Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Τα σαράντα του καρεκλά (διήγημα του Αλέξανδρου Υδάτη)

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2021


Ο φίλος μας ο Κώστας μού έστειλε ένα διήγημα γραμμένο από έναν φίλο του και συμπολίτη του (με την παλιά έννοια της λέξης), του Αλέξανδρου Υδάτη. Ο Υδάτης (είναι ψευδώνυμο βέβαια) κατοικεί στους Αμπελοκήπους Θεσσαλονίκης αλλά πρέπει, όπως και ο Κώστας, να έχει καταγωγή από τη Θεσσαλία -ή τουλάχιστον το διήγημα εκεί εκτυλίσσεται, σε ένα κεφαλοχώρι του νομού Λαρίσης.

Θα μπορούσαμε ίσως να προσδιορίσουμε ακριβέστερα τον τόπο, από την αναφορά στο «πλατάνι του Καραγάτση» που υπάρχει στο διήγημα, αν θεωρήσουμε ότι εννοείται το πλατάνι στην πλατεία της Ραψάνης με την προτομή του Μ. Καραγάτση. Ταιριάζει και το πολύ καλό κρασί του χωριού. Αλλά το όνομα της εκκλησίας είναι άλλο. Τέλος πάντων, πρόκειται για λεπτομέρεια. Στάθηκα στη λεπτομέρει αυτή, επειδή ο Κώστας μου είπε πως το διήγημα έχει κάποια πραγματικά στοιχεία, ανάμεσά τους και στην επιλογή του τόπου.

 

ΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΑΡΕΚΛΑ

Περασμένα μεσάνυχτα, τι μεσάνυχτα – σκέφτηκε με κόπο – ποιος ξέρει τι ώρα είναι… δυο, τρεις ώρες πριν το ξημέρωμα… ο τραχανάς άχνιζε μπροστά του… κάποιος του γέμισε το ποτήρι με άλικο κόκκινο μπρούσκο κρασί… του ‘ρθε μιαν αηδία στη σκέψη να πιει κι άλλο… καλύτερα να ‘τρωγε τον ζεστό τραχανά… μπορεί να έστρωνε το στομάχι του, που ‘ταν σαν τσαρούχι. Λένε ο τραχανάς είναι σαν τον πατσά… άμα έχεις πιεί πολύ κι ανακατεύεσαι απ’ τη ζαλάδα, ο πατσάς είναι ό,τι πρέπει να σε στρώσει… έτσι κι ο τραχανάς. Η ζαλάδα κι η θολούρα στο κεφάλι του… πολλή ζαλάδα – πολλή θολούρα… έμοιαζε σαν να τον είχε πλακώσει το βαρύ μαύρο σύννεφο. Σαν εκείνο το ίδιο που χάζευε αρκετές ώρες νωρίτερα, βλέποντας απέναντι την κορυφή του Κίσσαβου… το βαρύ μαύρο σύννεφο είχε κάτσει ακίνητο σαν σομπρέρο πάνω στην κορυφή. Σαν εξωγήινο διαστημόπλοιο… ρε μπας και ήταν;

Έβαλε στο στόμα την πρώτη κουταλιά. Κι ένιωσε τον ζεστό καλοβουτυρωμένο τραχανά να κατεβαίνει στο ταραγμένο στομάχι, θερμαίνοντας καταπραϋντικά τον οισοφάγο και τα στήθια του. Σήκωσε το κεφάλι, έψαξε με το βλέμμα τριγύρω κι είδε απέναντι στην πόρτα της κουζίνας την Σούλα. Να στέκεται αμήχανη. Σκέφτηκε να την ευχαριστήσει και να της παινέψει, όχι μονάχα την ιδέα της, να τους έχει ετοιμάσει τον τραχανά με την επιστροφή τους, αλλά και το πόσο νόστιμο τον είχε φτιάξει. Όμως η Σούλα, έστεκε φανερά αγχωμένη, στεναχωρεμένη και μισοκλαμένη, με τα μεγάλα μάτια της γιομάτα αχρείαστη απόγνωση. Έχοντας φράξει με την παλάμη το στόμα της, κοίταγε τον άντρα της τον Νικόλα με απελπισία. Ολάκερη ήταν μεταμορφωμένη σ’ ένα αναπάντητο γιατί. Νευρίασε που την είδε έτσι. Στο θολωμένο του μυαλό δεν ήξευρε τι έπρεπε ν’ αποφασίσει. Να της δώσει συγχαρητήρια για τον θεραπευτικό τραχανά ή να της εξηγήσει ότι όλη η στάση της απόψε ήταν και παραήταν ανώφελα υπερβολική;.

Κοίταξε τους τριγύρω συνδαιτημόνες στο μεγάλο τραπέζι. Είχαν πέσει σιωπηλοί πάνω στα πιάτα τους. Μονάχα ο Δημητρός δεν έτρωγε και κάπνιζε σκυθρωπός, εξουθενωμένος απ’ το πιοτί. Οι δυο οργανοπαίχτες, το ούτι και το κλαρίνο – αλήθεια πώς είπαμε πως τους λένε…- έμοιαζαν πιο στέρεοι. Αριστερά στον καναπέ, πίσω απ’ τον ατάραχο Νικόλα είδε την Ελένη τη γυναίκα του. Καθιστή κι αμίλητη να τον παρατηρεί με τα χείλη νευρικά σφιγμένα. Είχε φορέσει το δωρικό ύφος του εισαγγελέα υπηρεσίας, που μαζεύει, υπομονετικά, στοιχεία, για να σε στείλει μια και καλή στο απόσπασμα.

—    Σούλα! Κατόρθωσε πνιχτά να φωνάξει.

—    Ναι, γιε μ’; απάντησε καλοσυνάτα, ξαφνιασμένη η νύφη του.

—    Ωραίος τραχανάς! της δήλωσε ικανοποιημένος… — και ό,τι πρέπει για τέτοια ώρα και τέτοιο στομάχι.

—    …και για τέτοια μυαλά! Πέταξε πικρόχολα, μη χάνοντας την ευκαιρία η οιονεί εισαγγελέας συμβία του.

Τότε ακριβώς και πριν προλάβει ν’ απαντήσει ακούστηκε κάποιος να χτυπά την οξώπορτα πίσω του.

—    Μη χειρότερα, ακούστηκε η φωνή του Νικόλα ξαφνιασμένη. —Ποιος είναι τέτοια ώρα; και συνέχισε προσπαθώντας να εγερθεί: —Εμπρός! Περάστε!

Η πόρτα άνοιξε, μιας και το κλειδί ήταν πάντα πάνω στην κλειδαριά. Όμως δεν γύρισε να ει, αδιαφορώντας. Αυτό του ’λειπε! Να παραταθεί κι άλλο τ’ αποψινό ξενύχτι! Συνέχισε να τρώει τον τραχανά, με σκοπό να βιαστεί να ξαπλώσει και να κοιμηθεί. Που τόσο πολύ το ’χε ανάγκη. Άλλωστε η πόρτα του δωματίου του ήταν δυο βήματα ακριβώς δίπλα κι εύκολα και χωρίς κόπο θα την έπεφτε για ύπνο.

Οι νιοφερμένοι επισκέπτες ήταν τρείς νεαροί. Δυο απ’ αυτούς ήταν χωροφύλακες. Φόραγαν τις στολές υπηρεσίας με τα πιστόλια να κρέμονται επιδεικτικά στις ζώνες. Ο τρίτος ήταν με πολιτικά και μάλλον ήταν ο επικεφαλής τους. Ένας φαλακρός νεαρός με κατάμαυρο παχύ μουστάκι. Μάλιστα ήταν κουστουμαρισμένος στην πένα. Τι περίεργο! Τέλειωσε το πιάτο του καθώς γίνονταν οι συστάσεις. Από ευγένεια, κάθισε και περίμενε για λίγο, πριν δραπετεύσει στο δωμάτιο. Ο φιλόξενος Νικόλας τους έβαλε να κάτσουν στο μεγάλο τραπέζι, δίνοντας εντολή στη Σούλα να φτιάξει κι άλλο τραχανά. Γιόμισε τα ποτήρια τους με κρασί απ’ τη νταμιτζάνα με το ψάθινο πλεκτό περίβλημα και τα σήκωσαν όλοι προς υγείαν όλων. Έφερε το ποτήρι μέχρι τα χείλη αλλά δεν δοκίμασε να πιεί. Επειδή ήταν βέβαιος πως αν έπινε άλλο ένα ποτήρι, τα μαλλιά της κεφαλής του κινδύνευαν ν’ αρπάξουν φωτιά! Να λαμπαδιάσουν, καθώς το αλκοόλ που εξατμίζονταν από πάνω του παραήταν αρκετό. Έτσι, σηκώθηκε με κόπο, καληνύχτισε την ομήγυρη και μπήκε στο δωμάτιο τρεκλίζοντας ανακουφισμένος κι ασφαλής.

Ξύπνησε κατά τις εφτά παρά το πρωί, πιεσμένος απ’ τη γιομάτη κρασί κύστη. Το κεφάλι του παρέμενε θολό και βαρύ. Σαν πεπόνι αργίτικο. Ευτυχώς, όμως, δεν είχε πονοκέφαλο, όπως ανέμενε. Έξω απ’ το μικρό, σαν πολεμίστρα παράθυρο, αχνόφεγγε η μέρα. Βγήκε απ’ το δωμάτιο στο σαλόνι και κέρωσε ακίνητος απ’ την έκπληξη: στον καναπέ στ’ αριστερά κοιμόταν βαθιά ο φαλακρός με το μουστάκι. Με τα ποδάρια να εξέχουν απ’ τις κουβέρτες. Φορώντας μαύρες κάλτσες, ασορτί με το μουστάκι. Ακριβώς απέναντι, σε μια μεγάλη βυσσινί πολυθρόνα, κείτονταν άτσαλα χυμένος και διπλωμένος σαν σουγιάς ένας ένστολος χωροφύλακας. Τυλιγμένος με μια κόκκινη φλοκάτη. Πλάι του, αλλά στο πάτωμα, πάνω σε άσπρες φλοκάτες κοιμόταν στρωματσάδα ο έτερος χωροφύλακας. Πεσμένος μπρούμυτα, ροχάλιζε μισοσκεπασμένος με μαξιλάρες και κουβέρτες. Τριγύρω και πάνω σε κάθε καρέκλα είχαν αποθέσει πρόχειρα τα πηλήκια, τα μπουφάν, τις ζώνες με τα πιστόλια και το σακάκι του κουστουμαρισμένου φαλακρού. Η σουρεαλιστική εικόνα ήταν ασορτί με τους μοντέρνας τέχνης πίνακες ζωγραφικής. Που κάλυπταν ολόγυρα όλα τα μπαγδατένια ντουβάρια. Έργα του έτερου ξάδελφου και αδελφού τού Νικόλα, του Θοδωρή. Που έβγαζε το ψωμί του ζωγραφίζοντας στην Ευρώπη. Απορημένος απ’ το θέαμα, πήρε κι άνοιξε την οξώπορτα, και βγήκε στο φαρδύ μπαλκόνι. Το φλεβαριάτικο κρύο δεν τον ενόχλησε. Ούτε η βαριά αντάρα που σκέπαζε την πλάση. Αντίθετα! Η πρωινή παγωνιά τον τύλιξε ευχάριστα, συνεφέρνοντάς τον αρκετά απ’ τον βαθύ ύπνο κι απ’ τη θολούρα. Δεξιά στο μπαλκόνι βρίσκονταν η τουαλέτα. Με την ξύλινη παλιοκαιρίσια πράσινη θύρα. Καθώς έπιασε το μάνταλο να την ανοίξει, ακούστηκε από μέσα η γνώριμη φωνή του Δημητρού: .

—    Ώωπ! Άλλος!

—    Δημητρό ξύπνησες κιόλας; ρώτησε κάνοντας ένα βήμα πίσω.

—    Εσύ είσαι Γιώργο;… μισό λεπτό, τελειώνω, του απάντησε και τον άκουσε να μονολογεί συνεχίζοντας: — Πολύ ήπιαμε μπλιάτ… πάρα πολύ.

—    Ρε Δημητρό, ρώτησε ανυπόμονος και χαμηλόφωνα: — Ποιοι είν’ αυτοί που κοιμούνται στο σαλόνι;.

Ο Δημητρός βγήκε απ’ την τουαλέτα, ψαχουλεύοντας μ’ επιμέλεια να ξεχωρίσει το σώβρακο και να κουμπώσει το παντελόνι της πιτζάμας του, μ’ ένα σαρδόνιο χαμόγελο σχηματισμένο στο πρόσωπό του. Κοντοστάθηκε, τον κοίταξε κατάματα, το χαμόγελο έγινε χλευαστικό και του εξήγησε χειρονομώντας:.

— Είναι ο διοικητής του τμήματος του χωριού κι ήρθε να μας συλλάβει…

—    Να μας συλλάβει; γιατί;

—    Γι’ αυτά που κάμαμε ψες στο νεκροταφείο.

Κοντοστάθηκε παραξενεμένος, τρίβοντας το θολωμένο του κρανίο, λες κι ήθελε να ξεκαθαρίσει την απορία του:

—    Και πού μας είδε ρε Δημητρό; Τι του είπαν;

—    Το κεφάλι μου είναι βαρύ κι έχω πολλή ζαλάδα, απάντησε ο Δημητρός, πιάνοντας με τα δυο χέρια το κεφάλι του. — Έτσι είναι και το δικό σου;.

—    Εμ! Από ψες, απ’ τις εφτά το απόγιομα άνοιξε τη νταμιτζάνα ο Νικόλας και πίνουμε. Νιώθω κι εγώ μεγάλη ζαλάδα και θολούρα αλλά ευτυχώς δεν έχω πονοκέφαλο.

—    Ούτε εγώ έχω πονοκέφαλο. Είδες άμα είναι καλό το κρασί; ανταπάντησε ο Δημητρός.

—    Λοιπόν; Πώς μας κατάλαβε;

Εκείνες τις μέρες του Φλεβάρη μαζεύτηκαν τα τρία πρωτοξαδέρφια, να τελέσουν το μνημόσυνο του μπάρμπα τους του Βασίλη, στα σαραντάμερα απ’ τη θανή του. Ο Δημητρός με τον Γιώργο ταξίδεψαν στο χωριό, όπου τους περίμενε ο Νικόλας, ο πρωτότοκος γιος του μπάρμπα Βασίλη. Ο αποθανών είχε δώσει σαφείς οδηγίες στον Γιώργη, για το πώς έπρεπε να τελέσουν ένα ιδιαίτερο μνημόσυνο. Ξεχωριστό απ’ το θρησκευτικό που θα προηγούνταν και θα τελούνταν στην εκκλησιά τ’ Άϊ Γιώργη, εκεί που βρίσκεται το πλατάνι του Καραγάτση. Το ιδιαίτερο μνημόσυνο θα τελούνταν στο νεκροταφείο, πάνω στον τάφο. Με συνοδεία κλαρίνων ακριβώς τα μεσάνυχτα, στην άλλη άκρη του χωριού. Κανένας απ’ τα ξαδέρφια δεν είχε σκοπό να αγνοήσει τις ορμήνιες του αναχωρήσαντος μπάρμπα. Που ήταν ξακουστός γλεντζές κι έξω καρδιά αριστερός, αν κι οι περσότεροι αριστεροί φημίζονται για την καθοδηγούμενη απ’ το κόμμα, εγκράτειά τους.

Ο μπάρμπα Βασίλης, ομορφάντρας ψηλός και γεροδεμένος, αντίς με το επώνυμο ήταν ευρέως γνωστός με το παρατσούκλι «καρεκλάς». Είχε το παρατσούκλι τούτο επειδή έφτιαχνε καρέκλες. Καρέκλες πλεχτές με ψάθα, σωστά αριστουργήματα ανθεκτικής κατασκευής και διαχρονικής ομορφιάς. Έφερνε την ψάθα απ’ το δέλτα του Έβρου, όπου αφθονεί το φυτό. Μαζί με τη γυναίκα του την Έλλη αλλά και τ’ αγόρια του, τον Νικόλα και τον Θοδωρή. Δούλευαν ακούραστα κι ασταμάτητα. Οι καρέκλες τους γίναν με τον καιρό περιζήτητες. Κάθε καφενείο, παραδοσιακό ή μοντέρνο και κάθε σπιτικό στολίζονταν απ’ τις φημισμένες καρέκλες του καρεκλά. Του μπάρμπα Βασίλη. Εκτός απ’ την τέχνη του ο μπάρμπα Βασίλης ήταν σεβαστός για τη συνέπειά του στους λαϊκούς αγώνες. Για την κοινωνική δικαιοσύνη, τη δημοκρατία και για την αντίστασή του στον φασισμό. Τόσο στη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής στα νιάτα του, όσο και στον εμφύλιο και στη χούντα. Ούτε τα βασανιστήρια ούτε η εξορία έκαμψαν τις αρχές του. Με την παροιμιώδη αξιοπρέπειά του στάθηκε σταθερά συνεπής, χωρίς ποτέ να διαφημίσει σε κανένα τις περιπέτειες και τα βάσανά του.

Στους ειρηνικούς καιρούς, εκτός από καρεκλάς ήταν ξακουστός και ως εξαιρετικός οινοποιός. Αλλά και για τα γλέντια του. Το κρασί που έφτιαχνε στην Καψάλα θεωρούνταν και ήταν μοναδικό. Πολλοί διάσημοι επαγγελματίες οινοποιοί πέρασαν απ’ το μικρό κτήμα του, για να δοκιμάσουν και να γευτούν την σπάνια ποιότητά του. Πρακτική που συνεχίζεται μέχρι σήμερα απ’ τον αντάξιο γιο του τον Νικόλα. Όσο για τα γλέντια του… έμειναν αλησμόνητα, όχι μόνο στο χωριό, αλλά και σε πολλά μέρη της Λάρισας και της Θεσσαλίας.

Λίγο πριν την πρωτοχρονιά εκείνη ο μπάρμπα Βασίλης, ογδοηκοντούτης, όμως κοτσονάτος και δραστήριος ως όψιμος έφηβος, υπέστη το ξαφνικό κακό: ένα βαρύτατο εγκεφαλικό επεισόδιο! Που τον άφησε ανεπανόρθωτα παράλυτο σ’ όλη την αριστερή του πλευρά, χέρι και πόδι. Μετά βίας γλίτωσε τη ζωή του. Κι όταν βγήκε απ’ την εντατική κι επέστρεψε στο χωριό, ο πρώτος που κάλεσε για να μιλήσει ήταν ο ανιψιός του ο Γιώργης. Ο πρωτότοκος γιός της μικρότερης αδελφής του της Μαρίκας. Επειδή ο Γιώργης ήταν φυσικοθεραπευτής και κατά συνέπεια σκαμπάζει για το εάν και πότε και πόσο αποκαθίσταται το θύμα ενός εγκεφαλικού επεισόδιου..

Ο μπαρμπα Βασίλης – καθηλωμένος στο κρεβάτι – ήταν μεν σωματικά σε κακό χάλι αλλά η πνευματική του διαύγεια ήταν οξύτατη και ξεκάθαρα εναργής. Μαζί με το σώμα είχε παραλύσει και το μισό του πρόσωπο. Το αριστερό του μάτι έχασκε ορθάνοιχτο μέρα και νύχτα. Τα βλέφαρα δεν κουνιούνταν. Το στόμα του ήταν στραβό, η μασέλα δεν ταίριαζε πια και τα σάλια έτρεχαν ανεμπόδιστα απ’ το κάτω σαγόνι. Χέρι και πόδι ήταν εντελώς παράλυτα κι ακίνητα. Μόνιμα τον είχαν συνδεδεμένο μ’ ένα καθετήρα. Ώστε να παροχετεύονται τα ούρα του σε μια πλαστική κίτρινη σακούλα. Τραυλίζοντας τον ρώτησε μεγαλόφωνα κι ευθέως:.

—    Θα γίνω ποτές καλά γιε μ’;

Ο Γιωργής δεν άργησε ν’ απαντήσει:

—    Όχι θείε. Δεν μπορείς να γίνεις όπως πρίν…

—    Τότενες, τι τη θέλω τέτοια ζωή; Σακάτης! Μισός άνθρωπος – μισός κούτσουρο! Να μην πατώ στο χώμα; Για πάντα στο κρεβάτι; ανταπάντησε προβληματισμένος ο παθών. Πλάι του η κυρά Έλλη έκαμε απεγνωσμένα νοήματα προς τον Γιώργη να μετριάσει την βαρύτητα των αποκρίσεών του. Μάταια. Ο Γιώργης ήταν ξεκάθαρος κι ειλικρινά κυνικός:

—    Είναι πολύ βαρύ το εγκεφαλικό σου μπάρμπα. Η πρόγνωσή του δεν είναι καλή. Όσο και να πασχίσεις η βελτίωση θα ‘ναι αμελητέα. Δεν θα μπορέσεις να ξαναπερπατήσεις…

Θρήνος βαρύς ξεκίνησε απ’ τα χείλη της θείας Έλλης στο άκουσμα του χρησμού του Γιώργη. Όμως ο μπάρμπα Βασίλης δεν είχε καιρό για χάσιμο. Έδιωξε την Έλλη απ’ το δωμάτιο, κάρφωσε το ανάπηρο βλέμμα του στον Γιώργη κι άρχισε να διατυπώνει τις ορμήνιες του:

—    Άκουσε παλικάρι μου. Τέτοια ζωή εγώ δεν τη θέλω. Κατάκοιτος στο κρεβάτι δεν έκατσα ούτε στην εξορία στα Γιούρα ούτε στον Άϊ Στράτη. Εκεί να ’δεις ταλαιπωρία. Άμα κόψω τα φάρμακα θε να πεθάνω;

Ο Γιώργης του ένευσε σιωπηλός καταφατικά. Ο μπάρμπα Βασίλης συνέχισε αποφασιστικά, με πνεύμα που δεν σήκωνε αντιρρήσεις:

—Θα κόψω όλα τα φάρμακα για να πεθάνω σύντομα. Δεν θέλω να μη μπορώ να κουμαντάρω τα χέρια και τα πόδια μου. Ούτε να περιμένω απ’ την Έλλη να με ταΐζει και να με ξεσκατώνει. Άκου τώρα τι θέλω να κάμεις για μένα…

Οι ορμήνιές του ήταν σαφείς και ξεκάθαρες. Στην κηδεία του ήθελε να προπορεύεται ο Γιωργής, ντυμένος στα λευκά. Θα κουβάλαγε στα χέρια του το καπάκι του φέρετρου. Ξοπίσω θα ακολούθαγε η ορχήστρα με τα κλαρίνα. Απ’ το σπίτι στην εκκλησιά και μέχρι στο νεκροταφείο. Μετά, το ανοιχτό φέρετρο με τον ίδιο μέσα. Ύστερα τα στεφάνια όλων όσων θα είχαν τη διάθεση να προσφέρουν. Πίσω απ’ τα στεφάνια και το φέρετρο σειρά είχαν η γυναίκα του, τα παιδιά του, οι συγγενείς και οι φίλοι. — Α! Ξέχασα να σου πω. — Μήν τυχόν υπάρξει στεφάνι απ’ τις άλλοι! Εννοούσε τους αποσχισθέντες νεωτεριστές απ’ το κόμμα. Που ‘χαν φτιάξει δικό τους κόμμα και το ‘χαν βαφτίσει του εσωτερικού. — Θα βρυκολακιάσω, θα σηκωθώ και θα τις κυνηγήσω! Ύστερα οι παπάδες! Τελευταίοι! Μη τους δω μπροστά! Θα τους πάρει ο διάβολος αν μπουν μπροστά. Άμα δεν θένε, ας μη έλθουν! Τ’ ακούς;

Ο Γιώργης άκουγε συνεπαρμένος απ’ την φλόγα του παλιού αντάρτη. Ένιωσε μεγάλη τιμή ακούγοντας την εξομολόγηση της τελευταίας επιθυμίας του ανυπότακτου κι αντισυμβατικού θείου του. Γι’ αυτό έσκυψε συγκινημένος, πήρε το χέρι του θειου του και το φίλησε με θέρμη. Είχε τη μοναδική ευκαιρία καθενός που αξιώνεται να ζήσει, τυχαία ή μή, το μεγαλείο μιας ελεύθερης

ψυχής. Που εθελοντικά δίνει τέλος στο πέρασμά της από τούτο τον πλανήτη. Ένιωσε προνομιούχος μάρτυρας ενός ανεπανάλητου μεγαλείου, σπάνιου και μοναδικού στη ζωή. Γι’ αυτό του φίλησε το χέρι.

Απ’ την άλλη ο ανήμπορος γέροντας είχε διαλέξει τον ψύχραιμο Γιωργή για να εξασφαλίσει την τέλεση κι εφαρμογή των επιθυμιών του. Επειδή οι γιοι του αγχώνονταν εύκολα, όπως κι η λιγόψυχη γυναίκα του. Ήξευρε ότι μονάχα ο Γιώργος είχε την τρέλα που χρειάζονταν για να παρασυρθούν κι οι άλλοι. Που μένοντας για πολύ πελαγωμένοι απ’ τη φυγή του εις τόπον χλοερόν, θα δίσταζαν να εκτελέσουν τις ασυνήθιστες και παράξενες μεταθανάτιες προσταγές του. Ο μπάρμπα Βασίλης πίστευε, όπως πολλοί άνθρωποι, πως η ψυχή τριγυρνά για σαράντα μέρες πάνω στη γη, πριν τον τελικό της προορισμό. Στις σαράντα που φεύγει, ήθελε να γίνει το ιδιαίτερό του μνημόσυνο. Τον ορμήνευσε να πάει να βρει ένα καλό κλαρινιτζή απ’ το διπλανό χωριό, του ξακουστού Μαλλιάρα. Που ‘παιζε κλαρίνο θεϊκό και μάγευε με το πάθος και τη δεξιοτεχνία του. Ο Μαλλιάρας είχε πεθάνει προ πολλού, όμως οι επίγονοι μαθητές του διατηρούσαν τα σκήπτρα στο όργανο. Ύστερα του ζήτησε ν’ ανοίξουν ένα βαρέλι κρασί, που το φύλαγε πέντε χρόνια τώρα για το γλέντι της κηδείας του και προπαντός για το μνημόσυνο των σαράντα. Να πιουν απ’ αυτό όλοι οι καλεσμένοι. Και στην κηδεία και στο μνημόσυνο.

—    Πρόσεξε τώρα τι θα σου ‘πω: —Τα μεσάνυχτα, στις σαράντα μέρες, την ώρα που θα φεύγει η ψυχή μ’ στο δρόμο τον αγύριστο, θα ‘ρθείτε πάν’ στον τάφο μ’ με το κρασί και τα κλαρίνα. Θα πιείτε, θα χορέψτε και θα χύσετε από πάνω μ’, καταγής στο χώμα που με σκεπάζ’, του κρασούλι μ’! Να πιω κι να ‘χω για το ταξίδ’. Δυο τραγούδια μοναχά θέλω να πείτε: τις σαράντα κλέφτες και τα πιδιά της Σαμαρίνας! Κι να χορέψ’τε! Άλλου τίποτε δεν θέλω. θα το κάν’ς; το υπόσχεσαι; δίν’ς το λόγο σου;

Έδωσε το λόγο του για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του κυριευμένο με τόση πίστη, με τόση αποφασιστικότητα. Επειδή η παράδοξη κι ασυνήθιστη τελευταία επιθυμία ενός τέτοιας κοπής ανθρώπου ήταν ισοδύναμη με την λεβέντικη άρνησή του, να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του καθηλωμένος κι ανήμπορος να αυτοεξυπηρετηθεί. Ο συνδυασμός της επιλογής να μην ξαναπάρει τα φάρμακά του για να πεθάνει και το αποχαιρετιστήριο της ψυχής μνημόσυνο να γίνει επιτάφιο γλέντι, γίνηκαν μονομιάς απαράβατη εντολή! Που, ο κόσμος να χαλάσει, θα τελούνταν όπωσδήποτε!

Ο μικρός γιός, ο ζωγράφος ο Θοδωρής δεν μπόρεσε να έρθει στην κηδεία. Ούτε στο μνημόσυνο. Θρήνησε τον πατέρα του στην σκληρή μοναξιά της ξενιτιάς, που του άφησε μια βαθιά χαρακιά και που σημάδεψε παντοτινά την τρυφερή ψυχή του. Ο Νικόλας, αφού άκουσε έκπληκτος την παράξενη τελευταία επιθυμία του πατέρα του, δίστασε στην αρχή. Όχι για πολύ! Στο πρώτο άκουσμα, το βλέμμα του σκοτείνιασε κι έμεινε βλοσυρός και σιωπηλός. Και σαν το σκέφτηκε, το πρόσωπό του φωτίστηκε, έλαμψε ξαφνικά, σαν να ‘πεσε σημαδιακός κεραυνός! Έσυρε το βλέμμα του και κοίταξε τον Γιώργο, λες κι έβλεπε μπροστά του, όχι τον ξάδελφό του, μα τον ουράνιο αγγελιοφόρο που έπεμψε ο πατέρας του για να του μιλήσει! Γι’ αυτό τού ‘φυγε κάθε ενδοιασμός κι ενθουσιασμένος χτύπησε επιδοκιμαστικά και με δύναμη το χέρι του στο τραπέζι.

Στα τελειώματα του κουτσοφλέβαρου, με τον καιρό ακόμη χιονιά στις πλαγιές του κάτω Όλυμπου, γίνηκε το πρωινό συνηθισμένο και τυπικό μνημόσυνο στην εκκλησιά του Άϊ Γιώργη. Σαν τέλειωσε και το φαγητό που ακολούθησε στην ταβέρνα του Μαργκά, στην πλατεία του χωριού, έμαθε ο Δημητρός τα σχέδια των ξαδέλφων του για το βράδυ. Δεν τους πίστεψε. Άρχισε ν’ ανησυχεί, όταν αργά το απόγιομα της ίδιας μέρας κατέφτασαν στο σπίτι του Νικόλα οι μουσικοί. Η Σούλα κι η Ελένη ξαφνιάστηκαν πιο πολύ, σαν είδαν το κλαρίνο να βγαίνει απ’ τη θήκη του και το ούτι να κουρδίζεται, μ’ επιμέλεια και προσοχή, μπροστά στα μάτια τους. Καμμιά τους δεν ήξευρε τα σχέδιά τους. Ούτε οι μουσικοί. Που τους είχαν τάξει να παίξουν για ένα βραδάκι, σ’ ένα σπίτι, για μια παρέα. Είχαν νομίσει πως πήγαν να παίξουν για κάποιο αρραβώνα, έστω για ένα λογόδοσμα.

Ο Νικόλας είχε γιομίσει δυο πλεχτές με ψαθί γυάλινες νταμιτζάνες, με το κρασί που είχε φυλαγμένο για παλαίωση ο μπάρμπα Βασίλης. Η Σούλα δεν μπορούσε να κάμει τίποτε πια, για να εμποδίσει τα καμώματα και τα ρεζιλίκια του άντρα της, μέρα που ήταν. Ούτε η Ελένη, που όταν ζήτησε απ’ τον Γιώργη να σταματήσει τον ξάδελφό του, καθώς νόμιζαν ότι αυτός ήταν που τα ‘χε οργανώσει έτσι, είδε το απόκοσμο άγριο βλέμμα του κι έκαμε τρομαγμένη πίσω.

Έφαγαν, ήπιαν, τραγούδησαν και χόρεψαν μέσα στο σαλόνι, μέχρι που το ρολόι έδειξε μισή ώρα πριν τα μεσάνυχτα. Σαν ανήγγειλε ο Γιώργης ότι ήρθε η ώρα να σηκωθούν για να πάνε στο νεκροταφείο, ξαφνιάστηκαν. Κι όταν εξήγησε το σχέδιό τους, πρώτη η Σούλα έσυρε μεγάλο θρήνο. Προκατειλημμένη από δεισιδαιμονίες και εμποτισμένη από πανάρχαιους φόβους, η ψυχή της παράλυσ’ απ’ τον τρόμο! Αρχικά έπεσε παρακαλώντας στην αγκαλιά του Νικόλα, που ήταν ανένδοτος. Κι ως ήταν ήδη μισομεθυσμένος, δεν άργησε να νευριάσει και να τη στείλει στον

κόρακα. Τότε η Σούλα στράφηκε στον Γιωργή, επειδή τον θεωρούσε πιο λογικό και πιο πολιτισμένο απ’ τον άξεστο χωριάτη άντρα της. Πού νά ‘ξευρε. Την ώρα που έσκυβε με ικεσία και του φίλαγε τα πόδια για να μην πάνε στο νεκροταφείο, στύλωσε τα ποδάρια του ο κλαρινιτζής. Μαζεύοντας το κλαρίνο του στο βαλιτσάκι, δήλωσε διαμαρτυρόμενος ότι δεν είχε κάμει καμιά τέτοια μακάβρια συμφωνία, να παίξει βραδυάτικα πάνω από ‘να τάφο. Άρπαξε τότε ο Γιώργης το μεγάλο τραπεζομάχαιρο, όρμησε και το κόλλησε στην καρωτίδα του ήδη έντρομου κλαρινιτζή.

—    Πόσα λεφτά σου τάξαμε να παίξεις απόψε ρέ; Τον ρώτησε αγριεμένος, κολλώντας το πρόσωπό του στη μούρη του.

—    Τρία χιλιάρικα, τραύλισε τρομαγμένος ο μουσικός, νιώθοντας έντονα τη μυρουδιά της κρασίλας απ’ το χνώτο του πιθανού μαχαιροβγάλτη, που μπορεί να ‘τανε ετούτος ο τύπος.

—   Χίλιες πεντακόσιες δραχμές για τον καθένα μας.

—    Μπήχτου το του κιαρατά! ακούστηκε από πίσω διασκεδαστικά η φωνή του Δημητρού, που ήταν ήδη πολύ ζαλισμένος απ’ τα τσίπουρα και το κρασί.

Ο Γιωργής, κρατώντας σταθερά το μαχαίρι (που δεν έκοβε ντιπ, καθώς ήταν άσχημα στομωμένο) και πιέζοντάς το ακόμη λίγο, του είπε με φωνή σφυριχτή σαν το σύρσιμο της οχιάς: — Διάλεξε! Ή θα παίξετε πάνω στον τάφο και θα πάρετε από δυο πεντοχίλιαρα ή σου κόβω το λαρύγγι!

Με μια φωνή οι δυο μουσικοί συγκατένευσαν αμέσως! Κι αδιαμαρτύρητα καθώς ο Γιώργης πρόσταξε και του ’φερε απρόθυμα η Ελένη τέσσερα πεντοχίλιαρα απ’ το πορτοφόλι του.

Οδήγησε πολύ προσεχτικά, καθώς ήταν ήδη αρκετά ζαλισμένος, στα στενά δρομάκια του χωριού. Που μόνο ένα μικρό επιβατικό αυτοκίνητο χωρά να περάσει. Κι αν ανταμωθούν δυο τέτοια, το ένα πρέπει να τραβηχτεί σε κάνα στενό ή σε κάποια αυλή, για ν’ αδειάσει ο δρόμος. Τόσο στενά είναι τα δρομάκια. Φτάνοντας στην άλλη άκρη του χωριού και λίγο παραπέρα απ’ τα τελευταία σπίτια, κατέβηκαν μπροστά στην είσοδο του δημοτικού και μοναδικού νεκροταφείου. Που ’ταν χαραγμένο σε μια απότομη πλαγιά, με θέα προς τα Τέμπη και τον Κίσσαβο. Το πυκνό σκοτάδι που έκαμε κατοχή ολοτρόγυρα, το διέκοπτε αχνά το ασθενές και χλωμό φαναράκι της κολόνας στην οξώπορτα. Ο Νικόλας με τον Δημητρό, βαστώντας τις δυο νταμιτζάνες με το κρασί, προχώρησαν μέσ’ τη νυχτιά, με την έξαψη της μεσονύχτιας παγωνιάς να τους συνεφέρνει. Οι δυο μουσικοί κοντοστάθηκαν φοβισμένοι μπροστά στην είσοδο, τρέμοντας πιθανότατα όχι μόνο απ’ το δριμύ κρύο, ατενίζοντας ερευνητικά το σκοτεινό χώρο του νεκροταφείου.

—    Δε βλέπουμε ντίπ, με τόσο σκοτάδι, κλαψούρισε ο συνήθως σιωπηλός που έπαιζε το ούτι.

—    Θα πέσουμε σε κάνα χαντάκ’ συμπλήρωσε δισταχτικά ο κλαρινιτζής, που δεν ήθελε καν να αναφερθεί σε ανοιχτό τάφο, βρίσκοντας βολική τη λέξη ως χαντάκι.

Ο Γιώργης, αφού άνοιξε διάπλατα την πόρτα του νεκροταφείου γύρισε και μπήκε στ’ αμάξι του. Το ‘βαλε μπροστά και βάζοντας τα φώτα στη μεγάλη σκάλα, το ανέβασε μαρσάροντας στη μικρή ανηφοριά. Το βόλεψε φωτίζοντας μέχρι τον τάφο του μπάρμπα Βασίλη, όπου στέκονταν ήδη τα δυό ξαδέλφια του. Που τα ‘δε να ραντίζουν τον τάφο με κρασί, ψέλνοντας το πάτερ ημών. Ύστερα έβγαλε απ’ το πορτ μπαγάζ το ούτι και το κλαρίνο, τα φόρτωσε στα χέρια των χεσμένων απ’ το φόβο μουσικών, που καθώς παραήταν δισταχτικοί να προχωρήσουν, αποφάσισε να το τραβήξει παραπέρα. Γύρισε στ’ αμάξι κι έβγαλε απ’ το ντουλαπάκι του συνοδηγού ένα μαύρο πιστόλι και μια γεμιστήρα με δεκαεφτά σφαίρες. Κι ενώ ακούγονταν οι φωνές του Νικόλα και του Δημητρού, που καλούσαν και παρακινούσαν τους μουσικούς ν’ αρχίσουν να παίζουν, ο Γιώργης όπλισε και τράβηξε τις πρώτες δυο πιστολιές στον αγέρα.

—  Σαράντα κλέ- μωρέ κλέφτες είμαστε, σαράντα παλικάρια,
κι κάμαμ’ ό- μωρέ όρκο στο σταυρό.
Κι κάμαμ’ όρκο στο σταυρό κι όρκο στην Παναγία
αν αρρωστήσει και κανείς, να μην τον παρατούμε
κι αρρώστησε που το ’λεγε, ο πρώτος καπετάνιος.

Σαράντα ημέρες ήκαμε εις το βουνό απάνω,
ελιώσανε τα ρούχα του πέσανε τ’ άρματά του.
Παρακαλώ σας βρε παιδιά παρακαλιά μεγάλη
πάρτε κι αμέτε θάψτε με σε μια ψηλή ραχούλα,
κόφτε κλαδιά και στρώστε μου.

 

Ο καλλίφωνος Νικόλας, τραγουδώντας με βροντερή φωνή τα σαράντα παλικάρια, είχε σκεπάσει όχι μονάχα τη σιγαλιά της νύχτας, μα και τον πνιχτό ήχο του κλαρίνου, αφού τα πνευμόνια του κλαρινιτζή είχαν αδειάσει απ’ τον φόβο. Και ώ! του θαύματος, καθώς ο Νικόλας άρχισε να χορεύει, σαν περήφανος και πληγωμένος Ινδιάνος γύρω απ’ τον τάφο, ο κλαρινιτζής συνήλθε! Συγκινημένος απ’ τη θέρμη της φωνής του Νικόλα κι απ’ το αβίαστο κλάμα του Δημητρού, που ‘χε πέσει κλαίγοντας γοερά πάνω στο γειτονικό τάφο του πατέρα του. Πήρε βαθιά αναπνοή, σαν κουράγιο! Και τράβηξε μέσα του γενναία την κρύα ανάσα του Όλυμπου και το κλαρίνο μεταμορφώθηκε! Γιόμισ’ ο αγέρας δυνατή κι όμορφη μελωδία, αραίωσε η πυκνή νυχτιά, τραβήχτηκε το μαύρο σύγνεφο και φάνηκε φωτίζοντας η λαμπρή Σελήνη! Ο Γιώργης, ενθουσιασμένος άδειασε, πυροβολώντας ρυθμικά όλο τον γεμιστήρα. Οι πυροβολισμοί αντιλάλησαν σ’ όλη την πλαγιά, φτάνοντας μέχρι τα μακρινά παλιά λημέρια των ανταρτών σ’ όλες τις χαράδρες του Όλυμπου, μέχρι απέναντι στον Κίσσαβο!.

Έφτασαν όμως και στ’ αυτιά της ομήγυρης των ανθρώπων, που την ίδια ώρα κάνανε ένα χορό στο κοντινό ξενοδοχείο. Διακόσια – τρακόσια μέτρα πιο κάτω απ’ την πλαγιά του νεκροταφείου υπάρχει το μοναδικό ξενοδοχείο του χωριού. Εκείνο το βράδυ έκαμε τον ετήσιο χορό της η τοπική κομματική οργάνωση των άλλων, δηλαδή των αριστερών του εσωτερικού. Κι ανάμεσα στις προσκαλεσμένες αρχές του χωριού ήταν κι ο νεαρός διοικητής του σταθμού της Χωροφυλακής. Ο φαλακρός με το μαύρο μουστάκι. Που ανησύχησε σφόδρα στο άκουσμα των πυροβολισμών κι εξέφρασε αμέσως την πρόθεσή του, να πάει να τους συλλάβει. Τον συγκράτησε ο επικεφαλής γραμματέας των αριστερών του εσωτερικού, ο Μήλιας, που ‘τανε κολλητός του Νικόλα και αντιλήφτηκε αμέσως ποιοι ήσαν νυχτιάτικα στο νεκροταφείο. Το επιχείρημά του ατράνταχτο και δραστικό: — Πού θα πας κυρ αστυνόμε μου! Τρελός είσαι; Ετούτοι είναι μεθυσμένοι! Κι όπως λέμε στο χωριό μας… είδ’ ο τρελός τον μεθυσμένο κι έκαμε πίσω.

Όμως ο τυπολάτρης διοικητής δεν το ‘βαλε κάτω. Πήγε στον σταθμό, ξύπνησε βιαστικά τους άλλους δυο χωροφύλακες και κίνησαν για το σπίτι του Νικόλα, για την προσήκουσα επιτέλεση των καθηκόντων τους. .

 

 

Γιώργος και Δημητρός διέσχισαν ακροπατώντας αθόρυβα το μακρύ σαλόνι, όπου κοιμόντουσαν οι χωροφύλακες. Μπήκαν στην κουζίνα κι όσο ο Γιώργης έψαχνε να βρει τα σύνεργα για τον καφέ, ο Δημητρός έριξε μερικά ξύλα στη μαντεμένια μασίνα που δέσποζε στο χώρο. Μέχρι να ζεσταθεί η μικρή κουζίνα και πίνοντας τον πρώτο καφέ ο Δημητρός πληροφόρησε τον Γιώργο , πως ο Νικόλας είχε τελικά μεθύσει τον φαλακρό διοικητή και τους χωροφύλακές του. Μολονότι δεν είχε πάρει στα σοβαρά την πρόθεσή τους να τους συλλάβουν. Αφού τους ιστόρησε με λεπτομέρεια για ότι είχε συμβεί, τους γιόμιζε συνέχεια τα ποτήρια με το άγιο κρασί του. Στο τέλος τούς σέρβιρε ακόμη και ουίσκι! Οι αμάθητοι στο πιοτί χωροφύλακες σύντομα ξέχασαν για ποιο λόγο βρίσκονταν εκεί. Και δεν άργησαν να ζαλιστούν. Έτσι σε καμιά ώρα έγειραν παραδομένοι και κοιμήθηκαν, όπου τους βόλεψε. Όπου βρήκαν. Επειδή δεν μπορούσαν να πάρουν τα πόδια τους απ’ το πιοτί, για να φύγουν. Γι’ αυτό, τα σαράντα του καρεκλά του μπάρμπα Βασίλη τους μείναν αξέχαστα και θα’ χαν να τα διηγούνται μέχρι τα γεράματά τους.

 

175 Σχόλια προς “Τα σαράντα του καρεκλά (διήγημα του Αλέξανδρου Υδάτη)”

  1. Καλημέρες.

  2. Καλό. Έχει και αχνούς από βόρειο ιδίωμα.

  3. Alexis said

    Καλημέρα.

    Πολύ καλό! Το διάβασα μονορούφι και με συνεπήρε.

    Θα επανέλθω…

  4. ΚΩΣΤΑΣ said

    Καλημέρα!

    Νικοκύρη,με εξέπληξες ελαφρώς. Δεν ήξερα ότι θα το δημοσιεύσεις σήμερα. Τώρα μόλις μπήκα και χάρηκα πολύ. Τηλεφώνησα αμέσως στο Αλέξανδρο Υδάτη και τον ενημέρωσα. Τίποτα άλλο. Έχω την γνώμη ότι θα σχολιάσει και ο ίδιος, δεν τον ρώτησα. Άρα εγώ επιφυλάσσομαι για την ώρα να δώσω περισσότερες εξηγήσεις για τον τόπο… κλπ. Αναμένω, ίσως τα πει ο ίδιος.

  5. Γιάννης Κουβάτσος said

    Αλέξανδρος Υδάτης ή Κωνσταντίνος Υδάτης;☺ Όπως και να ψευδωνυμείται ο συγγραφέας,το διήγημα είναι καλογραμμένο και διαβάζεται ευχάριστα.

  6. ΚΩΣΤΑΣ said

    6 Όχι, Γιάννη, δεν είναι δικό μου. Το δικό μου ψευδώνυμο στον τόπο μου στους Αμπελόκηπους, είναι το «δεξιόστροφος», 🤣 αυτό το γνωρίζει και ο Α.Υ.

  7. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    4 Ναι, έπρεπε να σου το πω

    5 Προς στιγμή σκέφτηκα πως το έχω γράψει λάθος 🙂

  8. Costas X said

    Καλημέρα !
    Ωραίο το διήγημα του Υδάτη, διαβάζεται ευχάριστα μέχρι το τέλος.
    Κλασικός Έλληνας ο ήρωας Καρεκλάς, ναι μεν αγωνιστής κι ορθόδοξος κομμουνιστής, αλλά με αρκετές μεταφυσικές δοξασίες κι ανησυχίες !

  9. ΓΤ said

    «Αλέξανδρος Υδάτης»
    https://ydates.webnode.gr/epikoinonia/

  10. ΓΤ said

    «Αλέξανδρος Υδάτης»
    https://ydates.webnode.gr/epikoinonia/
    (ασχολίαστο)

  11. voulagx said

    Για τον Βάιο Μαλλιάρα: https://pirgetos.com/%CE%B2%CE%AC%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B1%CF%82/

  12. ΚΩΣΤΑΣ said

    Μόλις ενημερώθηκα από το κοντρόλ 😉 ότι ο συγγραφέας του παρόντος βρίσκεται εκτός διαδικτύου, οπότε να δώσω μια/δυο διευκρινήσεις εγώ. Ναι, πρόκειται για την Ραψάνη, η πραγματική εκκλησία είναι ο Άγιος Αθανάσιος, όπου και η προτομή του Καραγάτση, δεν είναι όμως στην πλατεία του χωριού, βρίσκεται έξω, στην άκρη, με πανοραμική θέα προς τον κάμπο και τη θάλασσα. Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικό γεγονός.

  13. ΓΤ said

    Στήλη του Υδάτη:
    «Καθημερινές ιστορίες», στο «Δυτικώς». Eνδεικτικά 10.12.2004, σελ. 35

  14. leonicos said

    Εξαιρετικό κείμενο. Γραμμένο από τεχνίτη.

    Πολύ καλή γλώσσα, πολύ καλή δομή, λιγάκι και αναπάντεχο (σανπένς ελληνικά).

    Πρέπει να έχει γράψει κι άλλα πολύ καλά, και καλά θα κάνει να μπει στην παρέα ο κ. Υδάτης.

    Ολοκληρωμένη δημιουργία ατμόσφαιρας σε κάθε πτυχή της αφήγησης, με αριστοτεχνικό συσχετισμό του ‘καιρού’ του ‘συμβάντος’ και της ψυχικής διάθεσης. Οι χαρακτήρες καλοσχεδιασμένοι και τόσο όσο ήταν απαραίτητο για τον καθένα, με πρωταγωνιστή τον απόντα καρεκλά.

    Κοντολογίς, έχει χαρακτηριστικά πολύ δόκιμου συγγραφέα

  15. ΚΩΣΤΑΣ said

    Β. Μαλλιάρας έγραψε και το τραγούδι για τη Ραψανιώτισσα Όλγα Στραβάκου.

    https://www.ert.gr/perifereiakoi-stathmoi/larisa/apokalyptiria-toy-mnimeioy-tis-olgas-stravakoy-sti-rapsani/

  16. Χαρούλα said

    Καλημέρα! ΚΩΣΤΑ ωραία περιγραφή. Ζωντανή. Σαν να τα πίναμε μαζί τους.
    Σήμερα ευχαριστώ τρεις. Συγγραφέα, μεταφορέα, δημοσιευτή.

  17. Το αρχικό κομμάτι θέλει, κατά την γνώμη μου, ξαναγράψιμο, σκοντάφτει, μετά από τον διάλογο όταν ξύπνησαν ρέει ελεύθερα και ευχάριστα κι αφήνει καλή εντύπωση στο τέλος.
    Δεν κατέχω τα βόρεια ιδιώματα, ξέρω πως λέμε εδώ » θα την πέσω σε μια γκόμενα» αλλά όταν είναι για ύπνο λέμε σκέτο » πάω να την πέσω».
    Αυτό με τους εσωτερικο΄-εξωτερικού μου θύμισετην κουβέντα που είχα ακούσει στο γραφείο του Αβέρωφ από τον ίδιο που χαρακτήριζε τους του εσωτεικού «δικούς μας». Στην ΕΣΟ μου 4 ρηγάδες γιατροί είχαν γίνει αξιωματικοί στο ναυτικό ενώ τον ένα της πανσπουδαστικής τον κόψανε την παραμονή της ορκωμοσίας στα…αθλητικά ενώ ήταν βασικό στέλεχος εθνικής ανδρών του βόλλεϋ. Στις άλλες ειδικότητες το ξεσκαρτάρισμα είχε γίνει πιο νωρίς.

  18. leonicos said

    11 Voulagx

    κι εσύ ήσουν αποκάλυψη. ποτέ δεν είχαακούσει όλα αυτα τα υπέροχα πράγματα

  19. leonicos said

    Επιπλεον, μας έφερε σ’ επαφή με κάποιους υπέροχους ανθρώπους

    που δεν θα γνωρίζαμε με α΄λλον τρόπο

  20. Κιγκέρι said

    Καλημέρα!

    Αχ, πιάστηκα Κυριακάτικα με κάτι χαζοδουλειές και δεν προλαβαίνω να το διαβάσω προσεκτικά τώρα – θα το κάνω το απόγευμα. Πολύ βιαστικά να πω, ότι η προτομή του Καραγάτση που παραπέμπεις Νικοκύρη βρίσκεται, όχι στην πλατεία, αλλά στον προαύλιο χώρο του Αγίου Αθανασίου Ραψάνης, όμως το δέντρο πίσω της δεν είναι πλάτανος αλλά φτελιά, το καραγάτσι που έδωσε και το ψευδώνυμο στον συγγραφέα. Δίπλα στην πλατεία του χωριού υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Νεομάρτυρα εκ Ραψάνης, που ταιριάζει με το διήγημα. Όσο για τον πλάτανο που αναφέρεται μπορεί να είναι αυτός στην πλατεία κάτω από τον οποίον έπινε το τσιπουράκι του κι έπαιζε τάβλι ο Καραγάτσης!

  21. ΓΤ said

    @6, 16

    Δεξιόστροφος ιστορικός μεταφορέας
    αχθοφορία αράδων
    ανθοφορία νοημάτων
    προβληματισμού φορέας
    Θεσσαλονίκης ωραίας

  22. voulagx said

    #17@Τζη: Στη δικια μου ενας του κκε εγινε δοκιμος ενω ενας αλλος, μη κκε, εμεινε ασαρδελωτος.

  23. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  24. dryhammer said

    Ωραία ιστορία και καλά γραμμένη. Ρέει.
    [Άμα έχεις όρεξη μπορείς να βρεις πως δε γράφτηκε μονοκοπίς αλλά σε δόσεις, από τις μικροδιαφορές στη γλώσσα της κάθε μέρας (περιόδου;) που γράφτηκε]

  25. Παναγιώτης Κ. said

    «Ο καλλίφωνος Νικόλας, τραγουδώντας με βροντερή φωνή τα σαράντα παλικάρια, είχε σκεπάσει όχι μονάχα τη σιγαλιά της νύχτας, μα και τον πνιχτό ήχο του κλαρίνου, αφού τα πνευμόνια του κλαρινιτζή είχαν αδειάσει απ’ τον φόβο. Και ώ! του θαύματος, καθώς ο Νικόλας άρχισε να χορεύει, σαν περήφανος και πληγωμένος Ινδιάνος γύρω απ’ τον τάφο, ο κλαρινιτζής συνήλθε! Συγκινημένος απ’ τη θέρμη της φωνής του Νικόλα κι απ’ το αβίαστο κλάμα του Δημητρού, που ‘χε πέσει κλαίγοντας γοερά πάνω στο γειτονικό τάφο του πατέρα του. Πήρε βαθιά αναπνοή, σαν κουράγιο! Και τράβηξε μέσα του γενναία την κρύα ανάσα του Όλυμπου και το κλαρίνο μεταμορφώθηκε! Γιόμισ’ ο αγέρας δυνατή κι όμορφη μελωδία, αραίωσε η πυκνή νυχτιά, τραβήχτηκε το μαύρο σύγνεφο και φάνηκε φωτίζοντας η λαμπρή Σελήνη! Ο Γιώργης, ενθουσιασμένος άδειασε, πυροβολώντας ρυθμικά όλο τον γεμιστήρα. Οι πυροβολισμοί αντιλάλησαν σ’ όλη την πλαγιά, φτάνοντας μέχρι τα μακρινά παλιά λημέρια των ανταρτών σ’ όλες τις χαράδρες του Όλυμπου, μέχρι απέναντι στον Κίσσαβο!.»

    Αυτή η παράγραφος είναι η κορυφαία του αξιόλογου αυτού διηγήματος!

    Η επιθυμία του γέρου για αυτό το ιδιότυπο μνημόσυνο είναι μεν εντυπωσιακή αλλά δεν είναι πρωτόγνωρη.
    Το παρακάτω ΥΤ είναι διαφωτιστικό.

  26. sarant said

    12-20 Μάλιστα, ωραία. Μόνο περαστικός έχω βρεθεί στη Ραψάνη.

    11 Ώστε και ο Μαλλιάρας υπαρκτό πρόσωπο.

  27. ΓΤ said

    #0

    Επειδή ακριβώς υπάρχει μια υποδόρια επιμονή στην «οξώπορτα» και ταυτόχρονα το κλαρίνο απά’ στον τάφο είναι θρήνος αδόμενος, άρα έλεγος, βλέποντας μέσα από το πρίσμα μιας διάστροφης ανάγνωσης, τα «Σαράντα του καρεκλά» τα βιώσαμε ως τα «Ελεγεία της Οξώπορτας».

  28. # 22

    Εγώ λέω για την 77Β, με υπουργό Αβέρωφ υπουργό Εθν.Αμυνας, τους μη έχοντες μέσον τους διώχνανε σον Στρατο Ξηράς μόλις εμφανιζότουσαν να καταταγούν. Για τον συγκεκριμένο δεν ξέρω ποιός είχε εγγυηθεί χωρίς «εγγύηση» δεν έδινες καν εξετάσεις για αξιωματικός. Οταν έγινα είχα δει και το βιβλίο όπου δίπλα στο όνομα κάθε στρατεύσιμου αξιωματικού υπήρχε και ένα άλλο. Εσύ μάλλον μιλάς για αργότερα ή για τον στρατό όπου δεν γινόσουνα αξιωματικός αλλά δόκιμος, στο ναυτικό ο βαθμός ήταν μεν τιμητικός αλλά είχες όλα τα προνόμια του κκανονικού αξιωματικού. Στον στρατό και δικοί μου γνωστοί αριστερών πεποιθήσεων είχαν γίνει δόκιμοι

  29. Παναγιώτης K. said

    Βάιος Μαλλιάρας (Βάγιος στην τρέχουσα…)
    Από τους πιο σπουδαίους κλαρινίστες της χώρας.
    Υπάρχει ένας ποιμενικός σκοπός που λέγεται «σκάρος» και με αυτόν ο κάθε κλαρινίστας δείχνει τις ικανότητες του στο όργανο.
    Ο υποφαινόμενος, ως συστηματικός ακροατής της δημοτικής μας μουσικής, είχα την όρεξη να ακούσω και να «αξιολογήσω» την εκτέλεση του σκάρου από 92 διαφορετικούς κλαρινίστες. (Ας είναι καλά το…ΥΤ)
    Δύο ήταν τα κριτήρια. Το ένα, η δεξιοτεχνία (καθαρός ήχος χωρίς φάλτσα) και το άλλο, το «μουσικό συναίσθημα» που εκδηλώνει με το παίξιμό του ο οργανοπαίχτης. Ονομάζω «μουσικό συναίσθημα» τις ξεχωριστές μουσικές φράσεις που χρησιμοποιεί ο κάθε εκτελεστής και ο ξεχωριστός τρόπος που περνάει από την μία μουσική φράση στην άλλη. Έβγαλα λοιπόν τον μέσο όρο και ξεχώρισαν οι εξής 4.
    Βάιος Μαλλιάρας (από τον Πυργετό) , Μιχάλης Πανουσάκος (από την Κόνιτσα), Πετρολούκας Χαλκιάς (από το Δελβινάκι Ιωαννίνων) και Τάσος Χαλκιάς (από την Γρανιτσοπούλα Ιωαννίνων)
    Να μη νομισθεί ότι οι άλλοι 88 στο παίξιμο του κομματιού αυτού υστέρησαν. Αν οι παραπάνω κινήθηκαν από το 99 έως το 100 (εκατοντάβαθμη κλίμακα) οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους κινήθηκαν από το 95 έως το 99)

  30. Παναγιώτης Κ. said

    @28
    77Β ΕΣΣΟ. Τι σύμπτωση!

  31. Alexis said

    #17: Εμένα το «θα την έπεφτε για ύπνο» με ξενίζει όχι γιατί δεν λέγεται αλλά γιατί δεν «κολλάει» με την υπόλοιπη ατμόσφαιρα. Θεσσαλικό χωριό, ψήγματα ντοπιολαλιάς και «θα την έπεφτε για ύπνο» δεν πολυπάνε.
    Και πόσο ρεαλιστικό είναι άραγε να υπάρχει τοπική κομματική οργάνωση του ΚΚΕ εσωτερικού στη Ραψάνη, να κάνει ετήσιο χορό (με πόσα άτομα; 🙂 ) και να προσκαλεί και τον διοικητή του τοπικού Σταθμού Χωροφυλακής;

  32. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Κώστα, η Θεσσαλία φημίζεται πρωτίστως για τις γυναίκες της, αλλά και στην λογοτεχνία καλά τα πάτε! 🙂 Ωραίος ο φίλος σου!

  33. voulagx said

    #31: Λέει ότι «Ο Μαλλιάρας είχε πεθάνει προ πολλού, όμως οι επίγονοι μαθητές του διατηρούσαν τα σκήπτρα στο όργανο.» άρα η ιστορία διαδραματίζεται μετά το 1988 που πέθανε ο Μαλλιάρας, ίσως επί συγκυβέρνησης.

  34. Αράουτ said

    Καλησπέρα κι από εμάς. Ο συγγραφεύς του διηγήματος ξέρει να γράφει και η βασική του ιδέα (ένας γερο-κουκουές αποφασίζει να αυτοκτονήσει για λόγους υγείας + ευθανασίας και δίνει εντολές για την κηδεία του) είναι ενδιαφέρουσα. Ωστόσο, το διήγημα πάσχει από πολύ σοβαρά πραγματολογικά λάθη, που προκαλούν γέλια στους γνώστες των Θεσσαλικών πραγμάτων.

    1) Στην Ραψάνη και σε ολόκληρη την γύρω περιοχή, όλοι οι καρεκλάδες ήσαν Γύφτοι και ούτε ένας απ’ αυτούς δεν υπήρξε ενεργός κομμουνιστής (αν μη τι άλλο, οι Γύφτοι δεν είναι κορόϊδα). Ο κ. Υδάτης διάλεξε λάθος επάγγελμα για τον ήρωα του διηγήματός του, που δείχνει είτε παντελή άγνοια, είτε ασύγγνωστη αφέλεια

    2) Ο μπαρμπα-Βασίλης εμφανίζεται να μή θέλει την αποστολή στεφανιών στην κηδεία του από τους κουκουέδες εσωτερικού. Αυτό ουδέποτε θα μπορούσε να συμβεί στην πραγματικότητα της ευρύτερης Θεσσαλίας, είναι τραβηγμένο από τα μαλλιά

    3) Ο μπαρμπα-Βασίλης εμφανίζεται να μή γουστάρει τους παπάδες και να ζητάει να βαδίζουν στο τέλος της επικήδειας τελετής. Αυτό ποτέ δεν θα το ζητούσε κάποιος κάτοικος της Ραψάνης και της ευρύτερης περιοχής. Η συντριπτική πλειοψηφία των Θετταλών, που μπήκε στον Κομμουνιστικό Αγώνα, ήσαν χριστιανούληδες που πίστευαν ότι γινόμενοι κουκουέδες θα έφερναν συντομότερα την Βασιλεία των Ουρανών επί της Γής, δηλαδή την Ισότητα, την Αγάπη και την Δικαιοσύνη για όλους τους ανθρώπους

    4) Οι λογοτεχνίζουσες λέξεις που χρησιμοποιεί στους διαλόγους του διηγήματος ο κ. Υδάτης δείχνουν πως έχει μαύρα μεσάνυχτα από την Θεσσαλική διάλεκτο της Ραψάνης και των πέριξ. Ουδεπώποτε ένας Ραψανιώτης ή άλλος Θετταλός θα χρησιμοποιούσε τον τύπο «ψές» για το χθές. Αυτά είναι εφευρέσεις της Γενιάς του 30 (Κόντογλου, Μυριβήληδων, Τερζάκηδων, Θεοτοκάδων και σία) και δεν έχουν καμμία σχέση με το λεξιλόγιο των Θετταλών

    Είπαμε και ελαλήσαμε και αμαρτίαν ούκ έχομεν

    ΥΓ-1: Προ 20 λεπτών, η έγκυρη Alexa ανεκοίνωσε ότι το Σαραντάκειον Ιστολόγιον ανέβηκε στην 796η θέση της εν Ελλάδι Βαθμολογίας, σπάζοντας για πρώτη φορά στην καριέρα του το ψυχολογικό φράγμα του 800 και δημιουργώντας νέο ατομικό ρεκόρ 12ετίας. Ας βγεί ο κ. Σαραντάκος να μάς πεί πού κατά την γνώμη του οφείλεται η ραγδαία αυτή άνοδος του Ιστολογίου τις τελευταίες 133 ημέρες. Εμείς δεν είδαμε να αλλάζει τίποτα πλήν των σχολιών του Αράουτ και του Επιτελείου του

    ΥΓ-2: Όσοι αναγνώσται επιθυμούν ένα αξιόλογο χαρτζηλίκι, ας μάς ακούσουν για μία και μοναδική φορά και δεν θα χάσουν: Σάς δίνουμε δύο σίγουρα για τα αποψινά (24.1.2021) μάτς: Ο ΠΑΟΚ και ο Θρύλος δεν κερδίζουν με τίποτα. Παίξτε άφοβα 1 – Χ τον Ατρόμητο και Χ – 2 την ΑΕΚ και θα μάς θυμηθείτε σε 8,5 ώρες από τώρα που θα πάτε Ταμείο να εισπράξετε

  35. Alexis said

    Προσπαθώ να τοποθετήσω χρονικά το διήγημα αλλά σκοντάφτω σε κάποιες πραγματολογικές ανακολουθίες.
    Σίγουρα πριν το 1984, αφού μιλάει για Χωροφυλακή. Άρα πρέπει να πάμε λίγα χρόνια πίσω (τέλη ’70ς) οπότε «δένει» και η αμοιβή με τρία χιλιάρικα που είχαν τάξει τα ξαδέρφια στους οργανοπαίχτες. Πράγματι το 78-79 τα τρία χιλιάρικα ήταν μια καλή αμοιβή για μια τέτοια δουλειά.
    Όμως… Όμως το πράγμα κολλάει σε μια λεπτομέρεια… Τα …πεντοχίλιαρα τα οποία κυκλοφόρησαν το 1984! Έτσι, τέλη ’70ς αποκλείεται η Ελένη να έβγαλε τέσσερα πεντοχίλιαρα από το πορτοφόλι του άντρα της. Άρα πάμε μετά το ’84, και δεχόμαστε ότι η αναφορά σε χωροφύλακες είναι από κεκτημένη ταχύτητα. Τότε όμως, ας πούμε το ’85-’86, τα τρία χιλιάρικα της αρχικής αμοιβής φαίνονται απελπιστικά λίγα…
    Οπότε…;;;

  36. Alexis said

    Τώρα είδα το #33. Αγνοούσα τα περί θανάτου του Μαλλιάρα. Αν είναι έτσι και πάμε στο ’90, τότε είναι πολύ λίγα τα τρία χιλιάρικα που τους τάζουν για να παίξουνε. Και η Χωροφυλακή έχει καταργηθεί προ εξαετίας, το «χωροφύλακες» λέγεται συμβατικά.

  37. ΚΩΣΤΑΣ said

    21 ΓουΤού μου, κορόιδευε εσύ, αλλά έτσι είμαι εγώ. Ασχολούμαι με τον πρωτογενή τομέα παραγωγής και δημιουργίας πολιτισμού. Με τα μικρά, τα ασήμαντα, τα τοπικά, τα αδημοσίευτα, τα παντελώς άγνωστα… Τα μεγάλα τα αφήνω για τ΄ς τρανοί επιστήμονοι. Βέβαια, μη νομίζεις ότι κερδίζω κάτι από αυτά, έτσι γούστο μου, μια γλυκιά τρέλα είναι.

    Πληρώ απόλυτα τους στίχους του άζματος που λέει:
    Είχα γυναίκα, είχα και ζα,
    είχα μια Βάσω με βυζά,
    μα προκοπή δεν είχα. 😜

    31 Αλέξη, μιλάμε για παλιότερα, υπήρχαν και στα χωριά τοπικές οργανώσεις των κομμάτων. Και γραφεία να μην είχαν, διοργάνωναν κομματικές συνάξεις. Κι εντάξει, μιλάμε για λογοτεχνικό διήγημα, όχι για ένορκη κατάθεση! 😉

    32 Γιώργη, λογοτεχνία, κορίτσια, τσίπουρο, τρίπτυχο είναι… 🤣

  38. sarant said

    27 !

    35 Οι χωροφύλακες είναι κεκτημένη ταχύτητα, δες και τον θάνατο του Μαλλιάρα. Αλλά δεν είναι ανάγκη να συμπίπτουν όλα τα στοιχεία.

  39. ΓΤ said

    37@

    Αν δέσεις το #21 με το #27, θα δεις ότι το #21 εκτιμά.

  40. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @31, 37. Αντί να σκάσετε στα γέλια για το έξυπνο λογοτεχνικό θάψιμο του ΚΚΕεσ (αυτό υπονούσαν οι ΚΚΕ-κομμουνιστές όταν πυροβολούσαν τους άλλους- τις σχέσεις και την γεφυροδομική πρόθεση με κλάδους του δεξιού εξουσιαστικού πλέγματος 🙂 ) προσπαθείτε να διερευνήσετε την αληθοφάνειά του!

  41. Alexis said

    #37: Σ’ ευχαριστώ για την απάντηση Κώστα, και σ’ ευχαριστούμε ούτως ή άλλως για το σημερινό, όπως και το Νικοκύρη και το συγγραφέα βέβαια!

    #40: Άλλης τάξεως θέμα αυτό! 😆

  42. Στα βόρεια ιδιώματα το ψες/ιψές είναι μάλλον ζωντανό. Η σχέση μου πάντως με τη γνωστή οικογένεια Χρυσοχόου δεν μου επέτρεψε να το διαπιστώσω ούτε και η διαβίωση μου στο Βόλο.

  43. ΚΩΣΤΑΣ said

    42 Το ψες/ιψές νομίζω ότι παραμένει ζωντανό στη Θεσσαλία, τουλάχιστο τότε που ζούσα εγώ εκεί το άκουγα συχνά. Και βέβαια δεν έχει τη σημασία του χθες (34δ Αράουτ) αλλά χθες το βράδυ.

  44. ΚΩΣΤΑΣ said

    43 περαιτέρω διευκρίνιση

    ψες/ιψές/εψές, αναφέρεται στο προηγηθέν βράδυ της ημέρας που αναφερόμαστε. Έχει αντιστοιχία με το χθες/προχθές/αντιπροχθές, αναφέρεται όμως στην προηγηθείσα νύχτα, όχι στην ημέρα, πχ: ψες/προψές/αντιπροψές

  45. Alexis said

    Το ψες το έχω ακούσει σε Ήπειρο και Ξηρόμερο αλλά όχι μόνο. Το έλεγε π.χ. μια Εβρίτισσα συμφοιτήτρια μου τω καιρώ εκείνω… 🙂

  46. Spiridione said

    Εγώ το ψες το ξέρω από την Ξανθούλα του Σολωμού και το θεωρούσα πάντα ποιητικό.

  47. 46: Όχι απ’ τον Βάρναλη;

  48. Spiridione said

    47 Ε, πρώτα την Ξανθούλα άκουσα στη ζωή μου – Επτάνησα γαρ – και μετά τους Μοιραίους.

  49. voulagx said

    Η ταβερνα του Μαργκά πρεπει να ηταν αυτη ο Γιώργος Μαργκάς με τους παραδοσιακούς κεφτέδες,
    Και φυσικα το εψες ειναι πανελληνιο, αρα και θεσσαλικο.

  50. Αράουτ said

    Παρακαλείται ο αγαπητός μας κύριος Σαραντάκος να βγεί και να μάς πεί το εξής: Γιατί ενώ εδώ και κάποιες ώρες 1η είδησις σε όλο τον Πλανήτη είναι ότι βρέθηκε το φάρμακο για τον covid-19 και δεν είναι άλλο από την περίφημη κολχικίνη («κολχικόν» στα αρχαία ελληνικά) , το παρόν Ιστολόγιο κρατεί στάσιν παλαιάς Αρσακειάδος (= η σιωπή μου προς απάντησίν σου);

    Όπως μεταδίδουν εδώ και ώρες τα Διεθνή Πρακτορεία, ο πρώτος που αντελήφθη την θαυματουργή δράση της κολχικίνης σε μιά σειρά από θανατηφόρες ασθένειες ήτο ο θρυλικός Έλλην ιατρός Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος (10 μ.Χ – 90 μ.Χ.) στο μνημειώδες σύγγραμμά του «Περί Ύλης Ιατρικής»

    Σε Παγκόσμια Αποκλειστικότητα, ΑΝΑΡΤΑΜΕ το σχετικό απόσπασμα του Διοσκουρίδη όπου ο Μέγας Έλλην ιατρός περιγράφει τις θαυματουργικές ιδιότητες της Κολχικίνης η οποία βγαίνει από το φυτόν «κολχικόν» που είναι «ξαδερφάκι» του κρόκου

  51. Μαρία said

    48
    Κι εγώ πρώτα την Ξανθούλα άκουσα και γι’ αυτό θεωρούσα το ψες πανελλήνιο. Ιδιωματικές θεωρώ ποικιλίες που αναφέρει ο Κώστας, ι/εψές.
    Να προσθέσω και το ιμπζέ με παχύ ζ. π.χ. ιμπζέ πήγαμι ζντου σ(παχύ)ινιμά.

  52. Πέπε said

    Η λέξη (ε)ψές = «χτες το βράδυ» είναι ολοζώντανη. Μπορεί να μη λέγεται από όλους τους απανταχού Έλληνες, αλλά θα μπορούσε κάλλιστα γιατί σημαίνει κάτι συγκεκριμένο που, αλλιώς, μόνο με περίφραση αποδίδεται.

    Η αρχική λέξη, το αρχαίο οψέ, σημαίνει αργά. Εδώ υπάρχει κάτι πολύ ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς:
    -η ίδια η λέξη «αργά» σε αρκετά ιδιώματα σημαίνει «το βράδυ», π.χ. «κάθ’ αργά = κάθε βράδυ». Στην Κρήτη λένε και την αργατινή, δηλαδή βραδιά (καλή αργατινή = καλησπέρα).
    -όμως η κυριολεξία του «αργά» είναι βέβαια «όχι γρήγορα». Ακριβώς το ίδιο δηλαδή που συμβαίνει και με το «βράδυ» (βραδύ = όχι γρήγορο)
    -το ακριβώς ανάλογο φαινόμενο έχουμε και με τις λέξεις ταχιά / ταχύ / το ταχύ, που αρχικά σημαίνουν γρήγορο / γρήγορα αλλά σε πολλά ιδιώματα σημαίνουν «το πρωί»
    -ταχιά, εκτός από «πρωί», μπορεί επίσης να σημαίνει ειδικότερα «αύριο το πρωί» ή και σκέτα «αύριο»
    -το να σημαίνει η ίδια λέξη «πρωί» και «αύριο» το βρίσκουμε και στα ισπανικά (μανιάνα). Και σε άλλες γλώσσες άραγε; Τάχα το -mor- στο tomorrow έχει σχέση με το morning?
    -συνδυασμός του οψέ (αρχ. σημ. = «αργά») και του ίδιου του «αργά» είναι το κρητικό «οψάργας», που σημαίνει χτες το βράδυ (δηλαδή «ψες»)
    -εννοείται ότι οι αρχικές (οι αρχαίες δηλαδή) σημασίες των επιθέτων ταχύς και βραδύς έχουν χαθεί από τα ν/ελλ ιδιώματα, όπου χρησιμοποιούνται άλλα, κοινότερα συνώνυμα (γρήγορος / γοργός, αργός). Αν ξέρει κανείς εξαιρέσεις ας τις πει, αλλά δεν το πολυπεριμένω. Αντίθετα, η αρχική σημασία του οψέ, «αργά» (ως προς τη χρονική τάξη, δηλαδή ύστερα από κάτι άλλο ή από κάποιο χρονικό όριο), σώζεται στο «έψιμος», που είναι ο όψιμος (είναι και επώνυμο).

  53. Γιάννης Κουβάτσος said

    Στην Κύπρο μόνο ψες λένε. Και πολλοί το γράφουν κιόλας σε επίσημα κείμενα (π.χ. άρθρα εφημερίδων).

  54. Πέπε said

    Να βάλουμε κι ένα μοιρολόι με τον Βάγιο Μαλλιάρα.

    Αυτά τα μοιρολόγια του κλαρίνου (οργανικοί σκοποί) αποτελούν, κυρίως στην Ήπειρο, την εισαγωγή στα γλέντια. Άρρητη αναφορά στους νεκρούς του καθενός, σαν να τους καλούν να συμμετάσχουν κι αυτοί στο γλέντι όπως συμμετείχαν και όσο ζούσαν.

    Για να πω την αλήθεια δεν είναι το καλύτερο μοιρολόι κλαρίνου που έχω ακούσει. Ή το είδος είναι αποκλειστικά ηπειρώτικο, οπότε ο Θεσσαλός Μαλλιάρας δεν το πετυχαίνει τόσο καλά, ή υπάρχει και θεσσαλικό μοιρολόι και μπορεί ο Μαλλιάρας να παίζει μια χαρά αλλά εγώ, συνηθισμένος στα ηπειρώτικα, να μην ξέρω να το ακούσω σωστά.

    Πάντως σε επικήδειο ή επιμνημόσυνο γλέντι, όπως περιγράφεται, αυτό θα έπαιζε.

  55. Αράουτ said

    Παντελώς αστοιχείωτοι, Πέπε (52) και κύρ Κώστα (44),

    πού το βρήκατε γραμμένο ότι «(ε)ψές» σημαίνει «χτες το βράδυ»; Πουθενά στα Δημοτικά Τραγούδια το «ψές» δεν σημαίνει «βράδυ». Αν είναι δυνατόν στο περίφημο τραγούδι της Ηλείας για την παπαδιά που εξαφανιζόταν εν αγνοία του παπά, να εννοεί ο λαϊκός δημιουργός ότι η παπαδιά συναντούσε τους εραστές της το βράδυ. Σοβαροί να είμαστε

  56. Κιγκέρι said

    Ήρθες εψές στον ύπνο μου…

  57. ΓΤ said

    45@

    Ναι, αλλά σε μια εβρίτικη ανθολογία αποκαλύπτεται και πότε σ’ το ‘λεγε:

    «Αλέξη μου, τι καυτός που ήσουν ψες. / Με στράγγιξες, όπως τον λουκουμά ο κεψές».

  58. Πέπε said

    55
    Αντί να ψάχνεις απίθανες βιβλιογραφικές πηγές που ούτε τις έχεις ξαναδεί ούτε τις καταλαβαίνεις, πες απλά «εγώ ρε παιδιά δεν την έχω ακούσει αυτή τη λέξη, δεν τη λέγανε σπίτι μου».

    Κι αφού το πεις και ξαλαφρώσεις, μετά πάνε βρες την παπαδιά και ζήτα της ραντεβού να δούμε τι ώρα θα σου πει.

  59. Πέπε said

    (Εκτός αν το «περίφημο» τραγούδι γράφτηκε τώρα τους τελευταίους μήνες, που η παπαδιά γυρνάει σπίτι πριν τις εννιά.)

  60. Κιγκέρι said

    Ορίστε:

    https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=ψες

  61. Πέπε said

    Οψές απού ‘πινα ρακές με κάποιο σύντεκνό μου

    Ως γνωστόν η ρακή πίνεται κάθε ώρα, οπότε μάλλον έχει δίκιο ο Αράουτ, πρωί έγιναν όλα αυτά.

  62. Κιγκέρι said

    Σκάρο βάλατε, μοιρολόι βάλατε, ας βάλω κι εγώ τη Σβαρνιάρα Καραγκούνα του Μαλλιάρα:

  63. Χαρούλα said

    Το -ψες=χθες βράδυ- είναι αυτονόητο, δεδομένο στον Έβρο. Αρχές του 80 όμως που σπούδαζα, οι νοτιοελλαδίτες φίλοι, δεν το έλεγαν, αντίθετα μας πείραζαν όπως και με τα όζα-μανό, με-σε κλπ

  64. Μην ξεχάσουμε και της «οψίας» την (αποκλειστικά ευαγγελική) διάδοση.

  65. Alexis said

    #57: Ε, δεν παίζεσαι!!! 😆 😆 😆

  66. aerosol said

    Νομίζω είναι η πρώτη φορά που βρίσκω σε ελληνικό κείμενο το σλάβικο «μπλιατ», που εδώ αντιστοιχεί στο γαμώτο. Ακούγεται στο βορρά;

    #63
    Όζα και φούιτ είναι δυο λέξεις που έμαθα μεγάλος και άγνωστες στο νότο. Το ψες είναι γνωστό και κατανοητό, ακόμα κι αν δεν λέγεται. Ή μαλλον κάποιες φορές λέγεται κι όλας -τουλάχιστον λεγόταν πού και πού από τους παλιούς.

  67. Δημήτριος Καραγιώργης said

    φουίτ, στο ι ο τόνος, ηχοπαράγωγη λέξη, από τον ήχο του αέρα που βγαίνει από τη σαμπρέλα.

  68. sarant said

    52 Nα ένα άρθρο σε περίληψη.

    Στα γερμανικά το Morgen είναι «πρωί» και «αύριο»

    63-66 Πράγματι. Ενας δάσκαλος βορειοελλαδίτης είχε βάλει στα παιδιά (του ελληνικού σχολείου στο Λουξ) να φτιάξουν τη λέξη «όζα» και τότε συνειδητοποίησε ότι τα περισσότερα δεν την ήξεραν.

  69. sarant said

    67 Πιθανώς όμως από το γαλλ. fuite. Από τους Γάλλους στρατιωτικούς στο Μακεδονικό μέτωπο.

  70. aerosol said

    #67 & 69
    Σας μερσώ!

  71. Δημήτριος Καραγιώργης said

    69 <– μάλλον έχετε δίκιο. Το ανέφερα περισσότερο ως άκουσμα από μεγαλύτερους μου στο χωριό όταν κάναμε κόντρες με τα ποδήλατα και σίγουρα δεν είχαν γνώσεις

  72. 66 Το μπλιατ το άκουγα σε κάποιο σίριαλ. Δεν θυμάμαι ποιο, με στρατό είχε να κάνει και το συνήθιζε ένας από τους στρατιώτες εκεί (π.χ. τι λες ρε μπλιατ), αλλά δεν ήξερα τι σημαίνει. Αλλά όπως έχουμε πει πολλές φορές, στου Σαραντάκου λύνονται όλες οι απορίες, ακόμα κι αυτές που δεν έχεις συνειδητοποιήσει πως τις έχεις 🙂

  73. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Καλογραμμένο, καλοοργανωμένο. Εύγε.
    Δεν μ΄αιφνιδίασε στην πλοκή (γνωστά τέτοια επιμνημόσυνα «γλέντια» στην Κρήτη), παρά μόνο στο αντικκεσ. μένος. Σα να γράφτηκε για να ειπωθεί αυτό. Να πέσει το καρφί. Θα περίμενα ο γέρο αντάρτης να αρνιόταν την παρουσία στο ξόδι του, σε άλλους (ή και σ΄άλλους). Οι οικείοι, εξαιρούνταν άραγε από την …εξαίρεση, ή (δεδομένο) όλοι ήσαν «καθαρόαιμοι»; 🙂
    Φοβιτσάρηδες μπρε όμως οι εν λόγω Θεσσαλοί!
    Μα δίσταζαν/κώλωσαν επειδή νύχτα και νεκροταφείο; Αντροπαρέα κιόλας; 🙂

  74. Γιάννης Ιατρού said

    χαιρετώ,

    το πόνημα δεν το διάβασα, τα σχόλια πολύ διαγωνίως. Οπότε στρώνομαι στη δουλειά 🙂

    68b Ναι, αλλά το ένα γράφεται με κεφαλαίο (πρωί) και το άλλο με μικρό (αύριο)

  75. sarant said

    74 Αφού το ένα είναι ουσιαστικό και το άλλο επίρρημα;

  76. Μου άρεσε, ρέον κείμενο. Μόνο κάποιες λέξεις μου χτύπησαν κάπως. Σομπρέρο, ογδοηκοντούτης, ο έτερος, ίσως και κάποιες ακόμα.

    Αυτό με τους χωροφύλακες μου θύμισε τον Σβέικ που τον έσερνε από καπηλειό σε καπηλειό ο φαντάρος που είχε διαταγή να τον παραδώσει στη διοίκηση, μέχρι που έγινε τύφλα (ο φαντάρος, όχι ο Σβέικ).

  77. Γιάννης Ιατρού said

    75: Ναι, τα ουσιαστικά γράφονται με κεφαλαία.

  78. leonicos said

    74 ως επίρρημα, με μικρό ως ουσιαστικο με κεφαλαίο

    τίποτα το παράξενο γι τα γερμανικά

  79. leonicos said

    76 το σομπρέρο ήταν λίγο ξεκάρφωτο όντως

  80. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    52 Οψές, οψάργας, οψές το βράδυ, ψεσιναργατινό (φαϊ πχ)
    Ψεσινός («δεν είσ εδά και ψεσινός»= τόσο νέος, άπειρος)
    Οπροθές (οπροθεσινός),προχθές

  81. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

  82. Ναι, ψισνός, προυψισνός. Όπου φαίνεται και η σημασία «χθες» καθ΄ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

  83. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλησπέρα.

    Μοῦ ἄρεσε κι ἐμένα. Ὅπως προαναφέρθηκε τέτοια ἐπιτάφια (στὴν κυριολεξία) γλέντια δὲν εἶναι ἀσυνήθιστα σ᾿ ὁλόκληρη τὴν Ἑλλάδα.
    Μοῦ ἄρεσε ἡ ἀνάπτυξη τοῦ μύθου, ἂν καὶ ὑπάρχουν κάποιες διατυπώσεις, ὅπως ἐπισημάνθηκε κι ἀπὸ προηγούμενους σχολιαστές, ποὺ δὲν ταιριάζουν μὲ τὸ γενικὸ ὕφος καὶ τὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ διηγήματος.

    Εὐχαριστοῦμε τὸν συγγραφέα, τὸν Νικοκύρη γιὰ τὴ φιλοξενία καὶ τὸν Κώστα ποὺ τὸ μετέφερε.

    Ἐλπίζω νὰ δοῦμε κι ἄλλα δείγματα γραφῆς τοῦ Ἀλέξανδρου Ὑδάτη καὶ νὰ μπορέσουμε νὰ συζητήσουμε μαζί του μέσα ἀπὸ τὴ φιλόξενο ἱστολόγιο τοῦ Νικοκύρη.

    Γιὰ παράδειγμα θὰ ἤθελε νὰ τὸν ρωτήσω πῶς προέκυψε τὸ φιλολογικό του ψευδώνυμο (ἔτσι νομίζω), ποὺ θυμίζει τὴν τελευταία μάχη τοῦ Μακεδόνα στρατηλάτη ἐναντίον τοῦ γενναίου Ἰνδοῦ βασιλιᾶ Πώρου στὸν Ὑδάσπη ποταμό.

    Τυχαῖα; Δὲ νομίζω. 🙂

  84. 73 Εμένα που διάβαζα Ρίζο τη δεκαετία του ’80 δεν με ξένισε καθόλου 😉

  85. aerosol said

    #72
    Χμ, ενδιαφέρον. Βέβαια σε στρατιωτικό πλαίσιο μπορεί κανείς να σκεφτεί πως κάποιος Έλληνας τη διασποράς ή Ρωσοπόντιος μπορεί να το χρησιμοποιεί. Αναρωτιέμαι αν υπήρχε ή υπάρχει σε αμιγώς ελλαδίτικους πληθυσμούς.

  86. ΚΩΣΤΑΣ said

    82 >> Ναι, ψισνός, προυψισνός. Όπου φαίνεται και η σημασία «χθες» καθ΄ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

    Δημόσιε Χώρε, σε αυτό διαφωνώ κάθετα, πως να το πω! Στη μητρική μου, όπως το ένιωσα εγώ, το ψες είναι από αργά το απόγευμα – σούρουπο κι όλη τη νύχτα, με τίποτα «χθες» καθ΄ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

    Αν υπάρχουν και περιοχές που το εννοούνε έτσι, πάω πάσο.

    Να ρωτήσω όμως, σε έναν πλεονασμό μπορώ να πω την έκφραση: ψες το βράδυ. Μπορώ να κάνω το ίδιο στην έκφραση ψες το μεσημέρι;

  87. ΓΤ said

    αθλητική κίνηση

    Ατρόμητος-ΟΣΦΠ 0-1
    ΠΑΣ-Βόλος 0-1
    Παναιτωλικός-Λαμία 0-0
    ΠΑΟΚ-ΑΕΚ 2-2

    Καραϊσκάκης-Χανιά 1-1
    Παναχαϊκή-ΟΦΙ 2-0
    Εργοτέλης-Λεβαδειακός 0-1
    Ιωνικός-Τρίκαλα 1-1

    ΑΕΛ-ΠΑΟ 89-98

  88. sarant said

    87 Oπότε; Κέρδισε όποιος ακολούθησε τις γνωστές συμβουλές;

  89. Πέπε said

    @81
    Αυτό δεν είναι γλέντι. Είναι ένας τραγουδιστός αποχαιρετισμός, και με όργανα. Γίνεται σε πολλά μέρη της Ελλάδας (αν και εγώ μόνο από το ΥΤ το ξέρω), και βρίσκω ότι είναι πράγμα ωραίο, σεβαστικό και ταιριαστό. Κατεξοχήν γίνεται όταν ο μακαρίτης είναι μουσικός ο ίδιος. Υπάρχουν και άλλα μέρη που δεν το αφήνει η Εκκλησία!

    Και τις μπαλοθιές πάλι τις βρίσκω ωραίες και ταιριαστές, αρκεί βέβαια να υπάρχει προσοχή και κάποιο εύλογο μέτρο. Πάντως έτσι όπως είδα το βίντεο, η κίνηση ενός οπλισμένου χεριού (που ξεφύτρωνε από αόρατο σώμα) προς τα πάνω, στον ουρανό, όσο κι αν υπαγορεύεται από τη στοιχειώδη προφύλαξη, ήταν και σαν συμβολισμός δυνατή. Στην Κάλυμνο (που τους Κρητικούς τους έχουν για φλώρους) παίζουν δυναμίτες, και έχει σκοτωθεί κόσμος. Αυτό είναι λίγο καφρίλα. Και χωρίς σκοτωμούς, πάλι είναι λίγο.

    Όμως έχω ακούσει και περιπτώσεις κανονικού γλεντιού. Και στην Κρήτη το έχω ακούσει, από μία μεμονωμένη αφήγηση αρκετών δεκαετιών, που όμως μου φαίνεται ίσως λίγο τερατολογική. Και δεν ήταν καν επιτάφιο, ήταν στο ξενύχτι του μακαρίτη, στο σπίτι του. Οι ετεόκρητες του ιστολογίου επιβεβαιώνουν την ύπαρξη τέτοιας συνήθειας;

  90. Πέπε said

    @86 τέλος

    Σε υπερατλαντικό τηλεφώνημα ίσως. Εκεί και «θα πάω χτες» μπορεί να στέκει.

  91. Πέθανε ο Σήφης Βαλυράκης. Εδώ κοντά στην Ερέτρια είχε σπίτι και εκεί χάθηκε με τη βάρκα του. Από το μεσημέρι σήμερα τον αναζητούσαν και πριν λίγο τον βρήκαν σε ένα μικρό νησάκι (το νησί των ονείρων) και αλλού τη βάρκα.
    Μυθοστορηματική η ζωή του και οι αποδράσεις του στη διάρκεια των φυλακίσεών του στη χούντα.
    https://www.efsyn.gr/ellada/koinonia/278297_nekros-brethike-o-sifis-balyrakis

  92. Γιατί μ’ έπιασε η μαρμάγκα;

  93. ΓΤ said

    88@

    Μόνο αν παίζονταν ως ξερά σημεία (κόντρα γαύρο και κόντρα βουλγάρια, και με ίδια χρήματα τοποθέτησης ανά σημείο), προέκυπτε κέρδος 6,25%.

  94. ydates said

    Καλησπέρα!
    Είναι η πρώτη φορά που δημοσιεύεται ένα κείμενό μου, σ’ ένα ειδικό ιστότοπο, με σημαίνον ειδικό βάρος για τις λέξεις, τη γλώσσα και τη λογοτεχνία. Που δίκαια έχει κατακτήσει την κοινή αποδοχή και την μεγάλη εκτίμηση των ανθρώπων που αγαπούν τη γλώσσα, τα βιβλία και τις λέξεις. Δεν σας κρύβω πως πάνε χρόνια τώρα, που έχω εγγραφεί συνδρομητής και λαβαίνω καθημερινά και με συνέπεια τα ηλεμηνύματα του κ. Σαραντάκου. Διαβάζω σχετικά συχνά τις αναρτήσεις που μ’ ένδιαφέρουν. Όμως δεν είχε περάσει ποτέ απ’ τη σκέψη μου η πιθανότητα να δω δημοσιευμένο δικό μου κείμενο. Επειδή, γράφω αραιά και που κά’να διήγημα, που συνηθίζω να το μοιράζομαι μονάχα με τους φίλους μου, με τον στενό περίγυρό μου. Ένας τέτοιος φίλος είναι και ο Κώστας. Που είναι τακτικός αναγνώστης και συνομιλητής στον ιστότοπο τούτο. Δική του είναι η ιδέα και η πρωτοβουλία που έφερε τα “σαράντα του καρεκλά” στη σημερινή δημοσίευση. Κι αυτό μου άρεσε πολύ!
    Επειδή είχα την ευκαιρία και την απόλαυση, να κριθώ από ένα πολύ ειδικό κοινό, που δεν το γνωρίζω και που δεν με γνωρίζει. Κατά συνέπεια αμερόληπτα! Κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό!
    Σας παρακαλώ δεχτείτε την βαθιά ευγνωμοσύνη μου που το διαβάσατε! Άλλωστε τι νόημα μπορεί να έχει ένα αδιάβαστο κείμενο;
    Δεχτείτε επίσης τις θερμές ευχαριστίες μου σε όσους και όσες μπήκαν στον κόπο κι έκαμαν κριτική. Μου είναι πολύτιμη!
    Ιδιαίτερη ευχαριστία οφείλω στον Κώστα, που ξεπέρασε την “ατολμία” μου, την αγνόησε και μ’ έκαμε τελικά να νιώσω πολύ όμορφα.
    Είναι μεγάλη μου τιμή που ο κ. Σαραντάκος μου έδωσε τόπο στο σπουδαίο βήμα του και τον ευχαριστώ πολύ μέσα απ’ την καρδιά μου.
    Τέλος ανταποκρινόμενος στην προτροπή του Leonicos said, ναι θα ήθελα πολύ να μπω στην παρέα σας!
    Σας ευχαριστώ!

    Αλέξανδρος Υδάτης

  95. sarant said

    94 Εμείς σας ευχαριστούμε για το διήγημα. Πράγματι, τι νόημα μπορε[ι να έχει ένα κείμενο που μένει αδιάβαστο;

  96. sarant said

    91 Ταιριαστός θάνατος, σκέφτηκα μόλις το έμαθα.

  97. # 93

    Κάτι λάθος μετράς μου φαίνεται,κόντρα γάβρος ΄έχεις χάσει το κόντρα ΠΑΟΚ δύσκολα θα ξεπέρναγε το 1,80 άρα μέσα

    Πιο απλά υπέδειξε -ως συνήθως 4 σημεία και το ένα που πέτυχε απέδωσε 3 οπότε πάλι μέσα

    Απλά αυτή την φορά και κόντρα να τον έπαιζες, νίκη ΟΣΦΠ, περίπου 1,5 και νίκη ΠΑΟΚ έχασε άρα και έτσι μέσα !!

    Να ελπίσουμε πως με 11 πόντους διαφορά θα αφήσει το σίχαμα του Πειραιά ήσυχη την διαιτησία,να δούμε σωστό ποδόσφαιρο ; Α σιχτίρι, παράγινε να φοβούνται να σφυρίξουν πέναλτυ και κόκκινη σε βάρος του κάθε αγωνιστική !

  98. ΓΤ said

    97@

    Θα τοποθετούσες α ευρώ στη νίκη ΑΕΚ, α στην ισοπαλία ΑΕΚ, α στη νίκη Ατρομήτου και α στην ισοπαλία Ατρομήτου (κατά το #93)

    Το κέρδος σου θα ήταν (4,25/4)-1 = 6,25%

  99. ΓΤ said

    97@

    διορθώνω, λάθος λογική το #98

  100. ΓΤ said

    97@

    Ξαναδιορθώνω: ήμαστε σωστοί, θα είχες return on investment 1/16, ό,τι είπαμε στο 98

  101. ΓΤ said

    97@

    Ναι, είδα ανάποδα και βιαστικά τις αποδόσεις, νόμισα 4,25 το Χ ΑΕΚ. Ευχαριστώ για την επισήμανση.

  102. ΓΤ said

    88@

    Όχι, ζημία 11%. 🙂

  103. sarant said

    102 Οκ!

  104. @ 86 ΚΩΣΤΑΣ

    Το συσχετίζω πάντα με «οψία» αλλά μου φαίνεται πως έχει διευρυνθεί. Κοίτα και αυτό με πανελλήνιο κοινό.

  105. ΚΩΣΤΑΣ said

    104
    Το είδα, τι να πω; μένω ενεός, κατάπληκτος… δεν το πίστευα ποτέ ότι κάποτε θα διαβάσω «εψές το μεσημέρι»

  106. ΧριστιανoΜπoλσεβίκoς said

    Ωραίο το διήγημα, διαβάζεται μονορούφι σαν το κρασί του καρεκλά.

    «να ραντίζουν τον τάφο με κρασί, ψέλνοντας το πάτερ ημών.»
    Φαίνεται ήταν πολύ μεθυσμένοι, αφού ψέλνανε το πάτερ ημών το οποίο απαγγέλλεται πάντα (όπως και το σύμβολο της πίστεως) και δεν ψέλνεται.

  107. ΓΤ said

    Θετικός στον κορονοϊό ο Ορφέας Τσίπρας

  108. Μαρία said

    105
    Απίστευτο! Θα τον ρωτήσω αύριο με τη μέρα και θα ενημερώσω.

  109. ΣΠ said

    86
    Παρόμοιος πλεονασμός το «ταχιά πρωί» στο γνωστό δημοτικό τραγούδι:
    https://www.greeklyrics.gr/stixoi/den-mporw-manoula-m/

  110. Μαρία said

    109
    Γιατί πλεονασμός; Ταχιά, βλέπω στον Ανδριώτη, σημαίνει αύριο κι όχι αύριο το πρωί. Στο ίδιο λεξικό το πρωί λέγεται ταχινή.

  111. ΓΤ said

    110@

    ταχίνι την ταχινή ο οργανισμός για να ταχύνει

  112. ΣΠ said

    110
    Εγώ το ξέρω όπως το λέει ο Πέπε στο 52.

  113. Μαρία said

    112
    Οκ. Το 52 μου ‘πεσε μεγάλο και το προσπέρασα.

  114. Πέπε said

    111
    Βλέπω έχουμε διαβάσει και Μπαρμπαμπρίλιο!

    113
    Για τα δεδομένα του συγκερκιμένου σχολιαστή, επιγραμματικό ήταν.

  115. ΓΤ said

    @114α

    Έτσι μου κατέβηκε. Αλλά, τώρα που το λες, τι να διαβάσεις, ρε μαν, τον κουραστικό Παπαδιαμάντη; Μέχρι σελίδα 5 φτάνω.

    Μπαρμπαμπρίλιο, καμιά Αλίκη… Τι να προλάβεις με τη χοιρομονάδα; Γουρούνια, μπάλα, και η ζωή τραμπάλα.

  116. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Εδώ μαθαίνω σήμερα ότι το εψές, ψες, οψές στην Κρήτη, είναι μεν χθες, αλλά βράδυ!
    Οψές το πρωί, το μεσημέρι, τ΄απόγεμα, τ΄απομεσήμερο. Μόνο όψαργάς (διπλός τόνος) σ΄εμάς, οψάργας σ΄άλλα μέρη μας, (και οψές το βράδυ) σημαίνει χθες βράδυ.

    Στο γνωστό Τραγούδι της Τρυγόνας λέει:
    «-…μην είδες, μην απάντησες, τρυγόνα, τρυγόνα,
    τον αγαπητικό μου, τον άντρα το δικό μου.
    -Εψές προψές τον είδαμε στον κάμπο ξαπλωμένο. Μαύρα πουλιά τον τρώγανε κι άσπρα τον τριγυρνούσαν …»
    Τα πουλιά (ούτε η τρυγόνα ούτε τα μαύρα πουλιά) δεν βγαίνουν/δεν πετούν βράδυ για να τηράξουν και να πουν…Λέω τώρα ΄γω
    …………………………………………………………………
    Ταχινή ναι, το πρωί , αποτάχινα πρωί πρωί.
    Ταχιά,το πρωί, αύριο»ταχιά ταχιά ν΄αχιμηνιά» αλλά και του χρόνου ή μια μελλοντική φορά γενικά. «Ταχιά απού θα πάμε στη Χώρα θα σου το πάρω».

  117. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Πέπε, θυμήθηκα το δικό μας Καρεκλά, τον Κρητικό λυράρη της Σπιναλόγκας. Παρατσούκλι κι αυτουνού, Αντώνης Παπαδάκης λεγότανε.

  118. Πέπε said

    @116 τέλος τέλος:

    Ε, δηλαδή αύριο. Όπως λέμε «αύριο που θα μεγαλώσεις».

  119. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    118>>Όπως λέμε «αύριο που θα μεγαλώσεις».
    Ναι, στη μια περίπτωση αλλά μια άλλη σημασία είναι του χρόνου,την επόμενη/ερχόμενη χρονιά.
    «Σώπα,ταχιά απού θα ξαναπείς τα κάλαντα, θα σου δώσει 50άρικο»
    (παρηγοριά σε παραπονεμένο παιδάκι που ο νονός του έδωσε μικρό ρεγάλο)

  120. Alexis said

    #119: Έφη, στο Ξηρόμερο ταχιά σημαίνει αποκλειστικά «του χρόνου», ακριβώς όπως το εννοεί το παράδειγμά σου με τα κάλαντα.

    Καλημέρα…

  121. 85 Κι επειδή προσπαθούσα να θυμηθώ πού το έχω ακούσει, το σλαγκ δίνει την απάντηση στο σχετικό λήμμα https://www.slang.gr/definition/7132-re-mpliet που αναλύει την έκφραση και αναφέρει πως είναι στο (ελληνικό) σίριαλ Big Bang. Σε στρατόπεδο στη Λάρισα ακούγεται και μάλλον ναι, Ρωσοπόντιος αυτός που το λέει.

  122. Καλημέρα είπα; Δεν είπα, Με συνεπήρε η ανακάλυψη, αρχίζω και σε λίγο μάθημα…

    Καλημέρα

  123. Κουνελόγατος said

    Το διάβασα μονορούφι χθες το πρωί. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα είναι πως θα μπορούσε να γίνει σκηνή σε κινηματογραφική ταινία (του Κουστουρίτσα;;;) ή ταινία μικρού μήκους. Ειδικός δεν είμαι για να το αξιολογήσω, αλλά μου άρεσε πολύ.
    Καλημέρα σας.

  124. Alexis said

    Οι προβλέψεις του Βάτμαν επαληθεύτηκαν αυτή τη φορά κατά το ήμισυ.
    Ζημιά θα είχε όποιος έπαιζε είτε κόντρα είτε σύμφωνα με αυτές (ως μεμονωμένα σημεία).
    Αν το έπαιζε ως συνδυασμό θα πήγαινε απλά στον κουβά και στις δύο περιπτώσεις.

  125. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα.

    @94. Καλωσορίζω κι ἐγὼ τὸν Ἀλέξανδρο Ὑδάτη στὴν παρέα μας κι ἐλπίζω νὰ τὸν ἔχουμε ταχτικὰ κοντά μας, τόσο μὲ σχόλια, ὅσο καὶ μὲ καινούργια διηγήματα.

    Ὅσο γιὰ τὴ συζήτηση σχετικὰ μὲ τὸ ψές, ἀπ᾿ ὅσο ξέρω, τὸ λέ(γα)νε καὶ στὰ Θερμιὰ γιὰ ὁλόκληρη τὴν προηγούμενη μέρα.

  126. ΣΠ said

    Σε αυτό το τραγούδι του Τσιτσάνη λέει «ταχιά το βράδυ»
    https://kithara.to/stixoi/NDUwMjA2MjA1/pou-na-po-ta-tsitsanis-basilis-lyrics

  127. nikiplos said

    87@ 88@ λίρα 100 οι ποδοσφαιρικές προβλέψεις του Βάτμαν.

  128. sarant said

    Καλημέρα από εδώ!

    123 Μπράβο, κινηματογραφικά θα μπορούσε να γίνει πολύ δυνατό.

  129. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @126. Εκτός του ότι η στιχουργική των τραγουδιών υπακούει σε ισχυρότερες (της λεξικογραφικής) νόρμες, το ταχιά (όπως πολύ ωραία ανέπτυξε ο Πέπε στο [52]) πατάει σε δύο εννοιολογικές βάσεις: Γρήγορα/ Πρωί

  130. ΚΩΣΤΑΣ said

    Να ευχαριστήσω από εδώ κι εγώ τον Νικοκύρη για την καλοσύνη και την ευγένειά του να δημοσιεύσει το διήγημα του φίλου μου Αλέξανδρου Υδάτη, καθότι έγινε με δική μου παράκληση και αποστολή του κειμένου του διηγήματος.

    Να πω ακόμη ότι χάρηκα και απόλαυσα τα σχόλια ολονών σας κι ένα μεγάλο ευχαριστώ και σε σας εκ μέρους μου.

    128 Νικοκύρη, ο Α.Υ. έχει γυρίσει και ταινία μικρού μήκους, τη δολοφονία του Γιάννη Χαλκίδη, του πρώτου νεκρού της χούντας, που επίσης ήταν Αμπελοκηπιώτης. Αλλά επ΄ αυτού ας πει ο ίδιος, η δική μου μεσολάβηση σταματά εδώ, πλέον έγινε η πρώτη επαφή, ό,τι πει ο ίδιος από εδώ και πέρα.

  131. ΓΤ said

    @124

    και με συνδυασμούς… ζημιά 56%

  132. ΣΠ said

    129
    Όμως στην έκφραση «ταχιά το βράδυ», προφανώς δεν σημαίνει «πρωί», αλλά μάλλον δεν σημαίνει ούτε «γρήγορα». Σημαίνει «αύριο».

  133. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @132. Από ότι μπορώ να καταλάβω, σημαίνει «Έλα να σε δώ/ το βράδυ ταχιά, όσο πιό γρήγορα γίνεται». Μάλλον διαφέρουν οι ερμηνείες μας! 🙂

  134. sarant said

    130 Yπάρχει και οδός Γιάννη Χαλκίδη κάπου, έτσι δεν είναι;
    (Αλλά ο Χαλκίδης δεν ήταν ο πρώτος νεκρός, αφού προηγήθηκε τουλάχιστον ο Γιάννης Ελής τις πρώτες μέρες, αλλά και ο Μανδηλαράς. Ήταν όμως ο πρώτος νεκρός έπειτα από δυναμική αντιστασιακή ενέργεια).

  135. voulagx said

    #132: ΣΠ, μάλλον «ταχιά το βράδυ» = νωρίς το βράδυ, δες και εδω: https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%84%CE%B1%CF%87%CE%B9%CE%AC&dq=

  136. ΚΩΣΤΑΣ said

    132 – 133
    Έπαθα ένα γλωσσικό σοκ χθες με το «εψές το μεσημέρι», ας ρισκάρω τώρα και με το ταχιά. 😉

    Όπως το ξέρω εγώ (θεσσαλιστί), το ταχιά σημαίνει και αύριο το πρωί, αλλά και ευρύτερα αύριο. Δεν με παραξενεύει καθόλου και μου είναι οικεία η έκφραση του Β. Τσιτσάνη «ταχιά το βράδυ», δηλαδή αύριο το βράδυ.

  137. ΚΩΣΤΑΣ said

    134. Ναι, στους Αμπελόκηπους η Γιάννη Χαλκίδη είναι μία από τις πιο κεντρικές οδούς. Στο δήμο Θεσσαλονίκης μετονόμασαν επίσης, τώρα τελευταία επί Μπουτάρη, ένα τμήμα άλλης οδού (Κωνσταντινουπόλεως;) σε οδό Γιάννη Χαλκίδη.

    Επίσης, ναι, ο πρώτος νεκρός έπειτα από δυναμική αντιστασιακή ενέργεια και ο πρώτος νεκρός της χούντας στη Θεσσαλονίκη.

  138. ΣΠ said

    135
    Η πρώτη σημασία (αύριο πρωί) είναι αυτή που ξέρω. Μάλλον εννοείς την δεύτερη (σύντομα). Πλησιέστερα στην ερμηνεία του Γιώργου Κ. (#133). Ίσως έχετε δίκιο.

  139. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    134 Παναγιώτης Ελής.

  140. Πέπε said

    Φαίνεται ότι πάνω στο γενικό μοτίβο «ταχιά: πρωί / αύριο» + τα αντίστοιχα για το (ε)ψέ(ς) και το αργά, κάθε ντοπιολαλιά έχει διαμορφώσει την παραλλαγή της. Το ουσιαστικό μόνο πρωί / το ουσιαστικό μόνο αύριο / το ουσιαστικό έτσι αλλα΄το επίρρημα αλλιώς κλπ. Δε νομίζω να υπάρχει κάτι το πανελλήνιο.

  141. ΣΠ said

    140
    Μου θυμίζει το «ανήμερα», που είχαμε συζητήσει παλιότερα. Αλλού σημαίνει την ίδια μέρα, αλλού την προηγούμενη, αλλού την επόμενη.

  142. Πέπε said

    141
    Ωραία περίπτωση είναι και το ύστερα. Για τον περισσότερο κόσμο σημαίνει μετά, αλλά τοπικά σημαίνει και προηγουμένως! Αν και αυτό έχει εξήγηση…

  143. Δημήτριος Καραγιώργης said

    134, 137 <– Ο Γιάννης Χαλκίδης έχει, ευτυχώς, τιμηθεί σε μερικούς Δήμους. Με το ζόρι, ο Δήμος Θεσσαλονίκης έδωσε το όνομά του στο τμήμα της οδού Κωνσταντινουπόλεως (περιοχή Χαριλάου) εκεί που κυριολεκτικά εκτελέστηκε, μετά από κυνηγητό και τραυματισμένος, όντας πεσμένος στο οδόστρωμα. Στη σημερινή οικοδομή που έγινε το φονικό έχει στηθεί μια πλάκα στη μνήμη του. Κάτι ταλαίπωροι ασπρομάλληδες, που δεν εννοούν να ξεχάσουν, μαζεύονται σε κάτι σαν μνημόσυνο. Δεν ήταν ο πρώτος νεκρός της Χούντας, ήταν ο πρώτος που σκοτώθηκε με τόση αγριότητα. Γεννήθηκε στη Σφενδάμη (γειτονικό χωρίο με το δικό μου). Ζούσε στους Αμπελόκηπους.

  144. sarant said

    143 Και όταν ο Νάντης Χατζηγιάννης, σύντροφος του Χαλκίδη, αναγνώρισε στο δρόμο τον δολοφόνο του και τον κατονόμασε, ο δολοφόνος, Λεπενιώτης στο όνομα, του έκανε μήνυση.

  145. Δημήτριος Καραγιώργης said

    ναι, έτσι έγινε και πάλι καλά που αθωώθηκε ο Χατζηγιάννης. Τι να πει κανείς. Με τόσες «περίεργες» δικαστικές αποφάσεις.

  146. ΚΩΣΤΑΣ said

    Για τον Γ. Χαλκίδη, ένα μικρό βιογραφικό του συνταγμένο από εμένα για ένα ανέκδοτο (ακόμη) πόνημά μου σχετικά με τους δρόμους των Αμπελοκήπων:

    «ΧΑΛΚΙΔΗ ΓΙΑΝΝΗ (πρώην Βασιλέως Γεωργίου Β΄ και αρχικά Αλιάκμονος)

    Γιάννης Χαλκίδης (1940-1967). Καταγόταν από το χωριό Σφενδάμι Πιερίας και ζούσε μόνιμα στους Αμπελόκηπους. Ήταν μέλος της ΕΔΑ, της Νεολαίας Λαμπράκη και της αντιστασιακής οργάνωσης Πατριωτικό Μέτωπο.
    Στις 2 Σεπτεμβρίου 1967, ο Γιάννης Χαλκίδης, με άλλα μέλη του Πατριωτικού Μετώπου, αποπειράθηκαν να ανατινάξουν κολώνα της ΔΕΗ κοντά στο χώρο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, με σκοπό να προκαλέσουν διακοπή ρεύματος και να ματαιώσουν τα εγκαίνιά της, εκθέτοντας έτσι ανεπανόρθωτα το δικτατορικό καθεστώς στα μάτια της ελληνικής και διεθνούς κοινής γνώμης. Παρ’ όλο που η κολώνα ανατινάχτηκε, τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα, ρίχτηκαν όμως κάποιες προκηρύξεις πέριξ του χώρου της εκθέσεως, από άλλα μέλη της οργάνωσης, όπως είχε σχεδιαστεί.
    Η Ασφάλεια Θεσσαλονίκης άρχισε τις αναζητήσεις, έφτασε γρήγορα στα ίχνη τους και τα ξημερώματα της 5ης Σεπτεμβρίου 1967 κύκλωσε το κρησφύγετό τους, ένα διαμέρισμα στην τότε οδό Φιλελλήνων 55, της Θεσσαλονίκης, (σήμερα Θεοδώρου Νάτσινα) και έκανε έφοδο. Κατά την επιχείρηση ο Γιάννης Χαλκίδης δολοφονήθηκε και οι σύντροφοί του συνελήφθησαν. Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974, οι υπαίτιοι της δολοφονίας δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές.
    Για να τιμήσει τη θυσία του Γιάννη Χαλκίδη, ο Δήμος Αμπελοκήπων έδωσε το όνομά του σε μια από της κεντρικότερες οδούς, και κάθε χρόνο, την 1η εβδομάδα του Σεπτεμβρίου, διοργανώνει προς τιμήν του πολιτιστικές εκδηλώσεις με την ονομασία «Χαλκίδεια».

    Δείτε και αυτό το βιντεάκι

    http://kiath.blogspot.com/

    Πίσω από αυτό κρύβεται ο Α.Υ. 😉
    …………………………………………………………………………………….

    «Τί έχει μ’ αυτόν;» του Νάντη Χ. το έχω.

  147. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ο γέρο αντάρτης τους απέκλεισε από το ξόδι του, οι νέοι γιατροί συνομιλούν απόψε στη διαδικτυακή συζήτηση με θέμα «Πανδημία και Αριστερά» όπου συμμετέχουν και δύο γιατροί βουλευτές, ο κ. Ηγουμενίδης του ΣΥΡΙΖΑ και ο κ. Λαμπρούλης του ΚΚΕ.
    Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί σήμερα Δευτέρα 25 Ιανουαρίου, στις 9 μμ. Για να παρακολουθήσετε τη συζήτηση μπορείτε να συντονιστείτε με τον παρακάτω σύνδεσμο: https://zoom.us/join

    https://left.gr/news/pandimia-kai-aristera-i-epomeni-mera-simera-stis-9-mm-i-diadiktyaki-ekdilosi

  148. sarant said

    146-147 Ωραία!

  149. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Για την υπόθεση Χαλκίδη μεταξύ των 41 άλλων συλληφθέντων ήταν κι ο Μανώλης Μητσιάς που φυλακίστηκε στο Γεντί Κουλέ

    «Τιμή μου και καμάρι μου που ήμουν στην υπόθεση Χαλκίδη. Μεγάλο σχολείο το Γεντί Κουλέ. Κατεβαίναμε για να δικαστούμε στην Έκθεση τότε, είχανε στήσει μια αίθουσα μέσα στη Δ.Ε.Θ., γιατί δεν χωρούσαμε στα δικαστήρια, περνούσαμε με τη συνοδεία της αστυνομίας από το Γεντί Κουλέ μέσα από όλη την πόλη και εμείς τραγουδούσαμε «Τη Ρωμιοσύνη» και έβγαινε ο κόσμος και μας κοιτούσε περίεργα. Το 1967, να φανταστείς. »
    https://www.thessnews.gr/article/11334/manolis-mitsias-stin-thessnews-to-chrima-exypiretei-katastaseis-den-fernei-eytychia-

  150. Μαρία said

    108
    Το χρησιμοποιεί λέει σαν ταυτόσημο του χτες.
    Απ’ ότι βλέπω τον επιβεβαιώνει και το λεξικό https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%88%CE%B5%CF%82&dq=

  151. sarant said

    149 Ε αυτό δεν το ήξερα!

  152. ΚΩΣΤΑΣ said

    150
    Καλός ο Κοροβίνης, δικό του θέμα πως το χρησιμοποιεί, με προβληματίζει η Πύλη, αλλά εγώ θα επιμένω στα πορτάκια που ξέρω για να μπαίνω.

  153. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    151
    Μανώλης Μητσιάς – Συνέντευξη
    Τίτλος : Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ
    …εντάχθηκα στο ΠΑΜ κατευθείαν, δέχθηκα να φιλοξενήσω ένα από τα τρία παιδιά, τα οποία ήταν μαζί με τον Χαλκίδη σε ένα σπίτι μέσα και είχαν τραυματιστεί, ο Χαλκίδης σκοτώθηκε κατευθείαν, τον σκότωσε η ασφάλεια, τους άλλους δύο τους τραυμάτισαν. Με τον Νάντη τον Χατζηγιάννη λοιπόν, τον οποίον τον φιλοξένησα στο σπίτι μου για είκοσι μέρες, ένα μήνα περίπου και γενικώς ήμασταν συνεχώς σε συσκέψεις εναντίον του καθεστώτος. Την εικοστή μέρα θυμάμαι που θα έφευγε ο Νάντης από το σπίτι, μπήκανε μέσα, μας συλλάβανε και μας οδήγησαν στην δίκη. …
    Στη δίκη μετά ήμασταν 41 κατηγορούμενοι, 41 άτομα. Υπήρχαν μέσα από διάφορες ηλικίες αντιστασιακοί, είχε και ισόβια η δίκη μας, είχε 20 χρόνια, είχε 30 χρόνια, είχε 15 χρόνια, είχε 10, ανάλογα. Εγώ δικάστηκα τέσσερα χρόνια με αναστολή, με βγάλανε έξω αφού έμεινα τρεις μήνες στο Γεντί-Κουλέ, βγήκα έξω τα Χριστούγεννα, παραμονές Χριστουγέννων …

    βλ
    Μία πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη από τον Μανώλη Μητσιά.
    Πηγή: http://www.rwf.gr/interviews_senaria-new.php?id=189&interview=1&interview_id=685
    Αντιγραφή από εδώ-επειδή το λινκ (πρέπει να είναι το 2003), δεν ανοίγει
    http://www.dalaras.com/forum/index.php?/topic/1101-%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%AC%CF%82/

  154. sarant said

    153 Μπράβο, τίποτε από αυτά δεν ήξερα!

  155. ΚΩΣΤΑΣ said

    153 – 154
    Αφού σας έπιασε η όρεξη για τις δίκες της χούντας στη Θεσσαλονίκη, πάρτε τον παρακάτω σύνδεσμο.

    https://www.thessmemory.gr/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%83-%CE%B1%CE%B9%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%83/%CE%BF%CE%B9-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CF%82-%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD-%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD/

    Η Αφρούλα Σαπουτζή είναι Επταλοφίτισσα, κόρη του πρώτου κοινοτάρχη Αμπελοκήπων Χρήστου Κανάκη, συνδικαλιστή των ΣΕΚ, υποψηφίου δημάρχου Θεσσαλονίκης, μέλος της παλιά επιτροπής ΚΚΕ κατά την μεταξική περίοδο, με πλούσια κοινοτικά πεπραγμένα στην τότε κοινότητα Αμπελοκήπων (1934-35…)

  156. ΚΩΣΤΑΣ said

    Κι αφού βρήκα ευκαιρία, σας δίνω και σύντομο βιογραφικό του Χρήστου Κανάκη, επίσης από το πόνημά μου οι δρόμοι των Αμπελοκήπων.

    Προσπαθώ να κάνω διάχυση της τοπικής ιστορίας των Αμπελοκήπων, δεν το βλέπω ως ατόπημα, αν κάνω λάθος να με συμπαθάτε.

    ΚΑΝΑΚΗ ΧΡΗΣΤΟΥ (πρώην Βασιλέως Κωνσταντίνου και αρχικά Αττάλου)
    Ο Χρήστος Κανάκης (1897-1964) καταγόταν από το Δρυμό Λαγκαδά, και το 1925 εγκαταστάθηκε μόνιμα με την οικογένειά του στο συνοικισμό της Επταλόφου του Δήμου Αμπελοκήπων. Σιδηροδρομικός στο επάγγελμα, υπήρξε συνδικαλιστής των Σιδηροδρόμων Ελληνικού Κράτους (ΣΕΚ), στέλεχος του Κ.Κ.Ε. και αργότερα στέλεχος της ΕΔΑ. Λόγω της έντονης συνδικαλιστικής και πολιτικής του δράσης, πολλές φορές εκτοπίστηκε ή εξορίστηκε σε διάφορα νησιά, Αη-Στράτη κλπ.
    Υπήρξε υποψήφιος δήμαρχος και υποψήφιος βουλευτής Θεσσαλονίκης, καθώς και υποψήφιος και τελικά εκλεγμένος πρόεδρος της νεοσύστατης κοινότητας Αμπελοκήπων, το 1934. Ασχολήθηκε έντονα με τα προβλήματα της κοινότητας, όπως: ο ηλεκτροφωτισμός, το οδικό και αποχετευτικό δίκτυο, τα αντιπλημμυρικά έργα κλπ. Δεν ολοκλήρωσε τη θητεία του, γιατί στα τέλη του 1935 στάλθηκε πάλι εξορία.
    Στις 14 Μαΐου 1964, ο Κανάκης πέφτει νεκρός σε τροχαίο ατύχημα. Ενώ επέστρεφε από την Αθήνα με άλλους συντρόφους του, όπου είχαν πάρει μέρος σε συνεδρίαση της Διοικούσας Επιτροπής της ΕΔΑ, το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν συγκρούστηκε με λεωφορείο, λίγο έξω από τη Χαλκηδόνα, στις 10:45 το βράδυ. Στο ίδιο τροχαίο ατύχημα τραυματίστηκε και ο Χρήστος Ράπτης, μετέπειτα Δήμαρχος Αμπελοκήπων.
    Ο Δήμος Αμπελοκήπων για να τιμήσει την προσφορά του πρώην κοινοτάρχη στους κατοίκους της πόλης του, μετονόμασε την πρώην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου σε οδό Χρήστου Κανάκη.

    Δείτε: Σπύρος Λαζαρίδης, «στα ίχνη του κόκκινου Κανάκη», έκδοση Κ.Ι.Α.Θ. 2014

  157. sarant said

    155-156 Επίσης μπράβο! Να το εκδώσεις το πόνημα

  158. loukretia50 said

    Και σε μένα άρεσε, με παρέσυρε η ροή της αφήγησης και ο τρόπος γραφής.
    Βρήκα ενδιαφέροντες τους χαρακτήρες, ζωντανεύουν πολύ πειστικά, και είναι πολύ ευχάριστο το ξετύλιγμα της ιστορίας.
    Εντυπωσιάστηκα όπως η ΕΦΗ-ΕΦΗ από την επιθυμία του καρεκλά να εξαιρεθούν οι συγκεκριμένοι, αλλά νομίζω πως είναι πιο αληθοφανές ένας αγνός αγωνιστής να είναι απόλυτος και να μη συγχωρεί αυτούς που θεωρεί αποστάτες.
    Απόρησα λίγο για τη χωροφυλακή, αλλά πέραν αυτού δε στάθηκα στο συσχετισμό με χρονολογίες, πρόσωπα και πραγματικά γεγονότα, θεώρησα πως ήταν απλά η αφορμή.

    Μου άρεσε ιδιαίτερα η συγκεκριμένη περιγραφή:
    «Όμως η Σούλα, έστεκε φανερά αγχωμένη, στεναχωρεμένη και μισοκλαμένη, με τα μεγάλα μάτια της γιομάτα αχρείαστη απόγνωση. Έχοντας φράξει με την παλάμη το στόμα της, κοίταγε τον άντρα της τον Νικόλα με απελπισία. Ολάκερη ήταν μεταμορφωμένη σ’ ένα αναπάντητο γιατί. Νευρίασε που την είδε έτσι. Στο θολωμένο του μυαλό δεν ήξευρε τι έπρεπε ν’ αποφασίσει. Να της δώσει συγχαρητήρια για τον θεραπευτικό τραχανά ή να της εξηγήσει ότι όλη η στάση της απόψε ήταν και παραήταν ανώφελα υπερβολική;…»

    Σα να τους βλέπω και να τους νοιώθω.

    86. ΚΩΣΤΑ, σ΄ευχαριστώ κι εγώ για τη διαμεσολάβηση!
    Αλλά διαφωνώ κάθετα σ΄αυτό :
    «ψες το βράδυ. Μπορώ να κάνω το ίδιο στην έκφραση ψες το μεσημέρι;»
    Στα μέρη μου δεν είναι πλεονασμός αλλά χρονικός προσδιορισμός, γιατί το ψες/χτες/ χθες, αναφέρεται σ΄όλη τη διάρκεια της ημέρας.
    «Δεν ήλθες ψες το βράδυ
    ωσάν αχτίδ’ ανέλπιστη στο μαύρο μου τον Άδη « – Αρ.Βαλαωρίτης

    Η Ξανθούλα δε νομίζω να ξενητεύτηκε μεσάνυχτα, άντε να περίμενε να σουρουπώσει.

    Που είναι εκείνος ο Χ”μπολσεβίκος?
    Οι αναμνήσεις μου καλύπτουν χωριά ευρύτερης περιοχής, αλλά δεν αποτελούν την πιο αξιόπιστη πηγή!

  159. ΚΩΣΤΑΣ said

    158
    Λου, να μην επαναλαμβάνομαι, για μένα το ψες, όπως το είχα εμπεδώσει από μικρός, σημαίνει μόνο βράδυ. Τα υπόλοιπα, για όλη τη μέρα ήδη τα είπαν και άλλοι. Μπορεί να έχετε όλοι σας δίκιο, στον δικό μου λόγο όμως συναρτώ το ψες μόνο με το βράδυ.

  160. loukretia50 said

    Και το «ταχιά» με τις δύο έννοιες :
    Ταχιὰ ταχιὰ ῾ν᾿ ἀρχιμηνιά,
    ταχιὰ ῾ν᾿ ἀρχὴ τοῦ χρόνου (παραδοσιακά κάλαντα)

    Υπάρχει παραδοσιακό από τον Έβρο – Χαρούλα, παράλειψη! – που λέει :
    «Ταχιά θα πάω στη Δαδιά ν΄αγαπήσω κοπελιά…»
    ———————————

    Δεν έχω πώς να πορευτώ και πού να ξενυχτίσω.
    Βάλε μ’ εδώ, να γείρω εδώ, ταχιά, σαν ξημερώσει,
    να φύγω με τους γέρανους και με τα χελιδόνια.
    Διωγμένη από την πλάση μου. Παράνομη και ξένη
    Κ.Παλαμάς- Φλογέρα του βασιλιά – Λόγος 8ος

    Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
    Σε ποιό νησί του Ωκεανού, σε ποιάν κορφή ερημική;
    Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.
    Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
    που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις.
    Κ.Βάρναλης Οι πόνοι της Παναγιάς

    Η λέξη » ταχινή» :

    Άθος η αθιβολή η αλλοτινή
    κι η σιγανάδα που άπλωνε ωσάν λάδι·
    δεν είναι ταχινή ουδέ αργατινή
    το κάρβουνό μας βράζει στο σκοτάδι.
    Γ.Σεφερης Μπαλάδα στον Γιώργο Κατσίμπαλη

    Και τ’ αποταχύ:
    «Α δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει·
    και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
    παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
    πόρχεται αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα».
    Του γεφυριού της Άρτας

    Κι ένα παραδοσιακό, ελαφρώς πειραγμένο, ελπίζω ενδιαφέρον:
    Ψες είδα στο ονειρό μου https://youtu.be/tNeZr8tNOyQ

  161. 158 Χατζημπολσεβίκος? 🙂

  162. loukretia50 said

    Μη μου θυμώνεις ΚΩΣΤΑ μας
    Είμαι από μέρη ξένα
    Ψες δεν τα διάβασα εγώ
    Και τάχω μπερδεμένα.
    ΛΟΥ
    Μα σαν θαρθώ στα βόρεια
    Θα με κερνάς κι εμένα?

  163. loukretia50 said

    161. Χ»σιδηρόδρομος!

  164. ΚΩΣΤΑΣ said

    162 Μετά χαράς και σένα και όλους/ες, αρκεί να ανοίξουν τα μπαράκια και τα συναφή μαγαζιά και να έχουμε απαλλαχτεί από τον κορονοσατανά.

    Είμαι πολύ πεζός, ε; δεν μπορώ να σε απαντήσω με στίχους! 🙂

  165. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    155. Ωραία Κώστα! (όχι τα συμβάντα) αλλά πολύ καλά που το πόσταρες, να τους ξαναθυμηθούμε! Πολλά είναι γνωστά μας ονόματα και μετέπειτα .
    Διαβάζοντάς τα ,ως ονόματα (ε το χούι), βρίσκω δυο-τρία σπάνια, δεν τα έχω ξανακούσει
    Κωνσταντίνος (Κωτσίκος*) Παπαδόπουλος
    Κορωναίος (Νόνης) Κωνσταντικάκης
    Ωραιοζήλη Ουρζουλίδου

    Ο Νάντης Χατζηγιάννης ήταν Φερδινάνδος. Όμορφο!

    *Κωστίκος ξέραμε, Κωτσίκος όχι.

    160 Λου, αχ ο Σεφέρης με σημαδεύει πάλι με μια θηλυκή λέξη. Μετά τη σκοτεινάγρα και τη στέγνια, η σιγανάδα τώρα. Ευχαριστώ! Δεν το θυμόμουν.

  166. Μαρία said

    165
    https://efxinospontos.gr/eidiseis/4308-vlasis-agtzidis-kalo-taksidi-kostaki

    Ωραιοζήλη είχα συμμαθήτρια.

  167. ΚΩΣΤΑΣ said

    165
    Ενημερωτικά, ΕΦΗ, για σένα. Στην Επτάλοφο, έμενε για λίγο η οικογένεια Σαρτζετάκη κι ο μικρός Χρήστος έπαιξε στους χωμάτινους δρόμους της, ύστερα έφυγε για Νεάπολη. Επίσης μια ακόμη οικογένεια από την Κρήτη, Τζεκάκη, φιλική με τον Σαρτζετάκη, ζούσε στην Επτάλοφο, Ο Γιώργος Τζεκάκης εκλέχτηκε δήμαρχος Αμπελοκήπων το 1959.

    Εσείς οι Κρητσικοί, αφήσατε ισχυρό αποτύπωμα στον δικό μας τόπο. 🙂

  168. Μαρία said

    167
    Δικό σας; Τι ζητούσες στην Επτάλοφο συ ένας Λαρισαίος;

  169. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    166 φχαριστώ! και τώρα που είπες για συμμαθήτριά σου μου ΄ρθε σαν να το ξαναείπαμε στα ασυνήθιστα ονόματα. Βλέπω στη γούγλη ότι έχει και γιορτή, κάποια οσιομάρτυς και «Κατά μία άλλη εκδοχή προέρχεται από το εβραϊκό θεοφορικό όνομα ορ ου οζί ελί, που σημαίνει «φως και δύναμίς μου ο Θεός» »

    167 Ελπίζω οι Τζεκάκηδες να μη φύγανε προς τα πάνω για τον ίδιο λόγο που έφυγε (τον φύγανε που λένε) ο Σαρτζετάκης (μακρόχρονη οικογενειακή βεντέτα με τους Πεντάρηδες-κοντά 150 λένε τα θύματα)

  170. Κιγκέρι said

    159: ΚΩΣΤΑ,

    συγγνώμη που δεν το είπα νωρίτερα και σε άφησα να τα λες μόνος σου, αλλά και για μένα το «ψες» έχει τη σημασία του «χτες το βράδυ». Εγώ προσωπικά πολύ σπάνια θα το χρησιμοποιήσω στον λόγο μου, το έλεγαν όμως η γιαγιά μου και οι θείες μου και όταν το ακούω, καταλαβαίνω ότι προσδιορίζει αποκλειστικά βραδυνή ώρα.
    Όταν πχ ρωτούσε η γιαγιά μου «Τί έφαγες ψες;» εννοούσε τι έφαγες χτες το βράδυ κι όχι χτες το μεσημέρι (το μεσημέρι τρώγαμε όλοι μαζί το φαΐ που είχε μαγειρέψει, ήξερε επομένως τι είχαμε φάει, για το βράδυ ρωτούσε και για το βράδυ της απαντούσαμε!)

  171. ΚΩΣΤΑΣ said

    168 Μαρία, μην απορείς για ποια έχω πατρίδα. Δύο πόλεις ερίζουσι περί την καταγωγή μου, οι μεν Λαρισαίοι λένε ότι είμαι Θεσσαλονικιός, οι δε Θεσσαλονικείς Λαρισαίος.

    169β ΕΦΗ, αυτό δεν το ξέρω, γιατί οι Τζεκάκηδες ήρθαν στην Επτάλοφο.

    170 Κιγκέρι, μη στεναχωριέσαι, το θέμα δεν έχει την έννοια της αντιπαλότητας με κάποιους για να ζητάω στήριξη. Άμα σε άλλα μέρη λένε ψες το μεσημέρι, με γεια τους με χαρά τους,

  172. voulagx said

    Κάτι που με παραξενεψε, δεν τοχω ξαναδει ή ακουσει, η νυφη να αποκαλεί τον κουνιάδο της «γιέ μου»:

    — Σούλα! Κατόρθωσε πνιχτά να φωνάξει.

    — Ναι, γιε μ’; απάντησε καλοσυνάτα, ξαφνιασμένη η νύφη του.

  173. ΚΩΣΤΑΣ said

    172
    Βουλάγκξ, κι εγώ την ξέρω αυτή την έκφραση, Ναι, γιε μ’, άι, γιε μ’, ούι, γιε μ’. Δεν έχει κυριολεκτική σημασία, δεν απευθύνεται αποκλειστικά στο γιο. έχει κάπως τη σημασία καλέ μου, είναι τυποποιημένη έκφραση, πιο συνήθης σε τρικαλοκάρδιτσο!

    http://patrides.com/dec014/fas1.html

  174. sarant said

    172-3 Μπράβο που το επισήμανες, κι εγώ το είχα προσέξει αλλά ξέχασα να ρωτήσω.

  175. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Γιε μ, περίπου σαν το αόριστο προς σ΄όλους «παιδί μου, μάνα μου»

    Στο 0:52 (προς τον άντρα της) -ω Βασίλ! τί ώρα πήρε γιε μ
    2:23 (σε φίλη της) -ούι γιε μ, χαλαchιά μ΄
    4:43 -τί λες τώρα γιε μωρέ…

    Αυτή η Ηπειρω τύπισσα μ΄αρέσει πολύ έχει κάμποσους απίθανους μονολόγους, στο σήμερα, σε αυθεντική ντοπιολαλιά.Όχι καρικατούρα όπως συνήθως συμβαίνει όταν κακομιμούνται
    Μερικοί τίτλοι
    -Ο Βασίλς μ´(Έρωτας Ηπειρώτικος)
    -Ινσταγκράμια και faceboukia tiki tαka και baber κομμένα * (το συστήνω)
    *τούργκου τούργκου, μ΄ένα κιν΄τό στα χέρια έρχοντι να ιδούν τ΄βάβω

    κρεάchια, τα κρέατα!
    σκιουδερός, ο άντρας με εκτόπισμα, καταλαβαίνω

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: