Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

  • Κλικάρετε εδώ για να γραφτείτε συνδρομητές και να έχετε ενημέρωση για νέα άρθρα με ηλεμηνύματα (ελληνιστί ημέιλ)

    Προστεθείτε στους 8.773 εγγεγραμμένους.
  • ΟΠΕΚΕΠΕ, η λέξη του 2025!

    Η λέξη της χρονιάς (2025)
  • ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ (2021)

  • ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ (2018)

  • ΤΟ ΠΡΟΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ

  • ΕΝΑ ΑΚΟΜΑ ΒΙΒΛΙΟ

  • ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΒΙΒΛΙΟ

  • ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Μπιζέλια ή αρακάς;

Posted by sarant στο 29 Ιανουαρίου, 2025


Στο ιστολόγιο γράφουμε συχνά για φρούτα και καρπούς, για όσπρια και λαχανικά, όχι δίνοντας συνταγές μαγειρικής αλλά με μια γλωσσοπολιτισμική (άλατις) προσέγγιση. Επειδή σήμερα έχουμε στο σπίτι αρακά, σκέφτηκα να αφιερώσω άρθρο. Πράγματι, για τον αρακά ή τα μπιζέλια δεν έχουμε γράψει, και μάλιστα  έχω γράψει παλιότερα (στο άρθρο για  τη φάβα) ότι χρωστάω το σχετικό  άρθρο. Είναι όμως το ίδιο φυτό ή διαφορετικά;

Το Χρηστικό  λεξικό της Ακαδημίας τα θεωρεί συνώνυμα. Στο λήμμα «αρακάς» έχει τον ορισμό: οι χλωροί λοβοί της μπιζελιάς και κυρ. οι πράσινοι σφαιρικοί σπόροι τους· κατ’ επέκτ. το αντίστοιχο φαγητό. Το ΜΗΛΝΕΓ επίσης, με τον ορισμό: Οποιοδήποτε φυτό ανήκει στo καλλιεργήσιμο είδος Pisum sativum, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται πολυάριθμες καλλιεργητικές ποικιλίες· οι καρποί τους είναι χέδρωπες (ορισμένες φορές εδώδιμοι), οι οποίοι περιέχουν μικρά σφαιρικά και συνήθως πράσινα εδώδιμα σπέρματα.

Ωστόσο,  η Βικιπαίδεια κάνει διάκριση: Ως αρακάς αναφέρεται συνήθως το μικρό σφαιρικό πράσινο σπέρμα-καρπός ή ο πολύσπερμος λοβός του φυτού Πίσον το ήμερον (Pisum sativum), όσο και το ίδιο το φυτό. Το μπιζέλι (Pisum sativum var. saccharatum) πολλές φορές συγχέεται με τον αρακά.

Στο παλιό άρθρο για τη φάβα, η φίλη μας η Εφη είχε γράψει: Ενώ ο αρακάς καταναλώνεται ξεσποριασμένος, δηλαδή μόνο ο σπόρος-καρπός του, τα μπιζέλια τρώγονται ολόκληρα, όπως τα φασολάκια, γι’ αυτό λέει και στα γαλλικά ονομάζονται mange-tout. Ναι μεν όταν καταναλώνεται χλωρό το μπιζέλι, τρώγεται σύφλουδο αλλά μπορεί να αφεθεί να μεστώσει/μεγαλώσει/ξεραθεί και γίνει όσπριο. Σε ξερή κατάσταση, νομίζω είναι μικρότερες οι μπίλιες του μπιζελιού από του αρακά

Από την  άλλη, η Νικοκυρά θεωρεί ότι  αρακάς και μπιζέλια είναι το ίδιο,  οπότε το δέχομαι ασυζητητί.

Σε κάθε περίπτωση, έχουμε το φυτό,  τη μπιζελιά,  που βγάζει μακρουλούς λοβούς (ή χέδρωπες -ωραία λέξη), που μέσα τους έχουν σπέρματα, που τα τρώμε νωπά, πριν ωριμάσουν, πράσινα -και τα λέμε αρακά ή μπιζέλια. Παλιότερα τα άφηναν να ξεραθούν, αλλά αυτό δεν ξέρω αν συνηθίζεται ακόμα.

Είπαμε  ότι η επιστημονική ονομασία είναι pisum sativum, πίσον το ήμερον. Ο Παλαιολόγος γράφει περί το 1833 στην Οικιακή οικονομία του, στο λήμμα Πίσα:

Από όλα τα όσπρια αυτό τρώγουν οι Ευρωπαίοι νωπόν διότι είναι νοστιμότατον, ελαφρόν και μαγειρεύεται ποικιλοτρόπως. Οι περιβολαραίοι μας μολοντούτο δεν το γνωρίζουν. Εις τους αγρούς μόνο καλλιεργούν ένα είδος νανοφυών πίσων,  παρακατινής ποιότητος και τα οποία δίδουν εις τα  ζώα ή κατασκευάζουν εξ αυτών φάβαν. Εις την  Κωνσταντινούπολιν συνηθίζουν να καλλιεργούν τα καλά πίσα εις τους κήπους και τα ονομάζουν πιζέλια.

Η αρχαία λέξη είναι ο πίσος, με παράλληλο τύπο «το πίσον». Αυτό πέρασε στα λατινικά, pisum, και από εκεί στις νεότερες γλώσσες, δηλαδή στο γαλλικό pois, στο αγγλικό pea, και στο ιταλικό pisello. Ο πληθυντικός, piselli, θεωρήθηκε ενικός και πέρασε στα ελληνικά ως πιζέλι/μπιζέλι. Από εκεί και στα τουρκικά, όπου έγινε bezelye. Επομένως, το ελληνικό «μπιζέλι» είναι αντιδάνειο.

(Πάντως, στη Βενετία υπάρχει και ο τύπος biso, εξού και το διεθνώς γνωστό πιάτο risi e bisi, ριζότο με αρακά δηλαδή).

Η λέξη αρακάς, πάλι, προέρχεται  από το αρχαίο «άρακος», αγνώστου ετύμου. Στους αρχαίους συγγραφείς βρίσκουμε αρκετές αναφορές, ο δε Γαληνός έγραφε ότι «δυσπεπτότεροι των  λαθύρων εισίν οι άρακοι». Λάθυροι είναι το λαθούρι,  όσπριο από το οποίο φτιάχνουν στη Σαντορίνη τη φάβα (αν και σε άλλα μέρη, όπως στην Αμοργό, φτιάχνουν φάβα και από μπιζέλια).

Στη φρασεολογία μας δεν βρίσκουμε ούτε τον  αρακά ούτε τα μπιζέλια -διόλου περίεργο αφού,  όπως είδαμε πιο πάνω στον Παλαιολόγο, το 1830 καλλιεργούσαν μπιζέλια μόνο για ζωοτροφή. Άλλα όσπρια, που ήταν στο διαιτολόγιο των Ελλήνων τους προηγούμενους αιώνες,  έχουν δώσει παροιμίες και εκφράσεις. Μόνο  στον Ν. Πολίτη βρίσκω την έκφραση  «μου ανακατεύεις τα μπίζια με  τα φασούλια», για όσους συγχέουν πράγματα ανόμοια -αλλά τα μπίζια ενώ ετυμολογικώς είναι συγγενικά με τα  μπιζέλια μπορεί να αναφέρονται σε άλλο όσπριο.

Αντίθετα, στα  γαλλικά έχουμε κάμποσες εκφράσεις με το petit pois, π.χ. avoir un petit pois dans la tête, που λέγεται για έναν  μικρόμυαλο, που έχει «κουκούτσι μυαλό» όπως λέμε εμείς, ενώ την πυκνή ομίχλη τη  λένε purée de pois, πουρέ από μπιζέλια.

Αλλά η γαλλική λέξη έχει περάσει και στα ελληνικά,  αφού πουά λέμε τις βούλες, ιδίως σε ρούχα, πχ φόρεμα ή γραβάτα με πουά. Κι επειδή το γαλλ. pois ανάγεται, μέσω λατινικών, στο ελλ. πίσον, έχουμε ένα ακόμα αντιδάνειο.

Στην ποίηση τα όσπρια και τα  λαχανικά δεν  έχουν έντονη παρουσία, είναι κάπως αντιτουριστικά. Ωστόσο ο Γιάννης Ρίτσος δεν φοβήθηκε εκτός από φασολάκια να γράψει και για μπιζελάκια: Και ποιος να μείνει στην ποδιά σου,  μάνα  μου, να καθαρίζει μπιζελάκια; ενώ αλλού μιλάει για τις πράσινες τελείες των μπιζελιών.

Ξέρουμε επίσης και το παραμύθι του Χανς Άντερσεν με την πριγκίπισσα και το μπιζέλι, όπου ένας πρίγκιπας, θέλοντας να παντρευτεί πραγματικά γαλαζοαίματη και καλοαναθρεμμένη πριγκίπισσα, έβαλε ένα  μπιζέλι κάτω από παχιά και αναπαυτικά στρώματα. Όλες οι υποψήφιες κοιμήθηκαν του καλού καιρού, αλλά η πραγματική πριγκίπισσα δεν  μπόρεσε να κλείσει μάτι. Έτσι,  ο πρίγκιπας την παντρεύτηκε και εξασφάλισε ισόβια κρεβατομουρμούρα.

Να κλείσουμε με ένα τραγούδι, και θα μαντέψατε ποιο είναι. Ο χορός των μπιζελιών, βεβαίως, από τη Λιλιπούπολη, με τη Λένα Πλάτωνος και τον Αντώνη Κοντογεωργίου, σε μουσική Λένας Πλάτωνος και σε περίτεχνους στίχους της Μαριανίνας Κριεζή (προσέξτε τις εσωτερικές ομοιοκαταληξίες):

Το χοντρό μπιζέλι χορεύει τσιφτετέλι
χορεύει τσιφτετέλι στο χορό των μπιζελιών
και τα κολοκυθάκια χτυπάνε παλαμάκια
πάνω στην πρασινάδα και πάνω στο γκαζόν.

Μ’ ένα πράσινο καινούργιο παπιγιόν
προχωρώ για τον χορό των μπιζελιών
Ήρθ’ η ώρα πια κι εγώ, ήρθ’ η ώρα πια κι εγώ
να χορέψω με λαχτάρα, αγκαλιά με μια αγκινάρα
το πρώτο μου τανγκό.

Βλίτα και σπανάκι χορεύουνε συρτάκι
χορεύουνε συρτάκι στο χορό των μπιζελιών
κι η μπάμια η μεγάλη χορεύει πεντοζάλη
πάνω στην πρασινάδα και πάνω στο γκαζόν.

Μ’ ένα πράσινο καινούργιο παπιγιόν
προχωρώ για τον χορό των μπιζελιών
Ήρθ’ η ώρα πια κι εγώ, ήρθ’ η ώρα πια κι εγώ
να χορέψω με λαχτάρα, αγκαλιά με μια αγκινάρα
το πρώτο μου τανγκό.

 

239 Σχόλια to “Μπιζέλια ή αρακάς;”

  1. Κουνελόγατος's avatar

    Κουνελόγατος said

    Ωραίο φαγητό (μαζί με αγκινάρα ακόμη καλύτερο), ωραίο τραγούδι, μας άνοιξες την όρεξη. Καλημέρα.

  2. spyridos's avatar

    spyridos said

    Καλημέρα

    «καλλιεργούσαν μπιζέλια μόνο για ζωοτροφή.»

    πολύ καλά έκαναν.

  3. ΓΤ's avatar

    ΓΤ said

    Ελπίζω να μην παίξει στην κατσαρόλα «Μπαρμπαστάθης», γιατί πληρώνετε Σοφία Μητσοτάκη…

  4. Οι όμορφες διακρίσεις όμορφα καίγονται. Τόση πολύ σχολαστικότητα, υπάρχει κι η μετωνυμία εντέλει.

  5. ΓιώργοςΜ's avatar

    ΓιώργοςΜ said

    Από την άλλη, η Νικοκυρά θεωρεί ότι αρακάς και μπιζέλια είναι το ίδιο, οπότε το δέχομαι ασυζητητί.
    …και εκεί τελειώνει κάθε συζήτηση 😛

    Κατέφυγα στις πηγές (ρώτησα τη μάνα μου) στην προηγούμενη συζήτηση για το θέμα, και μου διαχώρισε τον αρακά από το μπιζέλι. Έχοντας μεγαλώσει στα χωράφια, της δίνω το δικαίωμα της εμπειρογνωμοσύνης, συν το γεγονός πως η μαμά έχει πάντα δίκιο, όπως και κάθε μέλος του ωραίου φύλου που δεν θέλουμε να μας κόψει την καλημέρα…

  6. Α. Σέρτης's avatar

    Α. Σέρτης said

    άλατις=άλα της

  7. atheofobos's avatar

    atheofobos said

    Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ Αρακά και Μπιζελιού είναι σύμφωνα με ειδική Διατροφολόγο η έξής:

    Θρεπτική ανάλυση 100γρ μαγειρεμένου αρακά και μπιζελιού

    Αρακάς Μπιζέλια

    Ενέργεια (kcal) 78 42

    Πρωτεΐνη (γρ) 5,2 2,8

    Λιπαρά (γρ) 0,3 0,2

    Υδατάνθρακες (γρ) 14,3 7,6

    Φυτικές ίνες (γρ) 5,2 2,6

    https://www.baskini.gr/blog/mpizelia-arakas/

  8. xar's avatar

    xar said

    Η βίκη είναι κακοδιατυπωμένη. Σύμφωνα με την ονοματολογία που παραθέτει το μπιζέλι (Pisum sativum var. saccharatum) είναι ποικιλία του αρακά , άρα η φράση «Το μπιζέλι […] συγχέεται με τον αρακά» είναι σαν να λέμε το φιρίκι συγχέεται με το μήλο. Μα το φιρίκι είναι μήλο, και το μπιζέλι είναι αρακάς. Να την ακούς τη Νικοκυρά, Νικοκύρη. 🙂

    Άλλο ενδιαφέρον που είδα στην αγγλική βίκη: Το λατινικό pisum είχε μπει στα αγγλικά ως pease (πληθ. peasen, όπως ox-oxen), αλλά στη συνέχεια το pease θεωρήθηκε λανθασμένα πληθυντικός (φαντάζομαι αφού σταμάτησε να προφέρεται το τελικό e) και από αυτό πλάστηκε ο ενικός pea, κατ’ αναλογία με άλλα ουσιαστικά.

  9. Α. Σέρτης's avatar

    Α. Σέρτης said

    «τα μπίζια ενώ ετυμολογικώς είναι συγγενικά με τα μπιζέλια μπορεί να αναφέρονται σε άλλο όσπριο.»

    Πίσα (μπίζια), (pisum sativum-arvense).

    (Α. Πανδή, Δοκίμιον Αγρονομίας, 1867)

  10. sarant's avatar

    sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    7 Μεγάλες διαφορές αυτές

  11. sarant's avatar

    sarant said

    Σχόλιο του συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη στο Φέισμπουκ:

    Σπέρνοντας κάθε χρόνο αρακά και μπιζέλι είδα ότι το ένα είναι πιο μεγαλοκαρπο από το άλλο, το μεν έχει άσπρο άνθος, το δε μοβ

  12. Α. Σέρτης's avatar

    Α. Σέρτης said

    ΠΙΣΑ (μπίζια).

    Τὰ φυτὰ ταῦτα, ὡς εὔρωστα, δὲν φοβοῦνται τὸ ψύχος· διὰ τοῦτο σπείρονται καὶ κατὰ τὸν χει μῶνα εἰς γῆν ἐλαφρὰν καὶ μετρίως γόνιμον. Η γόνιμος γῆ, ἀναπτύσσει μὲν τοὺς βλαστοὺς τῶν πίσων, ἐμποδίζει δὲ τὴν πολυκαρπίαν. Τὰ πίσα, καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ ὄσπρια κατατρέχονται ἀπὸ ἓν εἶδος ἐντόμων, τὸ ὁποῖον κατατρώγει τὸ ἔμβρυον ἑκάστου σπόρου, καὶ ἀποκαθιστᾶ αὐτὸν ἄγονον. ἕνεκα τούτου πρέπει νὰ ἀποφεύγῃς τὴν σπορὰν τῶν τρυπημένων κόκκων (α).

    Τὰ κατὰ τὸν χειμῶνα καλλιεργούμενα πίσα φοβοῦνται τὴν ὑπερβολικὴν ὑγρασίαν· ἕνεκα τούτου σπεῖρε αὐτὰ εἰς γῆν μετρίως ὑγράν. Τὰ κατὰ τὸ ἔαρ καὶ θέρος καλλιεργούμενα, ἀπαιτοῦν ἄφθονα ποτίσματα διὰ νὰ προοδεύσωσι.

    Τὰ φυτὰ ταῦτα, ἀφοῦ ἀποκτήσουν ὀλίγον ὕψος, πρέπει νὰ σκαλίζωνται ἐπιμελῶς, νὰ στηρίζωνται εἰς κλαδοφόρα στηλώματα, καὶ νὰ καθαρίζωνται ἀπὸ ἓν εἶδος κάμπης, τὸ ὁποῖον τὰ κατατρέχει.

    Τὰ καλήτερα εἴδη εἶναι, ἀ. τὸ ̔Ολλανδικὸν, τοῦ ὁποίου οἱ λοβοὶ εἶναι μικροὶ καὶ ἐγκλείουσι μικροὺς σπόρους γλυ κυτάτης γεύσεως, β’. τὸ πρώϊμον νανοφυές, γ ́. τὸ ὄψιμον τῆς Βρετανίας, καὶ δ’. τὸ μπιζέλι τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

    (Σ. Χωματιανού, Γεωπονικά, 1848)

  13. Α. Σέρτης's avatar

    Α. Σέρτης said

    «στον Ν. Πολίτη βρίσκω την έκφραση «μου ανακατεύεις τα μπίζια με τα φασούλια»»

    Ο οποίος από κάτω γράφει: «Μπίζι το πιζέλι (πίσον το σπαρτόν Pisum sativum)

  14. Jorge's avatar

    Jorge said

    Το μπιζέλια είναι διάφορετικά και πιο γλυκά. Τα βρίσκουμε μόνο στη λαϊκή αρχές άνοιξης.

    Και ναι τρώγονται σύφλουδα και χωρίς ξενεύρισμα.
    Ιδανικά με άγριες αγκινάρες και χλωρά κουκιά ( με προσοχή)

    Είναι και το μοσχομπίζελο που δεν είναι βρώσιμο, όμως είναι εξαιρετικό ανταγωνιστικό φυσικό ζιζανιοκτόνο.

  15. xar's avatar

    xar said

    @1
    Μου αρέσει ο αρακάς, τις τρώω τις αγκινάρες (μου αρέσουν κυρίως σε ομελέτα -θυμίζουν μανιτάρια), αλλά τον συνδυασμό τους δεν τον πολυσυμπαθώ (ακόμα χειρότερα τις αγκινάρες με κουκιά, παραδοσιακό φαγητό της Κεφαλλονιάς).

    Όταν ήμανε κούτσ’κο, θυμάμαι ότι η γιαγιά μου μαγείρευε αρακά και αγκινάρες χωρίς να καθαρίζει τις αγκινάρες, και τότε έβρισκα διασκεδαστικό να ξεφλουδίζω τις αγκινάρες για να ανακαλύψω μέσα τον αρακά που είχε χωθεί (και που νόμιζα ότι φυτρώνει μέσα στις αγκινάρες).

  16. Α. Σέρτης's avatar

    Α. Σέρτης said

    8

    Pea ουσ. τὸ πίσσον, μπίζι, εἶδος ὀσπρίου.

    (Λεξικόν της αγγλικής και γραικικής γλώσσης, 1827)

  17. Jorge's avatar

    Jorge said

    Για λούπινο δεν βλέπω άρθρο, μάλλον δεν ψάχνω καλά.

  18. Α. Σέρτης's avatar

    Α. Σέρτης said

    Ο Καββαδάς (Εικονογραφημένον βοτανικόν, φυτολογικόν λεξικόν, τ. Ζ) έχει εκτεταμένο λήμμα:

    https://books.google.gr/books?id=1b3lBwAAQBAJ&pg=PA3139&dq=%22%CE%BC%CF%80%CE%AF%CE%B6%CE%B9%22&hl=el&newbks=1&newbks_redir=0&sa=X&ved=2ahUKEwiN2sa_wpqLAxUn2QIHHfDAAkI4ChDoAXoECAwQAw#v=onepage&q=%22%CE%BC%CF%80%CE%AF%CE%B6%CE%B9%22&f=false

  19. Pedis's avatar

    Pedis said

    La principessa sul pisello (διπλής ανάγνωσης … 😅Μπον-ντί, Χτηνόνε!)

    https://en.wikipedia.org/wiki/The_Princess_and_the_Pea#/media/File:Edmund_Dulac_-_Princess_and_pea.jpg

  20. Α. Σέρτης's avatar

    Α. Σέρτης said

    Ρίζι-μπίζι-φράουλα (la bandiera italiana)

    https://books.google.gr/books?id=La8dAQAAIAAJ&q=%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B9+-+%CE%BC%CF%80%CE%AF%CE%B6%CE%B9+-+%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1&dq=%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B9+-+%CE%BC%CF%80%CE%AF%CE%B6%CE%B9+-+%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1&hl=el&newbks=1&newbks_redir=0&sa=X&ved=2ahUKEwjjuse7xJqLAxUd6gIHHT9WJOcQ6AF6BAgHEAM

  21. Καλημέρα
    Να δώσω ένα δίκιο στον Κουνελόγατο στο 1 https://gevseis.blogspot.com/2023/08/aginara.html μια εκδοχή που πολύ μ’ αρέσει αν και μπορεί να φτιάξω το ίδιο χωρίς αγκινάρες.

    Αντίθετα, δεν μπορώ να ξεχωρίσω τον αρακά απ’ το μπιζέλι, το ίδιο τα λέω και τα δυο (είτε συνήθως με το πρώτο όνομα είτε καμιά φορά και με το δεύτερο), αλλά απ’ ό,τι φαίνεται είναι διαφορετικά, μ’ έπεισε ο Μακριδάκης 🙂

    Για τα κουκιά που αναφέρθηκαν (και υπάρχει και σχετικό ασματίδιο -αγκινάρες με κουκιά που πουλάει ο μανάβης) τα αποφεύγω τώρα που έμαθα πως λόγω έλλειψης του σχετικού ενζύμου ποτέ δεν ξέρεις αν και πότε θα σου προκαλέσουν πρόβλημα.

  22. sarant's avatar

    sarant said

    17 Δεν έχουμε βάλει άρθρο, και δεν ξέρω αν υπάρχει και πολύ υλικό, φτωχός συγγενής αυτό το όσπριο.

    20 Από κερκυραϊκό αντικατοχικό διστιχο, λέει. Ωραίος ο Κορτελάτσο.

  23. Κιγκέρι's avatar

    Κιγκέρι said

    Αρακάς, μπιζέλια, για μένα το ίδιο – άσε που σχεδόν ποτέ δεν λέμε μπιζέλια, μόνο τη λέξη αρακάς χρησιμοποιούμε.

    Peas and carrots, οι αχώριστοι:

  24. Είδα πως δεν ανέφερε κανένας φίλος και την εκδοχή «μπίζα» (μόνο πληθυντικος) αντί για μπιζέλια/αρακάς. Υπάρχει στην Πρέβεζα.

  25. Πουλ-πουλ's avatar

    Πουλ-πουλ said

    22α.
    Φτωχός συγγενής ως προς τη διατροφική του αξία, αλλά βασιλιάς ως προς το ωραιότατο βαθυκύανο άνθος του.
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%BF

  26. Jorge's avatar

    Jorge said

    # 7
    …Θρεπτική ανάλυση 100γρ μαγειρεμένου αρακά και μπιζελιού.

    Σε μαγειρεμένο! κάναν διατροφικό πίνακα 🙂

  27. Costas Papathanasiou's avatar

    Costas Papathanasiou said

    Καλημέρα!
    Κι ο αρακάς τρελάθηκε και στις ελιές την πέφτει (κι εκείνη δαιμονίστηκε κι “έλα πάρε με” γνέφει) :
    (Ο-πα), Εδαιμονίστηκε(ν) ο αρακάς κι έπιασε τα μουρέλα
    (Αχ-η), Εδαιμονίστηκε κι αυτή και μου φωνάζει έλα

    https://www.youtube.com/watch?v=WOL6nUOginw ‘Εδαιμονίστηκεν ο αρακάς’ (Καστρινός χορός) Παραδοσιακό (Διασκευή – Στίχοι:Κ. Μουντάκης)

  28. ΜΙΚ_ΙΟΣ's avatar

    ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    >>…όπως στην Αμοργό, φτιάχνουν φάβα και από μπιζέλια.
    Και, φυσικά, έχουμε και φάβα από κουκιά (=κουκόφαβα). Άμα είναι καλόψητα τα κουκιά, είναι εξαιρετική!

    «Το μπίζι έχει την φύσιν του ρεβυθίου και τα λαθούρια των κουκκίων…».- Από το ΓΕΩΠΟΝΙΚΟΝ του Αγαπίου (σελ. 98), που πρέπει να γράφτηκε γύρω στο 1620 (κατά την ΒΙΚΗ).
    Εδώ σε έκδοση Βενετίας του 1796(;)
    https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/a/8/2/metadata-459-0000002.tkl
    ==+==
    λοβός, ο: Αλλά εδώ λέμε και ‘το λουβί’ και ‘η λοβιά’ (παλιότερα).  Και μια γνωστή παροιμία μας:
    «Έχει (Έκαμ’) ο ασπάλαθος λουβί, έχει (έκαμ’) η πέρδικα πουλί».

    Οι Κύπριοι λένε λουβί(ν) το μαυρομάτικο φασόλι (το περιεχόμενο αντί του περιέχοντος…, δηλ. πετάνε το λουβίν και τρώνε το λουβίν; 🙂)

  29. Κιγκέρι's avatar

    Κιγκέρι said

    22α, 25:

    Εγώ, βρε παιδιά, ήξερα ότι καλλιεργώντας μοσχομπίζελα διατύπωσε ο Μέντελ τους νόμους της κληρονομικότητας, αλλά βλέπω τώρα να αναφέρεται το φυτό ως pisum sativum, άρα αρακάς. Μπερδεύτηκα…

    http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2726/Biologia-T2_G-Lykeiou-ThSp-SpYg_html-empl/index5_1.html

  30. DaPonte's avatar

    DaPonte said

    Καλημέρα.

    Αγαπημένο μου φαγητό ο αρακάς(σκέτος ή με αγκνάρες δλδ αλά πολίτα) αγαπημένο μου τραγούδι το Χοντρό μπιζέλι.

    Χρησιμοποιώ τις δύο λέξεις αδιακρίτως για το ίδιο όσπριο.

    15 «τις αγκινάρες με κουκιά, παραδοσιακό φαγητό της Κεφαλλονιάς»

    Παραδοσιακό φαγητό της Κρήτης, επίσης. Και επειδή στην Κεφαλλονιά υπάρχει κρητική παροικία , μετά την άλωση του Χάνδακα από τους Οθωμανούς το 1669, εγκατεστημένη στα Σπήλια, λίγο έξω από το Αργοστόλι, και στην ευρύτερη περιοχή της Λιβαθώς(μεταξύ αυτών και κάποιοι συνεπώνυμοί μου), λέτε οι εκεί αγκινάρες με κουκιά να είναι από μεταγραφή;

  31. Jorge's avatar

    Jorge said

    22α,26
    Το λούπινο έχει βαθιές ρίζες και ιστορία, πέρα από την ομορφιά του.
    Κάποιος βασιλιάς (ο κοκός νομίζω) είχε επισκεφτεί τη Στούπα και είχε εντυπωσιαστεί με τα καζάνια, που μέσα τους τα έβραζαν με θαλασσόνερο.
    Αφού δοκίμασε έβαλε έναν ακόλουθο να ρωτήσει, αν μπορούν να αγοράσουν, μιας και του φάνηκαν νόστιμα.
    και οι μανιάτες : «πάρτε όσα θέλετε τζάμπα, για τα μπουζία τα χούμε»

  32. leonicos's avatar

    leonicos said

    Στη φρασεολογία μας δεν βρίσκουμε ούτε τον  αρακά ούτε τα μπιζέλια 

    Έγινε το μάτι του μπιζέλι από την αϋπνία, αιγυπτιώτικο

  33. leonicos's avatar

    leonicos said

    Το μοσχομπίζελο και άλλα λαθυροειδή δεν τώγονται διότι περιέχουν βήτα- (N)-οξαλυλ-άμινο- L -αλανινικό οξύ, μια νευροτοξική τοξίνη που προκαλεί λαθυρισμό, με παράλυση των κάτω άκρων

  34. sarant's avatar

    sarant said

    29 Mπράβο, ο Μέντελ έπρεπε να αναφερθεί

    31 Στο Λουξεμβούργο βρίσκεις να αγοράσεις λούπινα σε βάζο, τα αγαπάνε οι νοτιοϊταλοί.

  35. leonicos's avatar

    leonicos said

    αφού πουά λέμε τις βούλες, ιδίως σε ρούχα

    εγώ το ανήγαγα στο poınt (διαβασμένο γαλλικά)

  36. sarant's avatar

    sarant said

    Σχόλιο της Χρύσας Κοντοχρήστου από Φέισμπουιοκ//

    Τα μπιζέλια είναι άλλη ποικιλία, που όμως δεν μπορεί απολύτως να διαχωριστεί. Στην Καρδίτσα που μεγάλωσα, όλες οι νοικοκυρές έσπερναν (κοντά στον φράχτη του κήπου, για να αναρριχάται το φυτό) σπόρους, που όμως οι μισοί προέκυπταν αρακάς. Γι αυτό τον λόγο η παραγωγή δεν μπορεί να είναι αρκετή και προβλέψιμη. Έτσι δεν είναι δυνατόν να πωλούνται σε μανάβικα, αλλά σε λαϊκές, σε μικρές ποσότητες. Αν και έτυχε να βρω σε άλλη πόλη, κάπως τροποποιημένα, που όμως δεν τρωγόντουσαν. Ας δούμε τις διαφορές στον καρπό: τα μπιζέλια τρώγονται με το φασολάκι τους, που είναι πολύ τρυφερό, σαν μεταξένιο, και το σποράκι τους είναι πολύ μικρό. Κοκκινιστά με φρέσκο κρεμμυδάκι και άνηθο, τέλεια! Από τον αρακά με το πολύ σκληρό φασολάκι, τρώγονται μόνο τα σπόρια, όπως γνωρίζουμε. Επειδή συχνά με ρωτούν, συμβαίνει να έχω μαζί μου 2 φωτογραφίες. Τα μπιζέλια ωμά…

    https://sarantakos.wordpress.com/wp-content/uploads/2025/01/474760965_3449164638551523_1557499922421419085_n.jpg

    και μαγειρεμένα:

  37. Μαρία's avatar

    Μαρία said

    Τη λέξη αρακάς για τα μπιζέλια την έμαθα μεγάλη. Όσο για τις βούλες τις λέμε πουάν https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%AC%CE%BD&dq=

  38. Vrach's avatar

    Vrach said

    Καλημέρα. Στη δική μου οικογένεια πάντως, το θέμα «μπιζέλια» ή «αρακάς» έχει λάβει διάσταση πολιτισμικής αντιπαλότητας: το δικό μου σόι (Θεσσαλονικείς με καταγωγή μικρασιατική) πάντα έλεγε «μπιζέλια». Ποτέ δεν άκουσα κανέναν να λέει «φάγαμε αρακά» ή «μαγείρεψα αρακά». Μόνο «μπιζέλια» φτιάχνανε οι μανάδες κι οι γιαγιάδες κι εμείς ψιλοξινίζαμε τα μούτρα μας (δεν το ‘χαμε και για κανένα σπουδαίο φαΐ..). Όταν μετακόμισα στην Αθήνα, όλοι «αρακά» λέγανε και μένα μου φαινότανε ψηλομύτικο, ένδειξη λογιοτατισμού. Βέβαια στη συνέχεια «αρακά» ονόμαζαν το γνωστό πιάτο και όλοι από το σόι του συντρόφου, πεθερά, θειές, ξαδέρφια, που είναι άνθρωποι απλοί χωρίς ίχνος λογιοτατισμού. Αλλά για μένα έγινε ζήτημα τιμής και υπεράσπισης της τοπικής ταυτότητας να παραμείνει το «μπιζέλι» στο τραπέζι! «Έχουμε αρακά σήμερα» μου λένε. «Α, ωραία, μπιζέλια» απαντώ. Και βέβαια το ζήτημα πήρε διαστάσεις πολεμικής σε σχέση με το τι θα μάθει να λέει το παιδί: «αρακά» ή «μπιζέλια»; Τελικά έχασα κατά κράτος: βασικά «αρακά» λέει το παιδί (αν και συνήθως δεν λέει τίποτα ή μάλλον λέει: «τίποτ’ άλλο δεν έχουμε;») – όπως κατά κράτος έχασα και σε άλλες γλωσσικές μάχες: κυνήγαγα ή κυνηγούσα; Αgελική ή Ανgελική; κ.ο.κ. Πάντως εγώ επιμένω: «μπιζέλια» θα φάμε, ας φάνε «αρακά» οι Καταυλακιώτες…!

  39. ΣτοΔγιαλοΧτηνος's avatar

    ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    19# Μπον ντι άνκε α τε, Πέδαρε, αλλά γιατί διπλής ανάγνωσης? The Princess and the Peast? 😁

  40. μυρίζω και θαυμάζω μοσχομπίζελα, δεν τρώγω αγγινάρες, κουκιά, αρακά και μπιζέλια και περνάω τέλεια !

  41. leonicos's avatar

    leonicos said

    21 Έλλειψη Glucose-6-phosphate dehydrogenase G6PD διεθν. favısmus

    Προκαλεί αιμολυτική αναιμία – ικτερο με προηπατική χολερυθρίνη, και μπορεί να βλάψει δευτερογενώς τα νεφρά.

    Όπως στην αιμολυτική αναιμία λόγω ασυμβατότητας Rhesus

    Δεν τρως κουκιά και φάβα, αποφεύγεις τα περίεργα αναλγητικά, σουλφοναμίδες και ουσίες τύπου ναφθαλίνης

  42. leonicos's avatar

    leonicos said

    Τον αρακά τον θεωρώ σπουδαίο φαϊ. Μου άρεσε ανέκαθεν

  43. Alexis's avatar

    Alexis said

    Ουσιαστικά μιλάμε για το ίδιο φυτό, το Pisum sativum.
    Κάποιοι το λένε μπιζέλι, κάποιοι αρακά, κάποιοι τρίτοι κάνουνε διάκριση και λένε ορισμένες ποικιλίες μπιζέλια και κάποιες άλλες αρακά.

    Όπως φάνηκε και από τα σχόλια, είναι περισσότερο θέμα γλωσσικό, ονοματολογικό, και όχι ουσιαστικής διαφοροποίησης. Στην Βόρεια Ελλάδα επικρατεί η ονομασία μπιζέλι και στη Νότια η ονομασία αρακάς.

    Άντε, ας δημιουργήσουμε άλλο ένα πεδίο γλωσσικής αντιπαράθεσης Βορρά-Νότου ☺️

    Σε κουβέντα να βρισκόμαστε…

  44. sarant's avatar

    sarant said

    38 Πολύ ενδιαφέρον σχολιο 🙂

    37 Συμφυρμός πουά και πουάν

  45. Μαρία's avatar

    Μαρία said

    Τι να πούμε και για τα μπαρμπουνοφάσουλα που τώρα τα λένε χάντρες.

  46. ΣτοΔγιαλοΧτηνος's avatar

    ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    45# Τίποτα δε λέμε. Τα βάζουμε φούρνο, κοτσάρουμε από δίπλα κάνα λουκάνικο, ρέγγα, κρομμύδι και καμιά καφτερή. Και μετά μιλάνε τα μάτια επειδής εμείς είμαστε απασχολημένοι.

  47. DaPonte's avatar

    DaPonte said

    17 & 22 (για τον φτωχό συγγενή που ήταν το φαγητό των φτωχών)

    “Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος” είπε ο κυνικός Μένιππος στο Χάροντα στο μεταξύ τους Νεκρικό Διάλογο του Λουκιανού και στη συνέχεια:

    Χάρων: Για δείξε μου τι έχεις μέσα στο σακούλι σου.
    Μένιππος: Λούπινα, αν τα θέλεις, και «δείπνο της Εκάτης».

  48. ΓιώργοςΜ's avatar

    ΓιώργοςΜ said

    Φωτογραφίες με πιάτα, σχόλια για μπαρμπουνοφάσουλα, πείνασα γμτ και το τσουκάλι έχει λαχανόρυζο σήμέρα…. Πάω να φάω.

  49. Jorge's avatar

    Jorge said

    Μια συνταγή της Αμοργού για λούπινα.

    https://web.archive.org/web/20150928224527/http://aegiali.gr/%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%B1-2/

    Υγ. 1 Όλα τα ψυχανθή δεσμεύουν άζωτο από την ατμόσφαιρα και το δίνουν στο έδαφος.

    2 Για τον κυαμισμό που αναφέρθηκε, νόμιζα πως σε όλα τα βρέφη γίνεται εξέταση. Κάτι γίνεται και με τη βιταμίνη Κ.

  50. Θρασύμαχος's avatar

    Θρασύμαχος said

    Ματθ. 5.22: ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ρακά, ἔνοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ

  51. DaPonte's avatar

    DaPonte said

    49  Όλα τα ψυχανθή δεσμεύουν άζωτο από την ατμόσφαιρα και το δίνουν στο έδαφος.

    Γι αυτό και τα χρησιμοποιούν στην εναλλαγή καλλιεργειών (αμειψισπορά – πού τη θυμήθηκα αυτή; )

  52. Michaeltz's avatar

    michaeltz said

    Το σχόλιό μου περιμενει έγκριση! Αυξήθηκε το επίπεδο των ελεγκτικών μηχανισμών του ιστολόγιου! Δεν έχω ούτε μία παραπομπή!

  53. DaPonte's avatar

    DaPonte said

    48

    Εγώ πάω για ένα πινάκιο φακής, αλλά χωρίς να δώσω τα πρωτοτόκια μου!

  54. Michaeltz's avatar

    michaeltz said

    Βρε, μπας και το σχόλιό μου κρατήθηκε γιατί σχολίασα ευγενικά το μητσοτακέικο; Θαύμα, θαύμα!

  55. Χρηστάρας's avatar

    Χρηστάρας said

    Μόνο αρακά μαγειρεύουμε στο σπίτι. (Τονέ λέω και μπιζέλια -καμία διάκριση.) Τον προτιμώ πάντως άλατις και πιπέριτις -ή άλατις και μπούκοβιτς.

  56. Michaeltz's avatar

    michaeltz said

    45. Μαρία

    Τα μπαρμπουνοφάσουλα, μικροί, τα λέγαμε παππούδες!

  57. Michaeltz's avatar

    michaeltz said

    43. Alexis

    Νομίζω ότι είναι διαφορετικά υποείδη, έχουν και μορφολογική διαφορά. Ο αρακάς έχει καρπό (χέδρωπα) στενότερο, που όταν αναπτύσσεται σε έδαφος γόνιμο γίνεται κυλινδρικός, το μπιζέλι πιο πλατύ (μέχρι διπλάσιου πλάτους) και, σχεδόν υποχρεωτικά, «τσαλακωμένο»

  58. Μαρία's avatar

    Μαρία said

    56 Παπούδες (θηλ) λέμε τους τζιεροσαρμάδες, αγνοώ γιατί.

  59. 28 Μέχρι τα 18 που έφυγα απ’ το χωριό (για να μην βάλω και κάμποσα ακόμα μέχρι να την βλέπω σε μαγαζιά) εγώ μόνο αυτήν ήξερα. Και μάλιστα όχι από καλόβραστα κουκιά αλλά τ’ αντίθετο. Πήραμε κουκιά αλλά δεν βράζουν, ε, κάν’ τα φάβα.
    Αργότερα, πάλι στο χωριό έμαθα πως υπάρχει φάβα κι σ’ άλλα χρώματα. Πράσινη, πορτοκαλιά τουλάχιστον (εκτός απ’ τη συνηθισμένη κίτρινη). Καμιά δεν ξέρω από ποιο φυτό γίνεται. Π.χ. από αρακά; Η πράσινη ναι, αλλά η κίτρινη (τύπου Σαντορίνης);

  60. 41 Κάπως έτσι. Μέχρι κοντά στα 30 που το ανακάλυψα, κι αν έφαγα κουκιά. Τώρα…

    49 Τώρα πια ναι (το τώρα πάει τουλάχιστον 35 χρόνια πίσω -αλλά όχι 65 😀) Για βιταμίνη Κ δεν έχω ιδέα.

    58 Παπούδες (θηλ) τα όποια σπόρια σε μας (κουκούτσια). Σε εσπεριδοειδή, καρπούζια, φασόλια κλπ.

  61. #50 Έψαξα λίγο αυτό το ρακά, και έπεσα σε κάποιον που θα θυμουνται ίσως οι πολύυυυ παλιοί του ιστολογίων: https://www.oodegr.com/oode/grafi/lekseis/raka_1.htm

  62. Παρόραμα: ιστολογίου

    (όπως θα έγραφε εκείνος ο λάτρης του Σιαμάκη)

  63. Alexis's avatar

    Alexis said

    #57: Από επίσημη λίστα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

    Τι θέλω να πω; Ναι μεν υπάρχει το υποείδος saccharatum, που πολλοί αποκαλούν μπιζέλι, διαχωρίζοντάς το από τον αρακά, στην πράξη όμως οι περισσότεροι (ακόμα και επίσημοι φορείς όπως εδώ) χρησιμοποιούν τις δύο λέξεις ως συνώνυμα του ίδιου ακριβώς πράγματος.

  64. Michaeltz's avatar

    michaeltz said

    64. Alexis

    Φίλε, πέτυχες διάνα! Όλοι αυτοί οι δοκησίσοφοι καρεκλοκένταυροι συμπληρώνουν προτυπωμένες φόρμες που δεν ξέρουν ποιος τις έφτιαξε και γιατί τα προϊόντα ονομάζονται έτσι οι αλλιώς! Βάζω στοίχημα πως η πλειονότητά τους δεν έχουν δει και δεν έχουν προβληματιστεί ποτέ τι είναι μπιζέλι και τι αρακάς! Χαρακτηριστικό της επιμέλειας των καταλόγων είναι οι εισαγόμενες πατάτες και τα εισαγόμενα μπανάνες!!!

  65. Μαρία's avatar

    Μαρία said

    61 Παλαβομάρες ως συνήθως. Πιωμένος θα ήταν.

  66. Pedis's avatar

    Pedis said

    # 39 – ...αλλά γιατί διπλής ανάγνωσης? The Princess and the Peast?

    Να ‘ναι bella , όμως. Έχεις ανάγκη τη βοήθεια του κοινού, Μπεστιαλόνε; (Μπα δεν νομίζω…: η fava και το pisello δεν είναι της ίδιας οικογένειας, καρίσιμο; Στη βοτανική εννοώ …🤓)

  67. @ 28 ΜΙΚ_ΙΟΣ

    Ω… βλέπω και «μπίζι». Αν υπήρχε ο ενικός τους και σε μας, στα ΒΙ, θα το λέγαμε «μπιζ», αλλά δεν το έχω ακούσει ποτέ. Μόνο «μπίζα» (ποτέ «μπίζια», βέβαια).

  68. Βέβαια αμφιβάλλω κατά πόσο οι λεξικογράφοι άκουγαν και την κατάληξη -ι- ή την πρόσθεταν με βάση τους κανόνες της κειμενοδιφίας τους.

  69. Jorge's avatar

    Jorge said

    Η παγκόσμια πρωτεύουσα των μπιζελιών.

    https://en.wikipedia.org/wiki/Tehachapi,_California

  70. ΣτοΔγιαλοΧτηνος's avatar

    ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    66# Κοίτα, εγώ δεν ξέρω να ξεχωρίσω τον μαϊντανό απ’ το πεύκο, τι βοτανική μου λες τώρα…

  71. Αγγελος's avatar

    Αγγελος said

    Spyrido (2), γούστα είναι αυτά. Εμένα ο αρακάς μου αρέσει, ενώ τα κουκιά και τα ξερά φασόλια όχι.

    Ένα από τα κεφάλαια της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής της ΕΕ επιγραφόταν «Πίσα, κουκιά και φούλια», κατά πιστή μετάφραση του γαλλικού «pois, fèves et féveroles». Kάποια στιγμή προσέξαμε ότι η ίδια ομάδα οσπρίων λεγόταν στα αγγλικά «peas and field beans», και αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε πως δεν χρειαζόταν οι αντιστοιχίες να είναι κατά λέξη…

  72. ΛΑΜΠΡΟΣ's avatar

    ΛΑΜΠΡΟΣ said

    70 – Επειδή είσαι πότης μπιροΐνης, θα σου πώς ένα μυστικό για να τα ξεχωρίζεις εύκολα. ΔΩΣΕ ΒΑΣΗ, ο μαϊντανός έχει μικρά φυλλαράκια σαν τα μεγάλα του πλατάνου, ενώ το πεύκο, αντί για φύλλα έχει πευκοβελόνες. Με αυτό το μυστικό δεν πρόκειται να σε κοροϊδέψουν ποτέ στην λαϊκή και να σου πουλήσουν πεύκο για μαϊντανό, όπως την προηγούμενη φορά που κουβάλησες τον κορμό στο σπίτι και σε μούρλανε στην παντόφλα η κυρά. Και με το δίκιο εδώ που τα λέμε, πως να χωρέσει ο κορμός του πεύκου στην κατσαρόλα; 😊

  73. loukretia50's avatar

    loukretia50 said

    Βοτανική! Μια οικογένεια που τα μέλη της δεν τρώγονται μεταξύ τους!

  74. DaPonte's avatar

    DaPonte said

    Από ένα μυθιστόρημα του Α. Τζ. Κρόνιν θυμήθηκα το μπιζελάλευρο (Peasemeal ή pea flour), βασικό συστατικό στη σκωτσέζικη κουζίνα.

  75. Αγγελος's avatar

    Αγγελος said

    Στο τέλος του καταλόγου του Αλέξη (63) διακρίνω και «57. Ρεβίθια (μπιζέλια ξερά)». Υπάρχει δηλαδή υπεύθυνος στο Υπουργείο που δεν ξέρει να ξεχωρίζει τα ρεβίθια απ’ τα μπιζέλια; Κι εμείς ψάχνουμε εδώ να δούμε αν αρακάς και μπιζέλι είναι άλλο πράμα! Μierenneukerij (μυρμηγκογ***σι) το λένε στα μέρη σου, Spyrido, ή λάθος κάνω;

  76. Jorge's avatar

    Jorge said

    #51 DaPonte Πιθανότατα ναι.
    Αν η αμειψισπορά σας είναι βαριά, ορίστε μια παρενιαυτοφορία για τη χώνεψη 🙂

  77. Spiridione's avatar

    Spiridione said

    28. Σύμφωνα με τη διατριβή της Δέσποινας Κωστούλα το 1643.

    Απορώ πώς δεν το έχει το Λεξικό Κριαρά (εκτός αν το αποδελτίωσαν αργότερα).

    Το μπίζι (ή κάτι παρόμοιο) δεν το έχει ο Γεράσιμος Βλάχος (1659), έχει τον αρακά, όπως και ο Σομαβέρας.

  78. ΣτοΔγιαλοΧτηνος's avatar

    ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    72# Μαλακίες και ψέματα διαδίδεις και με κάνεις ρεζίλι στο γκόζμο. Δεν ήτουνε παντόφλα, τηγάνι ήτουνε.

  79. xar's avatar

    xar said

    @78
    Πάλι καλά να λες, υπάρχουν και χειρότερα…

  80. aerosol's avatar

    aerosol said

    #24
    Και στην Αχαϊα ακούς τα μπίζα. Εικάζω πως λέγονται (ή έστω λέγονταν παλιότερα) γενικά στην Δυτική Ελλάδα, λόγω επιρροής Βενετο-Ιταλών.

  81. ofakiris's avatar

    ofakiris said

    Όσο εδώ συζητάμε αυτοί καταστρέφουν ότι απόμεινε από Δικαιοσύνη και Δημοκρατία.
    Αχιλλέας Ζήσης
    Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου και Fixer του Μητσοτάκη στην υπόθεση των παρακολουθήσεων.

    https://x.com/pasok/status/1884567541185429965/photo/1

    Είμαι κατά της βίας αλλά δε θα λυπόμουν αν πάθαινε κάτι (βαρειά αρρώστια, δυστύχημα) αυτό το παλικάρι.

  82. Μαρία's avatar

    Μαρία said

    74 Αμ έτσι πές. Παραλίγο να σπουδάσω κι εγώ γιατρός διαβάζοντας Κρόνιν 🙂

  83. Μαρία's avatar

    Μαρία said

    81 https://sarantakos.wordpress.com/2025/01/25/meze-673/#comment-974269

  84. Costas Papathanasiou's avatar

    Costas Papathanasiou said

    Μία νεοπαροιμιώδης συνταγή: Αν δεν σου αρέσει ο αρακάς, κάν’ τον πουρέ για κρέας, να φας ( https://www.inewsgr.com/230/an-den-s-aresei-o-arakas-ftiaxton-poure-kai-tha-ton-latrepseis.htm πρβλ ἄρακις (δοχείο, γαβάθα, φιάλη https://en.wiktionary.org/wiki/%E1%BC%84%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CF%82 ) ἄροκλον ἡ φιάλη παρὰ τῷ Κολοφωνίῳ, Αἰολεῖς τὴν φιάλην ἀράκην καλοῦσι / Arrakis (/əˈrɑːkɪs/) – informally known as Dune and later called Rakis ) και μία παλαιότερη: Όλη μέρα μες στο νήλιο και ξερό ψωμί και λΐο. Και το βράδυ, το καμένο, αρακά μαερεμένο (Διαλεχτής Ζευγώλη – Γλέζου, ‘Παροίμιες από την Απείρανθο της Νάξου’, Αθήναι, 1963, σελ. 124, αρ. 5/ Λΐο = λίγο , καμένο = καημένο).
    Μία λαϊκή παράδοση :
    Μαζεύτηκαν όλα τα σπορολοϊκά- το σιτάρι, το καλαμπόκι, το κριθάρι, η βρίζα* καθώς και τα φασόλια, ρεβίθια, φακές, κουκιά και τα μπιζέλια και πήγαν στον Ιησούν Χριστόν να τον χαιρετίσουν και να πάρουν την ευλογία του. Πρώτα πήγε το σιτάρι. Φίλησε το χέρι του Χριστού και ύστερα γονάτισε και πήρε την ευχήν του. Ο Χριστός το ηυλόγησε και είπε: Και στην πέτρα να φυτρώνεις για να χορταίνει ο κόσμος ψωμί! Κατόπιν πήγε το καλαμπόκι και του ευχήθηκε τα ίδια. Με την σειράν των πήγαν όλα τα σπορολοϊκά και πήραν την ευλογίαν του Χριστού. Η βρίζα πήγε ύστερα από το καλαμπόκι. Του φίλησε το χέρι, γονάτισε να κάμει μετάνοια και …την έπαθε! Ο Χριστός την ηυλόγησε και είπε: Και συ να γίνεσαι άφθονη για τον κοσμάκη και στην πέτρα να φυτρώνεις, αλλά λειτουργιά να μη γίνεσαι! ( Κωνσταντίνου Σταυροπούλου, “Ο κεκρυμμένος θησαυρός των λαϊκών παραδόσεων”, Αθήναι, 1953, σελ. 92 -3 )
    * Τα “βριζάλα” και “σάλουμα/ σάλωμα” (ονόματα συνδεόμενα και με το αρχ.ελλ. βρίζω αορ. ἔβριξα =“αποκοιμιέμαι, νυστάζω, “αδρανώ” -πρβλ Βριζώ, η ονειρομάντισσα- διότι η σίκαλη, όπως και άλλα σιτηρά, όταν φυσάει αεράκι λικνίζεται γαλήνια, αργοσαλεύει σα να νανουρίζεται), είναι και λέξεις για το καλαμάκι (ρουφήγματος, σφυρίγματος) ή -συνηθέστερα- για την αχυροσκεπή ή το γέμισμα στρώματος και άλλες παρόμοιες χρήσεις.
    Και άλλο ένα, από το σόι των ψυχανθών, τραγούδι :
    You’re slamming the door, picking up clothes off the floor/ I’m playing dumb while all your feelings go numb/ Getting harder to speak or to make up my speech/ Like waves on the beach, I’ll pull you in then push you off of me
    New clothes on/ Now undone/ Rising sun/ What do I do?/ Said I was with some friends/ I have no clue what to do
    https://www.youtube.com/watch?v=Sg8BesUVfew ‘What Do I Do’ (2024)- Nicholas Arakas

  85. Michaeltz's avatar

    michaeltz said

    3. ΓΤ

    Ο Μπαρμπα Στάθης ανήκει σε κάποια από το μητσοτακέικο, γι αυτό πέρισυ ο ΑΙΝΟΣ έφαγε ένα γενναίο πρόστιμο γιατί τα έδινε στην ίδια ή καλύτερη ποιότητα μισοτιμής, κυριολεκτικά μισοτιμής! Οι αλήτες!

    0. Η Έφη λέει ότι ο αρακάς τρώγεται μόνο ξεσποριασμένος, αλλά όταν είναι φρέσκος, βγάζεις τα σπόρια, σπάζεις στην άκρη, στρέφοντας προς τα μέσα, το εξωκάρπιο, και τραβάς προσεχτικά ώστε να απομακρυνθεί η σκληρή διαφανής «πέτσα» του μεσοκάρπιου. Το ίδιο και στο άλλο μισό καρπό, και ο αρακάς σου γίνεται πολύ νοστιμότερος! Θέλει υπομονή και πολύ φρέσκο αρακά.

    0. Δεν ήταν τυχαία τα στρωσίδια που έβαζαν κάτω από τις κοπέλες που κοιμόνταν, σύμφωνα με το παραμύθι ήταν 40 στρώματα και σαράντα παπλώματα!

    0. Για το ποια όσπρια καιλλιεργούνταν στον 19ο αιώνα, υπήρχαν τοπικές συνήθειες και ποικίλες καλλιεργητικές γνώσεις! Πάντως, στη Β. Εύβοια, όταν ήρθαν οι πρόσφυγες, που εγκαταστάθηκαν σε ένα ορεινό χωριό πάνω από τους Ωρεούς, που το ονόμασαν Νέο Μουρσάλιο, αλλιώς Μουρσαλή, ο μετέπειτα Ταξιάρχης, (με την υποχρεωτική μετονομασία από το κράτος), όταν ήρθαν, λοιπόν, οι πρόσφυγες, έφεραν μια ολόκληρη καλλιεργητική κουλτούρα, και για πρώτη φορά τη συκιά, η οποία γέμισε τα μισόξερα ορεινά χωράφια. Τόσο πολλές οι συκιές που τη δεκαετία του ’80 συζητιόταν να ιδρυθεί δεύτερο εργοστάσιο της «Συκικής» στο χωριό. Αυτοί, μέχρι σήμερα, ονομάζουν τους ντόπιους κουκάδες, γιατί μόνο κουκιά ήξεραν να καλλιεργούν. Αν πας στο Μουρσαλί ζαλίζεσαι από τις μυρωδιές των ανθοστόλιστων κήπων και θαυμάζεις τις φρεσκοβαμμένες αυλόπορτες και τα δρομάκια του χωριού που λάμπουν από καθαριότητα! Στο Μουρσαλί, σε κάποιο αγροτόσπιτο, πέρασα την πιο όμορφη νύχτα της ζωής μου, γιατί στη μικρή ποταμιά στην άκρη του χωριού τα αηδόνια είχαν στήσει γλυκύτατη συναυλία!!!

    Ελπίζω να μη συνέπεσα με κάποιο άλλο, προηγούμενο σχόλιο, γιατί δε διάβασα όλα τα σχόλια, είχα δουλειά και μπήκα αργούτσικα.

    Καθυστερημένη καλημέρα σε όλους!

  86. perfectbreadd979da95f2's avatar

    perfectbreadd979da95f2 said

    58. «Παππούδες» οι τζιεροσαρμάδες, προφανώς λόγω της ομοιότητας ανάμεσα στη ζαρωμένη υφή του σαρμά και τη ζαρωμένη από τις ρυτίδες φάτσα των ηλικιωμένων..

  87. DaPonte's avatar

    DaPonte said

    82 Ίσως τα αναγνώσματα του Κρόνιν παρακίνησαν κόσμο να σπουδάσει Ιατρική, σίγουρα πάντως το «Κάστρο» συνέβαλε στην απόφαση για τη δημιουργία του βρετανικού ΕΣΥ (NHS).

  88. sarant's avatar

    sarant said

    52 –> 85

    73 Καλώστην!

    74 Στον Μπαλζάκ υπάρχει το fleur de pois (κατά λέξη: άνθος του μπιζελιού), που λεγόταν για τους αριστοκράτες.

  89. DaPonte's avatar

    DaPonte said

    88 Δηλαδή ως εναλλακτική του la crème de la crème .

  90. Costas X's avatar

    Costas X said

    Καλησπέρα !

    Στην Κέρκυρα λέγαμε «μπίζι» και «μπιζέλι». Όταν ρώτησα τη διαφορά, μου είπαν ότι μάλλον το μπιζέλι είναι μικρότερο και πιό γλυκό. Τον αρακά τον άκουσα πρώτη φορά στην Αθήνα, το ’84. Όταν ρώτησα τη διαφορά του αρακά από το μπιζέλι, μου είπαν το ίδιο πράγμα, δηλαδή ότι μάλλον το μπιζέλι είναι μικρότερο και πιό γλυκό.

    @ 9. «…τα μπίζια ενώ ετυμολογικώς είναι συγγενικά με τα μπιζέλια…» (Α. Πανδή, Δοκίμιον Αγρονομίας, 1867): Σίγουρα Κερκυραίος, από τα Πανδάτικα του Κάβου της Λευκίμμης.

    @ 20. & 22. «Ρίζι-μπίζι-φράουλα (la bandiera italiana)»: Ισχύει, το είχα ακούσει κι εγώ παλιά, αλλά με τη σωστή σειρά χρωμάτων, «μπίζι-ρύζι-φράουλα».

    Και η άχρηστη πληροφορία της ημέρας : Το γνωστότερο καντούνι στην Παλιά Πόλη της Κέρκυρας είναι το Καντούνι του… Μπίζη !

  91. … Ο Παλαιολόγος γράφει …
    Οι περιβολαραίοι μας … μόνο καλλιεργούν ένα είδος νανοφυών πίσων, …
    παρακατινής ποιότητος …
    Εις την  Κωνσταντινούπολιν … καλλιεργούν τα καλά πίσα … και τα ονομάζουν
    πιζέλια.

    Παρακατιανής ποιότητος
    τα πίσα
    αρακατιανής ποιότητος

  92. sarant's avatar

    sarant said

    89 Κάπως έτσι. Αλλά στον 20ό αιώνα πήρε τη σημασία «θηλυπρεπής»

  93. 80,

    Και οι δικοί μου στην Αχαΐα μπίζα τα λέγανε.

  94. 8, …  Το λατινικό pisum είχε μπει στα αγγλικά ως pease (πληθ. peasen, όπως ox-oxen), αλλά στη συνέχεια το pease θεωρήθηκε λανθασμένα πληθυντικός (φαντάζομαι αφού σταμάτησε να προφέρεται το τελικό e) και από αυτό πλάστηκε ο ενικός pea, κατ’ αναλογία με άλλα ουσιαστικά. …

    Ήταν παλλαϊκή απαίτηση

    Give peas a chance

  95. Costas Papathanasiou's avatar

    Costas Papathanasiou said

    Αξιοσημείωτη -ως Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO- και η Παναγιά η Αρακιώτισσα (https://www.pemptousia.gr/2012/11/o-christos-me-skoulariki/ ) :
    Μεταξύ των χωριών Σαράντι και Λαγουδερά* εν μέσω καταφύτου περιοχής είναι κτισμένη μια εκκλησία, ρυθμού βασιλικής, η οποία εκτίσθη τα τέλη του 12ου αιώνος. Σχετικώς με το κτίσιμο της εκκλησίας αυτής υπάρχει και η εξής παράδοσης. Μιαν ημέραν ένας βοσκός, ενώ εκάθητο πάνω εις ένα βράχο και έπαιζε την φλογέρα του, είδε ένα γεράκι να τριγυρνά επίμονα πάνω από μερικούς πυκνούς θάμνους. Στην αρχή ο βοσκός δεν υποπτεύθη τίποτε. Ύστερα όμως από αρκετή ώρα είδε το γεράκι να γυρίζει συνεχώς πάνω από τους θάμνους και ηθέλησε να δεί τι συμβαίνει. Όταν επλησίασε αρκετά, εκοίταξε μέσα στους θάμνους και διέκρινε κάτι σαν τοίχο. Εκοίταξε και είδε ένα εικόνισμα της Παναγίας. Τότε ο βοσκός εκοίταξε τους γύρω τόπους και όταν βρήκε το πλέον κατάλληλο έκτισε ναόν και έβαλε μέσα το εικόνισμα της Παναγίας. Η Παναγία αυτή ωνομάσθη από τους χωρικούς των γύρω χωριών “Παναγιά του Άρακα” από το γεράκι, το οποίον είδε ο βοσκός να γυρίζει πάνω από τους θάμνους. Το εικόνισμα αυτό της Παναγίας είναι και θαυματουργό. Όταν κάποτε έπεσε πολύ βροχή και χαλάζι μεγάλο όπως το πορτοκάλι. Οι χωρικοί παρακάλεσαν την Παναγία να σταματήση το χαλάζι και να της πάνε ένα αντικείμενο ασημένιο όμοια στο σχήμα και στο μέγεθος με το χαλάζι πού πεφτε. Ύστερα από λίγο το χαλάζι και η βροχή σταμάτησαν, οι δε χωρικοί ετήρησαν την υπόσχεσίν των. Επί τουρκοκρατίας όμως ένας καδής, ενώ επερνούσε μια μέρα από κοντά στην εκκλησία, μπήκε μέσα, επήρε το “χαλάζι” και εσυνέχισε το δρόμο του. Δεν επροχώρησε πολύ και ήρχισε τόσον η δυνατή βροχή και το χαλάζι, ώστε ο καδής σκοτώθηκε. Την άλλην ημέρα οι χωρικοί βρήκαν το πτώμα του καδή και το έθαψαν, το μέρος δε όπου έθαψαν τον καδήν οι χωρικοί ωνομάσθη υπ’ αυτών “¨Καδής”. Όταν έθαψαν τον καδήν οι χωρικοί, επήραν το “χαλάζι” και το έβαλαν στη θέσιν, όπου ήτο πρίν το πάρει ο καδής. Ευρίσκεται εκεί δε μέχρι σήμερον. Λένε μάλιστα όταν βρέχει ή πέφτει χαλάζι πολύ και είναι βλαβερό, τότε οι χωρικοί παίρνουν το “χαλάζι” από την εκκλησίαν και κάνουν “λιτή” και τότε το χαλάζι και η βροχή σταματούν.
    (Σ. Κ. Πρωτόπαπας, Η Παναγιά του Άρακα**, Κύπρος, Μαθητική Εστία, έτος Ε, (1955), αρ. 14, σελ. 91)
    * Λαγουδερά < “λαούδκια”/ή “φκιά του λαού”=“αυτιά του λαγού”, ονομασία για τα κυκλάμινα http://www.lagoudera.org/gr/what-to-know-tgr/history-tgr.html
    **Το όνομα συσχετίζεται (μάλλον εσφαλμένα) και με τον αρακά ( https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%AE_%CE%A0%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%86%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1 ) , αλλά η καταγραφή “Παναγίας του Άρακος”( https://ageliaforos.com/i-panagia-toy-araka/ ), φαίνεται να συνηγορεί υπέρ προέλευσης εκ του “ιέρακος”, δοθέντος ότι και στον Ησύχιο καταχωρίζονται οι λέξεις “ἄρακοι”= ὄσπριόν τι. τὸ δὲ αὐτὸ καὶ ‘λάθυρον’/ “ἄρακος”= ἱέραξ. (Τυῤῥηνοί).

  96. Georgios Bartzoudis's avatar

    Georgios Bartzoudis said

    (α) «Στο λήμμα ‘αρακάς’ έχει τον ορισμό: οι χλωροί λοβοί της μπιζελιάς και κυρ. οι πράσινοι σφαιρικοί σπόροι τους».

    # Τα ξερά μπιζέλια χρησιμοποιούνταν κάποτε για σούπα στα σχολικά γεύματα (χορηγία της ΟΥΝΡΑ γαρ)

    (β) Τω καιρώ εκείνω το «πίσο» (και ο βίκος) συστήνονταν για ανοιξιάτικες καλλιέργειες: Έδιναν πολύ χόρτο (χλωρόν τε και ξηρόν) αλλά και λίπαιναν με άζωτο το έδαφος (καθότι ψυχανθή). Ο σπόρος διετίθετο δωρεάν από τις Ενώσεις Γεωργικών Συνεταιρισμών, με την επίδοση ειδικής «διατακτικής» που οι αγρότες έπαιρναν από την αρμόδια Διεύθυνση Γεωργίας. Ειδικά για το κτηνοτροφικό πίσο, προωθούνταν η ποικιλία «Πίσο Μ-10». Και νάσου ένα πρωϊνό παρουσιάζεται στον αγουροξυπνημένο Γεωπόνο, Βλαδίμηρο το όνομα, μια ωραιοτάτη Πομακίς (άνευ τσαντόρ, καθότι ήν εν τη πρωτευούση του Νομού) και του λέει: «Θέλω Πϊσο Μ-12». Και απαντά ο Βλαδίμηρος: Καλώς το ζητάς «PISO», αλλά κάνεις λάθος στο μέγεθος. Δεν είναι 12 αλλά μόνο 10.

  97. Μαρία's avatar

    Μαρία said

    88 des pois και εννοούν λέει τα μοσχομπίζελα βλ. Α 2 https://www.cnrtl.fr/definition/pois

  98. Costas Papathanasiou's avatar

    Costas Papathanasiou said

    Από μεταφραστικής απόψεως η διάκριση μεταξύ μπιζελιού και αρακά μοιάζει ξεκάθαρη αφού ο δεύτερος νοείται πρωτίστως ως κατεψυγμένος:
    Στο παιδικό βιβλίο του Βρετανού Μπεν Μίλερ «Τη νύχτα που συνάντησα τον Αϊ-Βασίλη» (εκδόσεις Ψυχογιός/ “The Night I Met Father Christmas” by Ben Miller), ο μικρός Τζάκσον περιποιείται τον στραμπουληγμένο αστράγαλο ενός Αϊ-Βασίλη-τσέπης ( τουτέστιν λιλιπούτειου ξωτικού ονόματι Τόρβιλ Κρίστμας ) με ένα σακούλι κατεψυγμένο αρακά εν είδει παγοκύστης εφαρμοστής: “Βγάλε την μπότα σου!” είπα· και πήγα τρέχοντας στην κουζίνα, άρπαξα ένα πακέτο κατεψυγμένο αρακά και έτρεξα ξανά πίσω. Ο Αϊ-Βασίλης πήρε μια κοφτή εισπνοή καθώς τύλιγα τον αρακά γύρω από αυτό που πρέπει να σας πω ότι ήταν μια αρκετά ιδρωμένη κάλτσα. “Αου!” είπε. “Είναι παγωμένο!” (Οπτικοποίηση εδώ: Jackson raced to the freezer to fetch him a bag of frozen peas https://www.youtube.com/watch?v=4KanWJ-ATsQ )
    Σε άλλο παιδικό ο κατεψυγμένος αρακάς αξιοποιείται για εαρινό στρώμα πολικού αρκουδιού ονόματι Μπιορν: «Την άνοιξη, ο Μπιορν κοιμόταν πάνω σε ένα στρώμα από κατεψυγμένο αρακά./ Το καλοκαίρι γέμιζαν την μπανιέρα τους με πάγο./ Το φθινόπωρο δανείστηκαν έναν τεράστιο καταψύκτη από ένα μαγαζί».( “Μια Χριστουγεννιάτικη ευχή”, του Σάμιουελ Λάνγκλεϊ Σουέιν, Εκδόσεις Μάρτης, Οκτώβριος 2024 — Συγγραφέας: Samuel Langley-Swain / Εικονογράφος: Mirna Imamovic : “Where Bjorn Belongs”/ 3:30-4:30 https://www.youtube.com/watch?v=A0r8bm0DZsE ).
    Αφορμής δοθείσης, ιδού και το παραμύθι «Ο σκαντζόχοιρος και τα μπιζέλια» του Άρη Γκρίμπα στο οποίο εξηγείται ότι τα παλιά χρόνια τα μπιζέλια ήταν πολύχρωμα αλλά αχόρταγοι σκατζόχοιροι τα έφαγαν όλα εκτός από τα πράσινα διότι ένα εξ αυτών αντιστάθηκε επιτυχώς σκοτώνοντας έναν (φαγά) δικό τους ( https://www.lefalok.gr/o-skantzoxoiros-kai-ta-mpizelia )

  99. Διαβάζω εδώ για αρακά και μπιζέλι και με καθυστέρηση διαβάζω σήμερα το ένθετο για τις τέχνες και τα γράμματα της Καθημερινής της Κυριακής (22/12/2024). Εκεί το άρθρο για παιδικά βιβλία με τίτλο: «Μιούζικαλ, μυστήριο και… αρακάς» της Μαρίας Τοπάλη, αρχίζει έτσι:

    Βγάλε την μπότα σου! είπα· και πήγα τρέχοντας στην κουζίνα, άρπαξα ένα πακέτο κατεψυγμένο αρακά και έτρεξα ξανά πίσω. Ο Αϊ-Βασίλης πήρε μια κοφτή εισπνοή καθώς τύλιγα τον αρακά γύρω από αυτό που πρέπει να σας πω ότι ήταν μια αρκετά ιδρωμένη κάλτσα. “Αου!” είπε. “Είναι παγωμένο!”». Και (σε άλλο βιβλίο): «Την άνοιξη, ο Μπιορν (ένα πολικό αρκουδάκι) κοιμόταν πάνω σε ένα στρώμα από κατεψυγμένο αρακά. Το καλοκαίρι γέμιζαν την μπανιέρα τους με πάγο. Το φθινόπωρο δανείστηκαν έναν τεράστιο καταψύκτη από ένα μαγαζί». Ο κατεψυγμένος αρακάς είναι, φαίνεται, σε πρώτη ζήτηση στα βρετανικά νοικοκυριά – πώς αλλιώς να εξηγήσουμε ότι συμπρωταγωνιστεί σε γιορτινά βιβλία βρετανικής προέλευσης; 

    https://www.kathimerini.gr/culture/563386510/mioyzikal-mystirio-kai-arakas/

    Θα βάζαμε εμείς στο στραμπουλιγμένο πόδι του Άη Βασίλη ένα πακέτο κατεψυγμένο αρακά; Μάλλον όχι, αν και δεν είναι κακή ιδέα.

  100. 98. Απίστευτο! Γράφαμε ταυτόχρονα για τα ίδια παιδικά βιβλία με κατεψυγμένους αρακάδες! Πιάστε κόκκινο κύριε Παπαθανασίου! Δεν θέλω να μαλώσουμε!

  101. #38 Vrach, σε μας πάλι εντελώς αντίστροφα!☺️ Αρακά ξέραμε, λέγαμε, τρώγαμε. Το μπιζέλι, το έλεγαν για να πουλήσουν μούρη, κάτι «κυρίες» νύφες από αλλού, ή κάτι ντόπιες δήθεν.
    Βέβαια στις σπάνιες περιπτώσεις που τα μαγειρεύαμε με το εξωτερικό περίβλημα(όπως φασολάκια), ήταν οπωσδήποτε μπιζέλια.

    Για την φάβα νόμιζα πως είναι το όνομα του φυτού. Και μάλιστα θέμα διαφωνίας Αμοργού-Σαντορίνης*. Τώρα μαθαίνω το λούπινο. (Στον Βορ.Έβρο, φάβα ήταν ο τρόπος μαγειρέματος. Συνήθως έκαναν φάβα με την φακή.)

    *Και κάτι περίεργο. Της Σαντορίνης είναι Η φάβα, στην Αμοργό ΤΟ φάβα. (Για την νομοθεσία)
    https://www.minagric.gr/images/stories/docs/agrotis/POP-PGE/prodiagrafes_fava_amorgou271221.pdf

    https://agriculture.ec.europa.eu/farming/geographical-indications-and-quality-schemes/geographical-indications-food-and-drink/fava-santorinis-pdo_el

  102. Α… ωραία Aerosol. Είδα πως αναδύθηκαν και τα «μπίζα» (που διεκδικούν, μάλιστα, δάφνες ορθότητας, πρβλ. pisum κ.λπ.).

  103. Αλφα_Χι's avatar

    Αλφα_Χι said

    Όπως παρατήρησα, η εμπορική χρήση της ονομασίας μπιζέλι και αρακάς είναι ταυτόσημη, δηλ. στην περιγραφή του προϊόντος αναφέρεται και με τις δύο αυτές ονομασίες ο εσωτερικός καρπός και μόνο. Π.χ. Στον τίτλο γράφει κονσέρβα μπιζέλια και συνεχίζει : ο αρακάς κ.λπ.

    Η διάκριση, επομένως, αρακά και μπιζελιού μπορεί να αφορά τη φυτολογία και την κατάταξη με βάση διαφορετικά χαρακτηριστικά, όπως είναι το μέγεθος των σπόρων, η υφή του περιβλήματος κ.ά. Και εδώ : https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CF%82 πατάς πίσο και σου βγάζει αρακά, γιατί πίσο είναι το γένος (και ακολουθεί το είδος και το υποείδος, αν υπάρχει).

    Μπιζέλι που να τρώγεται όπως τα φασολάκια δεν έχει τύχει να δοκιμάσω ή να το δω φυτεμένο.

  104. sarant's avatar

    sarant said

    98-99 Πλάκα πλάκα, στην αγγλική Βίκη γράφει ότι τα σακουλάκια με κατεψυγμένο αρακά χρησιμοποιούνται στα νοσοκομεία αντί για παγοσακούλες επειδή η κοκκομετρία του αρακά προσαρμόζεται καλύτερα στο σώμα.

    101 Όμως «το φάβα» το λένε και στη Σαντορίνη.

  105. Στο fb έχει φίλους

    Αλλά για τους «φυσιολογικούς» σαν εμένα😉😂 έχει άλλη εκτίμηση

  106. DaPonte's avatar

    DaPonte said

    Συνεχίζοντας από 8 & 94

    Η γραφή pease επιβίωσε στο εγγλέζικο παιδικό τραγουδάκι (που εγώ το έμαθα διαβάζοντας Το μικρό σπίτι στο λιβάδι) όπου pease pudding η πηχτή μπιζελόσουπα:

    Pease pudding hot,
    Pease pudding cold,
    Pease pudding in the pot
    Nine days old;
    Some like it hot,
    Some like it cold,
    Some like it in the pot,
    Nine days old.

  107. Jorge's avatar

    Jorge said

    Η χρήση κατεψυγμένου αρακά (στη σακούλα του 🙂 ) μου είναι πολύ γνώριμη, ειδικά για στραμπούληγματα (αγκαλιάζει το τραυματισμένο μέλος).

    Δεν είμαι σίγουρος αν δρα απλά σαν παρηγορικό.
    Θέλει προσοχή όμως στη διάρκεια για να μην δημιουργηθεί ψυχρό έγκαυμα.

  108. sarant's avatar

    sarant said

    105α Και τρολάρει τον Αρκά

  109. Αλφα_Χι's avatar

    Αλφα_Χι said

    Ναι, αλλά πάει χαμένος ο αρακάς, άμα ξεπαγώσει. Εκτός και τον σερβίρουν μετά για βραδινό στον ασθενή.

    Υπάρχει πρόοδος, με επαναχρησιμοποιούμενα επιθέματα τζελ για ζεστό ή κρύο. Έχω δύο τέτοια στην κατάψυξη, για κρύο. 🙂

  110. Jorge's avatar

    Jorge said

    # 109 🙂 δύο σακούλια, ένα σε χρήση και ένα να ψύχεται.
    Η ψυγμένη γέλη ( :)) )

  111. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη's avatar

    Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Μού γκρεμιζεις μιά βεβαιότητα, Νικοκύρη! 🙂 (βλ. Λεώνικος, στό 35)

    Τό κεφάλι μου θά ἔβαζα στοίχημα ὅτι οἱ διακοσμητικές βοῦλες τῶν ρούχων (πουά) ἔχουν νά κάνουν μέ τό γαλλικό point (τελίτσα), ἀπό τήν (πρό αἰώνων) ἐποχή πού μοῦ κίνησε τό ἐνδιαφέρον ὁ πουαντιγισμός τοῦ Σερά.

  112. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη's avatar

    Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Γιά τό τραγουδάκι τῆς γλυκυτάτης Κριεζῆ, δέν τό συζητᾶμε. Ἀπ’ἔξω κι ἀνακατωτά!

    Τό ἀκούγαμε κάθε μέρα (νομίζω) ἀπό τήν Λιλιπούπολη τοῦ Γ’ Προγράμματος μέ τήν μεγάλη μου κόρη..

  113. antonislaw's avatar

    antonislaw said

    Καλησπέρα σας! Τελικά στα λαχανικά ή στα όσπρια τον συγκαταλέγουμε; ( Υπάρχει και ξερός στα σούπερ μάρκετ που κάνει φάβα). Στην Κρήτη πάντως εγώ τις δυο λέξεις για συνώνυμες τις ήξερα και περισσοτερο αρακά, τα μπιζέλια μάλλον μας ήρθαν από πιο βορεια.

    27 Πολύ ωραίος μαλεβιζιώτης,αργός και με ωραία γυρίσματα από τον Μουντάκη και τον Μανιά( νομίζω) στο λαγούτο και με θέμα αλαφρό και ευτράπελο η μαντινάδα, πριν πιάσει απ’άκρου εις άκρη η επικότητα και η σοβαροφάνεια τα κρητικά,ελέω Μαρκόπουλου και Ξυλούρη.

    και μου φωνιάζει( το κρητικό του φωνάζει)

    Δε θα συμφωνήσω απόλυτα με την απόδοση της μαντινάδας στα παλιολλαδίτικα, θα έλεγα ότι δαιμονίστηκε ο αρακάς και αναπτύχθηκε,σκαρφάλωσε πάνω στις νεαρές ελιές και δαιμονίστηκε κι αυτή και μου φωνάζει έλα.
    Βλέπω ότι όντως υπάρχει αναρριχώμενος αρακάς,
    https://gonimigi.gr/wp-content/uploads/2021/11/Bulk-%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%B9%CF%87%CF%8E%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82.jpg

    24,80 Στην Πάτρα και στη Μανωλάδα τις λένε και οι μπίζες, η μπίζα ή τουλάχιστον έτσι το κατάλαβα όπως το άκουσα, βλέπω οτι οι πλέον εντόπιοι του ιστολογίου λένε τα μπίζα

  114. ΓΤ's avatar

    ΓΤ said

    Απολαύσαμε τον Πρωθυπουργό στον Σρόιτερ να λέει κάποια στιγμή «ντε και καλά». Αυτά δεν είναι λεξιλόγιο Πρωθυπουργού αλλά μαρουλοπαγκίτη λαϊκής. Διόλου απίθανο να ήθελε να πει «σώνει και ντε». Ίσως το κοτσάρει στην αγαπημένη του φράση: «Φτιάξτε μου νόμο για να ξανακυβερνήσω»…

  115. antonislaw's avatar

    antonislaw said

    «την πυκνή ομίχλη τη  λένε purée de pois, πουρέ από μπιζέλια»

    Ο πουρές από μπιζέλια ( mushy peas) και ως συνοδευτικό του ψαριού με τηγανητές πατάτες, όπως και τα νερόβραστα μπιζέλια με καρότα πρέπει να είναι από τα εθνικά φαγητά των Εγγλέζων, μου έλεγε ένας μακαρίτης μπάρμπας μου που σπούδασε εσωτερικός σε πανεπιστήμιο της Αγγλίας και ήταν ένας βασικός λόγος που επέστρεψε Ελλάδα

  116. ΓΤ's avatar

    ΓΤ said

    ΕΚΠΑ: Τμήμα Φιλολογίας: Επίκουρος Καθηγητής συνελήφθη για παιδική πορνογραφία…

  117. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    Φαίνεται ότι το μπιζέλι δεν είναι αυτό που νόμιζα, αλλά κάτι που μπορεί να μην το ‘χω δει και ποτέ μου.

    Και το όσπριο που είναι σαν σκούρο πράσινο στραγάλι, αλλά πουλιέται συνήθως σπασμένο, ποιο είναι;

    Τέλος πάντων όποιο κι αν είναι, δεν έχει μεγάλη σημασία με ποια λέξη θα το αναφέρεις στον άλλον ώστε να γίνει συνεννόηση, γιατί φαίνεται πως είναι εξαφανισμένο. Εδώ και καναδυό χρόνια αναδύθηκε από κάπου στη μνήμη μου ένα φαγητό, μπιζελόσουπα με μπέικον. Αποφάσισα να τη φτιάξω, και η πρώτη ύλη δεν υπήρχε πουθενά (παρεκτός σε συσκευασίες με ανάμικτα όσπρια). Μετά από αρκετή άκαρπη έρευνα τα παράτησα, αλλά μια στα τόσα το ξαναθυμάμαι και το ψάχνω στα ράφια των οσπρίων: ΠΟΥΘΕΝΑ! Βρε σουπερμάρκετ, βρε νεοπαραδοσιακά μπακαλικάκια, βρε Αθήνα, βρε Ηράκλειο, άνοιξε η γης και τα κατάπιε.

  118. @ 113 antonislaw

    Ωραία.

  119. Μαρία's avatar

    Μαρία said

    116 Ο Ιταλός. Έκοψα φάτσα χτές.

  120. DaPonte's avatar

    DaPonte said

    117 Προς Πέπε.

    Είναι η σούπα που αναφέρω στο 106 : οι Άγγλοι ναυτικοί πρόσθεταν παστό χοιρινό, ενώ οι Ολλανδοί προσθέτουν μπέικον, λουκάνικο, πατάτες, καρότα και κρεμμύδια και την ονομάζουν Erwtensoep.

  121. Costas Papathanasiou's avatar

    Costas Papathanasiou said

    101,104: Στην Αμοργό μνημονεύονται ως Εγγυημένα Παραδοσιακά Ιδιότυπα Προϊόντα (ΕΠΙΠ), τα εξής τοπικά είδη: “Κρασάκι Βρουτσανό, λάδι Καστριανό, φάβα Θολαριανό, Μέλιν Αρακλειανό, Ψάριν Κραμπουσιανό, κρομμύδι Λευκιανό – καλάμι, σιτάρι Χαλαριανό, κι από το Δρυ νερό” ( Εμμανουήλ Ιωαννίδης, Αμοργός 1876/ Βλ. Βρούτσης ή Βρουτσί, Καστρί, Θολάρια, Αρακλειά, Κραμπούσα(η νησίδα Γραμβούσσα), Λεύκες, Χάλαρα, Δρυ (περιοχή στο βόρειο τμήμα του νησιού με ένα μικρό ρέμα που συγκρατεί νερό για αρκετούς μήνες). Άρα: Ούλα ειν’ απ’ το Θεό, τα καλά, στην Αμοργό .

  122. Μαρία's avatar

    Μαρία said

    117 Φάβα πράσινη https://greek-cheese.gr/index.php?route=product/product&product_id=562

  123. Jorge's avatar

    Jorge said

    # 117 Είναι δυνατόν να εννοείς τη ρόβτσα;
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CE%BF%CE%B2%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1

  124. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

     113 Αντώνης
    >>Στην Κρήτη πάντως εγώ τις δυο λέξεις για συνώνυμες τις ήξερα και περισσοτερο αρακά, τα μπιζέλια μάλλον μας ήρθαν από πιο βορεια.

    Όι, όι! 🙂
    Μπιζέλια τα λέγαμε ανατολικά (αυτά τα μικρά, γλυκά, ελαφρώς πλακουτσά και σύφλουδα).
    Αρακάς ήταν άλλο για εμάς, ψυχανθές επίσης, πολύ κοντινό στα υπόλοιπα, τα φύλλα αρκετά διαφοροποιημένα, τραχιά μικρότερα και πιο πολίμισχα/σγουρούτσικα, με μικρότερο στρογγυλότερο και σκουρότερο καρπό, που καλλιεργούνταν αποκλειστικά για τα ζώα ή για ενίσχυση του εδάφους. Υπάρχει και ο αυτοφυής αγριαρακάς.
    Τί να σας κάνω, είμαι μάλλον η μόνη χωριατοπούλα, καθιαυτή 🙂 .
    Τη διαφορά μπιζελιών- αρακά (του φαγώσιμου 🙂 που λέμε εδώ) , την συνειδητοποίησα, (ξέροντας τα ωραία μας μπιζελάκια που βάζανε, μέχρι τελευταία, οι δικοί μου) από τον «αρακά» της κονσέρβας αρχικά και μετά τον κατεψυγμένο της πόλης. Στην κεντρική αγορά σα να θυμάμαι να πουλάγανε και τον κατεψυγμένο σε χύμα. Επίσης εκεί ακόμη τον πουλούν σε όσπριο (όπως και φούλια, να ξέτε οι ρέκτες, στα 2-3 υπόγεια της Ευριπίδου).
    Στη λαϊκή δεν θυμάμαι αν κάνουν διάκριση στον ξεφλουδισμένο, από το σύφλουδο. Σε λίγο θα δούμε.
    Μπορούμε να πούμε ότι έχουμε δυο διαφορετικά φυτά/καρπούς αλλά που και τα δυο «ακούνε» και στα δυο ονόματα.

    σσ ο αρακάς είναι όπως η ελιά, ίδιο όνομα φυτό και σπόρος.

  125. Αλφα_Χι's avatar

    Αλφα_Χι said

    Φάβα Σαντορίνης (λάθυρος), https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CE%AC%CE%B8%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%BF_%CE%BA%CE%BB%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82

    Μπιζέλι (Pisum sativum)

  126. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    123

    Κρίνοντας από την εικόνα, μάλλον της Μαρίας εννοώ. Αλλά το λένε φάβα και κάνει σούπα;

    Ξέχασα να αναφέρω ότι και για τη φάβα έχω αρχίσει να αμφιβάλλω αν ξέρω τι σημαίνει. Εγώ νόμιζα ότι είναι το όσπριο από το οποίο κάνουμε τη φάβα. Εντάξει, ήξερα και την κουκόφαβα, αλλά θεωρούσα ότι η λέξη ερμηνεύεται ως «κάτι σαν φάβα αλλά από κουκιά». Τώρα διαβάζω λίγο πολύ ότι φάβα είναι απλώς τρόπος παρασκευής, και ότι άλλος την κάνει με λαθούρι, άλλος με κουκιά κλπ.

    Αλλά αυτό με το οποίο κάνουν τη φάβα στη Σαντορίνη, δεν είναι το ίδιο όπως παντού (εξαιρώντας την κουκόφαβα); Κι ένας φίλος Σαντορινιός, παραδοσιακός αγρότης αλά παλαιά, φάβα μού την είχε αναφέρει – μήπως για να καταλάβω ο Αθηναίος; Επίσης μου είχε πει να μην πιστεύω επ’ ουδενί όπου βλέπω «φάβα Σαντορίνης», γιατί ακόμη κι αν κάθε τετραγωνικό εκατοστό του νησιού φυτευόταν με φάβα, και πάλι δε θα έφτανε να δικαιολογήσει τις τεράστιες ποσότητες φάβας ανά τον κόσμο που βαφτίζονται Σαντορίνης.

    Μου ‘δωσε κι ένα σακκούλι από τη δικιά του, που βέβαια ήταν όντως Σαντορίνης. Όταν γύρισα στην Αθήνα, κάποια μέρα έκατσα να τη μαγειρέψω, κυρίως για να λύσω την εξής απορία: πόσο πια ωραία μπορεί να είναι μια φάβα; Ό,τι και να ‘ναι, όσο και Σαντορίνης να ‘ναι, πάντα φάβα είναι. Με το λάδι της και με τα ούλα της, πάντα νόστιμη βγαίνει αλλά μέσα στα όρια της φάβας βέβαια.

    Τελικά η διαφορά ήταν ότι της Σαντορίνης ήταν βραστερή. Μέσα σ’ ένα απίστευτα σύντομο διάστημα, που η Τρία Άλφα ούτε καλημέρα δε θα είχε προλάβει να πει, αυτή ήταν έτοιμη. Συνηθισμένος ότι τη φάβα την αφήνεις να βράζει για πάντα και περνάς κάθε μια ώρα να τσοντάρεις νερό (γιατί εννοώ να την αφήσω να λιώσει μόνη της, όχι μίξερ), αυτήν παρ’ ολίγο να την κάψω και θα ‘ταν αμαρτία.

    ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~

    Στην Κάρπαθο η φάβα λέγεται «το φάβα», που προφέρεται «το φάα» και τελικά «το φα». Ε’ το τρώω γιω το φα / κι είν’ τα ‘όγκια μου κουφά (τα δόντια μου κούφια). Την κάνουν όπως όλος ο κόσμος, εκτός ότι τους είχε φανεί εντελώς κουφό ότι εγώ στο πιάτο έβαζα και λεμόνι, που νομίζω ότι ούτε οι Κρητικοί βάζουν, αλλά επίσης κάνουν και κάτι σαν κεφτέδες ή χοντρές τηγανίτες, τα φατοπίτια (που προφέρονται φατοπίκια, απολαυστική λέξη).

  127. Σαμψών Κατσίπης's avatar

    Σαμψών Κατσίπης said

    Καλησπέρα κ. Σαραντάκο

    Είδα το άρθρο σας για τον αρακά και είναι τόσο ενδιαφέρον που είπα να γράψω και γω κάτι Δυστυχώς είχα ένα πρόβλημα στο μάτι και βρίσκομαι αρκετές μέρες στη Θεσσαλονίκη και γι αυτό δεν σας έστειλα την εργασία που είχα υποσχεθεί (παρ. όλο που την έχω τελειώσει).

    Σύμφωνα με ένα οδηγό που μου έστειλε ο Ροίκος Θανόπουλος (ερευνητής στο Ινστιτούτο Γενετικής Βελτίωσης και Φυτογενετικών Πόρων στη Θεσσαλονίκη), τα είδη των οσπρίων που καλλιεργούνται για φάβες στο Αιγαίο (μέχρι τώρα) είναι:

    Vicia faba: Κουκιά

    • Lathyrus clymenum: Αρακάς, λαθούρι.

    Lathyrus sativus: Μπίζι, λαθούρι

    Lathyrus ochrus: Φασολίδα, λαθούρι, άφκος (στη Λήμνο).

    Pisum sativum : Μπιζέλι, κατσούνι (στην Αμοργό).

    Βέβαια οι νοικοκυρές σήμερα ‘αρακά’ λένε το ‘μπιζέλι’ και έτσι είναι γραμμένο πάνω στις συσκευασίες που είναι μέσα στα ψυγεία.

    Να σημειωθεί ότι σε πολλά νησιά καλλιεργούν περισσότερα από ένα διαφορετικά είδη οσπρίων για την παρασκευή φάβας.

    Στην Σαντορίνη ‘αρακά’ λέμε μόνο το Lathyrus clymenum. Τα δύο άλλα είδη Lathyrus sativus και Lathyrus ochrus τα λέμε ‘λαθούρια’ και πολύ σπάνια καλλιεργούνται.

    Τα φυτά του αρακά τα λέμε ‘αρακιές’ και οι τρυφερές τους κορυφές τρώγονται βραστές και είναι πολύ νόστιμες. Όσον αφορά τα λουβιά του αρακά τα τρώμε ωμά (πριν μεστώσουν πολύ). Βρασμένα όμως είναι το κάτι άλλο και είναι περιζήτητα την μεγαλοβδομάδα που μαζεύονται παρέες και τα καταναλώνουν μαζί με πολλή τσικουδιά.

    Τα σπέρματα του αρακά δεν γίνονται φάβα την ίδια χρονιά που τους σοδεύουν, γιατί θραύουν, αλλά την επόμενη. Και για να μην προσβληθούν από έντομα (πχ βρούχο),  τα βάζουν σε μεγάλες κασέλες, βάζουν μέσα γύρω γύρω χαρτιά από τσουβάλια τσιμέντου ή λιπασμάτων , ρίχνουν μέσα τους σπόρους μαζί και λίγες σιδερόβεργες,  (λένε ότι εμποδίζουν την ανάπτυξη των εντόμων), τα σκεπάζουν από πάνω πάλι με χαρτιά και τέλος τα σκεπάζουν με χώμα μέχρι την επόμενη χρονιά που θα τα ανοίξουν για να κάμουν το φάβα.  (Λέμε ‘το φάβα’ και όχι ‘η φάβα’ και πιο παλιά στο Εμπορείο ‘ο φάβας’. Υπάρχει δε και παρατσούκλι στο Βόθωνα ‘ο φάβας’).

    Όσον αφορά το μοσχομπίζελο δεν είναι το Pisum sativum , όπως γράφει το σχολικό βιβλίο Γ Λυκείου στο κεφάλαιο της Γενετικής, αλλά το Lathyrus odoratus.(Αν θυμάμαι καλά την εποχή του Μέντελ το μοσχομπίζελο το κατέτασσαν στο γένος Pisum). 

    Λοβός ή όσπριο ή χέδροπας (legum) είναι ο καρπός της οικογένειας των Papilionaceae ( ψυχανθή) ή Leguminosae (χεδρωπά). Σήμερα η οικογένεια αυτή ονομάζεται Fabaceae (από το γένος Faba = φασόλι, που σήμερα συμπεριλαμβάνεται στο γένος Vicia).

    Τα λουβιά που δεν έχουν ακόμη μεστώσει  τα λέμε ‘πλατύθρες’. Οι πλατύθρες από τα μπιζέλια είναι πολύ νόστιμες γιατί είναι πολύ τρυφερές και μαγειρεύονται με το φλούδι.

    Το ‘λουβιάζω’ αναφέρεται στην περίοδο που ένα όσπριο αρχίζει να δένει λουβιά (Ο ασπάλαθας λουβιάζει και η πέρδικα αυγουλιάζει), αναφέρεται όμως και στην αρρώστια της λέπρας (λούβα =λώβη = λέπρα). Συνηθισμένη ήταν και η κατάρα : ‘Ε που να λουβιάσεις’.

    Η ‘λουβιά’ είναι η πληγή που αφήνει η λέπρα σε έναν άρρωστο.

    Όπως στο παιδικό λογοπαίγνιο:

    Του παπά μας το γαδούρι ήβγαλε λουβιά στη μούρη

    και φωνάζει η παπαδιά το γαδούρι μας ψοφά……………………..

    Πριν λίγο καιρό σε μια εκπομπή στην τηλεόραση έλεγαν για ‘το φάβα της Αμοργού’ και μεταξύ των άλλων είπαν ότι «το φάβα της Αμοργού είναι μοναδικό γιατί βγαίνει από το Lathyrus clymenum που μόνο στην Αμοργό καλλιεργείται». Εδώ για να μην τους πει κανείς άσχετους ή οτιδήποτε άλλο, τους ταιριάζει η παροιμία «κουκιά ήφαες και κουκιά μαρτυρείς».

  128. antonislaw's avatar

    antonislaw said

    124 Έφη σε ευχαριστώ, μένω διορθωμένος και μπίτι άσχετος, δε θυμούμαι η γιαγιά μου νά ψησε ποτέ αρακά – ούτε μπιζέλια. Αγκινάρες με τα χλωροκούκια μάλιστα, νερόβραστα αμπελοφασουλα με πατάτες, βραστή ντομάτα κι από πάνω φρέσκο λάδι μάλιστα, και δίπλα φρίσα στην εφημερίδα, μπαρμπουνοφάσουλα άνυδρα κοκκινιστά με ξενικό κολοκύθι,ξεκαρπουλισμένα και σύφλουδα όσα ήταν αγνά, ώφου μου άνοιξε η νοσταλγία και η όρεξη…

  129. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Περί φάβας
    Είχαμε την κίτρινη φάβα που τη βγάζαμε αλέθοντας στον χερόμυλο τις παπούλες μας -ψαρές τις λένε δυτικότερα, το λαθούρι, δηλαδή, που δεν ξέρω, γιατί δεν έχω δει χλωρό φυτό, αν είναι ίδιο αυτό, με το λαθούρι της Σαντορίνης, μάλλον ίδιο και απλώς το λαβόχωμά της, είναι που κάνει τη διαφορά. Παίζουν στην Κρήτη δυο λογιώ φυτά, του ίδιου είδους, το ένα με πολύ μικρότερα φύλλα που είναι και νοστιμότερο, όπως διαπίστωσα στην ωμή σαλάτα, καθώς τρώμε τα φυλλαροσταχάκια της (ξιδάτα/γιαμ)

    Από τα παιδικάτα ήξερα και την, απορριπτέα εντελώς, κουκόφαβα. Εμείς ποτέ δεν φτιάξαμε τέτοια.

    Την πράσινη φάβα από αρακά και μια άλλη πολύ πορτοκαλί (να κάνει και ρίμα), εδώ την είδα.

  130. Costas Papathanasiou's avatar

    Costas Papathanasiou said

    Στου Δημήτρη Λιθοξόου(https://www.lithoksou.net/2021/10/fyta-onomata.html ) συγκεντρώνονται αυτές οι “κοινές, διαλεκτικές ονομασίες” :
    Pisum sativum: αγδουπέκα [Φάρασα*], αρακάς [Germano 1622 & Θράκη, Κάρπαθος, Κάρυστος, Κρήτη, Ρόδος], αράκι [Λεξικό Δημητράκου 1933 & Λευκάδα], αύκος [Γεννάδιος 1914], άφκο [Ήπειρος, Λευκάδα], άφκος [Ικαρία, Κεφαλονιά, Παξοί, Σίφνος], άφκους [Θράκη, Ιωάννινα, Κοζάνη, Σάμος, Σαμοθράκη], γλυκομπίζελο [Σύρος], γραχς [Αίνος*, Κοζάνη], γριάχος [Ήπειρος], μπιζέλ [Χαλκιδική], μπιζέλι [Γεννάδιος 1914], μπίζζης [Νίσυρος], μπίζζιν [Νίσυρος], μπίζης [Κέρκυρα], μπίζι [Χελδράιχ 1926 & Ηλεία, Κεφαλονιά], πιζέλι [Γεννάδιος 1914], πίζι [Γεννάδιος 1914], φάκος [Ικαρία].
    Συμπληρωματικά: αύκος, ο και άφκος (ουσ.)/ 1. (βοτ.) το οσπριώδες φυτό πίσον το ήμερον κοινά μπιζέλι/ 2. αύκος άγριος, το κτηνοτροφικό φυτό λάθυρος ο ωχρός, κοινά καμπυλιά, καμπούλι. https://www.paroutsas.gr/lexicon/index.php?v=21680
    αύκος (ο) το αγριομπίζελο, κοινώς αγριοκόκκι (=λάθυρος ο ωχρός). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης/ Αὖκος, § εἶδ. ἀγρίου ὀσπρίου ἐκ τοῦ εἴδους τῶν λαθύρων. ΚΝ. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου Πηγή:https://lexikolefkadas.gr/afkos-o/ https://lexikolefkadas.gr
    Ο άφκος και το λαφύρι Λήμνου: https://med-ina.org/wp-content/uploads/2020/12/Afkos-Lafyri.pdf / https://limnosnea.gr/afkos-fava-ena-paradosiako-proion-tis-limnou/

  131. antonislaw's avatar

    antonislaw said

    127 πω πω εξαιρετικό το ποστ σας! Να σας ρωτήσω, η φάβα της Δονούσας ( Σχοινούσας τη βλέπω έχω φάει όμως προσωπικά Δονούσας μου είπανε είναι ίδια) είναι ίδια με της Αμοργού και είναι pisum sativum, μπιζέλι ή κατσούνι;

  132. ΓΤ's avatar

    ΓΤ said

    Πέθανε ο Δημήτρης Μικέλης.

  133. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    127, Σ.Κατσίπης
    Ναι, σε όλα! 🙂 Ευχαριστούμε!
     >>(Ο ασπάλαθας λουβιάζει και η πέρδικα αυγουλιάζει)
    Σ΄εμάς το αντίστοιχο:
    Όταν έχει ασπάλαθος ανθό, έχει η πέρδικα τ΄αυγό
    κι όταν έχει ασπάλαθος λουβί, έχει η πέρδικα πουλί.

    Λουβιά, ναι, όλα των οσπρίων/ψυχανθών και όσα τους μοιάζουν στο σχήμα (όπως του ασπάλαθου)

  134. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    127

    Κ. Κατσίπη, κι αν ψοφήσει ο γάιδαρός μας είναι για καλό δικό μας: το κεφάλι του τσουκάλι και τ’ αφτιά του για κουτάλι. Τα υπόλοιπα σε λίγο που ανοίγει το Τριώδιο!

  135. antonislaw's avatar

    antonislaw said

    129 «Από τα παιδικάτα ήξερα και την, απορριπτέα εντελώς, κουκόφαβα. Εμείς ποτέ δεν φτιάξαμε τέτοια»

    Αν δεν έχετε κάποιο πρόβλημα με εκείνη την έλλειψη ενζύμου που προκαλεί την κυάμωση χάνετε που δεν τρώτε κουκόφαβα ή σκέτη φάβα( από ξερά κουκιά ξεματισμένα). Την άλλη φάβα την κίτρινη ,από λαθούρι, τη λέγαμε φαβέτα!

  136. ΓΤ's avatar

    ΓΤ said

    Αφού είπαμε για φάβα, γνωστή από Αυγή και Καθημερινή η Δήμητρα Μανιφάβα.

  137. spyridos's avatar

    spyridos said

    75
    Mierenneuken λοιπόν.

    Οι Άντερσεν έγραψαν για την πριγκίπισσα και τον αρακά αν το καταλαβαίνω καλά, γιατί λοιπόν το μεταφράσαμε η πριγκίπισσα και το μπιζέλι;
    Δεν θα πρέπει να διορθωθεί κάποια στιγμή αυτό το λάθος;

    Μπιζελόσουπα λένε σε ελληνικές ιστοσελίδες βλέπω. Λάθος φυσικά. Αρακόσουπα είναι.
    Και για να είμαστε ακριβείς στη Γερμανία είναι αρακόσουπα. Η ολλανδική μορφή της λέγεται σούπα αλλά είναι πράσινη φάβα, πολύ πηχτή.
    Φυσικά με διάφορα λαχανικά αλλά κυρίως καπνιστό λουκάνικο σε κομμάτια, καπνιστή κοιλιά χοιρινού και οπωσδήποτε ποδαράκια (χωρίς τις πατσές).
    Τρώγεται αποκλειστικά με σικαλένιο πολύ πυκνό ψωμί, roggebrood.

    Η «σούπα» αυτή πέρασε τον Ατλαντικό και μετά ήρθε και σε μας μέσω της Ούνρα όπως λέει ο Μπαρτζούδης.

    Μπορούμε να πούμε ότι είναι το χειμερινό εθνικό φαγητό των Ολλανδών.
    Λέγεται έρβτενσουπ όταν την τρώμε σπίτι ή την παραγγέλλουμε σε εστιατόρια, αλλά σνερτ όταν την τρώμε κάπου στο ύπαιθρο, μετά από πεζοπορία ή σπορ στον πάγο. Οι (συνήθως) αυτοσχέδιες καντίνες που την πουλάνε στο ύπαιθρο λέγονται κουκ εν ζόπι, μπισκότο και σουπίτσα, ‘οπου μπισκότο συνήθως το σικαλένιο ψωμάκι.

    Χαρακτικό του Adriaen van de Velde, 1750. Δεξιά το κουκ εν ζόπι.

  138. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    135 >>χάνετε που δεν τρώτε κουκόφαβα 

    Θεωρούσαν εκλεκτή την φάβα μόνο.
    Η αλήθεια είναι ότι ο παππούς μου έπαθε κυάμωση, αλλά πολύ μετά, όταν εγώ ήμουν ήδη στην Αθήνα, και τον μετέφεραν, από το νοσοκομείο Ηρακλείου, ημιθανή στο Ιπποκράτειο κι ένα γιατρός απ΄όλους το κατάλαβε έγκαιρα και τη σκαπούλαρε κι έζησε ως τα 96.
    Δεινός κουκοφάγος ήταν ο πατέρας μου, με σαρδέλες Καλλονής κλασικά ή φρίσσα τσιβιλιαστή.

    Μαγειρεύω φάβα, ο γιος μου την ανάστησε. Κάπως έγινε της μόδας στα μεζεδάδικα όταν άρχισε να ξεπορτίζει αυτόνομος, την είχε δοκιμάσει και μια φορά στο πλοίο, προς έκπληξή μας, σερβιρίστηκε και φάβα. Έκτοτε τη θυμήθηκα και την φτιάχνω. Για τη δοκιμή τώρα που το λέμε δεν το ΄χω πολύ να φτιάξω η ίδια σπίτι κουκόφαβα. Με το μίξερ όλα γίνονται.
    Μωρέ και μπιζελόφαβα μπορεί να κάνω να δω κι αν ξεγελαστεί το καμάρι μου που δεν τρώει τον αρακά 😉
    -Κουκιά σου ξεματίζουνε (κάτσε καλά Έφη) 🙂

  139. ΓΤ's avatar

    ΓΤ said

    Παλιοί παππούδες άνοιγαν στιβαδούλα στιβαδούλα το κρεμμύδι και τη χρησιμοποιούσαν για κουτάλι στη φάβα.

    Η φάβα παίζει σε νεογκουρμέ παρουσίαση πιάτου, όπου μπορείς να δεις μία σαρδέλα να αναπαύεται σε κλίνη φάβας με επίστεψη καππαρόφυλλου. Κοινώς, εάν είσαι τριμάλακας Αθηναίος θα στηρίξεις ένα τέτοιο πιάτο.

    Γυρίζοντας στα κρεμμύδια, αυτά τα μόστρα καφενεία παίρνουν τα μουστάκια του κρεμμυδιού, και, με την ελαχίστη εμβάπτιση στη φριτέζα, σαν έρθει ο λογαριασμός θα πέσεις τέζα…

  140. Σαμψών Κατσίπης's avatar

    Σαμψών Κατσίπης said

    127

    Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να απαντήσω γιατί λείπω από τη Σαντορίνη και δεν έχω μαζί μου σημειώσεις. Αύριο θα ρωτήσω ένα φίλο που αυτή τη στιγμή μελετά όλα τα όσπρια που φτιάχνουμε φάβα και θα σου απαντήσω

    133 , Έφη – Έφη

    Και εγώ ευχαριστώ! Έχουμε τόσα πολλά κοινά με την Κρήτη!

  141. Costas Papathanasiou's avatar

    Costas Papathanasiou said

    Μαζί με αυτά τα παροιμιώδη:«Ούλο άφκο άφκο…» (λέγεται όταν κανείς γεύεται καθημερινά το ίδιο πράγμα, όχι απαραίτητα φαγητό και όχι απαραίτητα άφκο)/ «Το λάδ’ έπεσε πολύ στον άφκο» (για υπερβολές)/ «(Τον άφκο) τον φτεβς και τον ξεχνάς, πας στο βγάλσομ» -υποδηλώνει ότι δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα/«Άφκος χωρίς κρομύδ’, γάμος χωρίς διολί»(Λήμνος), πάει κι αυτή η καταγραφή: Άφκος – ούσ. είδος μπιζελιού άγριου, στρογγυλού και λευκού. —Έσπειρα ένα χουράφ’ άφκου. —Απόψι έφαγάμ’ άφκου. (Στα Κουβούκλια της Προύσης το λέγουν φάκο με το να έχει την γεύσιν φακής)”/Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗ, ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ ‘Γλωσσάριο Μαλγάρων’ 1935-36, σ.147 του https://www.he.duth.gr/erg_laog/arxeio/arxeio_thrakikou_laografikou_glossikou_thisavrou_t02.pdf

  142. Μαρία's avatar

    Μαρία said

    127 Ευχαριστούμε κυρίως εμείς που τρώμε μπιζέλια και όχι αρακά 🙂

    Να διευκρινίσω οτι το λουβιάζω για τα όσπρια και το λουβιάζω της λέπρας είναι 2 διαφορετικά ρήματα χωρίς ετυμολογική συγγένεια.

  143. DaPonte's avatar

    DaPonte said

    Κοίτα να δεις τι βρίσκει κανείς ψάχνοντας στο Youtube:

    Μια Zeitoper του (άγνωστου σε μένα) Αυστριακού συνθέτη Ernst Toch με τίτλο » Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι» :

  144. Αλφα_Χι's avatar

    Αλφα_Χι said

  145. Σαμψών Κατσίπης's avatar

    Σαμψών Κατσίπης said

    134, Πέπε

    ..»κι αν ψοφήσει ο γάιδαρός μας είναι για καλό δικό μας: το κεφάλι του τσουκάλι και τ’ αφτιά του για κουτάλι». Πολύ ωραίο.

    Εμείς το λέμε κάπως διαφορετικά:

    Του παπά μας το γαδούρι ήβγαλε λουβιά στη μούρη

    και φωνάζει η παπαδιά το γαδούρι μας ψοφά

    Μη φοβάσαι παπαδιά τη μπροβιά θα κάμω γούνα

    και τα ντόντια ντου πιρούνια
    και τ΄ αφτιά ντου κουταλάκια για να τρως τα φασολάκια.

    (Είναι και επίκαιρο μιας και μιλάμε για όσπρια).

    Όσο για το φάβα της Σαντορίνης έχεις δίκιο που λες ότι δεν φτάνει ‘ούτε για χαλβά’. Προ ημερών μάλιστα διαπίστωσα ότι γίνεται στη Σαντορίνη εισαγωγή φάβας που συσκευάζεται στη Θεσσαλονίκη και έχει εισαχθεί από το εξωτερικό (πιστεύω από την Τουρκία). Ακριβώς το ίδιο γίνεται και με την κάπαρη.

    Βέβαια το φάβα της Σαντορίνης διαφέρει πολύ από το φάβα άλλων περιοχών όχι μόνο λόγω του είδους του αρακά (Lathyrus clymenum), αλλά και λόγω του εδάφους και επίσης λόγω του τρόπου που το μαγειρεύουμε. Πολύ περισσότερο δε από τι συνοδεύεται στο φαγητό. Έτσι πάει πολύ με τα γουλοπόριχα, με το λαρδί κ.α. (Αν σε ενδιαφέρει να σου στείλω συνταγές μαγειρέματος μόλις κατέβω στη Σαντορίνη).

  146. Φωτεινούλα~'s avatar

    Φωτεινούλα~ said

    Άλλο ένα τρου στόρι, από την αφηγήτρια του «μήλου σεπετέ» κάτω από το άρθρο για τα Ραμόνια

    Ο Αρακάς: είναι συνθηματικό για κάτι

    Είμαι στο πανεπιστήμιο (ως φοιτήτρια) με δύο καλές φίλες μου, και υπάρχει κι ένα παιδί που μου ψιλοαρέσει. Μιλάμε λίγο μ’ αυτόν, και μετά αυτός έφυγε. Λίγο αργότερα, έφυγαν και οι φίλες μου για να πάνε στη σίτιση να φάνε. Εγώ δε δικαιούμουν σίτιση, οπότε πήγαινα σπάνια, κι έτσι έμεινα στο εργαστήριο. Με παίρνουν πολύ σύντομα οι φίλες μου, και μου λένε:

    -Έλα πάνω γρήγορα! Έχει αρακά!
    -Μπα, μωρέ, θα φάω σπίτι.

    -Βρε, έλα, που σου λέω, είναι πολύ καλός!

    -Ναι, ναι, είναι φοβερός, έλα!

    -Ωχ, δε θέλω, φάτε κι ελάτε κάτω.

    Κλείνω το τηλέφωνο και μου έρχεται η επιφοίτηση: λες…;

    Τρέχω πάνω στη σίτιση και βλέπω τις φίλες μου να τρώνε ευδαίμονες τον αρακά τους. Κοιτάζω γύρω, αλλά δε βλέπω τον μπρο που μου άρεσε.

    -Καλά, τους λέω, για τον αρακά με φωνάξατε;

    -Ε, ναι, για τι άλλο;

    -Ρε, νόμιζα για τον τέτοιο, ότι είναι εδώ.

    Με τη μία φίλη βάλαμε τα γέλια, πόσο χαζές είμαστε και τι παρεξήγηση έγινε, και φυσικά το αγόρι αυτό ονομάζεται μέχρι και σήμερα «ο Αρακάς».

    Η άλλη φίλη γελούσε επίσης, αλλά κάποια στιγμή αντιληφθήκαμε πως δεν έχει καταλάβει τι λέμε.

    -Ρε, έχεις καταλάβει τι λέμε;

    -Ναι, ότι νόμιζες ότι ο αρακάς είναι συνθηματικό! (πεθαμένη στα γέλια)

    -Ναι, συνθηματικό για τι;

    -Ότι είναι συνθηματικό… για… κάτι!!

  147. Ricos Podi's avatar

    Ricos Podi said

    Σε συνέχεια αυτών που έγραψε ο κ. Κατσίπης να προσθέσω:

    Σχετικά με το μπιζέλι-αρακά ο Δαλιάνης Κ. (1983) το γράφει στο βιβλίο του «Ψυχανθή για καρπό και σανό»:

    Οι περισσότερες από τις πολυάριθμες παραλλαγές του βρώσιμου μπιζελιού έχουν λοβούς με περικάρπιο περγαμηνώδες όπου τα σπέρματα τους τρώγονται ξερά, σαν όσπρια, ή χλωρά, κονσερβοποιημένα ή διατηρημένα υπό ψύξη όπως είναι ο γνωστός αρακάς. Οι υπόλοιπες παραλλαγές λοβούς με περικάρπιο πιο σαρκώδες και τρυφερό ώστε να τρώγονται ολόκληροι οι λοβοί όπως είναι τα γνωστά ζαχαρομπίζελα. Υπάρχει και το κτηνοτροφικό μπιζέλι. Όλα ανήκουν στο είδος Pisum sativum.

    Τοπικά όμως οι ονομασίες και η έννοια τους αλλάζουν γι’ αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή

    Σπέρνουν αρακά στην Σαντορίνη, αρακουένι στην Κάρπαθο, μαύρο στην Ανάφη, όλα Lathyrus clymenum, και τρώνε φάβα.

    Το μπιζέλι στην Ανάφη το λένε αφκό ενώ άφκο στην Λήμνο λένε ένα άλλο λαθούρι το Lathyrus ochrus που ονομάζεται πίσε στην Σκύρο, ο μπιζέλης στην Ανάφη για φάβα επίσης και παπούλες στην Κρήτη που το κορυφολογούνε για σαλάτα.

    Μπίζι στην Πάρο ονομάζουν το Lathyrus sativus, το ίδιο είδος με την φάβα Φενεού

    Άρα προσοχή με τα τοπικά ονόματα, δεν είναι πάντα αυτό που ακούγεται

    Ροίκος Θανόπουλος

  148. spyridos's avatar

    spyridos said

    127

    Lathyrus sativus: Μπίζι, λαθούρι

    Αυτό καλλιεργούν στον Φενεό αν δεν κάνω λάθος και τέτοια εισάγουν από την Ινδία και την μεταπουλούν σαν φάβα Σαντορίνης.
    Στη ΝΑ Ασία είναι από τις κύριες πηγές πρωτεϊνών αλλά είναι επικίνδυνη γιατί περιέχει μια τοξίνη. Αν καταναλώνεται συχνότερα από 2 ή 3 φορές τη βδομάδα προκαλεί λαθυρισμό. Σε διάφορα γεωργικά πανεπιστήμια προσπαθούν να φτιάξουν νέες ποικιλίες χωρίς τοξίνη.

  149. Σαμψών Κατσίπης's avatar

    Σαμψών Κατσίπης said

    142, Μαρία

    «Να διευκρινίσω ότι το λουβιάζω για τα όσπρια και το λουβιάζω της λέπρας είναι 2 διαφορετικά ρήματα χωρίς ετυμολογική συγγένεια».

    Εννοείται ότι είναι άσχετα μεταξύ τους. Ίσως δεν το εξήγησα καλά. Το ‘λουβιάζω για τα όσπρια’ (που το λέμε και ‘λουβώνω’) αναφέρεται στα όσπρια (χεδρωπά, ψυχανθή), όταν αρχίζουν τα άνθη τους να δένουν και να γίνονται λουβιά, που είναι ο καρπός των ψυχανθών. Το ‘λουβιάζω της λέπρας’ = προσβάλλομαι από την λούβα = λώβη =λέπρα και αναφέρεται στους ανθρώπους και στα ζώα. Κατ΄ επέκταση δε αναφέρεται και στα φυτά που έχουν προσβληθεί από την ασθένεια ‘ψώρα’. Έτσι αντί να πούμε ‘ηψώριασε η συκιά‘ λέμε: Ήλούβιασε η συκιά

  150. sarant's avatar

    sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα, έλειπα και έγιναν ωραία σχόλια!

    117 Μήπως η μπιζελόσουπα γίνεται με το πράσινο σκληρό κομμένο στη μέση όσπριο; (pois cassés δεν τα λένε αυτά οι Γάλλοι; )

    https://www.sabarot.com/en/dry-peas/463-pois-casses-verts-1kg-3111950001812.html

    127 Ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο, πολύ μπερδεμένα είναι από νησί σε νησί τα πράγματα!

    Περιμένω και το άλλο που είπαμε!

    130 Ο άφκος και στο ΙΛΝΕ, με ετυμολογία από το αρχ. αφάκη. Άρα, όχι αύκος.

    137 Ωραίος Σπύρο!

    143 Καλά που το ανέφερες, διότι είχα σκοπό να το βάλω στο άρθρο και το ξέχασα. Η όπερα αυτή ανέβηκε στη Λυρική (ΚΠΙΣΝ) το 2018 (νομίζω)

    145 Τα γουλοπόριχα είναι χορταρικά; Στην Αίγινα έχουν πορίχια.

    146 Τι ωραίο! (Το σχόλιο είχε κρατηθεί προς έγκριση)

    147 Ευχαριστούμε πολύ κύριε Θανόπουλε!

  151. xar's avatar

    xar said

    @127

    Πολύ ενδιαφέρον το σχόλιο, αλλά δεν με βοήθησε να βγάλω άκρη.

    Στη βίκη βλέπω ότι το γένος Pisum είναι το ίδιο με το γένος Lathyrus. Σύμφωνα με το άρθρο, η επιστημονική ονομασία του pea (αρακάς, με βάση και τη φωτογραφία) είναι pisum sativum ή lathyrus oleraceus (νεότερη ονομασία) όχι clymenum.

    Για να μας μπερδέψουν, το lathyrus sativus (κοινά ονόματα grass pea, cicerchia, blue sweet pea, chickling pea, chickling vetch, Indian pea, white pea και white vetch), το έχουν ως άλλο είδος, που στα ελληνικά το βρίσκω ως βρώσιμο λαθούρι. Φωτό του αποξηραμένου lathyrus sativus:

    Το lathyrus clymenum δεν το έχει ως αρακά, αλλά ως άλλο είδος λαθουριού (λέγεται και ισπανικός βίκος / Spanish vetchling), αυτό που χρησιμοποιείται για τη φάβα Σαντορίνης. Φωτό:

  152. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    117, Πέπε, στην κεντρική αγορά του Ηρακλείου, δεν υπάρχουν πια σακιά με όσπρια, ας πούμε; Μπακαλιάροι στα τσουβάλια, ξερωγώ, σκοινιά και σαλάμια να κρέμονται; Όλα πακεταρισμένα, σένια, τουριστικά;
    145, κ. Κατσίπη, ναι η ντόπια συνταγή για τη φάβα, μας ενδιαφέρει! Εδώ ο γαστρονόμος λέει 3 συνταγές, περιμένουμε τη γνήσια 🙂 .

    Από Καναδά βλέπω εισαγόμενο σκληρό αρακά (όσπριο).
    Παρεμπιπτόντως, μια φίλη, μού έλεγε χτες ότι έφτιαξε ρεβύθια, τα οποία αγόρασε από Βασιλόπουλο, ελληνικής προέλευσης νόμιζε, (ελληνικής γνωστής εταιρείας οσπριοδημητριακών, η ετικέτα) και ήταν ….Βραζιλίας! Τουλάχιστον ήταν καλόβραστα…

  153. ΓΤ's avatar

    ΓΤ said

    Καθώς οι γυναίκες Αιγίνης μαζεύουν πορίχια, οι άντρες σέρνουν τον πορίχειο χορό.

    Επαναλαμβάνουμε μνημονικό κανονάκο-δίστιχο:

    Μες στου στόμαχου τα βύθια

    έχω αχώνευτα ρεβίθια

    Δεν έχει καμία δουλειά ο τερέβινθος με τον βυθό, ούτε το κωλοτσούβαλο ταμπελάκι του γαμωμπακάλη με άτομα αφομοιωμένων γραμμάτων.

    Ακριβώς όπως το πένθος δεν ταιριάζει στην Ηλέκτρα, έτσι και οι ανορθογραφίες σε λεξούλες της πλάκας δεν ταιριάζουν στου Σαραντάκου.

  154. Σαμψών Κατσίπης's avatar

    Σαμψών Κατσίπης said

    147

    Καλησπέρα Ροίκο πολύ ωραία αυτά που γράφεις. Έτρεχα όλη μέρα στους γιατρούς για τα μάτια μου και έτσι δεν πρόλαβα να σε πάρω τηλ.

    Πράγματι θέλει προσοχή με τα δημώδη ονόματα γιατί δεν διαφέρουν μόνο από νησί σε νησί αλλά και από χωριό σε χωριό του ίδιο νησιού. Αυτό το φαινόμενο είναι πολύ έντονο στη Σαντορίνη κυρίως ως προς τι κοινές ονομασίες των πουλιών αλλά και στα φυτά.

    Όσον αφορά τον αρακά στη Σαντορίνη ο Χελδράιχ τον αναφέρει ως Lathyrus sativus στο δε Lathyrus clymenum δεν δίνει κανένα δημώδες όνομα. Και o Διαπούλης ως αρακά στη Σαντορίνη δίνει επίσης το Lathyrus sativus .Και στον Goertringen (Thera IV, ΓΕΩΡΓΙΑ) 1901, Ο αρακάς ονομάζεται ‘η ώχρος (= Lathyrus sativus). Σκέπτομαι μήπως τότε παράλληλα με τον Lathyrus clymenum καλλιεργούσαν σε μεγάλες ποσότητες και το Lathyrus sativus.

  155. Σαμψών Κατσίπης's avatar

    Σαμψών Κατσίπης said

    152, ΕΦΗ ΕΦΗ Φυσικά μόλις κατέβω Σαντορίνη σε λίγες μέρες θα στείλω τις Σαντορινιές συνταγές αλλά και τον τρόπο μαγειρέματος.

  156. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    152, ΓΤ
    Πω! Δίκιο! Θα το γράψω εκατό φορές το ηλίθιο.
    Σαν καρφί σου σφηνώνονται τα λάθη στο μάτι (σοβαρά το λέω, με κάποια οδύνη).

    150 Τα πορίχια εμείς τα λέμε βρουβάσταχα ή πικράσταχα. Κάποιοι, βλέπω, τα μπερδεύουν με λαψανιδάσταχα (τις κορφούλες των λαψανίδων), τα πρώτα χορταρικά του χειμώνα ενώ τα άλλα, που, μολονότι της ίδιας ευρείας, συναποοικογένειας, και εκλεκτότερα είναι και πιο όψιμα βγαίνουν, στα μέσα της άνοιξης.

    Νικοκύρη, το είχες πει ότι χρωστούσες άρθρο στο αρακα/μπιζέλι στο άρθρο για τη φάβα, ξεχρέωσες! 🙂

  157. Σαμψών Κατσίπης's avatar

    Σαμψών Κατσίπης said

    151, Χar

    H BIK. λέει ότι ορισμένοι έχουν συγχωνεύσει τα γένη Pίsum και Lathyrus κάτι που δεν έχει γίνει αποδεκτό. Το λάθος που κάνεις (και γι αυτό έχεις μπερδευτεί ) είναι ότι προσπαθείς από το κοινό όνομα να βρεις το επιστημονικό. Αυτό δεν επιτρέπεται . Η ταυτότητα του φυτού είναι το λατινικό του (διώνυμο όνομα), που σ΄ αυτό μπορεί να αντιστοιχούν πολλά διαφορετικά κοινά ονόματα. Ένα παράδειγμα: Ποιο φυτό είναι η κουφοξυλιά; Αν ανοίξεις τα βιβλία και το GOOGLE θα λένε ο Sambucus. Όμως στη Σαντορίνη είναι άλλο φυτό (Nicotiana glauca).

    Άλλο παράδειγμα: Ποιο φυτό είναι το αγγούρι; Εσύ θα πεις αυτό που όλοι λένε αγγούρι. Στη Σαντορίνη όμως αγγούρι λέγανε το καρπούζι. Έτσι δουλεύοντας δεν βγάζεις ποτέ άκρη.

  158. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    156α, το ηλίθιο ρεβίθιο

    Με αφορμή το νήμα, διαβάζω:
    ο κτηνοτροφικός αρακάς καλλιεργείται, κυρίως σε ορεινές περιοχές, για σανό, ενσίρωση, χλωρή νομή, λίπανση και καρπό. 
    Και αναζητώ και βλέπω τί σημαίνει, η άγνωστή μου ενσίρωση.

  159. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    155, Ευχαριστούμε, αναμένουμε!
    Τα γουλοπόριχα, αναρωτιέμαι κι εγώ μαζί με τον Νικοκύρη, ποια είναι.

  160. Σαμψών Κατσίπης's avatar

    Σαμψών Κατσίπης said

    148, spyridos

    «Lathyrus sativus: Μπίζι, λαθούρι

    Αυτό καλλιεργούν στον Φενεό αν δεν κάνω λάθος και τέτοια εισάγουν από την Ινδία και την μεταπουλούν σαν φάβα Σαντορίνης.»

    Συμφωνώ μαζί σου. Προ ημερών βρήκα στην Πάτρα φάβα με 3,50 Ε το κιλό. Μου είπαν ότι ήταν Φενεού. Στην Σαντορίνη το πιο φθηνό φάβα έχει 15 Ε

    Ως προς το δεύτερο σκέλος για τις τοξίνες η μάνα μου ποτέ δεν μας άφηνε να φάμε φάβα όταν είχαμε εξετάσεις στο σχολείο γιατί μεταξύ των άλλων έλεγε ότι προκαλεί υπνηλία και κοιμίζει το μυαλό.

  161. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Κατεψυγμένος αρακάς πράγματι συστήνεται ως έκτακτη παγοκύστη, στην ανάγκη, για τραυματισμούς,όταν χρειάζεται ν΄αγκαλιάσει άμεσα ο πάγος το «καμπυλωτό» χτυπημένο σημείο, πχ γόνατα, αγκώνας κλπ

    Και για πουρέ μπιζελιών και για πουρέ αρακά, βλέπω συνταγές.

  162. Σαμψών Κατσίπης's avatar

    Σαμψών Κατσίπης said

    150, SARANT

    ‘Τα γουλοπόριχα είναι χορταρικά; Στην Αίγινα έχουν πορίχια’.

    και 159, ΕΦΗ -ΕΦΗ

    ‘Τα γουλοπόριχα, αναρωτιέμαι κι εγώ μαζί με τον Νικοκύρη, ποια είναι’

    Τα πορίχια είναι οι τρυφεροί βλαστοί ορισμένων φυτών λίγο πριν ανθίσουν.

    Σε ορισμένα μέρη λέγονται και ‘τσιμπητά’ από τον τρόπο που τα κόβουν.

    Ανάλογα με το είδος του φυτού έχουμε διάφορα είδη ποριχιών:

    Τα βρουβοπόριχα (η πορίχια): Είναι τα πορίχια που κόβουμε από το φυτό Hirschfeldia incana κοινώς ‘βρούβα’ ή ‘ποριχιά’. Είναι από τα πιο περιζήτητα όχι μόνο για τη νοστιμιά τους αλλά και γιατί δεν μπορείς να τα μαζέψεις σε μεγάλες ποσότητες. ‘Αχ και να ΄χα μια χουφτιά πορίχια’ άκουγα πολλές φορές που έλεγε η θεία μου. Επίσης πορίχια κόβουμε και από το φυτό Sisymbrium οrientale κοινώς ‘λαχανοποριχίδα’ ή ‘βρουβομαυρολαχανίδα’. Και τα δύο είδη φυτών είναι συγγενικά και ανήκουν στην οικογένεια των Σταυρανθών. Σε ορισμένα μέρη τα λένε και ‘τσιμπητά’ εξαιτίας του τρόπου που τα κόβουν.

    Τα γουλοπόριχα : Είναι τα πορίχια που παίρνουμε από τις γούλες (είδος κράμβης που μοιάζει πολύ με το λάχανο). Είναι πολύ νόστιμα και τρώγονται βρασμένα ως σαλάτα μαζί με λεμόνι και λάδι . Ταιριάζουν άριστα όταν συνοδεύονται από φάβα. Τις γούλες τις φυτεύουν κυρίως στο βουνό του Προφήτη Ηλία. Είναι περιζήτητα και τα πουλούν οι αγρότες του Πύργου.

    Τα ραμνοπόριχα: Είναι οι τρυφεροί βλαστοί του φυτού Lycium intricatum κοινώς ράμνος (η αρχαία Ελληνική ονομασία). Είναι εξαιρετικά για να φτιάχνεις ριζότο, αλλά τρώγονται και ωμά. Μάλιστα όταν τα τρως ωμά γίνεται κατακόκκινο το σάλιο.

    Τα αλιμοπόριχα : Είναι οι κορυφές από τους τρυφερούς βλαστούς του φυτού Atriplex halimus κοινώς αλιμιά.

    Η ετυμολογία της λέξης έχει απασχολήσει πολύ τους ειδικούς.

    Κατά τον Φ. Κουκουλέ παράγεται . από τα ‘οπωρικά’, ‘οπωρίκια’.

    Κατά τον Καραποτόσογλου, από το αρχαίο ΄΄άρπηξ΄΄ = ο βλαστός, ‘ορπήκιον’, με αντιπαράθεση των συμφώνων.

  163. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    147:

    Το μπιζέλι στην Ανάφη το λένε αφκό ενώ άφκο στην Λήμνο λένε ένα άλλο λαθούρι το Lathyrus ochrus που ονομάζεται πίσε στην Σκύρο, ο μπιζέλης στην Ανάφη για φάβα επίσης και παπούλες στην Κρήτη που το κορυφολογούνε για σαλάτα.

    157:

    στη Σαντορίνη όμως αγγούρι λέγανε το καρπούζι

    151:

    πολύ μπερδεμένα είναι από νησί σε νησί τα πράγματα!

    Από νησί σε νησί χάος, ενώ εντός του κάθε νησιού τα πράγματα είναι σαφή και οργανωμένα: από ένας ξεκάθαρος γλωσσικός κώδικας για να εκφράσει βασικές καθημερινές έννοιες όπως τι έχουμε στον μπαξέ μας ή τι θα φάμε κάθε μέρα – γενικά για να περιγράψει τον κόσμο.

    Γιατί κάθε νησί ένας κόσμος, πλήρης.

    Η Ανάφη έχει πόσους, καμιά διακοσαριά κατοίκους; Η Σαντορίνη έχει πολλούς βέβαια, αλλά πόσοι είναι ντόπιοι από μάνα και πατέρα; Και αυτοί, όσοι είναι, περιβάλλονται από παντοσύναχτους, με τους οποίους δε νομίζω να συνεννοούνται στο ιδιαίτερο τοπικό ιδίωμα.

    Πόσοι μικροί αλλά πλήρεις κόσμοι φθίνουν και οδεύουν προς την εξαφάνιση και την αφομοίωση από τον ένα, μεγάλο (για τα δεδομένα της μικρής έτσι κι αλλιώς χώρας μας) και κυρίαρχο…

    Γιατί φυσικά, μια γλώσσα που λέει αγγούρι το καρπούζι δεν έχει κανένα εντυπωσιακό προσδόκιμο ζωής. Ξεκινάει από τα βάθη των αιώνων για να φτάσει μέχρις εμάς, άντε τα παιδιά μας, και τέρμα.

    (Παρεμπιπτόντως, να ποιον θα ρωτησω: ισχύει ότι στη Σαντορίνη, με τις άσπρες μελιντζάνες, η λέξη μελιντζανί σημαίνει άσπρο; ή είναι ανέκδοτο;)

  164. ΣτοΔγιαλοΧτηνος's avatar

    ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    157# Στη Σαντορίνη όμως αγγούρι λέγανε το καρπούζι.

    Υποθέτω < ιτλ anguria=καρπούζι.

  165. Πάνος με πεζά's avatar

    Πάνος με πεζά said

    «Κι αρακάς απ’ το Καράκας», κατά το λογοπαίγνιο του αείμνηστου Bar-Bar.

  166. sarant's avatar

    sarant said

    162 Ευχαριστώ πολύ, έχω γράψει παλιά για τα πορίχια!

    163 Κάθε νησί, ένας κόσμος. Μια γλώσσα που διαμορφώθηκε παλιά, που δεν υπήρχαν τόσο πολλές επαφές, αλλά και οι κάτοικοι ήταν περισσότεροι. Οικότοπος λέξεων και ονομάτων. Και που, όπως λες, χάνεται.

  167. Michaeltz's avatar

    michaeltz said

    Εκπληκτική, καταπληκτική (έχουν αυτές οι λέξεις ταυτόσημη έννοια;) αυτή η ανάρτηση! Νικοκύρη, το σχεδίασες το ιστολόγιο έτσι ή έτσι σου πρόκυψε; Επιστημονικογλωσσικοπανπολιτισμική εγκυκλοπαίδεια!
    Να είσαι καλά, να είμαστε όλοι καλά!

  168. antonislaw's avatar

    antonislaw said

    162 Τα γουλοπόριχα : Είναι τα πορίχια που παίρνουμε από τις γούλες (είδος κράμβης που μοιάζει πολύ με το λάχανο). 

    Καλημέρα σας! Γουλαθός πάντως στα κρητικά το κουνουπίδι (συμμαθητής μου πάλαι ποτέ στα αγγλικά μου έλεγε ότι είναι το ίδιο με το cauliflower, και βλέπω πρόχειρα ότι το cauli είναι από το λατινικό caulis και από το ονλάιν ετυμολογικό λεξικό

    «cole (n.1) «λάχανο», μια διαλεκτική επιβίωση του μεσοαγγλικού col, από την ύστερη παλαιά αγγλική cawel, ή ίσως από ή επηρεασμένη από το συγγενικό παλιό σκανδιναβικό kal. Και οι δύο λέξεις προέρχονται από το λατινικό caulis «στέλεχος, μίσχος» (το οποίο στα χυδαία λατινικά αντικατέστησε το brassica ως τη συνήθη λέξη για το «λάχανο»), από το πρωτο-ιταλικό *kauli- «στέλεχος», από τη ρίζα PIE *(s)kehuli- «στέλεχος φυτού, κοτσάνι» (πηγή επίσης παλιάς ιρλανδικής cual «faggot, buckle of sticks», ελληνικά καυλός «στέλεχος, κοτσάνι, κοντάρι», Αρμενικά c’awl «κοτσάνι, άχυρο», Παλαιό Πρωσικό kaulan, Λιθουανικά káulas «κόκκαλο»). Το λατινικό caulis «λάχανο» είναι επίσης η πηγή των ιταλικών cavolo, ισπανικών col, παλαιών γαλλικών chol, γαλλικών chou. δανείστηκε και αλλού στα γερμανικά, για παράδειγμα σουηδικό kål, δανέζικο kaal, γερμανικό Kohl, ολλανδικό kool.

    Λέτε η γούλα να ανάγεται στον καυλό; καυλολούλουδο το κουνουπίδι δηλαδή ( cauliflower, γουλαθός) ;

    ( Ο Κριαράς στο Μεσαιωνικό λέει μόνο την γούλα: φάρυγγα και συνεκδοχικά στομάχι,κοιλιά κτο)

  169. Σαμψών Κατσίπης's avatar

    Σαμψών Κατσίπης said

    163, Πέπε

    ‘η λέξη μελιντζανί σημαίνει άσπρο; ή είναι ανέκδοτο;’

    Μάλλον είναι ανέκδοτο. ‘Μελιτζανί’ λέμε το σκούρο μωβ χρώμα. Μάλιστα στον Πύργο δεν λέγαμε ποτέ ‘σκούρο μωβ’, αλλά ‘μελιτζανί’. Υπάρχει και το τραγούδι: .»..τα μελιτζανιά, τα μελιτζανιά να μη ντα βάζεις πιά…».

    Όσον αφορά τις λέξεις στα νησιά, στα περισσότερα συμφωνώ μαζί σου. Όμως υπάρχουν τόσες πολλές λέξεις που έχουν προέλθει από μια κοινή αρχική και έχουν αλλάξει από νησί σε νησί, από χωριό σε χωριό και από γειτονιά σε γειτονιά του ίδιου χωριού.

    Αλλά οι λέξεις αλλάζουν και με την αλλαγή του τρόπου ζωής και πεθαίνουν όταν δεν έχει πλέον νόημα η χρήση τους. Όπως οι λέξεις των μυλωνάδων, των κοφινάδων κλπ. Πολλές όμως διατηρούνται ακόμη στα παρωνύμια (παρατσούκλια) χωρίς να ξέρουμε τι σημαίνουν.

    Ένα παράδειγμα: Στο Μεγαλοχώρι υπάρχει ένα παρατσούκλι ‘ο καλίαρος’. Σήμερα ελάχιστοι ξέρουν τι σημαίνει η λέξη αυτή. Πριν μερικά χρόνια όλοι ήξεραν ότι είναι είδος βρώμικης κατσαρίδας με μεγάλα πόδια. Σε λίγο η λέξη θα ‘χει πεθάνει όπως τόσες άλλες που σκότωσε ο τουρισμός. Θα υπάρχει άραγε σε άλλα νησιά; Πιθανόν ναι αλλά με άλλη μορφή πχ. ‘καλιάρες’ ,όπως λέγονται σήμερα στην Αστυπάλαια και στη Νίσυρο.

    Πριν λίγο καιρό πήγα στο χασάπικο και ζήτησα να αγοράσω κρέας . Μου βάζετε ένα ‘ριφάκι’ είπα. Οι δύο υπάλληλοι κοιτάζανε ο ένας τον άλλο χωρίς να ξέρουν τι θέλω. Το ριφάκι =κατσικάκι ήταν από τις πιο κοινές λέξεις.

  170. Σαμψών Κατσίπης's avatar

    Σαμψών Κατσίπης said

    166

    Θυμάμαι που είχατε γράψει για τα πορίχια στο βιβλίο σας ‘Οι λέξεις που χάνονται’. Εξαιρετικό βιβλίο ! Το έχω δια βάσει πολλές φορές.

  171. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    162, 168
    Σε σωστό λαχανικό είχε πάει ο νους μου για τα γουλοπόριχα. Τα πορίχια (σταχάκια, τα κατάλαβα) της γούλας (φωτό παρακάτω). Είχα κάνει κι έναν αυτοσχεδιασμό, πορίχια απ το ΄πορίζω-βγαίνω, πετάγομαι, ή απ΄το απορίχνω, αλλά το έσβησα, σαν ό,τινάναι μου, γλωσσοτρύπης/τρίφτης, εκ του προχείρου 🙂 .
    Εννοείται ότι γούλα δεν είναι μόνο ένα λαχανικό (πέρα από τον λαιμό-καταπιώνα αλλού). Γούλα και το σέσκουλο, προς τα βιαννίτικα/ηρακλειώτικα. Γενικά γουλωτά λέμε τα χορταρικά που έχουν τροφαντό το μέρος προς τη ρίζα/προς το χώμα.»Πέτυχα ένα ροδίκιο γουλωτό γουλωτό»(καλό είναι, να είναι, δηλαδή γ. ).
    Μαρουλοσαλάτα με αγκινάρες και γούλα
    σσ. αυτή η μαγείρισσα πλησιάζει, το περισσότερο, στις δικές μου μνήμες

    Το γουλί, πάλι, κοντινό και… μακρινό λαχανικό!

  172. Σαμψών Κατσίπης's avatar

    Σαμψών Κατσίπης said

    168, antonislaw
     ‘Καύλες ‘ ή ‘καμπούνες’ εκτός των άλλων λέμε και τα στελέχη που παράγουν τα σπέρματα των κρεμμυδιών . Γίνονται η καλύτερη ομελέτα. Τα λέμε και ‘καπούλες’. ‘Καμπούνα’ ή ‘κόκλα’ επίσης λέμε και το στέλεχος του λάχανου του κουνουπιδιού ή της γούλας , που όταν είναι τρυφερό το καθαρίζουμε και το τρώμε ωμό. ‘Καμπούνια’ (τα) , λένε επίσης στην Οία και στη Θηρασιά τις ‘μαντιλίδες’.

    Φυσικά γούλα δεν λέμε μόνο την κράμβη αλλά και το στόμα και τον πρόλοβο των πτηνών.

    Μάλιστα το πουλί που αλλού το λένε ‘κοκκινολαίμη’, εμείς το λέμε ‘κοκκινογούλη’. Συνεκδοχικά όπως λέει ο Κριαράς γούλα λέμε και το στομάχι και την κοιλιά. Μάλιστα υπάρχουν και οι φράσεις «αυτός είναι τση γούλας του ‘ ή ‘αυτός κοιτά μόνο τη γούλα ντου’, που αναφέρεται στον συμφεροντολόγο, σ αυτόν που τα θέλει όλα δικά του στον φαταούλα. Ή ‘αυτός τρώει με τσι δυο ντου γούλες‘.

    Επίσης η παροιμία: «Η γούλα κάστρο πολεμά και με το δει διαβαίνει κι όβιος τση γούλας ρίζεται, από το σπίτι βγαίνει.». (Γ. Βενετσάνος, παροιμίες, 183/1)

    Επίσης , αν θυμάμαι καλά, ‘γούλα είναι το άνοιγμα του χερόμυλου που ρίχνομε τον αρακά για να γίνει φάβα, αλλά και του ανεμόμυλου εκεί που πάει το αλεύρι

    Επίσης στην Αμοργό ΄γούλα’ λένε ένα είδος κρόκου (Crocus laevigatus), που οι βολβοί του τρώγονται ωμοί, όπως και στη Σαντορίνη και είναι πολύ νόστιμοι (έχουν την γεύση κάστανου). Εμείς τα λέμε ‘καστανίδες».

  173. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    162 ‘λαχανοποριχίδα’ ή ‘βρουβομαυρολαχανίδα
    168 >>σουηδικό kål, δανέζικο kaal, γερμανικό Kohl, ολλανδικό kool
    Μας έχουν ζαλίσει ξαφνικά, με τα (ακριβά) kale , αποξηραμένα/τσιπς και φρέσκα (μπορεί και σκόνη) κακός χαμός. Περιεργάζομαι το είδος με φίλη υγιεινολόγα και βλέπω … φυλλαδόφυλλα*, πες από μικρά φυλλαδάκια! Κυριελέησο δηλαδή 🙂

    *Φυλλάδες, στην Κρήτη (μαυρολαχανίδες και καρμπολάχανα αλλού), βασικό είδος της κατηγορίας των σταυρανθών (κουνουπίδι, λάχανο, λαχανάκια κλπ) που όμως δεν…σταυρώνει μέσα του κάτι …στρογγυλό, μπουμπουλωτό (λαχανάκι γ ή γουλαθό :)) αλλά τρώγονται τα φύλλα και τα σταχάκια, οι κορυφούλες, τα τσιμπητά (σχ, 162), τα τσιμούλια, σ΄εμάς, τα έξοχα παραπούλια !

    Ορμάτε στα παραπούλια καλέ κι αφήτε τα kale. 🙂

    Πέρα από βραστά με λαδολέμονο-θεός,
    Το πιο απλό και παννόστιμο γιαχνί: Τρυφερά φυλλαδόφυλλα ή τσιμούλια, με πράσο (κελντανέ/κεντανέ) (κάπου 3:1 η αναλογία), ένα ξερό κρεμμύδι, πλούσιο λαδάκι και δυο πατατούλες να σπάσουν την πρασινάδα. Γλείφεις το πιάτο.

  174. ΓΤ's avatar

    ΓΤ said

    Κράμβη αφού, κραμπολάχανα τότε και όχι καρμπονάρα 😜

  175. Σαμψών Κατσίπης's avatar

    Σαμψών Κατσίπης said

    171 Εφη – Εφη.

    Αυτό που δείχνεις φαίνεται να είναι είδος γούλας. Σε μας οι γούλες γίνονται τεράστιες και από τα φύλλα τους κάνουμε ωραία ντολμαδάκια (σαν λαχανοντολμάδες. Τα φύλλα τους, εκτός από τα γουλοπόριχα, τα κάνουμε βραστά και παλαιότερα τα κάναμε βραστά με λαρδί (υπέροχο φαγητό).

    Τα γουλιά που δείχνεις στην άλλη εικόνα τα κάνουμε και ψητά.

    Για τις άλλες σημασίες της λ. ‘γούλα’ έκαμα στο 172 μια ανάλυση, που καλύπτει τις περισσότερες σημασίες της λ.

  176. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    172 >>‘Καύλες ‘ ή ‘καμπούνες’ εκτός των άλλων λέμε και τα στελέχη που παράγουν τα σπέρματα των κρεμμυδιών . Γίνονται η καλύτερη ομελέτα. Τα λέμε και ‘καπούλες’.
    ο γκάρδιος, σ΄εμάς (προφανώς από την καρδιά)

    σσ το κρεμμύδι παράγει γκάρδιο/κεντρικό βλαστό, στην τρίτη και τελευταία ζωή του: Οι σπόροι (από την κορυφή του γκάρδιου, αν αφεθεί να ωριμάσει) σπέρνονται και βγαίνει το κοκκάρι που αν δεν φαγωθεί νωρίτερα ως φρέσκο κρεμμυδάκι, σπέρνεται και μας δίδει τα κρεμμύδια, αυτά που παίρνουμε για τα μαγερέματά μας, και αυτά αν φυτευτούν, αποσουφρώνουν, «ταΐζουν» και μεγαλώνουν τον γκάρδιο/καμπούνα που ψηλώνει και σποριάζει και ξεκινά νέος κύκλος, αν δεν το κάνουμε ανοιξιάτικη ομελέτα/καμπουνοσφουγκάτο ή γιαχνί ή μαγειρίτσα, αυτό το νόστιμο, τρυφερό, στέλεχος.

  177. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    174,>> Κράμβη αφού, κραμπολάχανα τότε και όχι καρμπονάρα 
    Μήπως καρμπολάχανα διότι, βλέπω είναι και πηγή … ασβεστίου! 🙂
    Αλλά αυτά να τα πούμε στους (διάφορους) ντόπιους, πχ τους Καρδιτσώτες που τα λένε ολότελα καρπολάχανα 🙂

    175 >>Σε μας οι γούλες γίνονται τεράστιες και από τα φύλλα τους κάνουμε ωραία ντολμαδάκια (σαν λαχανοντολμάδες.
    Οι φυλλάδες που έλεγα (σχ.173), είναι σ΄εμας αυτές οι γούλες, που τις κάνουμε και βραστές, και γιαχνί και, ναι με χοιρινό αλλά και τις τυλίγουμε σε… φυλλαδοντορμάδες.

    Ακέφαλα λάχανα βλέπω να λέει το είδος ο μάγειρας αυτός, καλό το ακέφαλο λάχανο, πάντα δεν ήξερα πώς να περιγράψω τις φυλλάδες 🙂

  178. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    172  «Η γούλα κάστρο πολεμά και με το δει διαβαίνει κι όβιος τση γούλας ρίζεται, από το σπίτι βγαίνει.».
    Το υπονούμενο νομίζω είναι οι…αεροδυναμικές ιδιότητες της γούλας, όπως όλων των σταυρανθών που βέβαια περιλαμβάνεται στις ιδιότητες υγείας που χαρίζει η κατανάλωσή τους. Βοηθούν στη λειτουργία του εντερικού σύστηματος, κι όβιος (όποιος καταλαβαίνω) τση γούλας ρίζεται, από το σπίτι βγαίνει. 🙂

  179. Σαμψών Κατσίπης's avatar

    Σαμψών Κατσίπης said

    178 ΕΦΗ ΕΦΗ

    Εδώ η λ. γούλα είναι άσχετη με το φυτό της γούλας. Είναι το μεσαιων. ‘γούλα’= φάρυγγας, λαιμός και συνεκδοχικά όπως λέει ο Κριαράς το στομάχι και η κοιλιά και προέρχεται από το λατ. gula = ο πρόλοβος των πτηνών. Μεταφορ.. δε η λαιμαργία. Εδώ σημαίνει την λαιμαργία. (βλ. και την ανάλυση που έχω κάνει στο 172).

  180. antonislaw's avatar

    antonislaw said

    178 172  «Η γούλα κάστρο πολεμά και με το δει διαβαίνει κι όβιος τση γούλας ρίζεται, από το σπίτι βγαίνει.».

    Ωραία η σκέψη Έφη και «ανακουφιστική» και μάλλον αστειεύεσαι αλλά θα έλεγα μάλλον όπως βγαίνει και από το λεξικό του Κριαρά:

    α) (Μεταφ.) λαιμαργία:

    η γούλα και το πόρνευμα, το ένα σύρνει τ’ άλλο (Γεωργηλ., Θαν. 546)· 

    β) απληστία:

    Η γούλα κάστρη καταλεί και μετ’ αυτά διαβαίνει (Δεφ., Λόγ. 231). 

    [μτγν. ουσ. γούλα. Η λ. και σήμ. ιδιωμ.]

    «Η γούλα κάστρο πολεμά και με το δει διαβαίνει κι όβιος τση γούλας ρίζεται, από το σπίτι βγαίνει.».

    Άρα η κοιλιά, η απληστία, η λαιμαργία, κάστρα υπονομεύει και παρέρχεται μ’αυτά και σε όποιον κάνει κουμάντο η κοιλιά του χάνει και στο σπίτι του!

  181. Αλφα_Χι's avatar

    Αλφα_Χι said

    Προς ΕΦΗ-ΕΦΗ : Δες χτεσινό σχόλιό μου στο Υπάρχω – Καζαντζίδης (έντυπο για τις ταινίες).

  182. sarant's avatar

    sarant said

    167 Νάσαι καλά Μιχάλη

    169 Λέξεις που χάνονται κι αυτές…

    170 Να είστε καλά!

    180 και πριν: Ναι, γούλα είναι και η λαιμαργία, και γουλόζος ο λαίμαργος ή ο καλοφαγάς

  183. antonislaw's avatar

    antonislaw said

    172, 179 Άρα η γούλα  από το λατ. gula `λαιμός ενώ ο καυλός, κοτσάνι, μίσχος φυτού, (Καύλες ‘ ή ‘καμπούνες’ εκτός των άλλων λέμε και τα στελέχη που παράγουν τα σπέρματα των κρεμμυδιών) σχετίζεται με το λατινικό caulis, που είναι ακριβώς το ίδιο, στέλεχος ή μίσχος φυτού, εξ ου το cauliflower, καυλολούλουδο αλλά που δεν έχει σχέση μάλλον με τη γούλα, εξ ου ο κρητικός γουλαθός ή γουλανθός (κουνουπίδι)

  184. antonislaw's avatar

    antonislaw said

    180 διόρθωση παροράματος:

    Άρα η κοιλιά, η απληστία, η λαιμαργία, κάστρα υπονομεύει και παρέρχεται μ’αυτά και σε όποιον κάνει κουμάντο η κοιλιά του χάνει και το σπίτι του!

    169 «Πριν λίγο καιρό πήγα στο χασάπικο και ζήτησα να αγοράσω κρέας . Μου βάζετε ένα ‘ριφάκι’ είπα. Οι δύο υπάλληλοι κοιτάζανε ο ένας τον άλλο χωρίς να ξέρουν τι θέλω. Το ριφάκι =κατσικάκι ήταν από τις πιο κοινές λέξεις.»

    Στη Σαντορίνη το ζητήσατε το ριφάκι; Πάντως στην Κρήτη τα ρίφια και τα ριφάκια ζουν και βασιλεύουν-ίσαμε το Πάσχα βέβαια 😀

  185. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    180, 184α ναι το έλεγα αστεία/αυτοσχεδιαστικά, δεν θα αφιέρωναν κι ολόκληρη, σύνθετη, παροιμία για τέτοιο θέμα, αλλά ομολογώ ότι είχα ξεχάσει, ενώ το ήξερα από δω, ότι γουλόζος ο λαίμαργος, (και γούλα και η κοιλιά εν ευρεία), ώστε να μου βγει και το νόημα.
    Η μπούκα, το στόμα, η γούλα, αντίστοιχο σ΄εμάς. Της γιαγιάς μου «τον άθρωπο δεν πρέπει να τονε κυβερνά η μπούκα του», (ή η κοιλιά του) , δηλ. τί θα φάει, η λαιμαργία.

    184β
    Αν σε ρωτήξει η μάνα σου
    ιντα ΄κανες στο ρυάκι πε τση πως εμετάδενες το κόκκινο ριφάκι

    Το παρδαλόν ερίφιον, η μεταπλασμένη έκφραση του παρδαλού κατσικιού, δεν έφταξε παντόθες φαίνεται 🙂

  186. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    Στην Κρήτη πάντως το «ρίφι» είναι ζωντανή λέξη. Τα παιδιά των αστικών κέντρων μπορεί και να μην την ξέρουν, οι υπόλοιποι γενικά τη λένε. Και γραμμένη θα τη βρούμε.

    Και η αίγα κρατάει ακόμα, αν και με τάση να γίνει κατσίκα.

    Να, ορίστε (@69, Σ. Κατσίπης): οι άνθρωποι δε θα πάψουν ποτέ να μιλάνε για κατσίκες, όταν όμως όλες οι αίγες, ζούλες και γίδες της Ελλάδας γίνουν κατσίκες, και όλα τα ρίφια και δεν ξέρω τι άλλο γίνουν κατσικάκια, ε, κάτι θα έχουμε χάσει από βιοποικιλότητα.

  187. sarant's avatar

    sarant said

    186 Και αναλόγως συμφραζομένων ερμηνεύεται το «ωραίο ριφάκι αυτό».

  188. Jorge's avatar

    Jorge said

    Μου θυμίσατε και το σπάνιο μανιάτικο παρατσούκλι: μπακαβλίκος (το «κα» είναι κοινό).

  189. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    187, Το οποίο ριφάκι το κλίνουμε κανονικότατα κάτω, του ριφακιού, τω ριφακιώ.

    Σε Ρόδο, Νάξο, Ικαρία (πέρα από την Κρήτη), το ριφάκι σώζεται επίσης. (Άμα τω Πάσχα ερχομένω, αμφιβάλλω, καθώς είπε κι ο Πέπε :)). Εδώ η τεκμηρίωση

    Φλασιά, πέντε δεκαετιών.
    Στα λευκώματα των μαθητικών χρόνων, έγραφα ως »Αγριμόριφο», κάποια συμμαθήτρια, αθηνέισσα μα μισοκρητικιά, με βάφτισε έτσι.

  190. loukretia50's avatar

    loukretia50 said

    «με μια γουλιά » … είναι λοιπόν από την (άγνωστη σε μένα) γούλα?

  191. Σε τα μας, «η πείνα κάστρα καταλ(υ)εί και χώρες παραδίνει»

    Αυτό που λέτε οι Κρητικοί καυλό, εμείς το λέμε καυλίσκο (παρόμοιο δηλ.). Τα κρεμμύδια με καυλίσκο δεν κάνουν κεφάλι, οπότε στη λαϊκή όλα τα φρέσκα -από κάποια στιγμή και μετά που αρχίζει να ξεχωρίζει- είναι τέτοια (με κατάλληλα κομμένον τον καυλίσκο, να μην διακρίνεται).

  192. Σαμψών Κατσίπης's avatar

    Σαμψών Κατσίπης said

    186, Πέπε

    Το πρόβλημα δεν είναι ότι ‘εμείς’ ξεχάσαμε τη λέξη ‘ριφάκι’, αλλά ότι αυτοί που έχουν τώρα τα χασάπικα και τα περισσότερα μαγαζιά είναι από άλλα μέρη. Οπότε σε λίγο υποχρεωτικά , θα μιλάμε εμείς τη δική τους γλώσσα.

    Πριν κάποια χρόνια μπήκε μια τουρίστρια στο σπίτι της θείας μου φωνάζοντας: τουαλέτα – τουαλέτα. Η θεία μου δεν ήξερε τι θέλει η τουρίστρια , η οποία εν τω μεταξύ άρχισε να σηκώνει τα ρούχα της , για να καταλάβει η θεία μου τι θέλει. Πριν λίγα χρόνια ήλθε ο αδελφός μου από τη Νέα Ζηλανδία , που έλειπε περισσότερο από τριάντα χρόνια και μιλούσε τα παλιά Σαντορινιά , όπως τα είχε μάθει από παιδί. Ήταν σε μια καφετέρια και κάποια στιγμή ρώτησε : ‘Που είναι ο απόπατος΄; Τον κοίταζαν όλοι με ανοικτό το στόμα γιατί δεν ήξεραν τι τους ζητούσε. Εδώ φαίνεται πόσο αντιστράφηκαν οι λέξεις με το πέρασμα του καιρού.

  193. spyridos's avatar

    spyridos said

    192
    Θα έρθει ο dimosioshoros να σας μάθει τρικαλινά.

  194. sarant's avatar

    sarant said

    190 Η γουλιά είναι όντως από τη γούλα = φάρυγγας, λαιμός

    192 Ενδιαφέρον!

  195. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    192

    Εδώ στο Ηράκλειο που κατοικώ (χωρίς εντοπιότητα), μου ‘χε πιάσει μια φορά κουβέντα μια εντελώς άγνωστη ηλικιωμένη κυρία που, μετά από ελάχιστο πρόλογο, έφτασε στον καημό που ήθελε να εκμυστηρευτεί: Μα πώς μας έχουν κάνει έτσι τη γλώσσα, , να λένε το (δε θυμάμαι ποια λέξη είπε για το βεσέ) «ντουαλέτα»! Εμείς ντουαλέτες λέγαμε τα όμορφα φορέματα, ήταν μια ωραία λέξη, όχι βρωμιές και αηδίες! 🙂

    Κατά τα άλλα, αν υπάρχει πρόβλημα με τις ντοπιολαλιές, αυτό δεν είναι η αιτία (αν έρχονται ξένοι στο νησί ή αν οι ντόπιοι ξεχνάνε από μόνοι τους), είναι το αποτέλεσμα: η ομογενοποίηση.

    Και τέλος πάντων η Σαντορίνη είναι κι ένα νησί που τραβάει ξένους να έρθουν να μείνουν. Σε σχέση με την πληθυσμιακή αιμορραγία των περισσότερων νησιών, αυτό θα μπορούσε να είναι ευλογία, αν και βέβαια φτάνει σ’ έναν γιγαντισμό που δεν ξέρω πώς τον βιώνετε οι ίδιοι. Σε πολλά άλλα μέρη το μοναδικό -και μικρό- αντίβαρο στην τάση ερήμωσης είναι οι μετανάστες από άλλες χώρες. Στη Σαντορίνη έχει και εσωτερικούς ματανάστες.

    Στην πραγματικότητα η ομογενοποίηση, είτε ως τίμημα για κάποιο κέρδος είτε χωρίς καν κέρδος, είναι κάτι αναπόφευκτο. Το ‘χει η εποχή μας.

  196. Πέπε και άλλοι Ηρακλειώτες, άσχημα νέα: κλείνει ο Καγιαμπής για να γίνει ξενοδοχείο 😦

    https://www.daynight.gr/kriti/irakleio/irakleio-telos-epochis-gia-ton-istoriko-kafene-tou-kagiabi/#goog_rewarded

  197. ΣτοΔγιαλοΧτηνος's avatar

    ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    173# ΕΦΗ, σ’ αυτό το ωραίο νήμα λέγαμε για τα parabirds.

    Στο Ηράκλειο έχουν βεντέμα

  198. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    [Στράτες της σκέψης σχετικά με το @195 και με όλη τη συζήτηση όπου εντάσσεται:]

    Έχω κάνει κάποιες έρευνες σχετικά με την παραδοσιακή μουσική των νησιών του Αιγαίου. Με την τσαμπούνα συγκεκριμένα. Όπως με τα γλωσσικά ιδιώματα, όπως με τις τοπικές κουζίνες, έτσι κι εδώ, κάθε νησί έχει τη δική του μοναδική μουσική διάλεκτο, εντός της ίδιας πάντα γλώσσας.

    Στη Σαντορίνη γνώρισα τον τελευταίο τσαμπουνιέρη. Μιλήσαμε, μου είπε όσα μυστικά πρόλαβε από αυτά που τους είχαν παραδοθεί από τις γενιές, αλλά δεν μπόρεσα να καταγράψω τη μουσική του. Έχω δυο-τρία τραγούδια που κατέγραψε ένας άλλος φίλος. Ο τσαμπουνιέρης έχει συχωρεθεί. Απογόνους μουσικούς δεν άφησε.

    Υπήρχε και ο προτελευταίος τσαμπουνιέρης του νησιού. Αυτόν δεν τον πρόλαβα, όμως γνώρισα την οικογένειά του και μου έδωσαν να αντιγράψω κανέτες που έπαιζε. Ο εγγονός του, που αν δεν απατώμαι δεν έφτασε να γνωρίσει τον παππού του, έπιασε κι αυτός την τσαμπούνα. Τελευταία φορά που τον άκουσα ήταν καλός, αλλά δεν ήταν συνεχιστής της σαντορινιάς τσαμπούνας, ήταν απλώς ένας «γενικός» τσαμπουνιέρης, που τυχαίνει να είναι Σαντορινιός ο ίδιος.

    Γνώρισα επίσης τους δύο τελευταίους της Ανάφης, έναν μόνιμο κάτοικο κι έναν στην Αθήνα. Ο μόνιμος ήταν ένας σοφός αγαθός γέροντας, πολύ γενναιόδωρος, και πολύ μερακλής. Έχω γραμμένα από αυτόν και τραγούδια και πληροφορίες – εντόνως διαφορετικά από τα αντίστοιχα σαντορινιά. Και έφτασα και σκηνή να κάθεται να παίζει στο καφενείο και να έρχεται άλλος γέροντας στην παρέα και ν’ αρχίζει να τραγουδά μαζί του – σαφής επιβεβαίωση ότι αυτή ήταν όντως η μουσική γλώσσα του νησιού, όχι π.χ. το προσωπικό του ιδιόλεκτο. Συχωρέθηκε κι αυτός, Πρόλαβε να μυήσει με πολλή αγάπη τον εγγονό του στην αναφιώτικη τσαμπούνα. Κι αυτός, τελευταία φορά που τον άκουσα, ήταν καλός αλλά χωρίς πολύ τοπικό χρώμα, καθώς έπεσε μέσα στο μπαμ της αναβίωσης της τσαμπούνας και είχε καταιγιστικές εμπειρίες από την επαφή με τσαμπουνιέρηδες από παντού, παραδοσιακούς και νεωτερικούς.

    Ο Αθναίος Αναφιώτης, επίσης μερακλής και δοτικότατος, αλλά χωρίς το βάρος και το βάθος του αλλουνού που είχε περάσει όλη του τη ζωή στο νησί. Έγραψα κι αυτόν, διάφοροι άλλοι Αναφιώτες μού έδωσαν και παλιές κασέτες με έναν παλιότερο, καθώς και με τον πρώτο γέροντα όταν ήταν πιο στα ντουζένια του (όταν τον γνώρισα του φεύγαν κάτι δάχτυλα λόγω ηλικίας), οπότε έχω διασταυρώσει πολλαπλά ότι όντως αυτό είναι το τοπικό ιδίωμα (για τη Σαντορίνη δεν μπορώ να τεκμηριώσω το αντίστοιχο με την ίδια βεβαιότητα, έχω πιο αποσπασματική πληροφόρηση). Είναι εν ζωή, αλλά χωρίς απογόνους που να παίζουν.

    Κανονικά, οι άνθρωποι στην εποχή μας δε θα είχαν κανένα λόγο να παίζουν τσαμπούνα. Οι συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή η μουσική κάλυπτε πραγματικές ανάγκες έχουν εκλείψει. Παρά ταύτα, τσαμπούνα παίζουν πάρα πολλοί (περισσότεροι, και με πολύ μικρότερο μ/ο ηλικίας, απ’ ό,τι το 2000). Κάτι έγινε, κάπως αναγεννήθηκε το ενδιαφέρον.

    Η τσαμπούνα έζησε, αλλά η αναφιώτικη και η σαντορινιά τσαμπούνα (και άλλες) χάθηκαν.

    Όπως έχει χαθεί και η κρητικιά, παρόλο που εδώ η αναβίωση έφερε τα πιο εντυπωσιακά αποτελέσματα και πλέον όχι απλώς παίζουν πολλές δεκάδες νέοι στο νησί, ίσως και εκατοντάδες, αλλά παίζουν και παντού, ακόμη και στα πιο μέινστριμ μουσικά γεγονότα. Και με μεγάλο ρεπερτόριο και δεξιοτεχνία. Αλλά χωρίς να έχουν στο ελάχιστο εισχωρήσει στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της κρητικιάς τσαμπούνας (ασκομαντούρα τη λένε εδώ, σ’ εσάς τζαμπούνα).

    Ε, αυτά που είδα εγώ στη μουσική τα βλέπει άλλος στη γλώσσα, άλλος σε άλλους τομείς, αλλά γενικά το συμπέρασμα παντού το ίδιο είναι.

  199. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    198

    γενικά το συμπέρασμα παντού το ίδιο είναι.

    Ότι γερνάω και γίνομαι γκρινιάρης και νοσταλγικός: παλιά ήταν καλά, τώρα οι νέοι…

  200. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    198

    Στη Σαντορίνη παλιά έπαιζαν και λύρα. Ακόμη πιο παλιά έπαιζαν και σε πάρα πολλά άλλα νησιά, και στο ‘να μετά το άλλο άρχισαν να την παρατάνε και χάθηκε. Από τις Κυκλάδες, η Σαντορίνη πρέπει να ‘ταν η τελευταία που τη διατήρησε. Σαντορινιό λυράρη δεν πρόλαβα κανέναν, ούτε κασέτες ούτε τίποτα, όμως ένας από τους τελευταίους ήταν αδερφός του τσαμπουνιέρη που γνώρισα.

    Να έχεις δει σε κάποια πράγματα τον επιθανάτιο ρόγχο (τσαμπούνα Ανάφης και Σαντορίνης) και σε άλλα να έχεις φτάσει λίγο πιο μετά (λύρα Σαντορίνης), είναι όσο να πεις θλιβερό.

  201. ΣτοΔγιαλοΧτηνος's avatar

    ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Μπράβο ρε συ Πέπε. Ωραίος.

  202. sarant's avatar

    sarant said

    196 Τι κρίμα… Πρόλαβα να πάω πρόπερσι, θα προλάβω άλλη μία σίγουρα.

  203. Μαρία's avatar

    Μαρία said

    195 Η δικιά μου ιστορία για την τουαλέτα. Μέσα δεκαετίας του ’50 η μπακάλισσα της γειτονιάς μας είχε κατεβεί σε εμπορικό του κέντρου, όπου έτυχε να βρίσκεται κι ένας Αθηναίος. Όταν επέστρεψε, μας διηγήθηκε οτι αυτός ζήτησε την τουαλέτα κι οτι οι Αθηναίοι τώρα έτσι λένε το αποχωρητήριο. Μέχρι τότε εκτός απ’ το ρούχο ξέραμε και το έπιπλο στις κρεβατοκάμαρες των εύπορων. Η γενιά της γιαγιάς μου ήταν του α(να)γκαίου και της χρείας, που αυτή είχε επιβιώσει στη φράση «χρεία (του εσκί τζαμί)» για τους αθυρόστομους.

  204. 202 Θα κατέβεις τώρα στο νησί;

  205. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    198

    κανέτες > κασέτες

  206. Αγγελος's avatar

    Αγγελος said

    Μαρία (203), κι εγώ το ίδιο, καίτοι Αθηναίος αναντάν (όχι μπαμπαντάν). «Τουαλέτα» έμαθα πρώτα, πολύ μικρός, το έπιπλο, και θυμάμαι πόσο αστείο μου φάνηκε όταν έμαθα ότι γαλλικά θα πει αποχωρητήριο. Θυμάμαι μάλιστα τη μητέρα μου να μου λέει «άμα πεις του Αλέξη (γιου οικογενειακών φίλων γεννημένου στο Παρίσι, που δεν πολυμιλούσε ακόμα ελληνικά) ότι αυτό είναι τουαλέτα, θα ‘ρθεί να τα κάνει.» Αυτά, θαρρώ, το 1958. Λίγα χρόνια αργότερα, όλοι λέγανε «τουαλέτα» το αποχωρητήριο, και όταν σήμερα το λέω «μέρος», η 28χρονη κόρη μου χαμογελάει με την απαρχαιωμένη γλωσσική μου χρήση…

  207. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    Εγώ ρε παιδιά είχα συνηθίσει από μικρός ότι αποχωρητήριο και, ακόμη περισσότερο, απόπατος είναι λέξεις κάπως ωμές: όχι μεν απρεπείς, αλλά πάντως λιγότερο διακριτικές από την τουαλέτα.

    Η στάνταρ λέξη για μένα ήταν τουαλέτα και, ειδικά μέσα στο σπίτι, και μπάνιο (και «μικρό μπάνιο» για την τουαλέτα που ήταν μόνο τουαλέτα, χωρίς μπάνιο). «Μέρος», «βεσέ», «κάπου» (!) κλπ. ήταν ευφημισμοί από απαρχαιωμένοι έως ελαφρά ειρωνικοί. Αναγκαίο, χρεία, χαλέ, πολύ αργότερα τα άκουσα, ως κάτι που «λεγόταν παλιά».

  208. Καλά στο(ν) καμπινέ δεν πήγαινε κανένας;;;; Εμείς καθημερινά.
    Κυριακάς και εορτάς ή στους ξένους, πηγαίναμε αποχωρητήριο.
    Τουαλέτα: έως μεγάλη να δώ σε δημόσιες την πινακίδα, μόνο την φορούσαν στους γάμους και στην συνέχεια καθόταν στον καθρέφτη της για να βαφούν και να βάλουν την κολώνια τους. Όχι εμείς! Οι άλλοι. Οι καλοπιασμένοι οικονομικά.

  209. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    208

    Σωστά, κι ο καμπινές. Στην προσπική μου γλωσσική παιδεία, παρόμοια όπως το αποχωρητήριο και ο απόπατος: εντός των ορίων της ευπρέπειας μεν, αλλά καλύτερα να τις αποφεύγουμε υπέρ της τουαλέτας.

  210. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    Ο καμπινές έπαιζε σε πολλά παιδικά αισχρολογικά συνθήματα. Τάδε μπινέ, παιδί του καμπινέ. ΧΧΧ (ομάδα), μεγάλε και τρανέ (ή ομάδα κουρελέ), που πήρες το πρωτάθλημα από τον καμπινέ. Με την τουαλέτα όχι. Ούτε με το αποχωρητήριο βέβαια, αλλά και πάλι… Όσο για τον απόπατο, η άμεση σύνδεση με το «αποπατώ» και άρα η υπερβολικά άμεση κυριολεξία της λέξης την έκανε κάπως… αυτό που είπα: ωμή.

  211. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    Και στην κατασκήνωση που πήγαινα πολλά χρόνια, τις τουαλέτες τις λέγαμε καλλιόπες. «Καλλιόπες, νιπτήρες, καλάθια» ήταν η πιο ανεπιθύμητη περιοχή των Ομαδικών: ομάδικά [καθήκοντα] λέγαμε τις αγγαρείες καθαριότητας. Όλη η κατασκήνωση ήταν διαιρεμένη σε περιοχές, τόσες όσες και οι σκηνές-ομάδες, και κάθε πρωί κάθε σκηνή αναλάμβανε την καθαριότητα μιας περιοχής, με «ρολόι».

    Είχα μάθει ότι είναι μάλλον στρατιωτικής προέλευσης η λέξη, αλλά όταν πήγα φαντάρος δε λεγόταν πια.

  212. #210 Πέπε Αααα! Αυτά τα συνθήματα δεν τα ξέρω. Μάλλον είναι νεώτερα και «αγορίστικα». Υποψιάζομαι πως το καμπινέ (ως γαλλικής προέλευσης λέξη), έμεινε μαζί με άλλες στην Αλεξανδρούπολη από τους Γάλλους που ζούσαν εδώ φτιάχνωντας την γραμμή, των Γαλλικών σιδηροδρόμων.

    καλημέρα σε όλους!

  213. DaPonte's avatar

    DaPonte said

    Περί καμπινέ:

    Εμείς λέμε συνθηματικά/υπαινικτικά «πάω στο μέρος» Οι Εγγλέζοι μάστορες του understatement λένε «I’m going to the john», όπου john είναι το μικρό όνομα του Sir John Harington, ο οποίος εφηύρε το πρώτο καζανάκι κατά τη διάρκεια της βασιλείας της Ελισσάβετ Α’ Τυδώρ.

  214. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    213

    Άλλοι αστείοι υπαινιγμοί: δι’ υπόθεσίν μου / σε μια σύσκεψη / να συναντήσω τον πρόεδρο / να καταθέσω ένα γραμμάτιο. Επίσης:

    -Πού είναι ο τάδε;
    -Σκέφτεται.

  215. DaPonte's avatar

    DaPonte said

    Aχά, το πάω για κατάθεση το λέω κι εγώ καμιά φορά, για πλάκα.

  216. Α. Σέρτης's avatar

    Α. Σέρτης said

    211

    «μάλλον στρατιωτικής προέλευσης η λέξη»

    Φυλακίστικης προέλευσης

  217. ΣτοΔγιαλοΧτηνος's avatar

    ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Στα παιδικάτα μου μέρος λέγαμε (η μάνα μου, 92, έτσι λέει ακόμα), κάποια στιγμή ήρθε και ο καμπινές και έμεινε. Τη χυδαιότητα αποχωρητήριο ουδεπώποτε την εκστομίσαμε. Για λόγους ευπρέπειας, όταν είχαμε καλεσμένους χρησιμοποιούσαμε το κομψό χέστρα.

  218. Καλημέρα,

    213 Χτες βράδυ είχε στη ΕΡΤ2 τους ήρωες με τα κολάν, παλιά ταινία του Μελ Μπρουκ. Και κάπου προς το τέλος, εκεί που γυρίζει ο βασιλιάς και σώζει τον Ρομπέν τιμωρεί τον σφετεριστή Ιωάννη (Τζον) με το να λέγονται οι τουαλέτες τζον από τότε και στο εξής. Δεν κατάλαβα το σημείο γιατί δεν ήξερα αυτή την σημασία.

  219. ΣτοΔγιαλοΧτηνος's avatar

    ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    214# Στο προσωπικό μου ιδιόλεκτο, πάω να λύσω το αποχετευτικό. Από ένα σκίτσο του παλιού καλού Πετρουλάκη, επί γεροΜητσοτάκ, που έδειχνε ένα τύπο να μονολογεί στο καφενείο: Για το νέφος ζήτησαν αυτοσυγκράτηση. Για τη λειψυδρία ζήτησαν αυτοσυγκράτηση. Για το κυκλοφοριακό ζήτησαν αυτοσυγκράτηση. Σκέφτομαι με τρόμο τη στιγμή που θα λύνουν το αποχετευτικό.

  220. 214 Ένας φίλος λέει πως πάει να στείλει ένα φαξ (αλλά μόνο όταν είναι για χέσιμο). Παρομοίως, για κάποιον που βρίσκεται σ αυτή την κατάσταση, συσκέφτεται (κι όχι σκέτο σκέφτεται)

  221. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    217

    Ναι αλλά χέστρα (αγγλ. Chester) είναι μόνο το ειδικό έπιπλο, ο θρόνος κατ’ άλλους. Δεν ανέχομαι να το ακούω για ολόκληρο το δωμάτιο.

  222. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    …ή θώκος, κατ’ άλλους πάλι…

  223. 219 Έτσι που τα λες, εσύ δεν πας να λύσεις το αποχετευτικό αλλά να σαμποτάρεις την λύση του. Αλλά τέτοιος είσαι, σε ξέρουμε…

  224. ΣτοΔγιαλοΧτηνος's avatar

    ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    221# Μην εξάπτεσαι αγαπητέ Πέπε. Η χέστρα έχει όντως αγγλ προέλευση, αλλά όχι από το Chester. Από το hasty (βιαστικός) είναι.

  225. Τρίβλαξ's avatar

    Τρίβλαξ said

    Ιστορία με κέντρο τον αρακά:

    Οταν αγοράσαμε το χωράφι μας η γυναίκα μου και εγώ, καί αρχίσαμε την σχέση μας με την Κύθνο πριν μισό αιώνα, μας πήρε υπό την προστασία του ένας ζωρμπαϊκός νησιώτης, ο Μανώλας, Ψαρράς το επίθετο και το επάγγελμα. Ο Μανώλας σταματούσε συχνά στο απόμακρο από το λιμάνι σπίτι μας, περιμένοντας να περάσουν λίγες ώρες για να πάει να σηκώσει τα δίχτυα του, και πολλές φορές καθόταν να φάμε μαζί. Ένα μεσημέρι το κύριο γεύμα συνοδευόταν από αρακά. «Εγώ δεν τρώω αρακά», δήλωσε ο Μανώλας. Με λίγη ενθάρρυνση μας αποκάλυψε τον λόγο.

    Ο Μανώλας είχε καταταγεί ως ναυτόπαις πριν την αρχή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, και υπηρετούσε σε ένα από τα καράβια που αρνήθηκαν να λάβουν μέρος στον εμφύλιο στην πλευρά των Εγγλέζων, το πλήρωμα του οποίου κλίστηκε σε στρατόπεδο—στα «σίδερα»—στην Λιβύη. Το βράδυ που έφτασαν στο στρατόπεδο, οι Εγγλέζοι τους σέρβιραν σκέτο αρακά. Το επόμενο πρωί για πρωινό πάλι αρακά. Το ίδιο το μεσημέρι και το βράδυ. Οι Έλληνες αξιωματικοί συναντήθηκαν με τον Εγγλέζο διοικητή του στρατοπέδου για να παραπονεθούν. «Το μενού αλλάζει μια φορά τον μήνα», τους δήλωσε ο διοικητής, με μοναδικό Εγγλέζικο μείγμα σαδισμού και χιούμορ.

    «Από τότε δεν έχω ξαναβάλει αρακά στο στόμα μου», εξήγησε ο Μανώλας.

  226. sarant's avatar

    sarant said

    Καλημέρα από εδώ!

    202 Θα είμαι 9-12/2 στο Ηράκλειο, έχει εσπερίδα για τη γλώσσα στις 10 Φεβρ.

    225 Πολύ ενδιαφέρον!

  227. sarant's avatar

    sarant said

    Μια και πιάσατε συζήτηση για καμπινέ κτλ να θυμίσω παλιό μας άρθρο:

  228. Αλφα_Χι's avatar

    Αλφα_Χι said

    225. Ελ Ντάμπα 1945, βλ. Δημ. Χριστοδούλου, Ελ Ντάμπα, σ. 64 (μυθιστόρημα) :
    «Πρέπει ν’ αντέξει, να τρώει το μπιζέλι και να περιμένει πότε οι «αφέντες» θ’ αποφασίσουν!»

    «σίδερα» = «σύρματα»

  229. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    225, 228

    Πάλι σχετικό με την Ελ Ντάμπα: Και μας ρίχνανε μπιζέλια / που τα τρώνε τα κουνέλια

  230. sarant's avatar

    sarant said

    229 Να πω εδώ ότι το τραγούδι αυτό το ανέφερε στο ΦΒ και ο Νικόλας Θεοχαράκης.

    Είχαν λοιπόν τέτοια χρήση, για ζωοτροφές, τα μπιζέλια στα ελληνικά νησιά προπολεμικά;

  231. Τρίβλαξ's avatar

    Τρίβλαξ said

    228:

    Ναι, «σύρματα»!

    ευχαριστώ για την διόρθωση.

  232. Πέπε's avatar

    Πέπε said

    230

    Είχαν; Ή είναι σχήμα λόγου για να δείξει την αγανάκτηση; Αν τα τρως (στη μάπα) πρωί μεσημέρι βράδυ επί ένα μήνα, το λιγότερο που θα είχες να πεις είναι ότι είνσι καλά μόνο για τα κουνέλια.

  233. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    229, 239 και η παραλλαγή

    Και μας δίναν ταχτικά
    και μπιζέλια αρακά,

    Από την πληρέστερη παραλλαγή του τραγουδιού της Ελ Ντάμπα , λέει

  234. Costas Papathanasiou's avatar

    Costas Papathanasiou said

    και μας δίνανε μπιζέλια που τα ρίχναν στα κουνέλια
    Εναλλακτικά, αξιοποίηση των εν λόγω κηπευτικών και για ουρανοποιία, απόκρυψη, ‘Απόκρευση’ :
    Κοίτα πώς κουνάω τα χέρια/ Κοίτα πώς γεννάω αστέρια
    Φτιάχνω κόσμους με κουρέλια/ Κι ουρανούς από μπιζέλια

    https://www.youtube.com/watch?v=w8xJDtC-oX4&list=PLMeAno57XnPmd9vQFDSYmv4QPJctgpZma&index=9 Μαριαστέλλα Τζανουδάκη – “Η κούκλα” (Μουσική – Στίχοι: Γιώργος Χατζηπιερής/ ‘Τα ταξίδια του τεμπέλη δράκου’ 2015)
    […] Κρύψου κάτω απ’ το φύλλο/ και το μπιζέλι – τρέχα, τρέχα κρυφά στο μπιζέλι.
    Τη βρήκα την αγάπη/ μα δε με θέλει- τρέχα, τρέχα κρυφά στο μπιζέλι.

    https://www.youtube.com/watch?v=U3mQD5zVKEg 3. Τα Τρία Φύλλα [5:29] Νένα Βενετσάνου— Στίχοι: Las tres hojas- Federico Garcia Lorca/ Ελληνική Προσαρμογή* : Αγαθή Δημητρούκα / Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης. (* ως ‘φιντάνι, μολόχα, μπιζέλι’, προσαρμόζονται τα ‘ verbena, lechuga, perejil (βερβένα, μαρούλι, μαϊντανός)’ : https://www.youtube.com/watch?v=OEOvetmrRtI Teresa Berganza “Las tres hojas”-F.G. Lorca )
    Καλώς τη την Σαρακοστή με σκόρδα με κρεμμύδια/ Και με τα κρεμμυδόφυλλα, καλώς τα μουσαφίρια
    Καλώς τη Σαρακοστή μ’ ελιές και με μπιζέλια/ και με τα κρεμμυδόφυλλα να κάψουμε τ’ αμπέλια.
    Τούτες οι μέρες που ‘ρχονται, τούτες οι εβδομάδες/ που τραγουδάνε τα παιδιά και χαίρονται οι μανάδες
    Θέλω να γίνει ένας καβγάς, καβγάς στη γειτονιά σου/ (κι) όλοι να τρέξουν στον καβγά και εγώ στην αγκαλιά σου
    Θέλω να γίνει ένα καβγάς, καβγάς με τα μαχαίρια/ (κι) όλοι να τρέξουν στον καβγά και εγώ στα δυο σου χέρια
    Θέλω να γίνει ένας καβγάς, καβγάς με τα κουτάλια/ (κι) όλοι να τρέξουν στον καβγά και εγώ στην φασουλάδα
    (Εναρκτήριο τραγούδι του ‘χορού της Τράτας’ από το Αποκριάτικο δρώμενο του «Βλάχικου γάμου» στην Περαχώρα Κορινθίας)
    Και αυτές οι συμπαραδηλώσεις:
    “…Όλες οι εκτελέσεις μοιάζουν τόσο, όσο μοιάζουν μεταξύ τους, τα πράσινα μπιζέλια. Κι ως τόσο όλες διαφέρουν η μια με την άλλη τους όπως ακριβώς διαφέρουν κι αυτά όταν τα καλοκοιτάξετε.” (“Ανταπόκριση του Μ. Γοργού από την εκτέλεση της σπείρας Σωτήρχαινα” Τάσος Θεοφίλου, red n’ noir 25 Ιουνίου 2022 https://rednnoir.gr/reportaz-mgorgoy/san-ta-prasina-mpizelia/ )
    ΜΠΙΖΕΛΙΑ (ονειροκρίτης https://www.astrology.gr/oneirokritis?searchword=%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%B6%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%B1 ) : Αν τα δεις πάνω στο φυτό, υπάρχουν ελπίδες για κάτι που επιθυμείς και δεν πρέπει να απογοητεύεσαι. Αν τρως τον καρπό τους χλωρό, θα έχεις χαρά, το αντίθετο ισχύει αν είναι μπαγιάτικα ή ξερά. Αν καθαρίζεις μπιζέλια, θα έχεις συζυγικούς μικροκαβγάδες. Αν είναι ξερά και τα πατάς, θα πέσεις σε παγίδα. Αν τα φυτεύεις, θα εισπράξεις λιγότερα χρήματα απ’ όσα περίμενες.

  235. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μπιζέλι το μπιζέλι μασουλίζει το κουνέλι

  236. ΕΦΗ - ΕΦΗ's avatar

    ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ένα μεγάλο άρθρο για τα «γλυκά», λέει, μπιζέλια, Lathyrous odoratus – μοσχομπίζελα επομένως, από μετάφραση-ξόμπλι.

    Για τον Τζη, εύθυμα (από ρώσικα μάλλον παρμένο, με αυτόματο μεταφραστίρι)

    Τα μπιζέλια μπαχαρικών (Lathyrus odoratus) ανήκουν στο γένος Chin, την οικογένεια Legumes. Η πατρίδα του φυτού είναι το ανατολικό τμήμα της Μεσογείου. Ωστόσο, υπάρχει η άποψη ότι το λουλούδι που είναι ικανό να κατσαρώσει και να αρωματιστεί προήλθε από το Περού και τον Ισημερινό. …

    ΨηλόςΠεριλαμβάνουν διάφορες ομάδες ποικιλιών. Στα ράφια των ανθοπωλείων, μπορείτε επίσης να βρείτε ψηλά πολυετή μπιζέλια που δεν ζουν σε κρύα κλίματα για περισσότερο από 3 χρόνια. Αυτό περιλαμβάνει ομάδες ποικιλιών όπως:

    • Είδος κοντής ζακέταςΑναπτύσσεται σε ύψος 2,5 μέτρων και είναι πολυεστέρας με μίσχους έως 20 cm σε μήκος. Τα λουλούδια είναι χαριτωμένα, 3-4 κομμάτια ανά βούρτσα και με κυματιστό άκρο του άνω πανιού. Η ομάδα περιλαμβάνει ποικιλίες:
    1. Ένας αριστοκράτης με γλυκό επίμονο άρωμα και λευκά-ροζ λουλούδια.
    2. Σερ Τσαρλς με κόκκινα λουλούδια.
    3. Ο Sir Arthur είναι απαλό λιλά.
    4. Ο τύπος της αγάπης έχει μια ευρεία παλέτα.
      Βασιλικός. Ομάδα πρώιμης ωρίμανσης με μεγάλες ταξιανθίες και χρωματικά μεταβλητά. Όλες οι ποικιλίες της ομάδας είναι ανθεκτικές στη θερμότητα και μπορούν να αντέξουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την κοπή.
    5. Γαλαξίας. Μεγαλώνουν έως 2 μέτρα, έχουν μεγάλα (έως 8 λουλούδια το καθένα) ταξιανθίες με κυματοειδή άνθη. Δημοφιλείς ποικιλίες εδώ: Alice, Neptune, Milky Way, Cremona.
    6. Χειμερινή κομψότητα. Η ιδιαιτερότητα της ομάδας είναι η πιθανότητα ανθοφορίας υπό την προϋπόθεση μιας σύντομης ηλιόλουστης ημέρας.
    7. Μεσαίου μεγέθους ποικιλίες. Μεγαλώνουν έως 90 εκατοστά σε μήκος. Bloom αφθονία.Terry ταξιανθίες φυτών μεγάλου μεγέθους και διαφόρων χρωμάτων. Αυτές περιλαμβάνουν ποικιλίες: Lummer, Explorer, Suppersnoop, Continenta, Jet Set.
    8. Οι οριακές ποικιλίες ρωσικής επιλογής είναι ενδιαφέρουσες: Luciena με απαλά ροζ λουλούδια, Βέρα – ροζ-κόκκινο, Geniana – λευκό-λιλά, Elizaveta – πορτοκαλί, Galina – μοβ ταξιανθίες.
    9. Αναισθητοποιημένος. Μικρές και φριζαρισμένες ποικιλίες μήκους έως 45 cm. Δεν απαιτείται υποστήριξη κατά την προσγείωση. Ιδανικό για την οργάνωση ανθοδεσμών και για φύτευση σε σύνολα. Αυτό περιλαμβάνει ομάδες ποικιλιών:
    10. Μαμούτ. Μεγαλώνει έως 30 εκατοστά, άνθη μίσχους με έντονα διαφορετικά χρώματα.
    11. PinkCupid. Μεγαλώνει έως 30 εκ. Η βούρτσα έχει 2 ή 3 μεσαίου μεγέθους άνθη σολομού, λιλά, λευκού ή μπλε χρώματος.
    12. Φαντασία. Οι μικρότερες ποικιλίες. Αναπτύσσονται έως και 20 εκ. Οι ποικιλίες της ομάδας συχνά ονομάζονται νάνοι νάνοι. Μοιάζουν με πολύχρωμα σύννεφα στην προσγείωση. Η ομάδα περιλαμβάνει την ποικιλία Argyrin με ροζ ταξιανθίες κ.ο.κ

    https://grow.decorexpro.com/el/cvety/gorosek-dusistyj.html

  237. Ricos Podi's avatar

    Ricos Podi said

    Αγαπητές/οί,

    Μερικές αποσαφηνίσεις:

    Στην Αμοργό και στις μικρές Κυκλάδες κυριάρχησε τελικά το κατσούνι=μπιζέλι (Pisum sativum). Είχανε και άλλα φασολίδα (Lathyrus ochrus) και αρακά (Lathyrus clymenum) αλλά τα χάσανε.

    151. Στη βίκη βλέπω ότι το γένος Pisum είναι το ίδιο με το γένος Lathyrus. Σύμφωνα με το άρθρο, η επιστημονική ονομασία του pea (αρακάς, με βάση και τη φωτογραφία) είναι pisum sativum ή lathyrus oleraceus (νεότερη ονομασία) όχι clymenum.

    Μην εμπιστευόμαστε απόλυτα την βίκη, άλλο γένος το μπιζέλι Pisum άλλο το λαθούρι Lathyrus. Σοβαρό λάθος της Βικη. Μπορεί να υπάρχουν βοτανικές συνωνυμίες. Σήμερα τα Pisum sativum και Lathyrus clymenum είναι δύο απόλυτα διακριτά είδη που ανήκουν σε διαφορετικό γένος και έχουν πολλές μορφολογικές διαφορές

    Για να μας μπερδέψουν, το lathyrus sativus (κοινά ονόματα grass pea, cicerchia, blue sweet pea, chickling pea, chickling vetch, Indian pea, white pea και white vetch), το έχουν ως άλλο είδος, που στα ελληνικά το βρίσκω ως βρώσιμο λαθούρι. Φωτό του αποξηραμένου lathyrus sativus:

    Το Lathyrus sativus βέβαια είναι άλλο είδος το γένους Lathyrus και έχει πολλές κοινές αγγικές ονομασίες που περιλαμβάνουν και το pea με κάποιο επιθετικό προσδιορισμό αλλά καμία σχέση με το μπιζέλι.

    Το lathyrus clymenum δεν το έχει ως αρακά, αλλά ως άλλο είδος λαθουριού (λέγεται και ισπανικός βίκος / Spanish vetchling), αυτό που χρησιμοποιείται για τη φάβα Σαντορίνης.

    Για το Lathyrus clymenum προφανώς αγνοούν την τοπική ονομασία αρακάς (και άλλες) ή δεν την χρησιμοποιούν γιατί την θεωρούν ότι ταυτίζεται με το μπιζέλι. Αλλά η χρήση του Spanish vetchling και της ελληνικής μετάφρασης δεν έχει έννοια γιατί δεν έχει σχέση με τον ελληνικό γλωσσικό πλούτο και θα είναι μια τεχνητή εισαγωγή.

    236 Τα μπιζέλια μπαχαρικών (Lathyrus odoratus) ανήκουν στο γένος Chin

    Δεν μπορεί ένα είδος να ανήκει σε δύο είδη, το πρώτο όνομα είναι του γένους είναι Lathyrus και ταξινομείται σε αυτό το γένος. Το όνομα τους είδους (odoratus) αναφέρεται στο χαρακτηριστικό του να είναι εύοσμο.

    Ροίκος Θανόπουλος

  238. xar's avatar

    xar said

    @237
    Ευχαριστώ για τις κατατοπιστικές διευκρινίσεις. Έχω υπόψη μου ότι η βίκη δεν είναι επιστημονικό σύγγραμμα και δεν πρέπει να την εμπιστευόμαστε με κλειστά μάτια (αν και κατά κανόνα τα καθαρά επιστημονικά άρθρα έχουν μεγάλη ακρίβεια), γι’ αυτό και παραθέτω τους συνδέσμους, για ευκολότερο έλεγχο. Αν έδωσα την εντύπωση ότι ισχυρίζομαι «έτσι είναι, γιατί έτσι το λέει η βίκη», λάθος μου.

    Αυτό που με προβλημάτισε περισσότερο (πέρα από την ταύτιση των γενών pisum και lathyrus, που, όπως εξηγήσατε, είναι λανθασμένη) είναι η ονομασία lathyrus oleraceus για το pea, που δεν τον είδα να αναφέρεται πουθενά αλλού. Στο άρθρο της βίκης αναφέρεται ότι αμφισβητείται αυτή η ονομασία/κατηγοριοποίηση, αλλά στον πλαϊνό πίνακα με την ταξινόμηση αυτή αναφέρει, και όχι το pisum clymenus, κάτι μου φάνηκε παράξενο. Οπότε, αν καταλαβαίνω καλά, κάποιοι (αφού πρότειναν την ένωση των γενών pisum και lathyrus) θεώρησαν ότι το pea περιγράφεται καλύτερα ως είδος του γένους lathyrus και φτιάξαν νέα ονομασία για το είδος (oleraceus), υποθέτω γιατί τα lathyrus sativus και lathyrus clymenus ήταν ήδη καπαρωμένα για άλλα είδη, αλλά τόσο η ταξινόμηση αυτή όσο και το νέο όνομα δεν έχουν γίνει ευρέως αποδεκτά και οι περισσότεροι εντάσσουν στο pea στο γένος pisum και είδος sativus.

  239. xar's avatar

    xar said

    @238
    «αλλά στον πλαϊνό πίνακα με την ταξινόμηση αυτή αναφέρει, και όχι το pisum clymenus» -> …και όχι το pisum sativum

    (Για κάποιον που δεν έχει ασχοληθεί σε επιστημονικό επίπεδο και δεν παίζει τα λατινικά στα δάχτυλα, ορισμένες ονομασίες ονομασίες είναι απλά lettersoups)

Σχολιάστε

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε