Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η τσουπακάμπρα βύζαινε υπέροχα

Posted by sarant στο 11 Αυγούστου, 2010


Διαβάζω στην Ελευθεροτυπία για μια θεατρική εκδήλωση στην Ερεσσό, με έργα γραμμένα κατά παραγγελία ώστε το θέμα τους να έχει κάποια σχέση με τη Λέσβο. Ανάμεσα σ’ αυτά, το ένα έχει τίτλο που παντρεύει τον Μυριβήλη με θρύλους της Λατινικής Αμερικής, γι’ αυτό και ο τίτλος είναι δίγλωσσος και μάλιστα ενμέρει λατινογραμμένος –και με απαραίτητη την εξήγηση. Παραθέτω:

Ο Γιάννης Μαυριτσάκης θα διαβάσει μόνος του το «El Chupacabras της δασκάλας με τα χρυσά μάτια». «Τσουπακάμπρας» είναι ένα πλάσμα του σύγχρονου μύθου. «Υπάρχουν μαρτυρίες για την ύπαρξή του, όχι όμως αποδείξεις», προσθέτει. «Για κάποιους είναι η ενσάρκωση του κακού». Πάντως η λέξη, που είναι ισπανική, σημαίνει κάποιον που ρουφάει το αίμα της κατσίκας. Το Chupacabras συνυπάρχει επί σκηνής με τον Λεωνή Δρίβα και τον Στρατή Βρανά απ’ τη «Δασκάλα με τα χρυσά μάτια» του Μυριβήλη. «Δεν πρόκειται για μια μετεγγραφή του έργου του Μυριβήλη. Αλλά για σημείο εκκίνησης για κάτι καινούργιο», ξεκαθαρίζει ο συγγραφέας.

Αυτά λέει ο κ. Μαυριτσάκης, που για κάποιους δικούς του λόγους προτιμάει να αφήνει το ισπανικό άρθρο αμετάφραστο, σαν το Ελ Βενιζέλος, αλλά το τσουπακάμπρας σαν λέξη είχε εμφανιστεί σε ελληνικά κείμενα και παλιότερα, λογουχάρη σε άρθρο του Βήματος το 1997. Όπως λέει ο Νίκος ο Λίγγρης στη Λεξιλογία:

Η τσουπακάμπρα είναι κρυπτίδιο, cryptid στην αγγλική, ήτοι ζώο που η ύπαρξή του δεν έχει αποδειχτεί αλλά γεννήθηκε στην παραδοσιακή λαογραφία και τη σύγχρονη τάση για μυθοπλασία. Στα κρυπτίδια ανήκουν το τέρας του Λοχ Νες ή ο χιονάνθρωπος των Ιμαλαΐων, ο μεγαλοπόδαρος του Όρεγκον ή η τσουπακάμπρα της ισπανόφωνης Αμερικής. Η λέξη προέρχεται από το ισπανικό ρήμα chupar «ρουφώ, απομυζώ, βυζαίνω» και το ουσ. cabra «τράγος, γίδα», επειδή λένε ότι ρίχνεται στα ζωντανά, ιδιαίτερα στις γίδες, και τους πίνει το αίμα. [Δική μου παρένθεση: το τσουπάρ θα το αναγνωρίσουν όσοι αγοράζουν τα πολύ διαδεδομένα ισπανικά –καταλανικά, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς– γλειφιτζούρια Τσούπα τσουπς, ή Chupa chups].

Ο Λίγγρης, όπως βλέπετε, προτιμάει θηλυκό γένος στην τσουπακάμπρα, κι εγώ το ίδιο άλλωστε, και βέβαια θα πούμε «η τσουπακάμπρα», όχι «η τσουπακάμπρας», μας φτάνει η λοχίας, η ταμίας και η εισαγγελέας. Στα ισπανικά αυτό το s στο τέλος έχει νόημα, διότι στη σύνθεση των λέξεων όταν το πρώτο συνθετικό είναι ρήμα και το δεύτερο ουσιαστικό, το δεύτερο πάει στον πληθυντικό –κάτι ανάλογο έχουν και τα γαλλικά, όπως και τα ιταλικά, αλλά εμείς αυτό το s δεν είναι ανάγκη να το σεβαστούμε.

Όπως, λέω εγώ, δεν είναι απόλυτη ανάγκη να κρατήσουμε την ισπανική ονομασία για το ανύπαρχτο τερατάκι. Όχι από κάποια ψύχωση που μας αναγκάζει να εξελληνίζουμε ό,τι κινείται, πετάει ή κολυμπάει, αλλά επειδή, για να πούμε την αλήθεια, δεν είναι ανάγκη να φτάσουμε μέχρι τις μεξικάνικες ζούγκλες για να βρούμε ανύπαρχτο ζώο που βυζαίνει γίδια· θα αρκούσε να σκαρφαλώσουμε στα πολύ κοντινότερα και προσιτότερα ρουμελιώτικα βουνά.

Ένα βιβλίο που μ’ άρεσε να διαβάζω μικρός ήταν Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου, του Στέφανου Γρανίτσα, που ήταν δημοσιογράφος και λόγιος αλλά δεν άφησε μεγάλο έργο γιατί πέθανε νέος (είχε κάνει και βουλευτής Ευρυτανίας ένα φεγγάρι). Το βιβλίο του Γρανίτσα μπορείτε να το κατεβάσετε από την Ανέμη, αλλά το έχω και ψηφιοποιημένο στον ιστότοπό μου.

Εκεί λοιπόν, ανάμεσα στ’ άλλα, βρίσκουμε την ελληνική εκδοχή της τσουπακάμπρας, τη Γιδοβύζα, ή –αν προτιμάτε τ’ αρχαία– τον Αιγοθήλα. Γράφει ο Γρανίτσας:

Βυζαίνει τέλος πάντων τους μαστούς των γιδιών ο Αιγοθήλας ή όχι; Ο Αριστοτέλης λέγει «όρνις ορεινός μικρώ μείζων Κοττύφου, Κόκκυγος ελάττων, ωά δύο ή τρία, το δε ήθος βλακικός, θηλάζει δε τας Αίγας ουκ οξυωπός της ημέρας». Ο Αιλιανός πάλιν γράφει… «τολμηρότατος ζώων… επίθεται ταις αιξί κατά το καρτερόν και τοις ούθασιν αυτών προσπετόμενον είτα εκμυζά το γάλα… τυφλοί τον μαστόν και αποσβέννυσιν εκείθεν την επιρροήν». Ο ελληνικός λαός ωσαύτως πιστεύει ότι η Γιδοβύζα, όπως την ονομάζει, τρέφεται από γάλα γιδιών. Οι νατουραλι­σταί όμως επιμένουν όχι. Κατ’ αυτούς η παρεξήγησις προήλθεν εκ του ότι ο Αιγοθήλας ευρίσκεται ανάμεσα από τα κοπάδια για να μαζεύει έντομα.

Κι αν ανηφορίσετε λίγο και φτάσετε στα ηπειρώτικα λιβάδια, θα βρείτε και πιο μοβόρικη παραλλαγή της Γιδοβύζας, τη Ζάπα:

Αυτή πλέον όχι μόνον αρμέγει τα πρόβατα, αλλά, κατά τους βοσκούς του Ζαγορίου τους κόβει και τα μαστάρια. Συχνάζει πολύ στα χειμερινά λιβάδια της Ηπείρου.

Ο Γρανίτσας δίνει περιληπτικά το χωρίο του Αριστοτέλη. Ο Λίγγρης στη Λεξιλογία δίνει το πλήρες κείμενο, που είναι:

Ὁ δὲ καλούμενος αἰγοθήλας ἐστὶ μὲν ὀρεινός, τὸ δὲ μέγεθος κοττύφου μὲν μικρῷ μείζων, κόκκυγος δ’ ἐλάττων. Τίκτει μὲν οὖν ᾠὰ δύο ἢ τρία τὸ πλεῖστον, τὸ δ’ ἦθός ἐστι βλακικός. Θηλάζει δὲ τὰς αἶγας προσπετόμενος, ὅθεν καὶ τοὔνομ’ εἴληφεν· φασὶ δ’, ὅταν θηλάσῃ τὸν μαστόν, ἀποσβέννυσθαί τε καὶ τὴν αἶγα ἀποτυφλοῦσθαι. Ἔστι δ’ οὐκ ὀξυωπὸς τῆς ἡμέρας, ἀλλὰ τῆς νυκτὸς βλέπει.

Αν μας διαβάζει κανείς μη τρισχιλιετής αλλοδαπός, η αγγλική μετάφραση:

The so-called goat-sucker lives on mountains; it is a little larger than the owsel, and less than the cuckoo; it lays two eggs, or three at the most, and is of a sluggish disposition. It flies up to the she-goat and sucks its milk, from which habit it derives its name; it is said that, after it has sucked the teat of the animal, the teat dries up and the animal goes blind. It is dim-sighted in the day-time, but sees well enough by night.

Οπότε, λέω, ίσως θα μπορούσε να ονομαστεί Γιδοβύζα το El Chupacabras που συνάντησε τους ήρωες του Μυριβήλη. Βέβαια, υπάρχουν διαφορές: η Τσουπακάμπρα βυζαίνει αίμα, ενώ η δικιά μας γάλα’ έπειτα, η Τσουπακάμπρα δεν υπάρχει, ενώ η Γιδοβύζα υπάρχει μεν αλλά δεν κάνει αυτό που της αποδίδει η λαϊκή μυθοπλασία, να βυζαίνει κατσίκες. Και μια άλλη διαφορά, ότι η Γιδοβύζα (το τερατάκι θα μπορούσαμε να το πούμε και Γιδοβυζάχτρα αν θέλαμε να το διαφοροποιήσουμε από το πουλί) είναι τρε μπανάλ, ενώ η Τσουπακάμπρα έχει, όσο και να πεις, παρόλο που σημαίνει ακριβώς το ίδιο, ένα ακαταμάχητο εξωτικό άρωμα. Υπάρχει βέβαια και ο Αιγοθήλας, ο οποίος, ένεκα το τρισχιλιετιλίκι, έχει άλλου είδους γόητρο. Λέτε να βυζαίνει κι αυτός υπέροχα;

36 Σχόλια to “Η τσουπακάμπρα βύζαινε υπέροχα”

  1. rogerios said

    Οικοδεσπότη, εγώ πάλι θα τον προτιμήσω αρσενικό: ο τσουπακάμπρας.

    1. Συμφωνεί και με την επικρατήσασα μορφή της ονομασίας του κρυπτιδίου στα ισπανικά (και στον ενικό και στον πληθυντικό: chupacabras).
    2. Συμφωνεί και κατά γένος με την ισπανική λέξη: el chupacabra.
    3. Διατηρούνται όλα τα πλεονεκτήματα της ομαλής ένταξης στο κλιτικό σύστημα της ελληνικής, και…
    4. Last but not least, ταιριάζει ίσως καλύτερα με τα μάτσο λογοπαίγνια που γίνονται στο Πουέρτο Ρίκο με τον τσουπακάμπρα.

    Κρατώ κάποιες επιφυλάξεις και για το βύζαγμα και όλα τα σχετικά: θαρρώ πως για τον μέσο αναγνώστη παραπέμπει κατευθείαν σε στήθος και γάλα κι όχι στο βαμπιρικό συνήθειο που έχουμε στην περίπτωσή μας.

    ΥΓ: Πώς πάει η κατάσταση στο νησί με το ηλεκτρικό;

  2. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    (στο περιθώριο των τσουπακάμπρων,)

    ΥΓ: Ενώ στο Πακιστάν εκατομμύρια (στην κυριολεξία) πνίγονται, στη Μόσχα εκατομμύρια κόσμου δεν μπορεί να αναπνεύσει, στην Πορτογαλία μέχρι και οι πυροσβέστες καίγονται, εμάς μας ενδιαφέρει εάν τα κλιματιστικά στην Αίγινα εξακολουθούν να αποδίδουν ή τα γλυκά στις βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων λειώνουν…

    Γιατί, άραγε, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τίποτα;

  3. rogerios said

    @Γιώργος Λυκοτραφίτης (σχ. 2)»Γιατί, άραγε, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τίποτα;»

    Για τον απλούστατο λόγο ότι κάθε ανθρώπινη ύπαρξη αντιλαμβάνεται τη δυστυχία της κατά τρόπο υποκειμενικό και, επομένως, εντελώς σχετικό. Ειδάλλως, οι άνθρωποι στις χώρες της Δύσης δεν θα μπορούσαν να βιώσουν την έννοια της δυστυχίας. Σκληρό ίσως, όταν πρόσκαιρα προβλήματα ελάσσονος σημασίας συγκρίνονται με την απόλυτη ανθρώπινη δυστυχία, αλλά αυτή είναι η ανθρώπινη φύση.

  4. Ηλεφούφουτος said

    Τσουπακάμπρα και πάλι τσουπακάμπρα (ή -ας αν προτιμάτε, δεν θα τα χαλάσουμε στην κατάληξη).
    Τα εξελληνισμένα τα βρίσκω τελείως ξενερωτικά, με το σκεπτικό που αναφέρει κι ο Νικοδεσπότης στο τέλος του άρθρου του (για κάποιον απροσδιόριστο λόγο δεν μπορώ να «μαυρίσω» και να κάνω κόπυ την τελευταία παράγραφο).
    Μου θύμισαν μιζέρια μπαρμπα-Γιώργων που γκρίνιαζαν τι το θέλουμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο, αφού έχουμε τα δικά μας έθιμα για τα Χριστούγεννα όπως το στολισμένο καράβι (που σιγά μη στολίζανε ποτέ οι παππούδες μου Χριστούγεννα καράβι, κι ας ήταν και νησιώτες, αλλά λέμε τώρα!).

    Τσούπα, τσούπα, τράβα, τόνε: σού ‘πα τσούπρα, άναψ’ τόνε!

  5. Εν προκειμένω, ο τσουπατέτοιος δεν βυζαίνει κατσίκες αλλά μάλλον τον καημένο τον από πολλού τεθνεώτα Μυριβήλη. Επομένως, μάλλον θάπρεπε να λέγεται τσουπαΜυριβήλης. Λέω εγώ…

  6. αὐτὸ τοῦ Γρανίτσα τὸ ἔμαθα ἀπὸ ἕνα Βορειοηπειρώτη φίλο μου πρὶν ἀρκετὰ χρόνια. δὲν ἤξερα ὅτι ἦτο καὶ βουλευτής.

  7. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    Rogerie (@3),

    σ΄ευχαριστώ για το ύφος της απάντησής σου.
    Το ότι δεν με καλύπτει απολύτως, φαίνεται να είναι μάλλον δικό μου πρόβλημα.

  8. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    Κορνήλιε (@6),

    δεν ξέρω, βέβαια, την ηλικία σου -όμως κείμενα απ’ τα «Άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου», του Γρανίτσα, είχαμε εμείς (οι σαρανταπεντάρηδες) στα βιβλία νεοελληνικών αναγνωσμάτων της πρωτοβαθμίου -ή, μήπως, και στης δευτεροβαθμίου, ακόμα;

    Τώρα, που το ξανασκέφτομαι, μάλλον είχε βάλει το χεράκι του και ο Χριστόφορος Μηλιώνης, ο οποίος κρατούσε για τον εαυτό του, βέβαια, και τον Καλαμά και τον Αχέροντα.

  9. #5:
    el chupacabra, el chupacabra / no se puede caminar σιγοτραγουδούσε αφηρημένα η δασκάλα, με τα χρυσά της μάτια στηλωμένα στην εικόνα της Παναγιάς της Γοργόνας, εκεί στην άκρη του λιμανιού. «No se puede vivir sin amor», είπε με πιο σταθερή φωνή στο Βασίλη τον Αρβανίτη, που την κοίταζε με θολό βλέμμα. «Ντεν καταλαβαίνει -εγκώ Μακεντόν ορτοντόξ» απάντησε κείνος. Έξω, η γιδοβύζα είχε πιάσει δουλειά στη δαμάλα της δασκάλας, και ο Πρόξενος έπινε το πρώτο ούζο της ημέρας, διαβάζοντας ένα κόκκινο βιβλίο.

  10. μμμ.. στο ανωτέρω σύντομο λογοτέχνημα – αναπαράσταση της εκδήλωσης, νομίζω θα ήθελα να αντικαταστήσω το «έπινε» με «βύζαινε».
    Ψευδώνυμο καλλιτέχνη: Τα ζόμπι δεν είναι χορτοφάγα.

    (μη με παρεξηγείτε, κάνει πολλή ζέστη…)

  11. Δύτα, είσαι απίστευτος! Κι εμένα τόσην ώρα μου στριφογυρίζει στο κεφάλι αυτός ο σκοπός.
    Οι νιπτήρες σου, υποθέτω, θα έχουν και βρύση για το κρύο. Δυνάμωσέ την, να γλιτώσεις!
    Πάντως, πάλι καλά, που δεν παντρέψανε το Μυριβήλη με τον
    Ντζουγκαζβίλι
    , να κάνουν και πολιτική παρέμβαση στο νησί…

  12. voulagx said

    #10 «Η ζεστη ως πηγη εμπνευσης». Επιστημονικη διατριβη του υποφαινομενου. Κυκλοφορει στους λογγους και στ΄αγρια βουνα.

  13. Ο Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Μιριβίλι άφησε το Κόκκινο βιβλίο του Στρατή Τζουγκασβύλη να πέσει απ’ τα χέρια του με οργή: αυτός ο Ασημάκι Τρότσκι του έμπαινε συνέχεια στο μάτι -σαν τσουπακάμπρα.

  14. voulagx said

    #13 😆

  15. Έτσι για να βλέπουν (αργότερα) τι χάσανε όσοι μας άφησαν και φύγαν για διακοπές!

  16. Δεν μπορεί νά ‘ναι μόνο η ζέστη! Κάτι θα ‘φερες από τα μακρινά παζάρια της Ανατολής, που πήγες… Απ’ αυτά τα ματζούνια, που κατάπινε ο Εβλιγιά Τζελεμπής, και που τώρα πουλιούνται για φυσικά Βιάγκρα, λέμε!

  17. Μπα -τρώω παστίτσιο και σκαρώνω παστίς.

    (μαζέψτε με! στην πραγματικότητα, κάνω ο,τιδήποτε προκειμένου να μην καταπιαστώ με μια μετάφραση που με περιμένει…)

  18. rogerios said

    Κύριε Λυκοτραφίτη (σχ. 7),

    αν κρίνετε ότι το σχόλιό μου σας προσέβαλε, σας ζητώ συγγνώμη. Ειλικρινά όμως δεν πίστευα ότι από το υπ’ αριθ. 3 σχόλιό μου μπορούσε να συναχθεί υποτίμηση ή περιφρόνηση προς τον συνομιλητή. Διατυπώσατε την άποψή σας, εξέφρασα τη δική μου ότι εν προκειμένω η συγκεκριμένη στάση είναι απολύτως ανθρώπινη (καλώς ή κακώς). Το ότι η εξήγησή μου δεν σας καλύπτει δεν είναι πρόβλημα ούτε δικό σας ούτε κανενός άλλου, είναι κάτι το απολύτως φυσικό. Αν όλοι σκεφτόμασταν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο υποψιάζομαι ότι η ανθρωπότητα θα παρέμενε στάσιμη. Οπότε…

  19. Ηλεφούφουτος said

    Δύτης των νιπτήρων είπε
    «μαζέψτε με! στην πραγματικότητα, κάνω ο,τιδήποτε προκειμένου να μην καταπιαστώ με μια μετάφραση που με περιμένει…»

    Αμ πες μου έτσι! Κι εγώ τα πιο «εμπνευσμένα» μου, όταν θέλω να αποφύγω κάτι άλλο (πιο βαρύ, πιο σοφό, πιοοοο μεγάλο) τα γεννώ

  20. Νέος Τιπούκειτος said

    @9, 13: Ε-ΞΟ-ΧΑ και τα δύο! Ε, ρε, τι κάνει η ζέστη — και η μετάφραση που δε λέει ν’ αρχίσει (γιατί για να τελειώσει δεν το συζητάμε).

  21. sarant said

    Ευχαριστώ την ομήγυρη!

    Τα Δυτικά 9, 13 είναι πράγματι έξοχα, αν και φοβάμαι ότι τώρα πια θα έχει σφίξει τα δόντια και θα έχει αρχίσει τη μετάφραση…

  22. Τώρα που κάνω ένα διάλειμμα, συνεχίζει να με βαράει η ζέστη, και ξαναδιαβάζω το αρχικό απόσπασμα (Πάντως η λέξη, που είναι ισπανική, σημαίνει κάποιον που ρουφάει το αίμα της κατσίκας. Το Chupacabras συνυπάρχει επί σκηνής με τον Λεωνή Δρίβα και τον Στρατή Βρανά απ’ τη «Δασκάλα με τα χρυσά μάτια» του Μυριβήλη) σκέφτηκα να ανακατασκευάσω το κείμενο σε πιο σύντομη μορφή, ως εξής:

    «Βρε κατσίκα!» φώναξε ο Λεωνής όταν είδε τη δασκάλα με το Στρατή.

  23. Και διόρθωση στο #9: no se puede vivir sin amar είναι η σωστή φράση, όχι amor (τι μυθιστόρημα!).

  24. sarant said

    Μωρή κατσίκα, θα σου πιω το αίμα! (ο κόκκος αλήθειας από τον οποίο γεννήθηκε ο μύθος)

  25. Είπα να το πω πιο υπαινικτικά -αλλά ευχαρίστως αντικαθιστώ το «βρε» με το «μωρή», πάει καλύτερα. 🙂

  26. philalethe00 said

    Αγαπητέ, μου αρέσει η ανάλυση η ετυμολογική και η συναφής, αλλά μήπως οι απόψεις του Νίκου του Λίγγρη στην «λεξιλογία» είναι υπερμετρα… Διαφωτιστικαί και «απομαγευτικαί»; Διαβάζουμε το παράθεμα: «…που η ύπαρξή του δεν έχει αποδειχτεί αλλά γεννήθηκε στην παραδοσιακή λαογραφία και τη σύγχρονη τάση για μυθοπλασία.»
    Δεν ξέρω κατά πόσον γνωρίζετε μία πολύ ωραία και «εμπεριστατωμένη» βιβλιογραφικώς μελέτη με όνομα «Κρυπτοζωολογία», Θ. Ματσακούρη, εκδ. Έσοπτρον. Εκεί, τουλάχιστον, η τσουπακάμπρα αναφέρεται αρκετά τεκμηριωμένα ως ένα παράξενο πλάσμα το οποίο με βάση κάποιες, πολλές θα έλεγα, μαρτυρίες χωρικών από το Πουέρτο Ρίκο έκανε την εμφάνισή του περί τα 20-30 έτη πριν και σκότωνε κατά συρροήν τα αναφερθέντα και ανωτέρω ζώα με μία τέλεια τομή με τον λίγο μακάβριο τρόπο που αναφέρει το όνομά του. Μάλιστα, αναφέρεται ονομαστικώς, όπως επί τροχάδην διάβασα, και ανθρώπινο θύμα, ενώ δεν είμαι βέβαιος, αν παρέχεται φωτογραφία κάποιο σκελετού(φρικαλέου, ομολογουμένως) που ενδέχεται να ανήκει σε ένα τέτοιο ζώο.

    Υπάρχει ένα ολόκληρο κεφάλαιο, λοιπόν, στο οικείο βιβλίο(όσοι μένετε εν Θεσσαλονίκη, στείλατέ μου, αν θέλετε, στο email, να σας πω πού μπορείτε να το βρήτε σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή 🙂 ), που υποστηρίζει άλλα περί της προέλευσης. Την παρέμβαση αυτή την θεωρώ παραπληρωματική, όπως τις γωνίες που έχουν άθροισμα 180 μοιρών, να σημειώσω, και όχι επικριτική. 🙂

    Αλλά είναι και μία έξη αυτή η απομάγευση της απομάγευσης.

    Πολλές ευχές, και, υπό αίρεσιν, καλή Παναγιά!!!

  27. aerosol said

    Έχω μια λόξα με το παράξενο και η πληροφορία για τη Γιδοβύζα του Γρανίτσα είναι τεφαρίκι -δεν είχα εντοπίσει ανάλογο φαινόμενο στην ελληνική επικράτεια, τουλάχιστον όχι κάτι επαναλαμβανόμενο ώστε να διαθέτει και όνομα.
    Βουτώντας στην λαογραφία -ο Ζακ Βαλέ ανέφερε τα περί UFO ως «λαογραφία εν τω γεννάσθαι», το οποίο νομίζω πως ταιριάζει για όλη την γκάμα των παράξενων φαινομένων- των σύγχρονων μύθων, βρίσκεις ιστορίες και ενδείξεις αλλά όχι αδιάσειστα τεκμήρια. Αυτό συμβαίνει και σε βιβλία (τολμώ να πως όπως του Μαστακούρη, αλλά ομολογώ πως δεν έχω διαβάσει το συγκεκριμένο), τα οποία συχνά είναι περισσότερο ανθολογίες από περιστατικά που αναφέρονται σε ξένα βιβλία και περιοδικά. Αυτά, με τη σειρά τους, αναπαράγουν άλλα σχετικά βιβλία και οι αρχικές πηγές χάνονται σε βάθη αναξιοπιστίας. Όταν εντοπίζονται, συχνά δεν είναι παρά μικρά κακογραμμένα ρεπορτάζ από τη «Φωνή της Καρδιτσομαγούλας» της Άνω Σιέρρα Λεόνε και δεν διαθέτουν το απαραίτητο κύρος για να μιλήσει κανείς για τεκμηρίωση. Εμείς οι ρέκτες, όμως, τα αγαπάμε ακόμα κι έτσι!

  28. Ξεθάβω αυτό το θρεντ ύστερα από καιρό, για να συνεισφέρω αυτό που διάβασα στις διακοπές μου (Σαντιάγκο Ρονκαλιόλο, η 4η Ρομφαία) ότι οι Περουβιάνοι αριστεροί χαρακτήριζαν τους (μετέπειτα) ιδρυτές της οργάνωσης Φωτεινό Μονοπάτι ως Τσουπαμάρος (κατ’ αναλογία των ιστορικών και ηρωικών Τουπαμάρος), επειδή ως φοιτητές ο Αμπιμαέλ Γκουσμάν και η παρέα του το ψιλορούφαγαν το ουισκάκι τους, φιλοσοφώντας για την παγκόζμια επανάσταση…
    Αυτά από την έρημη Βοβούσα Ιωαννίνων.

  29. sarant said

    Πολύ καλό -και χρόνια πολλά!

  30. sarant said

    Παραθέτω ένα σχόλιο του Καλοπροαίρετου, διότι περιέργως όταν το έστειλε ο ίδιος ο Ακισμέτης το απέρριψε. Να σημειωθεί ότι ο Κλπ. ήθελε στο url του ψευδωνύμου να βάλει το τραίηλερ από την ταινία του Μπελμοντό, http://www.youtube.com/watch?v=LHMhQLw3XJc , όπου φαίνεται για λίγο και λάιβ η εκρηκτική βραζιλιάνα με το μικρό όνομα… Κάρλος.

    chupacabras vs chotacabras, και: αν τσουπακάμπρα, τότε και Αλιόσας Καραμάζωφ, Νίνα Μπουρτζανάτζε και Κάρλα Σόττο Μαγιόρ;

    Αν υποτεθεί ότι ενδιαφέρει κάποιον –αυτή η φράση τείνει να εξελιχθεί σε μόνιμο εισαγωγικό μοτίβο μου–, το πτηνό αιγοθήλας (στα «Συνώνυμα και συγγενικά» του Βλαστού, 1931, σ. 423, αναφέρεται και ως νυχτοπάτης· υπάρχει και ως επώνυμο, π.χ. Σαμουήλ-Ερρίκος Νυκτοπάτης) στα ισπανικά λέγεται chotacabras. Τα chupar και chotar, διαβάζω στη RAE, δεν είναι εντελώς συνώνυμα: το chupar χρησιμοποιείται γενικώς για την απομύζηση με τα χείλη και τη γλώσσα του χυμού ή της ουσίας από κάτι (π.χ., προσθέτω εγώ, το «ψαχνό» από φέτα πορτοκάλι, το μεδούλι από κόκκαλο, το σαλιγκάρι από το κέλυφός του κ.ο.κ.), ενώ το chotar χρησιμοποιείται ειδικά για θηλασμό, ιδίως γάλακτος, και choto / chota είναι το βυζανιάρικο αιγοπρόβατο.

    Και, δεν πείθομαι ότι πρέπει να αποτμήσουμε το τελικό σίγμα στην ελληνική απόδοση του κρυπτιδίου. Με την ίδια λογική, πρέπει, εξ αντιθέτου, στα ρωσσικά ανδρικά υποκοριστικά που λήγουν σε –а και –я (τα περισσότερα δηλαδή), να προσθέσουμε ένα τελικό σίγμα και να τα κάνουμε Σάσας, Μίτιας, Βολόντιας, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για το φύλο; Και, προχωρώντας το παρακάτω, την πρωταγωνίστρια στα «Εκατό χρόνια μοναξιά» του Μάρκες πρέπει, από Ρεμέδιος, που θυμίζει Βικέντιος και Λαυρέντιος, να την κάνουμε Ρεμέδια; Και η γεωργιανή πρώην πρωθυπουργός, από Νίνο πρέπει να γίνει Νίνα για να μην την συγχέουμε με τον τραγουδιστή του «Θεός» (Αν θεός γινόμουν για λίγο / θ΄ άλλαζα πολλά, δε σου κρύβω); Ή, τέλος, πρέπει την εκρηκτική συμπρωταγωνίστρια –και συνοδό εκείνη την εποχή– τού Μπεμπέλ στον «Περιθωριακό» (1983) να την κάνουμε Κάρλα με το στανιό, για να μη θυμίζει τον αντιπρόσωπο της BMW και τον πράκτορα της CIA, γνωστό και ως Το τσακάλι;

    Σε μερικά γραφόμενά μου ταιριάζει άλλο ψευδώνυμο: Πνεύμα Αντιλογίας…

  31. Nick Andrik said

    FYI:
    http://news.mongabay.com/2010/1022-chupacabra.html

    🙂

  32. sarant said

    Άρα, οι τσουπακάμπρες είναι ψωριάρικα κογιότ!

    Μένουν λοιπόν οι δικές μας οι γιδοβύζες!

    Ευχαριστώ πολύ, αγαπητέ!

  33. sarant said

    Ήταν μια εποχή που τα άρθρα κάνανε 30 σχόλια 😉

  34. Μαρία said

    34
    10 Αυγούστου! Θες και παραπάνω σχόλια.
    Υποκαθιστώντας το Δύτη διαφημίζω αυτό http://www.biblionet.gr/book/211221/Borges,_Jorge_Luis,_1899-1986/%CE%A4%CE%BF_%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%8C%CE%BD%CF%84%CF%89%CE%BD
    Υπάρχει και μια γλύπτρια κυπριακής καταγωγής που έχει εμπνευστεί απ’ το βιβλίο αλλά με τα ονόματα τα πάω όλο κια πιο χάλια.

  35. Ριβαλντίνιο said

    @ 33 Σκύλος

    Το τέρας του Ζεβοντάν ή ο ρουσόλυκος της Μάνης μετακόμισε στην Αργεντινή ! 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: