Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘slang.gr’

Το ελληνικό κέρατο

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2017

Ελπίζω να μην πήγε ο νους σας στο πονηρό. Ο τίτλος δεν υπαινίσσεται τίποτα για τα ελληνικά αντρόγυνα. Αντίθετα, έχει σχέση με λαχανικά.

Θα μπορούσα μάλιστα να το βάλω κουίζ, και μάλλον θα είχε και γούστο, να σας ζητήσω δηλαδή να μαντέψετε ποιο λαχανικό λέγεται «ελληνικό κέρατο» σε κάποια ευρωπαϊκή γλώσσα, αλλά υπερίσχυσε η επιθυμία μου να βάλω και φωτογραφία στο άρθρο, οπότε το κουίζ δεν έχει νόημα.

Οπότε, σήμερα θα μιλήσουμε για τις μπάμιες. Η φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο είναι του συγγραφέα Θάνου Κάππα, ο οποίος έγραψε στον τοίχο του στο Φέισμπουκ ένα πολύ ωραίο κείμενο για τη σχέση του με τις μπάμιες, που θα το αναδημοσιεύσω πιο κάτω, αφού πήρα την άδεια. Το κείμενο του Θ.Κ. ήταν και αυτό που μ’ έσπρωξε να γράψω το σημερινό άρθρο, συν το γεγονός ότι έχω πολύν καιρό να προσθέσω άρθρο στο «Μποστάνι των λέξεων», όπως λέω την κατηγορία άρθρων που έχουν να κάνουν με τα λεξιλογικά των λαχανικών και των οσπρίων.

Πριν σας λύσω την απορία ποιοι λένε «ελληνικό κέρατο» την μπάμια, να δούμε γιατί τη λέμε μπάμια εμείς.

Τη λέμε μπάμια, λοιπόν, επειδή δανειστήκαμε τη λέξη από τα τουρκικά, bamya. Η τουρκική λέξη είναι αραβικής αρχής.

Η επίσημη ονομασία του φυτού είναι Ιβίσκος ο εδώδιμος, διότι υπάρχουν και άλλοι ιβίσκοι που χρησιμεύουν σαν καλλωπιστικά φυτά. Δεν νομίζω πάντως ότι η λέξη «ιβίσκος» χρησιμοποιήθηκε ποτέ ευρύτερα. Άλλωστε, αν πεις «έλα να φάμε, έχω μαγειρέψει ιβίσκους» κινδυνεύεις να σε καταγγείλουν στη Φιλοζωική Εταιρεία ότι σκότωσες και τρως κάποιο σπάνιο είδος εξωτικών πουλιών.

Παρεμπιπτόντως, η λέξη ιβίσκος δεν είναι ελληνικής αρχής, είναι δάνειο από το λατινικό hibiscus, το οποίο είναι, λέει, κελτικής αρχής. Και ενώ ο hibiscus έχει h, ο ιβίσκος περιέργως δεν έπαιρνε δασεία, αλλ’ αφού ο άγιος Κριαράς μάς απάλλαξε από τ’ αλεξανδρινά σκουληκάκια δεν μας νοιάζει. Αλλά φλυαρώ.

Ο Σταματάκος λέει ότι το αρχαίο αντίστοιχο της μπάμιας είναι λαθυρίς, αλλά στα κιτάπια μου βρίσκω πως η λαθυρίς αντιστοιχεί σε άλλα φυτά -υπάρχει άλλωστε στη νεότερη γλώσσα το λαθούρι. Φαίνεται ότι ο Σταματάκος έπεσε θύμα παλαιότερων λεξικογράφων, και δεν διάβασε τον πρωτοπόρο Γρ. Παλαιολόγο, ο οποίος από το 1833 το έλεγε ότι την πάμια «κατά λάθος λεξικογράφοι τινές λαθυρίδα ονόμασαν, διότι λαθυρίς είναι το άνθος κινατζιτζεή τουρκιστί λεγόμενον». Και την λέει «πάμια» υποθέτω από κυπριακή επιρροή.

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι μάλλον δεν πρέπει να γνώριζαν τη μπάμια. Στη Βικιπαίδεια βρίσκω ότι ήρθε στην Ευρώπη τον 13ο αιώνα μέσω Αιγύπτου, αλλά ότι η απώτερη προέλευσή της είναι μάλλον η Δυτική Αφρική. Στα αγγλικά, η μπάμια λέγεται okra, που δεν έχει σχέση με την «ωχρά» λίρα ή σπειροχαίτη, αλλά είναι δάνειο από τη γλώσσα Igbo της Δυτικής Αφρικής.

Στα γαλλικά, η μπάμια λέγεται καταρχάς gοmbo, που επίσης είναι αφρικανικό δάνειο -και από εκεί λέγεται gumbo σε διάφορες περιοχές των ΗΠΑ. Ωστόσο, πάλι στα γαλλικά, οι μπάμιες λέγονται και cornes grecques, ελληνικά κέρατα κατά λέξη, κι έτσι λύθηκε το αίνιγμα του τίτλου.

Η ομοιότητα της μπάμιας με το κέρατο είναι οφθαλμοφανής, αλλά γιατί ελληνικά; Ίσως επειδή οι μπάμιες τρώγονται κυρίως στα μέρη τα δικά μας, στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι και φαγητό που ταιριάζει στα δικά μας τα γούστα. Όπως λέει ο προαναφερθείς Παλαιολόγος, «Ολίγοι Ευρωπαίοι εκ των ζώντων εις την Ελλάδα ημπορούν να τας συνηθίσουν, αν και ημείς τας ευρίσκομεν νοστίμους».

Ίσως πάλι οι μπάμιες να έγιναν γνωστές από Έλληνες εμπόρους ή ίσως να τις προτιμούσαν οι Ρωμιοί. Πάντως μού έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο όρος corne grecque συνηθιζόταν κυρίως στα γαλλικά της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, η ονομασία είναι και σήμερα ζωντανή -και εδώ μπορείτε να δείτε μια συνταγή για ελληνικά κέρατα ραγού (όχι, δεν υπάρχει κερασφόρο ζώο ονόματι «ραγός»!)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Κινηματογράφος, Μποστάνι των λέξεων, Συνεργασίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 132 Σχόλια »

Το σαλτανάτι του σουλτάνου ξανά

Posted by sarant στο 28 Αύγουστος, 2017

Επειδή χτες είχα αλλότρια, καταφεύγω και σήμερα στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης παλιότερου άρθρου. Θα ξαναδημοσιεύσω ένα άρθρο που είχα ανεβάσει πριν από εξίμισι χρόνια. Στη σημερινή αναδημοσίευση έχω ενσωματώσει κάποια από τα παλιά σχόλια ενώ έκανα και αρκετές ακόμα προσθήκες.

Πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, ένας φίλος, Σαλονικιός, βλέποντας ότι είχα γράψει στον παλιό μου ιστότοπο μερικά άρθρα για το λεξικό Μπαμπινιώτη (δείτε εδώ), μου έδωσε έναν κατάλογο λημμάτων που έλειπαν από το λεξικό, κακώς κατά τη γνώμη του. Δυστυχώς αυτόν τον κατάλογο τον έχασα, και το χειρότερο είναι πως και ο φίλος μου δεν τον βρίσκει στα χαρτιά του, αλλιώς θα σας τον παρέθετα διότι είχε ενδιαφέρον. Βέβαια, ο φίλος μου είχε στηριχτεί στην πρώτη έκδοση του λεξικού, κι έτσι κάποιες ελλείψεις –όπως θυμάμαι– είχαν διορθωθεί σε μεταγενέστερες εκδόσεις, ενώ πρέπει να πω ότι δεν συμφωνούσα με όλες τις επισημάνσεις του φίλου μου: μερικές λέξεις καλώς έλειπαν από ένα λεξικό με τις προδιαγραφές του λεξικού Μπαμπινιώτη.

Μια λέξη από τον κατάλογο του φίλου μου ήταν το σαλτανάτι. Βέβαια, πρέπει να πω ότι και το ΛΚΝ, το λεγόμενο λεξικό Τριανταφυλλίδη, το οποίο έχει πιο αντιπροσωπευτικό λημματολόγιο (δηλαδή δεν αποφεύγει τις τουρκογενείς βορειοελλαδίτικες λέξεις), δεν λημματογραφεί το σαλτανάτι, ενώ, ας πούμε, έχει τον ρεντέ, το τσιμένι ή τον μπουγά, που βέβαια απουσιάζουν από τον Μπαμπινιώτη, οπότε δεν θεωρώ κατακριτέα την έλλειψή του λήμματος «σαλτανάτι» από το λεξικό Μπαμπινιώτη. (Περισσότερα για το λημματολόγιο του ΛΚΝ σε πρόσφατο άρθρο μας),

Γενικότερα, το σαλτανάτι δεν φαίνεται να υπάρχει σε κανένα λεξικό, παλιότερο και νεότερο, και ίσως άδικα, διότι στη Βόρεια Ελλάδα ακούγεται αρκετά, απείρως περισσότερο από τα σαρίδια του Ησυχίου που αποθησαυρίζει ο Δημητράκος και αναπαράγει ο Πάπυρος, τα δυο υποτιθέμενα λεξικά της «όλης» ελληνικής που διαθέτουμε. Για μία ακόμη φορά, το slang.gr βάζει τα γυαλιά στα έντυπα λεξικά, αφού καταγράφει και τον όρο, και την ετυμολογία του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 129 Σχόλια »

Η θερμιώτικη ντοπιολαλιά (συνεργασία του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 20 Ιουλίου, 2017

Με πολλή χαρά δημοσιεύω σήμερα μια συνεργασία του φίλου μας του Δημήτρη Μαρτίνου για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά, δηλαδή τη ντοπιολαλιά της Κύθνου.Έχω ξαναγράψει ότι κάθε νησί αποτελεί, από μια άποψη, ένα ιδιαίτερο γλωσσικό οικοσύστημα κι έτσι, παρόλο που ασφαλώς υπάρχουν πολύ μεγάλες ομοιότητες ανάμεσα στις ντοπιολαλιές των κυκλαδονησιών, ωστόσο θα υπάρχουν και πολλές ιδιομορφίες.

Ο Δημήτρης έχει κάνει πολύ καλή δουλειά, σχεδόν τέλεια (ίσως θα μπορούσε να δώσει παραδειγματικές φράσεις σε όλα τα λήμματα). Προτάσσει μια ενδιαφέρουσα εισαγωγή για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά και ακολουθούν 22 λήμματα, πολλά από τα οποία τα έχει ήδη αναπτύξει εκτενέστερα στο slang.gr

Κατ’ εξαίρεση, το άρθρο δημοσιεύεται σε πολυτονικό, όπως προτιμάει ο Δημήτρης αν και δεν βλέπω τι προσφέρει αυτό -μάλλον δυσκολεύει κάποιους που μας διαβάζουν από ταμπλέτες.

Εγώ δεν είχα να προσθέσω σχεδόν τίποτα, το κείμενο είναι πολύ καλογραμμένο. Ωστόσο, για τα τέσσερα πρώτα λήμματα προσθέτω τι αναφέρει σχετικά το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας (διότι το τμήμα που έχει εκδοθεί καλύπτει μόνο τα πρώτα λήμματα, από Α έως ΔΙ).Κάνω και καναδυό ακόμα παρατηρήσεις, πάντα σε αγκύλες. Και βέβαια, δεν χρησιμοποιώ πολυτονικό]

Αν άλλοι φίλοι παρακινηθούν να γράψουν ανάλογα άρθρα για τη ντοπιολαλιά της ιδιαίτερης πατρίδας τους, είναι καλοδεχούμενα!

Η ΘΕΡΜΙΩΤΙΚΗ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ

Μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀναβίωση δύο παλαιότερων ἄρθρων γιὰ τὴν ντοπιολαλιὰ τῆς Ἀμοργοῦ (πρώτο και δεύτερο), σκέφτηκα νὰ γράψω κάτι γιὰ τὴν ντοπιολαλιὰ τῶν Θερμιῶν ἤ τῆς Κύθνου, ὅπως εἶναι ἡ ἐπίσημη ὀνομασία τοῦ νησιοῦ.

Ζητῶ, ἐκ προοιμίου, τὴν ἐπιείκειά σας, ἐπειδὴ δὲν ἔχω κάποιαν ἐπιστημονικὴ  γνώση τοῦ ἀντικειμένου. Παρουσιάζω κάποιες λέξεις τῆς ντοπιολαλιᾶς ποὺ, κατὰ τὴ γνώμη μου, ἔχουν ἐνδιαφέρον. Πρὲπει νὰ τονίσω πὼς δὲν ἔκανα κάποιαν ἐπιτόπια ἔρευνα. Ἔγραψα γιὰ κάποιες λέξεις, ὅπως τὶς θυμᾶμαι νὰ τὶς λένε πρόσωπα τοῦ οἰκογενειακοῦ μου περιβάλλοντος, ἀλλὰ καὶ τοῦ εὑρύτερου περιβάλλοντος τοῦ χωριοῦ μου, τῆς Δρυοπίδας ἤ Σύλλακα.

Τὸ νησί ἔχει δύο κύριους οἰκισμούς ποὺ παλιότερα, πρίν τὴν διοικητικὴ μεταρρύθμιση καὶ τὴν δημιουργία ἑνιαίου δήμου, ἦταν ἕδρες τῶν δύο κοινοτήτων τοῦ Νησιοῦ: Τὴ Χώρα, ἤ Μεσσαριὰ ποὺ ὀνομάστηκε Κύθνος μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς καὶ τὸ Χωριὸ ἢ Σύλλακα ποὺ ὀνομάστηκε Δρυοπίδα.

Παλιότερα ὑπῆρχε ἔντονος ἀνταγωνισμὸς ἀνάμεσα στὰ δυὸ χωριὰ ποὺ ἔφτανε στὰ ὅρια τῆς ἀντιπαλότητας. Γι᾿ αὐτὸ δὲν ἦταν πολλὲς οἱ ἐπαφὲς μεταξύ τους, πράγμα ποὺ φαίνεται καὶ στὴν ντοπιολαλιά, ὅπου ὑπάρχουν κοινὲς λέξεις καὶ ἐκφράσεις, ἀλλὰ καὶ διαφορές.

Θὰ παραθέσω λίγα ἱστορικὰ στοιχεῖα ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὶς ἐπιδράσεις ποὺ δέχτηκε ἡ Θερμιώτικη ντοπιολαλιά. Ἡ ἱστορικὴ πορεία τῶν Θερμιῶν, κατὰ τὴν τελευταία χιλιετία, ὁπότε διαμορφώθηκε ἡ ντοπιολαλιά, εἶναι πάνω κάτω ἡ ἴδια  μὲ αὐτὴν τῶν ὑπολοίπων νησιῶν τῶν Κυκλάδων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Κυκλάδες, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 112 Σχόλια »

Μούρμανσκ, Ιούνιος του 94 (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 4 Ιουνίου, 2017

Με πολλή χαρά δημοσιεύω σήμερα τις αναμνήσεις του καινούργιου φίλου μας, του Dryhammer, από το ταξίδι του στο μακρινό και παγωμένο Μούρμανσκ τον Ιούνιο του 1994. Σε πρόσφατη συζήτηση, με αφορμή τις λευκές νύχτες που γνωρίζουν αυτή την εποχή τα βόρεια μέρη, ο φίλος μας είχε αναφέρει δυο-τρία πράγματα από τις εμπειρίες του, που προκάλεσαν αρκετό ενδιαφέρον και, κουβέντα στην κουβέντα, τον βάλαμε στα αίματα να καταγράψει τις αναμνήσεις του.

Πολύ καλογραμμένο κείμενο, με εύστοχες παρατηρήσεις, καταφέρνει θαρρώ να μεταφέρει την αίσθηση του τόπου και της εποχής. Με αστερίσκο σημειώνονται κάποια λεξιλογικά, που εξηγούνται στο τέλος.

Мурманск Ιούνιος του 94

Στο βαπόρι ανέβηκα ξημερώματα (15 ή 16 του Μάη του ’94). Είχε φουντάρει έξω από τον Αγ. Νικόλα στην Κρήτη για να κάνει στόρια(*)  και να αλλάξει  πλήρωμα . Δεν θυμάμαι με τίποτα, σε τι σκάφος ανέβηκα για να μας πάει στο NIKOLAS. Το μόνο που θυμάμαι, με λεπτομέρεια ντοκιμαντέρ, είναι τη σκοτεινή φιγούρα του πλοίου κόντρα στο λυκαυγές, να πλησιάζει και να μεγαλώνει, μέχρι που ήρθαμε δίπλα του και μου φάνηκε θεόρατο. Μετά έμαθα ότι ήτανε κάπου 195 μέτρα μήκος και γύρω στα 12 μέτρα πάνω από το νερό μέχρι το κατάστρωμα, βαμμένο μαύρο, όπως σχεδόν όλα τα φορτηγά. Το Σεπτέμβρη θα έκλεινα τα 30. Πρωτόμπαρκος.

Το NIKOLAS (με κάπα) ήταν ένα φορτηγό 45άρι(*) με 5 αμπάρια και 4 γκρένια(*). Ερχόταν από Ανατολική Ασία μέσω Σουέζ  για να ξεφορτώσει μεταλλεύματα  σε Αμβέρσα, Αμβούργο και Μάλμοε και μετά βλέπουμε. Την 1η Ιουνίου θα σήκωνε Ελληνική  σημαία, από Παναμά που είχε, και από την Κρήτη και μέχρι και το Μάλμοε θα άλλαζε όλο σχεδόν το ελληνικό πλήρωμα.

Στο Αμβούργο άλλαξε σημαία και έγινε ΝΙΚΟΛΑΣ και στο δρόμο για το Μάλμοε βγήκε και το ναύλο. Θα φορτώναμε σίδερα από το Μούρμανσκ για την Κίνα. Μια αλυσίδα συμπτώσεων και συγκυριών (άμα θέ η πουτάνα να στα φέρει…) με έφερε να περνώ περισσότερο χρόνο στη γέφυρα απ’ όσο αν ήμουν κανονικό τζόβενο κι έτσι μόνο όταν έτρωγα ή κοιμόμουν δεν έβλεπα το ταξίδι, που το γούσταρα αφάνταστα. Μπήκα στο βαπόρι για δουλειά, αλλά στην πραγματικότητα ταξίδευα. Συνεχώς.

Ήδη, από την Αμβέρσα, είχε αρχίσει να γίνεται αισθητό το μεγάλωμα της μέρας. Από το Μάλμοε κι ύστερα, που περιπλέαμε την Σκανδιναβική χερσόνησο με βορεινή πορεία μέχρι το Νόρντ Καπ, στο 71 μισό πλάτος, η μέρα μεγάλωνε, κάθε μέρα, αρκετά περισσότερο, μέχρι που πια δε νύχτωνε καθόλου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , , , , | 206 Σχόλια »

Κατερίνα, χρόνια πολλά και πάλι!

Posted by sarant στο 25 Νοέμβριος, 2016

Σήμερα είναι της Αγίας Αικατερίνης, γιορτάζουν λοιπόν οι Κατερίνες, οπότε ευκαιρία είναι να τους κάνει το ιστολόγιο ένα δώρο, δηλαδή να αφιερώσει ένα άρθρο στο όνομά τους, που έχει και ιδιαίτερο γλωσσικό ενδιαφέρον. Αναδημοσιεύω λοιπόν το άρθρο που είχα ανεβάσει τέτοια μέρα το 2013, έχοντας πάντως κάνει κάμποσες αλλαγές, ανάμεσα στ’ άλλα ενσωματώνοντας πράγματα που είχατε πει στα σχόλια του προηγούμενου άρθρου.

Η Κατερίνα είναι ένα από τα δημοφιλέστερα γυναικεία ονόματα. Από τη μελέτη του Χάρη Φουνταλή για τα ονόματα, προκύπτει ότι η Κατερίνα είναι το τρίτο συχνότερο γυναικείο όνομα. Φυσικά, το πρώτο συχνότερο όνομα είναι η Μαρία, τουλάχιστον προς το παρόν, γιατί αν κρίνω από τις συμμαθήτριες των παιδιών μου μπορεί σε πενήντα χρόνια να έχει γινει συχνότερο το Φαίδρα ή το Νεφέλη (εντάξει, υπερβάλλω). Όσο για το δεύτερο συχνότερο γυναικείο όνομα, είπα προς στιγμή να το βάλω σε κουίζ, αλλά τελικά είπα να το πάρει το ποτάμι, είναι η Ελένη.

Το επίσημο όνομα είναι, βέβαια, Αικατερίνη, αλλά δεν έχω ακούσει πολλές να τις φωνάζουν έτσι -ήδη και η Κατερίνα έχει τέσσερις συλλαβές, πράγμα που κάτι θειάδες μου στην Αίγινα το θεωρούσαν άτοπο, θυμάμαι, πριν από πολλά χρόνια όμως. Υπήρχε βέβαια η Μεγάλη Αικατερίνη, η τσαρίνα της Ρωσίας, αλλά οι αυτοκράτειρες επιτρέπεται να είναι πεντασύλλαβες (Γιεκατερίνα στα ρώσικα). Έτσι, παρόλο που το Κατερίνα στέκεται και μόνο του μια χαρά και είναι συχνότατο, έχει όμως και άφθονα χαϊδευτικά -παλιότερων εποχών κυρίως, διότι στις νεότερες γενιές υπάρχει γενικά μια αντιπάθεια στα χαϊδευτικά.

Να πούμε όμως πρώτα την ετυμολογία του ονόματος, η οποία είναι μάλλον περίπλοκη. Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι στην αρχή βρίσκεται το γυναικείο (αμάρτυρο) όνομα *Εκατερίνα/Εκατερίνη, θηλυκό του Εκατερός/Εκάτερος που προέρχεται από την αντωνυμία εκάτερος = ο καθένας από τους δυο. Λίγο περίεργο φαίνεται να προήλθε κύριο όνομα από αντωνυμία, αυτή όμως είναι η πειστικότερη εκδοχή. Δεν φαίνεται πιθανή η πρόελευση από την Εκάτη, ενώ για το όνομα Εκατερός υπάρχουν στέρεες ελληνιστικές μαρτυρίες. Πάντως, το λεξικό Μπαμπινιώτη, που δέχεται την προέλευση αυτή, δίνει μτγν. όνομα ΑικατερίνΗ, ενώ στις πρωτογενείς πηγές εγώ βρίσκω αρχικό τύπο ΑικατερίνΑ -η Αικατερίνη θα μπορούσε να έχει προέλθει από τη γενική: η Αικατερίνα-της Αικατερίνης, απ’ όπου θα μεταπλάστηκε νέα ονομαστική. Άλλωστε, στην εικονογραφία και στα απολυτίκια επικρατεί ο τύπος «Αικατερίνα».

Πάντως, από πολύ νωρίς υπήρξε παρετυμολογική σύνδεση με τη λέξη καθαρός, και αυτός είναι ο λόγος του th που εμφανίζεται στην αγγλική και τη γαλλική μορφή του ονόματος (Catherine). Η αγία Αικατερίνη, σύμφωνα με τη δυτική παράδοση, ήταν εξαιρετικά μορφωμένη και επειδή κατατρόπωσε στη θεολογική συζήτηση πενήντα εθνικούς σοφούς, ο αυτοκράτορας Μαξιμίνος διάταξε να πεθάνει με μαρτύρια. Ωστόσο, οι πρώτες διηγήσεις για τον βίο της εμφανίζονται πολλούς αιώνες μετά, και για το λόγο αυτό η Καθολική Εκκλησία την αφαίρεσε το 1969 από τον κατάλογο των αγίων, λόγω της έλλειψης στοιχείων για την ύπαρξή της. Όμως, φαίνεται ότι οι πιέσεις από τις απανταχού του κόσμου Κατερίνες (σε διάφορες βέβαια παραλλαγές ανά τον κόσμο) ήταν μεγάλες κι έτσι την επανέφερε, κατά παραχώρηση, το 2002. Υποστηρίζεται επίσης ότι η Αικατερίνη μπορεί να είναι το χριστιανικό αντίστοιχο της Υπατίας, δηλαδή πλασμένη από τους Χριστιανούς πάνω στο πατρόν της Υπατίας αλλά με το χριστιανικό θρήσκευμα.

Αυτά με την Αικατερίνη, ας επιστρέψουμε στην Κατερίνα και τα πολλά χαϊδευτικά της. Καταρχάς, Καίτη, που όταν ήμασταν στο γυμνάσιο μάς έδινε το εύκολο λογοπαίγνιο «Καίτοι η Καίτη….» (Στο «Λατέρνα φτώχεια και φιλότιμο» υπάρχει μπέρδεμα του «Καίτη» όχι μόνο με το «καίτοι» αλλά και με το «έτι και έτι» της θείας λειτουργίας).

Έπειτα Κάτια. Παλιότερα, ήταν πολύ συχνό το Κατίνα, για το οποίο όμως θα μιλήσουμε πιο κάτω. Λέμε επίσης Κατερινιώ (Κατερνιώ στον Παπαδιαμάντη). Σε αστικό περιβάλλον ήταν παλιότερα πολύ συνηθισμένο το Κάκια, που σήμερα ακούγεται πολύ λιγότερο. Από την Κατίνα και η Κατίγκω, που φαντάζομαι θα το θεωρούν αφόρητα χωριάτικο πολλοί -να μην πω και το «Τίγκα» που μου λένε οτι ακούγεται στη Βέροια. Ακόμα πιο χωριάτικο, αλλά ίσως όχι πανελλήνιο, είναι η Κατέρω (π.χ. Ήπειρος, Επτάνησα, αλλά και στις Σέρρες το βρίσκω) ενώ το Κατερή πρέπει να είναι ποντιακό. Στην Κέρκυρα υπάρχει και το Κατέ, ενώ το κρητικό Καντή ζήτημα είναι αν ακούγεται ια. Χαϊδευτικό του Κατερίνα είναι και το Ρίνα, που γράφεται και Ρήνα, και Ρηνιώ και Ρηνούλα, αλλά βέβαια πάρα πολλές Ρήνες κα Ρηνούλες προέρχονται από το Ειρήνη. Έχουμε και το Κίττυ (όπως η αείμνηστη αγωνίστρια ηθοποιός Κίττυ Αρσένη) και μάλλον το Κατιάνα (όπως η Μπαλανίκα). Να σημειώσουμε επίσης και το Τίνα, που βέβαια μπορεί να αντιστοιχεί και στη Χριστίνα. Αν έχω παραλείψει καμιά τοπική παραλλαγή ή χαϊδευτικό (μάλλον βέβαιο), παρακαλώ συμπληρώστε. Βέβαια, επειδή το όνομα Κατερίνα έχει αντίστοιχά του σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες, υπάρχουν πάμπολλες παραλλαγές, όπως Καταλίνα, Κατίνκα, Τρίνα, Κάρεν κτλ.  Τέτοια μη συμπληρώσετε.

Με βάση το γκουγκλοδιασημόμετρο, διασημότερες Κατερίνες, χτες που το κοίταξα, ήταν: η Κατερίνα Στικούδη, η Κατερίνα Γώγου και η Κατερίνα Μάρκου (πρόσκαιρη ίσως διασημότητα, αφού είναι στην επικαιρότητα επειδή αποχώρησε από το Ποτάμι). Καίτη η Γκρέι,, η Χωματά και η Γαρμπή, Κάτια η Δανδουλάκη, Κατίνα η Παξινού, διότι τα τελευταία 40 χρόνια αυτή η μορφή του ονόματος, συχνότατη κάποτε, τείνει να εκλείψει. Ο λόγος είναι, φυσικά, ότι, όπως λέει και το λεξικό, η «κατίνα» χρησιμοποιείται ως μειωτικός χαρακτηρισμός: α) γυναίκας που θεωρείται ότι υστερεί σε μόρφωση και παιδεία. β) ανθρώπου, συνήθ. γυναίκας, που σχολιάζει, κουτσομπολεύει. [Οι ορισμ0ί από το λεξικό ΛΚΝ]. Συνακόλουθα έχουμε και την κατινιά, την αναξιόπρεπη συμπεριφορά ιδίως.

Πώς όμως η Κατίνα έγινε κατίνα; Το θέμα είναι πολύ ενδιαφέρον. Κατά τη γνώμη μου, και όχι μόνο τη δική μου, η κατίνα ξεκίνησε ως ταξικά χρωματισμένος χαρακτηρισμός, από τις αστές προς τις λαϊκές γυναίκες. Το Κατίνα, αν και παλιότερα το έβρισκες και στις αστές, ήταν επίσης κατεξοχήν λαϊκό όνομα, που το είχαν πάρα πολλές υπηρέτριες (ναι μεν οι περισσότερες υπηρέτριες λέγονταν Μαρίες, αλλά το Μαρία δεν έχει άλλον πολύ συχνό τύπο κι έτσι δεν χρωματίστηκε). Με την επιρροή του γαλλικού catin (παλιοθήλυκο, τσουλί), που ασφαλώς θα ήταν γνωστό στις αστές, πήρε η Κατίνα τη σημασία της κατίνας, ή ίσως η κατίνα προήλθε από το catin με επιρροή του ονόματος Κατίνα.

Αυτή την προέλευση άλλωστε την υιοθετούν και τα μεγάλα λεξικά μας. Κάποιοι επισήμαναν (στο slang.gr όταν το είχαμε συζητήσει) ότι θα μπορούσε η κατίνα να προέρχεται από το τουρκικό kadin = γυναίκα, εξήγηση που φαίνεται ελκυστική. Ωστόσο, επειδή το «κατίνα» δεν φτιάχτηκε παλιά, στην ύπαιθρο και από τον απλό λαό αλλά σχετικά πρόσφατα (τον 20ό αιώνα και μάλιστα μεταπολεμικά, μάλλον) στην Αθήνα και από (μικρο)αστούς, η πιθανότητα για τουρκική προέλευση αδυνατίζει πολύ. Δεύτερον, το καντίνα = τουρκάλα (< kadin) υπήρχε παλιότερα (τρεις φορές στον Παπαδιαμάντη) χωρίς να έχει καταγραφεί, απ’ όσο ξέρω, καμιά άλλη, αποκλίνουσα ή ενδιάμεση σημασία. Οπότε, η προέλευση αυτή δεν με πείθει.

Απόηχος της εποχής που η Κατίνα δεν είχε ανεπανόρθωτα στιγματιστεί είναι το κόμικς «Μήτσος και Κατινάκι» του Διογένη Καμένου που άρχισε να δημοσιεύεται στην Ελευθεροτυπία με την έκδοσή της το 1975 (και ο Μήτσος είναι ο αρχετυπικός μέσος λαϊκός Έλληνας, άλλωστε). Να θυμηθούμε και την ατάκα «Κατίνα, σαλαμάκι» του Κ. Βουτσά από την ταινία Ο γόης του Δαλιανίδη, που μου τη θύμισε ένας φίλος από το Φέισμπουκ.

Υπάρχει και μια άλλη λέξη «κατίνα» ή μάλλον «κατήνα», αν όχι στα πανελλήνια ελληνικά, πάντως σε ιδιώματα -ας πούμε, στα μυτιληνιά αλλά και αλλού. Αυτή η κατήνα είναι δάνειο από τα λατινικά (catena) και σήμαινε αρχικώς αλυσίδα και μετά σπονδυλική στήλη και κατ’ επέκταση πλάτη, ράχη. Οι πόρτες του Άδου ας χαλαστούν κι ας πέσουν οι κατήνες, λέει στον μεσαιωνικό Απόκοπο, ενώ στον Φορτουνάτο βρίσκουμε τη δεύτερη σημασία: ήκοψές μου τα νεφρά κι ήσπασες την κατήνα. Όπως είπα, η λέξη υπάρχει και στη μυτιληνιά διάλεκτο, και σε ένα αντάρτικο μυτιληνιό τραγούδι ακούγεται κι ο στίχος «μα ξπάσαν τα μλάρια, πετάξαν απ’ τς κατίνις τα σαμάρια» (επαναστάτησαν τα μουλάρια, πέταξαν από τις πλάτες τα σαμάρια). Όταν κάποιος Μυτιληνιός κουραζόταν πολύ ή σήκωνε μεγάλο βάρος, συχνά δεν έλεγε «ξεθεώθηκα» ή «κοψομεσιάστηκα» αλλά «ξεκατηνιάστηκα». Το σημερινό «ξεκατινιάζομαι» που το ακούμε και το λέμε ιδίως για καβγάδες στα παράθυρα των καναλιών, είναι μετεξέλιξη του διαλεκτικού «ξεκατηνιάζομαι», υπό την επιρροή του «κατίνα» που εδώ συναντάει την κατήνα.

Ας γυρίσουμε όμως στην Κατερίνα. Από την Κατερίνα, ή μάλλον την Αικατερίνη, δηλαδή από ένα εκκλησάκι της Αγίας Αικατερίνης, πήρε το όνομά της και η πόλη Κατερίνη, όπως είχαμε συζητήσει παλιότερα (και τότε, πριν από ένα χρόνο παρά τρεις μέρες, είχα υποσχεθεί στον φίλτατο Γρηγόρη να γράψω το σημερινό άρθρο -να που καμιά φορά τις τηρώ τις υποσχέσεις μου -έστω και με κάποια μικρή καθυστέρηση!). Το επώνυμο Κατερίνης πάλι, μάλλον είναι μητρωνυμικό.

Να σημειώσουμε και το κοριτσίστικο περιοδικό Κατερίνα, που κυριαρχούσε στον κλάδο του πριν από αρκετές δεκαετίες -αλλά και την Κατερίνα του Μικρού Ήρωα, την αγαπημένη του Γιώργου Θαλάσση.

Αλλά είπαμε πολλά και η Κατερίνα θα κουράστηκε. Ας την αποχαιρετίσουμε λοιπόν με μερικά τραγούδια. Υπάρχουν πάρα πολλά (αν και περισσότερα έχει η Άννα), αλλά αν διάλεγα ένα, όχι επειδή μ΄ αρέσει περισσότερο αλλά για ιστορικούς λόγους, θα ξεχώριζα το «Πάμε για ύπνο Κατερίνα» των Κατσαρού-Πυθαγόρα, με τον Γιάννη Πουλόπουλο:

Το τραγούδι βγήκε το 1971 και θυμάμαι ότι πολλοί ήταν εκείνοι που έβρισκαν αντιδικτατορικά υπονοούμενα στους στίχους -ίσως και να είχαν δίκιο, αλλά δεν με έπειθαν.

Αργότερα ξαναέγινε δημοφιλές το ρεμπέτικο «Άμαν Κατερίνα μου» του Τούντα:

 

ενώ από τις διεθνείς Κατερίνες, θα ξεχωρίσω, για λόγους Αστερίξ, την Καταλινέτα (τσι-τσι):

αλλά και την Κατιούσα -οι ρωσικοί πύραυλοι με το ίδιο όνομα είναι Κατερινούλες, δηλαδή- που πάνω στο σκοπό της έχουν ταιριαστεί οι στίχοι του ύμνου του ΕΑΜ (Τρία γράμματα μόνο φωτίζουν…)

Ευχαρίστως να συμπληρώσετε με τραγούδια, ταινίες, βιβλία κτλ. για την Κατερίνα που γιορτάζει σήμερα (αλλά να βάζετε μόνο το λινκ στο γιουτουμπάκι, όχι την εικόνα, γιατί θα βαρύνει η σελίδα).

Και σε όλες τις Κατερίνες του ιστολογίου, χρόνια πολλά και να τις χαίρονται που τις αγαπάνε!

Posted in Γιουτουμπάκια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 251 Σχόλια »

Θαλασσοδάνεια στη στεριά

Posted by sarant στο 3 Οκτώβριος, 2016

Το σημερινό άρθρο ήταν να δημοσιευτεί χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στην κυριακάτικη Αυγή στην τακτική μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», αλλά λόγω πληθωρας συνεδριακής ύλης οι σελίδες του ένθετου περιορίστηκαν κι έτσι θα δημοσιευτεί την επόμενη Κυριακή. Πάντως, η δημοσίευση στο ιστολόγιο είναι επαυξημένη με προσθήκη υλικού που δεν είχε χωρέσει στο άρθρο που έστειλα στην εφημερίδα. Πρέπει να σημειώσω ότι στη σύνταξη του σημερινού άρθρου με βοήθησε καθοριστικά ο φίλος μας ο Σπύρος.

Μια λέξη που ακούστηκε πολύ τις τελευταίες μέρες, κυρίως στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής για τα δάνεια στα κανάλια και στα πολιτικά κόμματα, ήταν και η λέξη «θαλασσοδάνεια». Για παράδειγμα, σε άρθρο του Ν. Παππά θεωρήθηκε απαράδεκτο να υπάρχουν κανάλια που να στηρίζονται σε θαλασσοδάνεια, ενώ πρόσφατα επίσης έγινε λόγος για τα θαλασσοδάνεια που χορήγησε η Τράπεζα Αττικής στα κόμματα του παλαιού δικομματισμού.

Σύμφωνα με το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας, η βασική, έστω και μεταφορική, σημασία της λέξης «θαλασσοδάνειο» σήμερα είναι: δάνειο που δίνεται με ευνοϊκούς όρους και που παραμένει ανεξόφλητο. Μάλιστα, ενδεικτικό είναι ότι το λεξικό θεωρεί ως παρεμφερείς έννοιες του θαλασσοδανείου τη μίζα και το ρουσφέτι.

Εξαιτίας της σημασίας αυτής που έχει προσλάβει η λέξη, πολλοί πιστεύουν ότι πρόκειται για ειρωνικό όρο της πιάτσας (κάτι σαν το «γρηγορόσημο») που πλάστηκε την εποχή της χούντας, όταν κρατικοδίαιτοι εφοπλιστές τσέπωναν χαριστικά δάνεια.  Η υπόθεση αυτή διατυπώνεται, ας πούμε, στο σχετικό λήμμα του slang.gr, το οποίο κατά τα άλλα σωστά καταγράφει την αλλαγμένη σημερινή σημασία του θαλασσοδανείου, και το αποκαλεί «παπατζίδικο» δάνειο «με παράνομους όρους, το οποίο δίνεται πάνω στη βάση της αλληλοϋποστήριξης της κρατικής εξουσίας και του κεφαλαίου, πάντα με θύμα το Δημόσιο Ταμείο. Αυτή η ειδική κατηγορία δανείων ονομάστηκε προφανώς θαλασσοδάνεια επειδή οι εφοπλιστές έφαγαν με δέκα μασέλες από αυτές τις κομπίνες.»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ναυτικά, Νομικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , , | 181 Σχόλια »

Ο χλεμπονιάρης δεν ήρθε από την Κέρκυρα

Posted by sarant στο 15 Σεπτεμβρίου, 2016

Δεν ξέρω αν σας είναι οικεία η λέξη «χλεμπονιάρης». Στην οικογένειά μου δεν τη λέγαμε, πρέπει να την άκουσα αργότερα. Την βρήκα αρκετές φορές στα γραφτά του Τσιφόρου, που συχνά χαρακτηρίζει «χλεμπονιάρη» κάποιον. Χλεμπονιάρης είναι ο κιτρινιάρης.

Κοίταζα τις προάλλες το slang.gr, το γνωστό και πολύ ενδιαφέρον διαδικτυακό λεξικό της ελληνικής αργκό, και είδα στο λήμμα «χλεμπονιάρης» να αναφέρεται ως πιθανή κάποια σχέση με τη λέξη «χλεμπ», όπως λέγεται το ψωμί σε διάφορες σλαβικές γλώσσες.

хлеб / χλιέμπ … είναι το ψωμί στα ρώσικα και γενικά σε πολλές σλαβικές γλώσσες.

Αυτός που πεινάει, ο πεινασμένος, όντας αδύνατος, αδύναμος και γενικά κιτρινισμένος και σε κακή εμφανισιακή κατάσταση, το πρώτο πράγμα που ζητάει είναι хлеб / χλιέμπ /ψωμί.

Αν υπάρχει σλάβικη επιρροή στη λέξη «χλεμπονιάρης», τότε αυτολεξεί σημαίνει ο «ψωμάς», αλλά με την έννοια του πεινασμένου που ζητάει συνεχώς ψωμί και εμφανισιακά είναι χάλια.

Στα σχόλια, κάποιος αναφέρει: Εικάζεται ότι γεννήθηκε από την μεταφορά Σέρβων στρατιωτών αλλά και πολιτών στην Κέρκυρα το 1916 μετά την ήττα της Σερβίας για την ανασύνταξη των δυνάμεων τους και καθώς φαίνεται την εγκατάλειψη τους εκεί. Ψάξτο...

«Νατσουλισμός μου φαίνεται αυτό», μου έγραψε ένας από τους συντελεστές του slang.gr που είναι και φίλος του ιστολογίου. Θυμίζω ότι στην ιδιόλεκτο του ιστολογίου χαρακτηρίζουμε «νατσουλισμό» τις εξωφρενικές εξηγήσεις που ανάγουν τη γέννηση μιας φράσης (ή και μιας λέξης) σε κάποιο ιστορικό γεγονός.

kerkserbΨάχνοντας στο Διαδίκτυο είδα να εμφανίζεται κάμποσες φορές η άποψη για τη γέννηση της λέξης «χλεμπονιάρης» από το «χλεμπ» των Σέρβων που κατέφυγαν στην Κέρκυρα το 1916, για παράδειγμα σε εργασία μαθητών του 4ου Λυκείου Κέρκυρας, με θέμα ακριβώς την παρουσία των Σέρβων στην Κέρκυρα. Εκεί, στη διαφάνεια αριθ. 40, που την αναπαράγω εδώ αριστερά, διαβάζουμε: «Ακόμη στην Κέρκυρα υπάρχει η λέξη χλεμπονιάρης, που σημαίνει τον αδύναμο και πεινασμένο άνθρωπο από τη σέρβικη λέξη που σημαίνει ψωμί (хлеб) και την οποία άκουγαν συχνά από τα στόματα των Σέρβων στρατιωτών».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Α' παγκόσμιος πόλεμος, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 143 Σχόλια »

Ψόφος

Posted by sarant στο 5 Αύγουστος, 2016

Στα κοινωνικά μέσα θα το βρείτε συχνά γραμμένο «πσόφος», μια στραβογραψιά στην οποία αναφέρθηκα χτες μαζί με άλλα συναφή φαινόμενα. Ωστόσο, η λέξη του τίτλου έχει μεγάλο ετυμολογικό ενδιαφέρον, οπότε σκέφτηκα να της αφιερώσω το σημερινό άρθρο, μια και δεν ταίριαζε να τα αναπτύξω αναλυτικά στο χτεσινό άρθρο, που είχε άλλο θέμα.

Είτε γραμμένη «ψόφος» είτε «πσόφος», η λέξη χρησιμοποιείται, κατά τον ορισμό του slang.gr, «ως κατάρα για να εκφράσει εντονότατη οργή στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, αλλά και σε πιο συμβατικές μορφές έκφρασης, όπως τα γκράφιτι».

Η κατάρα αυτή εκφέρεται μονολεκτικά στα κοινωνικά μέσα (δείτε εδώ ένα νόστιμο σατιρικό άρθρο του Κουλουριού), ενώ σε παλιότερες εποχές που ήμασταν λιγότερο λακωνικοί η κατάρα εκφερόταν αναλυτικότερα, π.χ. «κακό ψόφο να’χεις».

Ψόφος είναι ο θάνατος των ζώων, ιδίως από ασθένεια. «Κακό σκυλί ψόφο δεν έχει», λέει η παροιμία. Όταν πεις «ψόφησε» για ένα ζώο, είναι ουδέτερη η χρήση (δεν θα το πεις για το αγαπημένο σου κατοικίδιο, βέβαια). Όταν πεις «ψόφησε» για έναν άνθρωπο, δείχνεις αμέσως έντονη απέχθεια για το πρόσωπό του, είναι βαριά κουβέντα. Τις προάλλες διάβασα κάπου ένα άρθρο για τον Δάγκουλα, τον διαβόητο συνεργάτη των Γερμανών στη Θεσσαλονίκη, που τον πρόλαβαν οι Ελασίτες και τον σκότωσαν στο τέλος της Κατοχής κι έτσι δεν έγινε υπουργός μεταπολεμικά -είχε και δυο αποκόμματα εφημερίδων με την είδηση του θανάτου του, και στη μιαν απ’ αυτές ο τίτλος ήταν «ψόφησε ο Δάγκουλας».

Φυσικά υπάρχουν πάμπολλες λέξεις και εκφράσεις, με ένα πλήρες φάσμα από αποχρώσεις, για τη μόνη βεβαιότητα της ζωής μας, αλλά δεν θέλω να επεκταθώ προς τα εκεί, ας μείνουμε προς το παρόν στο ότι ο άνθρωπος πεθαίνει και το ζώο ψοφάει.

Ωστόσο, δεν είναι αυτή η αρχική σημασία της λ. ψόφος, ούτε η μοναδική -άλλωστε, ξέρουμε πως όταν κάνει πολύ κρύο λέμε ότι «έχει ψόφο», που είναι ήδη μια άλλη σημασία. Ούτε αυτή όμως είναι η αρχική.

Στα αρχαία ελληνικά, ψόφος ήταν ο θόρυβος. Η λέξη χρησιμοποιόταν κυρίως για άναρθρους θορύβους, όχι για την ανθρώπινη φωνή. Ο ψόφος ετυμολογείται από ένα επιφώνημα ψο, που εξέφραζε αηδία και αποστροφή.

Το ρήμα «ψοφώ» λοιπόν αρχικά σήμαινε κάνω θόρυβο, ας πούμε όπως η αρβύλα στο χώμα (ψοφεί αρβύλη) ή η αλυσίδα ή η οπλή του αλόγου ή το κτίριο που πέφτει. Υπήρχε και η φράση «ψοφείν τας θύρας», που τη λέγανε όταν χτυπούσαν την πόρτα -αλλά όχι απέξω για να μπουν παρά από μέσα για να βγουν.

Πράγματι, παρόλο που σκορπάμε ένα σκασμό ώρες για να μη μαθαίνουμε αρχαία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, λίγοι ξέρουν ότι στα σπίτια των αρχαίων Αθηναίων οι πόρτες άνοιγαν προς τα έξω -και επειδή τα σοκάκια της αρχαίας πόλης ήταν στενά, ο αρχαίος Αθηναίος που ήθελε να βγει από το σπίτι του έπρεπε να χτυπήσει την πόρτα, ώστε να τον ακούσει ο διαβάτης που περνούσε και να παραμερίσει. Όπως λέει ένα απόσπασμα του Μενάνδρου, «την θύραν ψοφεί τις εξιών». Να σημειωθεί ότι όταν χτυπούσε την πόρτα ο επισκέπτης απ’ έξω για να του ανοίξουν οι νοικοκυραίοι, τότε χρησιμοποιούσαν άλλο ρήμα, το κόπτω ή το κρούω την θύραν.

Με την πάροδο του χρόνου, οι λέξεις ψοφώ και ψόφος συνδέθηκαν με τον ήχο που κάνει το ζώο όταν πέφτει πεθαίνοντας, και κατά την ελληνιστική εποχή εμφανίζεται και η σημασία ψοφώ = πεθαίνω, για ζώα, ενώ, όπως λέει το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη σποραδικά από τον 5ο μΧ αιώνα το ρ. ψοφώ χρησιμοποιείται και για θάνατο ανθρώπου. Από τη σημασία ψόφος = θάνατος (κυρίως ζώου) προέκυψε τα νεότερα χρόνια και η σημασία του έντονου κρύου.

Ενδιαφέρον είναι ότι η σύνδεση του θορύβου με τον θάνατο εμφανίζεται επίσης στο λατινικό ρήμα crepare, που σήμαινε στα κλασικά λατινικά «κροτώ, σπάω με θόρυβο» και πήρε στα λατινικά της όψιμης εποχής και ιδίως στις νεότερες γλώσσες τη σημασία «σκάω, ψοφάω» -από εκεί και το δικό μας «κρεπάρω».

Οι γιατροί θα μας πουν ότι η αρχική σημασία του ψόφου διατηρείται και στις μέρες μας στην ορολογία τους, όπου ο μυικός ψόφος είναι ακροαστικό φαινόμενο. Σε κανένα βαθύ καθαρευουσιάνικο κείμενο μπορεί να συναντήσετε τη λέξη «αψοφητί» (δηλ. αθόρυβα). Αλλά και στο γενικό λεξιλόγιο, όταν λέμε κάποιον «ψοφοδεή», δηλαδή φοβιτσιάρη, δεν συνειδητοποιούμε ίσως ότι η λέξη είχε φτιαχτεί για εκείνους που φοβούνται και τον παραμικρό θόρυβο (ψόφο). Στο ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη βρίσκω κι έναν ορισμό νεοπλατωνικού σχολιαστή: Ψοφοδεείς δε λέγονται οι τους ψόφους των μυιών δεδοικότες, δηλαδή όσοι φοβούνται τον θόρυβο των μυγών ποντικών.

Για τις κατσαρίδες δεν ξέρω αν έχουν πει τίποτα οι αρχαίοι ημών πρόγονοι!

 

Posted in Αρχαίοι, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , | 175 Σχόλια »

Πώς τραβιούνται τα σαντεκλέρια λοιπόν;

Posted by sarant στο 27 Ιουλίου, 2016

Τον καιρό της νιότης μου, τα καλοκαιρινά σινεμά παίζανε επαναλήψεις, πρόβαλλαν δηλαδή παλιότερες ταινίες, οπότε ήταν μια ευκαιρία να συμπληρώσει κανείς τα κενά του ή να θυμηθεί παλιότερα έξοχα έργα. Σήμερα, αν δεν κάνω λάθος, τα περισσότερα θερινά παίζουν ταινίες πρώτης προβολής -αλλά σε αυτή την παλιά συνήθεια θα καταφύγει το ιστολόγιο, αφού το έχει βάλει αμέτι μουχαμέτι να δημοσιεύει καλοκαιριάτικα ένα άρθρο κάθε μέρα σε αδιάλειπτο σερί.

Το σημερινό άρθρο είχε αρχικά δημοσιευτεί πριν από πέντε χρόνια -παρά μία μέρα. Στη συνέχεια, τη λέξη «σαντεκλέρι» τη συμπεριέλαβα και στο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται. Εδώ αναδημοσιεύω το παλιό άρθρο με αρκετές επικαιροποιήσεις παίρνοντας επίσης υπόψη τα σχόλια που είχαν γίνει κατά την πρώτη δημοσίευση. 

Lucien-Guitry-1860-1925-In-Chantecler-By-Edmond-Rostand-1868-1918Το άρθρο αυτό γεννήθηκε από ένα δικό μου σχόλιο σε  ένα λήμμα του εξαιρετικού ιστότοπου slang.gr. Εδώ, αναπτύσσω περισσότερο την άποψή μου.

Λοιπόν, στο slang.gr τέθηκε η απορία για την προέλευση της φράσης «θα τραβηχτούμε σαν τα σιντεκλέρια«, που είναι -κατά το εκεί άρθρο- μια παμπάλαιη μάγκικη έκφραση. Και βέβαια, ενώ η σημασία της έκφρασης είναι προφανής, σημαίνει «θα μαλώσουμε άσκημα», η λέξη «σιντεκλέρια» είναι εντελώς άγνωστη και μυστηριώδικη, πολύ περισσότερο που τη βρίσκουμε και με άλλες παραλλαγές: σαντεκλέρια, σεντεκλέρια, σιντεγκλέρια.

Ο φίλος Χότζας που έγραψε το αρχικό άρθρο στο slang.gr και οι υπόλοιποι στα σχόλια προσπάθησαν, με τα ελάχιστα δεδομένα που είχαν στη διάθεσή τους,  να βγάλουν νόημα, προτείνοντας με επιφυλάξεις την προέλευση από το ότι το «σαντικλέρι» είναι γυναικείο κοκαλάκι για τα μαλλιά, αλλά και φυλαχτό, διακοσμητικό -αλλά τελικά στα σχόλια νομίζω ότι συμφώνησαν με την εκδοχή που πρότεινα.

Πριν προχωρήσουμε, να πούμε ότι η έκφραση «θα τραβηχτούμε σαν τα σαντεκλέρια» (ή σαν τα σεντεκλέρια ή σιντεκλέρια) ακούγεται στην κλασική ελληνική κωμωδία «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός», που προβλήθηκε το 1961 σε σενάριο Νίκου Τσιφόρου και σκηνοθεσία Πολύβιου Βασιλειάδη. Την ταινία θα την έχετε πιθανώς δει, αλλά αν δεν θυμάστε τη συγκεκριμένη ατάκα μπορείτε να τη δείτε εδώ, είναι στο 8′.17 της ταινίας. Ο Ρίζος είναι ο κοντός του τίτλου, σώγαμπρος με πεθερά τη Βασιλειάδου η οποία του ψήνει το ψάρι στα χείλη. Αυτός υπομένει, αλλά λέει κατ’ ιδίαν στη γυναίκα του: «Κάποια στιγμή θα τραβηχτούμε σαν τα σιντεκλέρια».  Δεν ακούγεται ολοκάθαρα, άλλοι έγραψαν ότι ακούν «σιντεγκλέρια». Μπορεί βέβαια και ο ίδιος ο Ρίζος να μην είπε σωστά τη φράση, αν σκεφτούμε (βλ. πιο κάτω) ότι σε άλλο κείμενο του Τσιφόρου (του σεναριογράφου της ταινίας) υπάρχει η μορφή «σαντεκλέρια», που είναι και η αρχική κατά τη γνώμη μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 173 Σχόλια »

Ο Φούφουτος και πάλι

Posted by sarant στο 6 Ιουλίου, 2016

Έπεσε απερίγραπτα πολλή δουλειά κι έτυχαν και διάφορα άλλα από πάνω. Να γράψω άρθρο ήταν αδύνατον, οπότε κατέφυγα στη λύση της επανάληψης ενός παλιότερου. Το άρθρο που θα διαβάσετε το είχα δημοσιεύσει εδώ πριν από 6 χρόνια, τον Ιούλιο του 2010, οπότε υπάρχει ελπίδα να μην το είχατε διαβάσει τότε. Η αρχική αφορμή είχε δοθεί από μιαν ατάκα του Θ. Πάγκαλου, που τη μακρινή εκείνην εποχή ήταν αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου. Εδώ δημοσιεύω το άρθρο ελαφρώς επικαιροποιημένο και ενσωματώνοντας κάποια δικά σας σχόλια. Πάντως, εξακολουθούμε να μην είμαστε βέβαιοι για την προέλευση της λέξης.

Την αφορμή λοιπόν για το άρθρο την είχε δώσει μια ατάκα του Θ. Πάγκαλου στο υπουργικό συμβούλιο, όπως διέρρευσε στα παραπολιτικά. Δυσανασχετώντας για τις πολλές απαιτήσεις και τη φορτικότητα των εκπροσώπων της τρόικας, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης λέγεται ότι είχε πει «δεν μπορεί να μας διατάζει ο κάθε φον Φούφουτος» ή κάτι τέτοιο.

Την ατάκα, πρέπει να το ομολογήσω, την είχα βρει έξυπνη, για την παρήχηση του φι και τον συνδυασμό του αριστοκρατικού φον με το ευτελές Φούφουτος. Θα την έβρισκα βέβαια πιο ταιριαστή στο Δελφινάριο παρά στο υπουργικό συμβούλιο, αλλά στην εποχή μας πρέπει να είναι κανείς πολυτάλαντος αν θέλει να προκόψει.

Δεν θα πολιτικολογήσω όμως, αλλά θα επιχειρήσω να ανιχνεύσω την ιστορία της λέξης «φούφουτος» -έργο δύσκολο για λέξη λαϊκή και μειωμένου κύρους, πολύ περισσότερο που είναι καλοκαίρι, αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ.

Για τη σημασία της λέξης, τα λέει μισή χαρά το slang.gr:

Ο Φούφουτος είναι η εμφατικά προσωποποιημένη μορφή ενός ανύπαρκτου ή άγνωστου χαρακτήρα. Ο τάδε, ο δείνα, ο άγνωστος, ο οποιοσδήποτε, ο δενξερωγώ… Συνήθως ειρωνικά ή περιπαιχτικά.

Τα παραδείγματα φράσεων που δίνει το slang.gr είναι πολύ εύστοχα για αυτή τη χρήση.

– Και ποιος λες να τα έχει τώρα με την Τιτίκα;
– Ο Φούφουτος… Πού θες να ξέρω;

– Τοκ τοκ
– Ποιος είναι παρακαλώ;
– Ο Φούφουτος… Τι ποιος είναι ρε μαλάκα; Έφερα τα σουβλάκια…

– Αλήθεια σου λέω, δεν της το είπα εγώ!
– Ποιος τότε; Ο Φούφουτος;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Εφημεριδογραφικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 240 Σχόλια »

Ταμίλα Παζάρεβα, ριχάινε μπίτε και άλλα ψευδοξενόγλωσσα

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2016

Εν μέρει για να εξακριβώσω αν έχουμε συζητήσει κάτι, εν μέρει και την ώρα να περάσω, τη νύχτα χτες διάβαζα τα σχόλια ενός παλιού μας άρθρου -δεν βρήκα αυτό που γύρευα, βρήκα όμως θέμα για το σημερινό μας άρθρο, διότι έπεσα πάνω σ’ ένα σχόλιο του φίλου μας του Πάνου, που αναφερόταν στις ψευδοξενόγλωσσες φράσεις που φτιάχναμε στ’ αστεία έναν καιρό, όπως του τίτλου το «ριχάινε μπίτε», που ακούγεται ή υποτίθεται πως ακούγεται σαν γερμανικά, ενώ αποτελεί απολύτως θεμιτή ελληνική φράση, που μάλιστα βγάζει και νόημα: «Ρηχά είναι, μπείτε» όπως θα μπορούσε να φωνάζει κάποιος, που έχει ήδη μπει στή θάλασσα, στην παρέα του που ακόμα δεν έχουν αποφασίσει να βουτήξουν (κάποιοι το λένε «ρηχά είναι ρε, μπείτε»).

Σκέφτηκα λοιπόν ότι δεν έχει τύχει να ασχοληθούμε με αυτή την κατηγορία γλωσσικών ευτράπελων (μικροανέκδοτα να τα πεις; ), οπότε το θέμα μας για σήμερα βρέθηκε. Θα προσθέσω μιαν άλλη κατηγορία, πολύ συγγενική, τα δήθεν ονοματεπώνυμα επαγγελματιών, δηλαδή ελληνικές φράσεις που να ακούγονται σαν ονοματεπώνυμο σε κάποια γλώσσα -και που τις συνδέουμε και με κάποιο επάγγελμα, όπως θα μπορούσε να είναι η Ρωσίδα μανάβισσα Ταμίλα Παζάρεβα (τα μήλα παζάρευα). Με την προσθήκη αυτή ξεπληρώνω κι ένα χρέος, μια και είχα υποσχεθεί ήδη από τον Γενάρη του 2012 στον φίλτατο Τιπούκειτο ένα παρόμοιο άρθρο -και άντλησα αρκετό υλικό από τα σχόλια εκείνου του παλιού άρθρου.

Κι επειδή με τα ελαφρά πρέπει ν’ ασχολούμαστε σοβαρά (ίσως και το αντίστροφο), να σχολιάσουμε και το πότε εμφανίστηκαν αυτές οι δυο μόδες. Νομίζω ότι οι ψευδοξενόγλωσσες φράσεις (της κατηγορίας «ριχάινε μπίτε») εμφανίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 80 (μπορεί βέβαια να υπήρχαν και από παλιότερα και να μην τις είχα πάρει είδηση), ενώ τα επαγγελματικά ονοματεπώνυμα είναι λίγο μεταγενέστερα -αν και υπήρχε από παλιότερα μια ομάδα από «σόκιν» (έτσι τα λέγαν τότε) ονοματεπώνυμα όπως ο Τζον Χώστον, ο Στον Έρικσον και η Έλλα Γλίψτον (εγώ δεν θα πω άλλα αυτής της κατηγορίας γιατί μας διαβάζει κι η μητέρα μου και μου κάνει δριμείες παρατηρήσεις. Βάλτε εσείς στα σχόλια αν θέλετε).

Δεν θα εξαντλήσω τους δυο καταλόγους, για να συμβάλετε κι εσείς στη συμπλήρωσή τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Ανέκδοτα, Γλωσσικά ευτράπελα, Ονόματα | Με ετικέτα: , | 293 Σχόλια »

Δαμόκλειος κόφτης

Posted by sarant στο 23 Μαΐου, 2016

koftiΤο άρθρο γράφεται ενώ δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η συνεδρίαση στη Βουλή σχετικά με το πολυνομοσχέδιο που έφερε η κυβέρνηση ενόψει της κρίσιμης συνεδρίασης της Ευρωομάδας, αλλά όλα δείχνουν πως το νομοσχέδιο θα συγκεντρώσει την πλειοψηφία των βουλευτών. Λιγότερο βέβαιο είναι το αν, πότε και πώς θα ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, καθώς και το ποια θα είναι τα άμεσα και τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα του νομοσχεδίου.

Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε. Και σε λεξιλογικό επίπεδο, μια πολύ πιθανή συνέπεια του πολυνομοσχεδίου και της σχετικής συζήτησης, είναι ότι μας χάρισε μια από τις λέξεις της χρονιάς. Και εννοώ βέβαια τη λέξη του τίτλου, τον κόφτη. (Kι άλλη μια λέξη γεννήθηκε από το πολυνομοσχέδιο, και εννοώ τη λέξη υπερταμείο, αλλά δεν νομίζω να πιάσει τη δημοτικότητα του κόφτη).

Φυσικά, πρόκειται για ανεπίσημη ονομασία, που όμως καθιερώθηκε ακαριαία, σε σημείο που να είναι δύσκολο να θυμηθούμε πώς είναι η επίσημη ονομασία του μηχανισμού αυτού. Αν δεν κάνω λάθος, στο νομοσχέδιο ονομάζεται Μηχανισμός Αυτόματης Δημοσιονομικής Σταθεροποίησης ή ίσως Μηχανισμός Αυτόματης Δημοσιονομικής Διόρθωσης, αλλά δεν ξέρω ποιο από τα δύο, διότι δεν διάβασα το νομοσχέδιο (οι βουλευτές πάντως που το ψήφισαν ή το καταψήφισαν το διάβασαν, διότι βέβαια δεν είχε έκταση 7500 σελίδες όπως επικράτησε να λέγεται: το νομοσχέδιο ήταν γύρω στις 400 σελίδες, μαζί με την εισηγητική έκθεση, τα υπόλοιπα ήταν τεχνικά παραρτήματα).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , | 381 Σχόλια »

Πώς αλλάζουν και πάλι τα φώτα;

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2016

Χτες κανένα  παιδάκι δεν μας χτύπησε το κουδούνι για κάλαντα στο σπίτι. Στο κέντρο της Αθήνας που πήγα αργότερα, είδα μερικά παιδιά να τα λένε -ή τουλάχιστον να επιχειρούν να τα πουν, όπως εκείνο το συνεσταλμένο κοριτσάκι που μπήκε στο καφενείο όπου κουβέντιαζα μ’ έναν φίλο μου, ρώτησε δειλά «Να τα πω;» και έκανε μεταβολή πριν καλά-καλά περάσει χρονικό διάστημα αρκετό ώστε η σιωπή να θεωρηθεί άρνηση. Πάντως, η καλαντιστική κίνηση ήταν εμφανώς μικρότερη από τις παραμονές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, αν και -απ’ ό,τι θυμάμαι- υπάρχουν παιδιά που τα λένε και ανήμερα.

Εγώ πάντως ποτέ δεν είπα τα κάλαντα των Φώτων όταν ήμουν παιδί, ενώ τα άλλα τα έλεγα κανονικά. Θυμάμαι μια φορά, καθώς ήμασταν στο σπίτι του φίλου μου του Κώστα και γεμάτοι έξαψη μοιράζαμε τις εισπράξεις από την πρωτοχρονιάτικη εξόρμηση, ρώτησα «Θα τα πούμε και τα Φώτα;» «Όχι», μου απάντησε εκείνος, «μόνο τα φτωχά παιδιά τα λένε τα Φώτα, λέει η μητέρα μου».

Δεν ξέρω πώς γίνεται ή πώς γινόταν στα νησιά ή σε άλλα θαλασσινά μέρη με το ρίξιμο του Σταυρού, αλλά στην Αθήνα τα Φώτα, τα Θεοφάνια για να τα πούμε επίσημα, είναι γιορτή κάπως περιφρονημένη, έτσι όπως έρχεται στο ξεφούσκωμα του εορταστικού δωδεκάμερου, όταν όλοι έχουν κορεστεί. Μάλιστα, δεν είναι καν υποχρεωτική αργία όπως δεν παραλείπει να τονίζει ένας φίλος μου μηχανικός σε εργοστάσιο, ο οποίος κάθε χρόνο δουλεύει κανονικότατα στις 6 του Γενάρη.

Τόσον καιρό δεν έχω γράψει άρθρο για τα λεξιλογικά ή τα λαογραφικά των Φώτων -λογάριαζα να το κάνω σήμερα, αλλά κάτι έκτακτο που μου έτυχε με εμπόδισε. Οπότε, μετά την εισαγωγή, συνεχίζω με ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει εδώ τέτοια μέρα πριν από τέσσερα χρόνια, το οποίο έχει ως θέμα του όχι τα Φώτα, παρά τα φώτα -και μάλιστα εκείνα που (μας τα) αλλάζουν.

Τι εννοώ; Δεν πρόκειται να αναφέρω τις αμέτρητες παραλλαγές του ανέκδοτου που λέει πόσοι χρειάζονται για να αλλάξουν μια λάμπα, ούτε βέβαια να σας δώσω ηλεκτρολογικές συμβουλές (τα μαστορέματα δεν είναι το φόρτε μου) αλλά σκοπεύω να εξετάσω τη φράση «του άλλαξα τα φώτα». Καθώς σήμερα έχουμε τα Φώτα η φράση είναι κάπως επίκαιρη, και μάλιστα την είδα ήδη να χρησιμοποιείται σε λογοπαίγνιο. Επειδή, όπως λέγεται, ο πρωθυπουργός δεν θα πάει σήμερα στην τελετή των Θεοφανίων στον Πειραιά για να μην συναντήσει τον αγιατολάχ Σεραφείμ που έκανε τις γνωστές δηλώσεις για το Σύμφωνο Συμβίωσης, κάποιο άρθρο είχε τον τίτλο «Τους άλλαξε τα Φώτα το σύμφωνο συμβίωσης«.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Εορτολόγιο, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 152 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στη Στέλλα και στον Στέλιο!

Posted by sarant στο 26 Νοέμβριος, 2015

Χτες γιόρταζε η Κατερίνα, σήμερα γιορτάζει η Στέλλα και ο Στέλιος. Δεν ξέρω αν έχουμε πολλές τέτοιες συνεχόμενες γιορτές στο εορτολόγιό μας. Βέβαια, κάθε μέρα κάμποσοι άγιοι γιορτάζουν, αλλά εννοώ συνεχόμενες μέρες που να γιορτάζουν συχνά ονόματα. Πρόχειρα θυμάμαι τα Νικολοβάρβαρα (4-5-6 Δεκεμβρίου, αλλά ο Σάββας είναι σχετικά σπάνιο όνομα) και τον Αντώνη με τον Θανάση (17-18 Ιανουαρίου).

Για την Κατερίνα έχω γράψει ευχετήριο άρθρο πρόπερσι, που λεξιλογεί για τ’ όνομά της. Οπότε, μια καλή φίλη του ιστολογίου χτες μού θύμισε πως είχα υποσχεθεί άρθρο και για τη σημερινή γιορτή, του Στέλιου και της Στέλλας. Μην τάξεις σ’ άγιο κερί και σε παιδί κουλούρι, λέει η παροιμία -για άρθρα δεν λέει, και είναι πολλές οι τέτοιες υποσχέσεις που έχω δώσει, καθώς τις δίνω εύκολα, και που δεν έχω τηρήσει -ωστόσο τούτην εδώ λέω να την τηρήσω, χωρίς να αποτελεί αυτό προηγούμενο.

Όμως, ενώ χτες γιόρταζαν μόνο κυρίες, σήμερα έχουμε και κυρίους: γιορτάζει και η Στέλλα αλλά κι ο Στέλιος, οπότε μοιραία το σημερινό άρθρο θα είναι δίκορκο, άρα δεν θα πάει σε μεγάλο βάθος.

Από τον Στέλιο θα ξεκινήσω για λόγους τεχνικούς. Ο Στέλιος στο επίσημο είναι Στυλιανός, και ο άγιος Στυλιανός είναι που γιορτάζει σήμερα. Ο άγιος Στυλιανός έδρασε στην Παφλαγονία ενώ είχε εδραιωθεί η χριστιανική θρησκεία, τον 5ο αιώνα περίπου, δεν μαρτύρησε δηλαδή -αλλά άγιασε επειδή μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και βοηθούσε γυναίκες να τεκνοποιήσουν (με μια θαυματουργή προσευχή, να εξηγούμαστε), κι έτσι θεωρήθηκε προστάτης των νηπίων.

Το όνομα Στυλιανός ετυμολογείται από τη λέξη «στύλος», και αναφέρεται στους στυλίτες μοναχούς, όμως στα νεότερα χρόνια ερμηνεύτηκε ότι βοηθάει το νεογέννητο «να στυλώσει» -κι έτσι, καθώς η παιδική θνησιμότητα έκανε θραύση, σε πολλά παιδιά έδιναν αυτό το όνομα για να στυλωθούν, να μεγαλώσουν γερά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Ετυμολογικά, Εορτολόγιο, Κινηματογράφος, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 168 Σχόλια »