Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο κουρέας από την Ιαπωνία: μια φιλολογική φάρσα πριν από 107 χρόνια

Posted by sarant στο 15 Φεβρουαρίου, 2011


 

Το περιοδικό Νουμάς του Δημήτρη Ταγκόπουλου κυκλοφόρησε το 1903 και γρήγορα αναδείχτηκε σε μαχητικό όργανο των δημοτικιστών, των μαλλιαρών όπως γρήγορα αποκλήθηκαν. Την ίδια χρονιά σημειώθηκαν τα αιματηρά Ορεστειακά, οι ταραχές που υποκινήθηκαν από τον υπερκαθαρευουσιάνο καθηγητή Μιστριώτη με αφορμή τη μετάφραση (σε απλή καθαρεύουσα) της Ορέστειας, ενώ πριν από 2 χρόνια, το 1901, ο ίδιος είχε προκαλέσει άλλες αιματηρές ταραχές, τα Ευαγγελικά, με αφορμή τη μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική από τον Αλέξ. Πάλλη.

Είχε προηγηθεί η Τέχνη, το πρωτοποριακό αν και βραχύβιο περιοδικό του Κ. Χατζόπουλου, που γραφόταν στη δημοτική αλλά περιείχε κυρίως λογοτεχνική ύλη, χωρίς μαχητικά γλωσσικά άρθρα. Τότε ήταν που βγήκε κι η ονομασία «Μαλλιαροί» για τους δημοτικιστές και νονός ήταν ο Ιωάννης Κονδυλάκης, σε κάποιο του χρονογράφημα· λένε ότι εμπνεύστηκε την ονομασία από τους δημοτικιστές λογοτέχνες αδελφούς Πασαγιάννη, που είχαν μακριά μαλλιά, αν και υπάρχουν και άλλες απόψεις για τη γέννηση του όρου. Το ειρωνικό είναι ότι ο ίδιος ο Κονδυλάκης, όταν απαλλάχτηκε από το μαγγανοπήγαδο της δημοσιογραφίας, μεταστράφηκε σε δημοτικιστή κι έδωσε το κύκνειο άσμα του, την αριστουργηματική Πρώτη αγάπη, σε υποδειγματική δημοτική με πινελιές της κρητικής διαλέκτου. (Μπορείτε να διαβάσετε εδώ αυτή τη θαυμάσια νουβέλα, που την είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο ψηφιοποιημένη χάρη στη βοήθεια καλής φίλης).

Τους μαλλιαρούς τούς πείραζαν οι καθαρευουσιάνοι κατασκευάζοντας διάφορες υπερδημοτικιστικές φράσεις, ότι τάχα τον Μυστικό δείπνο τον έλεγαν Κρυφό Τσιμπούσι, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο Κώτσο Παλιοκουβέντα και την Ηλέκτρα Κεχριμπάρω. Βέβαια, το πείραγμα αυτό δεν ήταν και τόσο αθώο, αφενός επειδή η μία πλευρά συγκέντρωνε όλη την εξουσία και απαιτούσε από την πολιτεία να πάρει κατασταλτικά μέτρα εναντίον της άλλης, και αφετέρου επειδή τα συκοφαντικά αυτά πειράγματα πολύς κόσμος τα πίστευε για αληθινά –μερικοί ακόμα τα πιστεύουν.

Αλλά και από τις στήλες του Νουμά ο Ταγκόπουλος δεν χάριζε κάστανα. Σαν αντίποινα για το «μαλλιαροί» και το «Παλιοκουβέντα» είχε βγάλει παρατσούκλια στους αντιπάλους του: τον Χατζιδάκι τον έλεγε Κασσιδάκι (γενική: του Κασσιδάκεως) και τον Μιστριώτη Μυξιώτη, ενώ δεν έχανε ευκαιρία, στο Βαρβαροπάζαρο που είχε καθιερώσει, να σχολιάζει δηκτικά τους σολοικισμούς των πούρων καθαρευουσιάνων.

Στα αλληλοπειράγματα ο Ταγκόπουλος δεν ήταν μόνος· συμμετείχαν και οι πιστοί Νουμαδικοί· για παράδειγμα, όταν η Εστία, για να τον πειράξει, έγραψε «Αργύριος Επταλιώτης» το όνομά του, ο Αργύρης Εφταλιώτης έγραψε ότι αν το πάμε έτσι θα αρχίσει κι αυτός να προφέρει όπως στα αρχαία, δηλαδή με τη δασεία να ακούγεται, το όνομα της γλωσσαμυντορικής εφημερίδας.

Ενώ από τις στήλες των εφημερίδων μαινόταν αυτός ο γουστόζικος πόλεμος, μια άλλη, πολύ σοβαρότερη σύγκρουση άρχιζε στην άλλη άκρη του κόσμου, ο ρωσο-ιαπωνικός πόλεμος. Η εξωτική αυτή σύρραξη αιχμαλώτισε τη φαντασία των Ελλήνων που την παρακολούθησαν παθιασμένοι από τις στήλες των εφημερίδων –ενίοτε δίνοντας και συμβουλές στρατηγικής, όπως το περίφημο «Δεξιότερα Κουροπάτκιν». Επισήμως ήμασταν με τους ομόδοξους Ρώσους, αλλά η αποφασιστικότητα και η ταχύτητα των Ιαπώνων γοήτευσαν πολλούς (και από τότε ονομάστηκαν ‘Ιάπωνες’ μια ομάδα μεταρρυθμιστών βουλευτών). Τέλος πάντων, το βέβαιο είναι ότι είχε εξαφθεί το ενδιαφέρον για τον μεγάλο άγνωστο, την Ιαπωνία.

Έτσι, στο φ. 81 του Νουμά με ημερομηνία 1.2.1904 δημοσιεύτηκε το εξής ποίημα:

ΕΙΚΟΝΕΣ

(Από τα λυρικά του μεγάλου ποιητή της Γιαπωνίας Συέρ Υόκο (Syer-Yoko), μεταφρασμένα απ’ το αγγλικό)

Ώρα γλυκιά προβάλλει,
τη φύση στεφανώνει πέρα ως πέρα,
η μουσκιά χύνει μόσκους στον αγέρα,
σαν την καρδιά που απ’ τον πόνο πάλλει…

Μαγνάδια χύνουν του ήλιου οι αχτίδες
από τα ύψη τ’ ουρανού κι από τα βάθη
λιοπύρια, φλόγες και δροσιάς ρανίδες
λες και σκορπιώνται αφ’ της Υέκκας(*) το καλάθι.

Ίσκιοι κρυφοί μέσα στ’ απόσκια δάση
απλώνουνται στ’ αυλάκι το δροσάτο…
Ροβόλα, βοσκοπούλα, παρά κάτω
η φλόγα της αγάπης να σε πιάσει –
σαν το αρνί, τ’ αθώο, το μικρό
που στη στιγμή που αξέγνοιαστο περνάει
από κοντά στ’ αγκάθι το πικρό
ραφές ραφές τ’ αγκάθι το μασάει…

Αξέγνιαστο κι αταίριαστο πουλί,
φωλιά γυρεύει για να πιάσει ταίρι,
ρουμάνια, δάση παίρνει, άγρια μέρη,
όπου αγάπη να ’βρει ντροπαλή.

Σαν βρίσκει τη και παίρνει τη στο πλάι,
ύστερις από τα γλυκολαλήματα,
νέα ζωή παλιά ζωή χαλάει
η αγάπη με χαρές καi με φιλήματα…

Σώπα, καρδιά, και σβήσε τη μαυρίλα!
σώπα κι άνοιξ’ ορθάνοιχτα τα φύλλα
από τον πόνο, πόνο θα ’βρεις, στο ’πα·
σώπα καρδιά μου! σώπα!…. σώπα!

ΑΒΓΕΡΙΝΟΣ

(*) Υέκκα πρέπει να είναι ίσως η Πανδώρα των γιαπωνέζων.

Επειδή το χέρι πάει μόνο του, εκσυγχρόνισα την ορθογραφία, εκτός από την υπογραφή που είναι δηλωτική μιας (υποτιθέμενης) γλωσσικής στάσης.

Πώς σας φαίνεται το ποίημα; Όχι κι άσκημο αν και έχουμε επιφυλάξεις για τη μετάφραση –και κάπως υπερβολικά βαλκανικές φαίνονται οι εικόνες του. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο στο ποίημα, που είναι δύσκολο να το δούμε, εκτός αν μας το έχουν μαρτυρήσει: το ποίημα σχηματίζει ακροστιχίδα, με τα πρώτα γράμματα κάθε στίχου. Διαβάστε το: Ω, της μαλλιαρής παραφροσύνης σας!

Όσο για τον ποιητή, τον Συέρ Υόκο, θα ταίριαζε πιο πολύ στη Νομανσλάνδη, που δεν είχε ανακαλυφτεί το 1904. Αν κοιτάξουμε ξανά το όνομά του, θα δούμε ότι το (εντελώς μη ιαπωνικό) Συέρ Υόκο αν διαβαστεί ανάποδα δίνει: Ο κουρεύς. Παναπεί, ο τιμωρός των μαλλιαρών.

Το ποίημα δηλαδή ήταν φάρσα, που κάποιος καθαρευουσιάνος το είχε στείλει στον Ταγκόπουλο με αποκλειστικό στόχο να καταφέρει να δημοσιευτεί απαρατήρητη στο προπύργιο των μαλλιαρών η αντιμαλλιαρή ακροστιχίδα. Ο Ταγκόπουλος φυσικά ήξερε τον αποστολέα, ήταν και φίλοι, αλλά έτσι κι αλλιώς καναδυό μέρες αργότερα τον έμαθαν όλοι οι παροικούντες τη φιλολογική Ιερουσαλήμ, μια και ο δράστης, ο γνωστός δημοσιογράφος και λόγιος Πολύβιος Δημητρακόπουλος, βγήκε στο Εμπρός και περηφανεύτηκε για τη σκανταλιά του. Μερικές εφημερίδες δεν έχασαν την ευκαιρία να δουλέψουν τον Ταγκόπουλο για το πάθημά του –θα τον είχαν και άχτι από προηγούμενα δικά του πειράγματα– ενώ άλλες επέκριναν τον φαρσέρ, ότι δεν λύνονται με φάρσες οι γλωσσικές και φιλολογικές αντιπαραθέσεις.

Σε επόμενο τεύχος του Νουμά, οι νουμαδικοί έγραψαν διάφορα εναντίον του Δημητρακόπουλου, αποκαλώντας τον με ένα παλιό του ψευδώνυμο, το «Κουρούπης» (αν και είχε πια πάρει το πολύ πιο αριστοκρατικό Pol Arcas), αλλά ο ίδιος ο Ταγκόπουλος, με αξιοπρέπεια παραδέχτηκε ότι έβαλε τους στίχους επειδή, σαν γιαπωνέζικοι που ήταν, τους έκρινε επίκαιρους και αξιοπερίεργους και ότι δεν μπορεί να καταγίνεται από το πρωί ίσαμε το βράδυ «να ανακαλύπτω τις ακροστιχίδες (όπως κάμνουν οι μικροί συνδρομηταί της Διαπλάσεως και οι μεγάλοι Ιαπωνο-έλληνες ποιηταί) σ’ όσα πεζά και έμμετρα μου στέλνουν». Γενικά, όταν την έχεις πατήσει σε μια φάρσα, η καλύτερη τακτική είναι να το παραδεχτείς αξιοπρεπώς.

Να γυρίσουμε λίγο στο ποίημα, που ξαναλέω ότι δεν το βρίσκω κακό παρά το γεγονός ότι γράφτηκε με βασικό σκοπό την ακροστιχίδα. Θα προσέξατε το εξεζητημένο λεξιλόγιο, που ήταν χαρακτηριστικό στην ποίηση της εποχής, που όλη σχεδόν γραφόταν πια στη δημοτική. Δεν λείπουν και τα μαγνάδια, λέξη που την είχε χρησιμοποιήσει σε ένα ποίημά του ο Χατζόπουλος και από τότε την είχαν πάρει σκοινί κορδόνι όσοι ήθελαν να χτυπήσουν μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: και τη δημοτική και την καινούργια ποίηση, όπως ας πούμε ο Σουρής.

Δεν ξέρω αν ο Ταγκόπουλος συμφιλιώθηκε αργότερα με τον Δημητρακόπουλο· πάντως, ο τελευταίος, σε αντίθεση με άλλους αντιμαλλιαρούς που αργότερα μεταστράφηκαν και αγκάλιασαν τη δημοτική, συνέχισε να εχθρεύεται κάθε τι το καινούργιο: όταν το 1910 ξέσπασε το σκάνδαλο με τους «οσκαρουαϊλδιστές» του περιοδικού Ανεμώνη, ο Pol Arcas δεν παρέλειψε να γράψει για τις έκφυλες έξεις και τους ξυρισμένους «αρτιφυείς μύστακας» και να προτείνει να ονομαστεί το περιοδικό τους Αναιμώνη, ότι τάχα οι λεπταίσθητοι νεαροί πάσχαν από αναιμία, ενώ εκεινού το αίμα κόχλαζε.

 

Advertisements

59 Σχόλια to “Ο κουρέας από την Ιαπωνία: μια φιλολογική φάρσα πριν από 107 χρόνια”

  1. Θυμάμαι την αφήγηση του Βάρναλη για το πώς σκέφτονταν να ονομάσουν ένα ποιητικό περιοδικό. Προτάθηκε, λέει, το «Ερατώ» αλλά απορρίφθηκε με το σκεπτικό πως οι αντίπαλοι θα το μετέτρεπαν σε «Ξερατό». Οπότε βρήκαν τη λύση: «Ηγησώ». Μόνο που, προσθέτει ο Βάρναλης, και αυτό βρήκαν τρόπο να το γελοιοποιήσουν οι οχτροί: θα χρειαζόταν, είπαν, και μια Εξηγησώ για να καταλάβει κανείς τα γραφόμενα.

  2. sarant said

    Σχεδόν οποιοδήποτε όνομα μπορείς να το γελοιοποιήσεις προσθέτοντας, αλλάζοντας ή αφαιρώντας ένα γράμμα ή το πολύ μια συλλαβή!

    Το περιοδικό που λες, η Ηγησώ, βγήκε το 1907 από μια παρέα δέκα νέων (Βάρναλης, Λαπαθιώτης, οι δυο Πολίτηδες, ο γιος του Παλαμά, ο Καρβούνης κτλ) και είχε μόνο ποιήματα, που για να δημοσιευτούν έπρεπε να πάρουν θετική ψήφο από τους μισούς τουλάχιστο της δεκάδας. Έβγαινε επί ένα χρόνο, με πολύ καλές συνεργασίες, αλλά μετά έκλεισε επειδή βαρέθηκαν οι συντελεστές του.

  3. # 1: Δύτη πέθανα στα γέλια… Παιδιά, μου λείπουν οι φιλολογικές φάρσες, δείχνουν μια ζωντάνια που νομίζω πως λείπει σήμερα από τα φιλολογικά πράγματα. Εκτός αν γίνονται και σήμερα και δεν τις παίρνω χαμπάρι. (ίσως πιο πολύ στο ίντερνετ).

    Μόνο ένα πρόσφατο γεγονός θυμάμαι, πέρσι το Νοέμβρη, που κάτι έγινε από τη Νέα Εστία με το δοκίμιο για την «περίπτωση της Φιλησίας Στάθη», όπου ανακάτεψαν και τον μακαρίτη τον Λάγιο, αλλά να πω την αλήθεια μου δεν κατάλαβα τίποτα παρόλο που το διάβασα αρκετές φορές, επειδή προφανώς υπάρχει ένα μπακγκράουντ που αγνοώ. Αλλά δεν έχει γούστο νομίζω, όταν και οι φιλολογικές φάρσες μετατρέπονται σε inside joke. (Νικοκύρη να ένα θέμα που θα μπορούσες ίσως να ψάξεις αν σε ενδιαφέρει).

    (δεν διάβασα ακόμα όλο το κείμενο, είδα τα σχόλια και σχολίασα, θα διαβάσω και το κείμενο και θα επανέλθω).

  4. # 3: Τον Νοέμβρη του 2009 νομίζω δηλαδή.

  5. θα αρχίσει κι αυτός να προφέρει όπως στα αρχαία, δηλαδή με τη δασεία να ακούγεται, το όνομα της γλωσσαμυντορικής εφημερίδας.

    Αυτό μου θύμισε ένα σχόλιο που είχα διαβάσει για το πως πρέπει να προφέρεται σωστά ο ηθοποιός Τσάρλτον Ηστον !

  6. Ηλεφούφουτος said

    «Σαν αντίποινα για το «μαλλιαροί» και το «Παλιοκουβέντα» είχε βγάλει παρατσούκλια στους αντιπάλους του: τον Χατζιδάκι τον έλεγε Κασσιδάκι (γενική: του Κασσιδάκεως) και τον Μιστριώτη Μυξιώτη»

    Δεν ξέρω αν την πρακτική αυτή τη συνήθιζε ο Νουμάς εν είδει αντιποίνων. Στη διατριβή του για το Νουμά ο Καλογιάννης (την έχεις χρησιμοποιήσει, Νικοκύρη, για αυτό το άρθρο, έτσι δεν είναι;) αναφέρει αυτή την πρακτική λίγο πολύ σαν δείγμα υπέρμετρης (ή μισαλλόδοξης) βιαιότητας ενάντια σε όποιον δεν συμφωνούσε με τις απόλυτες θέσεις του περιοδικού. Και καλά ο Μιστριώτης, πήγαινε γυρεύοντας (για το Χατζιδάκι δεν είμαι σίγουρος, γιατί την εποχή εκείνη ακόμα δεν είχε δώσει δικαιώματα) αλλά ακόμα και τον Ξενόπουλο τον αποκαλούσαν … Ξερνόπουλο και εν συνεχεία απλουστευμένα «ο κύριος Ξερν», μόνο και μόνο επειδή έγραφε άρθρα στην Καθαρεύουσα. Μα τον Ξενόπουλο;!

    Στο πλαίσιο αυτής της μισαλλοδοξίας άλλωστε ο Νουμάς δεν συμπαραστάθηκε στην τριανδρία Δελμούζου, Τριανταφυλλίδη, Γληνού στις επιθέσεις που δέχονταν από το καθαρευουσιάνικο κατεστημένο αργότερα , γιατί έβρισκε πολύ λάιτ τη Δημοτική τους.
    Γι αυτή του την εριστικότητα ο Ταγκόπουλος είχε γίνει αντιπαθής και μέσα στον κύκλο των δημοτικιστών και στο τέλος δεν υπήρξε άνθρωπος με τον οποίο να μην τα χάλασε, του Ψυχάρη συμπεριλαμβανομένου για λόγους εξίσου θεοπάλαβους, όπως το βλέπω εγώ σήμερα.

  7. Πώς σας φαίνεται το ποίημα; Όχι κι άσκημο αν και έχουμε επιφυλάξεις για τη μετάφραση –και κάπως υπερβολικά βαλκανικές φαίνονται οι εικόνες του.

    Εγώ διαβάζοντάς το (όχι δεν είδα την ακροστοιχίδα) σκέφτηκα αμέσως: » Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.. » , άρα νομίζω χρησιμοποίησαν κυρίως φράσεις από τον Σολωμό – και μάλλον εσκεμμένα, τι λέτε;

  8. Για να δούμε… και απήχηση Μαβίλη βλέπω (πάλε ξυπνάει της άνοιξης τ’ αγέρι…)

  9. sarant said

    Ο Χατζιδάκις είχε αρχίσει πρώτος, με το ρόλο που έπαιξε στα Ευαγγελικά το 1901 και ίσως και παλιότερα. Για τον Ξενόπουλο έχεις δίκιο, αλλά περιέργως τον Ξ. τον κατάκριναν πολλοί τότε, ίσως επειδή τους έμπαινε στο μάτι η εμπορική του επιτυχία, η τρομαχτική του παραγωγικότητα -φυσικά και οι αναπόφευγοι συμβιβασμοί που έκανε.

    Πιστεύω όμως ότι η απολυτότητα ήταν απαραίτητη το 1904 και επιζήμια το 1918. Βέβαια, άδικο είχε ο Ταγκόπουλος στη στάση του απέναντι στη μεταρρύθμιση και στην τριανδρία Δ-Τ-Γ, ενώ ας πούμε ο Ριζοσπάστης, αν και γραφόταν σε καθαρεύουσα, συμπαραστάθηκε στους Δ-Τ-Γ απέναντι στην επίθεση των καθαρευουσιάνων (και ενώ και οι βενιζελικές ακόμα εφημερίδες κρατούσαν αποστάσεις)

    Και ενώ είναι ολόσωστο ότι ο Ταγκόπουλος, ιδίως όταν γέρασε, έγινε ανυπόφορος με την εριστικότητά του, τον αδικείς πιστεύω στην περίπτωση του καβγά με τον Ψυχάρη, καβγά που τον ξεκίνησε ο Ψυχάρης επειδή ο Νουμάς είχε άρθρα του γερμανού σοσιαλιστή Στάινμετς που έβριζαν «Σαϋλόκους» τους Γάλλους που απαιτούσαν άτεγκτοι τις πολεμικές αποζημιώσεις. Στον καβγά αυτόν ο Ταγκόπουλος συμπεριφέρθηκε με σεβασμό και αξιοπρέπεια, χωρίς ποτέ να βρίσει τον Ψυχάρη, ενώ ο Ψυχάρης φέρθηκε με μικροπρέπεια. (Βρήκαμε θέμα για άλλο άρθρο).

  10. sarant said

    Σοφία, έχει πάρει διάφορα μοτίβα και φράσεις για να σκαρώσει το ποίημα, αλλά 100 χρόνια μετά δεν είναι εύκολο να τ’αναγνωρίσουμε όλα.

  11. Ηλεφούφουτος said

    Κι εγώ πιστεύω ότι η απολυτότητα ήταν χρήσιμη τότε, απλώς εξέφρασα αμφιβολίες για το κατά πόσο ορισμένες επιθετικές πρακτικές ήσαν απλώς αντίποινα. Εδώ που τα λέμε όμως δεν γίνεται κανείς χρήσιμος απόλυτος αν δεν τον τρώει και το κακό τζιτζίκι.

    Δεν εκφράστηκα ίσως καλά για τη σύγκρουση Ταγκόπουλου-Ψυχάρη. Το έβαλα για κατακλείδα, διότι, εντελώς ανθρώπινα αν το δούμε, αυτή δεν είναι η μοίρα σχέσεων που βασίζονταν σε ένα κοινό (λυσσώδες) ταπεραμέντο;
    Το θεοπάλαβο αναφερόταν στην αντίδραση του Ψυχάρη και μόνο. Καθόλου δεν κατακρίνω τη σοσιαλιστική και αντιπολεμική στροφή του Νουμά.
    Στην αξιοπρέπεια του Ταγκόπουλου εγώ βρίσκω και το στοιχείο της συντριβής, γιατί δεν ήταν καθόλου λίγο να σε εγκαταλείπει τελικά και ο ίδιος ο στυλοβάτης αυτού που τόσα χρόνια υπερασπιζόσουνα.

  12. newagemama said

    Τι ωραίες εποχές που οι αντιδικίες γίνονταν για τη γλώσσα και τις εκδοχές της! Σήμερα για τι αντιδικούμε παρακαλώ, για το ποδόσφαιρο, το Βατοπέδι και το μνημόνιο;
    Θελει ευφυία, γνώση και χιούμορ για να κάνεις φιλολογικές φάρσες περιωπής!

    http://newagemama.com

  13. sarant said

    Ναι, είναι λίγο σαν ο Χριστός να εμφανιστεί και να καταδικάσει τον Απόστολο Παύλο

  14. Μπουκανιέρος said

    13 «Βρε πλάκα σού έκανα στο δρόμο για τη Δαμασκό!»

  15. Από σχετικά πρόσφατες φιλολογικές φάρσες έχω πάρει χαμπάρι μόνο αυτή του Μανούσου Φάσση το 1980 που τρόμαξα να την ανακαλύψω (περισσότερα εδώ):

    http://e-dromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=2259:μανούσος-φάσσης-το-άλλο-πρόσωπο-του-μανόλη-αναγνωστάκη&Itemid=52

    Πως αποστειρωθήκαμε έτσι τα τελευταία 30 χρόνια; Κι ο Σεφέρης είχε αλλώνυμα, κι ο Λαπαθιώτης σκάρωνε φάρσες… Τόσο πολύ νοιάζονται όλοι για την έξωθεν καλή μαρτυρία που «θάβουν» τις περσόνες και την περιπαιχτική διάθεση;

  16. sarant said

    Καταρχάς για να γίνει φιλολογική φάρσα πρέπει να βρίσκεται η ποίηση ή η λογοτεχνία σε θέση περίοπτη. Αυτό πια στις εφημερίδες δεν πρόκειται να γίνει. Έπειτα, η σάτιρα θέλει παραδοσιακό στίχο και πολλοί δεν έχουν μάθει να γράφουν (αν και ο Πατίλης παραδοσιακό χρησιμοποίησε στο Σανσονέτο).

    Αλλά παρωδία, σάτιρα και φάρσα ζει και βασιλεύει στο Διαδίκτυο. Θυμήσου το ωραίο πόνημα «πώς να γράψετε ποιήματα της Δημουλά»

  17. Dimoula Generator (Beta edition)

  18. sarant said

    Α γεια σου, και δεν το έβρισκα.

    Δείγμα γραφής:
    «Όποιος εν γνώσει του εξαϋλώνει
    ψευδή γεγονότα
    ή αρνείται
    ή αποκρύπτει τα εωθινά
    τιμωρείται με προπηλάκιση τουλάχιστον τριών οδυνών»

  19. # 16,17 : Δεν το έχω πάρει είδηση αυτό με τη Δημουλά, πάω να δω! Ωραία άποψη αυτή, ότι η παρωδία θέλει παραδοσιακό στίχο – και φυσικά είμαι η πρώτη που θα συμφωνήσει. Παρωδίες γενικά έχουμε βάλει και στο Παμπάλαιο νερό, ίσως τις έχετε δει (εβδομαδιαίο αφιέρωμα).

    Εχω την αίσθηση ότι μια και αναβιώνουμε εδώ τα φιλολογικά σαλόνια του παρελθόντος και μια και αναζωπυρώθηκε (ελπίζω) το ενδιαφέρον για τον παραδοσιακό στίχο μετά και από το παμπάλαιο νερό, ίσως να ξαναγυρίσει και η λογοτεχνική φάρσα.

    Η αλήθεια είναι ότι προσωπικά δεν θα μπορούσα να σκεφτώ να κάνω φάρσα σε ανθρώπους που γνωρίζω ελάχιστα ή καθόλου. Ομως, με κάποιους που γνωρίζομαι καλά έστω και μόνο σε ιντερνετικό επίπεδο, άνετα θα σκεφτόμουν φάρσες και μίμηση ύφους.

    Σας θυμίζω και τα αλληλοπειράγματα στου Στιχάκια προ διετίας και ίσως-ίσως και τη Νομασλάνδη θα μπορούσαμε να την εντάξουμε σε αυτό.

  20. Μπουκανιέρος said

    16 «η σάτιρα θέλει παραδοσιακό στίχο »
    Γιατί;

  21. # 21 Φαντάζομαι ότι έτσι πάει αυθόρμητα στη γλώσσα! Εχω βέβαια, υπόψιν παρωδίες Καβάφη (αλλά μόνο Καβάφη) που είναι σε ελεύθερο στίχο, αλλά και πάλι παρατήρησα ότι και σε αυτές τις παρωδίες προτιμήθηκαν «τα τείχη» (Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς καμίαν αιδώ… κατέφαγον τα 15 εκατομμύρια… και κάθομαι και συλλογίζομαι τώρα εδώ.. πόσο ευκόλως τα κατέφαγον…) – δεν θυμάμαι ποιός το είχε γράψει, έχω ένα συγκεντρωτικό τόμο με παρωδίες Καβάφη.

    Τώρα ας μας διαφωτίσει καλύτερα ο Νικοκύρης γιατί το λέει, πάντως ενστικτωδώς πιστεύω πως έχει δίκιο.

  22. # 21 Αναφέρομαι στην παρωδία κυρίως, επειδή το έχω ψάξει καλύτερα, αλλά εννοώ όλα τα σατιρικά ποιήματα. Δεν μπορώ να φανταστώ σάτιρα χωρίς παραδοσιακό στίχο, ίσως επειδή η σάτιρα ξεκινάει λίγο πολύ προφορικά, με στόχο να γίνει απαγγελία σε μιαν ομήγυρη. Σάτιρα που θα διαβαστεί από έναν, κατά μόνας, δεν έχει γούστο.

  23. sarant said

    20: Οι παρωδίες παρωδούν γνωστά ποιήματα, και τα γνωστά ποιήματα είναι, καλώς ή κακώς, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, παραδοσιακά.

    Αλλά και η σάτιρα, ακόμα και στα πέτρινα για την παραδοσιακή ποίηση χρόνια του μεταπολέμου, ήταν το τελευταίο προπύργιο του παραδοσιακού στίχου, και αυτό δεν πρέπει να έγινε κατά τύχη. Ίσως επειδή η σάτιρα αυξάνει το κωμικό αποτέλεσμα εκμεταλλευόμενη τις απροσδόκητες ομοιοκαταληξίες, ίσως επειδή, ακόμα κι όταν δεν παρωδεί, πατάει πάνω σε παλιότερα μοτίβα. Δεν μπορώ να το αναλύσω καλύτερα, αλλά μου φαίνεται ότι η σάτιρα είναι το ποιητικό είδος που λιγότερο απ’ όλα προσφέρεται για ελεύθερο στίχο.

  24. Χαχαχαχαχαχα. Ακόμα γελάω με τον generator.

  25. Μαρία said

    Νουμάς, αναφορές στα Ορεστειακά στα τεύχη 68,69,71 και 72 του 1903.
    http://xantho.lis.upatras.gr/kosmopolis/index.php/noumas/issue/archive

    Στο 69 ο χαρακτηρισμός για τους Μιστριώτηδες γλωσσογλύφοι κατά το τοκογλύφοι.

    Νίκο, το γιαπωνέζικο ποίημα μας το είχε θυμίσει παλιότερα ο πατέρας σου.
    Όσο για την ομάδα του Δ. Γούναρη ο χαρακτηρισμός Ιάπωνες δόθηκε απ΄το Βλάση Γαβριηλίδη (1906).

  26. Πάντως θυμήθηκα μία άλλη φάρσα, συγγραφική, που είχε γίνει πριν λίγα χρόνια στην Αμερική: το βιβλίο Atlanta Nights. http://en.wikipedia.org/wiki/Atlanta_Nights

  27. sarant said

    25γ: Πράγματι, αλλά τότε δεν το είχαμε βρει.

  28. Γκούκλισα τη σατιρική ποίηση για να δω τι βγαίνει και το πρώτο αποτέλεσμα ήταν αυτό 🙂

    http://www.sarantakos.com/language/satirika.html

  29. … και συνεχίζοντας το γκούγλισμα: ΑΥΤΟ σας φαίνεται σατιρικό; Γελάει κανείς;
    Ναι ξέρω ότι αυτός είναι ο Χάρυ Κλυν, αλλά δεν ξέρω τι άλλο έχει η συγκεκριμένη συλλογή.

    Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να γελάσω με ελεύθερο στίχο. Χρειάζεται η ρίμα για να το θυμάσαι, να το πεις αλλού, να το απαγγείλεις στην ομήγυρη…

    http://www.e-shop.gr/show_bks.phtml?id=BKS.0305393

  30. Υπάρχει κι αυτό, που θυμάμαι ότι το είχα πάρει, αλλά βρίσκεται στο υπόγειο κι άντε να το βρω. Εάν το είχα εδώ θα το έψαχνα να δω αν υπάρχουν σατιρικά σε ελεύθερο στίχο και σε τι ποσοστό σε σχέση με τα παραδοσιακά.

    http://books.vres.gr/book.php?book_id=7800

  31. … κι ας μην ξεχνάμε και αυτόν τον φόρο τιμής στο Σαραντακέικο! (το βρήκα συνεχίζοντας το γκούκλισμα)

    http://www.sarantakos.com/asteia/paparouna.html

  32. sarant said

    29: αυτά φαίνεται να είναι στοχασμοί κομμένοι σε στίχους, όχι ποιήματα.

  33. Πάντως, σχετικά με τα πέτρινα χρόνια της παραδοσιακής ποίησης, ετοιμάζουμε κάτι στο Παμπάλαιο Νερό, για το οποίο δεν μπορώ να σας πω πολλά, απλά αναδημοσιεύω την πρόσφατη απάντηση του Κώστα Κουτσυρέλη σε σχόλιο το Γιώργου Λυκοτραφίτη (μου επιτρέπεις Νικοκύρη; μια και έθεσες το ζήτημα περί πέτρινων χρόνων…) Μισό λεπτό να το βρω.

  34. sarant said

    Ελεύθερα!

  35. Το βρήκα, ναι, αν σας ενδιαφέρει διαβάστε εδώ τα σχόλια του Λυκοτραφίτη και του Κουτσουρέλη σχετικά με τον λόγο για τον οποίον επιλέξαμε ένα ποίημα του 1955 του Βαρβιτσιώτη.

    http://pampalaionero.wordpress.com/2011/02/11/%cf%84%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%83-%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b2%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%83-1916-2011-%cf%8c%cf%84%ce%b1%ce%bd-%cf%87%ce%b9%ce%bf%ce%bd%ce%af%cf%83%ce%b5%ce%b9/

  36. # 32 συμφωνώ… βασικά συμφωνούμε… Κι ευχαριστώ που μου επέτρεψες την αναδημοσίευση!

  37. Μπουκανιέρος said

    [κουβέντα που ξεκίνησε με τα 16-20]

    Η σάτιρα μπορεί μια χαρά να είναι και σε πεζό. Άρα, μπορεί να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο, υποθέτω.

    Όσο για την παρωδία, εξαρτάται από το τι παρωδείται. Π.χ. η παρωδία της Δημουλά, παραπάνω, δεν έχει ανάγκη από παραδοσιακό στίχο. Το ότι η παρωδία των ποιημάτων σε παραδοσιακό στίχο πρέπει να γίνεται σε παραδοσιακό στίχο είναι μια πολύ λογική σκέψη – μόνο που μυρίζει Λαπαλίς.

    Επίσης:
    #23 «Οι παρωδίες παρωδούν γνωστά ποιήματα, και τα γνωστά ποιήματα είναι, καλώς ή κακώς, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, παραδοσιακά.»
    Αυτό είναι συζητήσιμο, δηλ. εξαρτάται από την κουλτούρα του καθενός.

  38. Τόσο το «Δεξιότερα Κουροπάτκιν» όσο και το «Κόμμα των Ιαπώνων» τα θεωρούσα πάντα από τις πιο καλτ στιγμές της παλιάς Ελλάδας, χάρηκα που τα θυμήθηκα.

    Σοφία ο «Τσάρλτον Ήστον» είναι στην πραγματικότητα Απωνέζος, ο πραγματικός είναι ο Τσάρλτον Χέστον – άλλο που προσβάλλει τα χρηστά ήθη του ελληνικού πολιτισμού.

    Όσο για τον πόλεμο δημοτικιστών και καθαρευουσιάνων, και μια και λέγαμε για τον προπάππο μου, να πω ότι και ο Μενάρδος είχε πολλές φορές κατηγορηθεί σαν «μαλλιαρός», επειδή έγραφε ποιήματα στη δημοτική και – φαντάζομαι – επειδή τον πρώτο καιρό ήταν φίλος με τον Ψυχάρη. Του είχαν μάλιστα γράψει ένα δίστιχο – ελπίζω ότι το θυμάμαι σωστά:

    Μην πειράζετε στην κόμην τον καθηγητήν Μενάρδον,
    τρίψατέ του τας κοτσίδας με αλόην και με νάρδον.

  39. voulagx said

    #38 «ο “Τσάρλτον Ήστον” είναι στην πραγματικότητα Απωνέζος, ο πραγματικός είναι ο Τσάρλτον Χέστον – άλλο που προσβάλλει τα χρηστά ήθη του ελληνικού πολιτισμού.»
    Αμ ο Hermann Hesse;( ψηλα κι αγναντευε) 🙂

  40. sarant said

    38: Ναι, είχαν πει και για τον Μενάρδο -αλλά δεν έχω κάτι πρόχειρο αυτή τη στιγμή να παραθέσω.

    37: Δεν ξέρω -το γεγονός είναι πως αν ανοίξεις μια ανθολογία σατιρικής ποίησης (μία υπάρχει) θα δεις πως όλα τα ποιήματα σχεδόν είναι σε παραδοσιακό στίχο. Δεν νομίζω αυτό να οφείλεται σε μεροληψία του ανθολόγου. Δεν ξέρω πώς εξηγείται, ξέρω όμως ότι είναι έτσι.

  41. Mιχαλιός said

    #38α Τώρα οι Γιαπωνέζοι γράφουνε και διατριβές για το Κόμμα των Ιαπώνων:

    http://history.fas.nyu.edu/object/nanakosawayanagi

  42. # 37: Το θέμα είναι ότι η σάτιρα για να είναι πετυχημένη πρέπει να είναι όπως τα ανέκδοτα, να μπορεί κανείς να θυμάται τι λέει και να το μεταφέρει προφορικά και σε άλλους.

    Η σάτιρα πάνω απ’ όλα έχει κοινό, ακροατήριο, όταν διαβάζει κανείς κάτι αστείο, ακόμα κι αν είναι μόνος του θέλει να το πει και σε άλλους, κι αυτό είναι πολύ πιο εύκολο να γίνει με τον ομοιοκατάληκτο στίχο που τον αποστηθίζεις. (ακόμα καλύτερα όταν μπορείς να το τραγουδήσεις κιόλας).

    Θυμάμαι, ας πούμε, ένα παιδικό τραγουδάκι που έλεγε

    Στου Φαλήρου τη θάλασσα φτάνει
    ένας γάιδαρος μπάνιο να κάνει

    (το ξέρεις Νικοκύρη; )

    Ε, πως θα γελάσει κανείς αν το γράψουμε:

    Κάποτε στην ακροθαλασσιά
    ένας γάιδαρος πόθησε
    να κολυμπήσει;

    (σχεδόν πάει για χάικου έτσι)

    Δεν ξέρω αν γίνομαι αντιληπτή, μερικά πράγματα στην ποίηση περισσότερο τα νιώθεις παρά τα εξηγείς.

  43. Α! Σοφία! νόμιζα ότι μόνο η γιαγιά μου το ήξερε αυτό το τραγουδάκι. 🙂

  44. sarant said

    41: Πολύ γούστο έχει αυτό 🙂
    Πάντως η εξέλιξη των Ιαπώνων ήταν πολύ ανόμοια στη συνέχεια.

    42: Η δικιά μου η γιαγιά δεν το ήξερε -ούτε εγώ άλλωστε 😉

  45. Ηλεφούφουτος said

    42, νομίζω η δύναμή του είναι ότι ανακαλεί σ αυτόν που τ’ ακούει το «Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη…»

  46. Σχετικά με τη σατιρική ποίηση, νομίζω πως είναι φυσιολογικό να είναι στην πλειοψηφία της ομοιοκατάληκτη – επειδή συνήθως σατιρίζονται (ή χρησιμοποιούνται στη σάτιρα) στίχοι τραγουδιών (που είναι πιο διαδεδομένοι από τα ποιήματα). Από την άλλη, είναι προφανές ότι αν σατιρίζεις (ή χρησιμοποιείς) ένα ποίημα γραμμένο σε ελεύθερο στίχο πρέπει να γράψεις σε ελεύθερο στίχο.
    Θυμάμαι, για παράδειγμα, ότι ένα από τα ποιήματα που έχουν χρησιμοποιηθεί περισσότερο σε σάτιρες είναι το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» – μια από τις πιο γνωστές σάτιρες της εποχής του 50 (νομίζω) ήταν το «Περιμένοντας τους σκουπιδιαρέους».

    Σοφία αυτό το «Κάποτε στην ακροθαλασσιά …» έχει πολύ ωραία αίσθηση! Πραγματικά!

    Και μιλώντας για το «Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη», ένα από τα πιο γνωστά μου ποιήματα είναι το «Μονάχους, Μονάχους» – αλλά μάλλον για λόγους δεοντολογίας δε θα πρέπει να το αναρτήσω εδώ…

  47. Μπουκανιέρος said

    42
    Σοφία, νομίζω ότι έβαλες αυτογκόλ: τα ανέκδοτα δεν είναι σε παραδοσιακό στίχο, κι όμως μια χαρά τα θυμόμαστε, μια χαρά διαδίδονται και μια χαρά γελάμε.

    Στην ουσία τώρα: Δε λέω, έχει τις χάρες του και τα προτερήματά του ο παραδοσιακός στίχος (στη σάτιρα, αλλά και γενικότερα), έχει όμως και εγγενή ελαττώματα, π.χ. αρκετά συχνά είναι εύκολος κι αρκετά εύκολα γίνεται βαρετός. (Ο συνδυασμός των δύο ελαττωμάτων μάς δίνει το Σουρή.)

    [45 Ένας ρούμπος στον Ηλεφού!]

  48. sarant said

    Μα, πεζή σάτιρα φυσικά και υπάρχει: ευθυμογραφήματα, ας πούμε, αλλά και μυθιστορήματα. Το θέμα είναι ότι μέχρι τώρα, ενώ είναι πάρα πολλά τα έμμετρα σατιρικά ποιήματα και πάρα πολλά τα πεζά σατιρικά κείμενα, είναι ελάχιστα τα σατιρικά ποιήματα σε ελεύθερο στίχο.

    Τα ανέκδοτα είναι ιδιαίτερο είδος ανώνυμης δημιουργίας, δεν έχουν καμιά σχέση με τα ποιήματα. Όποιος επαναλαμβάνει ένα ανέκδοτο που άκουσε δεν ενδιαφέρεται να το μεταδώσει έτσι ακριβώς όπως το άκουσε.

  49. Δυστυχώς, Ηλεφού και Μπουκάν, το τραγουδάκι με τον γάιδαρο στο Φάληρο δεν ανακαλεί με τίποτε το Σολωμό, για τον απλό λόγο ότι είναι τραγουδάκι με μουσική, δεν απαγγέλλεται. Όπως το θυμάμαι πάει κάπως έτσι:
    Στου Φαλήρου τη θάλασσα φτάνει (χάχαχα χα, χάχαχα χα)
    ένας γάιδαρος μπάνιο να κάνει (χάχαχα χα, χάχαχα χα)
    μα δεν ξέρει ο δόλιος πώς -πώς να πέσει στο νερό
    πώς να πέσει στο νερό -που δεν έχει μπανιερό

  50. Μπουκανιέρος said

    48α Αν το θέτεις έτσι, νομίζω ότι μπορεί και να συμφωνήσω.

    48β. Πάντως και τα ανέκδοτα ακολουθούν κάποια patterns (βλ. άλλο νήμα), που μπορεί να γίνουν αρκετά αυστηρά μερικές φορές. Θέλω να πω, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι απομνημόνευσης κλπ. πέρα απ’ τη ρημάδα τη ρίμα.

  51. ΚαπετάνΈνας said

    49, Δύτη, πες όλους τους στίχους.
    Μήπως η γιαγιά σου το έμαθε από τη γιαγιά της και εκείνη το άκουσε στα μπαίν μίξτ;

  52. # 49

    Γύρω τριγύρω κοιτάζει και σκέφτεται
    κόσμος περνάει, τον βλέπει και ντρέπεται

    (χαχαχαχαχαχαχαχα)

    ……………….παίρνει απόφαση μεγάλη
    το σαμάρι του να βγάλει και να πέσει στ’ ακρογιάλι.

    …………….και το κύμα τώρα σκίζουν
    δυο αυτάρες που αρμενίζουν!

    (προσπαθώ να το θυμηθώ κι εγώ)

  53. Εγώ όσο ήξερα το έγραψα, τώρα βλέπω τη συνέχεια.

  54. Είχε 3-4 στροφές… η ιστορία ήταν ότι τελικά πέφτει στο νερό… ααα ναι, δεν ξέρει κολύμπι και πνίγεται σιγά σιγά και μένουν μόνο τα αυτιά στην επιφάνεια.

  55. τυφλός said

    Επισήμως ήμασταν με τους ομόδοξους Ρώσους, αλλά η αποφασιστικότητα και η ταχύτητα των Ιαπώνων γοήτευσαν πολλούς (και από τότε ονομάστηκαν ‘Ιάπωνες’ μια ομάδα μεταρρυθμιστών βουλευτών).

    και

    @41:

    http://www.mofa.go.jp/region/europe/greece/index.html

    Όταν δύο χώρες έχουν πολεμήσει επανειλημμένως με τους γείτονες τους (βλ. Ελλάδα – Ιαπωνία) υπογράφουν συνθήκες φιλίας και συνεργασίας με χώρες που βρίσκονται στην άλλη άκρη του κόσμου.

    Συγγνώμη για την καθυστέρηση της ανάρτησης αλλά μετά το κίνημα του «δεν πληρώνω – δεν πληρώνω» πρέπει να φτιάξουμε ένα σαραντάκειο κίνημα με τίτλο «δεν προλαβαίνω – δεν προλαβαίνω».

  56. Ηλεφούφουτος said

    «μετά το κίνημα του “δεν πληρώνω – δεν πληρώνω” πρέπει να φτιάξουμε ένα σαραντάκειο κίνημα με τίτλο “δεν προλαβαίνω – δεν προλαβαίνω”.»

    Μέσα!

  57. sarant said

    Ευχαριστώ, ενδιαφέρουσα συμπλήρωση. Να πω την αλήθεια, όταν έγραψα ότι «επισήμως» ήμασταν με τους Ρώσους εννοούσα ακριβέστερα το γενικό λαϊκό αίσθημα (π.χ. γίνονταν δοξολογίες) όχι την επίσημη θέση του κράτους.

  58. τυφλός said

    Σημείωση: έχουμε την εντύπωση ότι αυτή η συνθήκη φιλίας ήταν από τις πρώτες του νέου -τότε- ελληνικού κράτους. Αν περάσει κάποιος ναυαγός που γνωρίζει περισσότερα ας συμπληρώσει.

    @56: Μα επειδή κι άλλοι έχουν πει ότι δεν προλαβαίνουν (όπως κι εγώ, άλλωστε) το έγραψα. Μπορεί να μη γράφω συχνά, αλλά σας διαβάζω προσεχτικά.

    @57: Έβαλα το απόσπασμα κ τον αρ. 41 για να καταλάβετε (εσείς κ όσοι διαβάζουν) ότι συμπληρώνω τα συγκεκριμένα σημεία. Ότι το λινκ μου δεν ήταν ουρανοκατέβατο. Δεν ήταν μομφή εναντίον αυτού που γράψατε.

  59. 57 Σίγουρα το λαϊκό αίσθημα ήταν με τους Ρώσους, γι’ αυτό και το «Δεξιότερα, Κουροπάτκιν!»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: