Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Μύηση στο ρεμπέτικο (κείμενο του «Παύλου Δημητρίου», 1959)

Posted by sarant στο 28 Δεκέμβριος, 2018


Kυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σε επαυξημένη και ξαναδουλεμένη έκδοση το από καιρό εξαντλημένο βιβλίο «Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο (1929-1959)» του Κώστα Βλησίδη.

Ο όρος «επαυξημένη» δεν είναι διαφημιστικό σχήμα λόγου: η προηγούμενη έκδοση είχε 260 σελίδες ενώ η τωρινή 420 -έχουν προστεθεί 52 νέα κείμενα! Επιπλέον, τα κείμενα της πρώτης έκδοσης έχουν ξανακοιταχτεί και, όπου χρειάζεται, έχει γίνει νέος σχολιασμός.

Τα κείμενα που επέλεξε ο Βλησίδης είναι, σχεδόν όλα, αδημοσίευτα και δυσεύρετα. Μία εξαίρεση γίνεται για τον γνωστό διάλογο περί ρεμπέτικου που δημοσιεύτηκε το 1947 στον Ριζοσπάστη, επειδή ο επιμελητής έφερε στην επιφάνεια ένα κείμενο που είχε ξεφύγει από την προσοχή των μελετητών.

Τα κείμενα παρατίθενται με χρονολογική σειρά, από το 1929 έως το 1959, για τα κείμενα της αρχικής έκδοσης, και ακολουθούν, επίσης σε χρονολογική σειρά, τα κείμενα του συμπληρώματος, δηλαδή αυτά που προστέθηκαν στη σημερινή επαυξημένη έκδοση -έτσι, όσοι έχουν διαβάσει την πρώτη έκδοση είναι πιο εύκολο να δουν τι προστέθηκε.

Ο σχολιασμός σε κάθε κείμενο είναι μάλλον λακωνικός, αλλά καίριος, ενώ όπου χρειάζεται δίνονται πληροφορίες για τους συντάκτες, που είναι στην πλειοψηφία τους δημοσιογράφοι ή δημοσιογραφούντες διανοούμενοι και λογοτέχνες. Βλέπουμε λοιπόν πώς αντιμετώπισε η διανόηση της εποχής το ρεμπέτικο τραγούδι -άλλοι το παρουσίασαν φολκλορικά, σαν κάτι το εξωτικό, άλλοι διέρρηξαν τα ιμάτιά τους για την απειλή που αντιπροσώπευε αυτό το είδος (κατηγορώντας το άλλοι για μη ελληνικό και άλλοι για σχέσεις με τον υπόκοσμο και τα ναρκωτικά).

Ωστόσο, δεν είναι μόνο τα 100+ κείμενα που ανθολογούνται -υπάρχουν επίσης πολλές φωτογραφίες και κυρίως δημοσιεύματα από έντυπα της εποχής (διαφημίσεις, αγγελίες, άρθρα κτλ.) που συμπληρώνουν καίρια την εικόνα που σχηματίζει ο αναγνώστης και αναδεικνύουν το βιβλίο σε υποχρεωτικό ανάγνωσμα για τον καθένα που ενδιαφέρεται για το ρεμπέτικο και για τον τρόπο που το προσέλαβε η διανόηση και η κοινωνία της εποχής. Εννοείται (πρέπει όμως να αναφερθεί) πως όλα τα κείμενα είναι άριστα τεκμηριωμένα, και πως όλος ο τόμος, μέχρι τις μικρές λεπτομέρειες, έχει τη σφραγίδα της ευσυνείδητης και οξυδερκούς ερευνητικής δουλειάς του Κώστα Βλησίδη, που θα την ξέρουν οι αναγνώστες του ιστολογίου από την εποχή που σχολίαζε εδώ με το ψευδώνυμο Spatholouro.

Διάλεξα να παρουσιάσω το κείμενο που έκλεινε την πρώτη έκδοση, που δημοσιεύτηκε το 1959 στο περιοδικό Εκλογή και υπογραφόταν από τον Παύλο Δημητρίου. Ο Βλησίδης το είχε τότε δημοσιεύσει με το εξής σχόλιο:

Κλείνουμε την ανθολόγηση με αυτό το εξαιρετικό κείμενο, το οποίο τοποθετεί αρκετά ζητήματα σε εύλογη βάση, οι δε ακροτελεύτιες διατυπώσεις του αποδείχτηκαν πικρά προφητικές.

Πράγματι, πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα τοποθέτηση, αλλά το ενδιαφέρον του άρθρου δεν τελειώνει εκεί. Όπως αποκαλύφθηκε μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου του Βλησίδη, ο Παύλος  Δημητρίου ήταν ψευδώνυμο του Ρένου Αποστολίδη, και στη νεότερη έκδοση αυτό φυσικά δηλώνεται.

Την αποκάλυψη την έκανε ο γιος του Ρένου, ο Στάντης Αποστολίδης, σε βιβλιοκριτική του για την πρώτη έκδοση. Ωστόσο, λίγο αργότερα σε συνέντευξή του ο άλλος γιος του Ρένου, ο Ήρκος, εκφράστηκε περιφρονητικά για τον επιμελητή, υποστηρίζοντας πως έπρεπε να υποψιαστεί από το ύφος του κειμένου πως ήταν γραμμένο από τον Ρένο Αποστολίδη και να αναζητήσει το όνομα «Παύλος Δημητρίου» στο βιβλίο ψευδωνύμων του Ντελόπουλου. Τα αφηγείται αυτά ο Βλησίδης σε υποσημείωση της τωρινής έκδοσης που την αναπαράγω αυτούσια (προσθέτοντας τα λινκ που ο ίδιος δίνει). Προσωπικά κρίνω πως η επίθεση του υιού είναι εντελώς αδικαιολόγητη και δυσανάλογη προς το όποιο αστόχημα του επιμελητή και διαπιστώνω πως είναι μεγάλη ατυχία να κληρονομεί ο γιος μονάχα τα ψεγάδια του πατέρα.

Παραθέτω λοιπόν το κείμενο και στη συνέχεια την υποσημείωση του επιμελητή. Να σημειώσω ότι έχω εκσυγχρονίσει (όχι απόλυτα) την ορθογραφία και έχω μονοτονίσει.

Παύλος Δημητρίου

Μύηση στο ρεμπέτικο

Πολλών ειδών ρυθμοί και μελωδίες ανθίζουν στα χείλη των ανθρώπων κάθε καιρού και κάθε τόπου. Μα θα ’κανε μεγάλο λάθος να νομίσει κανείς πως είναι και πράγματι όσο φαίνεται αυθαίρετο και συμπτωματικό το τραγούδι που «κολλάει», όπως λένε, στα χείλη όλων και χιλιοτραγουδιέται, αλλάζοντας διαρκώς θέματα και μορφές, ποτέ όμως ουσία.

Ίσως υπάρχει ένα βαθύτερο νόημα του καιρού και του τόπου, μια βασική γεύση της ζωής, κοινή σε όλους, που δεν έκφράζεται με λόγια και ιδέες, ζει όμως και δοξάζεται μέσα στο τραγούδι που φτερώνει τις καρδιές των ανθρώπων και τις ανεβάζει, σε ώρες χαράς, όλες τις κλίμακες της απολύτρωσης από το καθημερινό και το συνηθισμένο.

Ένας ιστορικός, ένας αληθινά σοφός ιστορικός, θα λογάριαζε περισσότερο ως «τεκμήριο» και «κλειδί» κατανοήσεως μιας εποχής το τραγούδι της παρά τους πολέμους και τις «ειρήνες» της· περισσότερο το «Έρι-Έρι-Ερινάκι» της γειτονιάς, παρά τη μεγάλη, την «παγκόσμια»… Ειρήνη! Γιατί αυτό που άβίαστα τραγουδιέται κι ανθίζει επίμονα κι επαναληπτικά στα χείλη των ανθρώπων όλες τις ανυπόκριτες ώρες τους, αυτό έκφράζει και την ψυχή τους. το τραγούδι μιας έποχής είν’ η άλήθεια της. Εκείνο που «κολλάει» στα χείλη και τραγουδιέται επίμονα, είναι ό,τι βαθύτερο συνήθως οι άνθρωποι έχουν να πουν για τη ζωή τους.

Πρέπει λοιπόν με πολλή προσοχή να εξετάζουμε αυτό που τραγουδιέται περισσότερο στον τόπο. Γιατί έξετάζουμε την καρδιά την ίδια του τόπου αυτού —την καρδιά τη μία, την τωρινή — και την παντοτεινή.

Σεβόμαστε από πολλά χρόνια και τιμούμε το Δημοτικό μας Τραγούδι. Γιατί αυτό ήταν η καρδιά του ίδιου τούτου λαού πριν εκατό, και διακόσια, και τριακόσια χρόνια. Η καρδιά που χτύπησε και λαχτάρησε για τόσα και τόσα! Για την Αγάπη, για το Θάνατο, για τον Πόλεμο, για την Αντρειά, για τον Όρκο και την Κατάρα, για την Κλεφτουριά και την Επανάσταση, για το στέριωμα και την κατάλυση των όρκων.

Κάποτε το τραγούδι αυτό το είδαμε να σταματά. Και βιάστηκαν πολύ να πούνε πως το Δημοτικό μας Τραγούδι πέθανε πια και η καρδιά του λαού μας σώπασε. Είναι όμως αλήθεια αυτό; Έτσι εύκολα σωπαίνει η καρδιά ενός έθνους; Ο λαός δεν σώπασε, δεν στάθηκε. Δεν έπαψε να τραγουδά και να χορεύει. Άλλαξαν όμως οι βάσεις της ζωής του. Δεν ζει πια στις κορφές· ζει στις πόλεις. Δεν βγαίνει «κλέφτης στο κλαρί»· μπαίνει εργάτης στην «φάμπρικα», δουλεύει μεροκάματο, γίνεται υπάλληλος στο κατάστημα, σκλάβος στο γραφείο, δούλος στον καθημερινό μόχθο της ρουτίνας. Κι η κοπέλα, δεν περιμένει πια κεντώντας στο παραθύρι τον «αρρεβωνιαστικό», που όλο αργεί και δεν έρχεται, παρά τρέχει κι αυτή κάθε πρωί στο γραφείο, στο κατάστημα, στο υφαντουργείο, στο κλωστήριο.

Τα «ντέρτια» και τα βάσανα, η χαρά κι ο έρωτας, η πίκρα, το παράπονο, η νοσταλγία, η ελπίδα, δεν κρέμουνται πια στα δέντρα, στις σπηλιές, στα κράκουρα, στα βάτα. Όλα της ψυχής τ’ αγκίστρια, που την κρατούν και τη δένουν, την πονούν και την ξεσκίζουν, της δίνουν γέλιο και δάκρυ, είναι στήν πόλη πια. Οι χαρές, οι λύπες, οι αγωνίες, περπατούν στούς δρόμους των πόλεων, κάτω απ’ τις καμινάδες των εργοστασίων, δίπλα στις ράγες των τραίνων, στις ταβέρνες, στα λιμάνια, στα σοκάκια τις νύχτες. Ό,τι απλωνόταν άλλοτε στο βουνό και στον κάμπο, στενεύει σήμερα και περισφίγγεται μες στα στενά τετράγωνα της πόλης, και γίνηκε δεύτερη φύση· στη φτωχογειτονιά, με τα κορίτσια («μπλέ φουστάνι κι άσπρη ζώνη»), και τούς λεβέντες («γαρύφαλλο στ’ αυτί») στη σκληρή καθημερινή δουλειά της πολιτείας, στον τυραννισμένο, τον στυφό έρωτα της «Παρανομίας», που είναι, καθώς λέει και το τραγούδι, «πιό γλυκειά απ’ την αμαρτία». Έτσι και το τραγούδι, αυτά θα τραγουδήσει. Γιατί το τραγούδι, μες απ’ αυτούς τους δρόμους της σημερινής θλίψης ή χαράς, της αστικής, θα ψάξει να ’βρει διέξοδο για την ψυχή όλων.

Δεν έχει σημασία που δεν δουλεύουμε όλοι στο εργοστάσιο -ούτε που δεν καθόμαστε όλοι σε φτωχογειτονιά! Σ’ εργοστάσιο ή σε γραφείο, στο Κολωνάκι η στον Κολωνό, μιά είν’ η ατμόσφαιρα, κι ένα το ψυχικό κλίμα. Κι απόδειξη: ότι το Κολωνάκι και η κούρσα κατεβαίνει πιο συχνά στα Ταμπούρια ή στις Ίζιτζιφιές, απ’ όσο θα δικαιολογούσε ένας δήθεν σνομπισμός. Kι ενώ η ερωτική «Παρανομία» συγκινεί το εργατόπαιδο με το κόκκινο «τραπεζομαντηλέ» πουκάμισο και το μαγκωμένο στον τόρνο νύχι, όμως ενθουσιάζει και τη φανταχτερή κοπέλα, γιατί μπορεί κι εκεινής το σπίτι κι ο αυστηρός πατέρας να κάνουν πιο πιπεράτη την «παράνομη» αγάπη.

Το σημερινό «ρεμπέτικο» μιλάει σ’ όλους. Ό,τι δεν κατάφερε η πολιτική, το κατάφερε ο λαϊκός «μπουζουκτσής». Και το κατάφερε όχι υπέρ του ένός ή του άλλου, υπέρ του φτωχού, του πειραγμένου, ή υπέρ του πλούσιου, τού επίσης πειραγμένου, παρά υπέρ κοινών πόνων και κοινών βασάνων, που ενώνουν μόνο και ποτέ δεν χωρίζουν. Η απόδειξη; Να το κοινό των κέντρων! Το πιό άνάμικτο που μπορεί να γίνει! Και το κέφι, αληθινό -άσφαλτο δείγμα πως το κοινό κλίμα κυριαρχεί (αλλιώς κέφι δεν ανάβει, ως γνωστόν).

Το σημερινό, λοιπόν, τραγούδι, δεν είναι πια Δημοτικό -είναι αστικό, της πόλεως! Kι ο λαός, όλος ο λαός, μήτε στάθηκε, μήτε σώπασε. Κάθε άλλο. Χορεύει! Χορεύει και «ρόκ» και χασάπικο και μπούγκι-μπούγκι, και τσιφτετέλι. Χορούς που προκύπτουν από τη σημερινή του, την ανάμικτη ζωή, τη μηχανοποιημένη μα και λεβέντικη μαζί, την ξενοφερμένη μα και ντόπια συνάμα. Γιατί είναι πια και ξένο και δικό μας το εργοστάσιο. Το «ρόκ» κυνηγάει το ρυθμό των μηχανών του, μα στο μεσογειακό κορμί της θερμής κοπέλας του, είτε της εργάτριας είτε της κόρης του βιομηχάνου, ταιριάζει και το τσιφτετέλι. Και μέσα σ’ αυτό το κατά βάση ανατολίτικο τσιφτετέλι, υπάρχουν τα πολύ σημερινά, τα πολύ «δυτικά» τακουνάκια «στο τσιμέντο, στα πλακάκια»! Τραγουδάει ο κόσμος. Ό,τι νάναι. Ό,τι κι αν του σερβίρουν. Μα για να βρει κανείς την καρδιά του, πρέπει να προσέξει. Τι τραγουδάει με «μεράκι»; Τι δεν του ξεκολλάει από τα χείλια;

Καντάδες; Όχι πια! Γλυκερά ερωτικά ταγκό; Μήτε. Σάμπες και «μπούγκι-μπούγκι» και «καλύψο»; Δεν τραγουδιούνται αυτά, χορεύονται μονάχα -και για να χορεύονται είναι, όχι για να τραγουδιούνται. Μήπως παραλλαγμένα, αγνώριστα, μεταμφιεσμένα και «συγυρισμένα» δημοτικά τραγούδια; Τα σιχαίνεται, όπως ο κάθε γνήσιος σιχαίνεται το νόθο. Το «ρεμπέτικο», όμως, το γνήσιο -γιατί υπάρχουνε βέβαια κι έδώ τα «imitation» και τα σκάρτα, και τα σαχλά- τραγουδάει με «μεράκι». Δηλαδή το αστικό λαϊκό τραγούδι της σημερινής Ελλάδας. Όχι το ξεπλυμένο, το κανταδοποιημένο, το «περιποιημένο» με ψεύτικα φτιασίδια, απ’ τους λογής-λογής τραγουδιστάδες των σαλονιών, αλλά το άνεπιτήδευτο, το απλό και φυσικό, το τίμιο.

Πολλοί το βρίσκουν «ανήθικο». Μα σε τί; Στη λαϊκότητά του ή στην ειλικρίνειά του; Κατηγόρησαν την καταγωγή του. Πως βγήκε απ’ τον «τεκέ». Ναι· ας πούμε ότι ξεκίνησε από κει -αν κι ούτε αυτό αληθεύει εντελώς. Βγήκε και από κει. Αλλά μήπως και το ηρωικό Δημοτικό Τραγούδι, το Κλέφτικο, δεν ξεκίνησε απ’ το ληστρικό; Είναι, λοιπόν, ληστρικό το Κλέφτικο Τραγούδι; Όσο είναι του «τεκέ» το «ρεμπέτικο», κι όσο ήταν ληστής ο λεβέντης Κλέφτης του ’21!

Κατηγόρησαν την ποίησή του. Αλλά μόνο γιατί δεν την πρόσεξαν και γιατί της ζήτησαν ό,τι ζητούν απ’ την καθαυτό ποίηση που δεν τραγουδιέ-ται. Ζήτησαν, ακόμη, το στίχο με τα μεγάλα λόγια -δεν πρόσεξαν το στίχο (κάποτε μαστορικότατον) με τα λόγια τα απλά, της καρδιάς, που αναβλύζει φυσικός και ατημέλητος μες απ’ την ψυχή του λαϊκού τραγουδιστή της πόλεως.

Πολλοί ψευδοεκτιμητές του έφτασαν να γυρέψουν την αξία του έξω απ’ το ίδιο, σε πράγματα εντελώς άσχετα: Στη… βυζαντινή εκκλησιαστική μελωδία (αντί ν’ άναζητήσουν και αυτηνής την κοινή ψυχική βάση αλλού), ή ακόμα και στη… «φούγκα»! Σα να χρειαζόταν το φυσικό φαινόμενο εξήγηση άλλη από τη φυσική, και για να επαληθευθεί, επί λέξει, ο σατιρικός στίχος του Μωραϊτίνη: «Ομίλησε περί του… Μπαχ, εν σχέσει με το… Αχ! και Βάχ!».

Το «ρεμπέτικο» αξίζει. Μήπως όμως θα χρειαστεί να βρεθούν πάλι τίποτε ξένοι να μας πουν και να μας δείξουν πόσο και γιατί άξίζει; Οπότε πια θα μας πιάσει όψιμο παραλήρημα «ρεμπετομανίας». Καλύτερα δεν είναι, να το δούμε μόνοι μας, μετρημένα, και να το γνωρίσουμε;

Εκλογή, τχ. 168, Οκτώβριος 1959: σ. 83-86

Υποσημείωση του Κωστα Βλησίδη:

Ο «Παύλος Δημητρίου» ήταν ένα από τα πολλά ψευδώνυμα του Ρένου Αποστολίδη, όπως αποκάλυψε σε βιβλιοκρισία του για το παρόν βιβλίο ο υιός του Στάντης («Ακμή και παρακμή του ρεμπέτικου», Ελευθεροτυπία [Βιβλιοθήκη], 5.4.2007). Στη συνέχεια, το 2012, ο έτερος υιός του Ρένου, Ήρκος, αποδύθηκε σε δριμεία επίκριση του υποφαινομένου, αφενός για το είδος της «ερευνητικής» δραστηριότητας που γενικότερα ασκεί και αφετέρου για την ασύγγνωστη προχειρότητα με την οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση την άσκησε, καθώς δεν άνέτρεξε στο γνωστό βιβλίο του Κ. Ντελόπουλου για τα φιλολογικά ψευδώνυμα, ώστε να διαπιστώσει ποιος κρυβόταν πίσω από τον «Παύλο Δημητρίου».

Παραπλέοντας το -αυθωρεί αυτεπίστροφο άλλωστε- ήθος της εν λόγψ επίκρισης, ομολογούμε εν παρρησία πως δεν αντιληφθήκαμε ότι το ύφος γραφής του κειμένου αυτού παρέπεμπε κατευθείαν στον Ρένο όπως διαβεβαιώνει ο υιός του (καθώς τον είχαμε συνηθίσει υπό πολεμικότερη σκευή) ούτε είχαμε κατά νου ότι ένα από τα πάμπολλα ψευδώνυμα που χρησιμοποίησε ήταν και το «Παύλος Δημητρίου», ένα ονοματεπώνυμο που ατυχώς δεν μας δημιούργησε ψευδωνυμικές υπόνοιες…

Χαιρόμαστε, ωστόσο, που, χωρίς να υποψιαζόμαστε την πραγματική ταυτότητα τοϋ συντάκτη του, ανθολογήσαμε και αναδείξαμε ένα κείμενο που ούτε ο ίδιος ο Ρένος κοινοποίησε ποτέ μεταγενέστερα την ύπαρξή του -όταν ο Ηλίας Πετρόπουλος (άλλος ένας, εμβληματικός όμως, που ως μη όφειλε αγνοούσε τον “Παύλο Δημητρίου”…) τον ερώτησε ευθέως εάν έχει γράψει κάποιο θεωρητικό κείμενο για το ρεμπέτικο (βλ. προαναφερθέν ιστολόγιο), προκειμένου να το συμπεριλάβει στη μεγάλη επανέκδοση των Ρεμπέτικων τραγουδιών του-, ούτε τα τέκνα του Ρένου έφεραν ποτέ στην επιφάνεια αυτό το “περίφημο κομμάτι” -όπως ευλόγως σεμνύνονται να το χαρακτηρίζουν.

Advertisements

117 Σχόλια to “Μύηση στο ρεμπέτικο (κείμενο του «Παύλου Δημητρίου», 1959)”

  1. Καλημέρα,
    Λείπει ο Λεώνικος, δεν ξεκινάνε τα σχόλια 🙂

  2. ΓΤ said

    Δυστυχώς, ο Ήρκος δεν είναι ο μόνος που βουτάει την πένα του στη χολή, είναι που έτσι ξεπεινούν τα ελλειμματικά «εγώ». Ο ψόγος στο προσκέφαλο εγγυάται το κακοΰπνι της ψυχής. Πώς να ξεχάσω το κλασαύχενο φρύδι του όταν έκρινε τη μετάφραση του Ι. Ν. Καζάζη στην «Ιστορία της κλασικής φιλολογίας» του Wilamowitz-Moellendorf… Ευτυχώς που η άγρια γλώσσα μας έχει πλάσει τα «κολληματίας» και «κύριος Δενιώθογλου».
    (Από τις επιστολές Πετρόπουλου προς Ρένο Αποστολίδη σταθήκαμε στο «διάλειμα», στα «ξαναγραμένα» και στο έμφορτο «Τι να σου πω για τον Γιώργο Ιωάννου; Χέστονε! […]».)

  3. Triant said

    Καλημέρα.

    Απορία: Το «υποφαινόμενος» ήξερα ότι χρησιμοποιείται στον προφορικό, ζωντανό λόγο, όταν αυτός που το λέει είναι παρών. Στον γραπτό λόγο το αντίστοιχο είναι «ο υπογράφων». Έχω χάσει τεύχη;

  4. ΓΤ said

    @3 Γιατί να το ερμηνεύσουμε συσταλτικά; Με τα γραφτούδια μας «φαινόμαστε», «πίσω από τις αράδες», «κάτω από τις αράδες», ωστόσο… φαινόμαστε 🙂

  5. cronopiusa said

    Καλή σας μέρα!

  6. Μπετατζής said

    «Δεν έχει σημασία που δεν δουλεύουμε όλοι στο εργοστάσιο -ούτε που δεν καθόμαστε όλοι σε φτωχογειτονιά! Σ’ εργοστάσιο ή σε γραφείο, στο Κολωνάκι η στον Κολωνό, μιά είν’ η ατμόσφαιρα, κι ένα το ψυχικό κλίμα. Κι απόδειξη: ότι το Κολωνάκι και η κούρσα κατεβαίνει πιο συχνά στα Ταμπούρια ή στις Ίζιτζιφιές, απ’ όσο θα δικαιολογούσε ένας δήθεν σνομπισμός. Kι ενώ η ερωτική «Παρανομία» συγκινεί το εργατόπαιδο με το κόκκινο «τραπεζομαντηλέ» πουκάμισο και το μαγκωμένο στον τόρνο νύχι, όμως ενθουσιάζει και τη φανταχτερή κοπέλα, γιατί μπορεί κι εκεινής το σπίτι κι ο αυστηρός πατέρας να κάνουν πιο πιπεράτη την «παράνομη» αγάπη.»

    Eμένα δεν μου άρεσε καθόλου πάντως. Για το κείμενο του «Δημητρίου» λέω, όχι για το βιβλίο. Σαν να το χει γράψει ο Σακελάριος είναι (φτωχός πλην τίμιος νέος, πλούσια κοπέλα, όλοι το ίδιο είμαστε σε τούτο τον κοσμάκη κλπ). Χωρίς να είμαι ειδικός, απλός ακροατής είμαι, νομίζω όμως ότι ούτε το πνεύμα του ρεμπέτικου είναι τόσο αταξικό όσο παρουσιάζεται. Επίσης μου φαίνεται ότι συγχέει το ρεμπέτικο με το λαϊκό τραγούδι που δεν είναι το ίδιο πράμα.

  7. ΓΤ said

    @5 Η ξερή σου «καλημέρα»
    είν’ λιτότης Μπαγιαντέρα
    ρίξε λέξεις στην αράδα
    για να βγει καλά η βδομάδα 🙂

  8. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Έχοντας αγοράσει και διαβάσει το βιβλίο, με τις ελάχιστες γνώσεις μου ως προς το είδος αλλά με αρκετές ως προς τα βιβλία γενικά, κρίνω πως είναι μια πολύ καλή δουλειά από έναν σεμνό και ειλικρινή ερευνητή, το συνιστώ ανεπιφύλακτα σ’ όσους θέλουν να «ταξιδέψουν» μουσικά, (και όχι μόνο) πραγματικά αξίζει τα λεφτά του, κάτι πολύ σπάνιο στις μέρες μας.

  9. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    2 Δεν θυμάμαι αν έχω δει αυτή την κριτική που λέτε.

    3-4 Να σου πω, εγώ το δέχομαι, μεταξύ άλλων επειδή μπορεί να μην υπογράφεις το κείμενο που γράφεις. Εγώ τώρα, ας πούμε, το υπογράφω αυτό το σχόλιο;

  10. ΓΤ said

    @9α Τη θυμάμαι σε μια «Βιβλιοθήκη», όπου μιλούσε για «αγραμματοσύνες» στη μετάφραση του Ι. Ν. Καζάζη…

  11. Κουτρούφι said

    Κολωνάκι – Τζιτζιφιές. https://www.youtube.com/watch?v=LFNoylBk_Gw
    Μάρκος, 1948.

  12. ΓΤ said

    @9α (σχετ. 10) Διότι, φίλτατε, κάλλιο ζεστή καρδιά στο κρύο δωμάτιο παρά κρύα καρδιά σε τζάκι με τουπέ πάνω σε καναπέ 🙂

  13. Triant said

    @9
    Το γράφεις όμως, οπότε το «γράφων» παίζει πάλι καλύτερα από το «υποφαινόμενος». Άσε που το υπογράφεις εμμέσως (φαίνεσαι βέβαια κι όλας λόγω του άβαταρ, αλλά αυτό δεν ισχύει για όλους) .

  14. Παναγιώτης Κ. said

    Το βιβλίο του Σπαθόλουρου είναι το ένα βιβλίο που πρέπει να αγοράσουν οι θαυμαστές του ρεμπέτικου αλλά και νομίζω ένα ακόμη: Είναι το βιβλίο του Δημήτρη Φεργάδη με τίτλο «Με αφορμή την Columbia» εκδ.ΚΨΜ σσ 382.

    Σήμερα να αφήσουμε την ψυχή μας να εκφραστεί…

  15. Κουτρούφι said

    «… τον στυφό έρωτα της «Παρανομίας», που είναι, καθώς λέει και το τραγούδι, «πιό γλυκειά απ’ την αμαρτία».»
    Τζουανάκος, 1955: https://www.youtube.com/watch?v=CLvJ7xsOPko

  16. cronopiusa said

    7 ΓΤ

    δεν είμαι στιχοπλόκος ν απαντήσω με στιχάκια
    μοιράζομαι τα π’ αγαπώ

    Ρεμπέτικα στον ΙΑΝΟ-13-«Ρεμπέτικο και Tango» (2η παράσταση)-Πάνος Σαββόπουλος

    Ρεμπέτικα στον ΙΑΝΟ-18-«Ρεμπέτικα και Blues» (2η παράσταση)-Πάνος Σαββόπουλος

    όταν η μουσική γράφει ιστορία

    συγνώμη για τη λιτότητα

    και πάλι

    Καλή σας μέρα!

  17. Παναγιώτης Κ. said

    Όταν δικαιώνεσαι ως προς κάποια κάποια κρίση που έκανες…
    Είχα διαβάσει λοιπόν κάποια κριτική κάποιου εκ των δύο αδελφών (κακώς που δεν πρόσεξα περισσότερο για να μπορώ να τους ξεχωρίζω) δηλαδή τι κριτική! πολεμική την λες και είχε σκεφτεί τότε: Βρε αυτός αν είχε μπροστά του τον κρινόμενο ίσως να τον έδερνε! 🙂
    Άλλο τίποτε δεν θα γράψω. Τα έγραψε πολύ καλά ο Νικοκύρης! Εξάλλου το είπαμε και άλλοτε: Μπορεί και…σφάζει με το γάντι. 🙂

  18. ΓΤ said

    @16 Είχα βάλει «φατσούλα» για να μην παρεξηγηθώ. Εγώ συγγνώμη 🙂

  19. Le Coeur Gothique said

    3) Και θυμήθηκα τώρα τον Παναγιώτη Κελεσίδη, που σε μία συνέντευξη προ αμνημονεύτων ετών (στην οποία ήταν παρών κι ένας συμπαίκτης του) έλεγε διαρκώς «ο υποφαινόμενος», κι όχι μόνον εννοούσε τον συμπαίκτη του, αλλά τον έδειχνε κιόλας μπας και δεν καταλάβουμε…

    Και κάτι σε σχέση με την χθεσινή ανάρτηση που δεν πρόλαβα να σχολιάσω.

    Την έχω εδώ και χρόνια την απορία. Ο στίχος «Χιόνια στο καμπαναριό που Χριστούγεννα σημαίνει.» εννοεί ότι τα χιόνια στο καμπαναριό σημαίνουν Χριστούγεννα ή ότι απλώς έχουν πέσει χιόνια στο καμπαναριό που έτσι κι αλλιώς αναγγέλλει με τις κωδωνοκρουσίες του την γιορτή;

  20. ΓΤ said

    @17 «κάποια κριτική»… Υπάρχει άλυσος λιβέλων απειρόκρικος…

  21. Γιάννης Κουβάτσος said

    Έπρεπε, λέει, να καταλάβει από το ύφος πως πίσω από το ψευδώνυμο κρύβεται ο Ρένος Αποστολίδης. Λες και είναι ο Καβάφης, που δεν χρειάζεται να είσαι μύστης της λογοτεχνίας για να γνωρίζεις το ύφος του. Έχω διαβάσει δύο βιβλία του Αποστολίδη (Πυραμίδα 67 και Ουλάν Μπατόρ), καθώς και κάποια διηγήματα και δοκίμιά του, αλλά δεν νομίζω πως το κείμενο αυτό είναι αντιπροσωπευτικό του ύφους του, γραπτού και προφορικού. Και θα συμφωνήσω με τον Μπετατζή: δεν είναι το ίδιο να μένεις στο Κολωνάκι (Εκάλη σήμερα) και στον Κολωνό (σταθερός αυτός), δεν μπορείς να προσλαμβάνεις το ρεμπέτικο με τον ίδιο τρόπο ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξεως. Η ζωή δεν είναι ελληνική ταινία, να τραγουδάει η λεφτού Χρονοπούλου «του αγοριού απέναντι» στο φτωχόπαιδο Γεωργίτση και να ‘ναι όλοι αντάμα μια χαρούμενη ατμόσφαιρα.

  22. ΓΤ said

    @19 Κανείς δεν απαγορεύει να υπάρχουν χιόνια σε καμπαναριό την 18η Φεβρουαρίου.

  23. Παναγιώτης Κ. said

    Δυο χρόνια αργότερα ο Μίκης έγραφε στην Επιθεώρηση Τέχνης (τ73-74 Ιανουάριος 1961) υπερασπιζόμενος τον «Επιτάφιο» του.
    «Είναι παράξενο και όμως φαίνεται ότι υπάρχουν άνθρωποι, που αν και πιστοί και τίμιοι στην υπόθεση του λαού, αγνοούν τον ίδιο τον λαό . Αυτοί, που αν τους βάλεις να ζήσουνε έστω για μια εβδομάδα μέσα σε μια συνοικία, σ΄ένα εργοστάσιο, ή σ΄ένα γιαπί, θα σκάσουν από ασφυξία. Γιαυτό και έχουν το θάρρος να προσβάλλουν τον ίδιο τον λαό. Να του αρνούνται δηλαδή τη δύναμη, την ικανότητα στο να διαλέγει κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες την πνευματική τροφή και στην περίπτωσή μας τα τραγούδια του».

    Αργότερα και κατά την όρεξη σε αυτό το πνεύμα θέλω να κινηθώ γράφοντας για το ρεμπέτικο, το λαϊκό και το δημοτικό τραγούδι!

  24. Κουτρούφι said

    #6. «Σαν να το χει γράψει ο Σακελάριος είναι (φτωχός πλην τίμιος νέος, πλούσια κοπέλα, όλοι το ίδιο είμαστε σε τούτο τον κοσμάκη κλπ).»
    Έχει και κείμενο του Σακελλάριου (1953) στη συλλογή που υπερασπίζεται το ρεμπέτικο αλλά όχι με τον τρόπο αυτό.

  25. Σ said

    Κι εμένα, όπως και στον Μπετατζή, μου φάνηκε το κείμενο του Αποστολίδη περισσότερο μια φούσκα προς εντυπωσιασμό, παρά ως βιωμένη πραγματικότητα του γράφοντος. Το γεγονός όμως ότι στο νοικοκύρη, όπως και στον επιμελητή του βιβλίου (που πολύ έχω εκτιμήσει παλιότερα ως σπαθόλουρο στο παρόν ιστολόγιο) άρεσε, με βάζει σε υποψία μήπως τελικά δεν είναι ακριβώς έτσι, μήπως υπάρχει και στο κείμενο του Αποστολίδη κάποια αλήθεια. Μένω πάντως στη δική μου αρνητική αποτίμηση.

  26. cronopiusa said

    Ο Μάνος Χατζιδάκις για το ρεμπέτικο. 50 χρόνια μετά (1989)

  27. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    25 Πρέπει να πάρουμε υπόψη και την εποχή που γράφτηκε το κείμενο και τι γραφόταν τότε για το ρεμπέτικο.

    19 Οι καμπάνες σημαίνουν [χτυπάνε] Χριστούγεννα, έτσι το καταλαβαίνω.

    14 Πρέπει να είναι πολύ καλό αυτο το βιβλίο και το αμέλησα στην πρώτη μου επιδρομή στα βιβλιοπωλεία

  28. Με το συμπάθειο αλλά δεν θεωρώ σπουδαίο το κείμενο του Δημητρίου κυρίως γιατί διαφωνώ σε κάποιες γενικεύσεις όπως π.χ. «Αλλά μόνο γιατί δεν την πρόσεξαν και γιατί της ζήτησαν ό,τι ζητούν απ’ την καθαυτό ποίηση που δεν τραγουδιέ-ται.» δηλαδή η ποίηση του Σεφέρη, δεν τραγουδήθηκε ;είναι κανείς που δεν έχει τραγουδήσει το » πάνω στην άμμο την ξανθή γράψαμε τ’ όνομά της » ;

    Προσωπικά δεν έχω τραγουδήσει ποτέ το Ερι-Ερινάκι αλλά την Ερήνη !

  29. Mπετατζής said

    Nα διευκρινίσω λίγο καλύτερα ότι η κύρια αντίρρησή μου με το κείμενο δεν είναι, ας την πούμε ιδεολογικής φύσεως, αλλά πραγματολογική, νομίζω δηλαδή ότι είναι μεθοδολογικά λάθος το κείμενο και δεν με ενδιαφέρει αν είναι βιωμένη πραγματικότητα ή όχι. Αυτά που γράφει ο συγγραφέας ταιριάζουν πιο πολύ στο λαϊκό τραγούδι (χρόνος συγγραφής 1959), με το οποίο πράγματι επιχειρήθηκε να γίνει σε ένα βαθμό όσμωση μεταξύ τάξεων, και δεν ταιριάζουν στο ρεμπέτικο, που κατά τη γνώμη μου έχει σαφείς διαφορές από το λαϊκό τραγούδι. Όσμωση με όχημα το ρεμπέτικο νομίζω δεν έγινε ποτέ παρά μόνο πρόσφατα, όταν ξαναήλθε στην επιφάνεια, αλλά πεθαμένο πλέον, ως αναβίωση. Δεν νομίζω δηλαδή ότι θα κατέβαινε ποτέ κάποιος πλουσιέξ σε τεκέ να ακούσει ρεμπέτικο, θα πήγαινε όμως όντως στις Τζιτζιφιές και αλλού, για να ακούσει λαϊκά. Ως ελαφρυντικό μπορώ να αναφέρω ότι το 1959 ίσως δεν ήταν ακόμα ξεκαθαρισμένες ούτε στο μυαλό του Αποστολίδη οι διακρίσεις αυτές. Εντύπωση μου κάνει και το ότι εκεί που λέει ότι το ρεμπέτικο μιλάει σε όλους, βάζει τη λέξη σε εισαγωγικά. Το ίδιο κάνει και εκεί που λέει ότι το ρεμπέτικο αξίζει. Σε άλλο σημείο μιλάει για το αστικό λαϊκό τραγούδι (μου φαίνεται πιο σωστό σαν ορολογία). Τώρα που το ξαναβλέπω έχω την αίσθηση ότι μιλάει γενικά για το λαϊκό τραγούδι της εποχής του και όχι για το κλασσικό ρεμπέτικο.

  30. Γιάννης Κουβάτσος said

    Γενικώς το κείμενο πάσχει από εισαγωγικομανία και αυτό προκαλεί σύγχυση στον αναγνώστη. Απ’ τα λίγα που ξέρω για το ρεμπέτικο, νομίζω πως μετά το 1950 υπήρξε κάποια αποδοχή από τη λεγόμενη αστική τάξη. Ο Χατζιδάκις άκουσε τα σχολιανά του ύστερα από τη γνωστή του διάλεξη, νομίζω;

  31. Κουτρούφι said

    #28. «…δηλαδή η ποίηση του Σεφέρη, δεν τραγουδήθηκε; είναι κανείς που δεν έχει τραγουδήσει το » πάνω στην άμμο την ξανθή γράψαμε τ’ όνομά της » ;

    Αααυτή ακριβώς ήταν η καινοτομία (αγαπημένος όρος στην Ευρωπαικής ‘Ενωση, θα το ξέρει ο Ν. Σαραντάκος) του Θεοδωράκη αλλά αυτό έγινε μερικά χρόνια, αργότερα, αφότου γράφτηκε το άρθρο του Ρ. Αποστολίδη.
    Είναι γνωστό πόσο είχε φρικάρει ο Ρίτσος όταν είχε μάθει ότι ο Θεοδωράκης θα έβγαζε τον Επιτάφιο με μπουζούκια. Μετά, βλέποντας την αποδοχή, το χάρηκε και αυτός όπως και ο Σεφέρης.

    Παλαιότερα βέβαια είχαμε κάποια ελάχιστα όπως ανθισμένες μυγδαλιές και άλλα ρομαντικά.

  32. Χαρούλα said

    Διαβάζω για «μύηση». Πρώτη σκέψη; Θα με βάλει στα μυστικά. Απογοήτευση. Υπερφίαλος τίτλος. Δεύτερη σκέψη; Μπορεί να υπάρχουν και εντελωωωώς άσχετοι. Και τότε ναι, είναι μια πρώτη μύηση στο ρεμπέτικο. Το αποδέχομαι έτσι. Εκείνο που όμως με ενοχλεί είναι η γραφή. Επιτηδευμένη. Με κόλπα και τσαλίμια, Άσχετα των μουςικών ρεμπέτικων τσαλιμιών. Με γραφή του τύπου, «εγώ ο λογοτέχνης, θα σού πώ για αυτά τα ιδιαίτερα. Εγώ το Κολωνάκι της γραφής μπορώ να συχνωτίζομαι με τον Περαία των στίχων».
    Δεν είμαι ειδική καθόλου. Απλά αυτά εισέπραξαν οι ψυχή και οι αισθήσεις μου.

  33. BLOG_OTI_NANAI said

    Μια που είναι το θέμα σχετικό, αν κάποιος ενδιαφέρεται, ανέβασα σε PDF (περασμένο από OCR) ένα χρήσιμο βιβλιογραφικό σημείωμα του Ντίνου Χριστιανόπουλου που είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό «Διαγώνιος» το 1979.

    Για βιβλιογραφική αναφορά:
    Ντίνος Χριστιανόπουλος, ‘Δημοσιεύματα για τα Ρεμπέτικα (1947-1968)-Πρώτη καταγραφή, κριτική επισκόπηση’, «Διαγώνιος» 1979.2, σ. 174-208

  34. Τεράστια η συλλογή εδώ! Φαίνεται η αγάπη σου!

  35. loukretia50 said

    Το κείμενο μου άρεσε και όπως αναφέρθηκε, ούτε κι εγώ θα αναγνώριζα το ύφος του Αποστολίδη.
    Για την ουσία δεν μπορώ να έχω τεκμηριωμένη άποψη, δεν έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα με το ρεμπέτικο , αλλά η εντύπωσή μου είναι ότι τα γραφόμενα ταιριάζουν κυρίως στο γνήσιο λαϊκό τραγούδι της εποχής του.
    Όμως όχι, δεν το βρήκα επιτηδευμένο, ούτε νομίζω πως προκαλεί σύγχυση. Και δε μ΄ενοχλούν τα εισαγωγικά.

    Χαρούλα, Γιάννη
    Μερικοί άνθρωποι και να θέλουν δε μπορούν να εκφραστούν απλά. Δεν τους έχει δοθεί τούτη η χάρη…

  36. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    32 – Χαρούλα, το βιβλίο λέγεται Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο και θεωρώ ατυχή την απόφαση του Νικοκύρη να βάλει αυτό το κείμενο του επηρμένου Αποστολίδη αλλά και σαν τίτλο του άρθρου, τελικά επισκίασε το βιβλίο και δεν έγινε καμία συζήτηση για το πολύ αξιόλογο περιεχόμενό του.

  37. cronopiusa said

  38. sarant said

    33 Μπράβο!

    36 Λες να επισκιάστηκε το βιβλίο; Κι άλλες φορές συμβαίνει να παραθέτω ένα κείμενο ολόκληρο από ένα βιβλίο που είναι συλλογή κειμένων -δεν είναι κακή μέθοδος για να πάρουμε μια γεύση, πολύ περισσότερο που το συγκεκριμένο κείμενο είχε «αναπληροφόρηση» από την πρώτη στη δεύτερη έκδοση.

  39. ΓΤ said

    Να σημειώσουμε ότι, όπως προκύπτει από Biblionet και «Πολιτεία», το βιβλίο έχει 430 σελίδες.

  40. loukretia50 said

    Στο κείμενο που παραπέμπει το σχ. 33 γράφει (σελ.8):

    10. Ρένου Η. Άποστολίδη, Πυραμίδα 67. [Πεζογράφημα]. ’Αθήνα, [1951].
    «Στις σ. 41-42 τού λυρικού αύτοΰ άφηγήματος, πού άποτελεί κάτι σαν ημερολόγιο τού συγγραφέα άπο τον έμφύλιο πόλεμο, άναφέρεται, με συναισθηματικό τρόπο, ότι τό τραγούδι «Κάποια μάνα άναστενάζει» τό τραγουδούσαν όλοι παντού, στο στρατό, στο άντάρτικο, στην εξορία, σά μιά διαμαρτυρία γιά τον πόλεμο καί σά μιά απόδειξη τής ενότητας τού λαού πέρα άπό τις ιδεολογικές του διαφορές. Πολύ άξιόλογες παρατηρήσεις.»

  41. ΓΤ said

    Απολαύστε χειρονομίες Ήρκου Αποστολίδη στο δεύτερο βίντεο (Ανθολογία Κ.Π. Καβάφη). Στο 2:44 απολαύστε ήθος: «[…] σε έναν ηλίθιο κριτικό της Αριστεράς, τον Δημήτρη Ραυτόπουλο, ζει ακόμα, δεν έχει ψοφήσει […]»!!! https://www.thokalymnou.org/2018/05/17/%CE%BF-%CE%AE%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%BD%CE%BF/

  42. ΚΩΣΤΑΣ said

    Να συγχαρώ το Σπαθόλουρο για την εξαιρετική του προσπάθεια και την ενδελεχή έρευνα για ανεύρεση και συγκέντρωση κειμένων για το ρεμπέτικο τραγούδι, αθησαύριστων και ανέκδοτων. Πάντα εκτιμούσα την ερευνητική του δεινότητα και εδώ στο ιστολόγιο.

    Επιτρέψτε μου και μια περιαυτολογία. Νιώθω το Σπαθόλουρο ως συνάδελφο «εν συγγραφή». Εξέδωσα κι εγώ το 2011 ένα βιβλίο με δημοσιεύματα που αλίευσα από μια συγκεκριμένη εφημερίδα, για ένα συγκεκριμένο τόπο και για την περίοδο 1924-1932. Αναφέρεται σε προσφυγικό συνοικισμό της Θεσσαλονίκης.

    Σπαθόλουρε, αν μας διαβάζεις, καλοτάξιδο το βιβλίο σου. Μπήκε στις προτεραιότητές μου.

  43. Για κάποιον τόσο υπέρμαχο της λεπτολογίας και της σχολαστικότητας (και τόσο επιθετικό σε όσους έκριναν λειψούς, κάτι κληρονομικό μάλλον) όντως πολύ προχειροδουλειά το κείμενο, για την ακρίβεια κείμενο κάποιου που έμαθε το ρεμπέτικο μεγάλος, από δεύτερο χέρι, και χωρίς πραγματικά να εμβαθύνει.

  44. ΣΠ said

    40
    Στην βιβλιοκρισία της πρώτης έκδοσης του βιβλίου από τον Στάντη Αποστολίδη υπάρχει και η αναφορά του Ρένου Αποστολίδη στο τραγούδι «Κάποια μάνα άναστενάζει»:
    https://www.rebetiko.gr/arthra.php?article=359

  45. loukretia50 said

    Τι όνομα είναι το Στάντης?
    Καλά, το Ήρκος – αν θυμάμαι καλά- είναι από Ηρακλής.
    (Προτεστάντης δεν παίζει μάλλον..)

  46. Χαρούλα said

    45 Λου
    Κωνστάντης ίσως; Είναι αρκετά μεγαλοπρεπές

  47. loukretia50 said

    46. Είναι το μόνο πιθανό , τώρα που το λες.
    Αναρωτιέμαι πως να έλεγαν το σκύλο τους. Τύφω ?(Τυφωεύς)

  48. BLOG_OTI_NANAI said

    Ναι, ο ένας είναι Ηρακλής, σε κάποια βιβλιογραφία αναφέρεται ολόκληρο το όνομα του και ο άλλος μάλλον από το Κων/νος. Δεν βρήκα κανέναν άλλον Ήρκο ή Στάντη που να έχει απασχολήσει την βιβλιογραφία εκτός από τα παιδιά του Αποστολίδη. Την μοναδικότητα του ονόματος την πέτυχαν πάντως.
    Υπάρχει και ένα εργαλείο «στάντης»:

  49. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    45,46 Μπράβο κορίτσια! Εδώ (και) ο (Κω)στάντης,
    (ο Ήρκος , εξ Ηρακλέους βεβαίως,βεβαίως- ο παππούς γαρ)
    http://www.24grammata.com/wp-content/uploads/2012/06/Tahinosles-www.24grammata.com_.pdf

  50. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    38 – Δεν είπα πως είναι κακή η μέθοδος Νίκο, από τα σχόλια έκρινα που μόνο τρία αναφέρονται στο βιβλίο και σχεδόν όλα τα υπόλοιπα στο κείμενο του Αποστολίδη, στον ίδιο και στον ανισόρροπο γιό του, δεν ξέρω αλλά ίσως μια άλλη επιλογή να είχε καλύτερο αποτέλεσμα, όσο για τον τίτλο του άρθρου, τουλάχιστον την Χαρούλα την παραπλάνησε «Διαβάζω για «μύηση». Πρώτη σκέψη; Θα με βάλει στα μυστικά. Απογοήτευση. Υπερφίαλος τίτλος……» γι΄αυτό και της έγραψα πως άλλο είναι το βιβλίο.
    Για να πώ την αλήθεια, περίμενα πως θα γίνουν ωραίες συζητήσεις (και με τα ανάλογα τραγούδια 🙂 ) για το ρεμπέτικο, την εποχή του, για την ζωή των συνθετών αλλά και του κόσμου που τα άκουγε η πήγαινε να τ΄ακούσει και δεν είχε φυσικά καμία σχέση με τις νερόβραστες αρλούμπες που λέει ο Αποστολίδης, αλλά δεν, φαίνεται είναι βαριά η γαλοπούλα ακόμη. 🙂

    Και τα τρία αφιερωμένα στην πατριώτισά μου Χαρούλα.


  51. Γιάννης Ιατρού said

    48: Ο Στάντης ->(εργαλείο), μάλλον από το ίστημι, ΙΕ ρίζα *stā-, γερμανικά Stand (κάτι σαν «βάθρο», Ständer -> ορθοστάτης, συνήθως και σαν 2. συνθετικό σε σύνθετες λέξεις)

  52. BLOG_OTI_NANAI said

    51: Πες το ανοιχτά: οι Ινδοευρωπαίοι ήταν Έλληνες 🙂

  53. loukretia50 said

    Ε, αν βρείτε κάπου να αναφέρεται ένας Σταμπούρλος – όχι επώνυμο – από Κων/νος, θα σας παραδεχτώ απ΄όποια ήπειρο κι αν προέρχεσθε!

  54. rizes said

    ΠΑΙΞΕ ΦΗΜΙΕ
    https://vgiannelakis.wordpress.com/2017/02/03/%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%be%ce%b5-%cf%86%ce%b7%ce%bc%ce%b9%ce%b5/

  55. Χαρούλα said

    50 ευχαριστώ μπαγιαντ…! Σόρυ ΛΑΜΠΡΟ! Να είσαι καλά! Και σύ και η οικογένεια.

  56. Corto said

    Καλησπέρα!

    Το βιβλίο του Κώστα Βλησίδη και μάλιστα στην νέα του έκδοση είναι ένα πολύτιμο πνευματικό έργο, χάρη στο οποίο αποκαθίσταται σε σημαντικό βαθμό η αλήθεια για το λίαν ενδιαφέρον ζήτημα της πρόσληψης του ρεμπέτικου τραγουδιού κατά την εποχή της δημιουργίας του και λίγο αργότερα.
    Πέραν της μεγάλης αξίας καθεαυτής της συλλογής των κειμένων, όπως και των συνοδευτικών σημειώσεων, η έκδοση είναι λίαν αξιοθαύμαστη, διότι αποτελεί τον καρπό ενός πραγματικού πνευματικού άθλου:
    Ο Βλησίδης όχι μόνο ανακάλυψε με κοπιαστική προσωπική έρευνα τα κείμενα αυτά και το ευρύτερο υλικό, αλλά επιπλέον τα δακτυλογράφησε μόνος του και έκανε επίσης μόνος του τις σχετικές διορθώσεις. Νομίζω ότι πρέπει να τονιστεί η δυσκολία της ανάγνωσης και της δακτυλογράφησης κειμένων από κακοτυπωμένα και φθαρμένα φύλλα παλιών εφημερίδων ή από χειρόγραφα αρχεία.
    Τέλος ας σημειωθεί ότι πλήθος πληροφοριών των σημειώσεων αυτής της υποδειγματικής έκδοσης (βιογραφικά στοιχεία των αρθρογράφων, ταυτότητα των σκιτσογράφων, παραπομπές σε άλλα κείμενα, στοιχεία για την Επιτροπή Συγκροτήσεως Αρχείου Εθνικής Μουσικής κ.ο.κ.) προέρχονται επίσης από προσωπική έρευνα του συγγραφέα.

    Τα κείμενα τα οποία περιλαμβάνονται στο βιβλίο αποκαλύπτουν όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο η τότε διανόηση τοποθετήθηκε έναντι του αστικού λαϊκού τραγουδιού, αλλά εξίσου (κι αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό) και την αποδοχή που είχε από τα πλατιά λαϊκά στρώματα. Κείμενα όπως αυτό του Σώτου Πετρά («Τα υπαίθρια καφωδεία…»), του Δέλτα («Στην Λεωφόρον Αλεξάνδρας…») ή του Αλέκου Λιδωρίκη («η Αθήνα μετά τα μεσάνυκτα…») αποδεικνύουν πόσο εσφαλμένη είναι η θεώρηση του ρεμπέτικου ως είδος «περιθωριακό», που δήθεν αφορούσε κατά κύριο λόγο τους ανθρώπους των τεκέδων και των φυλακών.

  57. ΓιώργοςΜ said

    51 Stand είναι και στα αγγλικά το στήριγμα κάθε είδους, χρησιμοποιείται ευρύτατα στην καθομιλουμένη, πχ το σταντ του ποδηλάτου/της μηχανής, το σταντ με τα διαφημιστικά έντυπα κλπ.
    Πιθανολογώ πως προέρχεται από τα αγγλικά ο στάντης, όπως και άλλοι όροι του χτισίματος (μόρτα<mortar η λάσπη πχ στην Κέρκυρα, όπως έμαθα πρόσφατα).

  58. ΧριστιανοΜπολσεβίκος said

    Κάτω στα ρε, βρε κάτω στα ρε, κάτω στα ρεμπετάδικα
    κάτω στα ρεμπετάδικα γένικε φασαρία
    λεξικογράφους πιάσανε
    που κάναν φασαρία

    Τα σχόλια, τα σχόλια, τα σχόλια προκύψανε
    τα σχόλια προκύψανε, βαριά βαλαντωμένα
    κι αν δεν βρεθούν δυο δίστιχα
    θα πάνε στα χαμένα

    Κυρ νικο, βρε κυρ νικο. Κυρ Νικοκύρη μη βαράς
    κυρ Νικοκύρη μη βαράς, γιατί κι εσύ το ξέρεις
    είναι οι λέξεις δύσκολες
    στη ρίμα που γυρεύεις

  59. cronopiusa said

    Ευχαριστούμε Corto

    Ευχαριστούμε Λάμπρο

    Ευχαριστούμε Σπαθόλουρε, μας λείπεις

    Ευχαριστούμε Νικοκύρη

  60. cronopiusa said

    Ευχαριστούμε Λουκρητία, Έφη-Έφη, Χαρούλα…

  61. giorgos said

    Eνα μικρό κείμενο τού Βασίλη Ραφαηλίδη
    Τέχνη μικρή και μεγάλη

    Πάρτε το απόφαση: Μία είναι η ουσία, δεν υπάρχει αθανασία, όπως λέει το λαϊκό ασμάτιο. Δυο πόρτες έχει η ζωή, άνοιξα μια και μπήκα, κι ώσπου να ‘ρθει το δειλινό, από την άλλη βγήκα, όπως λέει ένα άλλο λαϊκό ασμάτιο, καλύτερο απ’ το πρώτο. Λοιπόν, αυτά που τόσο εύκολα καταλαβαίνουν οι ταπεινοί λαϊκοί καλλιτέχνες γιατί δε λεν να τα καταλάβουν και οι λιγότερο λαϊκοί, υποτίθεται; Ψηλά το κεφάλι μελλοθάνατοι, σφυρίξτε κανένα όμορφο λαϊκό τραγουδάκι για να μη φοβάστε όπως τα παιδιά στη νύχτα, και δρόμο για το νεκροταφείο, που κάπου μας περιμένει όλους σε μια στροφή του βίου.

    Το εκπληχτικό με τη λεγόμενη «μικρή τέχνη» είναι πως αρνείται να προσφέρει παραμυθίες, κοινώς παραμυθιάσματα, και όταν χρειάζεται γίνεται σκληρή και ανελέητη. Και πιο προσγειωμένη απ’ τη λεγόμενη «μεγάλη τέχνη», που αγαπάει πολύ τις παραμυθίες, έτσι που δημιουργεί εύκολα υπαρξιακά άλλοθι. Η μικρή τέχνη μάς βάζει συνέχεια τρικλοποδιές με το χιούμορ της και την έλλειψη σοβαροφάνειας. Εκεί που πήρες φόρα και τραβάς καμαρωτός για τον Παράδεισο σαν φρεσκοσιδερωμένος Αρχιεπίσκοπος, νάσου στη στροφή ο Τσιτσάνης με το λουλά στο χέρι να σου λέει: Όταν καπνίζει ο λουλάς, εσύ δεν πρέπει να μιλάς. Και δε μιλάς για να τον ακούσεις. Και να τραβήξεις και καμιά τζούρα, αν είσαι θεργιακλής. Η μικρή τέχνη δε διστάζει να πει τα σύκα σύκα, και το χασίσι, χασισάκι ― κι οποιουνού του αρέσει.

    Τι διάολο, λοιπόν, θέλει ο κεραμοποιός και διακοσμεί το τσουκάλι όπου θα βράσουμε φασόλια; Το διακοσμημένο βάζο και το διακοσμημένο τσουκάλι ανήκουν στη μικρή τέχνη. Και είναι αυτονόητο πως ένα έξοχο κεραμικό του Βαλσαμάκη δε φκιάχτηκε με την πρόθεση να στηθεί δίπλα σ’ ένα άγαλμα του Απάρτη. Και η ωραία κυρία, η βαμμένη από δεξιοτέχνη μακιγιέρ, που κι αυτός κάνει μικρή τέχνη, αποκλείεται να στηθεί δίπλα στην Αφροδίτη της Μήλου στο Λούβρο, για να παραστήσει τη ζώσα κόπια ενός μεγάλου πρωτοτύπου.

    Τα παραπάνω σημαίνουν πως, όσο κι αν ο Τσιτσάνης είναι «ο Μπαχ της λαϊκής μουσικής», Μπαχ μια φορά δεν είναι ― κι αυτή ακριβώς είναι η διαφορά ανάμεσα στη μεγάλη και τη μικρή τέχνη. Τα μέτρα με τα οποία μετρούμε τη μικρή είναι εντελώς διαφορετικά απ’ τα μέτρα με τα οποία μετρούμε τη μεγάλη, αν και συχνά οι αδαείς, που δε γνωρίζουν πως οι χαρακτηρισμοί μεγάλη και μικρή τέχνη είναι αισθητικοί όροι, έχουν την τάση να χρησιμοποιούν τα μέτρα της μικρής για να αντιμετωπίσουν τη μεγάλη, ή το αντίστροφο. Κι έτσι, οι απαίδευτοι καταστρέφουν τη μεγάλη για χατίρι της μικρής και οι σνομπ περιφρονούν τη μικρή για να νοιώσουν μεγαλύτεροι απ’ το μπόι τους κυκλορώντας αφύσικα μέσα στη μεγάλη, ενώ η θέση τους δεν είναι ούτε στη μικρή.

    Πάντως, όποιος μπορεί τα πολλά μπορεί και τα λίγα. Όποιος μπορεί τη μεγάλη τέχνη, μπορεί και τη μικρή. Όποιος μπορεί τον Μπαχ, μπορεί και τον Τσιτσάνη. Όμως, όποιος μπορεί μόνο τον Τσιτσάνη, αποκλείεται να μπορέσει και τον Μπαχ. Το μεγάλο, άλλωστε, είναι δυνατό να εμπεριέχει το μικρό, όπως οι ταπεινές ουγγρικές λαϊκές μελωδίες εμπεριέχονται στο μεγαλειώδες έργο του Μπέλα Μπάρτοκ.

  62. BLOG_OTI_NANAI said

    Έπρεπε να προσθέσω ότι ο «στάντης» στο σχόλιο 48 είναι από κερκυραϊκό λεξιλόγιο και το έντυπο είναι του 1870. Εφόσον πέρασαν Άγγλοι από εκεί, μπορεί να είναι αγγλικής προέλευσης αν και δεν γνωρίζω τα ετυμολογικά της λέξης.

  63. loukretia50 said

    cronopiusa
    αφιέρωση, ένα τραγούδι που αγαπώ πολύ, αλλά στην εκτέλεση που προτιμάω..
    Βούλα Σαββίδη – Ρίξε τσιγγάνα τα χαρτιά

    Ο Βαμβακάρης έχει ένα τραγούδι «θάθελα νάμουν Ηρακλής»
    για΄Ηρκος… δεν το κόβω…

  64. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    58 🙂

    56 Αξίζει στο μέλλον να παρουσιαστούν και άλλα κείμενα (με λεξιλογικό, ας πούμε, ενδιαφέρον) από το βιβλίο

    41 Δεν με παραξενεύει η ασεβής αναφορά, αλλά δεν είναι στο 2.44 του βίντεο

  65. loukretia50 said

    64. και νόμιζα πως φταίει το γήρας και δεν ακούω…

  66. Θυμήθηκα μια διαφήμιση που ακουγότανε στο γήπεδο του ΠΑΟ, αρχές (ή μέσα 😉 δεκαετίας του 60 : «Σάνυο, ένα τρανζίστορ σπάνιο»

  67. loukretia50 said

    64. ξέχασα, αναφέρεται στο αμέσως προηγούμενο βίντεο

  68. sarant said

    67 Νάσαι καλά, δεν είχα προσέξει ότι το λέει για το δεύτερο βίντεο.

    Τώρα που το άκουσα συγχίστηκα -εντελώς απρόκλητη επίθεση σε μια σεβάσμια μορφή….

  69. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Καλησπέρα σας από το ξακουστό Ιλλινόϊ,

    Μπαίνω καθυστερημένα στην ανάρτηση για να εκφράσω μία απορία: Γιατί, άραγε, ο δεδηλωμένος λάτρης του Ρεμπέτικου κ. Σαραντάκος (έχει κάνει πάνω από 30 «ρεμπέτικες» αναρτήσεις στα 10 χρόνια ζωής του παρόντος Ιστολογίου…) αποκρύπτει πεισματικά από τους αναγνώστες του ότι η Ρωμέικη Αριστερά αντιτάχτηκε στο Ρεμπέτικο ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ από όσο αντιτάχτηκε η Ρωμέικη Δεξιά;

    Αντί να δώσω εγώ την απάντηση (στο γιατί η Ρωμέικη Αριστερά σιχαινόταν επί δεκαετίες το Ρεμπέτικο και γιατί το απαγόρευε στα μέλη της επί ποινή διαγραφής…), αναρτώ την απάντηση που έδωσε ο Μάνος Χατζιδάκης (Γενάρης 1966) στο 1ο τεύχος του περιοδικού «ΤΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ», που έβγαζαν από το 1952 μέχρι το 1967 οι Ρένος + Ηρακλής Αποστολίδης. Η συνέντευξις του Μ.Χ. δημοσιεύεται στον σύνδεσμο με την συνέντευξη του Ήρκου Αποστολίδη το 2012 που δίνει ο κ. Κώστας Βλησίδης στο άρθρο του κ. Σαραντάκου

  70. Γς said

    57:

    Είναι και το …

  71. Corto said

    59: Κρόνη να είσαι πάντα καλά!

    50:
    «…περίμενα πως θα γίνουν ωραίες συζητήσεις (και με τα ανάλογα τραγούδια 🙂 ) για το ρεμπέτικο, την εποχή του, για την ζωή των συνθετών αλλά και του κόσμου που τα άκουγε η πήγαινε να τ΄ακούσει…»

    Λάμπρο ποτέ δεν είναι αργά!
    Λοιπόν αν μου επιτρέπεται μία μικρή συμβολή προς αυτήν την κατεύθυνση, θα ήθελα να τονίσω (όπως και άλλες φορές) ότι μία σημαντική συνιστώσα της δημιουργίας του ρεμπέτικου τραγουδιού είναι τρόπον τινά οι λόγιες επιδράσεις που δέχτηκε. Αυτή η διάσταση συνήθως παραλειπόταν από τις παλαιότερες θεωρητικές προσεγγίσεις, οι οποίες έθεταν αυστηρά όρια μεταξύ «λόγιας» και «λαϊκής» παραγωγής (ιδίως δε ο Πετρόπουλος). Οι εργασίες του Κώστα Βλησίδη, συμπεριλαμβανομένης αυτής που σήμερα παρουσιάζεται εδώ, αποτέλεσαν το εφαλτήριο για την αναθεώρηση στην ματιά μας πάνω σε αυτήν την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πτυχή της ρεμπέτικης καλλιτεχνικής δημιουργίας.
    Με μια δόση απλούστευσης, αναφορικά με τον στίχο και μόνο, η λόγια διάσταση του ρεμπέτικου είναι είτε πρωτογενής (στιχουργήματα γραμμένα από ανθρώπους του εγγράμματου κόσμου, ας πούμε συμβατικά «μορφωμένους»), είτε δευτερογενής μέσω επιδράσεων από λογοτεχνικά δημοσιεύματα «μάγκικου» ύφους. Βέβαια το θέμα είναι τεράστιο, πολλώ δε μάλλον αν συμπεριλάβουμε στο ζήτημα και την μουσική.

    Ειδικότερα ο Ρένος Αποστολίδης όταν έγραφε το κείμενο (1959) δεν μπορούσε να γνωρίζει αυτό το σημαντική πτυχή του ρεμπέτικου τραγουδιού. Οπωσδήποτε η προσέγγισή του είναι προς την σωστή κατεύθυνση, εντός όμως κάποιου περιοριστικού πλαισίου. Βλέπει το αστικό λαϊκό τραγούδι κυρίως με διάθεση υπερασπίσεως των αυθεντικών λαϊκών εκφράσεων. Δεν ξέρω για παράδειγμα πού αναφέρεται όταν κάνει λόγο για τα ««imitation» και τα σκάρτα, και τα σαχλά». Ίσως στα αρχοντορεμπέτικα, ίσως όμως ο ίδιος να είχε θέσει κάποια δικά του όρια λαϊκότητας. .

    Γράφει (και αρκετά σωστά):

    «Πολλοί το βρίσκουν «ανήθικο». Μα σε τί; Στη λαϊκότητά του ή στην ειλικρίνειά του; Κατηγόρησαν την καταγωγή του. Πως βγήκε απ’ τον «τεκέ». Ναι· ας πούμε ότι ξεκίνησε από κει -αν κι ούτε αυτό αληθεύει εντελώς. Βγήκε και από κει.»

    Πλέον βέβαια γνωρίζουμε ότι ένα τεράστιο ποσοστό ρεμπέτικων τραγουδιών με θεματολογία υποκοσμική γράφηκε από ανθρώπους που δεν είχαν την παραμικρή σχέση με τον υπόκοσμο. Συνεπώς προκειμένου να αξιολογηθεί η ρεμπέτικη στιχουργική, η παραδοχή ή η αμφισβήτηση της καταγωγής του ρεμπέτικου από τον τεκέ έρχεται πλέον σε δεύτερη μοίρα, σε σχέση με την συνειδητή επιλογή των δημιουργών να γράφουν στίχους τέτοιας θεματολογίας. Και ακριβώς πάνω σε αυτό το ζήτημα (στην συνειδητή προτίμηση των δημιουργών για μάγκικους στίχους) θα μπορούσε να ασκηθεί η σχετική κριτική, είτε θετική, είτε αρνητική.

  72. Γς said

    70:

    Φτου! Πάλι την έκανε ο … την [μπιπ] του

    Σβήστε το γμτ!

  73. loukretia50 said

    Α, ωραία! Τώρα που συμπληρώθηκε η προσέλευση, μέρες – και νήμα – που είναι, αντίστοιχες αφιερώσεις:

    Άλλος είν΄στο Ιλ Οινόη
    Κι άλλος σέρνει το αγώι* /*με μια πιρόγα? Απ΄την υπόγα?
    Κι ένας γάτος από σόϊ
    Ας προσέχει να μην τρώει
    κάρτα – χάντρα κομπολόι * /* είναι πολλλές, τι να γίνει?
    ΛΟΥ
    Γιατί ένας καου μποϋ
    Δε γουστάρει μοιρολόι

    ΚΑΡΑΝΤΟΥΖΕΝΙ,1933, ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ https://youtu.be/s6Mmr-kDbe4

    ΣΤΗΝ ΥΠΟΓΑ, 1930, Α. ΚΩΣΤΗΣ https://youtu.be/i-sxRU7nnO0

    ΤΑ ΚΑΡΑΒΟΤΣΑΚΙΣΜΑΤΑ, 1936, ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ https://youtu.be/nRJaGczrHUw

  74. ΚΩΣΤΑΣ said

    Μιας και ο λόγος για ρεμπέτικο και πρωτότυπη έρευνα, να ρωτήσω, υπάρχουν δύο ξεχωριστά τραγούδια με τον τίτλο «ντερμπεντέρισσα;». Στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ βρίσκω το παρακάτω που αναφέρεται με τον ίδιο τίτλο:

    Επίσης, Νικοκύρη, στην ίδια στήλη «ΑΝΑΛΕΚΤΑ» βρίσκω και κάποια λεξιλογικά που μπορεί να σε ενδιαφέρουν.

    http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin_ftr.asp?c=108&pageid=-1&id=56771&s=0&STEMTYPE=0&STEM_WORD_PHONETIC_IDS=ASVAScASNASZASUASYASNASVAScASNASZASRASbASbASJ&CropPDF=0

  75. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Εμείς οι παλιοί ξέραμε πολύ καλά τον Ρένο, που ενώ ξεκίνησε ως αριστερός, κατέβηκε υποψήφιος με τους «Προοδευτικούς» του Μαρκεζίνη (σ.σ. πρό Χούντας) και υπήρξε στενός φίλος του Γεωργαλά καθόλη την διάρκεια της 21ης Απριλίου. Έτσι εξηγείται (κι όχι αυτό που λέει ο Ήρκος στην συνέντευξη του 2012, ότι τάχα δεν έστελνε τα βιβλία που εξέδιδε στην Χουντική Λογοκρισία!..) το πώς κατάφερνε ο Ρένος επί Χούντας να βγάζει τα βιβλία του χωρίς να περνάνε από την Λογοκρισία: Του τα περνούσε ο φιλαράκος του ο Γεωργαλάς, ο οποίος είχε καταφέρει (θα το θυμάται ο κ. Σαραντάκος…) να γίνει κάποιο διάστημα η «Ανθολογία» των Αποστολίδηδων και σχολικό βοήθημα επί 21ης Απριλίου!..

    Για να καταλάβετε, εσείς οι αφελείς νεώτεροι, πόθεν πήγαζε το φοβερό μίσος του Ρένου εναντίον του Κατεστημένου (εξ ού και ο χαρακτηρισμός «ο Αναρχικός της Δεξιάς» που του αποδόθηκε…) αναρτώ τί είχε αποκαλύψει ο ίδιος στην τελευταία συνέντευξη της ζωής του (το 2001, τρία χρόνια πρίν τα τινάξει…) στην «Καθημερινή», μιλώντας με τον μακαρίτη κύρ Μιχάλη Κατσίγερα: Τον αδικημένο πατέρα του τον Ηρακλή Αποστολίδη ΕΚΔΙΚΙΟΤΑΝ μιά ζωή ο Ρένος, και το χουνέρι που του είχε κάνει στο Βαρβάκειο ο τότε γυμνασιάρχης του, θρυλικός μαθηματικός Πέτρος Τόγκας…

  76. ΚΩΣΤΑΣ said

    74 επεξήγηση: έβαλα αυτούσια τα λόγια, με αντιγραφή επικόλληση, αλλά δεν βγήκαν. Ούτως ή άλλως όμως περιέχονται στο λινκ.

  77. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Ευχαριστώ θερμώς την εξαίρετη στιχουργό, κυρία Λουκρητία (73) για το υπέροχο ποίημα που εμπνεύστηκε από το καθημερινό ξεκ@λιασμα που κάνω στον σχολιαστή Ιατρού με τα αποκαλυπτικά σχόλιά μου.

    Με αποτέλεσμα, ο εν λόγω Ιατρού να σηκώνει το αγώι με την πιρόγα στην υπόγα κλπ – κλπ. μπάς και με βγάλει σκάρτο. Υπέροχο!..

  78. loukretia50 said

    Corto
    Ευχαριστούμε

    Κάποια κομμάτια έστω μόνο λόγω θεματολογίας, μπορεί να μην είχαν τη γενικότερη αποδοχή, όπως αυτό πχ

    ΤΟ ΜΙΝΟΡΕ ΤΟΥ ΤΕΚΕ, 1932, ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΛΙΚΙΑΣ

    όμως κάποια άλλα νομίζω αντέχουν και την πιο αυστηρή κριτική
    Δ. Γκόγκος(Μπαγιαντέρας) – Σαν μαγεμένο το μυαλό μου https://youtu.be/w7L00C137Ng?list=RDw7L00C137Ng

    (Αν και νομίζω ότι δεν έχετε σε μεγάλη εκτίμηση τον Πετρόπουλο, που απολαμβάνω τα κείμενά του!)

  79. Corto said

    74 (ΚΩΣΤΑΣ):

    Αν κατάλαβα καλά την ερώτηση, όχι δεν πρόκειται για δεύτερο τραγούδι (πέραν του γνωστού του Τσιτσάνη), αλλά για χιουμοριστικό ποίημα του Ασημάκη Γιαλαμά, το οποίο περιλαμβάνει ο Βλησίδης στην σελ.142 του βιβλίου.

  80. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    50 Λάμπρο,
    μερικά νεότερα μικρά άρθρα από την Ελευθεροτυπία (συχνά γίνονταν αναφορές και τ’αναζήτησα τώρα) σχετικά με το ρεμπέτικο

    -Του Δημήτρη Γκιώνη για τον(από τον) αείμνηστο Μιχάλη Παπαγιαννάκη
    http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=164869
    -Του αείμνηστου Γιώργου Ε. Παπαδάκη
    http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=52920
    -Ο Κώστας Καλαφάτης,θυμάται το Μάνο Χατζιδάκι
    «Χωρίς τον μπαγλαμά και το ασηχτήρ του μπουζουκιού, χωρίς τον χασικλίδικο καημό της μάγισσας και τον χορό μιας αλεξανδρινής φελάχας, θα ‘χαμε γίνει πρόβατα έτοιμα για σφαγή, στ’ όνομα του Πατρός, παντός υιού και κάθε μορφής έθνους». Φοβερή ρήση για τη δύναμη του λαϊκού μας τραγουδιού.
    http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=122152
    -Του Στέλιου Ελληνιάδη για τη Σωτηρία Μπέλλου
    http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=88006
    -Του Ροβήρου Μανθούλη(Ρεμπέτικος επίλογος 1992)
    http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=2014-02-07&s=o-kosmos-kat-eme—toy-rovhroy-man8o8ylh
    -Μιχάλης Γελασάκης για το «Ρεμπέτικο» του Ξαρχάκου
    http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=220304
    -Του Βασίλη Καλαμαρα για το Νίκο Μαμαγκάκη
    http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=377207
    -Του Πάνου Σαββόπουλου για το βιβλίο οτυ Χριστιανόπουλου για τον Τσιτσάνη
    http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=90483
    -Του Πάνου Σαββόπουλου
    http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=108128
    -Του Γιώργου Βιδάλη
    http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=201035

  81. ΚΩΣΤΑΣ said

    79 Ευχαριστώ, Corto. Δεν έχω πάρει ακόμη το βιβλίο του Βλησίδη, και το εύρημα μου δημιούργησε αυτή την απορία.

  82. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ρένος Αποστολίδης και ρεμπέτικο:
    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=http://pikinos.blogspot.com/2012/04/blog-post.html%3Fm%3D1&ved=2ahUKEwjo1q3R0sPfAhUFIVAKHVwaBCo4ChAWMAF6BAgJEAE&usg=AOvVaw348JOKAvStEdef9s4LzCxh

  83. Κουτρούφι said

    #76, #79. Στο link αυτό: https://docplayer.gr/56193185-Oloi-oi-rempetes-toy-ntoynia.html είναι και όλα τα στιχάκια (ενότητα 177).
    Ρε, τι ζόρι τραβάγανε με το Πασαλιμάνι τότε οι της υψηλής κοινωνίας…..

    #78. Λουκρητία, ίσως ο τίτλος είναι προκλητικός αλλά το κομμάτι δεν έχει στιχάκια. Εν πάση περιπτώσει, αυτή η συγκεκριμένη ηχογράφηση που έγινε στην Αμερική και ήλθε στην Ελλάδα άσκησε τεράστια επιρροή. Οι εταιρίες αναζήτησαν τους μπουζουκτσήδες στην Ελλάδα (στον Πειραιά, δηλαδή, με το Μάρκο και τους λοιπούς) και έκτοτε άλλαξε ο τρόπος που διασκεδάζει νεοέλληνας. Πριν από το Μάρκο ηχογράφησε και ένας Μανέτας αλλά πέρασε σχεδόν απαρατήρητος.

  84. Γιάννης Κουβάτσος said

    Άκυρο το 82, είναι το λινκ που έχει αναρτήσει ο Νικοκύρης, δεν το είχα ανοίξει.

  85. Corto said

    78 (Loukretia50):

    Να είστε καλά!
    Δεν υποστηρίζω ότι τα χασικλίδικα τραγούδια ήταν γενικής αποδοχής, αλλά ότι πολλά από αυτά γράφηκαν από ανθρώπους που δεν ανήκαν στο περιθώριο (κάποιοι εκ των οποίων κατείχαν ας πούμε «ψηλά» πόστα στον καλλιτεχνικό/ δημοσιογραφικό χώρο). Αναμφίβολα υπήρξαν πολλοί επικριτές τους και εν μέρει αυτές οι δημόσιες καταγγελίες (που ανθολογούνται εξάλλου και στο βιβλίο του Βλησίδη) οδήγησαν στην τελική απαγόρευσή τους, με την λεγόμενη λογοκρισία του Μεταξά. Μάλιστα το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί απαγορεύτηκαν, αλλά γιατί επιτρέπονταν τόσον καιρό.
    Για τον Πετρόπουλο που αναφέρατε, θα μπορούσαμε να γράψουμε πολλά πράγματα (όχι μόνον αρνητικά). Ωστόσο ομολογώ ότι δεν μπορώ να παρακάμψω το γεγονός ότι ένας (τυπικά) ξένος, ο καθηγητής Βάλτερ Πούχνερ μάς τιμά με το έργο του, προσφέροντας τόσα πολλά στην ελληνική λαογραφία και ο Πετρόπουλος προβαίνει εναντίον του με χαρακτηρισμούς του τύπου: «…τα πανεπιστημιακά καθάρματα, στα οποία προσετέθη κι ένας βιενέζος γερμαναράς…»

  86. ΚΩΣΤΑΣ said

    83 Ευχαριστώ και σένα, Κουτρούφι. Τώρα τα είδα όλα και ενημερώθηκα πλήρως.

  87. Corto said

    83β (Κουτρούφι):
    Πολύ εύστοχη τοποθέτηση.

  88. loukretia50 said

    83. το διάλεξα γιατί μου αρέσει, γιαυτό δεν έγραψα «τραγούδι», αλλά εννοούσα γενικά παρόμοια θέματα.
    Έχω ακούσει ηχογραφήσεις που έγιναν στην Αμερική, όπως «TA MORTIKA» που τώρα δε βρίσκω, ή αυτό που είχε λέει αρχικό τίτλο «Ουέστ» και έγινε «ΤΟ ΤΟΥΣΤ» !!! https://youtu.be/L3uqH2E4uI0

  89. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    ΙΔΟΥ ένα μεζεδάκι ολκής από την συνέντευξη που είχε δώσει στις 5 Ιούνη 2016 στον Λάμπη Ταγματάρχη (ΕΡΤ-2) ο κορυφαίος Έλλην βιολιστής Λεωνίδας Καβάκος (σ.σ.: κάργα ελληνόψυχος και οπαδός της Πατρώας Θρησκείας του Δωδεκαθέου…). Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, ο Καβάκος πιστεύει ότι το «άθλος» είναι αναγραμματισμός του «λάθος», όπερ δείχνει το μεγαλείο της Θείας Ελληνικής Γλώσσης, γιατί μάς διδάσκει πως για να κάνουμε άθλους, πρέπει να διορθώσουμε τα λάθη μας!..

    Το βίντεο πάει μόνο του στο επίμαχο σημείο 3:13…

    ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΒΑΚΟΣ: «Το λάθος, το οποίο είναι αναγραμματισμός του λάθος, έτσι; Για να λέμε και για την Ελληνική Γλώσσα την ΠΑΝΣΟΦΗ…»!

    http://www.youtube.com/watch?time_continue=53&v=RPYDsTTA-fM#t=3m13s

    Στο ίδιο αυτό ιστορικό βίντεο του Ιουνίου 2016 (στο 5:05 με 5:32) ο ελληνόψυχος Καβάκος κράζει άγρια το Ρεμπέτικο ως προϊόν της απόλυτης παρακμής, λέγοντας επί λέξει…

    ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΒΑΚΟΣ: «Θεωρώ ότι η ψυχολογική επίδραση που έχει το κείμενο ενός Δημοτικού Τραγουδιού, είναι μία ψυχολογική επίδραση ΑΝΑΤΑΣΗΣ. Η ψυχολογική επίδραση που έχει το κείμενο ενός ρεμπέτικου τραγουδιού ή λαϊκού, είναι μία ψυχολογική επίδρασις ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ»!..

  90. loukretia50 said

    Και η επίδραση άλλων παραγόντων με δυσάρεστες συνέπειες ¨
    ΑΔΥΝΑΤΙΣΑ Ο ΚΑΫΜΕΝΟΣ, 1931, Κ. ΚΩΣΤΗΣ https://youtu.be/k_38FH4qTMo

  91. loukretia50 said

    και μια παραλλαγή γνωστού, δεν ξέρω ποιά είναι η αυθεντική..
    Ο ΤΣΑΚΑΤΣΟΥΚΑΣ, 1931, ΠΕΤΡΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟ https://youtu.be/HbARDgCR5T4

  92. Χαρούλα said

    Λάμπρο προσπάθησες να ευθυγραμμήσεις την κουβέντα, αλλά τον Corto μας, χρειαζόμασταν τελικά! Και να περάσει και η ώρα. Μετά τις 9, (κσι καναποτηράκι🍷βοηθάει), μπήκαμε στον δρόμο τον σωστό! Κουβεντούλα με ουσία! Ευχαριστώ για τα λινκ, όλους σας.

  93. Πρωινές παρατηρήσει επί σχολίων και σχολείων (σχολών)

    Τον Τόγκα δεν τον πρόλαβα αλλά είχα ακούσει από τους μεγαλύτερους πως τα περιβόητα βοηθήματα ασκήσεων τα είχαν γράψει διακεκριμένοι μαθητές του στους οποίους έδινε τις ασκήσεις σαν κατ’ οίκον εργασία. Για τον Μάζη που πρόλαβα σαν διευθυντή και τις σχολικές φυσικές…άστο καλύτερα.

    Ο Πετρόπουλος είναι από τους αγαπημένους μου. Γιατί δεν είναι ποτέ πιο σπουδαίο αν η έρευνα που κάνεις είναι τέλεια ή όχι από τον τρόποπου την παρουσιάζεις. Ο Πετρόπουλος είχε το καλλιτεχνικό μέσα του το οποίο σκοτώνεται όταν ψάχνεις την λεπτομέρεια, ολόιιδια σαν να κοιτάζεις έναν πίνακα του Μαρκ Σαγκάλ με μεγενθυντικό φακό ή ακόμη τμηματικά χάνοντας το όλον.

    Ο Πετρόπουλος θεωρούσε καλύτερο ποίημα που γράφτηκε ποτέ την φράση «Ελα με το μουνί σου». Ουδεμία άλλη λεπτομέρεια συγκρίνεται με αυτό.

  94. Alexis said

    Καλημέρα.
    Το βιβλίο του Κώστα Βλησίδη φαίνεται πολύ ενδιαφέρον, η άρτια και επιμελημένη δουλειά είναι δεδομένη για μένα, αν κρίνω από την παρουσία του και τη συνεισφορά του εδώ.
    Το κείμενο του Αποστολίδη μου φάνηκε απλοϊκά ισοπεδωτικό. Θα συμφωνήσω εδώ με την προσέγγιση του Μπετατζή (σχ. 6, 29) και του Γιάννη Κουβάτσου (σχ. 21).
    Προσεγγίζει με έναν εντελώς επιφανειακό τρόπο το φαινόμενο «ρεμπέτικο» με στερεότυπα που έχουμε να συνηθίσει να βλέπουμε στις παλιές ελληνικές ταινίες αλλά που δεν είναι αντιπροσωπευτικά της πραγματικής ζωής.
    Ο πραγματικός κόσμος ήταν αρκετά πιο πολύπλοκος και απίστευτα πιο σκληρός από αυτό που περιγράφει ο Αποστολίδης.
    Ο κόσμος δεν ήταν (ούτε υπήρξε ποτέ) μανιχαϊστικά μοιρασμένος σε «φτωχά λεβεντόπαιδα» και «κακομαθημένους τζιτζιφιόγκους».
    Και ας μην ξεχνάμε ότι η εποχή που γράφτηκε το άρθρο είναι η εποχή της κατεξοχήν κινητικότητας και ώσμωσης μεταξύ των υποτιθέμενων κοινωνικών τάξεων στην Ελλάδα (ποιων τάξεων; στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ πραγματική αστική τάξη).
    Είναι η εποχή που ο φτωχός αλλά δουλευταράς οικοδόμος γίνεται εργολάβος, μετακομίζει στο Κολωνάκι, πετάει την τραγιάσκα και φοράει γραβάτα, προσπαθώντας να μιμηθεί τους πλούσιους της «καλής κοινωνίας».
    Μέσα σε όλον αυτό τον ορυμαγδό τα όρια μεταξύ «λαϊκού» και «λόγιου» φαντάζουν, ειδικά στη μουσική και το τραγούδι, ολοένα και πιο αχνά, πιο συγκεχυμένα, πιο δυσδιάκριτα…

  95. Alexis said

    Oh my God! Σεντονάκι βγήκε…
    Δεν αισθάνομαι πολύ καλά… Κάθομαι και γράφω μίνι κοινωνιολογική ανάλυση οχτώ η ώρα το πρωί…:lol:

    Πάω να φτιάξω έναν καφέ να συνέλθω…

  96. Alexis said

    …και σκότωσα και τη φατσούλα! Ο καφές που λέγαμε… 🙂

    Σε όσους πιστεύουν ότι υπάρχουν «στεγανά» και αυστηρή διάκριση μεταξύ των μουσικών ειδών, αφιερώνω το παρακάτω τραγουδάκι (τραγουδάρα in fact) του Μάρκου.
    Δεν είναι το μόνο ασφαλώς, αλλά επέλεξα ειδικά αυτό γιατί ο Μάρκος θεωρείται από όλους ο πιο γνήσιος, ο πιο αυθεντικός εκπρόσωπος του ρεμπέτικου, κάτι σαν «πατριάρχης» του είδους.
    Σε ποιο μουσικό είδος θα κατέτασσαν αυτό το τραγούδι;
    (Και δώστε βάση στη δεύτερη γυναικεία φωνή, Έλλη Πετρίδου λέγεται… )

  97. sarant said

    Καλημέρα από εδώ. ωραία νυχτερινή συζήτηση έγινε

    74 Κώστα, η ντερμπεντέρισσα από το Κολωνάκι είναι επιθεωρησιακό κομμάτι του Ασημάκη Γιαλαμά και πρέπει να υπάρχει στο βιβλίο του Βλησίδη.

    79 Α μπράβο -και με αριθμό σελίδας.

    80 Μπράβο Έφη, χρήσιμο

    85 Ο Πούχνερ έχει προσφορά πολύτιμη.

    96 Ρεμπέτικη καντάδα

  98. cronopiusa said

    λιακάδα σήμερα, και το ρεμπέτικο βραδινό είναι

    Καλή σας μέρα!

  99. basilis said

    Γιάννη Κουβάτσε,δίδασκες στο 55 δημ.σχολείο.

  100. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    – Το βιβλίο του Κ. Βλησίδη το περιμένω…

    – Το άρθρο του Π. Δημητρίου σχολιάστηκε αρκετά – και με τους περισσότερους συμφωνώ (π.χ. #21, 94 κ.ά). Κάνει ορισμένες διαπιστώσεις (εμπλουτισμένες με λογοτεχνικά στολίδια), θέτει μερικά σχετικά ζητήματα, αλλά νομίζω ότι η όλη προσέγγιση είναι ελλιπής και επιφανειακή και με ερμηνείες κάπως αλλοπρόσαλλες. (Αν προκληθώ θα προβώ σε αποκαλύψεις…). Πρέπει να παραδεχτούμε, ωστόσο, ότι η τελευταία παράγραφος είναι πράγματι προφητική.

    – Συμπληρωματικά με όσα παραθέτει στο #80 η ΕΦΗ-ΕΦΗ: Μια, μετά το 1959, τεκμηριωμένη και νηφάλια προσέγγιση συνολικά για το δημοτικό-ρεμπέτικο-λαϊκό τραγούδι (με κάποια, ίσως, κενά κι αυτή) του Τάσου Βουρνά μπορεί να βρει κανείς στο
    http://www.rebetiko.gr/arthra.php?article=76

  101. Reblogged στις Trimithiotis – Gerolakkos – Cyprus.

  102. π2 said

    Δεν ξέρω πολλά για το ρεμπέτικο, ξέρω όμως καλά από φίλο μανιώδη συλλέκτη και καταγραφέα ότι υπήρχε (μέχρι πρότινος τουλάχιστον) ένα βασικό κενό στην απαραίτητη προϋπόθεση μιας σοβαρής μελέτης του είδους: την πλήρη και τεκμηριωμένη καταγραφή της σχετικής δισκογραφίας. Έχω την εντύπωση ότι ο λόγος που πολλά από τα κείμενα για το ρεμπέτικο δείχνουν επιφανειακά είναι ακριβώς το γεγονός ότι προέρχονται από προσωπικές, ιμπρεσιονιστικές θεωρήσεις του είδους.

  103. Theo said

    Καλημέρα!

    Μόλις διάβασα την ανάρτηση (ευχαριστώ σε, ω Νικοκύρη!) και τα σχόλια.

    Πρώτα, κάποια λάθη του OCR:
    Τζιτζιφιές, όχι «Ίζιτζιφιές».
    λόγω, όχι «λόγψ».

    Ενδιαφέρον το κείμενο του Αποστολίδη. Αν και εν πολλοίς ρομαντικό, απλουστευτικό και «συγκαταβατικό» (ενός διανοητή που κάνει τη χάρη να υπερασπιστεί μια μορφή λαϊκής διασκέδασης), αποτελεί μια από τις λίγες προσπάθειες ενός λόγιου να αναδείξει το ρεμπέτικο σε μιαν εποχή που δεν υπήρχαν πολλές φωνές υπέρ του στον χώρο της διανόησης.
    Νομίζω, λοιπόν, πως πρέπει να το δούμε και να το εκτιμήσουμε στα πλαίσια της εποχής του, όχι με τα σημερινά κριτήρια.

    Όσο για τη σχέση του με τον Γεωργαλά και τη μακρά φιλία τους, το καυχιέται στη συνέντευξη που του πήρε (https://www.youtube.com/watch?v=QR2WiaUxQzw), όπως καυχιέται πως έβαλε τον Γεωργαλά να μεσολαβήσει στην Ασφάλεια την επαύριο της 21-4-1967 υπέρ του Χάκκα, του Μποστ και άλλων (κι αυτούς με πολλή «συγκατάβαση» και ειρωνεία τους αντιμετωπίζει»), ενώ ρίχνει και τόνους λάσπης εναντίον άλλων λογίων (Δημήτρη Χατζή, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, Στρατή Μυριβήλη, Βάσου Βασιλείου…) αλλά και ψευδολογεί ασύστολα για τον Σεφέρη, ισχυριζόμενος πως ήταν λογοκριτής του Μεταξά. Κάποιο σύμπλεγμα θα είχε απέναντι σε συγγραφείς που δεν έφτανε ούτε τα παπούτσια τους να γυαλίσει.

    Θα ήταν ένας αξιόλογος φιλόλογος ο Αποστολίδης αν δεν είχε την τάση να ρίχνει τόση χολή επί δικαίους και αδίκους, νομίζοντας πως έτσι προβάλλει τον εαυτό του. Δυστυχώς.

  104. Corto said

    102 (Π2):

    «…ένα βασικό κενό στην απαραίτητη προϋπόθεση μιας σοβαρής μελέτης του είδους: την πλήρη και τεκμηριωμένη καταγραφή της σχετικής δισκογραφίας»

    Σίγουρα δεν υπάρχει πλήρης καταγραφή, εξάλλου κάποιοι δίσκοι που γνωρίζουμε ότι ηχογραφήθηκαν ενδεχομένως να μην βρεθούν ποτέ. Ωστόσο πλέον είναι στην διάθεσή μας τόσο μεγάλο ποσοστό των ηχογραφήσεων και τόσες πολλές ευρύτερες πληροφορίες (αυτοβιογραφίες, μαρτυρίες, αρχεία, δημοσιεύματα κλπ) ώστε είναι απαράδεκτο να διαιωνίζονται κάποια λάθη ή διαστρεβλωμένες αντιλήψεις.
    Όπως είχα ξαναγράψει σε παλαιότερο σχόλιο, είδαμε πρόσφατα να κυκλοφορεί μαζί με γνωστή εφημερίδα ένα βιβλίο με τον τίτλο «Ρεμπέτικο». Στην έκδοση αυτή δημοσιεύονται δύο σημαντικά κείμενα του Βλησίδη (αξίζει να γίνει ειδική αναφορά σε αυτά κάποια στιγμή) και άλλα ενδιαφέροντα άρθρα και υλικό. Κι όμως δίπλα σε αυτά, οι επιμελητές της έκδοσης επέλεξαν να συμπεριλάβουν και ένα ανώνυμο κείμενο το οποίο διαστρεβλώνει και παραμορφώνει απολύτως την αλήθεια για την ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού…

  105. ΣΠ said

    89 Το λάθος, το οποίο είναι αναγραμματισμός του λάθος

    Ο Μέφρι ξανακτύπησε.

  106. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Κύρ Σταύρο (105), χαλάλισες ένα σχόλιο για να εντοπίσεις ένα λάθος πληκτρολογήσεως (λάθος αντι άθλος) στην απομαγνητοφώνηση του Καβάκου, αλλά δεν βγάζεις άχνα για την δήλωση του Μάνου Χατζιδάκη περί Αριστεράς + Ρεμπέτικου και αταλαντοσύνης των αριστερών συνθετών (σχόλιο 69), την οποία αποκρύπτουν επί 10 χρόνια ο κ. Σαραντάκος στις 30 αναρτήσεις του για το Ρεμπέτικο και ο ρεμπετολόγος του Ιστολογίου κ. Κόρτος. Γιατί, άραγε, κύρ Σταύρο μου; Τόσο πολύ σε πόνεσε η δήλωση του Χατζιδάκη το 1966;

  107. Γιάννης Ιατρού said

    106: Α, τώρα είναι λάθος πληκτρολογήσεως μόνο, αλλά προχθές που έγραφες Έγραψε «Σραντάκος» στον τίτλο του σημερινού βίντεο αντί για «Σαραντάκος», αλλά τελικά το διώρθωσε… ήταν άλλο πράμα, ε;
    Και το «διώρθωσε» το γράφεις και με ω(μέγα), ξεφτίλα μεγάλη, που μας κάνεις και τον κλασικιστή…!
    Η γκαμήλα βλέπει τις καμπούρες των άλλων και όχι την δική της!

    77β: …μπάς και με βγάλει σκάρτο…, βλέπεις; Δεν θέλει και πολύ κόπο!

  108. ΣΠ said

    106
    Γιατί να με πονέσει, ρε Γιακουμή; Αριστερός συνθέτης είμαι;

  109. π2 said

    104: Δεν αντιλέγω, απλώς δεν μιλάω για τη δευτερογενή βιβλιογραφία (απομνημονεύματα, αναλύσεις κλπ.) αλλά για τα βασικά δεδομένα. Μου έλεγε ότι κατά τη συγκρότηση της θηριώδους βάσης δεδομένων που έχει, του είχε κάνει τρομερή εντύπωση ο αριθμός των λαθών στα realia (πρώτη εκτέλεση, δισκογραφική εταιρία, συντελεστές κλπ.) που έβρισκε ακόμη και σε υποτιθέμενους σοβαρούς μελετητές του είδους.

  110. sarant said

    103 Θα συμμεριστώ την άποψή σου για τον Αποστολίδη (τον Ρένο). Υπάρχουν βέβαια πολλοί που πίνουν νερό στο όνομά του, πρέπει να είχε μιαν άλω στην προσωπική γνωριμία. Τα βίντεό του όμως τα βρίσκω αποκρουστικά, στάζουν χολή.

  111. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Επιτρέψτε μου μερικά πρόσθετα.

    #78 και 83β: Πράγματι το αριστουργηματικό, και ως σύνθεση και ως εκτέλεση, ’’Μινόρε του τεκέ’’ άσκησε τεράστια επιρροή τότε. Ο Γ. Παπαϊωάννου λέει ότι όταν το άκουσε από δίσκο γραμμοφώνου τού άρεσε τόσο πολύ ο ήχος που αμέσως παράτησε το μαντολίνο και ασχολήθηκε πλέον με το μπουζούκι.
    Ο Παναγιώτης Τούντας – παντοδύναμος διευθυντής της Columbia τότε – πήρε τη μελωδία του ’’Μινόρε του τεκέ’’ (ακριβώς την εισαγωγή και το ρεφρέν και ελαφρώς αλλαγμένο το κουπλέ), έβαλε στίχους και το κυκλοφόρησε το 1939 ως δικό του, με τίτλο «Το μινόρε της ταβέρνας»…
    Μπουζούκι : Βασίλης Τσιτσάνης. Κιθάρα : Κώστας Καρίπης

    #89 (τέλος): Δεν μπορώ να φανταστώ τον Λεων. Καβάκο – διακεκριμένο σολίστα και μαέστρο, με πολυετείς μουσικές σπουδές – να εκφέρει τέτοιες στενόμυαλες κρίσεις. Εκτός κι αν έχει κάποιο «κόλλημα» που δεν τον αφήνει να δει πέρα από την άκρη του βιολιού του…

    #93: Αααα, γι’ αυτό τα λυτήρια του Τόγκα είχαν πολλά λάθη ή/και πολύπλοκες λύσεις σε ορισμένες απλές ασκήσεις. Βέβαια, τα βιβλία του ήταν τότε (δεκαετία του 60) ιδιαίτερα δημοφιλή και πραγματικά «άφησαν εποχή».

  112. Γιάννης Ιατρού said

    111γ: Κάτι έχουμε φυλάξει… 🙂

  113. Κ. Καραποτόσογλου said

    στάντης – στάτης – στάτζος

    «σ τ ά ν τ ης ο· εν Φιλοτίῳ Νάξου όρθια ξυλίνη ράβδος, εφ᾽ής στηρίζεται η τ ρ ά π ε ζ ο του ανεμόμυλου· βλ. και σ τ ά τ ζ ο ς και σ τ ά τ η ς.

    σ τ ά τ ζ ο ς και σ τ ά τ η ς ο· κάθετον χονδρόν ξύλον εν τω δευτέρῳ ορόφῳ του ανεμομύλου, εις την οπήν του οποίου εισέρχεται το χονδρόν δοκάρι του πατώματος του ανωγίου, το υποστηρίζον την τ ρ ά π ε ζ ο του μύλου.

    τράπεζα, τραπεζά, τράπεζο, τραπεζωτή η· οριζόντιον ξύλον, ευρισκόμενον εις το π α τ ά ρ ι (δεύτερον οροφον) του ανεμόμυλου· επ᾽ αυτού στηρίζεται ο άξων της μυλόπετρας. Εν Κρήτῃ η τ ρ α π ε ζ ά είναι μακρόν ξύλον τα άκρα του οποίου στηρίζονται εις τους αντιμέτωπους τοίχους του ανεμόμυλου. Εις το μέσον της τραπεζάς στηρίζεται η σ κ ο ύ φ ι α».

    Από το στάτης έχουμε το στάντης, με την ανάπτυξη αλόγου ενρίνου.

    Δ. Οικονομίδη, «Οι παραδοσιακοί αλευρόμυλοι», Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας, τ. 25 (1977/80) 226, 230.

    Κ. Καραποτόσογλου

  114. BLOG_OTI_NANAI said

    113: Σχόλιο χρήσιμο όπως πάντα!

  115. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    (114): Τα 5 δικά μου σχόλια των τελευταίων 15 ωρών που σε ξεστραβώσανε, δεν ήσαν χρήσιμα κ. Blog; Κάτσε και μέτρα:

    1. Βλάσιος Φειδάς και ο φασιστικός αποκλεισμός του ελληνόψυχου Αρείου από την εν Νικαία Σύνοδο του 325 μ.Χ.
    2. Ρουμάνα η «Ελληνίδα» πορνοστάρ Ίννα Ιννάκι που δοξάζει την Ελλάδα. Ελληνίδα είναι η διάσημη Αμερικανίδα πορνοστάρ Sasha Grey, που τάχα δολοφόνησαν οι Ουκρανοί νεοναζί
    3. Ο πρώτος που κατέγραψε τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα του αγίου Βασιλείου ήτο ο Γερμανός Arnold Passow, διότι οι Ρωμιοί λαογράφοι ηυνανίζοντο το 1860.
    4. Ότι ο Αλέξιος Τσίπρας είναι πραγματικός δημοκράτης γιατί επιτρέπει στους αντιπάλους του να γράφουν υβριστικώτατα σχόλια κάτω από τα tweets του, χωρίς να μπανάρει κανέναν
    5. Ότι η πετυχημένη μπολσεβίκικη συνταγή «Όποιος δεν συμφωνεί μαζί μας, είναι Φασίστας» είναι κατευθείαν κλεμμένη από τα λόγια του Χριστού μας στο κατά Ματθαίον και κατά Λουκά « ὁ μὴ ὢν μετ᾿ ἐμοῦ κατ᾿ ἐμοῦ ἐστί»

    και τόσα άλλα που δικαίως με έχουν κατατάξει σαν τον πολυτιμώτερο σχολιαστή του παρόντος Ιστολογίου για το σωτήριον έτος 2018…

  116. BLOG_OTI_NANAI said

    Επίσης σχετικό με το Ρεμπέτικο, σε PDF (περασμένο από OCR) το άρθρο του Φοίβου Ανωγειανάκη από την «Επιθεώρηση Τέχνης» του 1961.

    Για βιβλιογραφική αναφορά:
    Φοίβος Ανωγειανάκης, ‘Για το Ρεμπέτικο τραγούδι, σύντομες γενικού περιεχομένου θέσεις’, «Επιθεώρηση Τέχνης» 79 (1961), σ. 11-20

  117. leonicos said

    δ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: