Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η θερμιώτικη ντοπιολαλιά (συνεργασία του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 20 Ιουλίου, 2017


Με πολλή χαρά δημοσιεύω σήμερα μια συνεργασία του φίλου μας του Δημήτρη Μαρτίνου για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά, δηλαδή τη ντοπιολαλιά της Κύθνου.Έχω ξαναγράψει ότι κάθε νησί αποτελεί, από μια άποψη, ένα ιδιαίτερο γλωσσικό οικοσύστημα κι έτσι, παρόλο που ασφαλώς υπάρχουν πολύ μεγάλες ομοιότητες ανάμεσα στις ντοπιολαλιές των κυκλαδονησιών, ωστόσο θα υπάρχουν και πολλές ιδιομορφίες.

Ο Δημήτρης έχει κάνει πολύ καλή δουλειά, σχεδόν τέλεια (ίσως θα μπορούσε να δώσει παραδειγματικές φράσεις σε όλα τα λήμματα). Προτάσσει μια ενδιαφέρουσα εισαγωγή για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά και ακολουθούν 22 λήμματα, πολλά από τα οποία τα έχει ήδη αναπτύξει εκτενέστερα στο slang.gr

Κατ’ εξαίρεση, το άρθρο δημοσιεύεται σε πολυτονικό, όπως προτιμάει ο Δημήτρης αν και δεν βλέπω τι προσφέρει αυτό -μάλλον δυσκολεύει κάποιους που μας διαβάζουν από ταμπλέτες.

Εγώ δεν είχα να προσθέσω σχεδόν τίποτα, το κείμενο είναι πολύ καλογραμμένο. Ωστόσο, για τα τέσσερα πρώτα λήμματα προσθέτω τι αναφέρει σχετικά το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας (διότι το τμήμα που έχει εκδοθεί καλύπτει μόνο τα πρώτα λήμματα, από Α έως ΔΙ).Κάνω και καναδυό ακόμα παρατηρήσεις, πάντα σε αγκύλες. Και βέβαια, δεν χρησιμοποιώ πολυτονικό]

Αν άλλοι φίλοι παρακινηθούν να γράψουν ανάλογα άρθρα για τη ντοπιολαλιά της ιδιαίτερης πατρίδας τους, είναι καλοδεχούμενα!

Η ΘΕΡΜΙΩΤΙΚΗ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ

Μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀναβίωση δύο παλαιότερων ἄρθρων γιὰ τὴν ντοπιολαλιὰ τῆς Ἀμοργοῦ (πρώτο και δεύτερο), σκέφτηκα νὰ γράψω κάτι γιὰ τὴν ντοπιολαλιὰ τῶν Θερμιῶν ἤ τῆς Κύθνου, ὅπως εἶναι ἡ ἐπίσημη ὀνομασία τοῦ νησιοῦ.

Ζητῶ, ἐκ προοιμίου, τὴν ἐπιείκειά σας, ἐπειδὴ δὲν ἔχω κάποιαν ἐπιστημονικὴ  γνώση τοῦ ἀντικειμένου. Παρουσιάζω κάποιες λέξεις τῆς ντοπιολαλιᾶς ποὺ, κατὰ τὴ γνώμη μου, ἔχουν ἐνδιαφέρον. Πρὲπει νὰ τονίσω πὼς δὲν ἔκανα κάποιαν ἐπιτόπια ἔρευνα. Ἔγραψα γιὰ κάποιες λέξεις, ὅπως τὶς θυμᾶμαι νὰ τὶς λένε πρόσωπα τοῦ οἰκογενειακοῦ μου περιβάλλοντος, ἀλλὰ καὶ τοῦ εὑρύτερου περιβάλλοντος τοῦ χωριοῦ μου, τῆς Δρυοπίδας ἤ Σύλλακα.

Τὸ νησί ἔχει δύο κύριους οἰκισμούς ποὺ παλιότερα, πρίν τὴν διοικητικὴ μεταρρύθμιση καὶ τὴν δημιουργία ἑνιαίου δήμου, ἦταν ἕδρες τῶν δύο κοινοτήτων τοῦ Νησιοῦ: Τὴ Χώρα, ἤ Μεσσαριὰ ποὺ ὀνομάστηκε Κύθνος μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς καὶ τὸ Χωριὸ ἢ Σύλλακα ποὺ ὀνομάστηκε Δρυοπίδα.

Παλιότερα ὑπῆρχε ἔντονος ἀνταγωνισμὸς ἀνάμεσα στὰ δυὸ χωριὰ ποὺ ἔφτανε στὰ ὅρια τῆς ἀντιπαλότητας. Γι᾿ αὐτὸ δὲν ἦταν πολλὲς οἱ ἐπαφὲς μεταξύ τους, πράγμα ποὺ φαίνεται καὶ στὴν ντοπιολαλιά, ὅπου ὑπάρχουν κοινὲς λέξεις καὶ ἐκφράσεις, ἀλλὰ καὶ διαφορές.

Θὰ παραθέσω λίγα ἱστορικὰ στοιχεῖα ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὶς ἐπιδράσεις ποὺ δέχτηκε ἡ Θερμιώτικη ντοπιολαλιά. Ἡ ἱστορικὴ πορεία τῶν Θερμιῶν, κατὰ τὴν τελευταία χιλιετία, ὁπότε διαμορφώθηκε ἡ ντοπιολαλιά, εἶναι πάνω κάτω ἡ ἴδια  μὲ αὐτὴν τῶν ὑπολοίπων νησιῶν τῶν Κυκλάδων.

Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Φράγκους, τὸ 1204, οἱ Κυκλάδες, μαζί μὲ ἄλλα νησιά τοῦ Αἰγαίου, πέρασαν στὴν ἐξουσία τῶν Βενετσιάνων, μὲ τὴν δημιουργία τοῦ Δουκάτου τῆς Νάξου ἀπὸ τὸν Μάρκο Σανοῦδο. Στὰ μέσα τοῦ δέκατου ἕκτου αἰώνα πέρασαν στὴν Ὀθωμανικὴ κυριαρχία ἀλλοῦ μὲ βίαιο κι ἀλλοῦ μὲ εἰρηνικὸ τρόπο. Γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα ὑπῆρξε ἕνα ἰδιότυπο καθεστὼς συγκυριαρχίας. Τὴν ἄνοιξη, ποὺ κατέβαινε στὸ Αἰγαῖο ὁ ὀθωμανικὸς στόλος γιὰ νὰ μαζέψει φόρους καὶ πληρώματα, ἄρχιζε ἡ ὀθωμανικὴ κυριαρχία στὰ νησιά. Τὸ φθινόπωρο, ποὺ ἐπέστρεφε ὁ στόλος στὴν Πόλη, ἐπικρατοῦσε ἕνα ἰδιότυπο καθεστὼς αὐτονομίας στὰ περισσότερα  νησιά, ὅπου δὲν ὑπῆρχαν μόνιμες  ὀθωμανικὲς φρουρές. Τότε οἱ δυτικοὶ κουρσάροι ἐπέστρεφαν στὰ νησιὰ καὶ μάλιστα σὲ μερικὰ ἀπ᾿ αὐτά εἶχαν ἐγκαταστήσει τὶς  οἰκογένειές τους. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τὸ (ἐρειπωμένο σήμερα) τμῆμα τῆς Χώρας τῆς Κιμώλου, μὲ τὰ οἰκόσημα στὶς προσόψεις τῶν σπιτιῶν.

Τὰ Θερμιά, ὀνομασία ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὶς θερμὲς πηγὲς ποὺ ὑπάρχουν στὸ νησί, ἀπελευθερώθηκαν μετὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 καὶ ξαναπῆραν τὴν ἀρχαία ὀνομασία, Κύθνος.

Ἡ ντοπιολαλιὰ ἔχει πολλὲς ἐπιρροὲς ἀπὸ τὴν ἰταλικὴ γλώσσα καὶ εἰδικὰ ἀπὸ τὴν βενετσιάνικη διάλεκτο καὶ ἀπὸ τὰ τούρκικα, κυρίως ἐξ αἰτίας τῆς ἐπαφῆς μὲ τὰ ὑπόλοιπα μέρη τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Στὸ νησί, ὅπως στὰ περισσότερα  μικρὰ νησιὰ, δὲν ὑπῆρξε μόνιμη ἐγκατάσταση Ὀθωμανῶν. Ὅμως ὑπῆρχε συνεχὴς ἐπαφὴ μὲ τὰ Μικρασιατικὰ παράλια, ἀκόμα καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση καὶ μέχρι τὸ 1922, ἀπὸ ναυτικοὺς, ἐμπόρους καὶ κοντραμπατζῆδες. Ἐπίσης ὑπάρχουν λίγες  ἀρβανίτικες λέξεις (π.χ. βλάμης: φίλος). Παρά τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχουν κάποια ἀρβανίτικα ἐπώνυμα (π.χ. Γκούμας) δὲν φαίνεται νὰ ὑπῆρξε μαζικὸς ἐποικισμὸς τοῦ νησιοῦ ἀπὸ Ἀρβανίτες, ὅπως ἔγινε στὰ νησιὰ τοῦ Ἀργοσαρωνικοῦ καὶ στὴν Ἄνδρο.

Σημείωση 1η. Τὶς περισσότερες ἀπὸ τὶς λέξεις ποὺ ἀκολουθοῦν τὶς ἔχω παρουσιάσει στὸ slang.gr καὶ βάζω σχετικὲς παραπομπές γιὰ ὅσους θέλουν περισσότερες πληροφορίες.

Σημείωση 2η. Κάθε πληροφορία, παρατήρηση ἤ διόρθωση (ἰδιαίτερα στὰ λεξιλογικὰ ὅπου κάνω κάποιες ἐρασιτεχνικὲς ἀπόπειρες ἐτυμολογίας) εἶναι εὐπρόσδεκτη.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

ἀμαλαγιά: θαλασσινὸς «τόπος» ποὺ δὲν ἔχει ψαρευτεῖ γιὰ κάποιο διάστημα καὶ ὡς ἐκ τούτου πολλὰ ὑποσχόμενος. Πιθανὴ ἐτυμολογία ἀπὸ τὸ ἀμάλαγος: ἁγνὸς, ἀνέγγιχτος, παρθένος

https://www.slang.gr/definition/26940-amalagia

[Στο ΙΛΝΕ καταγράφεται σε πολλά μέρη, και στεριανά, διότι χρησιμοποιείται επίσης για απάτητα λιβάδια]

ἀνεμοκυκλίζω: Μιὰ λέξη, ἄκρως ποιητικὴ κατά τὴ γνώμη μου, ποὺ σημαίνει χάνω, βάζω (ἤ μοῦ πέφτει) κάτι κάπου καὶ δὲν τὸ βρίσκω, «τὸ παίρνει ὁ ἄνεμος».

https://www.slang.gr/definition/26889-anemokyklizo

[Στο ΙΛΝΕ και ως ενεργητικό και ως μέσο, με διάφορες σημασίες π.χ. πνέω κατά διαφόρους διευθύνσεις, παρασύρω, και  σε μέση φωνή με τη θερμιώτικη σημασία, που καταγράφεται μόνο στην Κύθνο. Και φράση: Τι ανάθεμα έγινες; Ανεμοκυκλίστης; = πού χάθηκες;]

βαγιολίζω: Περιποιοῦμαι, κανακεύω. Χαρακτηριστικό τὸ παράδειγμα, ὅπως τὸ θυμᾶμαι, κάπου στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ’50.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Μπὰς καὶ δὲν τόνε βγαγιολίζω; Μὰ ‘κεῖνος μοῦ βαρεῖ.

