Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ένα φοβισμένο λιανοτράγουδο του Λαπαθιώτη για τη μέρα της ποίησης

Posted by sarant στο 21 Μαρτίου, 2010


Κυριακή σήμερα, πρώτη μέρα της άνοιξης αλλά και παγκόσμια μέρα ποίησης, 21 Μαρτίου. Γι’ αυτό, αντί να σχολιάσω τα γλωσσικά ή την τρέχουσα επικαιρότητα, οπότε και θα μαυρίσει η καρδιά μας, σκέφτηκα ν’ αφιερώσω το σημερινό άρθρο στην ποίηση, όπως έχω κάνει και με άλλα κυριακάτικα άρθρα στο παρελθόν. Όμως, ταυτόχρονα, καλώ τους επισκέπτες του ιστολογίου να προσθέσουν στα σχόλια κι ένα ή περισσότερα ποιήματα που αγαπούν. Μπορεί να είναι δικά τους (σκέφτομαι ότι μερικοί ιδιαίτερα προικισμένοι φίλοι του ιστολογίου μπορεί και να γράψουν επί τούτου κάτι), μπορεί να είναι αγαπημένου τους ποιητή. Θα προτιμούσα να μην είναι πολύ γνωστό, και στην ιδανική περίπτωση να μην υπάρχει ήδη στο Διαδίκτυο (να μην γκουγκλίζεται), αλλά δεν θέλω να σας βάλω περιορισμούς. Ό,τι ποίημα κι αν βάλετε, καλό θα είναι.

Εγώ πάντως διάλεξα να βάλω ένα ποίημα αγαπημένου μου ποιητή, του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, που σίγουρα δεν υπάρχει στο Διαδίκτυο. Όχι μόνο στο Διαδίκτυο, αλλά πιθανότατα πουθενά δεν μπορείτε να το βρείτε, μόνο σε μια διδακτορική διατριβή ή στα χαρτιά του Λαπαθιώτη στο ΕΛΙΑ. Στα τέλη του 1908, ο νεαρός Ναπολέων Λαπαθιώτης, όχι ακόμα 21 χρονών, φουλ ερωτευμένος με τον Μανώλη Κορτέση, τον νεανικό του έρωτα, γράφει μια σειρά από μικρά δωδεκάστιχα ποιήματα (ή εξάστιχα, αν γράψουμε δύο οχτασύλλαβους στίχους σαν έναν), σύνολο 17 ποιήματα αριθμημένα στα χαρτιά του με λατινικούς αριθμούς. Τα περισσότερα από αυτά τα δημοσιεύει αμέσως, στην εφημ. Αυγή της Λευκωσίας (31.12.1908), με τίτλο «Χαρωπά τραγουδάκια για να περνάει η ώρα» και σε άλλα έντυπα μέσα στο 1909. Στην έκδοση των ποιημάτων του από τον Δικταίο/Φέξη το 1964 δημοσιεύονται 12 από τα ποιήματα αυτά. Έτσι, συνολικά, τα 16 από τα 17 «λιανοτράγουδα» του Λαπαθιώτη έχουν δημοσιευτεί και κάποια έχουν γίνει ευρύτερα γνωστά, διότι έχουν μελοποιηθεί. Πράγματι, οι στίχοι έχουν εξαιρετική μουσικότητα και δροσιά, και θυμίζουν τα λιανοτράγουδα του Μεγάλου Ερωτικού. Ακούστε εδώ από την Ελευθερία Αρβανιτάκη, το «Σαν αεράκι», σε μουσική Μανώλη Πάππου. Δεν πρόκειται για μελοποίηση ενός συγκεκριμένου ποιήματος· ο συνθέτης κορφολόγησε στροφές από τέσσερα διαφορετικά «χαρωπά τραγουδάκια».

Όμως, υπάρχει κι ένα «χαρωπό τραγουδάκι», το υπ’ αριθ. VII, που δεν δημοσιεύτηκε ποτέ, ούτε σε περιοδικό, ούτε στην έκδοση του Δικταίου/Φέξη (σήμερα Ζήτρου), ίσως επειδή δεν είναι χαρωπό αλλά φοβισμένο. Σήμερα, 101 χρόνια και 3 μήνες από τη μέρα που γράφτηκε, ταιριάζει να βγει από την αφάνεια.

VII

Χτυπάνε στην οξώπορτα
τοκ, τοκ!… και πώς φοβάμαι
Έλα, γλυκιά λαχτάρα μου,
έλα, μαζί να πάμε.

Τα πόδια μου κοπήκανε
και δε μπορώ να τρέξω
Θαρρώ πως είναι ο θάνατος
και μου φωνάζει απ’ έξω

Έλα… και μόλις μας ιδεί
πιασμένους απ’ τη μέση,
θε να δακρύσει ο θάνατος
και θα μας συμπονέσει.

Κλείνοντας, ξαναλέω ότι όποιος θέλει να προσθέσει στα σχόλια αγαπημένα του ποιήματα, ει δυνατόν όχι πολύ γνωστά, είναι καλοδεχούμενος.

Advertisements

58 Σχόλια to “Ένα φοβισμένο λιανοτράγουδο του Λαπαθιώτη για τη μέρα της ποίησης”

  1. Alfred E. Newman said

    Έχει αφιερωθεί ήδη ιδιωτικά:

    Πόσοι τρόποι

    Όταν συμφωνήσαμε
    Να λέμε κάθε τι μόνο μια φορά
    Δεν πρόβλεψα
    Ότι πρέπει να βρω
    Αμέτρητους διαφορετικούς τρόπους
    Για να σου λέω
    Σ’αγαπώ.

  2. Ύστερα από οκτώ χρόνια έμαθε πως το
    τηλέφωνό της εκείνο το βράδυ ήταν
    χαλασμένο.

    Μανώλη Αναγνωστάκη από το ΥΓ.
    Ιδιωτική Έκδοση σε 100 αντίτυπα, 1983

  3. ηρώ διαμαντούρου said

    Καλημέρα Σάραντ, ξεδιαλέγοντας μερικά μάλλον άγνωστα ποιήματα που έχω συλλέξει από δω κι από κει, προτίμησα τελικά αυτό για τη σημερινή μέρα…

    Διασάκι

    Να μη σε δω και ξαναβγείς
    και κάτσεις στο μπαλκόνι
    κ΄ έχεις απά στο κάγκελο
    το πόδι ανεβασμένο.
    Περνούσε ο γυιός της Ντόμινας
    και ρέκαξε ο τσαχπίνης.

    Περνούσε ένας πραματευτής
    και κόπηκε η μιλιά του.
    Περνούσε κι ο Μπαρμπα-Χατζής,
    σαράντα χρόνια χήρος,
    και κρυφοκοντοστάθηκε
    κ΄ έσαξε τα γυαλιά του.

    1924, Μπεγιάζης Βρανάς

    Στη σελίδα http://www.emprosnet.gr/ArtAndEntertainment/?EntityID=449ba26b-d828-4bfa-b45e-27be48bef334 υπάρχει μέρος του ποιήματος, όχι όλο. Γι’ αυτό και τελικά το έβαλα εδώ.

    Διαβάστε τώρα το παρακάτω (από την ίδια ιστοσελίδα). Έχει πλάκα και η σύμπτωση με το θέμα του άρθρου που έγραψε ο Νίκος τις προάλλες εδώ μέσα, αυτό με τον τίτλο «Μερικές ιδέες για να “ξετουρκέψουμε” τη μαγειρική».

    «Με χτυποκάρδι αρχίζω τώρα να σας μιλήσω για τον Βρανά τον Μπεγιάζη. (…) Βρανάς Μπεγιάζης δεν είναι ψευδώνυμο. Ψευδώνυμο είναι το Θείελπης Λευκίας. Είναι μάλιστα ψευδώνυμο που δεν φέρει την ευθύνη του εκείνος. Του το κόλλησε ο πατέρας του, ένας εκκεντρικός αρχαιοθαυμαστής. Του το κόλλησε που λέτε όταν ακόμα ήταν ανίκανος να διαμαρτυρηθεί. Μπεγιάζης τούρκικα θα πει άσπρος. Είναι το παλιό οικογενειακό τους όνομα που ο πατέρας του τ’ άλλαξε σε Λευκίας. Μα ο ίδιος, καθώς βλέπετε δεν φοβάται τα τούρκικα. Αυτό θα το δείτε και στους στίχους του. Τι τα θέλετε, αυτοί που προσέχουν μην πούνε κανένα τούρκικο μου θυμίζουν εκείνους που φοβούνται τα μικρόβια. Θα μας έπαιρνε πολύ ώρα αν θέλαμε να εξετάσουμε κάπως το ζήτημα, μα μου φαίνεται ότι κάποια μέρα, θα αναγνωριστεί γενικώς πως το να δέχεσαι ανεπιφύλακτα και να πολιτογραφείς κάθε ξένη λέξη που εισάγει στη γλώσσα η ζωή, είναι δείγμα μεγάλης εθνικής ακμής και υγείας…»

    Αυτό. Περισσότερα για τον Μπεγιάζη Βρανά μπορείτε να δείτε στην ιστοσελίδα που προανέφερα.

    Μια σημείωση: την λέξη «διασάκι» δεν την γνώριζα, βρήκα εδώ http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=9939.0 ότι σημαίνει απαγόρευση. Βρήκα όμως και εδώ http://e-thaki.blogspot.com/2009_05_01_archive.html ότι σημαίνει «Διόρθωμα, φκιάσιμο. Πχ: δεν παίρνει διασάκι». Διαλέγετε. Θα είχε πλάκα να είναι και το δεύτερο, να διορθώσει πχ το φουστάνι της έτσι όπως κάθεται στο μπαλκόνι. Ή την συμπεριφορά της…

  4. Ίσως λίγο αφελές, αλλά μου φέρνει στο νου αμέτρητες καλοκαιρινές εικόνες της ώριμης εφηβείας – το ανέμελο χάζεμα στη θάλασσα καθώς έπεφτε ο αέρας το σούρουπο και πλάθαμε σενάρια για να κατακτήσουμε το κόσμο και ευγενικές δέσποινες…

    Αγκαθονήσι
    Ο ήλιος πλάγιασε στα φιδολούλουδα
    ο μαΐστρος δίστασε:
    μπα, το φεγγάρι.

    Ξεφυλλίζω έν’ αστέρι
    και σου στέλνω το φως.

    Ε. Γ. Ασλανίδης, 1972-75

  5. @1. Τι ωραίο!

  6. Alfred E. Newman said

    @5
    Ευχαριστώ Μιχάλη.

  7. Μαρία said

    6, Θέλουμε κι άλλα.

  8. Alfred E. Newman said

    Σχέδια για μια περιγραφή

    Zούσε μια ζωή
    μουσική,
    τονισμένη
    σε μελωδίες ξεχασμένες.

    Στα μάτια της
    φαινόταν η ηρεμία και η αγάπη,
    όπως το φεγγάρι φαίνεται στη λίμνη
    χωρίς να της ανήκει.

    Ήταν ποθητή
    σαν την όαση στην έρημο,
    μα ήταν κι’ αυτή
    αντικατοπτρισμός.

    Tην περίμενε σαν την άνοιξη,
    ήρθε
    σαν ανοιξιάτικη βροχή.
    Κράτησε τόσο λίγο.

  9. gbaloglou said

  10. Μαρία said

    ΒΙΑΘΑΝΑΤΟΣ ή ΧΡΟΝΟΝΟΣ
    εις Ζωήν-Ελοϊζίαν Βαλαωρίτη

    Τρελή ζωή
    Σκληρή ζωή
    Ζωή με τον πατέρα
    Σκατοζωή
    Ζωή πεζή
    Μεγάλη ζωή
    Περιπετειώδης ζωή
    Χαμοζωή
    Ζωή να ‘χεις
    Ζωή Καρέλη
    Μοναχική ζωή
    Ερωτική ζωή
    Στερημένη ζωή
    Ζωή παράξενη
    Πολεμική ζωή
    Ζωίτσα Κουρούκλη
    Κρυφή ζωή
    Εμπορική ζωή
    Ζωή χαμένη
    Κενή ζωή
    Ηρωική ζωή
    Ανθρώπινη ζωή
    Συζυγική ζωή
    Νόημα της ζωής
    Βρεφική ζωή
    Ζωή χωρίς νόημα
    Αστική ζωή
    Ζωή στο Μεξικό
    Φιλοσοφική ζωή
    Φυτική ζωή
    Βασιλική ζωή
    Ζωή και Τέχνη
    Κλεμμένη ζωή
    Ζωή στο διάστημα
    Ζωή ονειρώδης
    Κοινωνική ζωή
    Ξένος στη ζωή.
    Κινηματογραφική ζωή
    Δημοκρατική ζωή
    Εγκληματική ζωή
    Ζωή σε σας
    Εύθυμη ζωή
    Πνευματική ζωή
    Λανθασμένη ζωή
    Μεθυσμένη ζωή
    Ζωή χαώδης
    Αθλητική ζωή
    Ποιητική ζωή
    Ζωή μαλακισμένη
    Ζωή ζωεμπόρου
    Διπλή ζωή
    Ψυχική ζωή
    Έκλυτος βίος
    Καθιστική ζωή
    Ζωή εμποδισμένη
    Ζωή Θανάτου
    Ζωή Καραβίδα
    Ζωή βασανισμένη
    Ένοχη ζωή
    Σεξουαλική ζωή
    Πεθαμένη ζωή
    Πολιτική ζωή
    Γλυκιά ζωή
    Τυχοδιωκτική ζωή
    Σκυλίσια ζωή
    Στρατιωτική ζωή
    Χριστιανική ζωή
    Ζωή του αυτόχειρος
    Οργιαστική ζωή
    Ζωή και επιστήμη
    Ζωή και κότα
    Ζωή ζωώδης
    Ζωηρή ζωή
    Επαναστατική ζωή
    Θλιβερή ζωή
    Ζ ω ή ε ί ν’ α υ τ ή;
    [1964;]
    Γιώργος Β. Μακρής

  11. Alfred E. Newman said

    @10
    Ο φίλος Γιώργος Μακρής προοειδοποιούσε από πριν: «Ζωή του αυτόχειρος». Κανείς δεν το πίστευε ωσότου το έκανε.

  12. Immortalité said

    @ 11 Κανείς δεν σε πιστεύει ωσότου να το κάνεις…

    Υπεροχα τα ποίηματά σας Αλφρεντ.

  13. Immortalité said

    Η Άνοιξη

    Η Άνοιξη ήρθε φέτος νωρίτερα
    ανατρέποντας την πορεία του κρύου χειμώνα
    που μας είχε κυριεύσει.
    Η Άνοιξη μας βρήκε απροετοίμαστους
    αν και ελπίζαμε στην άφιξή της.
    Η Άνοιξη έφτασε συγκλονιστικά
    όταν είχαμε πιστέψει
    ότι μόνο παγετώνες θα ακολουθούσαν.
    Το γελαστό και τρυφερό πρόσωπο
    και την αναγεννητική παρουσία
    οι υπόλοιποι δεν την αντιλήφθηκαν.
    Μόνο εμείς την αισθανθήκαμε
    σε όλη της την ένταση και ζεστασιά.
    Η Άνοιξη από φέτος έχει ανθρώπινο πρόσωπο
    χαραγμένο με εμπειρίες και απογοητεύσεις
    αλλά ποτισμένο στο ρεαλισμό της αισιοδοξίας.
    Το πρώτο γράμμα της -το πρώτο γράμμα μας-
    είναι η αρχή μιας πορείας ως το ωμέγα
    -όσο γίνεται αργότερα.
    Η Άνοιξη ήρθε μόνο για μας φέτος.

    Αν και δεν το έχω γράψει εγώ είναι δικό μου…

  14. Alfred E. Newman said

    @12-13 Immortalité

    Μάλλον θα ξέρετε το δίλημμα του Εγγονόπουλου αν οι άγγελοι ζηλεύουν ή ζουλεύουν.
    Σας ζουλεύω λοιπόν για τα «περιουσιακά» σας ποιητικά στοιχεία και φυσικά σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια.

  15. Ορίστε, αυτά είναι του φίλου μου του Σταμάτη Πολενάκη:

    ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
    Εγκαταλείπω την ποίηση ακριβώς όπως ένας ταξιδιώτης
    εγκαταλείπει για πάντα το σπίτι του και χάνεται στη χιονισμένη νύχτα

    Κάποιος που δεν αναγνωρίζω σκύβει πάνω από σκοτεινά νερά
    δεν υπάρχει άραγε άλλος τρόπος για να τελειώσει αυτό το ποίημα;

    Δε ζήτησα ποτέ ένα τέτοιο βάρος, απάλλαξέ με, Κύριε,
    από αυτή την πέτρα που μου πλακώνει το στήθος.

    ΝΟΤΡ ΝΤΑΜ Ή ΤΟ ΑΣΥΛΟ ΤΟΥ ΚΩΔΩΝΟΚΡΟΥΣΤΗ
    Μια στιγμή διαρκεί μόνο η ζωή / στην ποίηση μπαινοβγαίνει
    αιωνίως ο θάνατος
    (Εδώ ο πνιγμένος πάντα απ’ τα μαλλιά του πιάνεται και ο ποιητής από το τίποτα)
    Με γρήγορο βήμα μπαίνω στο φέρετρο μέσα και γεμίζει το πρόσωπο χώμα
    (Στο όνειρο πάντα κάποιος προθυμοποιείται να κλείσει το καπάκι)

    Στην τέχνη αυτή στριφογυρίζω διαρκώς. Όπως στριφογυρίζει άγρυπνος ο νεκρός στον τάφο του.

  16. Φανή said

    Σαν τον πόνο της καρδιάς μου που από παλιά έχει χαμένη τη σημασία του,
    οι ηλιακτίνες ντυμένες το σκοτάδι
    κρύβονται κάτω από τη γη.
    Σαν τον πόνο της καρδιάς μου στο άξαφνο άγγιγμα της αγάπης,
    αλλάζουν τα πέπλα τους στο κάλεσμα της άνοιξης
    και βγαίνουν έξω στο καρναβάλι των χρωμάτων
    με λούλουδα και φύλλα.

    Ρ. Ταγκόρ

  17. ηρώ διαμαντούρου said

    Ταξίδι

    Αμέλησα να πω για το ουράνιο τόξο:
    φώτισε το ξεκίνημα του καραβιού μας τότε,
    πριν πέσει η νύχτα με φουρτούνα δυνατή.
    Γνωστή η θάλασσα, μικρή.

    Όλοι γυρίσαμε μες τη σιωπή να δούμε
    -κι έπειτα χάθηκε, σαν έσβησε και ο ήλιος.
    Και το καράβι έφυγε.

    Κι επέπλεε στη θάλασσα ο πόθος μας για δίκιο.
    Κι ενώ τα κύματα χτυπούσαν το σκαρί,
    δεν φοβηθήκαμε, μαντέψαμε τον θάνατο.

    Αλλά, δεν ήρθε.
    Κι έτσι, αράξαμε στη γη,
    αθόρυβα επιστρέφοντας στο γνώριμο δωμάτιο,
    κάτω από την όμορφη οροφή
    που χτίσαν οι θεοί να μας ξεχάσουν.

  18. sarant said

    Σας ευχαριστώ όλους, έλειπα και γύρισα τώρα και είδα πολλά καλά ποιήματα!

    Μια διευκρίνιση: Ηρώ, ο Λευκίας, αν δεν κάνω λάθος, που δεν θα έπρεπε γιατί ήταν φίλος του παππού και της γιαγιάς μου, είχε επώνυμο το Μπεγιάζης.

  19. ηρώ διαμαντούρου said

    σωστό, έπρεπε να είχα βάλει κόμμα (Μπεγιάζης, Βρανάς).

  20. ηρώ διαμαντούρου said

    Νίκο, έχεις μήπως καμιά οικογενειακή αφήγηση για τον ποιητή αυτόν; τον είχες γνωρίσει εσύ;

  21. Μαρία said

    Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε…, 1975
    σ.109κεξ.
    Άλλο μουτράκι μυτιληναίικο στο πάνθεο της Λεσβιακής Άνοιξης ήταν ο Θείελπης ο Λευκίας. Παλιός γιατροφιλόσοφος και γλωσσαμύντορας ο πατέρας του, λεγόταν Μπεγιάζης, (μπεγιάζ τουρκικά σημαίνει άσπρος) άλλαξε το όνομά του και το έκανε Λευκίας. Τα παιδιά του τα βάφτισε με ονόματα φτιαγμένα απο τον ίδιο, Λέσβανδρος, Θείελπης και Κρινάνθη -θεός φυλάξει! Ο Θείελπης, μαλλιαρός ώς το κόκαλο, αποκατέστησε την γλωσσική του τιμή και πήρε ψευδώνυμο Βρανάς Μπεγιάζης, πλην στο ληξιαρχείο ήταν γραμμένος Θείελπης Λευκίας, και με τούτη τη γλωσσική μουτσούνα μπήκε κατόπι και στη Βουλή, και θυμάμαι τη δυσφορία του, όταν ο πρόεδρος καλούσε τους βουλευτές ονομαστικά σε καμιά ψηφοφορία ή ένσταση απαρτίας! Έγραψε λίγα ποιήματα εκλεχτά σε ύφος δημοτικού τραγουδιού αλλά με συγχρονισμένο αίσθημα, εκφραστικά της ψυχής του νησιού μας, της πονεμένης και ειρωνικής:
    [παραθέτει το ποίημα της Ηρώς,3 αλλά τυπωμένο σε 15σύλλαβους]

    Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε με τον τίτλο «Διασάκι», που σημαίνει απαγόρεψη!
    Ήταν ο Θείελπης και άφταστο ταλέντο λιβελογράφου. Θυμούμαι, πολλά χρόνια κατόπι, τον Αλέξανδρο Σβώλο να σκάει στα γέλια μ’ ένα λίβελο του Λευκία ενάντια στον Παπανδρέου. Με κάτι τέτοια του συχωρνούσε πολλές πολιτικές στραβοτιμονιές. Αλησμόνητος έμεινε κείνος ο λίβελος του με την αρκούδα.

    Είχε έρθει τόντις μια Κυριακή πρωί στη Μυτιλήνη ο Παπανδρέου, όπου την αποβίβασή του απο το βαπόρι την ακολούθησε η αποβίβαση ενός αρκουδιάρη με την αρκούδα του. Μπροστά ο Παπανδρέου, πίσω η αρκούδα και πλήθος κόσμου πιο πίσω, πήραν τον ίδιο δρόμο στην προκυμαία. Σωστό πανηγύρι. Όμως σε μια μοιραία στιγμή, η αρκούδα κι ο αρκουδιάρης στρίβουν σοκάκι να μπούνε στην αγορά και τότε το ασκέρι χύνεται αλίμονο πίσω απο την αρκούδα κι αφήνει έρημο τον πολιτικό με δυο τριες φίλους να συνεχίσουν το δρόμο μελαγχολικοί.

    σ.117
    Δεινό μεθύσι έκανε ο Θείελπης ο Λευκίας, αγρίευε, κυριευόταν απο μανία καταστροφής κι άρχιζε τα σπασίματα, όμως του έριχνε καμιά ματιά ο Μυριβήλης κι έμπαινε ευθύς στο καβούκι του.

  22. Η ΦΥΛΑΚΗ

    Τὸ χειρότερο δὲν εἶναι
    ποὺ μ’ ἔκλεισαν σ’ αὐτὴ τὴ φυλακὴ
    καὶ πῆραν τὰ κλειδὶὰ κι ἔφυγαν.
    μὰ ποὺ δὲν ξέρω ὥς ποῦ φτάνει ἡ φυλακή μου,
    ποὺ δὲν ξέρω τὸ περίγραμμά της,
    γιὰ νὰ κάνω ἐπιτέλους
    σὰν ἄνθρωπος κι ἐγὼ
    μιὰν ἀπόπεορα ἀποδράσεως.

    Κώστας Μόντης

  23. μπετατζής said

    …δυο στιχάκια μου, για τους οικοδόμους, που ήταν, είναι
    και θα είναι «περιθώριο» .Όπως (περιθώριο) ήταν κι ο
    Λαπαθιώτης…

    Η περηφάνια του οικοδόμου

    Εμένα η καψομάνα μου,
    με γέννησε στ’ αλώνι !
    Εκεί που ξύλα έκοβε,
    εκεί την πιάσαν’ πόνοι.
    Κι είδα το πρώτο μου το φως,
    στη λάσπη και στο χιόνι.

    Και γίνηκα ένας μάστορας
    κι έγινα λασπομάχος,
    να φκιάνω σπίτια στους φτωχούς,
    σαν γλύπτης, σαν ζωγράφος!
    Αυτή ‘ναι η περηφάνεια μου
    και μάρτυράς μου ο Άθως !
    ………………………..
    Λασπούλα πιάνει ο σπούργητας
    να φκιάσει το τσαρδί του.
    Λασπούλα ήταν κι ο ντουνιάς
    στα χέρια Του Υψίστου,
    που μου ‘δειξε την τέχνη Του
    και τη μαστορική Του

    και γίνηκα ένας μάστορας
    κι έγινα λασπομάχος,
    να φκιάνω σπίτια στους φτωχούς,
    σαν γλύπτης, σαν ζωγράφος!
    Αυτή ‘ναι η περηφάνεια μου
    και μάρτυράς μου ο Άθως !

  24. Μαρία said

    http://omogeneia.ana-mpa.gr/press.php?id=9395

  25. sarant said

    Ηρώ, όχι, δεν τον γνώρισα τον Λεφκία (έτσι το θυμάμαι εγώ γραμμένο) -πέθανε πριν γεννηθώ, αλλά θυμάμαι που τον μελετούσαν οι δικοί μου, μεταξύ άλλων εξαιτίας του επωνύμου. Όμως, πρόλαβε η Μαρια κι έβαλε τις αναμνήσεις του Πανσέληνου (αυτόν τον πρόλαβα!)

    Μπετατζή, ευχαριστώ, ωραίο!

  26. ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ

    Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
    Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
    τίποτα και προσπερνούνε. ‘Ομως μερικοί
    κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
    και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
    Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
    δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
    Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
    και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
    γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
    Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
    Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
    για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
    ‘Ισως τα ποιήματα που γράφτηκαν
    από τότε που υπάρχει ο κόσμος
    είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
    για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

    Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

    Γιώργης Παυλόπουλος, από τη συλλογή Τα Αντικλείδια.
    Αντιγραμμένο (από πού αλλού;) από τ’ άλλο το κονάκι του Νικοκύρη (http://www.sarantakos.com/kibwtos/paulopoulos_antikleidia.html)

  27. Μαρία said

    Νίκο, δες κι αυτό. Η γυναίκα του Αγλαΐα ζει ή ζούσε μέχρι πρόσφατα.
    http://tinyurl.com/yk5tory

    Με ποιο κόμμα πολιτεύτηκε;

  28. Μαρία said

    Τιπούκειτε, στο βιβλίο με τα γραπτά του Μακρή η 1η φωτογραφία του είναι απ’ τη μπουάτ «Τιπούκειτος».

  29. Μπουκανιέρος said

    Αφού πρώτα μέβαλες, Νίκο, να σκαλίσω βιβλία με κιτρινισμένες σελίδες, έλεγα να σας γράψω απλώς την καλημέρα μου. Εκείνη όμως τη στιγμή, ακριβώς, έπεσε το λινκ του σχολίου 24, και σκέφτηκα ότι εδώ χρειάζεται ένα κείμενο, κατά κάποιο τρόπο, διαμαρτυρίας. Μην έχοντας κάτι άλλο εύκαιρο, κοπυπαστάρω το αμέσως επόμενο, που το βρίσκω κάτω από έναν εγγλέζικο τίτλο (που εδώ παραλείπεται).

  30. Μπουκανιέρος said

    Δεν είναι η ποίηση που χτυπάει την πόρτα αλλά μια γυναίκα με μωβ σάρκα μεταμορφωμένη σε ηλεχτρική κιθάρα στολισμένη με λουρίδες κακίας και ζήλειας απειλητική τη βάζω στη μπρίζα κι αρχίζει να στενάζει όπως τα στρείδια την ώρα που τους παίρνουν το μαργαριτάρι
    Δεν είναι η ποίηση που χτυπάει την πόρτα είναι χοροί αγκαθιών που μεταναστεύουν στα μάτια μου βουνά κακάο που βασιλεύουν στην πίκρα μου κι ένας πρίγκηπας μικρός με μακριά ξανθά νερά και γαλάζια νύχια που η εκδικητική γκόμενα τον φωνάζει «αγόρι μου»
    Δεν είναι η ποίηση που γλύφει την πόρτα είναι οχετοί αρωμάτων δίχως μυρωδιά που με πνίγουν είναι κουδούνισμα που εξαπλώνει τις φλόγες του κι η πυρκαγιά κάνει το κεφάλι μου στέμμα – ο δρυοκολάπτης που ξέρει ξυλογλυπτική χαράζει τη φωλιά του στην άδεια καρδιά μου
    Δεν είναι η ποίηση που έρχεται είναι χρυσές φυσαλίδες πούναι ανάσες μανιταριών κι είμαι εγώ που δεν μπορώ ναναπνεύσω τα σκουριασμένα καρφιά τα βράγχια μου βραχυκυκλώθηκαν είμαι γω που σκάζω σα φρούτο πάνω στο δέντρο το ζωγραφισμένο στην κοιλιά σου
    Δεν είναι η ποίηση η γκόμενα μου αλλά το στολισμένο χάος η υπέροχη αυτοχτονία τα πράσινα μαξιλάρια του μη-ύπνου η κόκκινη κουβέρτα λερωμένη απ’ το σπέρμα των ψαριών το χαλί γιομάτο μύδια και κοράλια δεν είναι η ποίηση η αγάπη μου αλλά ούτε η γυναίκα-φακίρης των πλεχτών φιδιών και του πράσινου φλάουτου είναι ξανά το στολισμένο χάος το Τίποτα-Τίποτα που χτυπάει την πόρτα, γλύφει την πόρτα, έρχεται, η αγάπη μου

  31. Μπουκανιέρος said

    (με λίγη καλή θέληση, μπορεί να θεωρηθεί «ποίημα».)

  32. Μαρία said

    ΨΗΦΙΟ ΠΡΩΤΟ

    Ποτέ με χειρονομίες ανδριάντων
    γενναίες ωστόσο επιμένουν μερικοί,
    (ας μην πούμε ποιοι, ούτε και πότε)
    ίσως και μόνο μ’ ένα νεύμα,
    όχι βέβαια του φερόμενου επί των υδάτων
    ως εν καιρώ νεφέλης, ούτε αυτό·
    πού άλλωστε καιρός και όρεξη
    για μεταφυσική μετάλλαξη και προεκτάσεις,
    ξέρετε στις μέρες μας να μετράει το θάμπος;
    ή απ’ τα principia το μεγαλείο;
    όσο γίνεται λοιπόν απλά, πολύ απλά
    έως τα έσχατα
    εκεί που φθείρεται σε ταπεινότητες,
    ή το χειρότερο όταν ματώνει
    μέσα σε βάτα αγκαθερά, σε τετριμμένα,
    κι ένα παραπάνω άδοξα, πολύ θλιμμένη,
    η λογική.

    Ώσπου νύχτα πια, προς του ονείρου μας
    γλιστράει τα ύφαλα, δεμένο ως είναι
    και λικνίζεται, πλάι σε σκούνες·
    εκεί, στα μαλακά σημεία γεννάει αυγά,
    συνήθως από δυναμίτη ή και σκωρίαν,
    για μόνο να χαρεί τον βρόντο η ανώμαλη,
    προς τα μεσούρανα το τίναγμα
    ή το αιφνίδιο μπατάρισμα η παθιασμένη
    και να μ’ αφήσει άλαλο…
    ύστερα πολύ, ενώ κοπάζει ο εξιλασμός,
    κινάει με τα πρωινά παιδιά να φύγει,
    (πάντα κινάει πικραμένη
    κατά τες ανηφοριές…)

    Μέρα τη μέρα το κρανίο τρύπιο
    απ’ το ίδιο ερώτημα: πού να πατήσω
    δολοφονούνε δώθε κείθε
    πούθε να διαβώ;
    στη θέση των ματιών στυφά
    εμμένουν δυο κυπαρισσόμηλα, ορκισμένα
    του θαλερού, της κόντρα ρότας…
    φυσάει λέει να φυλάγεστε
    φυσάει πάντα από τους φαίακες…

    Έκτωρ Κακναβάτος

    Η διαμαρτυρία για τα βραβεία ή για τη βραβευμένη;

  33. sarant said

    Μπουκάν, τερτσίνες περίμενα -αλλά κι αυτό πολύ καλό.

    Μαρία, ο Λευκίας στην κατοχή ήταν στο ΕΑΜ, μετά στο ΕΛΔ-ΣΚΕΛΔ και βγήκε βουλευτής με το ΣΚΕΛΔ το 1950.

  34. @32: Η διαμαρτυρία είναι για τη βραβευμένη, υποθέτω. Κι εγώ μαζί συντάσσομαι, συντρέχω.

    Μαρία, το βιβλίο του Μακρή κυκλοφορεί;

  35. SophiaΟικ said

    Απορί: Τι σημαίνει Θειελπις και γιατί μεταφράζεται βρανάς; που κι αυτό δεν ξερω τι σημαίνει κι αν σημαίνει τίποτα.

  36. sarant said

    Κι εγώ το είχα απορία. Θείελπις δεν υπάρχει στα αρχαία, ούτε θύελπις άλλωστε. Μάλλον φτιαχτό σύνθετο από το θείος (θεϊκός, όχι από το Σικάγο) και ελπίς.

    Και την ετυμολογία του Βρανάς (που υπάρχει ως επώνυμο) ομολογώ πως την αγνοώ. Νομίζω ότι το πήρε όχι για να μεταφράσει το Θείελπις αλλά για να έχει ένα προκλητικό όνομα.

  37. Μπουκανιέρος said

    Υπήρχε κι η γνωστή βυζαντινή οικογένεια, απ’ τον 12ο αιώνα τουλάχιστον. Για πόσο παραπίσω πάει το όνομα (κι από πού), δεν ξέρω.

    Μαρία, για όλα. Σ’ αυτά τα «όλα» περιλαμβάνονται τα βραβεία, οι βραβεύσεις, η βραβευμένη, η ακαδημία της και μια ορισμένη αντίληψη για την ποίηση.

  38. Μαρία said

    Τιπούκειτε, είναι ένα τούβλο και κάνει 20 ευρώπουλα.
    http://www.hestia.gr/estia_cat.asp?lett=%CC

    Για τα Θείελπις κλπ λέει κι ο Πανσέληνος οτι τα έφτιαξε ο πατέρας τους.

    Και η Δημουλά μ’ αρέσει πολύ. Για τα υπόλοιπα ισχύει κι αυτό:

    ΚΟΜΜΩΤΗΡΙΟ ΠΟΙΗΤΩΝ
    Πόσοι είναι που -ποιητές
    Δεν έπαιξαν μεγάλα ποσά
    Στης ποίησης το τραπέζι
    Κι ευτύχησαν
    Κι επαινέθηκαν
    Κι αύξησαν την ποιητική τους
    Περιουσία
    Με νόμους της αγοράς

    Νίκος Αντωνάτος, Δέδυκεν,1983

  39. @10,11.
    Σχεδόν προετοιμάζει για το «Η ζωή εν τάφω», που δεν το συμπεριλαμβάνει (επίτηδες;)
    Τι σημαίνει «χωώδης»;

  40. Μαρία said

    το χτύπησα λάθος: ζωώδης

  41. marulaki said

    @22, Κορνήλιε, εκπληκτικό!!! Αλλά όπως είπε και ο οικοδεσπότης, πολλά, καλά ποιήματα!!! Τι ωραία ιδέα…

  42. Ἔχω διαβάσει ὅτι Βρανᾶς ἔχει σλαβικὴ ἐτυμολογία καὶ θὰ πῇ μαῦρος ἢ κατ’ ἄλλους ἀθυρόστομος, ὑβριστής.

  43. Εἴτα τὸν λοιπὸν βίον μονοτονίζοντες διατελοῖτε ἄν, εἴ μή τινα ἄλλον ἐπιπέμεψειεν ὑμῖν ὁ Θεὸς κηδόμενος ὑμῶν.

  44. παρόραμα: στὸ ἄλλο νῆμα πήγαινε τὸ 43.

  45. μπετατζής said

    ‘φχαριστώ κι εγώ πολύ, Νίκο,για
    ό,τι έχεις στήσει εδώ…
    ..Προχτές που πρωτομπήκα, έμεινα κάμποσες ώρες να διαβάζω πράματα ωραία….

    Μια που σ’ άρεσε το τραγουδάκι, σου στέλνω
    κι άλλα δυο.Είναι τραγουδάκια μου,που
    λέμε με τα παιδάκια στο σχολειό, για να
    μαθαίνουν να τιμάνε τους μικρούς θεούς
    του μόχθου ,τους οικοδόμους.
    Η ενότητα των 12 τραγουδιών έχει τίτλο

    «Οι οικοδόμοι πάνε στον Παράδεισο/με της δουλειάς το τρύπιο το πουκάμισο.»

    Δυο θάλασσες αγάπησα

    Δυο πέλαγα αγάπησα,
    δυο θάλασσες μεγάλες,
    δυο βρύσες, δυο παράδεισους,
    δυο μυροβόλες μάνες.

    ΡΕΦΡΑΙΝ
    Η μια του Αιγαίου η αγκαλιά
    κι η άλλη του πατέρα,
    να ‘χει σκολάσει απ’ το γιαπί,
    και να ‘ρχεται από πέρα
    κι η θάλασσα απ’ τον ίδρο του,
    βαρκούλα και γαλέρα,
    στ’ άστρα να πάει τη γειτονιά,
    στο νύχτωμα τη μέρα.

    Δυο θάλασσες αγάπησα,
    δυο μπάρκα στη ζωή μου,
    δυο βρύσες, δυο παράδεισους
    να λούζεται η ψυχή μου.

    ΡΕΦΡΑΙΝ
    Η μια του Αιγαίου η αγκαλιά
    κι η άλλη του πατέρα,
    να ‘χει σκολάσει απ’ το γιαπί,
    και να ‘ρχεται από πέρα
    κι η θάλασσα απ’ τον ίδρο του,
    βαρκούλα και γαλέρα,
    στ’ άστρα να πάει τη γειτονιά,
    στο νύχτωμα τη μέρα.

    Διαθήκη οικοδόμου

    Όταν πεθάνω, κόψτε μου
    τα δάχτυλα απ’ τα χέρια,
    αυτά που χτίζανε γιαπιά,
    χειμώνες-καλοκαίρια !

    Να τα μεταμοσχεύσετε
    σε χέρια τραπεζίτη,
    άνθρωπο να τον κάνετε
    φιλότιμο κι ασίκη.

    ΡΕΦΡΑΙΝ
    Να δίνει δάνεια άτοκα
    στα εργατάκια όλα,
    να πάνε για διακοπές,
    Χαβάη, Τζια κι Αγκόλα.

    Ν’ αφήνει πενηντάευρα,
    απάνω στους γκισέδες,
    να τα μαζεύει η εργατιά,
    σαν καφετιούς πανσέδες.

    Να χτίσει κι εικονίσματα
    στην άκρη στις θυρίδες,
    τον οβολό ν’ αφήνουνε
    με νόμο οι παραλήδες.

    ΡΕΦΡΑΙΝ
    Να παίρνουν δάνεια αγύριστα
    τα εργατάκια όλα,
    να πάνε για διακοπές,
    Χαβάη, Τζια κι Αγκόλα.

    …και πάλι ‘φχαριστώ.
    Να με σχωρέσουν οι φίλοι εδώ,
    αλλά πουθενά αλλού δεν αφήκα στιχάκια μου,
    με τόση χαρά κι ευχαρίστηση…

  46. sarant said

    Μπετατζή, εμείς ευχαριστούμε -και μας τιμάς.

  47. Polly said

    Τυχαια ειδα αυτη τη σελιδα, ψαχνοντας κατι για τον Θειελπη Λευκια, ηταν αδελφος του παπου μου, Το Βρανας ηταν καλλιτεχνικο επωνυμο και το Μπεγιαζης το πραγματικο επωνυμο του πατερα του, Προκοπιου Λευκια, ο οποιος αλλαξε το Μπεγιαζης που ηταν τουρκικης καταγωγης σε Λευκια. Με φιλικους χαιρετισμους, Πολλυ

  48. sarant said

    Α, πολύ ωραία! Ο Θείελπης Λευκίας ήταν φιλος του δικού μου παππού! Να είστε καλά!

  49. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    «Μου είπε επί λέξει
    -Άμα πεθάνω,
    πώς θα ζήσω
    χωρίς εσένα;»

    (απ’ τη μεταθανάτια συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη «Βαθέος Γήρατος»)

  50. Polly said

    Sarant, ποιο ηταν το ονομα του παπου σου, αν θες φυσικα να το πεις. Πολλυ.

  51. sarant said

    50: Όπως και το δικό μου, Νίκος Σαραντάκος (1903-1977). Ή Άχθος Αρούρης.

  52. Polly said

    Mηπως ηταν δημοσιογραφος? Δουλευε επισης στην Αγροτικη Τραπεζα? Ηταν μαζι με την Ξανθη Βοσκογλου? Η μητερα του Θειελπη λεγοταν Αγλαια. Η θεια του Θειελπη , δηλαδη η αδελφη της μητερας του Αγλαιας λεγοταν Μελπομενη. Αυτη παντρευτηκε τον Δημητρη Καμπαδελλη που ειχε γιο τον Γιωργο Καμπαδελλη. Η κορη αυτου του Γωργου Καμπαδελλη λεγοταν Ξανθη και παντρευτηκε τον Βοσκολο που δουλευε και αυτος στην τραπεζα αρα μηπως γνωριζοντουσαν η Ξανθη με τον παπου σου? Μηπως ο πατερας σου ηταν συμμαθητης με την μητερα μου ο οποια δυστυχος δεν ζει, την ελεγαν Θερη η Θεραπουλα (απο το Θεραπεια) Λευκια?

  53. Polly said

    Μαρια, την γυναικα του Θειελπη Λευκια την ελεγαν Αγαπη και οχι Αγλαια. Αγλαια λεγοταν η μητερα του και η ανηψια του δηλ. θεια μου που ακομα ζει. Εισαι απο τη Μυτιληνη?

  54. sarant said

    52: Θα τα ρωτήσω όλα αυτά, δεν τα ξέρω όλα. Ο παππούς δούλευε στην Αγροτική αλλά έγραφε κιόλας. Δημοσιογράφος δεν ήταν, αλλά συνεργαζόταν με εφημερίδες.

  55. sarant said

    Ναι, ο πατέρας μου ήξερε τη μητέρα σου!

  56. Το ίντερνετ είναι αχανές αλλά ο κόζμος τόσος δα!

  57. Polly said

    Ontos, den perimena na vro kapoion pou na ixere auta! Sugnomi gia tous latinikous xaraktires alla kati egine sto pc kai den boro na bro ta ellinika grammata! Tha to ftiaxo mesa sto Sabbatokuriako. Niko, mipos o pateras sou xerei kai tin Aglaia Lefkia, tin adelfi tis miteras mou? Auti gennithike to 1925 kai zei stin Geneva, stin Elvetia. Ego zo stin Zurich, Elvetia. Esu??? Polly

  58. sarant said

    Θα σας στείλω μέιλ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: