεισε. Με ξένισαν τα
“καθημερινό της λήθαργο”
“πηχτή βροχή”
“κονέψουν”
“ένα σανιδένιο πάτωμα, σαν χαλασμένο δόντι”
“Το ’χαν παραχωμένο” ενώ ήταν καλυμμένο.
“κάποιος πριν από μένα το ’κανε αποθήκη πυρομαχικών”
Τρεις μήνες έμενε μέσα και δεν βρήκε τα πυρομαχικά;
“με τον φτερωτό δράκο των άτακτων Καταλανών μισθοφόρων που είχαν βρεθεί μαζί με τους Ζηλωτές όταν είχαν εγκαθιδρύσει αυτόνομη κομμούνα στην πόλη”
Τα γνώριζαν οι κλέφτες όλα αυτά;
Παρά τις βουτιές το γράμμα ήταν στεγνό και ευανάγνωστο.
Οι ανασκαφές ξανάρχισαν το 1950 αν δεν κάνω λάθος. Άρα προς τι ο φόβος των αρχαιολόγων;
Κλπ. Κλπ.
Βασίλης Ορφανός said
53
«αλλά χάθηκε για πάντα το νερό!»
Πόνεσα! Ούτε δικό μου να ήτανε…
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Παιδιά, ο πατέρας μου, πέθανε το 2018, τον έλεγε κανονικά τον κούκο (μπερέ/πάνινο καπέλο/σκούφο).
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Το 2019, αχ ρε μπαμπά
Πέπε said
87
Με βρουμ το λέμε στην Κρήτη; Δεν το ‘χα προσέξει ποτέ, ούτε ακούγοντας ούτε διαβάζοντας! Στο προσωπικό μου λεξιλόγιο είναι με βουρ, και αυτό ακούω ό,τι κι αν πει ο άλλος!
Γιάννης Μαλλιαρός said
Αργά μεν, αλλά να πω τα δικά μου περί καβρουμά (ή καβουρμά). Καβρουμάς συνήθως λεγόταν (αλλά σπάνια και καβουρμάς) περίπου αυτό που λέει το 86 (αλλά όχι σε λίπος για πολύν καιρό). Τσιγαρισμένο κρέας (κι όχι μόνο) με μπόλικα μπαχαρικά, ό,τι πρέπει για (να σε πιάσει) το στομάχι. Βραστό ή ψητό είναι το αντίθετό του, κάτι το ελαφρύ!
Όταν μεγάλος πια (κοντά 40) πήγα στο Διδυμότειχο έμαθα τον θρακιώτικο, αυτός που είναι μοσχαρίσιο και χοιρινό κρέας σε κάτι σαν ζελέ και μου θύμισε κάπως τις τσιγαρίδες της Ηλείας (ως προς τη χρήση, όχι στην όψη).
Γιάννης Μαλλιαρός said
92 Έτσι. Αυτό πούχει συνηθίσει ο καθένας, αυτό ακούει 🙂
sarant said
Διερευνήσαμε και τα του καβρουμά/καβουρμά!
Πέπε said
Ειλικρινά απορώ που ο όρος «αντάρτες» δε θεωρείται ουδέτερος. Πίστευα ότι για να εκφράσει κανείς συμπάθεια θα έλεγε ξερωγώ «αγωνιστές», και για αντιπάθεια «συμμορίτες», ή και πιο φορτισμένες εκφράσεις και προς τις δύο κατευθύνσεις. Αλλά σαν χαρακτηρισμούς, όχι σαν περιγραφικούς όρους. «Αντάρτης» θεωρειται χαρακτηρισμός; (μιλώντας για τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο εννοώ.)
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
90# Σκεφτόμουνα να γράψω στο #78 σε αστικό τλχστ περιβάλλον, μάλλον χρειαζόταν τελικά. Παλιοσειρά όμως ο πατέρας σου έτσι κι αλλιώς 🙂
Jorge said
Στη πηγάδα από έξω, έσκουζαν «ληστοσυμμοριιιιι»
nikiplos said
91@ 2019 κι ο δικός μου… Νοέμβριο!
nikiplos said
τα μπέρδευα… τελικά καβρουμάς το κουλούρι, καβουρμάς το κρεατικό έδεσμα…
Τουρκιστί διάβασα ότι καβρουμάς είναι το καβουρντισμένο, οπότε ίσως ήταν κάποιο παρατσούκλι και δεν είχε σχέση με το κουλούρι καθεαυτό…
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
89, Βασίλης Ορφανός 😦 . Έγινε το μαράζι μας κι εμάς, κατέβασε απ΄αλλού νερό με λάστιχο ο αδελφός μου κι εφύτεψε περέκει μια καρυδιά. Επρόκαμε κι εράβδισε καρύδια, μια δυο χρονιές, μετά εχάθηκε κι εκείνος, με τις συνοπτικές του χάρου, νωρίς, 68. Λέω το δέντρο θα είναι ακόμη, ποιος πάει να δει πια…
Η μάνα μου έλεγε κάπως επαραπονέθηκε το πηγάδι, το νερό, για την ατιμία που του κάμανε κι εβούλισε κι εχάθηκε.
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
96# Δεν είναι/ήταν ντε και καλά ουδέτερος όρος. Κάπου στον Κονδυλάκη κρητικός χαρακτηρίζεται απαξιωτικά από τούρκους ασής (âsi), αντάρτης. Από την άλλη, ο Μανιάτης, στη Λεγεώνα, είχε δηλώσει για να γίνει αλεξιπτωτιστής και όταν γάλλος καραβανάς τον ρώτησε πώς το λένε ελληνικά, απάντησε από έμπνευση της στιγμής «αντάρτης». «Τουά, ανταρτής?» «Μουά, ανταρτής». Ο άλλος το απομνημόνευσε, και σε άσχετη φάση τον φώναξε «ανταρτής!!!» τόσο ξαφνικά που ψάρωσε και ο ίδιος ο Μ.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
97, Ναι, παλαιός των ημερών, έλεγε/κρατούσε διάφορα, που δεν τ΄ακουγα απ΄αλλού, εδώ στο Σαραντάκικο σεράι τα ξαναβρήκα, πχ, πρόχειρα, το καστανάκι (φαγητοδοχείο).
ΓΤ said
Κηφισιά-ΑΕΚ 2-3
Λεβαδειακός-Παναιτωλικός 6-0
ΠΑΟΚ-ΟΣΦΠ 2-1
ΠΑΟ-Ατρόμητος 1-0
sarant said
102 Κάποτε θα το διαβάσω αυτό το βιβλίο…
Πέπε said
102
Νομίζω ότι σε γενικές γραμμές ο «αντάρτης» είναι θετικά φορτισμένος όρος για τον αντάρτη, και αρνητικά για την εξουσία. Όταν σ’ ένα πλοίο γίνεται ανταρσία, ο καπετάνιος μπορεί να αναφωνήσει «πώς; μα αυτό είναι ανταρσία!», αλλά ο τρόπος που θα ξινίσει τα μούτρα του δεν είναι ο ίδιος όπως όταν στον ΑΝΤΑΡΣΥΑ είπαν «παιδιά, βρήκα ένα καλό ακρωνύμιο»!
Ασή Γωνιά (χωριό στα Χανιά):
Αυτοί οι ασήδες μάλλον δεν το θεωρούν μειωτικό όρο. Ούτε ο Χαΐνης Δ. Αποστολάκης (και χαΐνης το ίδιο περίπου σημαίνει).
Αλλά για όλους αυτούς τους λόγους προσδιόρισα ότι η απορία μου αφορούσε τη συγκεκριμένη περίοδο.
Costas Papathanasiou said
“ Ένας Αλέξανδρος και μερικοί άλλοι δράκοι ήσαν κυρίαρχοι εις όλα τα γύρω μέρη. Κάποτε ευρέθη το αθάνατο νερό. Ο Μάρκος Κράλε επρόλαβε και ήπιε. Ο Μέγας Αλέξανδρος επήγε να πιει και αυτός από το αθάνατον νερό, αλλά δεν ηύρεν, διότι το ήπιε όλο η αδελφή του. Μετά έψαχνε να την εύρει, και αυτή, για να γλιτώσει, έγινε γοργόνα και επέρασε στην θάλασσα κάτω χαμηλά. Μετά από λίγα χρόνια ο Αλέξανδρος απέθανε και αυτή δεν ξέρει ακόμη τι έγινε ο αδελφός της και όπως είναι ακόμη φοβισμένη, πιάνει τα καράβια και τα αναποδογυρίζει, διότι φοβάται μήπως είναι εκεί κρυμμένος και την πιάσει” (Λ. Α. αρ. 2894, σελ. 388 – 9, Άγγελος Ν. Δευτεραίος, Παπαγιάννης Φλωρίνης, 1969/ Πληροφορητής: Αντώνιος Παπάς )
https://www.youtube.com/watch?v=ocAbGEJ76VY “Πηγάδι” Νίκος Στρατάκης
“Το πηγάδι” του Ορέστη Αλεξάκη
Πώς βρέθηκα λοιπόν ανεβασμένος/ πάνω σε τούτο το κωδωνοστάσι;/ Νύχτα κι αγέρας σκοτεινός φυσάει/ κι όπως βαριά στενάζουν οι καμπάνες/ με διαπερνά το ρίγος της αβύσσου/ Κατρακυλώ στη σιδερένια σκάλα/ Κι αν όμως είν’ η θύρα κλειδωμένη;/ Κι αν ίσως δεν μπορώ να ξεκλειδώσω;/
Νιώθω νερά στα πόδια μου/ κοάζουν/ τριγύρω μου βατράχια/ με φωτίζει/ ξάφνου ο θαμπός φανός του νεωκόρου/ που σκύβει από ψηλά και μου φωνάζει/
Ανέβα πάλι επάνω, χριστιανέ μου/ τι θέλεις τέτοιαν ώρα στο πηγάδι/ θα σε τραβήξουν κάτω τα τελώνια./ Κι απορημένος κάνει τον σταυρό του.(‘Ο ληξίαρχος’ 1989)
https://www.youtube.com/watch?v=o5tKz-rjC_c Usurum -‘Στο Μαγγανοπήγαδο’ ( Φωνές: Νίκος Αντωνόπουλος, Ελπινίκη Σαριπανίδου, Κοσμάς Λαμπίδης, Σταύρος Ρουμελιώτης/ Στίχοι: Σταμάτης Δαγδελένης/ Μουσική: Νίκος Κυπουργός )
Χθες βράδυ ονειρεύτηκα ένα βαθύ πηγάδι μα ο κουβάς που ρίξαμε χάθηκε στο σκοτάδι.
Ψηλά επάνω στέκονταν γεμάτη η σελήνη μα ο παφλασμός δεν τάραξε την νεκρική γαλήνη.
Το πρόσωπό σου κράτησα κι είδα τα δυο σου μάτια γεμάτα δροσερό νερό κρυστάλλινα κανάτια.
https://www.youtube.com/watch?v=OZlgenUVp2M “Το πηγάδι”-Νίκος Παπάζογλου( Μουσική: Νίκος Παπάζογλου Στίχοι: Τάκης Σιμώτας )
“Το Πηγάδι της Θλίψης” του David Whyte
Αυτοί που δεν γλιστράνε/ κάτω από την ακίνητη επιφάνεια/ του πηγαδιού της θλίψης,/ γυρνώντας προς τα κάτω μέσα από το μαύρο νερό του/ στο μέρος που δεν μπορούμε να αναπνεύσουμε,/ δεν θα μάθουν ποτέ την πηγή/ από την οποία πίνουμε/ το μυστικό νερό,/ κρύο και καθαρό,/ Ούτε θα βρουν στο σκοτάδι να γυαλίζουν/ μικρά στρογγυλά νομίσματα/ που ρίχτηκαν από αυτούς που ζήτησαν/ κάτι άλλο
“The Well of Grief” by David Whyte
Those who do not slip/ Beneath the still surface/ On the well of grief,/ Turning down through its black water/ To the place we cannot breath,/ Will never know the source/ From which we drink/ The secret water,/ Cold and clear,/ Nor find in the darkness glimmering/ Small round coins/ Thrown by those who asked/ For something else.
Έχω ανοίξει ένα πηγάδι στην αυλή μου/ έχω μαζέψει γύρω του κομμάτια τη ζωή μου
πετάω μέσα του στιγμές πετάω όνειρα καμένα/ πετάω όλα όσα δεν θες πέταξα εσένα.
– Πετάω μέσα του στιγμές όλα όσα πήγανε χαμένα/ μόλις τελειώσω μ’ όλα αυτά θα πετάξω κι εμένα
– Πάει καιρός που εσύ δεν είπες τ’ όνομά μου δεν το θυμάμαι πια, δεν μου έχει χρειαστεί
κι εγώ που νόμιζα πως όλα είναι δικά μου είμαι ο πιο μόνος άνθρωπος πάνω στη γη.
– Έχω ανοίξει ένα πηγάδι στην αυλή μου/ γελώντας ρίχνω μέσα του κομμάτια τη ζωή μου
και τραγουδάω τον πιο χαρούμενο σκοπό/ που ξαπλωμένη εκέι στον πάτο σε κοιτώ
– Σου τραγουδάω τον πιο χαρούμενο σκοπό μωρό μου όπου να ‘ναι θα ‘ρθω να σε βρω.
– Πάει καιρός που εσύ δεν είπες τ’ όνομά μου .
https://www.youtube.com/watch?v=pLmC7VSmIiY “Το πηγάδι” Σταμάτης Μορφονιός
Georgios Bartzoudis said
Προσθήκη στο 68: Μεταξύ τους οι αντάρτες αποκαλούνταν «συναγωνιστές /συναγωνίστριες» και οι φαντάροι «συνάδελφοι». Επίσης, ο κόσμος αποκαλούσε τους φαντάρους και «στρατιώτες». Αρκετοί αποκαλούσαν τους αντάρτες «κατσιαπλιάδες» και τις ομάδες τους «γιάφκες».
Παρ΄ημίν, ο καβουρμάς γινόταν από χοιρινό κρέας: Έσφαζαν το γουρούνι τα Χριστούγεννα και αφού έτρωγαν και έπιναν του σκασμού, και αφού έκαναν λουκάνικα (με πράσο κλπ), ό,τι ψαχνό περίσσευε το έκαναν καβουρμά: Έβραζαν το κρέας, το έβαζαν σε κιούπια και υπερπλήρωναν με λυωμένη λίγδα ώστε να καταληφθεί από λίπος κάθε τυχόν κενό (αποκλείοντας έτσι τις αερόβιες ζυμώσεις). Κάποιες οικογένειες, πρώιμοι πρόσφυγες από χωριά που είχαν καταληφθεί από Βόσνιους μουχατζίρηδες, έλεγαν τον καβουρμά «μπισιουρτί», καθότι μπίσ(ι)=γουρούνι στα σλάβικα.
Jorge said
Το τρίτο είδος καβουρμά (όχι το αλλαντικό)
https://en.wikipedia.org/wiki/Kavurma
Στα ελληνική του γλώσσα είναι βέβαια το αλλαντικό.
Στα εγγλέζικα ένα είδος είναι και τα δύο.
Στα τούρκικα δεν ξέρω, μπορεί τίποτα από τα δύο.
Φασκέλωστα!
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
106# Έτσι είναι γενικά η φόρτιση του όρου, άρα δεν είναι ουδέτερος. Η δεξιά χαρακτήριζε Δεκεμβριανά και Εμφύλιο ως κομμουνιστική ανταρσία, αλλά τους ενόπλους της άλλης πλευράς δεν τους έλεγαν ποτέ αντάρτες, μόνο συμμορίτες. Αντάρτες τους έλεγε η συμπαθούσα μερίδα του κόσμου.
Συνειρμικά ένα τραγούδι για τη μάχη της Πύλης, 1943: Στο Βούντιμα στη ρεματιά είν’ ένα πηγαδάκι / οι αντάρτες πίνουνε νερό κι οι γερμανοί φαρμάκι.
Πέπε said
110:
Στη κορυφή του Παρνασσού είναι ένα πηγαδάκι
Οι αντάρτες πίνουνε νερο κι οι Γερμανοι φαρμακι
sarant said
110-111 Ε, αυτό δεν το ήξερα!
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
111# Τοπικές παραλλαγές. Οι φωτό στο βίντεο πάντως, είναι από τον Εμφύλιο.
Μαρία said
110 Και κατσαπλιάδες.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Πηγάδια γίνανε βόθροι. Στα προάστεια προ σύνδεσης με αποχέτευση.
ΓΤ said
Ήτανε βόθροι
με ψυχή άδεια
κλείσανε ούλα
τα πηγάδια
Λάμπας said
110. «Συνειρμικά ένα τραγούδι για τη μάχη της Πύλης, 1943: Στο Βούντιμα στη ρεματιά είν’ ένα πηγαδάκι / οι αντάρτες πίνουνε νερό κι οι γερμανοί φαρμάκι.»
Ο Φοίβος Γρηγοριάδης το διασώζει ως «Στο Βούντιμα στις αχλαδιές…» και υποστηρίζει πως αναφέρεται στην εκτέλεση σαράντα δύο Γερμανών αιχμαλώτων (παρατίθεται στο «Αντάρτικο στην Αττική» του Γ. Μπουτσίνη, τ.Α, σελ.217). Βούντιμα, ένα μικρό οροπέδιο πάνω απ’ το Κακοσάλεσι (Αυλώνα), μέσω του οποίου διέφυγαν οι αντάρτες μετά την τριήμερη μάχη των Δερβενοχωρίων (οι Γερμανοί αιχμαλωτίστηκαν την πρώτη μέρα στην Πύλη).
Πέπε said
117
Και στην κορυφή του Παρνασσού κάτι θα συνέβη.
Εντωμεταξύ, αφού το δίστιχο προσαρμόζεται σε διάφορους τόπους και γεγονότα, το αρχικό -όποιο κι αν είναι- θα πρέπει να αναφέρεται σε μέρος όπου όντως να υπάρχει πηγάδι. Το οποίο αρχικό θα μπορούσε και να μην έχει καν σχέση με Γερμανούς κι αντάρτες.
xar said
Ενδιαφέρον το διήγημα, αλλά δεν με έπεισε. Όταν στη λογοτεχνία χρησιμοποιούνται φανταστικά στοιχεία, είναι σημαντικό να τηρείται μια εσωτερική συνέπεια στον κόσμο που πλάθει ο συγγραφέας, με όποιους ιδιαίτερους κανόνες θέλει να έχει (μαγείες, αλχημείες, αθάνατα νερά, θεούς και δαίμονες, εξωγήινους, χρονοταξιδιώτες και δε συμμαζεύεται).
Δηλ. οκ, δεχόμαστε ότι υπάρχει το αθάνατο νερό, δεχόμαστε ότι μπορεί να συντηρήσει έναν μαντατοφόρο επί αιώνες κοκ. Αλλά, διάολε, πηγάδι με το αθάνατο νερό στο κέντρο μιας μεγαλούπολης, στην αυλή ενός σπιτιού και να έχει μείνει εντελώς κρυφό, χωρίς καμία εξήγηση πώς και γιατί; Ακόμα και αν δεν το ήξεραν, οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες (πριν από αυτούς που το έχωσαν) δεν παίρναν νερό από το πηγάδι; Και, έπειτα, πώς γίνεται να έχωσαν το πηγάδι με τον μαντατοφόρο ζωντανό μέσα, χωρίς να τον πάρουν είδηση; Και αυτός, όσο και να έχασε την αίσθηση του χρόνου, είναι δυνατό να πιστεύει ότι μετά από τόσο καιρό έχει οποιαδήποτε σημασία το μήνυμα που του είχαν εμπιστευθεί; Μπορεί να είχε τρελαθεί και να του είχε γίνει έμμονη ιδέα το μήνυμα, αλλά το διήγημα δεν μας το δείχνει. Και δύο τυχαίοι τύποι να διαβάζουν έτσι στην καθισιά τους χειρόγραφα του 14ου αιώνα;
Σε τελική ανάλυση μου φαίνεται ότι για να εξυπηρετηθεί ο εμφανής στόχος του διηγήματος, που είναι ο παραλληλισμός καταστάσεων στον εμφύλιο με την περίοδο των ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη, χρησιμοποιείται ένα συγγραφικό εύρημα, αλλά χωρίς πειστική ανάπτυξη, χωρίς το απαραίτητο χτίσιμο ενός κόσμου, στα πλαίσια του οποίου αυτό το εύρημα θα μπορούσε να φαίνεται φυσιολογικό. Ο συγγραφέας φροντίζει να δώσει μια ρεαλιστική εικόνα του 1943, αλλά δεν φροντίζει να χτίσει και ένα παράλληλο σύμπαν μέσα στο οποίο θα μπορούσε να υπάρχει στο κέντρο της Θεσσαλονίκης το πηγάδι με το αθάνατο νερό. Κάτι τέτοιο, για παράδειγμα, το καταφέρνει πολύ καλά ο Μ. Έντε, π.χ. στο διήγημα Ο Διάδρομος του Μπορομέο Κόλμι, όπου περιγράφει έναν μαγικό διάδρομο στο κέντρο της Ρώμης. Έτσι όπως είναι μου φαίνεται λίγο σαν προσχέδιο ενόψει της συγγραφής ενός εκτενέστερου έργου.
sarant said
119 Eίχε κρατηθεί. Νομίζω πως είσαι λίγο αυστηρός.
Πέπε said
119
Το διαβάζουν επειδή το ‘φερε η τύχη να πέσει στα χέρια τους. Και δεν καταλαβαίνουν τα ελληνικά της εποχής – νορμάλ. Ή εννοείς ότι δε θα έβγαζαν καν τα γράμματα;
Πέπε said
119, 121
Θα μπορούσαν να μείνουν απλώς στο ότι είναι παλιό, να σκεφτούν (όπως και το σκέφτηκαν) ότι μπορεί να πουλιέται σε καλή τιμή, και σε διαφορετικό χρόνο να το δείξουν σε κανέναν που σμπρώχνει τέτοιου είδους ευρήματα, μορφωμένο υποκοσμικό (π.χ. αρχαιολόγο-αρχαιοκάπηλο), και να τους το διάβαζε εκείνος.
Πέπε said
Γενικά δεν είναι αβάσιμες οι ενστάσεις του 119, αν και συμφωνώ ότι είναι αυστηρές. Μαγικός ρεαλισμός τοποθετημένος σε τέτοιο πλαίσιο, με κυνικά καθάρματα και όλη γενικά την ασχήμια μιας πραγματικής, γνωστής και πρόσφατης ιστορικής περιόδου, είναι οπωσδήποτε ένα ωραίο λογοτεχνικό τόλμημα. Ήθελε μερικά φινιρίσματα.
Theo said
@121:
Φυσικά και δεν θα έβγαζαν καν τα γράμματα ενός εγγράφου του 14ου αιώνα. Ούτε κι ο μέσος φιλόλογος η αρχαιολόγος της Κατοχής (πόσω μάλλον της εποχήςμας). Αλλ’ εγώ όταν διαβάζω λογοτεχνία, προτιμώ ν’ αφήνομαι στη μαγεία του κειμένου. Αντιδρώ μόνο όταν οι αναχρονισμοί παραείναι εμφανείς για λόγου μου.
xar said
@120
Ευχαριστώ για την απελευθέρωση. Ίσως είμαι αυστηρός, αλλά πραγματικά, όταν εμφανίστηκε ο μεσαιωνικός μαντατοφόρος, ξενέρωσα. Κατά τη γνώμη μου, δεν θα υπήρχε πρόβλημα αν τα περί αθάνατου νερού του πηγαδιού έμεναν φήμες και αν π.χ. οι πρωταγωνιστές έβρισκαν το χαρτί με το μήνυμα στο σεντούκι. Αλλά όπως είναι δεν κατάφερε να μου προκαλέσει αυτό που λένε suspension of disbelief (αναστολή δυσπιστίας;). Νομίζω ότι ήθελε περισσότερη ανάπτυξη ή κάποιο άλλο κόλπο (π.χ. έναν αναξιόπιστο αφηγητή).
xar said
@121
Αυτό που λέει ο Τεό στο #124, κανονικά δεν θα έβγαζαν καν τα γράμματα. Αλλά αυτό ήταν το κερασάκι στην τούρτα, θα μπορούσα να το δεχτώ αν δεν με είχε ήδη ξενίσει η εμφάνιση του μαντατοφόρου από το πουθενά.
Πέπε said
Άραγε το αθάνατο νερό, πόσο αθάνατο είναι; Στα παραμύθια δε σου χαρίζει αθανασία (μπορεί σε άλλα παραμύθια να το κάνει κι αυτό…), γιαίνει όμως τις πληγές, και μπορεί να ξαναζωντανέψει τον σκοτωμένο, ακόμη κι αν τον έχουν κάνει κομμάτια, αρκεί να βρεθεί κάποιος να τα ξαναβάλει στη θέση τους και να τον ραντίσει. Αλλά αποκεφαλισμένος ή τεμαχισμένος που έχει πιει στο παρελθόν αθάνατο νερό, είναι ακόμη δυνατόν να παραμείνει ζωντανός; Ή αν του την μπουμπουνίσουν στο κεφάλι και το διαλύσουν;
Πρέπει να είμεθα και πραγματολογικά ακριβείς. Με οσηδήποτε μαγεία, για να είναι ένας άνθρωπος ζωντανός προϋποτίθεται να έχει σώμα.
Alexis said
#110: Η δεξιά χαρακτήριζε Δεκεμβριανά και Εμφύλιο ως κομμουνιστική ανταρσία,…
Είχα δει σε παλιά σχολική εγκυκλοπαίδεια που απαριθμούσε χρονολογικά τα γεγονότα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας:
1946-1949: Ένοπλη ανταρσία του Κ.Κ.Ε.
Jorge said
https://el.wikipedia.org/wiki/Πηγήτηςνεότητας
Alexis said
Τώρα διάβασα το διήγημα και δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Η πλοκή αδύνατη και η ιδέα με το αθάνατο νερό όχι επαρκώς δουλεμένη ώστε να πείθει.
Ο Πανσέληνος γράφει όμορφα αλλά σε ένα λογοτεχνικό έργο αυτό δεν αρκεί, πρέπει ο συγγραφέας να έχει και κάτι να πει.
Πέπε said
129
Η σελίδα δεν υπάρχει, πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε συμπεράσματα, όπως π.χ. ότι ούτε η ίδια η πηγή υπάρχει.
Κι όμως, στη Βικιπαίδεια υπάρχουν εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες ακόμη και για τα ανύπαρκτα. Απλώς στο λινκ έλειπαν τα κενά ανάμεσα στις τέσσερις λέξεις.
Γιάννης Μαλλιαρός said
Περί ανταρτών ή όχι: μα αντάρτικα τραγούδια δεν λέγαμ(ν)ε πάντα (όπως και στο βίντεο στο 111).
Costas Papathanasiou said
Καλημέρα!
“Δεν ήθελε κήπους και πηγάδια ο Ουζιέλ, ήθελε αρχοντικό να δίνει χορούς και να ’χει λούσα.”
Και κάπως έτσι, τα σαλόνια, οι δεξιώσεις, τα πάρτι και η πάρτη μας, σκεπάζουν τελικά και (και στη Σαλόνικα και αλλού) πηγάδι μαύρο, καταχθόνιο, με προαιώνιο πρόγονο, ιδεοληπτικό, βαμμένο με τ’ αθάνατο νερό μα και με αίμα .
Σήκωσες μύτη, στα σαλόνια αλωνίζεις/ έδωσες τόσα, κι άλλα τόσα και τ’ αξίζεις
εκεί που γλείφεις, έφτυνες κι ούτε κουβέντα/ όμως σ’ το λέω σου τελείωσε η ρέντα
εκεί που γλείφεις, έφτυνες κι ούτε κουβέντα/ μα φουκαρά μου σου τελείωσε η ρέντα
Μπανιστηρτζής περιωπής/ ψεύτης βήτα διαλογής- σου λέει «ναι» το σύστημα, μα σε γλεντάει.
Και συ μιλάς σα βασιλιάς/ ο άρχοντας της καρπαζιάς- αυτό το ψέμα σου να ξέρεις θα σε φάει.
https://www.youtube.com/watch?v=9nuVL0U0_eA “Ο άρχοντας” – Σταμάτης Μορφονιός: Στίχοι- Μουσική – Τραγούδι/ Δημήτρης Μυστακίδης : Κιθάρα- φωνητικά/ Νίκος Τατασόπουλός: Μπουζούκι/ Γιώργος Μητσοτάκης : Τζουράς – φωνητικά/ Μανόλης Λιανής : Τζουράς- φωνητικά/ Μαρία Στεφανή : Φωνητικά.
Jorge said
https://en.wikipedia.org/wiki/Fountain_of_Youth
131. Για κάποιο λόγο αφαιρέθηκαν από τα ελληνικά οι κάτω παύλες, σύζυγοι Παύλων. 🙂
Αλφα_Χι said
134.
Υπάρχει η σελίδα κανονικά και με τις παύλες
Jorge said
131. Σίγουρα για πολλά ανύπαρκτα, να φανταστείτε πως έχει άρθρο για το μηδενισμό.
nikiplos said
125@ Η εμφάνιση ενός τρίτου προσώπου είναι σημαντική για την αφήγηση στο πηγάδι, γιατί πρέπει να μπερδέψει τον Ισίδωρο ώστε να πυροβολήσει τον Καβουρμά στην αναμπουμπούλα. Ειδάλλως δεν θα είχε λόγο να τραβήξει το λούγκερ. Κι εγώ έκανα αυτή τη σκέψη, δλδ ότι απλά θα μπορούσαν να βρουν τα ρούχα/πανοπλία ενός Καταλανού καλοδιατηρημένα και το σημείωμα. Όμως δεν θα είχε κανέναν λόγο να πυροβολήσουν τον Καβουρμά. Ο Καβουρμάς πυροβολείται κατά λάθος και μόνο.
Ας μην ξεχνάμε πως το αρχικό σχέδιο είναι ότι ο Καβουρμάς κάτι «αρχαίο» βρήκε και «Αν είναι έτσι, σαλπάρεις απόψε κιόλας«. Δλδ το αρχικό σχέδιο είναι να τον βοηθήσουν να βγάλει το κασόνι που λογικά έχει κάτι πολύτιμο και να το φυγαδεύσουν σε ασφαλέστερο (για αρχαιοκάπηλους) προορισμό.
Pedis said
Γράψιμο άξιο επαίνων. Περιεχόμενο, όχι. (Για το συγκεκριμένο μιλάω.)
nikiplos said
136@ εδώ για να βρούμε την ταινία που περιέγραψα στο προπροηγούμενο τα τσαττζιπιτί κλπ, μας έχουν φλομώσει σε ανύπαρκτες ταινίες! 🙂
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
117# Ναι, για τους 42 ξέρω κι εγώ.
Παναγιώτης Κ. said
110. Αφήγηση ανθρώπου που έκανε την στρατιωτική του θητεία στην επίμαχη περίοδο.
«… Στην μονάδα που υπηρέτησα τους αντιπάλους τους λέγαμε αντάρτες. Ήρθε μια διαταγή που έλεγε να σταματήσουμε να τους λέμε έτσι και να τους λέμε συμμορίτες».
Για μένα πάντως η χρήση του κατάλληλου λεξιλογίου για την τότε περίοδο αλλά και για το πολιτικό σήμερα, έχει σημασία. Δεν θα πω ότι πρέπει να είναι ουδέτερη. Πρέπει να είναι ακριβής. Όπως αλλιώς λέμε, να υπάρχει συνάφεια ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο.
Πηγαίνω τώρα να ψάξω αν υπάρχει κάτι με αυτό που θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε «Το λεξιλόγιο του Εμφυλίου».
Εννοείται πως, κάθε προσφορά δεκτή!
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
141# Τσέκαρε το παρακάτω παράπλευρο, είναι εμπεριστατωμένο, με τα χεράκια μου το έγραψα.
https://www.slang.gr/definition/25838-slangkies-tis-eksorias
Εκεί δες επίσης: ξυλογαϊδάρα, καπαπίτης, φασισμός, πολεμίτιδα, γεροσοφούληδες. Κι αυτά από τα μπροστινά μου πόδια. Μπορεί να έχω κι άλλα, δε θυμάμαι. Υπάρχουν επίσης ο γαλατάς και το τρουμανάκι, αλλά δεν τα έγραψα εγώ οπότε δεν μπορώ να τα προτείνω, χάλια, χάλια λέμε 🙂
Alexis said
#141: Και ο πεθερός μου, που υπηρέτησε τη θητεία του κατά τον Εμφύλιο, αντάρτες τους έλεγε πάντα στις αφηγήσεις του.
Alexis said
#142: Αυτό όμως είναι της εξορίας, για την κατοχή και τον εμφύλιο υπάρχουν και πάμπολλοι άλλοι όροι, όπως εαμοβούλγαροι, ληστοσυμμορίτες, ταγματαλήτες, ΠΑΟτζήδες, χίτες, μοναρχοφασίστες, μοναρχοφασισμός κλπ. κλπ.
michaeltz said
Το ακοστάρω επεκτάθηκε και στο «πλευρίζω πλοία», το λέει και το λεξικό, αλλά μπαίνει κι αυτό στις υπερβάσεις της γλώσσας μας! Το ακοστάρω τι παραπάνω μπορεί να δικαιολογήσει από πλευρίζω στην κόστα, στην ακτή;
Το αντιμάμαλο είναι ναυτικός όρος όσο και οι αχινοί! Είναι θαλασσινή λέξη, που τη μαθαίνεις αν μεγαλώνεις σχετικά κοντά στη θάλασσα και έχεις μπει σε βάρκα. Η περίεργη ανακατωσούρα του νερού όταν τα κύματα κοντράρονται από την αντανάκλαση των προηγούμενων που έσκασαν στο μώλο θέλει προσοχή, μπορεί να βουλιάξει βάρκα!
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
144# Αφού το γράφω πως είναι παράπλευρο βρε μαΐστωρ. Σχετικό όμως. Κι από κάτω δίνω έξι καθαρόαιμα εμφπολ.
nikiplos said
145@ Τα λεξικά αγνοούν κάποιες έννοιες της λέξης αντιμάμαλο… Οι εξηγήσεις (από το αλσ κλπ ) δεν με πείθουν. Αντιμάμαλο λέν οι ιστιοπλόοι και τον ανακλώμενο άνεμο όχι μόνο το κύμα. Αν βάλεις πυκνά τα πανιά, το αντιμάμαλο από το πανί θα κόψει τη φόρα στα άλλα. Και το σήκωμα στα περίεργα σημερινά ιστιοπλοϊκά θέλουν να λάβεις υπόψη σου το αντιμάμαλο. Κι ο κύριος λόγος που τα σύγχρονα ιστιοπλοϊκά δεν έχουν ψηλό κτίσμα στο κατάστρωμα είναι αυτός, να μην έχει το πανί αντιμάμαλο από το κτίσμα. Και οι παλαιοί θαλασσινοί (που κατοικούσαν δίπλα στις θάλασσες και τις ακτές) ήξεραν κι έφτιαχναν τους ανεμόμυλους μακριά από τα σπίτια, γιατί «το αντιμάμαλο του ανέμου από τα σπίτια έδινε κόντρα και συχνά έσπαγε τον μύλο», χώρια που έκοβε τη δύναμη του ευεργετικού ανέμου.
Λάμπας said
141. Πολλά ενδιαφέροντα πολυσύνθετα: εαμοσλαβοκομμουνιστοσυμμορίτες, αθεοβουλγαροκομμουνιστοσυμμορίτες (και τα παράγωγά τους σε -ισμός) κ.τ.λ. Όσο προσέθετες τόσο μεγαλύτερος πατριώτης ήσουν. Σαν τον Καβρουμά ένα πράμα.
ΣτοΔγιαλοΧτηνος said
Αργυρώνητοι και αρνησιπάτριδες μητραλοίες εαμοσλάβοι.
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
Το φρόχειλο που δεν το ξανά ‘χα ακούσει, το ξέρατε; Θα νόμιζα το χείλος, εκεί που σβήνει ο αφρός του νερού και καλά, αντί φιλιατρό, πηγαδόχειλο, στόμιο τελοσπάντων, όμως είναι αρχαίο λέει:
το χείλος, το στηθαίο φρέατος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φρέαρ + χείλος, μέσω ενός τ. φρεώχειλο].
Βιβλία
Το φιλιατρό του πηγαδιού
Το Φύλλο, το Πηγάδι, το Αγγέλιασμα
ΕΦΗ - ΕΦΗ said
139, Να δεις που γκούγκλαρα «προβέντα» έθιμο,ένα ψωμί του γάμου, που άκουσα αυτές τις μέρες ως έθιμο (το σπάει η νύφη, μετά το γάμο, στο κεφάλι ή στο γόνατο και το μοιράζει στους καλεσμένους και έβγαλε η ΑΙ ότι είναι τα προικιά, η προίκα που δινότα παλιά, στα πέρα αμπέλια δηλαδή αυτοσχεδιασμός. Και πολλά άλλα, μα αυτό το έχω πρόσφατο.
dryhammer said
Θυμήθηκα την εξήγηση που μου είχε δώσει κάποτε προπονητής (και ολίγον μπαρκαρούτσος) για το λόγο που οι γυναίκες δρομείς (αυτές άραγε πώς θα τις πούμε -δρομούσες;) φορούνε σφιχτά κορμάκια: «Γιατί όταν τρέχουνε, τα βυζιά τους κάνουνε αντιμάμαλο και τους κόβουνε τη φόρα»
Πέπε said
Υπάρχει μία έννοια, που δεν ξέρω αν είναι ακριβώς το αντιμάμαλο, που στα αγγλικά λέγεται undertow. Ήταν λοιπόν ένα μυθιστόρημα, του Τζον Έρβινγκ, όπου κάποιος λέει κάτι σχετικό με το undertow, κι ένα παιδάκι, που δεν ήξερε τη λέξη, το στραβάκουσε undertoad. Toad είναι ο φρύνος. Το παιδάκι λοιπόν αρχίζει να φαντάζεται διάφορα τρομαχτικά μ’ έναν γιγαντιαίο τερατώδη βάτραχο που είναι κάτω από… τι άραγε; , και αυτός ο ανομολόγητος τρόμος του, βασισμένος σ’ ένα παράκουσμα, διατρέχει όλο το μυθιστόρημα.
Αλλά το θέμα είναι ότι εγώ το είχα διαβάσει στα ελληνικά. Πώς μπορεί ένας μεταφραστής να αποδώσει όλη αυτή την ιδέα; Ο συγκεκριμένος έβαλε «αντιμάμαλο» – «αντιβάτραχο». Όχι και πολύ πειστικό για παράκουσμα, και ούτε ιδιαίτερα σαφές, δεδομένου ότι δεν το ξέρουν όλοι το αντιμάμαλο ώστε να έχουν ακριβή εικόνα του πόσο τρομαχτικό είναι και, άρα, πόσο λιγότερο τρομαχτικό από τον αόριστο εφιάλτη του Αντιβάτραχου.
Αλλά σάμπως μπορούσε (ο μεταφραστής) να κάνει και τίποτα καλύτερο;
xar said
@153
Θα μπορούσε ίσως: υπόγειο / υποθαλάσσιο ρεύμα -> ~ πνεύμα;
Θα πρέπει βέβαια να κολλάει και στο υπόλοιπο κείμενο. Γενικά τα λογοπαίγνια είναι από τα πιο αμετάφραστα πράγματα, μόνο κατά τύχη (να υπάρχει κάτι ανάλογο στην άλλη γλώσσα) και έμπνευση της στιγμής (στην οποία δεν βοηθάει ότι το μυαλό συνήθως κολλάει στις λέξεις του πρωτότυπου) μπορεί να γίνει κάτι πετυχημένο.
xar said
@154
Και αν στο βιβλίο το undertow είναι κάτι επικίνδυνο, θα μπορούσε και το παράκουσμα να είναι και κακό ρεύμα -> κακό πνεύμα, που φαίνεται πιο πιθανό.
Διαφορετικά, και εφόσον μιλάμε για λογοτεχνία που επιτρέπει κάποια μεγαλύτερη ελευθερία, θα μπορούσε ως μεσοβέζικη λύση στη μετάφραση να μην υπάρχει παράκουσμα, αλλά παρανόηση, π.χ. οι μεγάλοι να λένε κάτι σαν «αυτό το ρεύμα είναι σωστό θεριό» και το παιδάκι να φαντάζεται διάφορα. Δύσκολο όμως εγχείρημα όμως μια τέτοια αντιμετώπιση, μπορεί να κρύβει παγίδες και θέλει μεγάλη προσοχή, είναι σαν να πας να κάνεις τριπλό μπαϊπάς στο πρωτότυπο. Θα το απέφευγα εκτός αν ταίριαζε πάρα πολύ καλά (πάλι κατά τύχη βέβαια).
Πέπε said
151
Γιατί η ΤΝ (δε θυμάμαι αν είναι Τσατ γτπ ή άλλο) πετάγεται εκεί που δεν τη σπέρνουν σε κάθε γκουγκλάρισμα; Είπαμε να προσπαθούμε να τη χρησιμοποιούμε με μέτρο γιατί είναι ενεργειοβόρα, και μιλάμε είναι αδύνατον, τη βρίσκεις συνέχεια μπροστά σου! Ακόμα και στο πρόγραμμα που ανοίγει τα πδφ, που κανονικά δεν έχει σχέση με ίντερνετ.
Jorge said
Το αντιμάμαλο είναι αυτό ακριβώς, η επιστροφή του νερού όταν το κύμα βρίσκει εμπόδιο παραλία ή προκυμαία ή στην διαμόρφωση του βυθού στα ρηχά.
Αυτό το νερό που παλινδρομεί, το κάνει επιφανειακά αλλά και υποβρυχίως. Το τελευταίο είναι το undertow.
Και τα δύο,πνίγουν στο λέπτο.
Άντε και στις ρεστίες.