Ἡ γερόντισσα, ποὺ ἔλεγε τὸ παράπονό της, γιὰ κακομεταχείριση ἀπὸ τὸ γέρο της, μιλοῦσε τὰ «παλιὰ» θερμιώτικα. Ἂν καὶ μικρό παιδί, τότε, μοῦ ἔκαναν τέτοιαν ἐντύπωση, ποὺ τὰ θυμᾶμαι ἀκόμα. Χαρακτηριστικὴ ἡ ἐκφορὰ τοῦ «γ» μετὰ τὸ «β»: βγαγιολίζω ἀντί βαγιολίζω. Αὐτό τὸ ἄκουγα τότε κι ἀπό ἄλλους ἡλικιωμένους ποὺ ἔλεγαν Βγαγγέλη ἀντί Βαγγέλη. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι αὐτό συμβαίνει καὶ σ᾿ ἄλλα νησιά.

Γιὰ τὴν ἐτυμολογία βρῆκα (http://greek_greek.enacademic.com/27779):

βαγιλίζω

και βαγιουλίζω και βαϊλίζω και βαγιολίζω (Μ βαγιλίζω)
περιποιούμαι, φροντίζω

νεοελλ.
νανουρίζω
κολακεύω.

ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. βαγιλίζω < ουσ. βάγιλος, το δε βαϊλίζω < ουσ. βαΐλας, ενώ το βαγιολίζω < βάγιο, παρετυμολογικά

https://www.slang.gr/definition/27119-bagiolizo

[Το βαϊλίζω, βαγιλίζω υπάρχει στο ΙΛΝΕ που το δίνει σε Κυκλάδες, Κρήτη, Πελοπόννησο αλλά και Πόντο]

γεροντομοίρι: Τὸ τμῆμα τῆς περιουσίας ποὺ κρατοῦσαν οἱ γονεῖς γιὰ τὰ γεράματά τους. Συνήθως τό ‘παιρνε ὅποιος απὸ τὰ παιδιὰ ἤ τοὺς ὑπόλοιπους συγγενεῖς τοὺς φρὸντιζε στὸ τέλος τῆς ζωῆς τους.

https://www.slang.gr/definition/28189-gerontomoiri

[Στο ΙΛΝΕ καταγράφεται σε πολλά νησιά του Αιγαίου, στην Κρήτη αλλά και στη Στερεά]

Δουλιῶ: δειλιάζω, σκιάζομαι, φοβᾶμαι

ἔμπος (τό): Χαμηλὴ νέφωση, προμήνυμα βροχῆς.  Ἀπὸ μιὰ μικρὴν ἔρευνα στὸ γκούγκλ, βρῆκα ὅτι, στὴ μὲν Κρήτη, σημαίνει ὁμίχλη, στὴ δὲ Λευκάδα, καταρρακτώδη βροχή, δηλαδὴ παρεμφερεῖς ἔννοιες. Ἀγνώστου (σὲ μένα) ἐτυμολογίας.

https://www.slang.gr/definition/26941-empos

Ζύα: Ἡ ζυγιὰ τῶν μουσικῶν ὀργάνων ποὺ  συνήθως παίζουν στὸ νησί: βιολί λαοῦτο. Συνὴθως τ᾿ ἀποκαλοῦν «βιολιά».

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Ἤρθαμε στὸ κέφι καὶ πήραμε τὰ βιολιά.

Στὸ γάμο παίζανε τρεῖς ζύες βιολιὰ

θράψη: Συνθῆκες κατάλληλες γι᾿ ἁλώνισμα. Ὑψηλὴ θερμοκρασία καὶ χαμηλὴ ὑγρασία βοηθοῦν στὸ νὰ θρυμματίζονται εὔκολα τὰ στάχυα. Πιθανὴ ἐτυμολογία ἀπὸ τὸ θραῦσις.

ἱστορίζομαι: φαντασιώνομαι, ἀναπολῶ.

Δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὰ ὁμόρριζα ἱστορίζω ποὺ σημαίνει εἰκονογραφῶ καὶ ἐξιστορῶ/ἀνιστορῶ ποὺ σημαίνει ἀφηγοῦμαι.

https://www.slang.gr/definition/27022-istorizomai

 

καρβατζίκα: Σχετικὰ μικρὸ ταγάρι γιὰ τὴν πλάτη (κάτι σὰν τὸ σημερινὸ back-pack) ποὺ χρησιμοποιοῦσαν οἱ ἀγρότες τῆς Κύθνου γιὰ νὰ μεταφέρουν τὸ κολατσιό τους ἢ ἄλλα μικροπράγματα. Φτιάχνονταν ἀπὸ ὑφαντὸ πανὶ, μάλλινο ἢ βαμβακερό.

Πιθανὴ ἐτυμολογία ὰπὸ τὸ τούρκικο karva που σημαίνει καμήλα δρομάς.  http://www.seslisozluk.net/karva-nedir-ne-demek/

http://www.seslisozluk.net/h%C3%B6rg%C3%BC%C3%A7l%C3%BC-deve-nedir-ne-demek/

 Προφανώς επειδή θυμίζει την καμπούρα στην πλάτη της καμήλας.

https://www.slang.gr/definition/27875-karbatzika

κρόδομα/καγιὰ/μόλος.

Τρεῖς, σχεδὸν ταυτόσημες, λέξεις ποὺ δείχνουν τὶς βασικὲς ἐπιρροὲς τῆς θερμιώτικης ντοπιολαλιᾶς.

Τὸ κρόδομα εἶναι μεγάλη πέτρα, ἀγκωνάρι. Εἶναι βασικὸ δομικὸ στοιχεῖο σὲ τοίχους ἀπὸ ξερολιθιά.

Πιθανὴ ἐτυμολογία ἀπὸ τὸ ἄκρον+δόμος. Ἡ ἐναλλακτικὴ ἐτυμολογία ἀπὸ τὸ ἄκρον+δῶμα (ποὺ ὁδηγεῖ στὴν γραφὴ κρόδωμα) μοῦ φαίνεται λιγότερο πιθανή.

καγιά: μεγάλη πέτρα, βράχος. Ἀπὸ τὸ τούρκικο kaya.

μόλος: πέτρα, μικρότερη σὲ μέγεθος ἀπὸ τὶς προηγούμενες, ποὺ μποροῦμε νὰ τὴν πετάξουμε. Ἀπὸ τὸ ἰταλικὸ molo.

Περισσότερα στὸ https://www.slang.gr/definition/27063-krodoma

λάνω: συνουσιάζομαι, βατεύω, γαμῶ.

Προέλευση ἀπὸ τὸ μσν. λάμνω: κωπηλατῶ καὶ τὸ ἀρχαῖο ἐλαύνω. Ὅπως λέει ὁ ΚΑΒ (στὸ σχόλιο 26), ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται μὲ τὴν ἴδιαν ἔννοια στὶς Ἐκκλησιάζουσες τοῦ Ἀριστοφάνη.

Χαρακτηριστικὸ εἶναι ὅτι σὲ κάποια παράγωγα τῆς λέξης διατηρεῖται τὸ μ  ἀπὸ τὸ λάμνω, ὅπως τὸ λάμεται : εἶναι σὲ οἶστρο, ζητάει (γιὰ θηλυκὰ ζῶα), λαμᾶτος : σωματώδης, ρωμαλέος.

Περισσότερα:https://www.slang.gr/definition/26882-lano

μασαρεύω: περιποιοῦμαι, τακτοποιῶ τὰ ζῶα.

Συνήθως συναντᾶται στὴν ἔκφραση «μασαρεύω τὰ πράματα»

Πέρα  ἀπὸ τὴν καθαρὰ ἀγροτικὴ χρήση, ἡ λέξη ἔχει ἐπεκταθεῖ καὶ στὴν οἰκιακὴ/καθημερινὴ ζωὴ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ «τακτοποιῶ», «καταφέρνω», «βολεύω», κυριολεκτικὰ ἢ μεταφορικά.

Προέλευση ἀπὸ τὸ ἰταλικὸ masseria : μεγάλο ἀγρόκτημα, λατιφούντιο. Ἀπὸ τὸ masseria προέρχεται καὶ τὸ τοπωνύμιο Μεσσαριά, παλιότερη ὀνομασία τῆς Χώρας ἤ Κύθνου. Ἡ ἐτυμολόγηση ἀπὸ τὴ μέση τῶν ὀρέων => μεσαορία  εἶναι μᾶλλον Πορτοκαλισμός.

Περισσότερα: https://www.slang.gr/definition/26972-masareuo

[Υπάρχουν όμως πάμπολλα τοπωνύμια Μεσαρά/Μεσαριά. Όλα είναι άραγε σε μέρη που είχαν Ιταλούς;]

νταϊντίζω/σοπορτάρω: Δυὸ συνώνυμες λέξεις ποὺ σημαίνουν ἀντέχω, ὑπομένω, ἀποδέχομαι .

Ἡ πρώτη προέρχεται ἀπὸ τὸ τούρκικο dayanmak ποὺ τὸ βρίσκουμε σὲ διάφορα μέρη τῆς χώρας μας καὶ ὡς νταγιαντῶνταγιαντίζω. Ἐπίσης στὴν προστακτικὴ ἐκτὸς ἀπὸ νταγιάντα τὸ βρίσκουμε καὶ ὡς νταγιά:

Νταγιά, καρδούλα μου, νταγιὰ
κι ἔχει ὁ Θεὸς κι ἡ Παναγιά.

Ἡ δεύτερη προέρχεται ἀπὸ τὸ ἰταλικὸ sopportare.

https://www.slang.gr/definition/26997-syneikazo

ξάι (τό), πληθ. ξάγια: μέτρο χωρητικότητας δημητριακῶν. Ἤταν ἕνα κυλινδρικὸ μεταλλικὸ δοχεῖο μὲ χερούλι (παλιότερα ξύλινο) χωρητικότητας 7 ὀκάδων κριθαριοῦ.

Ἐτυμολογία ἀπὸ τὸ ἑλληνιστικὸ ἐξάγιον καὶ τὸ λατινικὸ exagium

https://www.slang.gr/definition/27918-ksai

 

ὄχτα: πέτρινος τοῖχος ἀπὸ ξερολιθιὰ γιὰ τὴ συγκράτηση τοῦ χώματος στὶς πλαγιὲς τῶν λόφων τοῦ νησιοῦ. Ἔτσι δημιουργοῦσαν τὶς σκάλες ἢ ἀναβαθμίδες, ὅπου ἔσπερναν κριθάρι.

 

περγάζω: ὀργώνω μὲ τὴν ἀξίνη. Στὰ Θερμιὰ πρῶτα ἔσπερναν καὶ μετὰ ζευγάριζαν (ὄργωναν) γιὰ νὰ σκεπάσουν τοὺς σπόρους. Στὶς ἄκρες τοῦ χωραφιοῦ, ποὺ δὲν ἔφτανε τὸ ἀλέτρι, σκέπαζαν τοὺς σπόρους σκάβοντας μὲ τὴν ἀξίνη.

Κατὰ τὴ γνώμη μου ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ ἐργάζομαι, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ὁμορρίζου του ὀργώνω (<εργώνω < έργον http://www.lexigram.gr/lex/newg/%CE%BF%CF%81%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CF%89#Hist1 καὶ https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%BF%CF%81%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CF%89

Πιθανῶς προκύπτει μὲ τὴν προσθήκη τοῦ προθήματος ἀπο- μὲ τὴν ἔννοια τοῦ τελειώματος μιᾶς διαδικασίας (π.χ. ἀπογαλακτισμὸς) καί τὴν ἔκθλιψη τοῦ ἀρχικοῦ α, ὅπως ἀναφέρω κι ἐδῶ (https://www.slang.gr/definition/27771-syka) :

Η τοποθέτηση των ορνών ή όρνιασμα στην ντοπιολαλιά γινόταν στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιούνη και συνήθως είχαν τελειώσει με τ’ όρνιασμα (είχαν απορνιαστεί ή ‘πορνιαστεί κατά τη ντοπιολαλιά) μέχρι τη γιορτή του Άϊ-Γιάννη στις 24 του μήνα. Γι’ αυτό αυτή η γιορτή, που αλλού τη λένε του Κλήδονα, στη Κύθνο τη λένε τ’ Αϊ-Γιάννη του ‘Πορνιαστή.

https://www.slang.gr/definition/28103-pergazo

συνεικάζω: σχηματίζω, συνθέτω στὸ μυαλό μου τὴν εἰκόνα κάποιου προσώπου, ἀντικειμένου, γεγονότος κλπ.

Ἡ ἐτυμολογία προφανής: συν+εἰκάζω (μὲ τὴν ἔννοια τοῦ εἰκονίζω και ὄχι τοῦ πιθανολογῶ).

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

«Κάτι μοῦ λέει τ’ ὄνομα, γιοκαράκι μου, μὰ δὲν τόνε συνεικάζω». Ἔτσι μοῦ ‘λεγε ἡ γιαγιά, ὅταν (σπανίως, γιατί μέχρι τὸ τέλος εἶχε πλήρη διαύγεια) δὲν θυμόταν κάποιον.

https://www.slang.gr/definition/26997-syneikazo

τραβαγιάρω: δουλεύω, ἀσχολοῦμαι, τραβιέμαι

Εἶναι ἡ πιὸ σχολιασμένη λέξη τῆς ντοπιολαλιᾶς, ἀπ᾿ ὅσες ἀνέβασα στὸ slang.gr.

Ἀξίζει τὸν κόπο νὰ διαβάσει κανεὶς τὸ σχετικὸ λῆμμα μὲ τὰ σχόλια και τὶς παραπομπές, ὅπου πολὺ σημαντικὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ παραπέμπει σὲ λῆμμα https://www.slang.gr/definition/7638-ntrabala καὶ σὲ ἄρθρο τοῦ Νικοκύρη γιὰ τὰ ντράβαλα. http://www.sarantakos.com/language/ntrabala.html

Συνοπτικὰ ἀναφέρω πὼς ἡ λέξη σχετίζεται μὲ τὸ γαλλικὸ travailler (δουλεύω), τὸ ὁποῖο προέρχεται ἀπὸ τὸ παλιὸ γαλλικὸ traveillier (ὑποφέρω) ποὺ μὲ τὴ σειρὰ του προέρχεται ἀπὸ τὸ «κοινὸ» (vulgar) λατινικὸ tripaliare (ὑποφέρω) κι αὐτὸ ἀπὸ τὸ tripalium, ἕνα πολὺ ὀδυνηρὸ βασανιστήριο μὲ τρία παλούκια.

Ἐπίσης σχετίζεται μὲ τὸ travel, πράγμα ποὺ δείχνει πὼς τὴν ἐποχὴν ἐκείνη καὶ τὰ ταξίδια ἦταν βάσανο.

Περισσότερα στὶς ἀπὸ πάνω παραπομπὲς.

φυλλάδα: τὸ φυτὸ πικροδάφνη. Μεταφορικὰ κάτι πολὺ πικρὸ, π.χ. «Φυλλάδα τὸν ἔκανες τὸν καφέ!»

Ὑπάρχει καὶ ἡ ἔκφραση πικροφυλλαδιάστηκα : πικράθηκα πάρα πολύ.

https://www.slang.gr/definition/27147-fyllada

χαρανί: μεγάλο καζάνι. Παλιὰ, ὅταν τὰ παιδιὰ ρωτοῦσαν τί φαΐ ἔχει καὶ ἡ μάνα δὲν εἶχε μαγειρέψει, τοὺς ἀπαντοῦσε: «Τὸ τσουκάλι μὲσ᾿ τὸ χαρανί.

Προέλευση ἀπὸ τὸ τούρκικο haran.

ψωμώνω: φλερτάρω, ἐρωτοτροπῶ.

[Εδώ θα ήθελε περισσότερα, και μια παραδειγματική φράση. Μήπως από το ψωμί ή ψωμοτύρι που ρίχνουμε στα ψάρια για δόλωμα;]

 

Advertisements

112 Σχόλια to “Η θερμιώτικη ντοπιολαλιά (συνεργασία του Δημήτρη Μαρτίνου)”

  1. Ειρήνη Τσιμπίδη said

    Καλημέρα σας!

    Στην Ικαρία λέμε «βαϊλίζω» (χωρίς αντικείμενο), εννοώντας προσέχω-νταντεύω μικρά παιδιά (π.χ. «από αύριο ξέχασέ τον, έρχονται τα εγγόνια του και ολημερίς θα βαϊλίζει…»)

  2. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ μένα.
    Δὲν ἔβαλα παραδείγμετα φοβούμενος μήπως φορτώσω πολὺ τὸ ἄρθρο. Παραδείγματα ὑπάρχουν στὰ λήμματα ποὺ ἔχουν ἀνέβει στὸ slang.gr (ὑπάρχουν παραμομπές).
    Θὰ προσπαθήσω νὰ βάλω παραδείγματα σὲ κάποια λήμματα ποὺ δὲν ἔχουν ἀνεβεῖ στὸ slang.gr, στὴ συνέχεια.

  3. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Παράδειγμα γιὰ τὸ δουλιῶ: δειλιάζω, σκιάζομαι, φοβοῦμαι.

    ἔλα μου ᾿δῶ, δὲν ἔρχομαι
    δὲ σὲ δουλιῶ, μὰ ντρέπομαι

    «τσάκισμα» (ρεφραὶν) ποὺ τραγουδιέται σὲ διάφορα τραγούδια.

  4. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    θράψη: Συνθῆκες κατάλληλες γι᾿ ἁλώνισμα. Ὑψηλὴ θερμοκρασία καὶ χαμηλὴ ὑγρασία βοηθοῦν στὸ νὰ θρυμματίζονται εὔκολα τὰ στάχυα.

    ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ
    -Μωρὲ μπράβο ζέστη!
    -Μὲ τέτοια θράψη ἔπρεπε νά ᾿μαστε παεμένοι στ᾿ ἁλώνι καὶ ν᾿ ἁλωνίζουμε, ὄχι νὰ καθουμάστε στὸ δροσιό!

    Διάλογος ἀπόμαχων ἀγροτῶν ποὺ ἀναθυμοῦνται τὶς παλιές, καλὲς ἀλλὰ καὶ δύσκολες ἐποχὲς τοῦ μόχθου. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ ἔκφραση «νά ᾿μαστε παεμένοι»: νά ᾿χαμε πάει.

  5. Γς said

    Καλημέρα

    Αχ, αυτά τα νησιά.
    Και δεν μπορώ να μην κάνω μερικούς παραλληλισμούς και συγκρίσεις τον λέξεων με τα γονίδια.

    Μια ζωή μελετούσα τα σαλιγγαράκια του Αιγαίου και των ακτών που το περιβάλουν.

    Η εξέλιξη και διαφοροποίηση των πληθυσμών είναι εκπληκτική. Είδη που μεταφέρθηκαν από νησί σε νησί κατά λάθος, μέσα σε κοφίνια π.χ. φρούτων στην αρχαιότητα έγιναν αγνώριστα μέσα σε μερικούς αιώνες. Πράγμα που δεν συνέβη στα είδη της ενδοχώρας.
    Ολα αυτά τα φαινόμενα ήταν χαρά να τα προσεγγίζεις με τα εργαλεία της θεωρητικής βιολογίας, εξελικτικής, γενετικής.

    Μακάρι να ήταν δυνατή κάποια τέτοια προσέγγιση στις λέξεις που μεταφέρθηκαν μέσα σε κοφίνια σ αυτές από νησί σε νησί μαζί με τους ανθρώπους.

    Σαν γονίδια, που μεταλλάσσονται. Μεταλλαγές που δεν χάνονται όπως στην στεριά, που η ροή γονιδίων μεταξύ των πληθυσμών είναι μεγάλη.

    Στα νησιά η μεταλλαγές αυτές, οι αλλαγμένες λέξεις επικρατούν στο μέτρο που δεν ακούγονται οι αρχικές μορφές τους. Που δεν τις ξαναφέρνουν καινούργιοι κάτοικοι στις απομονωμένες αυτές περιοχές μέσα στους αιώνες.

    Στο τσαχ είμαι να μην αρχίσω να γράφω εξισώσεις, που θα κατεβάσει η γκλάβα μου, για το πόσο πρέπει να είναι η ροή γονιδίων μεταξύ των πληθυσμών για την δημιουργία και μονιμοποίηση τέτοιων λέξεων.

    Και της ηλικία, της διάρκειας ζωής μιας λέξης στην κάθε ντοπολαλιά

    Και άλλα τέτοια ωραία πράγματα…

  6. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρωτα σχόλια!

    2-3: Πολύ ωραία!

    4: Το «είμαι πηγαιμένος/είμαι φερμένος» (= έχω πάει, έχω έρθει) το λέμε και στη Μάνη

  7. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    ὄχτα: πέτρινος τοῖχος ἀπὸ ξερολιθιὰ γιὰ τὴ συγκράτηση τοῦ χώματος στὶς πλαγιὲς τῶν λόφων τοῦ νησιοῦ.

    ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ
    Τί κακὸ ἤτανε αὐτό! Τί βροχή! Σαραντοπόταμο! Μᾶς βούλησε* τσ᾿ ὄχτες καὶ ποιὸς νὰ τσὲ χτίσει, ποὺ γέρασα.

    *βούλησε: γκρέμησε (τὸ ρῆμα βουλῶ: γκρεμίζω)

  8. cronopiusa said

    ευχαριστούμε

  9. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    ψωμώνω: φλερτάρω, ἐρωτοτροπῶ.
    Ὑπάρχει καὶ ἡ ἔκφραση «τὸ ψωμί μου»: τὸ φλέρτ μου.

    ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

    «Τάξε μου νὰ σοῦ πῶ ποιόνε ψωμώνει ἡ κόρη σου!»

    Περίμενε στὸ στεκάκι* του νὰ περάσει τὸ ψωμί του.

    *στεκάκι: σημεῖο συνάντησης (συνήθως ἀπόμερο) δυὸ νέων ποὺ «ἀργολαβίζανε» (Γιὰ τὴν «ἐργολαβία» νομίζω πὼς ὑπάρχει σχετικὸ ἄρθρο τοῦ Νικοκύρη, ἀλλὰ δὲν ξέρω πῶς νὰ τὸ βρῶ)

    Γιὰ τὴν ἐρωμένη (μόνο στὸ θηλυκὸ) ὑπῆρχε ἡ λέξη ἀμουρούζα μὲ κακὴ σημασία.

    ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ
    Τὴ Φρόσω τὴν ἔχει ἀμουρούζα ὁ Νικολός. Σὰ δὲ ντρέπεται, χήρα γυναίκα!

  10. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Μοι προξενεί αλγεινήν εντύπωσιν το γεγονός ότι ουδείς των σχολιαστών επεσήμανε ότι ο αρθρογράφος έχει ληστέψει ανερυθριάστως τον εξαιρετικό λημματογράφο του σλανγκρ και φίλο μου Δον Μητσο. Αίσχος! 🙂

  11. Γς said

    10:

    Μπλόγκ ληστών

    Α, και εντίμων

    Γς

  12. sarant said

    10 Όλα στο φως, λέμε!

    9; Το σχετικό άρθρο είναι εδώ (δεν βγαίνει στα «Περιεχόμενα» επειδή είναι φετινό):
    https://sarantakos.wordpress.com/2017/02/13/flirt/

  13. Να ρωτήσω κάτι με αφορμή το «περγάζω». Ξέρω ότι στην Πάρο, στη Νάξο, στη Σαντορίνη και αλλού πουργός ή μπουργός είναι ο εργάτης και κυρίως ο βοηθός κτίστη/οικοδόμου (και «μπουργεύω», στη Μύκονο, εφοδιάζω το μάστορα με υλικά). Μάλιστα σε συμφωνητικό από τη Νάξο του 1783 έχουμε αναφορά σε «υπουργούς οπού δουλεύουσιν». Υπάρχει κάτι παρόμοιο και στα Θερμιά;

  14. Γς said

    12:

    Ολα!

    Τα πάντα

  15. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @8. Κρόνη, σ᾿ εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὸ βίντεο. Ἂν καὶ εἶναι πολὺ παλιό, τοῦ 1978, ἀναγνώρισα τὸν ἕναν ἀπὸ τοὺς χορευτὲς, τὸν Δημήτρη Βρετοῦ Μαρτῖνο. Εἶναι μακρυνὸς μου ξάδερφος (αὐτὸς μὲ τὸ μουστάκι). Βιολὶ παίζει ὁ Φραγκίσκος Τζιωτάκης. Γιὰ τὸν λαουτιέρη δὲν εἶμαι σίγουρος, μᾶλλον εἶναι ὁ Κώστας Λαρεντζάκης ἢ Κώσ᾿ τσῆ Γιαγιᾶς* ἢ Καϊντιέρης. Ἔπαιζε ἐξαιρετικὴ κάιντα.

    *Ὅπως ἔχω ξαναγράψει, ὅταν ἔλεγαν τὰ πατρωνυμικὰ/μητρωνυμικὰ τοῦ Κώστα, π.χ. ὁ Κώστας τοῦ ἤ τσῆ (τῆς) τάδε, ἔκοβαν τὸ Κώστας κι ἔλεγαν ὁ Κωσ᾿ τοῦ ἢ τσῆ τάδε. Μᾶλλον γιὰ λόγους εὐφωνίας. Στὴ Σίφνο, ἀπ᾿ ὅσο ξέρω κόβουν ὅλα(;) τὰ ὀνόματα καὶ σ᾿ ὅλες τὶς πτώσεις. Καλύτερα ὅμως νὰ μᾶς τὰ πεῖ ὁ καθ᾿ ὕλην ἁρμόδιος, τὸ Κουτρούφι.

    Tὸ μητρωνυμικὸ τσῆ γιαγιᾶς τό ᾿παιρναν τὰ στερνοπούλια, ὅταν μάνα καὶ κόρη γεννοῦσαν σὲ μικρὴ χρονικὴ ἀπόσταση.Τότε τ᾿ «ἀνήψια» ποὺ εἶχαν σχεδὸν τὴν ἴδιαν ἡλικία μὲ τὸν/τὴν «θεῖο/α» τὸν/τήν ἀποκαλοῦσαν μὲ τὸ μικρό του/της ὄνομα, προσθέτοντας «τσῆ γιαγιᾶς» ἤ σπανιότερα «τοῦ πάππου».

  16. ΚΩΣΤΑΣ said

    Συγχαρητήρια στον Δημήτρη για το πολύ ωραίο άρθρο! Όντως διαβάζω από ταμπλετ και δυσκολευομαι.

    Κοινές λέξεις σε θεσσαλικά ιδιώματα:

    αμαλαγια ή αμαλαια με τη σημασία που δίνει ο Νικοκύρης.

    γεροντομοιρι, ίδια σημασία.

    ψωμωνω, κυριολεκτικά γεμίζει ο καρπός του σιταριού, μεταφορικά μεστωνω, δυναμωνω. Ψωμωμενη γυναίκα, νταρντανογυναικα και όχι ερωτοτροπούσα.

    (λόγω ταμπλετ, χάλια η ορθογραφία μου)

  17. raf said

    Το χαρανί το έχω συνδέσει με το «αγγειό», το σκεύος δηλαδή που οι γριές κρατούσανε τη νύχτα στο δωμάτιο… Η γιαγιά πότε αγγειό το λεγε, πότε χαρανί.

  18. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @10. ΣτοΔγιαλοΧτηνε ἔχω ράμματα γιὰ τὴ γούνα σου. Ὀψόμεθα συντόμως ἐν τῷ πεδίῳ τῆς μαχ μάσης. 🙂

  19. Τρίβλαξ said

    Εξαιρετικό Δημήτρη!

  20. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @13. Δὲν ἔχω ἀκούσει κάτι σχετικὸ, Δύτα μ᾿*.
    Αὐτὸ δὲ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπῆρχε, τοὑλάχιστον παλιότερα.

    * Ἐλπίζω νὰ ἐπιτρέπεις τὴν οἰκειότητά μ᾿. 🙂

  21. gpoint said

    Δημήτρη πολύ ωραίο και ενδιαφέρον το άρθρο σου. Στα μέρη μου δυο λέξεις έχουν άλλο νόημα :

    μόλο λέμε την προκυμαία, εκεί που δένουν τα καράβια

    χαρανί το τενεκεδάκι με το οποίο βγάζανε το νερό από την στέρνα. Ενας με γνώσσεις ετυμολογίας μου είχε πει κάποτε πως η προέλευσή του δεν είναι από το περσικό χαράν, δεν θα γινότανε χαρανί η λέξη

  22. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @16. Κώστα, εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλά σου λόγια.

    @17. Στὰ Θερμιὰ ἤτανε μεγάλο, μεταλλικὸ καζάνι.

    @Δύτης των νιπτήρων
    Μὲ τὴν εκαιρία νὰ ρωτήσω τὸν καθ᾿ ὕλην ἁρμόδιον.
    Στὸ https://www.seslisozluk.net/en/what-is-the-meaning-of-haran/ βρῆκα τὸ ἑξῆς:
    haran: Büyük tencere
    Στὰ ἐγγλέζικα καὶ στὰ ἑλληνικὰ τὸ μεταφράζουν ἀλλαντάλλων (tribute of /αφιέρωμα του).
    Τελικά, δέν εἶμαι σίγουρος ἄν ἡ ἐτυμολογία ποὺ προτείνω εἶναι ἡ σωστή.

    @19. Χρῆστο, σ᾿ εὐχαριστῶ πολύ.

  23. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    21 Αυτή είναι η πανελλήνια σημασία του μόλου, έχει ενδιαφέρον που στα Θερμιά πήρε άλλη σημασία

    15 Πολύ ωραίο αυτό με το «τση γιαγιάς»

  24. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @21. Γιῶργο, σ᾿ εὐχαριστῶ. Κι ἐμεῖς μόλο τὴ λέμε τὴν προκυμαία. Ἡ ἔννοια ποὺ βάζω εἶναι παλιότερη στὴ ντοπιολαλιά. Τότε ποὺ δὲν ὑπῆρχε προκυμαία καὶ ὁ κόσμος πήγαινε στὸ καράβι τῆς ἄγονης γραμμῆς, ὅποτε περνοῦσε, μὲ τὶς βάρκες.

    Ὅσο γιὰ τὴν ἐτυμολογία τῆς λέξης χαρανί, ἐλπίζω νὰ μᾶς λύσει τὴν ἀπορία ὁ Δύτης.

  25. 20 Ευχαριστώ για την απάντηση! Θα μπορούσε πάντως το «πουργεύω», «πουργός» να δώσει μια ιδέα για την ετυμολόγηση του «περγάζω», σκέφτομαι.

    Το χαράν/χαρανί με παίδεψε λίγο, γιατί δεν το έβρισκα σε κανένα από τα λεξικά μου! Τελικά το βρήκα στο ιστορικό-ετυμολογικό του Tietze ως haranı / hereni, διαλεκτικός τύπος («τεντζερές, μικρό καζάνι») που ίσως (με ερωτηματικό) προέρχεται από την περιοχή Harran, στην Ούρφα.

  26. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    @ 13 Εξαιρετική πληροφορία Νταλγκίτς Μπέη, ευχαριστούμε! Ωστε υπήρξαν στη χώρα υπουργοί που δούλευαν 🙂

    (απροπό, τα τεσεκιούρια μου κι από κοντά για τότενες με το καρταλκαλτανκανάτι. Να ‘σαι καλά).

  27. 26 ΣτοΔγιαλοΧτηνος, έσπαγα το κεφάλι μου τι έκφραση είναι «τα τσεκούρια μου κι από κοντά» μέχρι να καταλάβω τα teşekkürια 🙂 Όλοι χαιρόμαστε να ψάχνουμε και να βρίσκουμε (όταν προλαβαίνουμε).

  28. Corto said

    Δημήτρη συγχαρητήρια, πολύ ωραίο άρθρο!

    «νταϊντίζω … ἀντέχω, ὑπομένω, ἀποδέχομαι
    … τὸ βρίσκουμε σὲ διάφορα μέρη τῆς χώρας μας καὶ ὡς νταγιαντῶ ἤ νταγιαντίζω.»

    Στην μορφή «νταγιαντώ» απαντά στο τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη «είσαι αφράτη σα φρατζόλα»:

    «Άσπρη κάτασπρη κοπέλα τον καϋμό σου δε βαστώ
    Μεσ’το σπίτι ξαναέλα έλα και δεν (ν)ταγιαντώ»

    Επίσης στο αδέσποτο «Στης Σύρας τον ανήφορο» με τον Γιώργο Κατσαρό:

    «Δε νταγιαντώ δυο πράματα
    φτώχεια και γεροντάματα»

    Φαντάζομαι ότι δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο μεν Βαμβακάρης καταγόταν από τη Σύρο, η οποία αναφέρεται στο δεύτερο τραγούδι, ενώ και ο Κατσαρός καταγόταν από την Αμοργό. Το ρήμα χρησιμοποιείται επίσης και στην Κρήτη.

  29. κουτρούφι said

    Χαιρετώ πατριωτικώς, και δεν μπορώ να μην παραθέσω τα κοινά στοιχεία με τη Σίφνο.

    βαγιολίζω: βαϊλίζω και βαϊλισμα
    γεροντομοίρι: Πιο πολύ έχει την έννοια της κατοικίας του ηλικιωμένου ζευγαριού.
    δουλιῶ: Με την ίδια σημασία. Το λι- όμως προφέρεται ως γι-. Δουγιώ.
    Ζύα: Δεν υπάρχει στη Σίφνο η λέξη. Το σχήμα «βιολί-λαούτο» λέγεται τακίμι ή -όπως και στα Θερμιά αλλά και αλλού- σκέτο «βιολιά» (προφέρεται » βιογκιά»)
    κρόδομα. Και στη Σίφνο. Πάντως, αυθόρμητα, και χωρίς να το έχω συνδέσει με το δώμα, το έγραφα κρόδωμα.
    λάνω: Το έχουμε ξανασχολιάσει. Στη Σίφνο είναι το λάμνω
    νταϊντίζω: Νταγιαντώ (και νταγιαντίζω) στη Σίφνο, όπως και αλλού.
    Δεν νταγιαντώ, δεν δύνομαι
    να σ’ αγαπώ να κρίνομαι
    φυλλάδα: Ακριβώς το ίδιο στη Σίφνο και με την ίδια μεταφορική σημασία (αίσθηση του πικρού).
    Όταν πρωτοεμφανίστηκαν οι μπύρες στη Σίφνο πήγε ο παππούς μου να δοκιμάσει στο καφενείο. Μάλλον του φάνηκε ακριβή οπότε όταν τον ρωτήσανε αν του άρεσε η μπύρα εκείνος απαντησε «φυλλάδα!».
    χαρανί: Με την ίδια σημασία (όχι αγγειό). Νομίζω ότι ο όρος χρησιμοποείται ιδιαίτερα στους τυροκόμους.
    παεμένος. Στη Σίφνο, πηαινάμενος (υπάρχει και το φερμένος).
    βουλώ. Και στη Σίφνο. Οι γκρεμισμένες ξερολιθιές λέγονται βουλίστριες και τα γκρεμισμένα βουλίσματα.
    αμουρούζα. Παρομοίως (προφέρεται αμουρούτζα και αμουρούτζος)
    #15. Στη Σίφνο κόβονται τα ονόματα αλλά ουδετεροποιούνται κιόλας. Έτσι ο Κώστας γίνεται «το Κω» (όχι ο Κωσ’)

    (Πατριώτη, καλορίζικος και ο «Διονύσιος Σολωμός»)

  30. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @25. Εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὴν πληροφορία. Τελικά, ἡ συλλογικὴ σοφία τοῦ ἱστολογίου κάνει θαύματα.

    @24 (συνέχεια). Μὲ ἀφορμὴ τὸ σχόλιο τοῦ πσαρᾶ (21) ἔψαξα τὴν ἐτυμολογία τοῦ ἰταλικοῦ molo καὶ «ψάρεψα» λαβράκι, τὶ λαβράκι, συναγρίδα!
    Τὸ molo προέρχεται ἀπὸ τὸ λατινικὸ mōles (https://en.wiktionary.org/wiki/molo#Italian)
    ποὺ μεταξύ ἄλλων σημαίνει «2.rock, boulder»: βράχος (https://en.wiktionary.org/wiki/moles#Latin)
    Στὴν ἐτυμολογία μάλιστα τὸ συνδέει μὲ τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ «μῶλος»:
    «Etymology
    From Proto-Indo-European *meh₃- (“to exert”). Cognate with Ancient Greek μῶλος (môlos) and German Mühen. See also Latin mōs.»

    Συνεπῶς ἡ θερμιώτικη ἔννοια πάει πιὸ πίσω, σὲ κάποια ἰταλικὴ διάλεκτο (βενετσιάνικα, ἴσως;) ἤ καὶ σὲ παλιότερα ἑλληνικὰ ( ὁ Στουγιαννίδης δίνει τὸ ἑλληνιστικὸ «μῶλος» στὴν ἐτυμολογία τῆς λέξης «μόλος»: προκυμαία http://www.stougiannidis.gr/AENAON/AS5/molos.pdf).

    Τί λένε οἱ εἰδικοί;

    Πάντως ἔχω διαβάσει κάπου, πιθανώτατα σὲ κάποιο λογοτεχνικὸ ἔργο τὴν ἔκφραση «μολώνουνε τὴ θάλασσα», μὲ τὴν ἔννοια τὴν μπαζώνουν (μὲ πέτρες). Πρβλ. τὸ δωδεκανησιακὸ τραγούδι:

    Τὴ θάλασσα τὴ γαλανὴ θὰ τήνε χαλικώσω
    θὰ τήνε στρώσω μάρμαρα νὰ ᾿ρθῶ νὰ σ᾿ ἀνταμώσω.

  31. to_plintirio said

    Και στη Κρήτη λέγεται το πηγαιμένος/φερμένος ενώ το βουλώ έχει τη σημασία της καταστροφής από νερό για πράγματα ενώ
    για ανθρώπους σημαίνει οτι έχει καταστραφεί η περιουσία, το βιος κάποιου, π.χ. Πάει αυτός, εβούλησε, δε πόμεινε πράμα.

  32. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Για τις ζυγιές οργάνων στη «Βαβυλωνία» ο Χιώτης χρησιμοποιεί τη λέξη «σιμάρματα». Αν υπάρχει στο ιστολόγιο κάνας Χιώτης σχολιαστής 🙂 ξέρει τπτ ετυμολογικόν?

  33. Γς said

    24:

    Μόλος, ποκυμαία…

    Εμείς το λέμε κε,

    Quai ρε παιδί μου!

    Τι ποιοι εμείς;

  34. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @Corto (28) Εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὰ καλά σου λόγια.

    Τὸ δίστιχο ποὺ ἀναφέρεις

    «Δε νταγιαντώ δυο πράματα
    φτώχεια και γεροντάματα»

    χρησιμοποιεῖται σὲ ἀρκετὰ παραδοσιακὰ τραγούδια. Ὁ Μάρκος καὶ ἄλλοι ρεμπέτες ἄντλησαν στιχουργικὸ ὑλικὸ ἀπὸ παραδοσιακὰ τραγούδια. Πρόχειρα μοῦ ᾿ρχεται στὸ μυαλὸ
    ἡ τρίτη στροφὴ ἀπὸ τὸ «Ἀγγελοκαμωμένη μου» τοῦ Μάρκου

    Σ’ αφήνω την καληνυχτιά
    Μηλιά μου με τους κλώνους
    Πάω κι εγώ να κοιμηθώ
    Με βάσανα και πόνους

    Μὲ τὰ ἴδια ἀκριβῶς λόγια τραγουδιέται ἡ ἀποχαιρετιστήρια πατινάδα (μαζί μὲ ἄλλα στιχάκια) στά Θερμιά. Προφανῶς τὰ ἴδια λέγονταν καὶ στὴ Σύρα, ἀπ᾿ ὅπου, πιθανώτατα, ἔφτασαν καὶ στὰ Θερμιά. Μιὰ ἄλλη πολὺ μερακλίδικη πατινάδα, ποὺ τὴν τραγουδοῦσαν οἱ καλοί ἀμανετζήδες -ποὺ εἶχαν τὴ φωνὴ ἀλλὰ καὶ τὴν τεχνική- μιλοῦσε γιὰ διάφορες τοποθεσίες τῆς Σύρας.
    Ἐπίσης ὁ στίχος «τὰ λερωμένα, τ᾿ ἄπλυτα, τὰ παραπεταμένα» τοῦ Τσιτάνη εἶναι ἀπὸ τὸ στεριανὸ «τὰ λερωμένα, τ᾿ ἄπλυτα, τὰ θαλασσοβρεμένα».

  35. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @Κουτρούφι (29). Πατριώτη, πολὺτιμη, ὅπως πάντα ἡ συμβολή σου.
    Ἡ ἐκφορὰ «γιο» σ᾿ αὐτὸ ποὺ, ἀλλοῦ, λέμε (ὅπως γράφεται) «λιο», νομίζω πὼς ὑπάρχει καὶ στὴ Χίο. Περιμένω τὸν Ξεροσφύρη νὰ μᾶς τὸ ξεκαθαρίσει, μαζὶ μὲ τὸ «σιμάρματα» ποὺ λέει τὸ ΣτοΔγιαλοΧτηνος στὸ 32.

  36. sarant said

    28 Το νταγιαντώ θα το έλεγα πανελλήνιο -βλ. και τον στίχο του Λευτ. Παπαδόπουλου «φτωχή καρδιά νταγιάντα» και άλλα

    30 Το αρχαίο ελληνικό μώλος είναι στην πραγματικότητα ελληνιστικό και προέρχεται από τα λατινικά. Τα μισά από όσα γράφει ο Στουγιαννίδης είναι λάθος μεταφρασμένα από αναξιόπιστες πηγές.

  37. leonicos said

    Έξοχη δουλειά και πολύ ωραία σχόλια

    Κύθνος, νῆσος πρὸς τῇ Δρυοπίδι τῶν Κυκλάδων, ἀπὸ Κύθνου κτίσαντος· ἐκαλεῖτο δὲ και Ὀφίουσα καὶ Δρυοπίς· Κύθνιος τυρός και Κυδίας ὁ ζωγράφος

    STEPHANI BYZANTII ΕΘΝΙΚΩΝ LIPSIAE MDCCCXXXIX (1889)

  38. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    @ 35 Δημήτρη, είχαμε λάβει εξαιρετικές πληροφορίες στην κουβέντα εδώ https://www.slang.gr/definition/26892-manabis

  39. gpoint said

    # 37

    Λεώνικε 1839 είναι νομίζω

  40. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @36α. Ἔτσι εἶναι. ‘Υπάρχει καὶ τὸ «Σουρλάντα-Νταγιάντα» τοῦ Μαρκόπουλου. Κάπου εἶχα ἀκούσει ἕνα δίστιχο, πιθανὸν «ἀδέσποτο»:

    Σουρλάντα καὶ μουρλάντα
    κι ἄν μ᾿ ἀγαπᾶς νταγιάντα

    Μπορεῖ νὰ τὸ ἐμπνεύστηκε (στιχουργικὰ) ἀπὸ ᾿κεῖ.

  41. giorgos said

    Αυτό πού παρατήρησα κοιτώντας φωτογραφίες απ’ αυτό τό όμορφο νησάκι . Είναι ότι παρ’ ότι είστε τίγκα στήν πέτρα , δέν τήν χρησιμοποιείται γιά τήν δόμηση τών σπιτιών ! Παρά μόνο γιά τίς λιθιές.
    Τό Ξάϊ τό λέμε κι΄δώ στήν Λευκάδα , γιά τό ποσοστό πού παίρνει τό έλαιοτριβείο .

  42. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    @30 για το μολώνω = μπαζώνω, ο Μυριβήλης στη Ζωή εν Τάφω λέει για τον λάκκο στον οποίο απέθανε ο Ζαφειρίου ηρωικώς μπαλεύων με τα συμμαχικά ελληνογαλλικά σκατά:
    -Τονε μολώσατε (=μπαζώσατε) τον λάκκο?
    -Τονε μολώσαμε.

    Και στην πρώτη μτφρ στων Σταφυλιών του Στάινμπεκ (δεν θυμάμαι από ποιόν γμτ) λέει για ένα πηγάδι που το ‘χουνε μολώσει.

  43. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @37. Λεώνικε, σ᾿ εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλά σου λόγια.
    Τὸν Κύθνιον τυρόν, ποὺ ἦταν ξακουστὸς στὴν ἀρχαιότητα κι ὁ Λούκουλος ἔστελνε πλοῖα γιὰ νὰ τὸν μεταφέρουν, εἰδικὰ γι᾿ αὐτὸν, στὴ Ρώμη, κινδυνεύει μὲ ἐξαφάνιση. Μόνο λίγοι μερακλῆδες τὸν φτιάχνουν μὲ τὸν παλιὸ τρόπο καὶ εἶναι ἐξαιρετικὰ δυσεύρετος.

    @38. Μπράβο! Ὑπάρχουν πολύτιμες πληροφορίες γιὰ τὴ Χιώτικη ντοπιολαλιά σὲ ἀρκετὰ σχόλια αὐτοῦ τοῦ λήμματος.

  44. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @41.Γιῶργο, τὰ παλιὰ σπίτια ἦταν πέτρινα. Τὰ τελευταῖα 40 χρόνια, ὅμως, ἐπικράτησε ἡ αἰσθητικὴ τοῦ τσιμέντου. Γιὰ νὰ λέμε καὶ τοῦ στραβοῦ τὸ δίκιο τὸ κόστος ἑνὸς πέτρινου σπιτιοῦ εἶναι σημαντικὰ μεγαλύτερο καὶ δὲν ὑπάρχουν πολλοί μαστόροι.

    @42.Τί θὰ γίνει μὲ σένα ρὲ φίλε; Δὲν προλαβαίνω νὰ γράψω κάτι καὶ βρίσκεις ἀμέσως τὴν ἀπάντηση. (35=>38, 30=>42) 🙂

  45. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @43. Lapsus digiti. Τὸν Κύθνιον τυρόν => Ὁ Κύθνιος τυρὸς

  46. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @45. !@#$%^& Τὸν Κύθνιον τυρὸν => Ὁ Κύθνιος τυρὸς

  47. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    @44 Είναι που σήμερα κοπροσκυλάω 🙂

  48. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    44 Στην Αίγινα από τότε που ήρθαν οι Αλβανοί έχουν φτιαχτεί εξαιρετικά σπίτια πέτρινα.

  49. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @48. Καὶ στὰ Θερμιά, μετὰ τὸ ᾿90, χτίστηκαν κάποια πέτρινα ἀπὸ Ἀλβανοὺς μαστόρους. Πολὺ λίγα, ὅμως, σὲ σχέση μὲ τὰ συμβατικά, ἐξ αἰτίας τοῦ κόστους.

  50. Λ said

    Το τραγούδι που ήξερα με τον τίτλο Παναγιώτα μου ταγιάντα. Όταν ήμουν μικρή νόμιζα ότι το ταγιάντα ήταν επώνυμο

    Πήραμε την κάτω βόλτα

    http://kithara.to/ss.php?id=NDQzMzAxMTky

  51. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @50. Νομίζω πὼς, παλιότερα, ὑπῆρχε παρατσούκλι Νταγιάντας στὸ ἄλλο χωριὸ τοῦ νησιοῦ, στὴ Χώρα. Ἀπὸ τὸ παρατσούκλι μέχρι τὸ ἐπώνυμο δὲν εἶναι πολλὴ ἀπόσταση. 🙂

  52. Λ said

    ὄχτα: πέτρινος τοῖχος ἀπὸ ξερολιθιὰ γιὰ τὴ συγκράτηση τοῦ χώματος στὶς πλαγιὲς τῶν λόφων τοῦ νησιοῦ. Ἔτσι δημιουργοῦσαν τὶς σκάλες ἢ ἀναβαθμίδες, ὅπου ἔσπερναν κριθάρι.

    Εμείς την όχτα τη λέμε όχτο και τον κάναμεμε χώμα στα καλά, πότιμα χωράφια για να συγκρατεί το νερό της βροχής ή το νερό από την αβκολιά.

    Το χαρνί είναι μάλλον το δικό μας χαρτζί, μεγάλο χάλκινο καζάνι για την παρασκευή τραχανά ή χαλλουμιών ή για το ρέσι.

    Το λάμνω το έχουμε κι εμείς αλλά έχει περισσότερο τη σημασία της ενόχλησης, μουρμούρας χωρίς να αποκλείεται η σημασία που αναφέρατε.

    30.Μαρτίνος: Πάντως ἔχω διαβάσει κάπου, πιθανώτατα σὲ κάποιο λογοτεχνικὸ ἔργο τὴν ἔκφραση «μολώνουνε τὴ θάλασσα», μὲ τὴν ἔννοια τὴν μπαζώνουν (μὲ πέτρες).

    Εμείς έχουμε το ρήμα μολώνω με αυτή ακριβώς τη σημασία

  53. spiridione said

    Πολύ ωραία.
    Για το τοπων. Μεσαριά έχει γράψει εκτεταμένη μελέτη ο Χατζιδάκις, ο οποίος αντικρούει την ετυμολόγηση από το masseria. Το ετυμολογεί όχι από το μέσα μεριά → μεσαριά, που είχε προταθεί, αλλά από το μεσάρι → μεσαρέα → μεσαριά. Μου φαίνεται πειστικός ο Χατζ. Να μας πει κι η Μαρία τι λέει ο Συμεωνίδης.
    Και ένα απόσπασμα που θα ενδιαφέρει τον Δημήτρη.
    «Εν Κύθνω οι μεν κάτοικοι της Χώρας, ήτοι της πόλεως Κύθνου, ονομάζουσι Μεσαριάν μόνον περιοχή τινά αγροτικήν παρακειμένην τη ΜΔ άκρα της χώρας (Αντ. Βάλληνδα Κυθνιακών σελ. 30), οι δε κάτοικοι του Σύλλακα, οι μακρότερον οικούντες ονομάζουσιν ούτως και την Χώραν αυτήν. Αλλ’ είναι προφανές ότι ούτοι είναι ήττονος πίστεως άξιοι άτε μακράν διαμένοντες και διά τούτο αμελέστερον διαστέλλοντες τας μερικάς τοποθεσίας, φαινόμενον λίαν σύνηθες. Μεσαριά άρα και εν Κύθνω σημαίνει πεδιάδα χωριζομένην της θαλάσσης, κειμένην μεταξύ του Επανοχωρίου και του Κατωχωρίου (Βάλληνδα ένθα ανωτ. σελ. 31) και υπό λόφων περιβαλλομένην, καθά ο κ. Κινδύνης, δυνάμενος δια τας προς Κυθνίους σχέσεις του να ηξεύρη τα κατά την νήσον, είπε μοι».

    https://archive.org/stream/athnasyngrammap12hetagoog#page/n11/mode/2up

  54. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @50,51. Μόλις θυμήθηκα ἕνα παλιὸ δικό μου ραμόνι. Τὸ ναξιώτικο τραγούδι ποὺ ἄρχιζε μὲ τοὺς στίχους:

    Μὰ γιάντα* τὴν τραγιάσκα σου
    τὴ ρίχνεις μέσ᾿ στὰ μάτια σου

    *γιάντα: γιατί

    τὸ ἄκουγα:

    Νταγιάντα τὴν τραγιάσκα σου…

    σὰν ν᾿ ἀπευθύνεται σὲ κάποιον ποὺ λεγόταν Νταγιάντας.

  55. Λ said

    Υπάρχει και το ρήμα ταντώ π.χ. Εν ταντώ άλλο (δεν αντέχω …)

  56. Λ said

    Ποιος ξέρει; ίσως κάπου να υπάρχει κάποια Παναγιώτα Νταγιάντα 🙂

  57. Επώνυμο Νταγιάντας

    http://apps.vrisko.gr/apo-pou-krataei-i-skoufia-sou/%ce%9d%cf%84%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82

  58. Μαρία said

    53
    κοινό τοπων., μεσν. Μεσαρέα, η < επίθ. μεσάρις < μέσος + επιθμ. -άρις.
    Δηλώνει την εύφορη περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα σε ποταμούς, λόφους κλπ.
    Παραπέμπει σε Χατζηδάκη, Μηλιαράκη και Οικονόμου, όπου πληρέστερη βιβλιογρ.
    1.Κερκύρας
    2.Θήρας
    3.Άνδρου
    4.Σχοινούσσας
    5. Πάγου Σύρου

  59. spiridione said

    Επιβεβαιώνεται από το Λεξικό Κριαρά ότι μασσαρία (μασσαριά· μεσσαρία· μεσσαριά) σήμαινε αντικείμενο της κινητής περιουσίας, συν. έπιπλο ή σκεύος (ιδ. πολύτιμο), οικοσκευή, νοικοκυριό. Δεν είχε τη σημασία του μεγάλου αγροκτήματος, λατιφούντιου, φέουδου κλπ.
    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1&dq=

  60. spiridione said

    58. Ο Μηλιαράκης ήταν αυτός στον οποίο απαντούσε ο Χατζιδάκις. Είχε γράψει ολόκληρο βιβλίο που υποστήριζε την ετυμολογία απ’ massaria.
    Μεσαρέα μέχρι και στον Πόντο υπάρχει, όπως λέει και ο Χατζ., και το θεωρεί ισχυρό επιχείρημα.

  61. Λ said

    Υπάρχει και το ρήμα τεηνέρω που σημαίνιε αντέχω αλλά περισσότερο με τη σημασία «I put up with somebody/something»

  62. Μαρία said

    60
    Ναι, το είδα και στο άρθρο του 53.

    Εγώ μια μεσαριά ξέρω, τη μεσαριά της πίτας 🙂

  63. Λ said

    Μεσαορία, ο σιτοβολώνας τη Κύπρου.

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B5%CF%83%CE%B1%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1

    Τη λέμε και Μεσαρκά
    βλέπε σχόλιο 44

    https://sarantakos.wordpress.com/2011/06/27/yo/

  64. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @ 53.Σπύρο, πολὺ ἐνδιαφέροντα αὐτὰ ποὺ γράφεις.
    Πράγματι, Μεσαριῶτες ἤ Μισαριῶτες ἀποκαλοῦσαν τοὺς κατοίκους τῆς Χώρας οἱ συντοπίτες μου κάτοικοι τῆς Δρυοπίδας ἤ Σύλλακα. Οἱ κάτοικοι τῆς Χώρας μᾶς ἔλεγαν Συλλακῶτες. Προσωπικὰ ἀγνοοῦσα αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Χατζιδάκις «Εν Κύθνω οι μεν κάτοικοι της Χώρας, ήτοι της πόλεως Κύθνου, ονομάζουσι Μεσαριάν μόνον περιοχή τινά αγροτικήν παρακειμένην τη ΜΔ άκρα της χώρας (Αντ. Βάλληνδα Κυθνιακών σελ. 30), οι δε κάτοικοι του Σύλλακα, οι μακρότερον οικούντες ονομάζουσιν ούτως και την Χώραν αυτήν…». Εἶχα διαβάσει γιὰ τὸν «Πορτοκαλισμὸ» τῆς «μεσαορίας» καὶ νόμιζα πὼς τὸ ἀντέκρουε ὁ Βάλληνδας μὲ τὸ masseria. (Δυστυχῶς ἔχω δώσει τὸν Βάλληνδα «δανεικὸ κι ἀγύριστο» καὶ δὲν μπόρεσα νὰ τὸ διασταυρώσω, ὅταν τὸ ἔγραφα στὸ σλανγκρ). Ἀπ᾿ ὅ,τι εἶδα στὴν πολὺ ἐνδιαφέρουσα παραπομπὴ σου, ἡ ἐτυμολογία ἀπὸ τὸ masseria εἶναι τοῦ Ἀντωνίου Μηλιαράκι. Δὲν θυμᾶμαι νὰ ἔχω διαβάσει κάτι δικό του καὶ σπάω τὸ μυαλό μου νὰ θυμηθῶ ποῦ διάβασα γιὰ τὸ masseria. Πάντως καὶ τὸ Μέσα Μεριὰ => Μεσαμεριὰ=> Μεσαριὰ δὲν μοῦ φαίνεται πολὺ πειστικό.
    Πληροφοριακά, στὰ Θερμιὰ ὑπάρχει τοπωνύμιο Κατωμεριὰ (μιὰ λέξη) στὸ νότιο ἄκρο τοῦ νησιοῦ.

    Καλύτερα, βέβαια, νὰ μιλήσουν οἱ εἰδικοί.

  65. spiridione said

    64.
    Την ετυμολόγηση από Μέσα Μεριὰ => Μεσαμεριὰ=> Μεσαριὰ την είχε προτείνει παλιότερα ο Χατζ., αλλά την απορρίπτει στη μελέτη του στο σχ. 53, και προκρίνει τη ετυμολ. από μεσάρι/μεσάρις → μεσαρέα → μεσαριά, που έχει κι ο Συμεωνίδης.

    Τα Κυθνιακά του Βάλληνδα εδώ
    http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?rec=/metadata/2/7/2/metadata-312-0000002.tkl&do=67631.pdf&pageno=38&pagestart=1&width=412&height=618&maxpage=166&lang=el

  66. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Πάντως, σχετικὰ μὲ τὴν ἐτυμολογία τοῦ μασαρεύω, μᾶλλον πρέπει νὰ ἰσχύει ἡ προέλευση ἀπὸ τὸ masseria, massaria, ἐπειδὴ (τὸ μασαρεύω) παραπέμπει ἐννοιολογικὰ σὲ ἐργασίες ποὺ ἐκτελοῦνται στὸ ἀγρόκτημα καὶ δὲν ἔχουν σχέση (οἱ ἐγασίες) μὲ τὴν «μέσα μεριά».

  67. dryhammer said

    Τα συμάρματα τα ξέρω μόνο απο τον Βυζάντιο. Ούτε τα άκουσα ούτε τα διάβασα πουθενά (δεν σημαίνει απαραίτητα πως δεν υπάρχει).
    Για τα άλλα
    «Πορπατεί όλη μέρα στον ήγιο χωρίς γιαγια και φωνάζει παγιατζής»

  68. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @65. Πολύτιμη ἡ παραπομπή σου, Σπύρο. Θά ξαναδιαβάσω τὸν Βάλληνδα γιὰ νὰ μὴν ξαναγράψω παρόμοιες μαλ ἀνακρίβειες στὸ μέλλον.

  69. spiridione said

    66. Δημήτρη, το μασαρεύω πρέπει όντως να έχει σχέση με τη massaria, αλλά με τη σημασία των επίπλων, του νοικοκυριού, που έχει και ο Κριαράς, δηλαδή μασαρεύω = τακτοποιώ το νοικοκυριό μου.
    Εδώ από άλλο έργο του Βάλληνδα, μασσαρεύγω = συγυρίζω οικία, επισκευάζω εν γένει. Έχει και λέξη μάσσαρος στην Τήνο = μαστροπός 🙂 (Ο Χατζηδάκις λέει ότι προέρχεται από το ιταλ. massaro= φύλαξ οικίας, οικονόμος, γέρων, από την ίδια οικογένεια λέξεων).
    https://archive.org/details/parergaphilolog00ballgoog

    Έχει ενδιαφέρον, σε σχέση με αυτό που λες για τις αγροτικές εργασίες, ότι ο Χατζ. πάλι έχει λέξη μεσαρίζω που σημαίνει σε πολλά μέρη της Ελλάδας «πηγαίνω τα ζώα για βοσκή». Στο Βίτσι δε του Ζαγορίου σημαίνει και «παρέχω εκλεκτή τροφή και περιποίηση στα ζώα μου», διότι οι μεσαριές, που ήταν μη καλλιεργούμενα αλλά χλοερά κομμάτια αγρού καλλιεργημένου, ως μη καταπατούμενες από τις αγέλες και τα ποίμνια της κοινότητας, παρέχουν χόρτο αφθονότερο και καλύτερο από τους άλλους βοσκότοπους.

  70. sarant said

    Έυχαριστώ για τα νεότερα, πολύ ωραία συζήτηση.

    Εγώ ήξερα την ετυμολογία που πρότεινε ο Δημήτρης για τη Μεσσαριά αλλά δυσπιστούσα γιατί ανάλογα υπάρχουν σε πολλά μέρη της Ελλάδας.

  71. Corto said

    Θα ήθελα να ρωτήσω τον Δημήτρη, αν υπάρχουν στην ντοπιολαλιά της Κύθνου συντακτικές και γραμματικές ιδιαιτερότητες, παρόμοιες με αυτές που συναντάμε σε άλλα Κυκλαδονήσια.

    Παραδείγματα:
    «καλώς ήρχατε», αντί «καλώς ήρθατε» (Κίμωλος)
    «ψαρεύω σαργοί», αντί «ψαρεύω σαργούς» (Σύρος και αλλού)
    «λέω σου», αντί «σου λέω» (Νάξος και αλλού)
    κοκ

  72. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @71. Ἀπὸ τὰ παραδείγματα ποὺ ἀνέφερες λέμε:
    -«ψαρεύω σαργοὺς» (διαφέρει ἡ αιτιατικὴ τοῦ πληθυντικοῦ ἀπὸ τὴν ὀνομαστικὴ)
    -«σοῦ λέω» κι ὄχι «λέω σου»

    – ὅμως λέμε «καλῶς ἤρχατε», ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλους χρόνους, π.χ. «θά ᾿ρχω». Μ᾿ αὐτὸ γίνονται διάφορα εὐτράπελα, ὅπως ὅταν κάποιος λέει:
    «θά ᾿ρχει ἡ ἴδια» ὅπου, στὸν προφορικὸ λόγο, τὰ τρία συνεχόμενα «ι» γίνονται ἕνα.

    Ἄλλα χαρακτηριστικὸ εἶναι:

    -Ἡ ἔκθλιψη τοῦ ἀρχικοῦ «α», π.χ. ἀποθερίζω => ᾿ποθερίζω, ἀποσπέρνω=>᾿ποσπέρνω καὶ βέβαια αὐτὸ ποὺ ἔχω γράψει ἐπανειλημμένα ὁ ἁϊ-Γιάννης ὁ ᾿Πορνιαστὴς.

    -Ἡ ἔκθλιψη τοῦ «γ» μεταξύ δύο φωνηέντων,

    π.χ. λαγὸς=>λαὸς. Τοῦ λαοῦ «φεύγα» καὶ τοῦ σκύλου «πιάστονε» παροιμία γιὰ κάποιον ποὺ εἶναι διπρόσωπος

    λογαριάζω=>λοαριάζω

    ἀνοίγω=>ἀνοιῶ, προφέρεται ἀgnῶ (τὸ gn ὅπως στὰ ἰταλικά). Ἄν προηγεῖται τὸ «μοῦ» ἔχουμε κι ἐδῶ εὐτράπελα μὲ τὴν ἔκθλιψη τοῦ «α» π.χ. μοῦ ἀνοίγει τὴν πόρτα =>μοῦ ᾿νοιεῖ τὴν πόρτα.

    -ἄρρινη προφορὰ «μπ», «ντ» π.χ.ἔbορος, φουdάνα (πηγὴ, ἀπὸ τὸ ἰταλ. fontana)

    -«ὑγρὴ» προφορὰ «λ», «ν»

    -τροπὴ τοῦ «ε» σὲ «ο» καὶ τὸ ἀντίστροφο, π.χ. ποντικὸς=>πεντικὸς, περπατῶ=>πορπατῶ

    -προστακτικὴ σὲ -ιε ἀντὶ -α, π.χ. μίλιε ἀντί μίλα, πορπάτιε ἀντὶ περπάτα.

    Αὐτὰ πρὸς τὸ παρὸν.

  73. Corto said

    72:
    Δημήτρη σε ευχαριστώ για την απάντηση!
    Πολύ γοητευτικές οι τοπικές μικροδιαφορές στους ιδιωματισμούς. Υποθέτω ότι οι Δυτικές Κυκλάδες συνιστούν μία ενότητα μέσα στο ευρύτερο σύνολο των νησιών.

  74. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @73. Ὅπως γράφει καὶ τὸ Κουτρούφι, ὑπάρχουν πολλὰ κοινὰ στοιχεῖα (μὲ τὴ Σίφνο στὴν προκειμένη περίπτωση) ἀλλὰ καὶ ἀρκετὲς διαφορὲς, κυρίως στὴν ἐκφορὰ τοῦ λόγου. Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε πὼς τὰ νησιὰ αὐτὰ ἦταν κατὰ βάση ἀγροτικὰ, χωρὶς τὴ ναυτικὴ παράδοση ἄλλων νησιῶν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι σχετικὰ ἀπομονωμένα, τοὐλάχιστον μέχρι τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα.

  75. sarant said

    72 Πολύ χρήσιμη αυτή η σύνοψη!

  76. Alexis said

    Συγχαρητήρια Δημήτρη, πολύ καλή δουλειά.
    Το διάβασα με ενδιαφέρον γιατί έχω κι εγώ μια σχετική «πετριά» με τις ντοπιολαλιές.

    Από τις λέξεις που αναφέρεις ήξερα μόνο το ξάι, με άλλη σημασία, το μερτικό που κρατάει το λιοτρίβι όταν σου βγάζει το λάδι.
    Επειδή έχω ακούσει να λέγεται και για τους μύλους (τα αλεστικά δηλαδή) πιθανόν να σχετίζονται, δηλαδή από τη μεζούρα μέτρησης των δημητριακών να βγήκε το ξάι του μυλωνά και μετά το ξάι του λιοτριβιού.

    Τον Αη-Γιάννη που γιορτάζει στις 24 Ιουνίου, εκτός από Κλήδωνα σε πολλά μέρη της Ελλάδας τον λένε και Ρηγανά, προφανώς γιατί είναι η εποχή που μαζεύουν τη ρίγανη.

    Έχω ανεβάσει κι εγώ κανα-δυό λήμματα από ντοπιολαλιές στο σλανγκρ αλλά δεν το συνέχισα, γιατί πιστεύω ότι άλλο πράμα οι ντοπιολαλιές και άλλο οι σλανγκιές. Ευχής έργο θα ήταν να γίνει ένα αντίστοιχο σάιτ μόνο με ντοπιολαλιές.

  77. Alexis said

    #10: Νομίζω ότι έχει πάρει την άδειά του για να το κάνει. Είναι στενοί φίλοι άλλωστε! 😆

  78. Alexis said

    #31: Η σύνταξη πηγαιμένος/φερμένος κλπ, λέγεται και αλλού. Την έχω ακούσει π.χ. στον Πύργο Ηλείας, για παράδειγμα:
    -Το είδες αυτό;
    -Ναι το ‘χω ιδωμένο (αντί για «το ‘χω δεί»)

  79. Κουτρούφι said

    #67β. Στη Σίφνο θα ήταν: «Πορπατεί όλη μέρα στο-ν-ήγιο χωρίς γιαγκιά και φωνά(ν)τζει παγιατζής»

    #74. Πράγματι, η βασική διαφορά μεταξύ Κύθνου-Σίφνου είναι η εκφορά. Το Σιφνέικο ιδίωμα είναι συνδυασμός Κρητικού-12νησιακού/Κυπριακού ιδιωμάτων.

  80. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ωραίο το 22κλωνο ματσάκι! Εργασία,απ΄αυτές που αγαπάμε. Μοσκοβολούν οι κουβέντες της Θερμιώτικης ντοπιολαλιάς θάλασσα κι αλμύρα.Ευχαριστούμε κε Μαρτίνο!
    Με την ευκαιρία, ο Αρκεσινέας τί να γίνεται;

    Θα πάω σκόρπια μπρος-πίσω στο νήμα,καθώς γίνεται λίγο βαβούρα(ρακές) πέριξ και μου θρυμματίζουν τη σειρά 🙂 .
    52.Λ. «μολώνουνε τὴ θάλασσα»
    Το λέμε εμείς! όταν με μεταφερόμενα βραχάκια ή με τσιμεντένιους κύβους κλπ σχηματίζουν στηθαίο(μώλο) για προστασία από το κύμα.

    21/31/ 7>>*βούλησε: γκρέμησε (τὸ ρῆμα βουλῶ: γκρεμίζω)
    Ναι,ακριβώς το ίδιο και στην Κρήτη»εβούλησε το δώμα» έπεσε η στέγη. Φοβερή κατάρα «που να βουλήσει το σπίτι ντου και να βγάλει σ(υ)κιες»

    Δε λέμε πηγαιμένος/ φερμένος
    αλλά:
    είτανε ερχομένος
    είτανε φτασμένος (μόλις είχε φτάξει)

  81. gpoint said

    Αναφερόμενος στην συλλογική πολυφωνία, πως είναι το καλημέρα και το καληνύχτα στα τούρκικα ;

  82. Καλή είναι η συλλογική πολυφωνία, άμα φτάσεις στην ατομική αρχίζει και γίνεται ανησυχητικό 🙂
    İyi günler (ή günaydın) και iyi geceler αντίστοιχα. (ιγί γκιουνλέρ, ιγί γκετζελέρ)

  83. sarant said

    80 Φοβερή κατάρα αυτό με τις συκιες, κάπου την έχω ξανακούσει!

  84. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>κι ἄν μ᾿ ἀγαπᾶς νταγιάντα
    Η λεβεντιά ΄ναι μια πληγή
    που πάντα αίμα τρέχει
    Θε μου και πώς τη νταγιαντά
    εκείνος που την έχει.

    «Δε σε νταγιαντώ» μας λέγανε στις παιδικές αταξίες.
    Λέγεται και νταγιαντίζω

    >>κρόδομα/
    Ακρόδουχας η άκρη της στέγης

    >>τραβαγιάρω
    έχω τραβάγιες ,έχω φασαρίες,μπλεξίματα, δύσκολες υποθέσεις

    >>φυλλάδα
    σ΄εμάς φυλλάδα είναι το σταυρανθές/η κράμβη που βγάζει τα παραπούλια.’Εχει πλατειά πράσινα φύλλα,απλωτά όχι σφιχταγκαλιασμένα όπως το ξαδελφάκι του το λάχανο.Κάνουμε και μ΄αυτό ντολμάδες.

  85. Μαρία said

    82
    Να προσέξει να μη πει günaydın κατά τις 10 το πρωί 🙂
    Έχουν γερμανικές συνήθειες οι γείτονες.

  86. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>ἀνεμοκυκλίζω
    Πώς χάρηκα που μου τη θυμίσατε αυτή τη λέξη!
    Ναι,όταν χάνεται κάτι και «σα να το πήρε η φανταξά» δε βρίσκεται με τίποτα ενώ τώρα δα ήταν μπρος στα μάτια μας ή εξαφανίζεται/γίνεται άφαντος στη στιγμή κάποιος (ανεμοκυκλίστηκε).

    >>βαγιολίζω: Περιποιοῦμαι, κανακεύω.
    Βαγιοκλαδίζω
    Ρεθεμνιανέ μου καντιφέ
    ποιος σε βαγιοκλαδίζει
    να παίρνει από τα μάτια μου
    δάκρυα να σε ποτίζει
    τραγουδούσε ο Κώστας Μουντάκης σ΄ένα από τα πιο όμορφα συρτά του

    83. Λέγεται και σαν δυο ξεχωριστές κατάρες αλλά και μαζί -φοβερότερη! Κάπου το έχουμε ξανά πει.

    * «Εβούλισε το σπίτι»είναι πικρή αναφορά για πατρογονικά στα έρημα χωργιά αλλά μπορεί και μεταφορικά «εβούλισε το σπίτι στο χορό!» Συμβαίνουν κι αυτά, να τα λέμε! 🙂

    *¨επεσε ή γκρέμισε λένε αλλού κι εννοούν το ίδιο: έπεσε η στέγη

  87. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >> ἀμάλαγος: ἁγνὸς, ἀνέγγιχτος,
    Η πρώτη αγάπη στην καρδιά
    πολλά σημάδια αφήνει
    γιατ΄είν΄αγνή κι ο έρωντας
    αμάλαγη τη βρίνει*

    *βρίχνει/βρίσκει

    αμαλαγιά, πολύ όμορφη λέξη.Δεν τη λέμε αλλά ο αμάλαγος έχει συχνή χρήση. Αμάλαγος τόπος (ατάιστο το χορτάρι του). Αμάλαγη αμμουδιά, η πρωινή, η σενιαρισμένη από τη θαλασσονεριά της νύχτας που σκέπασε/έσβησε τα χθεσινά ποδοπατήματα και πάμε πρώτοι να κυλιστούμε.

  88. gpoint said

    # 82

    Νυχτιάτικα η πολυγλωσσία έγινε πολυφωνία… πάντα υπάρχουν χειρότερα!

  89. gpoint said

    Δηλαδή βρε Εφη-έφη το λένε κι αλλού αυτό το βρίνω αντί βρίσκω ; Κι ο γιός μου μωρό την θάλασσα την έλεγε λάσσαλα, είναι…ντοπολαλιά αυτό ;

    Πρωί-πρωί διαβάζοντας αυτή τη μαντινάδα
    εξύθηκα κι απορησα μ’ αυτή την κουτουράδα
    ν’ αλλάζουν την κατάληξη για να τους βγει η ρίμα
    αντί μια λέξη ψάχνοντας να βγάλουνε το ποίημα…

    Η πρώτη αγάπη στην καρδιά
    πολλά σημάδια μνήσκει
    γιατ΄είν΄αγνή κι ο έρωντας
    αμάλαγη την βρίσκει

  90. Γς said

    >καληνύχτα στα τούρκικα ;

    >İyi günler (ή günaydın) και iyi geceler

    >Να προσέξει να μη πει günaydın κατά τις 10 το πρωί 🙂

    Και μετά μια ωρίτσα να ο σεισμούλης στο τούρκικο Μπουντρούμ και την Κω,

    Με το İyi günler και το iyi geceler, που λένε

  91. Γς said

    90:

    Α, και η ΕΦΗ-ΕΦΗ:

    86:

    >επεσε ή γκρέμισε λένε αλλού κι εννοούν το ίδιο: έπεσε η στέγη

    Λίγα λεπτά πριν πέσουν στέγες κει κάτω

  92. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    89.Τζη καλημέρα. Δε διορθώνεται το στραβό 🙂 τώρα. Ο μαντιναδολόγος/πλάστης* αυτής της συγκεκριμένης μαντινάδας, από τα βουνά του ανέβηκε παραπάνω και δεν τονε βρίνει κιανείς να του τονε διορθώσει μλπιο 😦 .
    Εγώ μαι τση παλιάς σχολής
    κι εσύ σαι τση καινούργιας
    εσύ μπαμπακερή κλωστή
    κι εγώ βαστάγι βούργιας

    *Μήτσος Σταυρακάκης /Γιάννης Μαρκόπουλος,»Προσκυνώ τα πάθη σου λαέ μου*

  93. dryhammer said

    Καλημέρα. Μαστρο-Δον Μήτσο μου, τώρα έκατσα να το δώ με τα σωστά μου. Πάντα τέτοια κι άξιος, γιατί με την (καί) γλωσσική ισοπέδωση πολλά θα χαθούνε μαζί με τους γέρους κι είναι κρίμα κι άδικο. Ίσως, λέγω ίσως, παραμείνει ο ιδιαίτερος μόνο τονισμός της κάθε ντοπιολαλιάς σαν να διαβάζουν όλοι το ίδιο κείμενο, με διαφορετικό αξάν (σικ ρε) που κι αυτός εκφυλίζεται, μη μας πουνε χωριάτες. Αλήθεια ποιος θα γράψει την παρτιτούρα της (κάθε) διαλέκτου για τους επερχόμενους; Φαντάσου μετα από 100 χρόνια να διαβάζονται με «ερασμιακό» τονισμό…

    Κατα τ’ άλλα για τις (πολλές) κοινές λέξεις, τα είπαμε και στο σλανγκρ, μην τα ξαναλέμε. Όποιος θέλει ας μπεί κι απο κεί να γράψει τά δικά του (να κλέψουμε και κάναν για το -πλέον- φτωχομάγαζο απ όπου ξεκινήσαμε να γλωσσο-κοπανούμε)

  94. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Εν τω μεταξύ η μαντινάδα του Μ.Σ. είναι :
    87>>Η πρώτη αγάπη στην καρδιά
    πολλά σημάδια αφήνει
    γιατ΄ειν αρχήκι ο έρωτας
    αμάλαγη τη βρίνει
    Επίσης 92 τέλος>>Προσκυνώ τη χάρη σου λαέ μου
    Σεισμικές κακές ειδήσεις πρωί πρωί,αλλού ο νους.

  95. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Παράλειψη : 92 >>βαστάγι βούργιας = το κορδόνι, οι πλεχτοί «σπάγγοι» απ όπου βαστούμε τη βούργια,δηλαδή το ΄φαντό σακούλι του βοσκού ,του κυνηγού,του αγρότη.

    Καλημέρα καλημέρα. 🙂

  96. dryhammer said

    Ά ναί!. Παρέλειψα να σημειώσω οτι τα Συριανά (θα) έχουν πολλές ομοιότητες σε λέξεις και τονισμό με τα Χιώτικα λόγω καί της εγκατάστασης μεγάλου αριθμού απο Χιώτες μετά τη Σφαγή του 1822 (οπότε και ίδρυσαν την Ερμούπολη) και το σεισμό της Χίου το 1881 αλλά και το γεγονός ότι η Σύρα ήταν τμήμα του Ελληνικού κράτους απο την πρώτη ώρα, ενώ η Χίος μετά το 1912. Αυτό σε κάποιο βαθμό (θα) επηρέασε γλωσσικά και τα άλλα Κυκλαδονήσια.

  97. Γς said

    Italy launches nationwide free wifi app

    φτου! μας πρόλαβαν Αντωνάκη

  98. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Σ’ μιά κόρη κι έναν άγγουρο που μπερδευτήκα ομάδι
    σε μιά φιλιάν αμάλαγη με δίχως ασκημάδι

    (Ερωτοκρ Α, από μνήμης, μη ζητάτε στίχο)

  99. Alexis said

    #84 (ΕΦΗ-ΈΦΗ) : «Δε σε νταγιαντώ» μας λέγανε στις παιδικές αταξίες.

    «Δεν τελεύεσαι» η αντίστοιχη έκφραση στο Ξηρόμερο (δεν υποφέρεσαι, δεν τρώγεσαι με τίποτα)
    Καλημέρα, αν και ξεκίνησε με κακά μαντάτα… 😦

  100. Alexis said

    #98: Α 9-10 πρέπει να είναι, στην αρχή-αρχή…

  101. dryhammer said

    99,84 κι αλλού.
    «Ανταγιάντιστος»

  102. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Νταγιάντα Αιτ/νίας http://www.epoxi.gr/Themata/themata40.htm

  103. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα….

    91: Γς
    Μου φαίνεται ότι κι εσύ ψιλο-έπεσες / πήρες κλίση τέλος πάντων…

    Γενικά, πολύ δυνατός ο σεισμός. Εύχομαι οι απώλειες, υλικές και σε ανθρώπους και ζωντανά να είναι μικρές!

  104. Γς said

    Το έπιασα το υπονοούμενο!

  105. sarant said

    Καλημέρα από εδώ!

    96 Πχ ο Ροϊδης

  106. dryhammer said

    105 Κι ο Σουρής

  107. ΣΠ said

    Έσπαγα το κεφάλι μου να θυμηθώ σε ποιο τραγούδι πρωτοάκουσα το «νταγιαντώ». Και το θυμήθηκα! «Στ΄ Αποστόλη το κουτούκι» των Καλδάρα-Παπαγιαννοπούλου:
    Πώς νταγιαντιέται ο χωρισμός
    και της γυναίκας ο καημός;
    Πάντως η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου δεν ήταν νησιώτισσα, ήταν μικρασιάτισσα.

  108. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Ἔλειψα χτὲς τὸ βράδυ (ψὲς τὸ βράδυ ἤ ψεβράδυ, στὸ πιὸ βιαστικὸ) καὶ σήμερα τὸ πρωί. Ἔτσι δὲν ἀπάντησα σὲ κάμποσα σχόλια.
    Νὰ εὐχαριστὴσω γιὰ τὰ καλά τους λόγια καὶ τὴ συνεισφορά τους (ὅσους δὲν πρόλαβα χτὲς) τὸν Ἀλέξη, τὴν Ἔφη, τὸν Ξεροσφύρη, τὸν Γς, τὸν ΣΠ κι ἄν ξεχνάω κανέναν, ἂς μὲ συμπαθήσει.
    Θὰ χαρῶ πολὺ νὰ βρεθοῦν κι ἄλλοι νὰ γράψουν γιὰ τὴν ντοπιολαλιὰ τοῦ τόπου τους, ὅπως μᾶς προέτρεψε κι ὁ Νικοκύρης.
    Μὲ τὴν εὐκαιρία, θέλω νὰ ἐκφράσω τὶς θερμότερες εὐχαριστίες μου πρὸς τὸν Νικοκύρη ποὺ μοῦ ᾿δωσε τὴν εὐκαιρία νὰ βγάλω πρὸς τὰ ἔξω αὐτὰ ποὺ κουβαλάω στὸ μυαλὸ καὶ στὴν ψυχή μου, ἀλλὰ καὶ σὲ σᾶς ποὺ τὰ διαβάζετε.

  109. ΓιώργοςΜ said

    Πολλές ευχαριστίες, έστω και με κάποια καθυστέρηση.
    Χτες δε μπόρεσα να μπω στο ίντερνετ, καθώς εκτελούσα χρέη μπογιατζή ζωγράφου μεγάλων επιφανειών.
    Το άρθρο είναι στον σκληρό πυρήνα της θεματολογίας του ιστολογίου. Οι μόνες λέξεις που ήξερα ήταν κάποιες με πανελλήνια διάδοση (ή σχεδόν), κι έτσι, αφού δε θα μπορούσα να συμμετέχω δημιουργικά, απλώς απόλαυσα και το άρθρο, και τα σχόλια.

  110. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    89 >>το λένε κι αλλού αυτό το βρίνω αντί βρίσκω
    Και βρίνεται 🙂

  111. gpoint said

    # 110

    (πιο πολύ στο βρίζεται φέρνει παρά στο βρίσκεται χωρίς τα συμφραζόμενα )

    Εφη σούγραψα μιαν απάντηση αλλά ή την έφαγε η μαρμάγκα ή ξέχασα να την ανεβάσω… με λίγα λόγια έχω γνωρίσει Σφακιώτες κυρίως που και καλή κρητική μουσική παίζουνε (χωρίς λύρα εννοείται) και σέβονται την ελληνική γλώσσα, δε την τραβάνε για να ταιριάξουνε τον στίχο. Από την άλλη ο Μουντάκης ήτανε συγγενής με το σόι της πρώην γυναίκας μου και φυσικά παρών σε συγκεντρώσεις κ.λ.π. παραπάνω από 3 λεπτά δεν τον άντεχα, γούστα είναι αυτά.

  112. Λ said

    Τ ανεμοκυλίζω μου θύμισε δύο λέξεις που δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Η μια είναι η ανεμότρυπα, όνομα σπηλάιου στην Πράμαντα Τζουμερκών και η δεύτερη είναι το ρήμα νετζυλίζω (το προζύμι). Μια μέρα πριν το ζύμωμα παίρνουμε το προζύμι και το νετζυλίζουμε δηλαδή το διαλύουμε σε χλιαρό νερό και το ξαναζυμώνουμε με επιπρόσθετο αλεύρι ώστε να είναι έτοιμο για το ζύμωμα της επόμενης μέρας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: