Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Στη Μυτιλήνη ύστερα από σαράντα χρόνια

Posted by sarant στο 3 Σεπτεμβρίου, 2013


Το σημερινό είναι το 42ο και τελευταίο απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου «7 ευτυχισμένα καλοκαίρια» που παρουσιάζω στο ιστολόγιο κάθε δεύτερη Τρίτη εδώ και εννιά-δέκα μήνες. Τον τερματισμό της δημοσίευσης τον είχα προαναγγείλει ήδη από την προηγούμενη δημοσίευση, και ο λόγος είναι ότι καθώς φτάνουμε σε πιο κοντινά μας χρόνια γίνονται συνεχώς αναφορές σε ανθρώπους που βρίσκονται στη ζωή και ο δημόσιος σχολιασμός ίσως τους ενοχλήσει -αλλιώς είναι να δημοσιευτούν σ’ ένα βιβλίο που διαβάζεται κατά μόνας. Ελπίζω να μπορέσω να βγάλω τα «7 ευτυχισμένα καλοκαίρια» σε βιβλίο, ενώ βέβαια θα συνεχίσω να δημοσιεύω εδώ, με την ίδια συχνότητα, άλλα έργα του πατέρα μου. Το τελευταίο απόσπασμα λοιπόν παρουσιάζει την επιστροφή του πατέρα μου στο σπίτι που γεννήθηκε στη Μυτιλήνη σχεδόν σαράντα χρόνια μετά την αναχώρησή του το 1946.

mimis_jpeg_χχsmallΣτο νησί που γεννήθηκα πήγαμε αυτή τη φορά οι δυο μας, χωρίς τα παιδιά. Ο Νίκος και η Λένα, που είχαν πια ξεπεταρίσει, θα πηγαίναν εκδρομή με τις παρέες τους και η Έφη προτίμησε να μείνει στην Αίγινα, με τις ξαδέρφες της. Ήταν η δεύτερη φορά που πήγαμε με την Κική  στο νησί μου κι η πρώτη που πλαγιάσαμε στο παλιό πατρικό ή σωστότερα μητρικό μου σπίτι. Η κυρά Άννα, η επί σαράντα σχεδόν χρόνια νοικάρισσά μας, μας είχε ειδοποιήσει πως θα άφηνε το σπίτι μας γιατί είχε αποχτήσει πια δικό της. Το παραλάβαμε σε πολύ καλή κατάσταση κι έτσι αποφασίσαμε να το συνεφέρουμε με τις απολύτως απαραίτητες μικροεπισκευές, να το επιπλώσουμε εκ των ενόντων και να το χρησιμοποιούμε εμείς και τα παιδιά.

Δεν μπήκα στο σπίτι που γεννήθηκα σαν επισκέπτης και έτσι αυτή τη φορά δεν ένοιωσα την αποξένωση και τη μοναξιά που μ΄ είχε κυριεύσει στην προηγούμενη επίσκεψη μου πριν δώδεκα χρόνια. Ο Χρόνος όλα τα γιατρεύει. Δεν υπήρχαν οι συγγενείς μου, υπήρχαμε όμως εμείς που τους θυμόμασταν και τους μνημονεύαμε.

Η γειτονιά μας δεν είχε αλλάξει σε τίποτα τα τελευταία σαράντα χρόνια. Τα ίδια παμπάλαια σπίτια, οι ίδιες αυλόπορτες, οι ίδιοι στύλοι του ηλεκτρικού. Τελευταία φαίνεται πως υπήρχε μια τάση  επανόδου των παλιών κατοίκων ή των παιδιών τους, γιατί πολλά σπίτια είχαν επισκευαστεί, σ’ ότι αφορά τους σοβάδες και τα πορτοπαράθυρα, άλλα όμως παραμέναν όπως τα θυμόμουν και πολλά ήταν σχεδόν ετοιμόρροπα. Το παλιό λιθόστρωτο κάποια απειρόκαλη δημοτική αρχή τόχε αντικαταστήσει με μπετόν κι αυτό αφαίρεσε ένα μέρος της παλιάς ομορφιάς του δρόμου.

Το μόνο καινούργιο στοιχείο ήταν η συνεχής κίνηση αυτοκινήτων και μοτοποδήλατων, που τον παλιό καιρό, όταν ήμουν παιδί, ήταν σπανιότατα. Αρκούσε τότε το πέρασμα ενός αυτοκινήτου, για να προβάλουν όλοι στις πόρτες και στα παράθυρα. Σε λίγες μέρες πάντως είχα ξαναβρεθεί πίσω στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, καθώς όλα γύρω του ήταν περίπου όπως τα είχα αφήσει εκείνο το μακρινό καλοκαίρι του ‘46.

Το σπίτι μας το βρήκα γεμάτο σκιές των προγόνων μου, των φίλων και γνωστών. Δεν ήταν φαντάσματα, σαν της Μάνης, που σε τρομάζουν, αλλά καλοσυνάτες μορφές εκείνων που είχαν ζήσει, είχαν φάει, πιει και τραγουδήσει εκεί μέσα.

… Ο παππούς μου να ψέλνει το απολυτίκιο του Αη Γιώργη:

Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής
και των πτωχών υπερασπιστής…

… Ο θείος Αντρέας να μας φέρνει πάλι πρωτοφανήσιμα κεράσια.

… Η γιαγιά μου να επιμένει να μου διηγηθεί μια παλιάν ιστορία, που εγώ βαριόμουν και δεν καθόμουν να την ακούσω “…αισθήματα δικών μου, τόσο λίγο εκτιμηθέντα”.

… Η μάνα μου κι ο πατέρας μου να τραγουδάνε στο μπαλκονάκι, φωτισμένοι από την πανσέληνο

Στης νύχτας τη σιγαλιά

σαν γέρνει η ζωή

        … Ο Χαράλαμπος ήρθε και κάθισε στο ίδιο ακριβώς τραπέζι, (το ‘χαμε φέρει πίσω από την Αθήνα) να παίξει σκάκι με τον πατέρα μου.

… Ο Θόδωρος, με ψιλό ροκανίδι ακόμα στα χέρια του, μου χτύπησε το παραθυράκι στο δωμάτιο μου να μου ζητήσει το δεύτερο τόμο του “καλού στρατιώτη Σβέικ”.

… Μια λιγνή σβέλτη σκιά πέρασε μεσ’ από τα πόδια μου. Ο Προκόπης που κυνηγούσε ένα ζουζούνι.

Ένα  απόγεμα. καθώς διάβαζα στην αυλίτσα κι έξω στο δρόμο ακούγονταν οι φωνές των παιδιών που παίζανε, ένοιωσα πώς αν άνοιγα την πόρτα θα ξανάβρισκα το Στράτο, τη Θοδώρα, τη Βαγγελία, τον Παναγιώτη και τον Αριστείδη και θα παίζαμε αμπάριζα και τσιλίκ-τσουμάκ. Ήταν σα να έκανα ένα πήδημα πίσω στο χρόνο.

Το άλλο πρωί το ταξίδι στο παρελθόν συνεχίστηκε. Πέρασε ο τελευταίος Μοριανός μπαχτσεβάνης, που επέμενε να πουλά τα λαχανικά του φορτωμένα στον κλασικό γάιδαρο και η Κική βγήκε να αγοράσει ντομάτες κι αγγούρια και κατόπιν κατάβρεξε το δρόμο μπροστά από την πόρτα μας, όπως ακριβώς έκανε η μάνα μου, σαράντα χρόνια πιο πριν. Κι ύστερα καθώς σκούπιζε το δρόμο, ήρθε μια πανάρχαιη γριά, που λογικώς εχόντων των πραγμάτων, θα έπρεπε να είχε πεθάνει πριν από δέκα τουλάχιστον χρόνια κι αφού κοίταξε την Κική με τα θολωμένα από το γλαύκωμα μάτια της, της είπε με τρεμουλιαστή φωνή

“Αχ κυρά Λένη, γύρισες πια στον τόπο σου. Άργησες πολύ. Κανείς από τους γειτόνους σου δε ζει να σε χαιρετήσει”.

Σε λίγες μέρες είχε ανασυσταθεί ένα μέρος της παλιάς παρέας. Αρχηγός της φυσικά ο Μιχάλης ο Λιαρούτσος. Πάντα τον θεωρούσαμε αρχηγό της παρέας, από τότε που ήταν γραμματέας της ΕΠΟΝ. Μ΄ όλο που δεν ήταν από το νησί μας, ήταν τρόπον τινά πολιτογραφημένος ντόπιος. Τίτλο που τον κέρδισε κυριολεκτικά με το αίμα του. Παλιός γραμματέας της περιοχής Αιγαίου, έμεινε στο νησί και, μετά τη Βάρκιζα, κυνηγήθηκε, βγήκε στο βουνό, πολέμησε, τραυματίστηκε δυο φορές και ήταν από τους τελευταίους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού, που είχαν απομείνει ζωντανοί και άπιαστοι στο νησί.

Άνθρωπος κεφάτος, γλεντζές και καλλίφωνος, γινόταν με την κιθάρα του η ψυχή κάθε σύναξής μας. Από κοντά η γυναίκα του η Ελευθερία, που του είχε σώσει τη ζωή, όταν τον έκρυψε και τον γιατροπόρεψε, με μύριους κινδύνους και δυσκολίες, τότε που τραυματίστηκε για δεύτερη φορά. Ήταν ακόμα τρία αδέρφια με τις γυναίκες τους, ο Αρίστος με την Καίτη, ο Τάκης με τη Βάσω κι ο Θανάσης με την Παρίτσα, ακόμα ο Γιώργος με την Ηρώ και ο Νάκης, παλιός επονίτης κι αυτός, που είχε μεταναστεύσει στην Αμερική αλλά τα τελευταία χρόνια θα ‘ρχόταν κάθε καλοκαίρι στο νησί. Αποτελούσαν μιαν ομάδα καλοστεκούμενων εξηντάρηδων, που βάζαν όμως κάτω πολύ νεώτερους τους. Εγώ και η Κική ήμασταν τρόπον τινά οι Βενιαμίν της παρέας.

Απαραιτήτως μια φορά τη βδομάδα, θα παίρναμε τις αισθηματικές μας καρδιές, τις καλές μας φωνές, την κιθάρα του Μιχάλη και τη φυσαρμόνικα τη δική μου και θα πηγαίναμε σε κάποιο απόμερο ταβερνάκι, στο Πυργί, στην Παναγιούδα ή στην Αγιά Μαρίνα και εκεί μετά τη σχετική κρασοκατάνυξη θα τραγουδούσαμε ως τα μεσάνυχτα και πιο πέρα.

Χαιρόμουνα που η Κική αγάπησε τη Μυτιλήνη. Το σπίτι μας, μετά από σαράντα χρόνια ξαναζωντάνεψε. Κρεμάσαμε στους τοίχους παλιές φωτογραφίες: τον πατέρα μου και τη μάνα μου νιόπαντρους, εμένα μικρόν, τρία σκίτσα του Μίλτη και μικρούς πίνακες που είχε ζωγραφίσει η θεία Μένη, όταν ήταν νεαρή κοπέλα. Το νήμα της ιστορίας του σπιτιού μας, που είχε κοπεί απότομα το καλοκαίρι του ’46, χάρη στην παρουσία της Κικής και με τα άξια χέρια της, ξαναδέθηκε. Αν σταθούμε τυχεροί, μπορεί κάποτε να έρθουν και να παίξουν στην αυλίτσα και στα δωμάτιά του τα εγγόνια μας. Γιατί και τα παιδιά μας αγάπησαν τη Μυτιλήνη και, τα μεγαλύτερα, σχεδιάζουν ήδη μελλοντικές επισκέψεις με τις παρέες τους στο νησί.

Καμιά φορά, περπατώντας στην αγορά ή στην προκυμαία, ή στους δρομάκους της γειτονιάς μου, μονάχος ή με την Κική, ένοιωθα σα να μην είχα φύγει ποτέ από τον τόπο μου, σα να μην είχαν μεσολαβήσει αυτά τα σαράντα χρόνια.

Ξαναβρήκα ακόμα μερικούς από τους συμμαθητές μου στο Γυμνάσιο, άλλους που έμειναν μόνιμα στη Μυτιλήνη και άλλους που ήρθαν όπως εγώ στο νησί για διακοπές. Στην αρχή δεν ήξερα πώς θα με αντιμετωπίσουν κάποιοι απ΄ αυτούς, γιατί στις δύο τελευταίες τάξεις του γυμνασίου ήμουν γραμματέας της Μαθητικής ΕΠΟΝ και είχα πάρει ψηλά τον αμανέ, με αποτέλεσμα να τσακώνομαι για πολιτικά θέματα με δεξιούς συμμαθητές μου. Όμως συναντηθήκαμε εγκάρδια και χωρίς καμιά εχθρότητα. Οι παλιές μας διαφορές είχαν τελείως ατονήσει. Οι φιλίες που δέθηκαν στα μαθητικά θρανία φαίνεται πως είναι πολύ ανθεκτικές στο χρόνο.

 

Advertisements

33 Σχόλια to “Στη Μυτιλήνη ύστερα από σαράντα χρόνια”

  1. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Οι σκιές των προγόνων.
    Γνώριμα γλυκόπικρα αισθήματα επιστροφής.
    Απειρόκαλη δημοτική αρχή. Κομψή έκφραση.Βλαχοδήμαρχους τους λέμε τώρα.
    Καλημέρα.

  2. Γς said

    Καλημέρα

    >Ελπίζω να μπορέσω να βγάλω τα “7 ευτυχισμένα καλοκαίρια” σε βιβλίο

    Μακάρι. Θα το α

  3. Γς said

    Καλημέρα

    >Ελπίζω να μπορέσω να βγάλω τα “7 ευτυχισμένα καλοκαίρια” σε βιβλίο

    Μακάρι. Θα διαβαστεί πολύ. Και πρώτα πρώτα από μας, που το διαβάζαμε σε δόσεις και περιμέναμε πως και πως τη συνέχεια.

    Το περιμένουμε

  4. ΣοφίαΟικ said

    Τι είναι τσιλίκ-τσουμάκ;

    (Ωραίο το σημερινό, ελπίω να πηγαίνετε ακόμα εκεί, εσείς τα παιδιά)

  5. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Είχα να πάω στην Μυτηλίνη απο το 1994, και πήγα φέτος τον Μάη για δουλειά στα Βατερά. Μου άρεσε που την βρήκα σχεδόν όπως την είχα αφήσει, και η πόλη, αλλα και τα χωριά είχαν ελάχιστες αλλαγές, χωρίς να αλλάζουν την παλιά φυσιογνωμία του νησιού. Ο τουρισμός δεν κατέκτησε την Μυτηλίνη ευτυχώς (για άλλους δυστυχώς) και έχει πολλά σημεία αναφοράς απο το παρελθόν.

    Λυπάμαι που σταματάει η δημοσίευση του βιβλίου, αλλα έχεις δίκιο για τους λόγους που επικαλείσαι. Αν κάποτε αποφασίσεις να το εκδόσεις, κάνε πρώτα ενα κόπο να μας το γνωστοποιήσεις απο πρίν στο email μας, τουλάχιστον σε μένα, γιατι ποιός ξέρει πώς και πού θα βρισκόμαστε, βλέπεις οι καιροί είναι εντελώς απρόβλεπτοι.

    Στο έχω πεί αρκετές φορές διαβάζοντας τις δημοσιεύσεις του βιβλίου, θα στο πώ και μια τελευταία, ο πατέρας σου γνωρίζοντάς τον μέσα απο τα γραπτά του, ήταν υπέροχος άνθρωπος, απ΄οτι φαίνεται και η μητέρα σου. Είναι απο τις σπάνιες ευτυχείς συγκυρίες, που δυο άνθρωποι συναντιώνται και ταιριάζουν τοσο πολύ, αλληλοσυμπληρώνουν ο ένας τον άλλο, κατι που έχει συμβεί και σε μένα. Να αισθάνεσαι πολύ τυχερός που σε γέννησαν αυτοί οι γονείς, και άφησε αυτή την τύχη και χαρά που σου έδωσαν οι γονείς σου να απλώνεται στους ανθρώπους που αγαπάς, και σε όλους γύρω σου, (κατι που το πιο πιθανόν να το κάνεις ήδη).
    Θα περιμένω κάποια άλλη δημοσίευση απο τα απίθανα βιβλία του πατέρα σου.

    Να χαμογελάς, είναι μεταδοτικό, και κάνει την εξουσία να ανησυχεί.!

  6. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    4: Πηγαίνουμε. Τσιλίκ τσουμάκ είναι το ξυλίκι στα μυτιληνιά.

    5: Σ’ ευχαριστώ Λάμπρο -την τελευταία φράση την έλεγε ο πατέρας μου.

  7. Νέο Kid Στο Block said

    Πολύ ωραίο! O Σαραντάκος πατήρ έχει (δεν είναι λάθος χρόνος) την ικανότητα να μεταφέρει συναισθήματα και εικόνες τόσο άμεσα και ζεστά, αλλά ταυτόχρονα αυστηρά και λιτά χωρίς υπερβολικές γλαφυρότητες και χωρίς καθόλου μελό και σαλιαρίσματα, χωρίς να γίνεται καθόλου κουραστικός. Δύσκολο!
    ΥΓ. «Ο Νίκος και η Λένα που είχαν πια ξεπεταρίσει..» Για την κα Λένα δεν ξέρω,αλλά μπορώ να αφήσω την φαντασία μου να επιδοθεί σ’ενα αυθαίρετο οργιάκι σε σχέση με το Νίκο 🙂 -Μπαμπά, τί ναι τούτο; -Τι ναι τ’άλλο;
    -Μπαμπά, τι είναι η Λερναία Ύδρα
    -Δ.Σ: Μυθολογία παιδάκι μου, να κόβεις ένα κεφάλι και να πετάγονται 2. Αλλά αυτ’α είναι παλιά. Δεν θα σου χρειαστούνε.. 🙂
    -Mπαμπά, θα με μάθεις σκάκι;
    -Να σε μάθω παιδάκι μου, αλλά πιο χρήσιμη θα είναι η κολτσίνα! (το «Μπριτζ» στα μυτιληνιά) 😆

    YΓ2. Το «τσιλίκ-τσουμάκ» είναι η τσιλίκα που λέμε εμείς οι στεριανοί;

  8. Γς said

    6, 7:
    Το ξυλίκι και η τσαμάκα!

  9. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    Δεν είχα γράψει, νομίζω, ποτέ σχόλιο στα «Ευτυχισμένα Καλοκαίρια» αλλά σήμερα θα το κάνω, για να εκφράσω και δημόσια τη θλίψη μου για την απώλεια μιας σπουδαίας μυτιλινιάς, ενός ζεστού ανθρώπου, που χάθηκε πρόσφατα, φαγωμένη απ’ την αρρώστια: πρόκειται για την Ραλλού Παπάζογλου – Ξύδα, με την οποία βρεθήκαμε μαζί στην Άγκυρα, για τέσσερα χρόνια σχεδόν, από το 2007 έως το 2011 -εκείνη επικεφαλής του Γραφείου Εμπορικών και Οικονομικών Υποθέσεων της Ελληνικής Πρεσβείας. Τα ευτυχισμένα καλοκαίρια ένα-ένα τελειώνουν, όσο χάνονται οι άνθρωποι που συναντήσαμε και μας σημάδεψαν, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο. Και τελειώνουν, γιατί, το καταλαβαίνουμε, παίρνουμε κε εμείς σειρά για να χτυπήσουμε -σύντομα; λίγο πιο αργά;- εκείνη τη μεγάλη πόρτα του αγνώστου, που αδυσώπητη μας περιμένει…

    Στο σύζυγό της, αξέχαστο Προϊστάμενο, Φωτή Ξύδα, και στον γιό τους Κωνσταντή, τα πιο ειλικρινή Συλλυπητήρια…

  10. cronopiusa said

    Καλή σας μέρα
    βλέπω πως δεν είμαι η μόνη που ανυπομονεί την έκδοση των “7 ευτυχισμένων καλοκαιριών”,
    είναι η αντίστιξη στο γυρισμό του ξενιτεμένου του Σεφέρης

    «… Δεν μπήκα στο σπίτι που γεννήθηκα σαν επισκέπτης και έτσι αυτή τη φορά δεν ένοιωσα την αποξένωση και τη μοναξιά που μ΄ είχε κυριεύσει στην προηγούμενη επίσκεψη μου πριν δώδεκα χρόνια. Ο Χρόνος όλα τα γιατρεύει. Δεν υπήρχαν οι συγγενείς μου, υπήρχαμε όμως εμείς που τους θυμόμασταν και τους μνημονεύαμε….»

    Δυο άνθρωποι αγαπιούνται σαν τραγουδάνε παρέα
    και να, ένα ερωτευμένο ζευγάρι να τραγουδάει Στης νύχτας τη σιγαλιά, -το βρήκα στο συσωλήνα με πολλά παράσιτα, από τη παράσταση Βίρα τις άγκυρες του Εθνικού θεάτρου,
    αλήθεια έχετε μαγνητοφωνήσει τους γονείς σας να τραγουδάνε;

    χρειαζόμαστε τη φωνή του να γλυκάνουν οι μέρες μας

    σας ευχαριστούμε που μοιράζεστε μαζί μας το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα κ’ είναι καλοδεχούμενο ό,τι άλλο δικό του μας φιλέψετε

  11. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια και τα καλά λόγια!

    7: 🙂

  12. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    6 – Την έλεγε κι ο πατέρας σου αυτή την φράση; κι εγώ που νόμιζα οτι είναι δική μου (ως προς την εξουσία). Απο δώ και πέρα θα τον μνημονεύω κάθε φορά που θα την λέω ή θα την γράφω, μια και προηγείται καθαρά χρονικά.

  13. tofistiki said

    Να το βγάλουμε, Νίκο, το βιβλίο… το θέλει και η μαμά, νομίζω.
    Από την τελική μορφή που το άφησε ο μπαμπάς, έχω ξαναδιαβάσει και κάνει διορθώσεις μόνο στα 4 πρώτα κεφάλαια, θα βάλω πάλι μπρος να το τελειώσω, σύντομα!

  14. Φανατικός said

    Μου άρεσε πολύ αυτό που διάβασα. Λιτό, ρομαντικό και ταξιδιάρικο. Ωχ! πλέον γερνάμε πολύ πιο γρήγορα από τους παλιότερους. Ο πατέρας σου -40 έτη μετά- έβλεπε το ίδιο σκηνοθετημένο έργο στη γειτονιά του (μόνο ο αριθμός των μηχανοκίνητων είχε αυξηθεί). Όταν εγώ πάω στη γειτονιά μου την Κυψέλη, 20 χρόνια μετά, νομίζω ότι βλέπω άλλη γειτονιά -που ποτέ δεν έζησα και ποτέ δεν περπάτησα-. Ουφ!

  15. sarant said

    12: E, δεν υπάρχει κοπιράιτ στις φράσεις, πρόκειται για ανεξάρτητο σχηματισμό 🙂

    13: Την τελική μορφή ανάλαβέ την εσύ να μην τα μπερδέψουμε.

  16. Labros said

    Να το βγάλετε σε βιβλίο!! Αξίζει και όντως όπως προαναφέρθηκε θα διαβαστεί πολύ! Η γραφή του πατέρα σας είναι πολύ ωραία και ευχάριστη στο διάβασμα.

  17. spiral architect said

    Καλημέρα. 🙂
    Να ζήσετε και να τόνε θυμάστε.
    (με τόσες μνήμες που άφησε στο κατόπι του, πως θα γινόταν διαφορετικά …)

  18. Γς said

    13:
    Αδελφός; Αδελφούλα;

  19. Γς said

    Μα τι λέω; Είναι η Λένα!
    Που θα τελειώσει σύντομα και τα υπόλοιπα κεφάλαια
    😉

  20. Προσγολίτης said

    Νικοκύρη, το ξέρεις καλύτερα απ’ τον καθένα μας: κληρονόμησες μιαν ανεκτίμητη περιουσία (με, ή και χωρίς εισαγωγικά) – που δεν την βρίσκεις στον καθένα.

    Υγεία σε όλους!

  21. tofistiki said

    19: Ελπίζω να τα καταφέρω σύντομα! Η καλοκαιρινή άδεια, περιέργως, πέρασε πιο γρήγορα φέτος, κι είχα προγραμματίσει ένα σκασμό πράγματα να κάνω… :-/

  22. Έχει μια γλυκόπικρη γαλήνη το σημερινό, ιδίως όταν σε ορισμένες σκηνές κινηματογραφούνται βίοι παράλληλοι.

  23. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα και τα καλά λόγια!

  24. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Ο απειρόκαλος έχει την ..άτυχη τύχη του ευάριθμος στις ευάριθμες έστω χρήσεις του 🙂
    «Απειρόγαμε Παρθένε»,των ψαλμών, θεϊκή περίπτωση του είδους στα νεανικά μου αυτιά το πάλαι.
    🙂 🙂

  25. sarant said

    Πράγματι!

  26. Ήταν εξαιρετικό ανάγνωσμα…. Το παρακολουθώ λίγους μήνες τώρα, μα διάβασα και τα προηγούμενα μόλις το ανακάλυψα… Ο πατέρας σας ήταν ταλαντούχος, (θα το ξέρετε βέβαια, δεν λέω κάτι καινούριο), ήταν αποκάλυψη για μένα….
    Περιμένω να διαβάσω και την έντυπη, ολοκληρωμένη μορφή…
    Σας ευχαριστώ…..

  27. Νέο Kid Στο Block said

    Ήθελα να το γράψω από χθες, αλλά αστόησα. 40 (σαράντα!!) χρόνια έμενε μέσα η κυρά Άννα η νοικάρισσα λέει. Μ’εναν καλό δικηγόρο σήμερα, θα το είχε πάρει περίπατο το σπίτι. 🙂

  28. sarant said

    26: Ευχαριστώ πολύ!

    27: Ναι; Ισχύει;

  29. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    28 – Αν πλήρωνε έστω και ένα ελάχιστο νοίκι δεν ισχύει.

  30. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    28.Χρησικτησία ,και με λιγότερα απ τα 40 χρόνια, αλλά αδιατάραχτη νομή και κατοχή «διανοία κυρίου». Φαίνεται, αλλά δεν είναι τόσο απλή η απόκτηση τέτοιας κυριότητας.Συμβαίνει πάντως, κυρίως σε αγροκτήματα.

  31. Vouts said

    Αγαπητοί φίλοι γνωρίζετε άλλα βιβλία/κείμενα με αυτοβιογραφικό περιεχόμενο και στρωτή γλώσσα οπως του πατρός Σαραντάκου; Ας πουμε το » Άντε τώρα να παραπονεθείς στο Θεό» του Κ.Τσόκλη είναι πολύ ενδιαφέρον

  32. leonicos said

    Απλά για να επιβεβαιώσω την ήδη πολλ’άκις εκπεφρασμένη (!!!) γνώμη μου.Υπέροχο ανάγνωσμα, και το περιμένουμε σε βιβλίο

  33. Vouts said

    Βρήκα κι αυτο που με συγκίνησε
    http://inabody.blogspot.gr/2012/04/blog-post_21.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: