Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Θυμήθηκα τον Αχιλλέα Παράσχο

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2013


350px-Αχιλλεύς_ΠαράσχοςΟ Αχιλλέας Παράσχος (1838-1895), γεννημένος στο Ναύπλιο από χιώτικη οικογένεια που μετοίκησε εκεί μετά την καταστροφή του νησιού από τους Τούρκους, ήταν ο πρώτος «εθνικός ποιητής» του νεοελληνικού κράτους -ο τίτλος βέβαια είναι άτυπος, και αξίζει να δούμε ποιοι άλλοι έχουν χαρακτηριστεί έτσι, αλλά αυτό είναι θέμα για άλλη συζήτηση. Ο Παράσχος ήταν ρομαντικός ποιητής της Α’ Αθηναϊκής σχολής, εξαιρετικά δημοφιλής όσο ζούσε· ήταν ο πρώτος ποιητής που μπορούσε να βιοπορίζεται από την πέννα του: η έκδοση των ποιημάτων του σε τρεις τόμους το 1881 λέγεται ότι του απέφερε έσοδα 50.000 δρχ., που πρέπει να ήταν πολύ μεγάλο ποσό, που όμως κατάφερε να το σπαταλήσει και να βρεθεί στην ανάγκη να ζητάει βοήθεια από φίλους του. Η κηδεία του ήταν πάνδημη, με είκοσι επικήδειους και με την παρουσία του βασιλιά Γεώργιου Α’, αλλά η ποίησή του γρήγορα ξεπεράστηκε, οι λεκτικές του και άλλες υπερβολές, ανεκτές στην εποχή του, άρχισαν να φαντάζουν κωμικές, κι έτσι τα ποιήματά του έγιναν αντικείμενο παρωδίας και διακωμώδησης. Παρ’ όλ’ αυτά, οι παλιότεροι από τους νεότερους (Παλαμάς, Ξενόπουλος κτλ.) εξακολουθούσαν να εκφράζονται με επαινετικά λόγια για τον Αχιλλέα Παράσχο.

Σήμερα ο Παράσχος έχει ξεχαστεί, φαντάζομαι, αν και πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια ο Πάνος Θεοδωρίδης παρουσίασε σε έναν τόμο μιαν ανθολογία από το έργο του με τίτλο Ερώτων λείψανα. Δεν το έχω δει το βιβλίο, αλλά ανθολογία χρειάζεται ο Παράσχος, διότι δεν έγραφε και λίγο. Οι τρεις τόμοι που ανάφερα πιο πάνω πιάνουν πάνω από 1000 σελίδες, ενώ μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησαν άλλοι δυο τόμοι με 600 ακόμα σελίδες (όλα αυτά μπορείτε να τα βρείτε ονλάιν στην Ανέμη, εδώ μαζί με τα ποιήματα του αδελφού του Γ. Παράσχου και ένα βιβλίο του απλώς συνώνυμου Κλέωνα Παράσχου). Εκτός αυτού, όπως συνηθίζεται με τους ρομαντικούς, τα ποιήματά του είναι πολύστιχα, πολυσέλιδα, φορτωμένα επαναλήψεις -και με όχι σπάνια τα τεχνικά ελαττώματα, αλλά και όχι χωρίς ταλέντο. Η γλώσσα άλλοτε είναι καθαρεύουσα, άλλοτε έχει παραχωρήσεις προς τη δημοτική.

Τον Παράσχο τον ήξερα από μικρός, διότι στίχους του συνήθιζε να απαγγέλλει -και να κοροϊδεύει- ο παππούς μου, ο οποίος, γεννημένος το 1903, ανήκε ακριβώς στη γενιά που έπαψε να σέβεται τον ρομαντικό ποιητή, αν και τον διάβαζε, έστω και μόνο στο σχολείο. Και σε σκίτσα του Μποστ (δεκαπέντε χρόνια νεότερος από τον παππού μου) έχουμε δει αναφορές σε στίχους του Παράσχου. Και βέβαια, οι αναφορές, ακόμα και οι ειρωνικές, ακόμα και η κοροϊδία, είναι ένδειξη κάποιας εκτίμησης -οι νεότεροι ούτε τον άκουσαν ούτε τον ξέρουν τον Παράσχο, αν και πολλοί θα έχουν ψιθυρίσει έναν στίχο του. Ούτε κι εγώ έχω ποτέ ασχοληθεί με τον ξεχασμένο ποιητή. Τις τελευταίες όμως μέρες, κατά περίεργο τρόπο, έτυχε να αναφερθώ πεντέξι φορές στο πρόσωπό του, τη μια επειδή έπεσε στα χέρια μου μια ανθολογία με μερικά ποιήματά του, την άλλη επειδή είχαμε την κουβέντα του με τον φίλο Γ. Ζεβελάκη, ώσπου προχτές, ψάχνοντας κάτι άλλο σε μια παλιά εφημερίδα βρήκα ένα κείμενο που αναφερόταν στον Παράσχο, κάτι αναμνήσεις του Μπάμπη Άννινου, οπότε το θεώρησα σημαδιακό και είπα να γράψω πεντέξι λόγια.

Για να πάρετε μια ιδέα, αντιγράφω ένα απόσπασμα από το κείμενο «Οι δυο Παράσχοι» του Μπ. Άννινου, δημοσιευμένο στο Νέον Άστυ τον Αύγουστο του 1906. Δυστυχώς σε καθαρεύουσα, που παρά το πνεύμα του Άννινου παραμένει ψυχρή (τη θέλει τη μετάφραση, θαρρώ). «Η ποίησις του Αχιλλέως Παράσχου ήτο υπέρ πάσαν άλλην ανταποκρινομένη εις τας ιδέας και τα αισθήματα της εποχής του. Όθεν και ο Αθηναίος ποιητής είχε τους περισσοτέρους θαυμαστάς και τους περισσοτέρους μιμητάς ποιητάς. Σχεδόν πάντες οι ως δόκιμοι εισερχόμενοι εις το τέμενος των Μουσών το ύφος αυτού εξέλεγον ως υπόδειγμα και ηκολούθουν τας ρομαντικάς παραφοράς του, συμμορφούμενοι ως και με αυτάς τας παραβάσεις των γραμματικών κανόνων, εις άς όχι σπανίως ησμενίζετο ο ποιητικός του οίστρος. Τότε εύρε πολιτογράφησιν εις πολλά λυρικά ποιήματα και η περίφημος μετοχή πεφιλμένος και πεφιλμένη, η προερχομένη από το στιχουργικόν εργοστάσιον του Αχιλλέως και μερικαί πτώσεις τριτοκλίτων ονομάτων ικαναί να εμβάλωσιν εις απελπισίαν και αυτούς τους μάλλον ανεξικάκους τών γραμματικών του κόσμου

Στη συνέχεια, ο Άννινος λέει ότι οι κριτικοί της εποχής επισήμαιναν τις ατέλειες του Παράσχου και ότι ο Βερναρδάκης είχε χαρακτηρίσει «γογγυρισμούς» (σικ) τις αλλόκοτα εμφαντικές εκφράσεις του, εννοώντας ότι θύμιζαν παρόμοια σχήματα του Ισπανού ποιητή Γκόγκορα. [Έβαλα «σικ» επειδή δεν ξέρω αν είναι σωστά μεταφερμένο, και μήπως ήθελε να πει «γογγορισμούς», αλλά μάλλον το «γογγυρισμός» του Βερναρδάκη είναι και λίγο ειρωνικό για να θυμίζει το «γογγυσμός»].  Συνεχίζει ο Άννινος λέγοντας ότι από τότε οι σατιρικοί είχαν βάλει στο στόχαστρο τον Παράσχο. Ας πούμε, λέει, ο Γ. Μαυρομιχάλης, εκδότης του «Τραμπούκου» (έχουμε αναφερθεί σε αυτή την εφημερίδα), είχε παρωδήσει το πασίγνωστο τότε δίστιχο του Παράσχου, που ήταν γεμάτο επαναλήψεις:
Γνωρίζει, δεν το αγνοεί, γνωρίζει πάσα Φρύνη
ότι εκείνη η γραμμή, ότ’ η γραμμή εκείνη

ως εξής:
Ήγουν, τουτέστι, δηλαδή, με άλλα λόγια, ήτοι
η Αφροδίτη είσαι συ, εσ’ είσ’ η Αφροδίτη
.

Η παρωδία είναι εξαιρετική… αλλά το παρωδούμενο δίστιχο δεν είναι έτσι! Παρόλο που ο Άννινος το έχει αναφέρει και σε βιβλίο του, ο πραγματικός στίχος του Παράσχου έχει πολύ λιγότερες επαναλήψεις. Θα παραθέσω μερικά τετράστιχα από το ποίημα (που πιάνει καμιά δεκαριά σελίδες), που λέγεται «Πέντε Απριλίου» για να πάρετε μια γεύση του ποιητή. Όπως και σε όλα τα επόμενα παραθέματα, έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία. Ο Παράσχος μιλάει για ένα θανατερό ραβασάκι:

ΠΕΝΤΕ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Ούτω λοιπόν! Μία γραμμή επί του χάρτου μονη
ως του Θεού ο κεραυνός χτυπά και θανατώνει!
Ως του Θεού! Και του Θεού πλειότερον ισχύει
αφού ό,τι συνήνωσεν Εκείνος διαλύει.

Μία γραμμή -απλή γραμμή- γραφείσα χωρίς πόνον
εις φύλλον χάρτου, και ουχί τι άλλο, τούτο μόνον.
Μόνον αυτό, έν αίσθημα βαθύ ως την θρησκείαν
να εκριζώσει δύναται με τόσην ευκολίαν!

Ω μόνον, μόνον η γυνή τοιαύτα πέμπει βέλη·
γραμμάς τοιαύτας δύναται να γράψει όσας θέλει…
Και ως τυχαίον γνώριμον ευκόλως αποβάλλει
εκείνον, όν ακόμη χθες θεόν της απεκάλει.

Μίαν αυγήν εγείρεται ψυχρά, καθώς η λήθη
και γράφει: «Είσ΄ ελεύθερος, λησμόνει με και ζήθι…»
και πέμπ’ εις φίλον παλαιόν, εις φίλον λατρευμένον
τον κεραυνόν εις φάκελον ευώδη κεκλεισμένον!

Ω αστασίας δύναμις, ω πόντος αναιδείας!
Την ύπαρξίν των αποσπούν εκ βάθους της καρδίας
χωρίς ουδέν να πάθωσι, μικρόν να ταραχθώσι,
ως μίαν εκ της κόμης των ταινίαν ν’ αποσπώσι…

Κι ηξεύρει, δεν το αγνοεί ποσώς εκάστη Φρύνη,
οπόσον η γραμμή αυτή η ελαφρά βαρύνει·
γνωρίζει ότι φίλου της τας φρένας θα σαλεύσει
και ότι ζώσαν δι’ αυτήν καρδίαν θα φονεύσει!

Το ποίημα δεν τελειώνει εδώ, ακολουθούν άλλες 11 τετράστιχες στροφές, αλλά νομίζω ότι και με τόσες χορτάσαμε. Το παρωδημένο δίστιχο είναι το πρώτο της τελευταίας στροφής -ο Άννινος τού χρεώνει πολύ περισσότερες επαναλήψεις, αλλά έτσι κι αλλιώς επαναλήψεις έχει αρκετές σε όλες τις προηγούμενες (και τις επόμενες) στροφές.

Λέγεται από πολλούς ότι οι παραπάνω στίχοι είναι γραμμένοι για κάποια Μαρία που τον χώρισε, για την οποία λένε ότι μετά τρελάθηκε αλλά ο Παράσχος δεν έπαψε να την αγαπάει. Μάλιστα, λένε πως ήταν σαντορινιά ή έμενε στη Σαντορίνη (βλ. π.χ. εδώ) και ότι γνωρίστηκαν όταν ο Παράσχος ήταν έπαρχος Θήρας. Αυτό το τελευταίο είναι ακριβές, αλλά για τα υπόλοιπα δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά. Λένε επίσης ότι για τη Μαρία είναι γραμμένο το περίφημο ποίημά του «Έρως» που περιέχει και τον ένα στίχο του Παράσχου που πολλοί έχουμε τραγουδήσει. Ολόκληρο το ποίημα το βρίσκετε εδώ, αλλά με λάθη. Αποσπώ την αρχή και διορθώνω:

Δεν θέλω κάλλος αύθαδες παρθένου αλαζόνος,
θρασείας εκ της καλλονής, ψυχράς εκ θωπευμάτων.
Βλέμμα δεν έρριψα ποτέ εις πτέρυγας ταώνος,
ουδ’ εις φιάλην στίλβουσαν, πλην στείραν αρωμάτων.
Δεν θέλω όψιν φλογεράν, δεν θέλω ρόδου στόμα·
είναι διέγερσις σαρκός το πορφυρώδες χρώμα.

Την θέλω ασθενή εγώ την φίλην μου ταχείαν,
ωχράν την θέλω και λευκήν ως νεκρικήν σινδόνην,
με είκοσι φθινόπωρα, με άνοιξιν καμίαν,
μ’ ολίγον σώμα – άνεμον σχεδόν – ολίγην κόνιν.
Την θέλω επιθάνατον μ’ αθανασίας μύρον,
κόρην και φάσμα, σάβανον αντί εσθήτος σύρον.

Ο στίχος αυτός, βέβαια, είναι το «με είκοσι φθινόπωρα με άνοιξιν καμίαν», που το ξέρουμε επειδή το δανείστηκε ο Γκάτσος σαν πρώτο στίχο της «Προσευχής της παρθένου«, τραγουδιού που το μελοποίησε ο Χατζιδάκις και το τραγούδησε η Μελίνα Μερκούρη. Κι εδώ πάντως ειρωνικός είναι ο δανεισμός.

Αλλά ας γυρίσουμε στον Παράσχο. Θα προσέξατε το «την θέλω ασθενή εγώ την φίλην μου ταχείαν», όπου το «ταχεία» είναι εντελώς ξεκρέμαστο. Δεν ξέρω τα ντεσού του ποιήματος, αλλά δεν αποκλείεται εδώ να κρύβεται γυναικείο όνομα (Μαρία, ας πούμε, όπως θέλει η διήγηση που είδαμε) που σκεπάστηκε τελευταία στιγμή.

Ένα άλλο ποίημα του Παράσχου που το έχουμε αναφέρει εδώ, έστω και παρεμπιπτόντως, είναι ο Μάιος, που και πάλι πιάνει το θέμα του ματαιωμένου έρωτα. Ολόκληρο εδώ, παραθέτω ένα απόσπασμα.

Ο ΜΑΪΟΣ

Δρέψατε πάλιν, ερασταί ευδαίμονες, ναρκίσσους
Eις του Mαΐου τους φαιδρούς κ’ ευώδεις παραδείσους,
Kαι την παρθένον στέψατε, ήτις ως άνθος κλίνει·
Eγώ δεν κόπτω, δι’ εμέ απέθανεν Eκείνη!

[…]
Kι εγώ ηγάπησα ποτέ, κι εγώ αντηγαπήθην,
Aλλά την ελησμόνησα, αλλά ελησμονήθην.
Δεν είναι ο βίος Mάιος αιώνια, δεν είναι·
Mαραίνονται κι αι ανθηραί του έρωτος μυρσίναι,
Kαι η νεότης μας πετά ως αστραπή ταχεία,
Ως ώρα σταθερότητος εις στήθη γυναικεία!…

Τον περίφημο στην εποχή του στίχο «Δεν είναι ο βίος Μάιος αιώνια, δεν είναι», πολλοί τον απάγγελναν, ραμονικώς, «Δεν είναι ο βίος Μάιος, Ιούνιος δεν είναι». Ο Μποστ, πάλι, όπως είδαμε σε παλιότερο άρθρο, τον είχε παρωδήσει «δεν είναι πτολεμάιοι, αιώνιοι δεν είναι».

Για να κάνω ένα αντιποιητικό διάλειμμα, στο άρθρο του Άννινου που είδαμε παραπάνω βρήκα, με έκπληξη ομολογώ, να γράφεται, σε εφημερίδα του 1906, η συχνότερη ελληνική τρισύλλαβη λέξη. Λέει ο Άννινος ότι «Περί τα τέλη του βίου του [Παράσχου], κάποιος εκ των λογίων, δυσαρεστηθείς διά δυσμενή κρίσιν του Αχιλλέως περί τινος θεατρικού του έργου, τον απεκάλεσεν εν τη οργή του μαλάκαν.
— Εγώ μαλάκας! απήντησεν εξαφθείς ο ποιητής. Και μου το λέγεις συ, ο Παδισάχ της μαλάκας!…»
Παναπεί, και τότε έβριζαν οι ποιητές αλλά δεν είχαν Φέισμπουκ να διαδίδει τα ξεκατινιάσματά τους στο πανελλήνιο.

Ο Παράσχος, χάρη στις πολιτικές του φιλίες, είχε κατά καιρούς υπηρετήσει σε ελαφρώς αργόμισθες θέσεις της διοίκησης, όπως έπαρχος Θήρας ή πρόξενος στο Ταϊγάνι, αλλά ως ποιητική φύση που ήταν δεν στέριωνε για πολύ. Ποιητής και υπάλληλος δεν γίνεται, πίστευε, και το έγραψε και στον φίλο του τον επίσης ποιητή, τον Βασιλειάδη, που ήταν ειρηνοδίκης. (Ολόκληρο το ποίημα εδώ, βάζω το τέλος):

Την λύραν σου εκρέμασες εις ειρηνοδικείον
Βασιλειάδη δυστυχή, κι εγώ εις επαρχείον.
Έρχεσαι, φίλε, έρχεσαι καλήν τινά πρωίαν,
έν λάκτισμά μας δίδοντες εις την υπαλληλίαν,
τας απηγχονισμένας μας να λάβωμεν οπίσω;
Εγώ το απεφάσισα· την λύραν δεν θ’ αφήσω.
Και αν θα έχω την πικράν των δύο Σούτσων μοίραν
θα φέρω κι εις τον τάφον μου παρήγορον την λύραν.―

Ω, σας αφήνω· χαίρετε, πρωτόκολλα, γραφεία·
Διότι σβήνετ’ η πυρά εις του λουτρού το κρύα!

Το «εις του λουτρού ΤΟ κρύα», παρότι ακούγεται λιγάκι σαν λόγια του Βεληγκέκα, δεν πρέπει να είναι  τυπογραφικό λάθος, διότι επαναλαμβάνεται σε όλο το ποίημα (τσεκάρισα και το πρωτότυπο). Μπορεί να είναι ιδιωματισμός της τότε Σαντορίνης, δεν ξέρω, όποιος ξέρει κάτι ανάλογο ας μας πει.

Στο Ταϊγάνι ήταν πρόξενος ο Παράσχος επειδή σε αυτή την πόλη της νότιας Ρωσίας (Ταγκανρόγκ στα ρώσικα) υπήρχε ακμαιότατη ελληνική παροικία (έδρασε εκεί και ο Βαρβάκης). Το Ταϊγάνι είναι και η γενέτειρα του μέγιστου Τσέχοφ, που βασανίστηκε με τα αρχαία στο ελληνικό σχολείο όπου φοίτησε, και έχει γράψει για το πώς το σαντορινιό γλυκό κρασί (την εποχή εκείνη αυτά τα κρασιά ταξίδευαν καλά) είχε αποκτηνώσει τους συμπατριώτες του. Ο Παράσχος πάντως δεν αγάπησε τη Ρωσία με το κρύο της (φανταστείτε να τον είχαν στείλει σε καμιά Μόσχα!). Την αποκαλούσε ‘Σκυθία’, και έχει γράψει ένα περίφημο ποίημα στο οποίο συνομιλεί με στίχους με έναν φίλο του, εγκατεστημένον εκεί, που προσπαθεί να τον πείσει να επιστρέψει στην Ελλάδα. Παραθέτω μόνο το τελευταίο τετράστιχο -πιάνει και καμιά εκατοστή στίχους:

Έλα· μια μέρα, μια στιγμή, στην γη αυτή μη χάνεις
σε περιμένουν αδελφοί, λουλούδια, ήλιος, δρόσος.
Πάμε στην Μάνα, την καρδιά και πάλι να ζεστάνεις·
αν έλθεις, είσαι άνθρωπος· αν μείνεις, είσαι Ρώσος!
Ταϊγάνιον 1882

Ο τελευταίος στίχος, που υπονοεί πως οι Ρώσοι δεν είναι άνθρωποι, προκάλεσε σκάνδαλο στην εποχή του, λέει ο Άννινος στις αναμνήσεις που προαναφέραμε.

Προτιμώ να κρατήσω από τον Παράσχο ένα άλλο ποίημά του. Το έγραψε στα 23 του χρόνια, όταν είχε φυλακιστεί στον Μεντρεσέ, την παλιά φυλακή της Αθήνας που βρισκόταν στους Αέρηδες, για τη δράση του εναντίον του βασιλιά Όθωνα.Ο φυλακισμένος ποιητής απευθύνεται στον μεγάλο πλάτανο που δέσποζε καταμεσίς στην αυλή της φοβερής φυλακής (και στον οποίο πλάτανο πρέπει κάποτε να αναφερθούμε ξανά, διότι μερικοί υποστηρίζουν, αβάσιμα κατά τη γνώμη μου, ότι από εκεί προέρχεται η γνωστή έκφραση ‘χαιρέτα μου τον πλάτανο’). Ο Παράσχος θεωρεί τον πλάτανο σύμβολο της οθωνικής τυραννίας και του διωγμού των αγωνιστών του 21 επί βαβαροκρατίας. Παραθέτω αποσπάσματα:

ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΛΑΤΑΝΟΝ ΤΟΥ ΜΕΝΔΡΕΣΕ

Ω Πλάτανε! του Μενδρεσέ στοιχειό καταραμένο
της τυραννίας τρόπαιο στη φυλακή υψωμένο·
συμμάζωξε τα φύλλα σου τα δακρυραντισμένα,
να ιδώ κομμάτι ουρανό και τ’ άστρα τα καημένα….
Αν είσαι δένδρο σπλαχνικό, ανθρώπους μη μιμείσαι,
μη δεσμοφύλακας κι εσύ ωσάν εκείνους είσαι!

Ναι! άφησε καμιά φορά να βλέπ’ από δω πέρα
τον ασημένιο ουρανό, την άσπρη την ημέρα·
κανένα σύννεφο μικρό που φεύγει ν’ αντικρίσω,
κανένα ταξιδιάρικο πουλάκι να ρωτήσω.
Να στείλω χαιρετίσματα στη μάνα που με κλαίγει
κι εκείνης οπού μ’ αγαπά χωρίς να μου το λέγει.

[…]
Πόσα, αχ πόσα μάντρωσες λιοντάρια πληγωμένα
ακόμη από τον πόλεμο και τη φωτιά βγαλμένα·
πόσους αϊτούς της Αμπλιανής, πόσα παιδιά του Φλέσσα,
ωσάν μανούλα τα’βαλες στην αγκαλιά σου μέσα.
Μη σου τους φάγει ενοιάζοσουν το κρύο και η πείνα
για να τους στείλεις ζωντανούς στη μαύρη γκιλοτίνα.
[…]
‘Οχι, δεν είναι Πλάτανε, ελληνική η σπορά σου·
από λαγκάδι σκοτεινό κατάγετ’ η γενιά σου.
Από τη γη του Μπαβαρού εδώ φυτεύθης πάλι·
κόρακας μαύρος σ’ έφερε, καιρού ανεμοζάλη,
κι εφούντωσες στα χώματα τα μοσχομυρισμένα,
κι έχεις από τον ήλιο μας τα φύλλα χρυσωμένα.

[…]

Θα έρθ’ η ώρα, Πλάτανε, αλλόθρησκη Βαστιλλη,
που ξυλοκόπους η οργή του έθνους θα σου στείλει.
Και πέλεκυς στη ρίζα σου ελεύθερος θ’ αστράψει·
δεν θα σε φαν γεράματα· φωτιά θενά σε κάψει.
Και γύρω θα χορέψομε στη σκόνη σου την κρύα,
όταν ανοίξει το χορό Πατρίς κι Ελευθερία.

(Έγραφον εκ των φυλακών του Μενδρεσέ, 1861.)

Το γούστο είναι βέβαια υποκειμενικό, αλλά μου φαίνεται πως απ’ όσα του Παράσχου διαβάσαμε, το ποίημα τούτο έχει γεράσει λιγότερο -άλλωστε, το αίτημα της απαλλαγής από την τυραννία, άλλην βέβαια τώρα, το αίτημα της ελευθερίας παραμένει επίκαιρο. Κάποτε θα χορέψουμε γύρω από τη στάχτη των γκρεμισμένων συμβόλων της τυραννίας….

ΥΓ Αυτοδιαφημιστικό υστερόγραφο: Έδωσα μια συνέντευξη στη Ράνια Μπουμπουρή και στον ιστότοπο diastixon.gr.

Advertisements

49 Σχόλια to “Θυμήθηκα τον Αχιλλέα Παράσχο”

  1. theopeppas said

    καλημερα-Θαυμάσιο -και το σημερινό
    Διδακτικότατο, ιδιαίτερα
    Μόνο το «δρέψατε πάλι εραστες ευδαίμονες, ναρκισσους..» ήξερα, συν το του Γκάτσου δάνειο πως ηταν από Παράσχο, αλλά οχι και το πλήρες ποίημα
    ωραιοτατο αυτο για τον Μεντρεσέ
    Εψαξα-τωρα-δικτυο, Λιγα βρισκει κανεις
    Ενα, που βρηκα και μου άρεσε το προσθέτω-αν δενει κάπως με τα ανωτερω, ενδεικτικό γλωσσικου υφους-και ρομαντισμού-τυπου mal du siecle
    Δεν την είδα

    Δεν την ηύρα κ’ η ήβη μου σβήνει
    Δεν την ηύρα την κόρην ακόμα.
    Όσας είδα, δεν ήτον Εκείνη,
    τ’ ουρανού δεν αφήκε το δώμα.

    Της ψυχής μου το όναρ εις σχήμα
    νέας κόρης δεν είδον…και φθάνει
    το φθινόπωρον, φθάνει το μνήμα,
    και αυτή, και αυτή δεν εφάνη!

    Ω, συχνά εις νεάνιδος θέαν,
    «Είν’ αυτή!» η ψυχήν μου εφώνει,
    και σιγών εθεώρουν την νέαν,
    ευλαβώς κλίνων το γόνυ.

    Αλλά φευ! Μετ’ ολίγον δακρύων,
    Κι ωχρός ως χειμώνος σελήνη,
    με λυγμόν εις τα χείλη παιδίων
    ανεχώρουν-δεν ήτον Εκείνη!

    Όχι, όχι˙ σκιαί ήσαν πλάνης
    όσας είδον ονείρου μου θείου˙
    δεν εφάνης, ποτέ δεν εφάνης,
    ερωμένη αγνού ενυπνίου…

  2. theopeppas said

    Kαι πρόλαβα και τον Γς!

  3. psyxroskianapodos said

    Νομίζω επίσης οτι υπάρχει οδός στου Γκύζη που φέρει το όνομά του.
    Οι περισσότερες δε οδοί της περιοχής έχουν ονόματα ποιητών – εγώ έμενα στην Κάλβου.

  4. LandS said

    Ωραίοι οι Ρομαντικοί. Οτι και να πεις.
    Αυτό με τις επαναλήψεις το σατίριζαν και οι Μόντι Πάιθον, αλλά για τη ποίηση του Μεσαίωνα.

  5. Ο παδισάχ της μαλάκας!!

    Κάπου θυμάμαι ότι κάποιος είχε παρωδήσει τους στίχους του «Έρωτος» –ο Βάρναλης ίσως το αναφέρει.

  6. Γς said

    >ο Παδισάχ της μαλάκας!…

    Όχι δεν είναι λάθος γενική.
    Θα πρέπει να διαβαστεί
    “Ο σουλτάνος της Μαλάκας”.

    Ηταν τότε που η Αγγλική Μαλάκα (Μαλαισία) ήταν στην επικαιρότητα. Και οι Σουλτάνοι της στα σουλτανάτα της από πάνω μέχρι κάτω τη Σιγκαπούρη που ήταν ακόμη μέρος της αποικίας.

    Και μερικά χρόνια αργότερα (ντάξει καμιά σαραπενταριά) ο Γς έλεγε στο μάθημα για την χερσόνησο της Μαλάκας και κρατιόταν με τα δόντια για να μην ξεσπάσει στα γέλια.

  7. dr7x said

    Για το οποίο «Παδισάχ της Μαλάκας» θα μπορούσε να ισχυριστεί στο δικαστήριο ότι αναφέρεται στον ηγέτη του σουλτανάτου της Μαλάκας (http://en.wikipedia.org/wiki/Malacca_sultanate).

  8. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια!

    1: Αρκετά του Παράσχου έχει η Βικηθήκη, στην οποία παραπέμπω στο άρθρο.

    Για τη Μαλάκα/μαλάκα, να πούμε ότι έτσι λεγόταν κι ένα μαλακό άσπρο τυρί και ότι η λέξη έδινε ένα πρόσχημα να βρίσεις «ευσχήμως», π.χ. ο Σουρής έγραψε για τη «μαλλιαρή μαλάκα».

  9. nirevess said

    Μήπως το «ταχείαν» πάει στο «ασθενή» και όχι στο «φίλην μου»; Δηλ. ταχεία ασθένεια; Δεν το πολυβλέπω, αλλά το βάζω μήπως δώσει καμιά περαιτέρω ιδέα.

  10. Πάντως μπορεί λόγω γλώσσας να μας φαίνεται ξεπερασμένος, όπως και λόγω μεγάλης έκτασης ποιημάτων, αλλά δεν μπορείς να μην παρατηρήσεις ότι είναι γνήσιος ποιητής και έχει μέσα του το ρυθμό αβίαστα.

  11. Να ρωτήσω και κάτι, αυτές οι επιρροές από νεκροφιλία, θανάτους, μνήματα κλπ σε συνδυασμό με τις επαναλήψεις στίχων δεν σας θυμίζουν Πόε; Ξέρει κανείς πότε πρωτομεταφράστηκε στην Ελλάδα;

  12. ΓΕΡΟΣ ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΜΕΡΟΣ

    Γύρισε ο κύκλος κι έφτασε στο πλήρωμα του αιώνος,
    κι έγινε η ποίηση χλωμή και άνευ αινιγμάτων.
    Γνέφει ο Παράσχος νεκρικός κι αγέρωχος και μόνος
    μεσ’ απ’ τα θάμπη του καιρού, τη νύχτα των θαυμάτων.
    Τόσο παμπάλαια ποίηση – κι ωστόσο εμείς ακόμα
    ψάχνουμε λίγη μέθεξη, να βρει η ζωή μας χρώμα.

    Διαβάζουμε στα ποιήματα για μια χλωμή κυρίαν,
    που στέκει ακριβοθώρητη, πάντοτε ωχρή και μόνη.
    Κάπως περνάει κι η μέρα μας μ’ αυτή τη μαλακίαν,
    που διάλεξε ως κι ο Πατισάχ την ώρα να σκοτώνει!
    Τον ποιητή προτρέχετε τ α χ ε ί α να πείτε είρων –
    μα υπάρχει κι η παρώδησις στων ποιητών τον κλήρον.

  13. Στο δημοτικό, στην εγκυκλοπαίδεια τις Αντιγόνης Μεταξά, (αν δεν κάνω λάθος), είχα συναντήσει άλλο ένα ποίημα του Αχιλλέα Παράσχου. Εμένα μου είχα κάνει τρομακτική εντύπωση και το θυμάμαι σαράντα χρόνια μετά…

    ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ

    Ε, σείς οπού σκορπίζετε τα πλούτη στόν αέρα,
    Το χέρι σας το άσωτο και σφαληστό απλώστε
    Και δόστε και στον άρρωστο και στη πτωχή μητέρα…
    Ελεημοσύνη, χριστιανοί, ελεημοσύνη δόστε!
    Ποιός λέγει, ποιός, πως όλ’ αυτά που τώρα εσείς πετάτε
    Είναι ‘δικά σας;… Δύστυχοι, αυτό που περισσεύει
    Είναι της χήρας, τ’ ορφανού, και μη το σπαταλάτε.
    Όποιος τα πλούτη του σκορπά, απ’ τους πτωχούς τα κλέβει!
    Ελεημοσύνη, Χριστιανοί ` αδέλφια, ελεημοσύνη,
    ‘Λίγο ψωμί γιά το φτωχό και ‘λίγη καλωσύνη!

    Στην εγκυκλοπαίδεια είχε τον πρώτο στίχο. Αργότερα βρήκα και τους άλλους τρείς.

    Συλλογισθήτε, εις αυτήν την ώρα γυμνωμένα
    Πόσα παιδάκια κρυόνουνε, πόσα μικρά πεινούνε
    Πόσοι δεν έχουνε γιατρό και γιατρικό κανένα!
    Αλλοίμονο εις ταις καρδιαίς που σήμερα γελούνε.
    Αχ! Δόσετ’ ένα φόρεμα στο γέροντα που κρυώνει,
    ‘Λίγο ψωμί μ’ ένα γλυκό χαμόγελο στο ξένο,
    Μιά βακτηρία στον τυφλό που στο σκοτάδι λυόνει
    Κ’ένα παιχνίδι στο παιδί το παραπονεμένο!…
    Ελεημοσύνη, Χριστιανοί ` αδέλφια, ελεημοσύνη`
    Χαρά σ’ εκείνη την καρδιά που το ψωμάκι δίνει!

    Συλλογισθήτε, είς αυτή την ίδια ώρα πόσοι,
    Χωρίς να θέλουν, το κακό στο νού τους μελετούνε…
    Τι έυκολα που ημπορεί κανείς να τους γλυτώση
    Μ’ αυτά οπού τα χέρια σας εδώ κ’ εκεί σκορπύνε!
    Πόσα κορίτσι’ αγγελικά την ώρ’ αυτή με τρόμο,
    Γεμάτα φρίκη κ’ εντροπή, ωσάν αρνιά νοιασμένα,
    Στης αμαρτίας κλαίωντας πηγαίνουνε το δρόμο,
    Γιατί δεν έχουν το ψωμί της μάνας τα καϋμμένα`
    Ελεημοσύνη Χριστιανοί ` αδέλφια, ελεημοσύνη.
    Χαρίσετε τους την τιμή πρίν το κακό να γείνη…

    Τα ελαφρά μεταξωτά και το μαργαριτάρι,
    Όπού ο πλούτος σήμερα και η σπατάλη δίνει,
    Δεν έχουν τόσην ευμορφιά, δεν έχουν τόση χάρι,
    Δεν είναι ωραιότερα απ’ την ελεημοσύνη.
    Πόσοι χαρίζουν σήμερα σ’ ανθρώπους που μισούνε,
    Γιά να φαντάζουν μοναχά και να φανούνε μόνο,
    Και τα φτωχά τ’ αδέλφια τους αφίνουν να χαθούνε`
    Αυτοί να μή γελάσουνε είς τον καινούργιο χρόνο.
    Ελεημοσύνη, Χριστιανοί ` αδέλφια, ελεημοσύνη `
    Πολλά χαρίζει ο Θεός σ’ εκείνον όπου δίνει!

    Η ορθογραφία και η στίξη είναι η ίδια με το ποίημα. Ο τονισμός ωστόσο είναι σε μονοτονικό, γιατί το πληκτρολόγιο μου δεν έχει περισπωμένες και δασείες.

  14. Αλέξης said

    Αδικημένη κατάφωρα νομίζω η Ρομαντική ποίηση, τουλάχιστον στην Ελλάδα.

    #11. Πρώτος αν δεν κάνω λάθος μετέφρασε Πόε ο Ροΐδης, αλλά όχι απευθείας, από τη μετάφραση στα γαλλικά του Μποντλαίρ.

  15. Πόσο ιδανικό και πόσο σπάνιο για έναν ποιητή να βιοπορίζεται από την τέχνη του και να χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης για αυτήν εν ζωή! Ο Παράσχος ακολούθησε μια πορεία αντίστροφη από εκείνη του Καρυωτάκη, δηλ. αναγνωρίστηκε στον καιρό του και ξεχάστηκε απ’ τους κατοπινούς.
    Επίσης, πόσο αληθινό πως ποίηση και υπαλληλία δεν συμβιβάζονται σε κανέναν καιρό.
    Αλήθεια, πόσες οδοί σήμερα φέρουν ονόματα σύγχρονων ποιητών;

  16. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    11: Ο Πόε μεταφράστηκε τον 19ο αιώνα, ήταν γνωστός.

    12: Μπράβο Σοφία, καλή σου μέρα!

  17. Γς said

    11, 16α:
    Ροΐδης από τα Γαλλικά, από την έκδοση του Μποντλέρ(;)

  18. Αχιλλέας said

    Πολύ ενδιαφέροντα και αναλυτικά στοιχεία για τους περισσότερους ποιητές μέχρι το 70 έχει η ανθολογία του Παρθένη. Διαβάζοντας πριν αρκετά χρόνια εκεί για τον Παράσχο μου δόθηκε η εντύπωση πως ήταν ένα είδος star (Ρουβάς;;;) της εποχής του. Παρόλη την επιδερμικότητα των στίχων του, χαρακτηριστική είναι η αγάπη και ο σεβασμός του κόσμου τότε για τους ποιητές. Αποδεικνύεται έτσι πόσο προφητικός ήταν ο στίχος του Μάνου Ελευθερίου: «πως το φεραν οι μοίρες και τα χρόνια να μην ακούσεις έναν ποιητή…». Ευχαριστώ για το κυριακάτικο ρομαντικό ανάγνωσμα. Ένας συνονόματος του ποιητή.

  19. Ο σουλτάνος της Μαλάκας θα μπορούσε να ειπωθεί και Μάλαξ άναξ.

  20. Μιχαλιός said

    «Όθεν και ο Αθηναίος ποιητής είχε τους περισσοτέρους θαυμαστάς και τους περισσοτέρους ποιητάς…»

    Νίκο, μάλλον «μιμητάς» πρέπει να έγραφε, και όχι «ποιητάς».

  21. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    20: Μιχαλιέ, σ’ ευχαριστώ, έκανα τη διόρθωση!

  22. Mindkaiser said

    Συχνά χάζευα την προτομή του επί της λεωφόρου Όλγας, στην περίμετρο του Ζαππείου. Το είχε φιλοτεχνήσει ο γλύπτης Γεώργιος Δημητριάδης, ο επονομαζόμενος και «Αθηναίος». Από τη Βίκι, διαβάζουμε:

    «Η προτομή του ποιητή Αχιλλέα Παράσχου (Αθήνα, Κήπος Ζαππείου). Στήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 1929, επί Δημάρχου Αθηναίων Σπύρου Πάτση, με πρωτοβουλία του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός».»

  23. Ηλεφούφουτος said

    Συμφωνώ με την εκτίμηση για το τελευταίο ποιήμα.
    Κατά τ άλλα ομολογώ πως απ το Γυμνάσιο με έμαθαν να περιφρονώ τον Παράσχο και σύμπασα την ποιητική σχολή του, αλλά τον Παράσχο μάλλον περισσότερο, και πράγματι διασκεδάζω πολύ με τα στιχουργήματά του. Παραμένει στο μυαλό μου ως το αρχέτυπο του πόσο σαχλός κινδυνεύει να γίνει κάποιος με την ποίηση.
    Το γεγονός ότι αργότερα στη Φιλοσοφική Αθηνών βρήκα πολλούς, εμμμ δυσανάλογα πολλούς καθηγητές που ασχολούνταν με αυτή τη Σχολή και προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι άξιζε, μάλλον εμπέδωσε την αρχική μου προκατάληψη.

    Τη χρήση του «ταχείαν» στο «Την θέλω ασθενή εγώ την φίλην μου ταχείαν» την είχαμε κάνει στο πανεπιστήμιο ως παράδειγμα αλλά δε θυμάμαι τίνος 🙂 Μάλλον του χαρακτηριστικού του ρομαντισμού να μην πολυσκοτίζεται, και καλά, για το σωστό στη μορφή μπροστά στην ανάγκη να πει αυτό που θέλει να πει.

    Η σχετκή παρωδια του Καμπούρογλου
    «Θέλω την φίλην φθισικήν, άσωμον, στάκτην, κόνιν,
    άνεμον, επιθάνατον, φάσμα, αθανασίαν,
    αυτήν να έχω αδελφήν και αδελφήν μου μόνην,
    αλλ’ όχι και νυμφίαν μου, αλλ’ όχι και νυμφίαν.»

    μάλλον έχει και τη μπηχτή ότι ο ίδιος ο Παράσχος, που αγαπούσε πολύ την καλή ζωή, προτιμούσε γυναίκες ζουμερές και στρουμπουλές, απ ό,τι λέγανε.

  24. nirevess said

    Διαπιστώνω μιαν εναλλαγή στη χρήση λόγιας και καθομιλούμενης γλώσσας. Έχει αναλυθεί το θέμα; έχουν βρεθεί κανονικότηττες, τρόποι, patterns τέλος πάντων ; 🙂

  25. ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΓΚΑΓΚΑΡΟΣ said

    Αξιότιμε κύριε Σαραντάκε,
    με το σημερινόν σας άρθρον με κατασυνεκινήσατε!.. Ο πάππος μου, Σόλων Τοσακούλας, γεννηθείς εν Αθήναις τω 1874, είχε γνωρίσει τον Παράσχον και μοί έλεγε ότι τα παιδία της εποχής τον εκοροΐδευαν εις τα γεράματά του και του επέτων λίθους, κόπρανα, ληγμένην γιαούρτην και πάσης φύσεως ζαρζαβατικά, οσάκις ενεφανίζετο εις τον Εθνικόν Κήπον διά τον περίπατόν του.
    Θα ήθελα δύο χάρας από εσάς, ελλογιμώτατε κύριε Σαραντάκε:
    1) Ο πάππος μου ο Σόλων, μοί έλεγε ότι ο ποιητής Σούτσος (σείς θα μού είπητε ποίος εκ των δύο Σούτσων οίτινες αναφέρονται εις το άρθρον σας) είχεν αφήσει εποχήν εις τας Αθήνας κατά τα εγκαίνια του Κτήματος Θών εις τους Αμπελοκήπους (απέναντι από τον κινηματόγραφον «Άνεσις» και το Πάρκον της Μιάς Νυκτός) με τον εξής τρόπον:
    Ο περίφημος Νικόλαος Θών (1850-1906), ο ιδιοκτήτης της Επαύλεως και του Κτήματος Θών, ήτο οπισθογεμής και τούτο ήτο γνωστόν εις όλας τας Αθήνας. Κατά τα εγκαίνια, λοιπόν, της Επαύλεώς του, παρόντος του Βασιλέως Γεωργίου και όλης της Βασιλικής Οικογενείας, ο αρχιεπιστάτης ανήγγειλε αιφνιδίως την άφιξιν του ποιητού Σούτσου, όστις κατέφθασεν ιδρωμένος και καθυστερημένος.
    Γίγνεται η αναγγελία, ο Νικόλαος Θών έρχεται να υποδεχθή τον ποιητήν και τότε ο Σούτσος απαγγέλλει εις επήκοον όλων (και της Βασιλίσσης Όλγας!) το εξής ποίημα:

    «Ώ, ο κήπος των Ανθών
    που τον έφτιαξεν ο Θών
    ο πάντοτε ωθούμενος
    και μηδέποτε ωθών»!..

    Την άλλην ημέραν το ποίημα και το σκάνδαλον ήτο πρωτοσέλιδον εις όλας τας αθηναϊκάς εφημερίδας και (μοί έλεγεν ο πάππος μου) έχει γράψει σχετικόν άρθρον διά την νίλαν του Θών και ο κύρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης…
    Από υμάς, κύριε Σαραντάκε, επιθυμώ να πληροφορηθώ άν υπάρχει τοιούτον ποίημα εις κάποιαν ανθολογίαν, διότι εγώ δεν το ευρήκα επί μισόν αιώνα που ερευνώ και διερωτώμαι αν είναι εφεύρημα των Επιθεωρησιογράφων της εποχής.
    2) Επίσης, θέλω να μού είπητε ποίος εκ των δύο: Ο Κωστής Παλαμάς ή ο Κώστας Βάρναλης έχει γράψει το περίφημον ποίημα εναντίον των Δεσποτάδων και των μοναχών που τρέφουν τας κοιλάρας των, ενώ το ποίμνιον λιμώττει. Και αν γνωρίζητε το ποίημα, θα σάς ήμουν ισοβίως υπόχρεως αν το κατεχωρούσατε εις την απάντησίν σας, διότι το ψάχνω 30 έτη εις όλας τας βιβλιοθήκας και δεν δύναμαι να το εύρω… Η εγγόνα μου (ήτις έγραψε καθ’ υπαγόρευσίν μου και το ανωτέρω κείμενον) με διαβεβαιοί ότι διά υμάς τους νεωτέρους φιλολόγους αυτό είναι παιχνιδάκι, με τας δυνατότητας που σάς δίδουν οι Εβραίοι ιδιοκτήται της «Γκουούγκλ».
    Μετά πλείστης τιμής
    ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΓΚΑΓΚΑΡΟΣ
    Γεννηθείς τω 1926 εν Αθήναις
    συνταξιούχος Πολιτικός Μηχανικός Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου

  26. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    23: Ωραία παρωδία κι αυτή!

    25: Αγαπητέ κύριε, για την υπόθεση Θων δεν θέλω να απαντήσω χωρίς να το ψάξω. Δεν θυμάμαι να έχει γράψει ο Παπαδιαμάντης, αλλά αυτό είναι εύκολο να το ερευνήσουμε, μόνο που θέλει λίγο καιρό. Ίσως σας απαντήσω ιδιωτικά, στο μέιλ που αφήσατε (της εγγονής σας).

    Για το ποίημα του Βάρναλη και την ιστορία του τυχαίνει να έχω γράψει, δείτε εδώ:
    https://sarantakos.wordpress.com/2011/01/02/mponamas/

  27. 23 Να, αυτή την παρωδία θυμόμουν στο 5!
    Να προσθέσω και κάτι άλλο, η γραφή «μενδρεσές» είναι υπερδιόρθωση (κατά το «άνδρον»), μια και το medrese θα έπρεπε να γίνει «μεδρεσές» κανονικά.

  28. ἐντάξει, ὅσο ξεπερασμένος κι ἂν εἶναι δὲν μπορῶ νὰ φανταστῶ μιὰ ἀνθολογία ν.ε, ποιήσεως χωρὶς τὸ «Ἀλλοῦ νὰ μ’ἀγαπᾷς».

  29. Άρτεμη said

    Ας είναι καλά το γέλιο που είχαμε κάνει με το γνωστό πτωματολογικό ποίημα, πήρα ένα από τα δύο δεκάρια τού πρώτου έτους – το άλλο ήταν στην αρχαιολογία, επειδή μελετήσαμε κάποιες ώρες μέσα στο αρχαιολογικό μουσείο, αντί στα γραφειάκια μας.
    Έχω την εντύπωση πως αυτό το τραγουδι έχει σχέση με το διαβόητο, αξιογέλαστο και για τούτο αξιομνημόνευτο ποίημα 🙂

  30. sarant said

    28: Πάντως η ανθολογία του Σπ. Κοκκίνη από Παράσχο ανθολογεί μόνο ένα, αυτό με το κανάρι.

  31. Αυτό με το Θών, το έχω ακούσει να αποδίδεται στο Γεώργιο Σουρή ως επίγραμμα για τον τάφο του, πληρωμένο από τους μόρτες που έτρωγαν τα λεφτά του μακαρίτη στα ταβερνεία, εκεί όπου «ψούνιζ’ ομορφιά απ’ την τσογλαναρία», όπως τό ΄πε ένας μεταγενέστερος ποιητής για τον εαυτό του.

    «Ενθάδε κεί’ ο Θών,
    αείποτε ωθούμενος,
    μηδέποτε ωθών!»

  32. #30 καὶ ὁ Βασίλης Βσιλικὸς στὴν Λύρα του τὸν Μάιο καὶ τὴν Νεότητα. Ὁ Λ. Πολίτης ἄλλα τρία ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά, αὐτὸ μὲ τὸ κανάρι, τὸ ᾀσμάτιο καὶ τὸν θάνατο τοῦ μικροῦ ἐξαδέλφου.

  33. Γς said

    Ανοιξα τα κιτάπια του μυαλού μου και πήγα στους ρομαντικούς και στο λίκνο του Αχιλλέα Παράσχου βρήκα ποιήματα αδιάβαστα.

    “Ο Σύλλας κ’ οι Χριστιανοί, φωτιά και Μουσουλμάνοι”

    “Βάλτε φωτιά και κάψτε το στους τέσσερες αγέρες
    Σκορπίσετε την σκόνη του• σημάδι να μη μείνη•
    Είναι ντροπή τόσου καιρού να στέκεται ημέρες,
    Ολόρθη η αδιάντροπη αυτή ευγνωμοσύνη…”

    Μιλάει για κάποιον πύργο με ρολόι του Λόρδου Ελγιν.

    Κι έψαξα μέσα στα κιτάπια της Αθήνας μου, της Πλάκας μου και ρολόι του Ελγιν δεν βρήκα.
    Το ρολόι αυτό λέει βρισκόταν σε ένα πύργο στην Πλάκα, κοντά στο Ηλιακό ρολόι του Κυρρήστου, τους Αέρηδες.
    Ότι ήτανε ντερβίσηδες, καλόγεροι ή κάτι τέτοιο μέσα στους Αέρηδες, απέναντι από τον Μεντρεσέ το ήξερα. Αλλά ότι υπήρχε κι άλλος πύργος με ρολόΙ του Ελγιν κει πέρα δεν το ήξερα.
    Ηξερα μόνο τα περίφημα ρολόγια Ελτζιν.
    Και είμαι σίγουρος ότι πολλοί δεν ξέρουμε τα ρολόγια του λόρδου στην Αθήνα και την Λειβαδιά.

  34. sarant said

    33: Ωραία ιστορία που δεν την ήξερα.

  35. Gpoint said

    Διαβάζοντας τα στιχάκια του Παράσχου σχημάτισα την εντύπωση πως πρέπει να ήταν το πρότυπο στις στιχοπλοκίες γονέων και θείων που θυμάμαι όταν ήμουν μικρό παιδί να απαγγέλουν στις οικογενειακές συγκεντρώσεις

    # 10

    Διαφωνώ με την Σοφία Κολοτούρου, ναι μεν έχει αβίαστο ρυθμό αλλά δεν του βγαίνουν αβίαστα τα νοήματα όπως π.χ. στον Σουρή, άρα καλός στιχουργός, όχι ποιητής. Αυτ’ο ίσως δικαιολογεί και την μεταστροφή της κοινής γνώμης εναντίον του.

  36. E, όχι και «τη θέλει τη μετάφραση» η καθαρεύουσα του Μπάμπη Άννινου! Άντε το πολύ-πολύ μια εξήγηση για το » ησμενίζετο».

    Όσο για τον Πόε, όλοι οι άνθρωποι των γραμμάτων ήξεραν γαλλικά τότε και μπορούσαν να τον γνωρίσουν από τις μεταφράσεις του Μποντλέρ, που κατά πολλούς είναι… καλύτερες απ’ το πρωτότυπο.

  37. Νίκος Παναγιωτόπουλος από Πάτρα said

    #31 Ο μεταγενέστερος ποιητής είναι ο Ν.Χ. ;

  38. Νικοκύρη και Ηλεφού, το «ταχείαν» μοιάζει πράγματι ξεκρέμαστο, αλλά δεν αποκλείεται να σημαίνει «εφήμερη»: ταχείας ἐλπίδας, λέει ο Πίνδαρος. Ίσως ο Παράσχος να θυμήθηκε και το ομηρικό ὠκύμορος, «αυτός που πεθαίνει νέος» (ὠκύς = ταχύς).

  39. NM said

    Οφτοπικ. Για να χαμογελάσει ο κάθε πικραμένος, απίθανο άρθρο εδώ: http://www.zougla.gr/parapolitiki/article/vaftisia-keklismenon-ton-8iron
    Καληνύχτα και καλή αυριανή!

  40. Άρτεμη said

    33 ρολόι τού Έλγιν αληθινά δέν υπάρχει, τουλάχιστον όχι πια, μετά τον εμπρησμό του. Περιστρεφόμενοι δερβίσηδες όμως είχαν κάνει τεκέ τους το ρολόι τού Κυρρήστου, τους Αέρηδες δηλαδή, όπως λέτε κι’ εσείς. Κυκλοφορούν παλιές λιθογραφίες στα σχετικά μαγαζιά με περιστρεφόμενους δερβίσηδες. Φημολογείται πως υπάρχει σήραγγα που συνδέει το χαμάμ που υπάρχει στο μουσείο λαϊκών οργάνων με το εσωτερικό τού εν λόγω ρολογιού.
    http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%AD%CF%81%CE%B7%CE%B4%CE%B5%CF%82_%28%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BF%29

  41. sarant said

    39: Και «αριστερός τΩ δόγμα» ο Τσίπρας!

  42. Τίτλος Εξώς Χριστοδούλου said

    Ανάπαιστοι, τροχαίοι, αφύσικοι, θα έλεγεν ο ιαμβικός Καβάφης, συμφωνούντος και του Αριστοτέλη;
    Χορταστικός, σήμερον, Νικοκύρ.
    Ερώτων πρώτων ακούω τον κρότον….

  43. Τίτλος Εξώς Χριστοδούλου said

    Πόε και παρακμιακοί μεταφράστηκαν από τον Σημηριώτη:
    ‘Ω Σατανά, την μαύρη μας κακομοιριά λυπήσου!’
    Και
    ‘Η τραγωδία είν’ ο άνθρωπος κι ήρωάς της νικηφόρο το σκουλήκι!’

  44. Προς 37 (Νίκο Π. από Πάτρα)

    Συντοπίτη, ναι, αυτός είναι

  45. «Κ’ έπεσαν, όλα έπεσαν, το πάν εις τέφραν κείται!
    Υψούνται μόνον τράπεζαι και μόνον τραπεζίται…»

    Σε κάποιους του στίχους, ο Π. ακούγεται πολύ επίκαιρος σήμερα.

  46. sarant said

    45: Καλημέρα, δίκιο έχεις!

  47. Επικολλώ ένα λινκ από το ιστολόγιό μου σχετικό με το ρολόι του Έλγιν, όπου περιέχεται και μια δαγκεροτυπία που το απεικονίζει.
    Βρήκα μόλις άλλη μια από τον τοίχο της φωτογράφου Λίζυ Καλλιγά στο φέησμπουκ αλλά δεν ξέρω να αναρτήσω φωτογραφία

    http://waxtablets.blogspot.gr/2012/11/blog-post_5.html

  48. […] συνέχεια στο: Θυμήθηκα τον Αχιλλέα Παράσχο του Γιάννη […]

  49. […] την έννοια της αποβλάκωσης), ενώ είχαμε βρει και μια στιχομυθία του Αχιλλέα Παράσχου, όπως την παρέδιδε ο Μπ. Άννινος το […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: