Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘slang.gr’

Χαλαρά στις κάλπες

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2019

Χτες ταξίδευα, οπότε δεν προλάβαινα να γράψω άρθρο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, καταφεύγω συνήθως στη λύση της αναδημοσίευσης κάποιου παλιότερου άρθρου -και αυτό θα κάνω και σήμερα. Κι επειδή μεθαύριο έχουμε εκλογές, αναδημοσιεύω ένα άρθρο εκλογικό ή μάλλον λεξιλοεκλογικό, που αρχικά είχε δημοσιευτεί μερικές μέρες πριν από τις εκλογές του 2014. Το έχω επικαιροποιήσει βέβαια σε σχέση με τις αναφορές στα πολιτικά πράγματα.

Μεθαύριο ψηφίζουμε, και όχι σε μία αλλά σε τρεις ή τέσσερις κάλπες: ψηφίζουμε για τις ευρωπαϊκές εκλογές και για τον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών. Και οι μεν αυτοδιοικητικές εκλογές έχουν τοπικό χαρακτήρα, αν εξαιρέσουμε τους μεγάλους δήμους και τις περιφέρειες, αλλά στις ευρωεκλογές συμμετέχουν τα πολιτικά κόμματα, που πρόκειται να αναμετρηθούν και στις βουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου.

Λένε για τις ευρωπαϊκές εκλογές, σε αντιδιαστολή με τις βουλευτικές, ότι χαρακτηρίζονται από τη λεγόμενη «χαλαρή ψήφο». Εφόσον δεν θα αναδείξουν δηλαδή κυβερνηση της χώρας, θεωρείται ότι ο ψηφοφόρος ψηφίζει σε αυτές πιο ελεύθερα, χωρίς να σκέφτεται διλήμματα. Κι αυτό ίσως επιβεβαιώνεται αν πάμε με το λεξικό, αφού η βασική μεταφορική σημασία της λέξης χαλαρός είναι «αυτός που αφήνει περιθώρια ανεξαρτησίας, ελευθερίας ή ελευθεριότητας».

Πρόσφατα ο Κ. Μητσοτάκης διαφώνησε με την ιδέα της χαλαρής ψήφου και υποστήριξε ότι «σε αυτή την κάλπη δεν έχει θέση η χαλαρή ψήφος» ενώ αλλού γράφτηκε ότι «χαλαρή ψήφος σημαίνει ψήφος στον Τσίπρα». Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας, δηλαδή.

Επειδή όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε, θα πούμε λίγο περισσότερα για τη λέξη ‘χαλαρός’. Είναι αρχαία λέξη και διατηρήθηκε μέσα στα χρόνια απαράλλαχτη τόσο στη μορφή της όσο και στην κυριολεκτική σημασία της, κάτι που δεν συμβαίνει με πάρα πολλές νεοελληνικές λέξεις που υπάρχουν και στα αρχαία (περισσότερες είναι εκείνες που έχουν αλλάξει σημασία λίγο ή πολύ). Η λέξη χαλαρός στα αρχαία παράγεται από το ρήμα «χαλάω, χαλώ», το οποίο επίσης υπάρχει στα νέα ελληνικά αλλά είναι παράδειγμα λέξης που άλλαξε σημασία, διότι αρχικά σήμαινε ‘χαλαρώνω, λύνω’.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Εκλογές, Στρατός, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 156 Σχόλια »

Κορεκτίλα, μια λέξη που αντιπαθώ

Posted by sarant στο 16 Μαΐου, 2019

Μια λέξη σχετικά καινούργια, μια λέξη στην οποία θ’ αφιερώσουμε το σημερινό μας άρθρο.

Μια λέξη που δεν την έχουν τα γενικά λεξικά μας, ούτε καν το ηλεκτρονικό και υπό κατασκευή ΜΗΛΝΕΓ, ίσως δίκαια, αφού είναι καινούργια. Την έχει ομως, από το 2011, το slang.gr. Άρα είναι λέξη της αργκό; Πιο πολύ της καθομιλουμένης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης θα έλεγα -αλλά αν αναδιφήσετε τα σώματα κειμένων (λέγε με γκουγκ) θα τη δείτε να χρησιμοποιείται και σε εφημερίδες, και σε δηλώσεις πολιτικών -άρα, δεν είναι αργκό με την κλασική έννοια της λέξης.

Τι είναι κορεκτίλα; Θα προσπαθήσω να δώσω έναν ορισμό. Θα έλεγα πως κορεκτίλα είναι μειωτικός χαρακτηρισμός για αυτό που λέμε «πολιτική ορθότητα», αν και κάποιοι θα έλεγαν πως είναι η υπερβολική ή άτεγκτη τήρηση των επιταγών της πολιτικής ορθότητας.

Ο όρος είναι ξεκάθαρα μειωτικός, άλλωστε η χρήση του επιθήματος -ίλα σχεδόν αναπόδραστα δίνει αρνητική χροιά. Ακόμα κι όταν δεν πρόκειται για μια δυσάρεστη οσμή (ιδρωτίλα, ποδαρίλα, τσιγαρίλα) ή κατάσταση (σαπίλα), οι λέξεις σε -ίλα έχουν σημασία αρνητική. Όταν λέμε «ασπρίλα» δεν εννοούμε απλώς ότι κάτι είναι άσπρο -λέμε ότι είναι άσπρο ενώ δεν θα έπρεπε να είναι· αν θέλαμε να το περιγράψουμε ουδέτερα θα λέγαμε «ασπράδα», αν θέλαμε να το παινέψουμε θα λέγαμε «λευκότητα»· η ασπρίλα δεν μπορεί παρά νάναι αρνητική. Παρομοίως, όταν λέμε π.χ. «τυρίλα» δεν εννοούμε την ευχάριστη ή τη γαργαλιστική μυρωδιά του τυριού -εννοούμε τη βαριά, ενοχλητική, υπερβολική μυρωδιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί, Πολιτική ορθότητα | Με ετικέτα: , , , | 220 Σχόλια »

Γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν

Posted by sarant στο 14 Μαρτίου, 2019

Με ρώτησαν γιατί το λέμε έτσι και τι ρόλο παίζουν τα κουκιά. Έχω μια θεωρία, που δεν είναι πλήρης -οπότε με το σημερινό άρθρο ρίχνω μισοάδεια ελπίζοντας να πιάσω (πιο) γεμάτα.

Ο λόγος, για τον μάγκικο χαιρετισμό «Γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν». Ας τον ακούσουμε:

Πρόκειται, σύμφωνα με το slang.gr, για «κλασικό μάγκικο χαιρετισμό». Το slang.gr προχωράει στην εξής ανάλυση:

Κλασικός μάγκικος χαιρετισμός, ο οποίος αναλύεται ως εξής:

1) Γειαχαραντάν (= γεια + χαρά + νταν): Το πολύ δημοφιλές «γεια χαρά» στην καθομιλουμένη, ευχή για υγεία και χαρά δηλαδή. Το «νταν» κατά 99,9 % αποτελεί μάγκικη προσθήκη άνευ ιδιαίτερης σημασίας, ούτως ώστε να κάνει ρίμα με το ακόλουθο «και τα κουκιά μπαγλάν». Εκτός εάν υπήρξε όντως κάποιος Μέγας Φιλέλλην μαγκίτης ονόματι Dan, στον οποίο απευθύνονται οι χρήστες της φράσης από σεβασμό στο όνομά του.

2) και τα κουκιά μπαγλάν: αναφέρεται στο παίξιμο του κομπολογιού, στη χαρακτηριστική κίνηση δηλαδή, τινάγματος των χαντρών (=κουκιά) προς τα πίσω και τον χαρακτηριστικό ήχο που παράγεται.

Σημείωση: το (2) (και τα κουκιά μπαγλάν) δύναται να ακολουθεί και άλλη φράση πέρα του «γειαχαραντάν» αρκεί να παράγεται ρίμα.

Σε σχόλιο προστίθεται ότι το μπαγλάν πρέπει να προέρχεται από το τούρκικο bağlanmak = δεμένος.

Είναι μια θεωρία συνεκτική, γι’ αυτό και πειστική. Οι χάντρες του κομπολογιού όντως λέγονται και κουκιά ενώ από το ρήμα bağlamak προέρχεται και το δικό μας «μπαγλαρώνω».

Ωστόσο, έχω πολλές επιφυλάξεις για τη θεωρία αυτή, που νομίζω πως είναι χτισμένη πάνω στην εικόνα που έπλασε ο Χάρρυ Κλυνν στο απόσπασμα που είδαμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Αργκό, Κωνσταντινούπολη, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 205 Σχόλια »

Από τον μπαμπακόσπορο στα γκαφρά: οι 50 αποχρώσεις των χρημάτων

Posted by sarant στο 5 Οκτώβριος, 2018

Το σημερινό άρθρο ξεπήδησε από μια συζήτηση στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, στην οποία έγινε λόγος για τους πάμπολλούς τρόπους που έχουμε στη γλώσσα μας για να αναφερθούμε στα χρήματα.

Σκέφτηκα λοιπόν να μαζέψω εδώ όσα ακούστηκαν σε εκείνη τη συζήτηση, σχολιασμένα, να εμπλουτίσω και τον κατάλογο (άντλησα πολύ υλικό από το slang.gr), και βέβαια να σας καλέσω να προσθέσετε κι εσείς τον… οβολό σας. Κάτι ανάλογο, θυμίζω, είχαμε κάνει σχετικά πρόσφατα με τις εκφράσεις για το μεθύσι, οπότε είχαμε δει τις 50 αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια, στο ιστολόγιο έχουμε επανειλημμένα αναφερθεί στα συνώνυμα των χρημάτων. Ξεσηκώνω μια παράγραφο από παλιό μου άρθρο:

Διότι βέβαια, όταν ο Δημοσθένης φώναζε στην εκκλησία του δήμου: «δει δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων» δεν εννοούσε τα πράγματα, ούτε τα χρειώδη, αλλά ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια, τα στάμενα· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, τα λιανά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο, το παραδάκι, το αρζάν· τα δίφραγκα, τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, τα πετσετάκια, τα ευρώπουλα, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών -και ελπίζω να μη με θεωρήσετε ασεβή που κόλλησα πλάι στους αρχαίους μας προγόνους τις αργκοτικές ονομασίες της τρέχουσας επικαιρότητας, που ασφαλώς μερικές θα αποδειχτούν εφήμερες και θα ξεχαστούν σε μερικές δεκαετίες, όπως έχει σχεδόν ξεχαστεί σήμερα ο «μπαμπακόσπορος» τον οποίο απαιτούσαν οι ήρωες των Χαλασοχώρηδων του Παπαδιαμάντη για να πουλήσουν την ψήφο τους.

Εδώ θα αναφέρουμε περισσότερες ακόμα ονομασίες, με κάποιον σχολιασμό σε ορισμένες περιπτώσεις. Καλείστε να συμπληρώσετε τον κατάλογο. Για να πάρουμε μπρος, βάζω ένα τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη (δικοί του και οι στίχοι) πολύ σχετικό με το θέμα μας, Τα λεφτά:

Λοιπόν, σε αλφαβητική σειρά:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά, Χρήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 224 Σχόλια »

Νοικοκυραίοι και νοικοκύρηδες

Posted by sarant στο 26 Σεπτεμβρίου, 2018

Η θανάτωση του Ζακ Κωστόπουλου έφερε ξανά στη δημόσια συζήτηση τον όρο «νοικοκυραίοι».

Σταχυολογώ τίτλους πρόσφατων δημοσιευμάτων: Οι «νοικοκυραίοι» και το τέρας, στην ΕφΣυν, Ο Ζακ ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος που τον δολοφόνησαν οι «νοικοκυραίοι» της Μαρίας Λούκα στην Popaganda, Οι άριστοι «νοικοκυραίοι» και οι απειλές για την κοινωνία τους στο altsantiri, Φονιάδες των λαών νοικοκυραίοι στον Provocateur (το σύνθημα προϋπήρχε) με τη λέξη αυτή, που τη βρίσκω επίσης και σε πόλλά άλλα άρθρα, καθώς και σε αμέτρητες δημοσιεύσεις στο Φέισμπουκ.

Σπεύδω να διευκρινίσω πως δεν συμφωνώ κατ΄ανάγκη με το περιεχόμενο των άρθρων (δεν τα έχω άλλωστε διαβάσει όλα), ούτε δέχομαι υποχρεωτικά ότι τον Ζακ τον δολοφόνησαν νοικοκυραίοι εντός ή εκτός εισαγωγικών -δύο-τρία άτομα άλλωστε είδαμε να τον κλωτσούν με δύναμη στο κεφάλι, όχι κάποιο πλήθος.

Αλλά προς το παρόν εδώ λεξιλογούμε. Και θα λεξιλογήσουμε για τη λέξη «νοικοκυραίοι» και τη διαφορά της, αν υπάρχει, από τους νοικοκύρηδες.

Ν’ αρχίσουμε από την αρχή. Ο νοικοκύρης είναι λέξη που εμφανίστηκε στα μεσαιωνικά χρόνια. Ανάγεται στο οικοκύριος > οικοκύρης. Και από τον οικοκύρη, ακριβώς με τη συνεκφορά «τον οικοκύρη» που οδήγησε σε επανανάλυση: «τον οικοκύρη» –> «το νοικοκύρη» πλάστηκε η νέα ονομαστική νοικοκύρης. Αυτή η επανανάλυση έχει επίσης δώσει τύπους όπως μπαλάσκα (την παλάσκα), γκαμήλα (την καμήλα), κτλ. αλλά ο νοικοκύρης είναι το μοναδικό παράδειγμα της κοινής νεοελληνικής όπου από την επανανάλυση προστίθεται αρχικό νι σε λέξη από φωνήεν. Λέω «της κοινής» διότι σε διαλέκτους ή στην αργκό έχουμε κι άλλα παραδείγματα, π.χ. ο νώμος (τον ώμο).

Ο νοικοκύρης σχηματίζει τον πληθυντικό «οι νοικοκύρηδες» και, σε πιο ανεπίσημο ύφος, «οι νοικοκυραίοι». Αυτός ο πληθυντικός σε -αίοι έχει ενδιαφέρον.

Το παραγωγικό τέρμα -αίοι έχει την αφετηρία του σε αρχαία επίθετα πχ αγοραίος, κορυφαίος, τελευταίος, που παράγονταν από ουσιαστικά σε -α (ή σε α μακρό που είχε τραπεί σε η στην αττική και ιωνική διάλεκτο) με το επίθημα -ιος. Εμφανίστηκε κατ’ αρχάς ως πατριδωνυμικό: Αθηναίοι, Ρωμαίοι. Φυσικά, εδώ ο ενικός είναι Αθηναίος, Ρωμαίος.

Από τα μεσαιωνικά χρόνια αρχίζει να εμφανίζεται το επίθημα -αίοι στον πληθυντικό λέξεων που δεν έχουν ενικό σε -αίος, πχ καβαλαραίοι, Σαρακηναίοι, κι έτσι αυτονομήθηκε.

Σήμερα, εμφανίζεται καταρχάς ως επίθημα σε πληθυντικούς οικογενειακών ονομάτων, και μάλιστα πολλές φορές με τη σημασία όλων των μελών μιας ευρύτερης οικογένειας, για το σόι δηλαδη, π.χ. οι Κολοκοτρωναίοι. Λέγεται βέβαια και για μια πυρηνική οικογένεια, πχ μας έκαναν επίσκεψη οι Παπαδοπουλαίοι. Από εκεί και τα πάμπολλα τοπωνύμια σε -αίικα (ή -έικα αν προτιμάτε).

Επίσης, το -αίοι εμφανίστηκε ως επίθημα για τον σχηματισμό παράλληλων τύπων του πληθυντικού αρσενικών ουσιαστικών, συνήθως σε -ης, που δηλώνουν επάγγελμα ή ιδιότητα: μουσαφιραίοι (παράλλ. τ. του μουσαφίρηδες), τσαγκαραίοι, φουρναραίοι, νοικοκυραίοι, καπεταναίοι. Κάποτε ο τύπος αυτός είναι σαφώς μειωτικός (π.χ. σκουπιδιαραίοι), κάποτε όχι. Οι νοικοκυραίοι ως πρόσφατα δεν είχαν μειωτική χροιά. Πάντως, οι τύποι σε -αίοι είναι λαϊκότεροι, οικειότεροι. Προσθέστε αν θέλετε στον κατάλογο και άλλους τύπους πληθυντικού σε -αίοι (που να μην έχουν ενικό σε -αίος, δηλ. όχι οι νεολαίοι).

Να προσεχτεί ότι ο πληθυντικός αυτός δεν έδινε -τουλάχιστον ως τώρα- νέο ενικό, δηλαδή λέμε μεν οι μουσαφιραίοι αλλά όχι ο μουσαφιραίος. Πρέπει επίσης να αναφέρουμε τη λέξη «οι νοματαίοι», χωρίς ενικό, όπου ο παράλληλος τύπος υπερτερεί σαφώς έναντι του «κανονικού» τύπου «οι νομάτοι» (Η λέξη έχει ενδιαφέρουσα ετυμολογία: τα ονόματα -> οι ονομάτοι -> οι νομάτοι -αξίζει αρθράκι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 313 Σχόλια »

Ισαποστάκιας, μια απλολογία εν τω γεννάσθαι

Posted by sarant στο 20 Σεπτεμβρίου, 2018

Ισαποστασάκιας ή ισαποστάκιας είναι χαρακτηρισμός για κάποιον που δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση σε ένα ζήτημα, που κρατάει αποστάσεις και από τις δύο αντιτιθέμενες απόψεις, ιδίως σε περιόδους έντονης πόλωσης. Είναι λέξη σχετικά πρόσφατη, σίγουρα τούτου του αιώνα, ίσως και της τρέχουσας δεκαετίας.

Η λέξη είχε προταθεί στην ψηφοφορία που κάναμε πέρυσι τον Δεκέμβρη για τη Λέξη του 2017, αλλά η εφορευτική επιτροπή (ο Στάζιμπος κι εγώ) δεν την επέλεξε στον τελικό κατάλογο που τέθηκε σε ψηφοφορία. Μάλλον λάθος κάναμε, λέω τώρα που το ξανασκέφτομαι. Ασφαλώς θα πρέπει να μπει στη φετινή ψηφοφορία, εμείς να’μαστε καλά να τη διοργανώσουμε.

Ο χαρακτηρισμός, και μόνο από την κατάληξη -άκιας, είναι μειωτικός. Ίσως θα άξιζε χωριστό άρθρο για να συγκεντρώσουμε τις λέξεις που έχουν αυτή την κατάληξη, που βέβαια πολλές αποτελούν εφήμερους σχηματισμούς, αλλά πάντως δύσκολα θα έβρισκε κανείς ανάμεσά τους κάποια που να μην έχει έστω και ελαφριάν απόχρωση υποτιμητική ή ειρωνική ή μειωτική -από τον γκομενάκια, τον γυαλάκια και τον τυχεράκια ίσαμε τον καλοπερασάκια, τον τηλεορασάκια και τον βολεψάκια, για να μην πάμε στον τσαντάκια και τον κοκάκια. Το Αντίστροφο λεξικό έχει κάτι λιγότερο από 40 λέξεις σε -άκιας, και πάω στοίχημα πως όταν και αν γράψουμε αυτό το χωριστό άρθρο θα βρούμε κι άλλες, αλλά σε τούτο το άρθρο ας μην απομακρυνθούμε από τον ισαποστάκια.

Κατά το slang.gr, ο χαρακτηρισμος «ισαποστάκιας» ή «ισαποστασάκιας» λέγεται για κάποιον «που όταν συμβαίνει κάτι κατάφωρα άδικο ή εξωφρενικό δεν εξοργίζεται με τον θύτη αλλά προσπαθεί να τηρήσει ίσες αποστάσεις μεταξύ του θύτη και του θύματος, ώστε να τα έχει καλά με όλους, ή να μη χρειαστεί να βγει από το μικροαστούλικό του βόλεμα». Όμως νομίζω πως είναι πολύ μερικός αυτός ο ορισμός.

Υπάρχει όμως και ο παράλληλος τύπος, ισαποστασίτης. Το slang.gr καταχωρεί και αυτόν τον τύπο και δίνει τον εξής ορισμό, που βρίσκω ότι είναι ακριβέστερος, πάντοτε γλαφυρά διατυπωμένος στο σλανγκρικό στιλ: Αυτός που σε συνθήκες πόλωσης δεν τάσσεται με τη μία από τις δύο πλευρές, αλλά επιμένει να έχει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να μείνει ουδέτερος ή με διάφορες αλχημείες και ναιμεναλλιές να προσπαθεί να μην πάρει σαφή θέση αλλά να παίζει τον κουλ τύπο, που είναι και καλά υπεράνω, είναι νηφάλιος, αντικειμενικός κ.τ.λ. Όπως είναι αναμενόμενο, και όπως του αξίζει άλλωστε, κατά κανόνα τα ακούει τελικά και από τις δύο πλευρές, ιδίως στη θερμόαιμη Ελλάδα μας. Κυκλοφορεί και ως ισαποστασάκιας, αλλά τις τελευταίες μέρες (Ιούνιος 2015) με την πόλωση μεταξύ μενουμευρώπηδων και συριζανέλ το βλέπω να κάνει μια καριέρα και ως ισαποστασίτης. Ορισμένες φορές οι ισαποστασίτες κατηγορούνται ότι δεν είναι απλά γενικά ισαποστασίτες, αλλά ότι είναι ισαποστασίτες για τακτικούς λόγους μόνο για ένα θέμα που δεν τους συμφέρει, ενώ λίγο μετά ξεσπαθώνουν και μιλάνε με πάθος για άλλο θέμα που τους συμφέρει.

Ωστόσο, ο ισαποστασίτης, παρόλο (ή επειδή;) έχει ουδέτερη κατάληξη, χρησιμοποιείται λιγότερο από τον ισαποστασάκια/ισαποστάκια.

Ο όρος, είπαμε, είναι μειωτικός, κρύβει μια μομφή. Όποιος τον χρησιμοποιεί, θεωρεί ότι ο ισαποστασάκιας κακώς τηρεί ίσες αποστάσεις, και αυτό το πιστεύει επειδή ο ίδιος θεωρεί πως η μία από τις αντιτιθέμενες πλευρές έχει συντριπτικά το δίκιο με το μέρος της, οπότε εξεγείρεται με τον ισαποστασάκια.

Λογιότερα, τον ισαποστασάκια μπορεί να τον λέγαμε Πόντιο Πιλάτο ή να τον επικρίναμε διότι ακολουθεί τακτική Πόντιου Πιλάτου δηλ. νίπτει τας χείρας του και αρνείται να αναμιχθεί περισσότερο. Για κάποιον που επαμφοτερίζει, λέμε πως είναι «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ» ή πως «πατάει σε δυο βάρκες». Τα θέματα αυτά τα έχουμε πιάσει σε παλιότερο άρθρο, όπου αναφερθήκαμε και σε άλλες εκφράσεις αυτού του φάσματος. Μου αρέσει μια όχι πολύ γνωστή έκφραση, «και στον κλέφτη ψωμί, και στον χωροφύλακα χαμπέρι», που μπορεί να χρησιμοποιηθεί επικριτικά  αλλά είναι βγαλμένη από τη ζωή, αφού αυτή ακριβώς η στάση ήταν ο κανόνας επιβίωσης των χωρικών την εποχή της «ληστοκρατίας».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ιστορίες λέξεων, Μεταμπλόγκειν, Νεολογισμοί, Πολιτική, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 220 Σχόλια »

Ζωώδεις καταστάσεις

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2018

Το σημερινό άρθρο το εχω δανειστεί από μια συζήτηση που έγινε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, στην οποια συμμετεχω (και σας προτρέπω να γίνετε μέλη, αν χασομεράτε και στο Φέισμπουκ). Οπότε, τα περισσότερα λήμματα του καταλόγου που ακολουθεί τα  έχουν βρει οι φίλοι που συμμετείχαν στη συζήτηση. Εγώ εμπλούτισα τον κατάλογο, τον έβαλα σε αλφαβητική σειρά και έγραψα και μερικά πράγματα για το κάθε λήμμα. Μερικά σπανιότερα λήμματα τα έχω με αστερίσκο.

Το ζητούμενο είναι να βρουμε ρήματα που περιγράφουν ανθρώπινες συμπεριφορές ή καταστασεις παραπέμποντας μεταφορικά σε χαρακτηριστικά ή σε ιδιότητες ζώων, όπως σκυλιάζω, κορακιάζω ή μουλαρώνω.

Να διευκρινίσω ότι δεν μας ενδιαφέρουν ρήματα που δηλώνουν την ενέργεια που κάνουμε στο/με το ζώο, όπως ψαρεύω ή ιππεύω, έστω κι αν το ψαρευω μπορεί να χρησιμοποιηθεί και μεταφορικά.

    • αλαφιάζω: τρομάζω καποιον· αλαφιάζομαι: τινάζομαι τρομαγμένος, ξαφνιασμένος, όπως το αλάφι (ελάφι).
    • *αλεπογανίζω: Χρονοτριβώ με άσκοπες μετακινήσεις εδώ κι εκει, όπως η αλεπού, η οποία, κατά την κοινή αντίληψη, κάνει ελιγμούς για να χαθούν τα ίχνη της.
    • *αλεποτινάζω: Αρπάζω κάποιον με δύναμη και τον τινάζω, όπως τα σκυλιά την αλεπού.
    • *αλεπουδεύω, ιδίως στα ποντιακά με τη μορφή λαπουδεύω. Αναλαμβάνω σωματικές δυνάμεις μετά από αρρώστια. Και αναλαμβάνω οικονομικά.
    • *αλεπουδίζω: Κάνω πονηριές και τσαλιμάκια, αν πιστέψω κάποιες αναφορές στο Διαδίκτυο. Και το αρχαίο αλωπεκίζω.
    • αλωπεκίζω. Βλ. παραπάνω.
    • αποκτηνώνομαι: Με τον γενικό όρο, φερομαι σαν ζώο, κυριαρχούμαι από κατώτερα ένστικτα.
    • αραχνιάζω: βρίσκομαι σε κατάσταση εγκατάλειψης, ερήμωσης. Είμαι παρατημενος. (Μπορεί να νοηθεί και κυριολεκτικά, για μέρος που έχει γεμίσει με ιστούς αράχνης).
    • αρκουδίζω: περπατάω με τα τέσσερα, μπουσουλάω.
    • *βοϊδοδουλεύω: εργάζομαι σκληρά και επίμονα, σαν το βόδι. Ηπειρώτικο.
    • *βοϊδοκοιμάμαι: κοιμάμαι βαθιά. Ηπειρώτικο.
    • *βοϊδοπεικάζω (ή *βοϊδονιώθω): είμαι αργόστροφος σαν το βόδι.
    • γαϊδουρεύω και γαϊδουροφέρνω: φέρνομαι με τρόπο αγροίκο, βάναυσο.
    • γαϊδουρίζω: όπως παραπάνω. Και με τη σημασία «πεισμώνω» (βλ. μουλαρώνω)
    • *γαϊδουρογυρίζω και *γαϊδουροκαθίζω: εξευτελίζω, διαπομπεύω κάποιον (και κυριολεκτικά, τα παλιά χρόνια)
    • *γουρουνεύω ή γουρουνίζω: συμπεριφέρομαι άπρεπα, με τρόπο αγροίκο.
    • γουρουνιάζω: νεότερη αργκό παραλλαγή, πολύ κοινή, που λέγεται ιδίως όταν κάποιος τρώει πολύ και χωρίς τακτ, αλλά λέγεται και για άλλες μορφές κραιπάλης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ετυμολογικά, Ευτράπελα, Ζωολογία, Λογολογία, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 232 Σχόλια »

κουρου

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2018

Την πρώτη φορά που με πήγε ο πατέρας μου, πιτσιρικά, να φάω τυρόπιτα από το Άριστον, στην οδό Βουλής, δεν τον άκουσα να την παραγγέλνει, είδα όμως στη βιτρίνα που έγραφε ΤΥΡΟΠΙΤΑ ΚΟΥΡΟΥ και σκέφτηκα «Τυρόπιτα Κούρου». Ήξερα τους Κούρους από το Μουσείο, δεν θυμαμαι ακριβώς πώς τους συσχέτισα με τις τυρόπιτες, πάντως το βρήκα λογικό -ίσως σκέφτηκα πως ονομάστηκαν έτσι προς τιμή τους.

Αργότερα, άκουσα που τις προφέρανε «τυρόπιτα κουρού» και κατάλαβα πως είχα κανει λάθος, αν και δεν ήξερα τι σημαίνει αυτό το «κουρού», γιατί τις λένε έτσι. Ρώτησα εδώ κι εκεί τι θα πει κουρού, δεν ξέραν να μου πούνε, ξέρανε όμως πως οι τυρόπιτες αυτές λέγονταν έτσι. Ήταν οι εποχές οι προϊντερνετικές, που οι απορίες μας δεν απαντιούνταν αμέσως.

Κάποτε έμαθα ότι αυτό το κουρού είναι το τουρκικό kuru που θα πει ξερός. Ο σημερινός ιδιοκτήτης του αρτοποιείου Άριστον εξηγεί: Ο παππούς λοιπόν, πήγε στην Κωνσταντινούπολη πριν το 1900, δούλεψε σε κάποιο τυροπιτάδικο, πήρε τη συνταγή και έφερε την τυρόπιτα στην Αθήνα. Εκείνη την εποχή, την ονόμαζαν στην Κωνσταντινούπολη «κουρού», που σημαίνει ξερή, ζύμη χωρίς λιπαρά.

Αλλού είδα την εξήγηση πως η τυρόπιτα λέγεται κουρού επειδή είναι χωρίς σφολιάτα. Πάντως το τουρκικό kuru πράγματι θα πει ξερός, σκέτος.

Στο λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής δεν έχει λήμμα «κουρού», εχει μόνο τα κουραφέξαλα, τον κούρο και την κουρούνα. Ούτε το λεξικό του Μπαμπινιώτη, τουλάχιστον στην έκδοση που έχω, καταγράφει τη λέξη. Έχει το κουρο-σίβο, αλλά όχι το κουρού, ίσως επειδή για το κουρού δεν έγραψε ο Καββαδίας.

Το Χρηστικο όμως λεξικό, της Ακαδημίας, έχει λήμμα «κουρού», ενώ επίσης καταγράφει και το κουρούμπελο (στην έκφραση «έγινα κουρούμπελο», μια από τις αμέτρητες εκφράσεις για το μεθύσι, που κάποτε πρέπει να τους αφιερώσουμε άρθρο).

Στο slang.gr διαβάζω ότι στην αργκό των κομπιουτεράδων «κουρού» λέγεται το αντίθετο του γκουρού. Αν δηλαδή γκουρού είναι ο μάγος των υπολογιστών, ο δάσκαλος, που βρίσκει λύσεις για όλα με τρόπο αυτομαγικό, ο κουρού είναι ο ατζαμής που όμως πλασάρεται για ειδήμονας κι αφήνει πίσω του συντρίμμια. Δεν είχα ακούσει τον όρο και δεν ξέρω αν είναι ευρύτερα διαδεδομένος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Αργκό, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 206 Σχόλια »

Γιατί την περνάμε κοτσάνι;

Posted by sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2018

Ένα από τα καλύτερα μεταπολεμικά τραγούδια του Τσιτσάνη είναι το «Τα βάσανα μες στη ζωή», που κυκλοφόρησε το 1953 σε πρώτη εκτέλεση με τον Τσιτσάνη, τη Σωτηρία Μπέλλου και τον Αθαν. Γιαννόπουλο αν και είναι πιο γνωστό με τη δεύτερη εκτέλεσή του, με τη Μαρίκα Νίνου και τον συνθέτη.

Να θυμηθούμε την πρωτη εκτέλεση:

Αξίζει να προσέξουμε τους στίχους, που είναι κι αυτοί του Τσιτσάνη:

Τα βάσανα μες στη ζωή
θα τα περάσουμε μαζί
μαζί τις πίκρες, τις χαρές,
μαζί και τις αναποδιές.
Θα τη βγάλουμε αντάμα
πότε γέλιο, πότε κλάμα.

Θα μανουβράρουμε μαζί
την ακατάστατη ζωή
μια σφαίρα είναι ο ντουνιάς
και θα γυρίσει και για μας.
Σε παλάτια, σε τσαντίρια
θα τα πιούμε τα ποτήρια.

Θα ξημερώσει και για μας,
μην είσαι άπιστος Θωμάς
τα μονοπάτια τα παλιά
θα τα περάσουμ’ αγκαλιά.
Πίκρες και χαρές χαρμάνι
θα τη βγάλουμε κοτσάνι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Κύπρος, Ρεμπέτικα, Τραγούδια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 172 Σχόλια »

Διπλωματικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 13 Ιανουαρίου, 2018

Γιατί διπλωματικά; θα αναρωτηθείτε. Δεν υπαινίσσομαι τις συνομιλίες που θα γίνονται για το όνομα της γειτονικής μας ακατονόμαστης χώρας, ούτε άλλη δραστηριότητα πρέσβεων και λοιπών διπλωματών.

Είπα να ονομάσω έτσι τα μεζεδάκια αυτής της εβδομάδας επειδή η μισή ελληνική μπλογκόσφαιρα έχει βαλθεί από προχτές να διπλώνει χάρτες και να βλέπει ποιο μέρος πέφτει πάνω σε ποιο άλλο.

Όλα ξεκίνησαν από τη δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη, σε περιοδεία στη Μακεδονία, ότι «Εμείς οι Κρητικοί έχουμε μια ιδιαίτερη ευαισθησία στα ζητήματα της Μακεδονίας. Αν διπλώσεις τον χάρτη της Ελλάδας στα δυο θα ‘ρθει η Κρήτη να πέσει πάνω στη Μακεδονία και η Μακεδονία πάνω στην Κρήτη».

Κάποιοι πάντως που όντως διπλωσαν τον χάρτη είδαν πως η Κρήτη πέφτει πάνω στη Θράκη, άλλοι πάλι πρότειναν να ονομαστεί Βόρεια Κρήτη η ακατονόμαστη χώρα, ενώ μια μικρή επιλογή αντιδράσεων υπάρχει εδώ.

Σήμερα δεν λεξιλογούμε, αλλιώς θα λέγαμε ότι και οι διπλωμάτες και τα διπλώματα των σχολών και των πανεπιστημίων από το «διπλώνω» (ή έστω το αρχαίο διπλόω-ώ) προέρχονται, αλλά αυτό το αφήνουμε για κάποιο μελλοντικό λεξιλογικό άρθρο.

* Πάντως, για να τελειώσουμε με τα διπλωματα, να πούμε ότι αν μπορούσαμε να διπλώσουμε ένα κομματι χαρτί 23 φορές, το πάχος του θα έφτανε το ένα χιλιόμετρο. Μην το δοκιμάσετε στο σπίτι και μην το πείτε στον Κούλη.

* Ένας άλλος τίτλος που είχα σκεφτεί για το σημερινό άρθρο ήταν «πολυνομοσχεδιακά μεζεδάκια» μια και αυτές τις μέρες ψηφίζεται το (πέμπτο; δέκατο; ) πολυνομοσχέδιο της μνημονιακής εποχής. Ωστόσο, δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω καθολου συνεδριάσεις της Βουλής κι έτσι δεν έχω κανένα σχετικό μαργαριτάρι, οπότε θα περιοριστώ σε ένα φαινόμενο ακλισιάς που το ξεσηκώνω από τη Λεξιλογία.

Όπως λοιπόν επισημαίνει ο φίλος Εαρίων, στο πολυνομοσχέδιο που συζητιέται στη Βουλή αυτές τις μέρες και στις διατάξεις για τα καζίνα (βλ. άρθρα 357-378, σσ. 1236-1281 του σχεδίου νόμου, και σσ. 282-309 της αιτιολογικής έκθεσης) χρησιμοποιείται αποκλειστικά ο άκλιτος τύπος (τα καζίνο, των καζίνο).

Δεν είναι δυστυχώς η πρώτη φορά που χρησιμοποιείται σε επίσημο κείμενο ο απαράδεκτος άκλιτος τύπος για μια λέξη απόλυτα και αβίαστα ενταγμένη στο κλιτικό της νεοελληνικής. Όλα τα λεξικά και όλες οι πηγές κλίνουν κανονικά τη λέξη: του καζίνου, τα καζίνα, των καζίνων.

Θυμίζουμε ότι στα ιταλικά casino είναι ο οίκος ανοχής. Ελπίζω αν ψηφιστούν οι σχετικές διατάξεις, στην τελική νομοτεχνική επιμέλεια να αντικατασταθούν οι άκλιτοι τύποι.

* Μου το έστειλαν, νομιζα ότι το έχουμε ήδη παρουσιάσει αλλά ψάχνοντας δεν βρήκα να έχουμε γράψει για το φονικό κόκκινο όπλο που πετάει μαλάκες.

Το ιστολόγιο αθλοθετεί ειδικό βραβείο (σπαμακόπιτα) σε όποιον βρει να μας πει ποια ήταν η αγγλική φράση.

* Ο Περικλής Κοροβέσης, που τον είχαμε μελετήσει και στα μεζεδάκια της περασμένης εβδομάδας σχετικά με την άγνωστη Μαχνοβίτσα (διάβαζε: Μαχνοβτσίνα) επανήλθε με νέο άρθρο που επιχειρεί να απαντήσει στους αναγνώστες του που διαφώνησαν -νομίζω ότι δεν απαντάει αλλ’ υπεκφεύγει, ωστόσο είπαμε ότι σήμερα δεν μπαίνουμε στην ουσία και μόνο μαζεύουμε μαργαριτάρια. Και ο Περικλής δεν μας άφησε να φύγουμε με άδεια χέρια, αφού στο άρθρο του αναφέρεται στους Λευκούς «με επικεφαλής τον στρατηγό Ντενίκιν και μετά τον Βράγκλερ».

Και αναρωτιέμαι, o μαύρος βαρόνος, ο Πιοτρ Νικολάγεβιτς Βράγκελ, λέτε να φορούσε τζιν μάρκας Ράνγκλερ;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ακλισιά, Θηλυκό γένος, Κοτσανολόγιο, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Μουστάκια της Τζοκόντας, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , , , | 263 Σχόλια »

Γιατί βλέπουν τσόντες οι νέοι;

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2018

Για άλλη μια φορά, ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Δεν θα ασχοληθώ σχεδόν καθόλου με την πορνογραφία και αν έχει διάδοση (που θα έχει, κυρίως η διαδικτυακή) στους νέους. Το θέμα του άρθρου είναι καθαρά γλωσσικό: λεξικογραφικό και ετυμολογικό, ειδικότερα.

Τσόντα λέμε την πορνοταινία. Σύμφωνα με το Πιπέρι στο στόμα, το καλό αυτό βιβλίο που διερευνά τις λέξεις ταμπού της ελληνικής (το έχουμε παρουσιάσει εδώ) οι πορνογραφικές ταινίες, με σύντμηση πορνό, έχουν «δυσφημιστικό ισοδύναμο, ιδιαίτερα διαδεδομένο» το ουσιαστικό τσόντες.

Δυσφημιστικό λέγεται επειδή σε ορισμένα επίπεδα ύφους ή περιβάλλοντα συζήτησης δεν θα πει κανείς «τσόντα» αλλά «πορνό» ή πορνοταινία ή πορνογράφημα ή «αυστηρώς ακατάλληλον» ή «άσεμνη ταινία» κτλ.  Ωστόσο, ο όρος ειναι πράγματι εξαιρετικά διαδεδομένος -και στις μέρες μας.

Θα μου πείτε ότι κομίζω γλαύκα εις Αθήνας, αλλά για λόγους τάξεως το κουκουβαγιέλι χρειάζεται. Η πρώτη σημασία της λέξης «τσόντα», σύμφωνα με τα λεξικά, είναι: μικρό κομμάτι από ύφασμα, που το ράβουν μαζί με άλλο όμοιο για να το συμπληρώσουν: Έβαλε μια τσόντα στη φούστα για να τη μακρύνει. Ο ορισμός είναι αυτός από το ΛΚΝ. Ο Μπαμπινιώτης αναφέρει ότι πρόκειται για «πρόσθετο» κομμάτι υφάσματος, μια λέξη σημαντική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , | 192 Σχόλια »

Καλιαρντά από το 1904!

Posted by sarant στο 27 Δεκέμβριος, 2017

Στο σημερινό άρθρο, που το παρουσιάζω μ’ ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση, η δική μου συμβολή είναι ελάχιστη. Το βασικό εύρημα, το οποίο πιστεύω ότι φέρνει επανάσταση στην ιστορία των Καλιαρντών, το οφείλουμε στον φίλο μας το Spatholouro, ο οποίος πρόσθεσε στην πορεία και άλλα πολύ ενδιαφέροντα ευρήματα από τις συνεχείς αναδιφήσεις του σε παλιές εφημερίδες. Πολύ σημαντικός ήταν και ο ρόλος του φίλου μας Nick Nicholas, που έστρεψε τη συζήτηση στα ρομανί και την τροφοδοτούσε σε τακτά διαστήματα με τα άρθρα που έγραφε (στα αγγλικά) στο ιστολόγιό του και με τα σχόλιά του εδώ. Όμως κι άλλοι φίλοι του ιστολογίου είχαν μικρότερη συμβολή -κι επειδή όλη αυτη η συζήτηση έγινε στα σχόλια ενός μάλλον άσχετου άρθρου, πήρα την πρωτοβουλία να παρουσιάσω εδώ τα πιο σημαντικά ευρήματα σε αυτοτελές άρθρο, έτσι που το εύρημα να έχει την προβολή που του αξίζει.

Λοιπόν, πριν από ένα μήνα, στο άρθρο μου όπου παρουσίασα το βιβλίο της Γ. Κατσούδα για το ιδίωμα των Κυθήρων, ο φίλος μας ο Νικ Νίκολας ανέφερε σε σχόλιο ότι η φίλη Γ. Κατσούδα έχει συμβολή στο ετυμολογικό πεδίο της διδακτορικής διατριβής της Κατερίνας Χριστοπούλου «Μια λεξικολογική προσέγγιση στο περιθωριακό λεξιλόγιο της νέας ελληνικής«.

Κι ενώ τα σχόλια συνεχίζονταν, το βράδυ της δεύτερης μέρας ο φίλος μας το Spatholouro έβγαλε τον λαγό από το καπέλο, παρουσιάζοντας το εύρημα που θα δούμε παρακάτω, ένα εκτενές ρεπορτάζ για τα Καλιαρντά και το λεξιλόγιό τους στο περιοδικό «Πετακτό Κόρτε» του 1904!

Λοιπόν, στο τεύχος της 25.11.1904, στη σελίδα 2 και στη στήλη «Της εβδομάδος» δημοσιεύτηκε το εξής άρθρο που μεταφέρω εδώ τα βασικότερα σημεία του μονοτονισμένα. Με πλάγια αποδίδω τα αραιογραμμένα του πρωτοτύπου, διορθώνω μερικά προφανή τυπογραφικά λάθη και σημειώνω ότι όπου ο συντάκτης έχει τελείες (….) αντί για ερμήνευμα  αυτό σημαινει πως πρόκειται για άσεμνη λέξη:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αθησαύριστα, Λεξικογραφικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 110 Σχόλια »

Η ουρά του γαϊδάρου (και της καμήλας)

Posted by sarant στο 20 Οκτώβριος, 2017

Πολύς θόρυβος έγινε στη μπλογκόσφαιρα με την παροιμία που χρησιμοποίησε ο πρωθυπουργός στο τέλος της ομιλίας του στο Ινστιτούτο Μπρούκινγκς, στην Ουάσινγκτον, της τελευταία μέρα της πενθήμερης επίσκεψής του στις ΗΠΑ. Αρχικά είχα σκεφτεί να το αφήσω για τ’ αυριανά μεζεδάκια, μετά όμως είδα ότι έχει αρκετό ψαχνό για κανονικό άρθρο, οπότε και το παρουσιάζω.

Λοιπόν, στο τέλος της συζήτησής του με τους δημοσιογράφους στο Μπρούκινγκς, και απαντώντας στην τελευταία ερώτηση, που είχε να κάνει με τη θέση του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, ο Αλέξης Τσίπρας, αφού είπε ότι η Ελλάδα έχει εκπληρώσει το 80% των υποχρεώσεών της, οπότε δεν έχει τίποτα να φοβάται, συνέχισε:

There is an expression in Greece, “We have already eaten the camel, now we have the queue».

Μπορείτε να το ακούσετε κι εσείς, στο βίντεο αυτής της σελίδας, στο 1.12.00.

Προφανώς, κάτι δεν πάει καλά: η φράση του πρωθυπουργού έχει πρόβλημα, και μάλιστα διπλό, ένα μεταφραστικό κι ένα περιεχομένου.

Όπως όλοι ξέρουμε, η έκφραση (ή παροιμία, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους δεν είναι καθόλου καθαρή και ειδικά τούτη εδώ στέκεται ιππαστί πάνω στη διαχωριστική γραμμή) είναι: Φάγαμε τον γάιδαρο και μας απόμεινε η ουρά.

Όπως σωστά λέει ο φίλος μου ο Νίκος Λίγγρης στη Λεξιλογία (συμπέσαμε στο θέμα, οπότε σε μεγάλο βαθμό λέμε τα ίδια) υπάρχουν κάμποσες παραλλαγές στην έκφραση. Μπορεί ας πούμε να διατυπωθεί ως ερώτηση, που εμπεριέχει και προτροπή: Εδώ φάγαμε τον γάιδαρο, στην ουρά θα κολλήσουμε; Υπάρχουν επίσης παραλλαγές όπου αντί για τον γάιδαρο εμφανίζεται το βόδι: Φάγαμε το βόδι και μας έμεινε η ουρά.

Να προσθέσω ότι στα κιτάπια μου βρίσκω και παραλλαγές όπου το μικρό εμπόδιο (η ουρά) ματαιώνει το συνολικό εγχείρημα: «όλο το γομάρι τόφαγε και στην ουρά απόστασε» ή «έφαγε το γάιδαρο και κόμπωσε στην ουρά του». Ωστόσο, δεν βρίσκω πουθενά παραλλαγή με καμήλα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ευτράπελα, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 323 Σχόλια »

Το ελληνικό κέρατο

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2017

Ελπίζω να μην πήγε ο νους σας στο πονηρό. Ο τίτλος δεν υπαινίσσεται τίποτα για τα ελληνικά αντρόγυνα. Αντίθετα, έχει σχέση με λαχανικά.

Θα μπορούσα μάλιστα να το βάλω κουίζ, και μάλλον θα είχε και γούστο, να σας ζητήσω δηλαδή να μαντέψετε ποιο λαχανικό λέγεται «ελληνικό κέρατο» σε κάποια ευρωπαϊκή γλώσσα, αλλά υπερίσχυσε η επιθυμία μου να βάλω και φωτογραφία στο άρθρο, οπότε το κουίζ δεν έχει νόημα.

Οπότε, σήμερα θα μιλήσουμε για τις μπάμιες. Η φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο είναι του συγγραφέα Θάνου Κάππα, ο οποίος έγραψε στον τοίχο του στο Φέισμπουκ ένα πολύ ωραίο κείμενο για τη σχέση του με τις μπάμιες, που θα το αναδημοσιεύσω πιο κάτω, αφού πήρα την άδεια. Το κείμενο του Θ.Κ. ήταν και αυτό που μ’ έσπρωξε να γράψω το σημερινό άρθρο, συν το γεγονός ότι έχω πολύν καιρό να προσθέσω άρθρο στο «Μποστάνι των λέξεων», όπως λέω την κατηγορία άρθρων που έχουν να κάνουν με τα λεξιλογικά των λαχανικών και των οσπρίων.

Πριν σας λύσω την απορία ποιοι λένε «ελληνικό κέρατο» την μπάμια, να δούμε γιατί τη λέμε μπάμια εμείς.

Τη λέμε μπάμια, λοιπόν, επειδή δανειστήκαμε τη λέξη από τα τουρκικά, bamya. Η τουρκική λέξη είναι αραβικής αρχής.

Η επίσημη ονομασία του φυτού είναι Ιβίσκος ο εδώδιμος, διότι υπάρχουν και άλλοι ιβίσκοι που χρησιμεύουν σαν καλλωπιστικά φυτά. Δεν νομίζω πάντως ότι η λέξη «ιβίσκος» χρησιμοποιήθηκε ποτέ ευρύτερα. Άλλωστε, αν πεις «έλα να φάμε, έχω μαγειρέψει ιβίσκους» κινδυνεύεις να σε καταγγείλουν στη Φιλοζωική Εταιρεία ότι σκότωσες και τρως κάποιο σπάνιο είδος εξωτικών πουλιών.

Παρεμπιπτόντως, η λέξη ιβίσκος δεν είναι ελληνικής αρχής, είναι δάνειο από το λατινικό hibiscus, το οποίο είναι, λέει, κελτικής αρχής. Και ενώ ο hibiscus έχει h, ο ιβίσκος περιέργως δεν έπαιρνε δασεία, αλλ’ αφού ο άγιος Κριαράς μάς απάλλαξε από τ’ αλεξανδρινά σκουληκάκια δεν μας νοιάζει. Αλλά φλυαρώ.

Ο Σταματάκος λέει ότι το αρχαίο αντίστοιχο της μπάμιας είναι λαθυρίς, αλλά στα κιτάπια μου βρίσκω πως η λαθυρίς αντιστοιχεί σε άλλα φυτά -υπάρχει άλλωστε στη νεότερη γλώσσα το λαθούρι. Φαίνεται ότι ο Σταματάκος έπεσε θύμα παλαιότερων λεξικογράφων, και δεν διάβασε τον πρωτοπόρο Γρ. Παλαιολόγο, ο οποίος από το 1833 το έλεγε ότι την πάμια «κατά λάθος λεξικογράφοι τινές λαθυρίδα ονόμασαν, διότι λαθυρίς είναι το άνθος κινατζιτζεή τουρκιστί λεγόμενον». Και την λέει «πάμια» υποθέτω από κυπριακή επιρροή.

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι μάλλον δεν πρέπει να γνώριζαν τη μπάμια. Στη Βικιπαίδεια βρίσκω ότι ήρθε στην Ευρώπη τον 13ο αιώνα μέσω Αιγύπτου, αλλά ότι η απώτερη προέλευσή της είναι μάλλον η Δυτική Αφρική. Στα αγγλικά, η μπάμια λέγεται okra, που δεν έχει σχέση με την «ωχρά» λίρα ή σπειροχαίτη, αλλά είναι δάνειο από τη γλώσσα Igbo της Δυτικής Αφρικής.

Στα γαλλικά, η μπάμια λέγεται καταρχάς gοmbo, που επίσης είναι αφρικανικό δάνειο -και από εκεί λέγεται gumbo σε διάφορες περιοχές των ΗΠΑ. Ωστόσο, πάλι στα γαλλικά, οι μπάμιες λέγονται και cornes grecques, ελληνικά κέρατα κατά λέξη, κι έτσι λύθηκε το αίνιγμα του τίτλου.

Η ομοιότητα της μπάμιας με το κέρατο είναι οφθαλμοφανής, αλλά γιατί ελληνικά; Ίσως επειδή οι μπάμιες τρώγονται κυρίως στα μέρη τα δικά μας, στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι και φαγητό που ταιριάζει στα δικά μας τα γούστα. Όπως λέει ο προαναφερθείς Παλαιολόγος, «Ολίγοι Ευρωπαίοι εκ των ζώντων εις την Ελλάδα ημπορούν να τας συνηθίσουν, αν και ημείς τας ευρίσκομεν νοστίμους».

Ίσως πάλι οι μπάμιες να έγιναν γνωστές από Έλληνες εμπόρους ή ίσως να τις προτιμούσαν οι Ρωμιοί. Πάντως μού έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο όρος corne grecque συνηθιζόταν κυρίως στα γαλλικά της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, η ονομασία είναι και σήμερα ζωντανή -και εδώ μπορείτε να δείτε μια συνταγή για ελληνικά κέρατα ραγού (όχι, δεν υπάρχει κερασφόρο ζώο ονόματι «ραγός»!)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Κινηματογράφος, Μποστάνι των λέξεων, Συνεργασίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »