Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘slang.gr’

Μπιτς, απαγορευμένη λέξη

Posted by sarant στο 14 Απριλίου, 2021

Η μικρή γαλλική πόλη της Bitche κέρδισε παγκόσμια διασημότητα χτες, όταν στα μίντια όλου του κόσμου (παράδειγμα από τη Γκάρντιαν) δημοσιεύτηκε ένα αστείο ειδησάκι: το Φέισμπουκ κατάργησε τη σελίδα της πόλης στο Φέισμπουκ, που είχε τίτλο Ville de Bitche, επειδή ο αλγόριθμος θεώρησε υβριστικό τον τίτλο της σελίδας αφού στα αγγλικά bitch είναι βαριά βρισιά. Life is a Βitche είναι ο έξυπνος τίτλος του άρθρου της Γκάρντιαν που παίζει με την παροιμία Life is a bitch.

Για να είμαι ακριβέστερος, η σελίδα δεν καταργήθηκε χτες αλλά στις 19 Μαρτίου. Χτες, δηλαδή 25 μέρες αργότερα, το Φέισμπουκ εδέησε να επαναφέρει τη σελίδα, ο επικεφαλής του γαλλικού Φέισμπουκ ζήτησε συγγνώμη από τις αρχές της πόλης, και ο δήμαρχος εξέδωσε ανακοίνωση που μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ αν έχετε λογαριασμό στο FB (αν δεν ξέρετε γαλλικά, το ΦΒ τη μεταφράζει -όχι τέλεια, αλλά κάποιο νόημα βγαίνει). Mάλιστα, ο κ. δήμαρχος κάλεσε τον Μαρκ Ζούκερμπεργκ ή όπως αλλιώς προφέρεται, τον ιδιοκτήτη του ιντερνετικού κολοσσού, να επισκεφτεί την «όμορφη, οχυρή πόλη μας».

Χωρίς να θέλω να το παινευτώ, εγώ τη Μπιτς (δηλαδή τη Bitche) την ήξερα και είχα προσέξει την ομοιότητα με την πασίγνωστη αγγλική βρισιά. Η Μπιτς, βλέπετε, ανήκει στην περιοχή που μου αρέσει να ονομάζω Λοθαριγγία, την ευρύτερη περιοχή στην οποία ανήκει και το Λουξεμβούργο, όπως και το γερμανικό Σάαρ και η περισσότερη Λωραίνη της Γαλλίας, μια περιοχή όπου ανακατεύονται οι γερμανικές και οι γαλλικές επιδράσεις, γλωσσικές και άλλες. Βρίσκεται στη βορειοανατολική Γαλλία, πολύ κοντά στα γερμανικά σύνορα. Για να την επισκεφτώ από το Λουξεμβούργο (όπως και όλα τα άλλα μέρη που βρίσκονται εκεί κοντά) θέλω κάτι λιγότερο από 2 ώρες, αλλά ο δρόμος διασχίζει το γερμανικό Σάαρ και μόνο προς το τέλος μπαίνει στη Γαλλία. Πολλοί κάτοικοι της περιοχής που (παρά την τεράστια απόσταση) δουλεύουν καθημερινά στο Λουξεμβούργο είχαν μεγάλο πρόβλημα πριν από λίγο καιρό όταν η Γερμανία έκλεισε τα σύνορα στον χτυπημένο από την πανδημία γαλλικό νομό του Μοζέλα (όπου ανήκει και η Μπιτς) με αποτέλεσμα να έρχονται στο Λουξεμβούργο μέσω Γαλλίας, διαδρομή που παίρνει περισσότερη ώρα κι έχει και διόδια.

Είχα πάει πέρυσι στη Μπιτς. Το βασικό της αξιοθέατο είναι το φρούριό της, εν είδει ακρόπολης, που δεσπόζει πάνω στην πόλη, όπως βλέπετε και στην πιο πάνω φωτογραφία. Εμένα μου αρέσουν πολύ τα φρούρια και οι οχυρώσεις, οι επάλξεις και τα κάστρα, οπότε πέρασα αρκετή ώρα εκεί πάνω κι έβγαλα πολλές φωτογραφίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Ευτράπελα, Λογοκρισία, Πρόσφατη ιστορία, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 244 Σχόλια »

Βάζουν ακόμα μαναφούκια;

Posted by sarant στο 8 Απριλίου, 2021

Στο προχτεσινό μας άρθρο είχαμε δει δυο γράμματα κλεφταρματολών προς τις αρχές της Λευκάδας. Σε ένα από αυτά, ο Γιάννης Παραβόλας γράφει: «σας περικαλώ να μην ακούετε τα μονοφίκικα ψέματα». Ο Σπ. Ασδραχάς που εξέδωσε την επιστολή διορθώνει σε «μονοφιλίκικα», λέξη που την εξηγεί ότι σημαίνει «μεροληπτικά».

Είχα γράψει ότι κατά τη γνώμη μου η διόρθωση είναι λάθος. Λέξη «μονοφιλίκικα» δεν νομίζω να υπάρχει. Όμως τύπος «μονοφίκικα» μπορεί να υπάρχει. Θα πρόκειται για παράλληλο τύπο του «μαναφούκικα» δηλ. συκοφαντικά. Μαναφούκι (από τουρκ. münafik) είναι η συκοφαντία, η διαβολή. Συνήθως στον πληθυντικό, «βάζω μαναφούκια» θα πει συκοφαντώ, διαβάλλω κάποιον.

Αυτά είχα γράψει προχτές. Μια φίλη του ιστολογίου μού έστειλε χτες μέιλ όπου μου λέει ότι τη λέξη μαναφούκια την έλεγε η γιαγιά της και μου ζητάει περισσότερες λεπτομέρειες διότι, όπως λέει, στο slang.gr δίνεται όχι τουρκική αλλά λατινική ετυμολογία. Της έγραψα μερικά πράγματα αλλά ύστερα σκέφτηκα, στο πνεύμα εξοικονόμησης πόρων που πρέπει να μας διακρίνει αυτή τη δύσκολη για την οικονομία μας περίοδο, να αναβαθμίσω την απάντηση προς τη φίλη μας σε άρθρο (ή έστω σε αρθράκι) ελπίζοντας οτι δεν θα το βρείτε (πολύ) βαρετό.

Λοιπόν, μαναφούκια είναι οι ραδιουργίες, οι συκοφαντίες, οι διαβολές. Η λέξη αυτή, που κανένα γενικό λεξικό δεν την έχει καταγράψει, συνηθως εμφανίζεται στον πληθυντικό και πολύ συχνά συντάσσεται με το ρήμα «βάζω». Βάζω μαναφούκια σημαίνει «διαβάλλω, συκοφαντώ κάποιον». Τη λέξη την έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται» αλλά εδώ θα πω περισσότερα.

Το slang.gr καταγράφει τη λέξη αλλά την ετυμολογεί ευφάνταστα: από το λατινικό focus και manus, δηλαδή τη φωτιά που ανάβει με τα χέρια, με προσάναμμα, κατά λάθος εξεπίτηδες, από κάποιο καλόπαιδο, στο μυαλό του οποίου το αποτέλεσμα της ενέργειας επιφέρει ρίγη συγκινήσεων, είτε λόγω του αναμενόμενου οφέλους, είτε απλώς για πλάκα.

Ωραίο σαν ιστορία αλλά δεν ισχύει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 93 Σχόλια »

Πλατφόρμες

Posted by sarant στο 31 Μαρτίου, 2021

Το σημερινό άρθρο είναι εν μέρει επανάληψη ενός παλιότερου αλλά δεν το κάνω μόνο ή κυρίως για να απαλλαγώ από τον κόπο της σύνταξης ενός εκτενούς και εντελώς νέου άρθρου.

Βλέπετε, το ιστολόγιο έχει βασική αποστολή να παρακολουθεί τις λέξεις της επικαιρότητας, και η λέξη «πλατφόρμα» αναμφίβολα εχει βρεθεί τις τελευταίες μέρες (όχι για πρώτη φορά) στην επικαιρότητα. Πράγματι, όπως δήλωσε πριν από λίγες μέρες ο υπουργός κ. Πιερρακάκης αναφερόμενος στα αυτοτέστ (μια και χτες πρότεινα αυτόν τον όρο, λέω να συνεχισω να τον χρησιμοποιώ):

«Εκ των πραγμάτων θα πρέπει να υπάρξει μια πλατφόρμα κυρίως για στατιστικούς λόγους, να υπάρχει μια πρώτη καταγραφή και για να έχει μια εικόνα ο ΕΟΔΥ για τους πολίτες που έκαναν το τεστ. Επιπλέον, θα υπάρξει μια πλατφόρμα για να δηλώνονται όσοι έχουν θετικό αποτέλεσμα, εφόσον το επιθυμούν. Δε θα είναι απολύτως ισοδύναμο με το να πάει ο πολίτης σε ένα διαγνωστικό κέντρο ή να καταγραφεί κεντρικά στο μητρώο Covid, αλλά θα είναι χρήσιμο».

Αλλά και για τους εμβολιασμούς χτες ανακοινώθηκε ότι «Στις 2 Απριλίου ανοίγει η πλατφόρμα emvolio.gov.gr για τις ηλικίες 65 έως 69» ενώ παρόμοιες ανακοινώσεις είχαν γινει τις προηγούμενες μέρες για άλλες ηλικιακές ομάδες. Εδώ η πλατφόρμα χρησιμοποιείται με τη σημασία ενός αυτοτελούς ιστότοπου που εκτελεί μια συγκεκριμένη λειτουργία.

Όμως, πριν από λίγο καιρό είχαμε ακούσει τον όρο «πλατφόρμες» να χρησιμοποιείται με κάπως διαφορετική σημασία, αλλά πάλι σε σχέση με το Διαδίκτυο. Και πρόσφατα στις Ηνωμένες Πολιτείες «οι επικεφαλής του Facebook, της Google και του Twitter ερωτήθηκαν από κοινοβουλευτικούς των ΗΠΑ εάν οι πλατφόρμες τους έχουν κάποιο μέρος της ευθύνης για τα επεισόδια». Πράγματι, συνηθίζεται να λέμε για τις πλατφόρμες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης εννοώντας το Φέισμπουκ ή το Ίνσταγκραμ ή κάποιο άλλο από αυτά τα μέσα.

Βλέπετε η λέξη «πλατφόρμα» έχει προσλάβει πάμπολλες σημασίες -μία από τις οποίες είναι και αυτή που εμφανίζεται στην εικόνα που συνοδεύει το άρθρο μας. Οπότε, ας λεξιλογήσουμε γι’ αυτόν τον πολυσήμαντο, πρωτεϊκό σχεδόν, όρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά, Πολιτική, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , , , | 155 Σχόλια »

Φωνάζει ο μπούλης

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2021

Τι κάνεις όταν ένας άνθρωπος με τον οποίο έχεις επανειλημμένα διαφωνήσει επικρίνει κάποιον άλλον με τον οποίο επίσης έχεις επανειλημμένα διαφωνήσει;

Παραγγέλνεις καφέ, ή, όπως το θέλει και το μιμίδιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παίρνεις ποπ κορν. Ή, γράφεις άρθρο όπως θα κάνω εγώ σήμερα.

Σπεύδω όμως να διευκρινίσω ότι ο «μπούλης» του τίτλου δεν αφορά κανέναν από τους δύο.

Λοιπόν, γράφοντας για το γνωστό επεισόδιο του ξυλοδαρμού του σταθμάρχη στο μετρό από τους δυο ανήλικους, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, τις προάλλες στην Καθημερινή, έριξε και μια μπηχτή στον Γ. Μπαμπινιώτη:

Την Ελληνίδα μάνα την έπνιξε το δίκιο. … «Τους έκανε μπούλινγκ ο παλιάνθρωπος». Κύριε Μπαμπινιώτη, ερευνήσατε πάραυτα για την ελληνική απόδοση. Δεν είναι δυνατόν η Ελληνίδα μάνα να χρησιμοποιεί τα «ξένα» για να εκφραστεί.

Ειρωνικά το λέει ο Τακης Θ., τρολάρει θα λέγαμε τον Μπαμπινιώτη και τις πρόσφατες ντιρεχτίβες του για το πώς πρέπει να λέμε το λοκντάουν, το ντελίβερι και άλλες λέξεις της επικαιρότητας.

Ωστόσο, το bullying έχει αποδοθεί στα ελληνικά. Οι υπηρεσίες της ΕΕ χρησιμοποιούν τον όρο «εκφοβισμός», συχνά «σχολικός εκφοβισμός» για το school bullying  αλλά και «κυβερνοεκφοβισμός» για το cyber bullying. Ο όρος έχει περάσει και στην ελληνική νομοθεσία.

Αλλά κάθε λέξη έχει την αξία της και τη θέση της. Το καλό μας κοστούμι είναι θαυμάσιο για ορισμένες επίσημες περιστάσεις, αλλά μέσα στο σπίτι θέλουμε κάτι πιο ευκολοφόρετο, κι όταν βγαίνουμε για τρέξιμο προτιμάμε φόρμες. Το να υπάρχουν περισσότερες από μία λέξεις για το ίδιο πράγμα, σε διαφορετικά επίπεδα ύφους, δεν είναι κακο, αντίθετα είναι πλούτος για τη γλώσσα, είναι καλό πλάι στην επίσημη απόδοση, τη θεσμική, να υπάρχει και η ανεπίσημη, η λαϊκή. Σε ενα νομοσχέδιο θα γράψεις «Λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού» (έτσι ήταν διατυπωμένο ένα άρθρο σε πρόσφατο εκπαιδευτικό νομοσχέδιο), αλλά όταν κάποιος σε κατατρέχει θα παραπονεθείς «Μου κάνεις μπούλινγκ!»

Μπορεί κανείς να πει ότι δεν είναι πολύ πετυχημένη η ελληνική απόδοση. Πράγματι, όταν είχαμε πριν απο 6 χρόνια ασχοληθεί πάλι με το θέμα, τότε με την τραγική ιστορία του παλικαριού από την Κρήτη, του Βαγγέλη Γιακουμάκη, είχα γράψει:

Η επίσημη απόδοση του bullying στην ορολογία της ΕΕ είναι «(σχολικός) εκφοβισμός». Ο όρος κοντεύει να καθιερωθεί, αλλά δεν τον βρίσκω ικανοποιητικόν. Ο όρος εκφοβισμός κατά τη γνώμη μου παραπέμπει σχεδόν αποκλειστικά σε λεκτικές απειλές, όχι σε λοιδορίες, οργανωμένη πρόγκα ή χειροδικία, που όλα αυτά μπορεί να τα έχει το μπούλινγκ. Θα προτιμούσα τον εκφοβισμό να τον κρατήσω για απόδοση του intimidation, και ένα άλλο μειονέκτημα του όρου ίσως είναι ότι ο δράστης, ο bully, θα έπρεπε να αποκληθεί «εκφοβιστής», που κάπως με ξενίζει.

Οι αντιρρήσεις μου έχουν κάποια βάση, αλλά είναι πολύ συνηθισμένο, όταν μεταφέρεις στη γλώσσα σου έναν όρο που έχει παραχθεί σε άλλη γλώσσα, να παθαίνεις «ορολογική ανασφάλεια». Εξάλλου, στα 6 χρόνια που μεσολάβησαν ο όρος «εκφοβισμός» έχει κερδίσει έδαφος, ενώ βλέπω ότι και το ουσιαστικό «εκφοβιστής» (για τον δράστη του μπούλινγκ) έχει αρχίσει να λέγεται: Γιατί ένα παιδί γίνεται εκφοβιστής.

Ωστόσο, πείσθηκα ότι μας χρειάζεται ένας φρέσκος όρος για τον δράστη του εκφοβισμού, και όχι να χρησιμοποιήσουμε το «τραμπούκος» από έναν φίλο που επισήμανε μια καίρια διαφορά ανάμεσα στον bully και στον τραμπούκο: για τον bully ο εκφοβισμός είναι διασκέδαση και αυτοσκοπός, για τον τραμπουκο είναι μέσο, εργαλείο. Κι έτσι έχει πάψει να με ξενίζει ο εκφοβιστής.

Βέβαια, η συζήτηση αυτή γίνεται έχοντας πάντοτε κατά νου πως ο λόγιος όρος που πλάσαμε (και που, έστω, έχει καθιερωθεί), θα παραμείνει να χρησιμοποιείται σε ορισμένα μονο επίπεδα ύφους. Ας μην κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλό μας, σε στιγμές φόρτισης κατά πάσα πιθανότητα το μπούλινγκ θα χρησιμοποιήσουμε, όχι τον εκφοβισμό. Είναι πιο ζωντανός όρος. «Μην κάνετε μπούλινγκ στο παιδί» θα φωνάξει κάποιος που βλέπει δυο νταήδες (να άλλη μια λέξη) να έχουν στριμώξει έναν μικρότερο. Αν χρειαστεί να γράψουμε ένα γράμμα στον διευθυντή του σχολείου, ας πούμε, μπορεί να γράψουμε «εκφοβισμός» -αν και δεν αποκλείεται να βάλουμε σε παρένθεση «μπούλινγκ» (η «bullying») για να είμαστε σίγουροι πως θα μας καταλάβει.

Ο νταής είναι ακριβής αντιστοιχία, καλύτερη από τον τραμπούκο, αλλά ίσως η απόδοση «εκφοβιστής» να είναι προτιμότερη -μπορείς να πεις «αυτός είναι ο εκφοβιστής του γιου μου» και ταιριάζει περισσότερο από το «ο νταής του γιου μου». Κι επειδή και κορίτσια μπορεί να κάνουν μπούλινγκ, η εκφοβίστρια σχηματίζεται πανεύκολα -ενώ η νταού μόνο στην Πεντέλη υπάρχει.

Πάντως, εδώ και αρκετά χρόνια έχει εμφανιστεί στην καθομιλουμένη, στα σχολεία, ο όρος «μπούλης» για το bully, παρολο που υπάρχει εδώ και αιώνες ο μπούλης με τη σημασία αρχικά του μικρού παιδιού και στη συνέχεια του πλαδαρού έφηβου ή ενήλικα.

Αυτός ο μπούλης, ο παλιός, προέρχεται από το μπέμπης –> μπεμπούλης –> μπούλης. Και βέβαια αυτή είναι η μόνη σημασία που αναγνωρίζεται στα λεξικά, τουλάχιστον προς το παρόν. Ωστόσο, στα σώματα  κειμένων βλέπω κάμποσες αναφορές σε «μπούληδες» με τη σημασία των εκφοβιστών, π.χ. Οι μπούληδες στα σχολεία και τα θύματά τους.

Εχει γούστο ότι οι δυο λέξεις, διότι διαφορετικές λέξεις είναι ο μπούλης ο αυτόχθων από τον εισαγόμενο, έχουν σχεδόν αντίθετες σημασίες -κι αυτή η συγκατοίκηση δεν είναι κάτι που μπορεί να διαρκέσει επ’ άπειρον.

Δεν αποκλείεται ο νεότερος μπούλης να εκτοπίσει τον παλαιότερο, και να καθιερωθεί και ρήμα «μπουλίζω», που καταγράφεται από το 2015 στο slang.gr, όπως βεβαια και ο μπούλης με τη σημασία του bully.

Προς το παρόν βέβαια, αν πιστέψω ένα γκάλοπ που έκανα στο Τουίτερ, η παραδοσιακή σημασια επικρατεί. Ψήφισαν πάνω από 520 και το 80% όταν ακούει «μπούλης» καταλαβαίνει τον πλαδαρό κτλ., το 7% καταλαβαίνει τον εκφοβιστή, ενώ το 13% καταλαβαίνει είτε το ένα είτε το άλλο, αναλόγως συμφραζομένων.

Που βέβαια, το αναλόγως συμφραζομένων δεν είναι πάντα αρκετό. Όταν λέμε «Φωνάζει ο μπούλης» τι εννοούμε; Φωνάζει ο μπουλης για να φοβίσει το θύμα του ή φωνάζει ο μπούλης επειδή δυο παλιόπαιδα (οι μπούληδες) τον στρίμωξαν;

Υποψιάζομαι όμως ότι οι απαντήσεις θα ήταν διαφορετικές αν η ηλικία των ερωτηθέντων ήταν νεότερη -διότι, αν και δεν το έχω ψάξει, οι περισσότεροι που με παρακολουθούν στο Τουίτερ είναι λυκόπουλα της ηλικίας μου (σειρά με τον Λέοντα Σγουρό, που έλεγε κάποιος).

Και μια τελευταία παρατήρηση. Είπαν κάποιοι ότι τους ενοχλεί το «μπούλινγκ» και προτιμούν «μπούλιινγκ». Αλλά όταν μιλάμε αγγλικά, ασφαλώς και θα πούμε bullying. Όταν ομως μιλάμε ελληνικά, θα πούμε μπούλινγκ. Μην αρχίσουμε τώρα και προφέρουμε γαλλοπρεπώς το αμπραγιάζ και το μοντάζ!

ΥΓ Θυμίζω, αύριο στις 4 μ.μ. όλοι στις τηλεοράσεις σας, στο κανάλι της Βουλής, στο ντοκιμαντέρ του Μιχάλη Αναστασιου Ο λόγος της γραφής, Ιδού και το τρέιλερ (ρυμουλκούμενο κατά Μπαμπινιώτην):

https://vimeo.com/502605043

Posted in Αργκό, Γλωσσικά δάνεια, Εκπαίδευση, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , , , | 190 Σχόλια »

Υπάρχουν λεφτόδεντρα;

Posted by sarant στο 5 Μαΐου, 2020

Συνήθως, η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου είναι κατηγορηματικά αρνητική. Θα έλεγα μάλιστα πως η λέξη «λεφτόδεντρο» έχει ακριβώς το χαρακτηριστικό πως, όσοι τη χρησιμοποιούν υποστηρίζουν πως τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει.

Στην πρόσφατη συζήτηση στην κορονοβουλή (τη λέω έτσι αφού λειτουργεί υποτυπωδώς και με σύνθεση ανάγκης) ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι το λεφτόδεντρο μαράθηκε το 2015, στα τέλη Μαρτίου ο κ. Πέτσας υπερασπίστηκε το μέτρο της εκ περιτροπής εργασίας με αμοιβή 50% ακριβώς με το επιχείρημα ότι «δεν υπάρχουν λεφτόδεντρα».

Φυσικά ο όρος εμφανίζεται συχνά και σε άρθρα εφημερίδων ή σε πολιτικές αντιπαραθέσεις, διαδικτυακές ή διά ζώσης.

Να του αφιερώσουμε λοιπόν το σημερινό σημείωμα.

Tα «λεφτόδεντρα» είναι όρος της παραπολιτικής αργκό και δεν υπάρχει σε γενικά λεξικά. Τον βρίσκουμε όμως στο slang.gr, σε λήμμα του 2013, με τον εξής ορισμό:

Φανταζόμαστε ένα παραδείσιο δέντρο που έχει λεφτά αντί για καρπούς και οι άνθρωποι το μόνο που χρειάζεται να κάνουν είναι να σηκώσουν το χέρι τους και να τα πάρουν. Δεν χρειάζεται ούτε να δουλέψουν, ούτε να σπάζουν το κεφάλι τους πώς θα ζήσουν.

Στην Ελλάδα της κρίσης ο όρος λεφτόδεντρο χρησιμοποιείται συχνά στο πλαίσιο ενός κυρίαρχου ντίσκουρς που ασκεί κριτική για έλλειψη υπευθυνότητας. Λ.χ. για τις δεκαετίες της μεταπολίτευσης που (υποτίθεται ότι) τρώγαμε δανεικά που δεν έβγαιναν από παραγωγικές διαδικασίες και όλοι ζούσαμε σε μια εδεμική αφέλεια. Ή μπορεί αντιστρόφως να καυτηριάζονται και οι πολιτικοί του σήμερα που νομίζουν ότι έχουν βρει λεφτόδεντρο φορολογώντας τους ίδιους πάντα μισθωτούς, συνταξιούχους, επιχειρήσεις, χωρίς να προωθείται αποτελεσματικά η ανάπτυξη. Επίσης, για λεφτόδεντρο μιλάμε σε περιπτώσεις τύπωσης πληθωριστικού χρήματος. Ή όταν περιμένουμε να βγάλουμε χρήμα από μία μοναδική πηγή την οποία υπερεκμεταλλευόμαστε, όπως λ.χ. ο τουρισμός, αδιαφορώντας να βρούμε άλλες. Γενικά, σε αυτές και άλλες περιπτώσεις ο σκοπός είναι να θιγεί η έλλειψη υπευθυνότητας και η παιδικότητα με την οποία κάποιος νομίζει ότι θα έχει λεφτά χωρίς να δουλεύει, παράγει κ.ο.κ. (Τα παραπάνω δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο συμπολίτες μας να ονειρεύονται ειλικρινώς και χωρίς διάθεση (αυτο)ειρωνείας την ύπαρξη λεφτόδεντρων).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αγγλικά, Επικαιρότητα, Νεολογισμοί, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 324 Σχόλια »

Κουκούνι

Posted by sarant στο 19 Μαρτίου, 2020

Στο διάγγελμά του για την πανδημία του κορονοϊού, ο πρωθυπουργός, ανάμεσα στ’ άλλα, είπε:

Οι συναθροίσεις αποτελούν τις μεγαλύτερες παγίδες. Γι’ αυτό και τις απαγορεύουμε. Μένουμε, λοιπόν, σπίτι. Αυτό που άλλοτε το είπαν cocooning και έγινε τάση και μόδα για τους νέους, σήμερα είναι ανάγκη και χρέος για όλους.

Η συμβουλή είναι σωστή, βέβαια, αλλά εμείς εδώ υποτίθεται ότι λεξιλογούμε, έστω και υπό τη δαμόκλεια σπάθη του κορονοϊού, οπότε θα σταθούμε, αρχικά, όχι στο πράγμα αλλά στη λέξη, σε «αυτό που άλλοτε το είπαν cocooning».

Τι είναι το κοκούνινγκ; Οι παλιότεροι (αλλά όχι πολύ πολύ παλιοί) θα το θυμούνται, αλλά δεν ξέρω αν το ξέρουν και οι πιο νέοι, ας πούμε οι κάτω των σαράντα -θα έλεγα «κάτω των 30» αλλά πόσοι μας διαβάζουν (και σχολιάζουν) σε αυτήν την ηλικιακή κατηγορία;

Αν δεν ξέρετε τη λέξη, δεν θα βρείτε ορισμό της στα συνήθη λεξικά, αλλά το slang.gr τη λημματογραφεί και την ορίζει με αρκετό μπρίο:

Από το αγγλικό cocooning, όπου cocoon = το κουκούλι του μεταξοσκώληκα, της κάμπιας κλπ.

Κάνω κοκούνινγκ σημαίνει αποκηρύσσω για ένα διάστημα φίλους, παρέες, μπαράκια κλπ και κλείνομαι μέσα στο προστατευτικό περίβλημα του σπιτιού μου όπου έχω προηγουμένως αποθηκεύσει:

  1. ποσότητα έτοιμων φαγητών, παγωτού και σοκολάτας ικανή να αντιμετωπίσει την επαύριο πυρηνικού ολοκαυτώματος.
  2. ένα καπνοχώραφο τσιγάρα, ή/και μια φυτεία – αναλόγως
  3. τα ‘Φιλαράκια’ – την πλήρη σειρά DVD 1994-2004, δηλ. 238 επεισόδια (πιστέψτε με, το έχω ψάξει).

Για το διάστημα που διαρκεί το κοκούνινγκ απλώς σέρνομαι από το κρεβάτι στο ψυγείο και από το ψυγείο στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση και τούμπαλιν. Δεν απαντώ στο τηλέφωνο και φυσικά δεν βγαίνω έξω – δεν έχω λόγο να πάω καν στο περίπτερο ή στην Έβγα διότι αυτά τα έχω προβλέψει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αντιδάνεια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Παρίσι | Με ετικέτα: , , | 241 Σχόλια »

Χαλαρά στις κάλπες

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2019

Χτες ταξίδευα, οπότε δεν προλάβαινα να γράψω άρθρο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, καταφεύγω συνήθως στη λύση της αναδημοσίευσης κάποιου παλιότερου άρθρου -και αυτό θα κάνω και σήμερα. Κι επειδή μεθαύριο έχουμε εκλογές, αναδημοσιεύω ένα άρθρο εκλογικό ή μάλλον λεξιλοεκλογικό, που αρχικά είχε δημοσιευτεί μερικές μέρες πριν από τις εκλογές του 2014. Το έχω επικαιροποιήσει βέβαια σε σχέση με τις αναφορές στα πολιτικά πράγματα.

Μεθαύριο ψηφίζουμε, και όχι σε μία αλλά σε τρεις ή τέσσερις κάλπες: ψηφίζουμε για τις ευρωπαϊκές εκλογές και για τον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών. Και οι μεν αυτοδιοικητικές εκλογές έχουν τοπικό χαρακτήρα, αν εξαιρέσουμε τους μεγάλους δήμους και τις περιφέρειες, αλλά στις ευρωεκλογές συμμετέχουν τα πολιτικά κόμματα, που πρόκειται να αναμετρηθούν και στις βουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου.

Λένε για τις ευρωπαϊκές εκλογές, σε αντιδιαστολή με τις βουλευτικές, ότι χαρακτηρίζονται από τη λεγόμενη «χαλαρή ψήφο». Εφόσον δεν θα αναδείξουν δηλαδή κυβερνηση της χώρας, θεωρείται ότι ο ψηφοφόρος ψηφίζει σε αυτές πιο ελεύθερα, χωρίς να σκέφτεται διλήμματα. Κι αυτό ίσως επιβεβαιώνεται αν πάμε με το λεξικό, αφού η βασική μεταφορική σημασία της λέξης χαλαρός είναι «αυτός που αφήνει περιθώρια ανεξαρτησίας, ελευθερίας ή ελευθεριότητας».

Πρόσφατα ο Κ. Μητσοτάκης διαφώνησε με την ιδέα της χαλαρής ψήφου και υποστήριξε ότι «σε αυτή την κάλπη δεν έχει θέση η χαλαρή ψήφος» ενώ αλλού γράφτηκε ότι «χαλαρή ψήφος σημαίνει ψήφος στον Τσίπρα». Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας, δηλαδή.

Επειδή όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε, θα πούμε λίγο περισσότερα για τη λέξη ‘χαλαρός’. Είναι αρχαία λέξη και διατηρήθηκε μέσα στα χρόνια απαράλλαχτη τόσο στη μορφή της όσο και στην κυριολεκτική σημασία της, κάτι που δεν συμβαίνει με πάρα πολλές νεοελληνικές λέξεις που υπάρχουν και στα αρχαία (περισσότερες είναι εκείνες που έχουν αλλάξει σημασία λίγο ή πολύ). Η λέξη χαλαρός στα αρχαία παράγεται από το ρήμα «χαλάω, χαλώ», το οποίο επίσης υπάρχει στα νέα ελληνικά αλλά είναι παράδειγμα λέξης που άλλαξε σημασία, διότι αρχικά σήμαινε ‘χαλαρώνω, λύνω’.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Εκλογές, Στρατός, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 156 Σχόλια »

Κορεκτίλα, μια λέξη που αντιπαθώ

Posted by sarant στο 16 Μαΐου, 2019

Μια λέξη σχετικά καινούργια, μια λέξη στην οποία θ’ αφιερώσουμε το σημερινό μας άρθρο.

Μια λέξη που δεν την έχουν τα γενικά λεξικά μας, ούτε καν το ηλεκτρονικό και υπό κατασκευή ΜΗΛΝΕΓ, ίσως δίκαια, αφού είναι καινούργια. Την έχει ομως, από το 2011, το slang.gr. Άρα είναι λέξη της αργκό; Πιο πολύ της καθομιλουμένης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης θα έλεγα -αλλά αν αναδιφήσετε τα σώματα κειμένων (λέγε με γκουγκ) θα τη δείτε να χρησιμοποιείται και σε εφημερίδες, και σε δηλώσεις πολιτικών -άρα, δεν είναι αργκό με την κλασική έννοια της λέξης.

Τι είναι κορεκτίλα; Θα προσπαθήσω να δώσω έναν ορισμό. Θα έλεγα πως κορεκτίλα είναι μειωτικός χαρακτηρισμός για αυτό που λέμε «πολιτική ορθότητα», αν και κάποιοι θα έλεγαν πως είναι η υπερβολική ή άτεγκτη τήρηση των επιταγών της πολιτικής ορθότητας.

Ο όρος είναι ξεκάθαρα μειωτικός, άλλωστε η χρήση του επιθήματος -ίλα σχεδόν αναπόδραστα δίνει αρνητική χροιά. Ακόμα κι όταν δεν πρόκειται για μια δυσάρεστη οσμή (ιδρωτίλα, ποδαρίλα, τσιγαρίλα) ή κατάσταση (σαπίλα), οι λέξεις σε -ίλα έχουν σημασία αρνητική. Όταν λέμε «ασπρίλα» δεν εννοούμε απλώς ότι κάτι είναι άσπρο -λέμε ότι είναι άσπρο ενώ δεν θα έπρεπε να είναι· αν θέλαμε να το περιγράψουμε ουδέτερα θα λέγαμε «ασπράδα», αν θέλαμε να το παινέψουμε θα λέγαμε «λευκότητα»· η ασπρίλα δεν μπορεί παρά νάναι αρνητική. Παρομοίως, όταν λέμε π.χ. «τυρίλα» δεν εννοούμε την ευχάριστη ή τη γαργαλιστική μυρωδιά του τυριού -εννοούμε τη βαριά, ενοχλητική, υπερβολική μυρωδιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί, Πολιτική ορθότητα | Με ετικέτα: , , , | 220 Σχόλια »

Γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν

Posted by sarant στο 14 Μαρτίου, 2019

Με ρώτησαν γιατί το λέμε έτσι και τι ρόλο παίζουν τα κουκιά. Έχω μια θεωρία, που δεν είναι πλήρης -οπότε με το σημερινό άρθρο ρίχνω μισοάδεια ελπίζοντας να πιάσω (πιο) γεμάτα.

Ο λόγος, για τον μάγκικο χαιρετισμό «Γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν». Ας τον ακούσουμε:

Πρόκειται, σύμφωνα με το slang.gr, για «κλασικό μάγκικο χαιρετισμό». Το slang.gr προχωράει στην εξής ανάλυση:

Κλασικός μάγκικος χαιρετισμός, ο οποίος αναλύεται ως εξής:

1) Γειαχαραντάν (= γεια + χαρά + νταν): Το πολύ δημοφιλές «γεια χαρά» στην καθομιλουμένη, ευχή για υγεία και χαρά δηλαδή. Το «νταν» κατά 99,9 % αποτελεί μάγκικη προσθήκη άνευ ιδιαίτερης σημασίας, ούτως ώστε να κάνει ρίμα με το ακόλουθο «και τα κουκιά μπαγλάν». Εκτός εάν υπήρξε όντως κάποιος Μέγας Φιλέλλην μαγκίτης ονόματι Dan, στον οποίο απευθύνονται οι χρήστες της φράσης από σεβασμό στο όνομά του.

2) και τα κουκιά μπαγλάν: αναφέρεται στο παίξιμο του κομπολογιού, στη χαρακτηριστική κίνηση δηλαδή, τινάγματος των χαντρών (=κουκιά) προς τα πίσω και τον χαρακτηριστικό ήχο που παράγεται.

Σημείωση: το (2) (και τα κουκιά μπαγλάν) δύναται να ακολουθεί και άλλη φράση πέρα του «γειαχαραντάν» αρκεί να παράγεται ρίμα.

Σε σχόλιο προστίθεται ότι το μπαγλάν πρέπει να προέρχεται από το τούρκικο bağlanmak = δεμένος.

Είναι μια θεωρία συνεκτική, γι’ αυτό και πειστική. Οι χάντρες του κομπολογιού όντως λέγονται και κουκιά ενώ από το ρήμα bağlamak προέρχεται και το δικό μας «μπαγλαρώνω».

Ωστόσο, έχω πολλές επιφυλάξεις για τη θεωρία αυτή, που νομίζω πως είναι χτισμένη πάνω στην εικόνα που έπλασε ο Χάρρυ Κλυνν στο απόσπασμα που είδαμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Αργκό, Κωνσταντινούπολη, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 207 Σχόλια »

Από τον μπαμπακόσπορο στα γκαφρά: οι 50 αποχρώσεις των χρημάτων

Posted by sarant στο 5 Οκτωβρίου, 2018

Το σημερινό άρθρο ξεπήδησε από μια συζήτηση στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, στην οποία έγινε λόγος για τους πάμπολλούς τρόπους που έχουμε στη γλώσσα μας για να αναφερθούμε στα χρήματα.

Σκέφτηκα λοιπόν να μαζέψω εδώ όσα ακούστηκαν σε εκείνη τη συζήτηση, σχολιασμένα, να εμπλουτίσω και τον κατάλογο (άντλησα πολύ υλικό από το slang.gr), και βέβαια να σας καλέσω να προσθέσετε κι εσείς τον… οβολό σας. Κάτι ανάλογο, θυμίζω, είχαμε κάνει σχετικά πρόσφατα με τις εκφράσεις για το μεθύσι, οπότε είχαμε δει τις 50 αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια, στο ιστολόγιο έχουμε επανειλημμένα αναφερθεί στα συνώνυμα των χρημάτων. Ξεσηκώνω μια παράγραφο από παλιό μου άρθρο:

Διότι βέβαια, όταν ο Δημοσθένης φώναζε στην εκκλησία του δήμου: «δει δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων» δεν εννοούσε τα πράγματα, ούτε τα χρειώδη, αλλά ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια, τα στάμενα· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, τα λιανά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο, το παραδάκι, το αρζάν· τα δίφραγκα, τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, τα πετσετάκια, τα ευρώπουλα, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών -και ελπίζω να μη με θεωρήσετε ασεβή που κόλλησα πλάι στους αρχαίους μας προγόνους τις αργκοτικές ονομασίες της τρέχουσας επικαιρότητας, που ασφαλώς μερικές θα αποδειχτούν εφήμερες και θα ξεχαστούν σε μερικές δεκαετίες, όπως έχει σχεδόν ξεχαστεί σήμερα ο «μπαμπακόσπορος» τον οποίο απαιτούσαν οι ήρωες των Χαλασοχώρηδων του Παπαδιαμάντη για να πουλήσουν την ψήφο τους.

Εδώ θα αναφέρουμε περισσότερες ακόμα ονομασίες, με κάποιον σχολιασμό σε ορισμένες περιπτώσεις. Καλείστε να συμπληρώσετε τον κατάλογο. Για να πάρουμε μπρος, βάζω ένα τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη (δικοί του και οι στίχοι) πολύ σχετικό με το θέμα μας, Τα λεφτά:

Λοιπόν, σε αλφαβητική σειρά:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά, Χρήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 224 Σχόλια »

Νοικοκυραίοι και νοικοκύρηδες

Posted by sarant στο 26 Σεπτεμβρίου, 2018

Η θανάτωση του Ζακ Κωστόπουλου έφερε ξανά στη δημόσια συζήτηση τον όρο «νοικοκυραίοι».

Σταχυολογώ τίτλους πρόσφατων δημοσιευμάτων: Οι «νοικοκυραίοι» και το τέρας, στην ΕφΣυν, Ο Ζακ ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος που τον δολοφόνησαν οι «νοικοκυραίοι» της Μαρίας Λούκα στην Popaganda, Οι άριστοι «νοικοκυραίοι» και οι απειλές για την κοινωνία τους στο altsantiri, Φονιάδες των λαών νοικοκυραίοι στον Provocateur (το σύνθημα προϋπήρχε) με τη λέξη αυτή, που τη βρίσκω επίσης και σε πόλλά άλλα άρθρα, καθώς και σε αμέτρητες δημοσιεύσεις στο Φέισμπουκ.

Σπεύδω να διευκρινίσω πως δεν συμφωνώ κατ΄ανάγκη με το περιεχόμενο των άρθρων (δεν τα έχω άλλωστε διαβάσει όλα), ούτε δέχομαι υποχρεωτικά ότι τον Ζακ τον δολοφόνησαν νοικοκυραίοι εντός ή εκτός εισαγωγικών -δύο-τρία άτομα άλλωστε είδαμε να τον κλωτσούν με δύναμη στο κεφάλι, όχι κάποιο πλήθος.

Αλλά προς το παρόν εδώ λεξιλογούμε. Και θα λεξιλογήσουμε για τη λέξη «νοικοκυραίοι» και τη διαφορά της, αν υπάρχει, από τους νοικοκύρηδες.

Ν’ αρχίσουμε από την αρχή. Ο νοικοκύρης είναι λέξη που εμφανίστηκε στα μεσαιωνικά χρόνια. Ανάγεται στο οικοκύριος > οικοκύρης. Και από τον οικοκύρη, ακριβώς με τη συνεκφορά «τον οικοκύρη» που οδήγησε σε επανανάλυση: «τον οικοκύρη» –> «το νοικοκύρη» πλάστηκε η νέα ονομαστική νοικοκύρης. Αυτή η επανανάλυση έχει επίσης δώσει τύπους όπως μπαλάσκα (την παλάσκα), γκαμήλα (την καμήλα), κτλ. αλλά ο νοικοκύρης είναι το μοναδικό παράδειγμα της κοινής νεοελληνικής όπου από την επανανάλυση προστίθεται αρχικό νι σε λέξη από φωνήεν. Λέω «της κοινής» διότι σε διαλέκτους ή στην αργκό έχουμε κι άλλα παραδείγματα, π.χ. ο νώμος (τον ώμο).

Ο νοικοκύρης σχηματίζει τον πληθυντικό «οι νοικοκύρηδες» και, σε πιο ανεπίσημο ύφος, «οι νοικοκυραίοι». Αυτός ο πληθυντικός σε -αίοι έχει ενδιαφέρον.

Το παραγωγικό τέρμα -αίοι έχει την αφετηρία του σε αρχαία επίθετα πχ αγοραίος, κορυφαίος, τελευταίος, που παράγονταν από ουσιαστικά σε -α (ή σε α μακρό που είχε τραπεί σε η στην αττική και ιωνική διάλεκτο) με το επίθημα -ιος. Εμφανίστηκε κατ’ αρχάς ως πατριδωνυμικό: Αθηναίοι, Ρωμαίοι. Φυσικά, εδώ ο ενικός είναι Αθηναίος, Ρωμαίος.

Από τα μεσαιωνικά χρόνια αρχίζει να εμφανίζεται το επίθημα -αίοι στον πληθυντικό λέξεων που δεν έχουν ενικό σε -αίος, πχ καβαλαραίοι, Σαρακηναίοι, κι έτσι αυτονομήθηκε.

Σήμερα, εμφανίζεται καταρχάς ως επίθημα σε πληθυντικούς οικογενειακών ονομάτων, και μάλιστα πολλές φορές με τη σημασία όλων των μελών μιας ευρύτερης οικογένειας, για το σόι δηλαδη, π.χ. οι Κολοκοτρωναίοι. Λέγεται βέβαια και για μια πυρηνική οικογένεια, πχ μας έκαναν επίσκεψη οι Παπαδοπουλαίοι. Από εκεί και τα πάμπολλα τοπωνύμια σε -αίικα (ή -έικα αν προτιμάτε).

Επίσης, το -αίοι εμφανίστηκε ως επίθημα για τον σχηματισμό παράλληλων τύπων του πληθυντικού αρσενικών ουσιαστικών, συνήθως σε -ης, που δηλώνουν επάγγελμα ή ιδιότητα: μουσαφιραίοι (παράλλ. τ. του μουσαφίρηδες), τσαγκαραίοι, φουρναραίοι, νοικοκυραίοι, καπεταναίοι. Κάποτε ο τύπος αυτός είναι σαφώς μειωτικός (π.χ. σκουπιδιαραίοι), κάποτε όχι. Οι νοικοκυραίοι ως πρόσφατα δεν είχαν μειωτική χροιά. Πάντως, οι τύποι σε -αίοι είναι λαϊκότεροι, οικειότεροι. Προσθέστε αν θέλετε στον κατάλογο και άλλους τύπους πληθυντικού σε -αίοι (που να μην έχουν ενικό σε -αίος, δηλ. όχι οι νεολαίοι).

Να προσεχτεί ότι ο πληθυντικός αυτός δεν έδινε -τουλάχιστον ως τώρα- νέο ενικό, δηλαδή λέμε μεν οι μουσαφιραίοι αλλά όχι ο μουσαφιραίος. Πρέπει επίσης να αναφέρουμε τη λέξη «οι νοματαίοι», χωρίς ενικό, όπου ο παράλληλος τύπος υπερτερεί σαφώς έναντι του «κανονικού» τύπου «οι νομάτοι» (Η λέξη έχει ενδιαφέρουσα ετυμολογία: τα ονόματα -> οι ονομάτοι -> οι νομάτοι -αξίζει αρθράκι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 314 Σχόλια »

Ισαποστάκιας, μια απλολογία εν τω γεννάσθαι

Posted by sarant στο 20 Σεπτεμβρίου, 2018

Ισαποστασάκιας ή ισαποστάκιας είναι χαρακτηρισμός για κάποιον που δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση σε ένα ζήτημα, που κρατάει αποστάσεις και από τις δύο αντιτιθέμενες απόψεις, ιδίως σε περιόδους έντονης πόλωσης. Είναι λέξη σχετικά πρόσφατη, σίγουρα τούτου του αιώνα, ίσως και της τρέχουσας δεκαετίας.

Η λέξη είχε προταθεί στην ψηφοφορία που κάναμε πέρυσι τον Δεκέμβρη για τη Λέξη του 2017, αλλά η εφορευτική επιτροπή (ο Στάζιμπος κι εγώ) δεν την επέλεξε στον τελικό κατάλογο που τέθηκε σε ψηφοφορία. Μάλλον λάθος κάναμε, λέω τώρα που το ξανασκέφτομαι. Ασφαλώς θα πρέπει να μπει στη φετινή ψηφοφορία, εμείς να’μαστε καλά να τη διοργανώσουμε.

Ο χαρακτηρισμός, και μόνο από την κατάληξη -άκιας, είναι μειωτικός. Ίσως θα άξιζε χωριστό άρθρο για να συγκεντρώσουμε τις λέξεις που έχουν αυτή την κατάληξη, που βέβαια πολλές αποτελούν εφήμερους σχηματισμούς, αλλά πάντως δύσκολα θα έβρισκε κανείς ανάμεσά τους κάποια που να μην έχει έστω και ελαφριάν απόχρωση υποτιμητική ή ειρωνική ή μειωτική -από τον γκομενάκια, τον γυαλάκια και τον τυχεράκια ίσαμε τον καλοπερασάκια, τον τηλεορασάκια και τον βολεψάκια, για να μην πάμε στον τσαντάκια και τον κοκάκια. Το Αντίστροφο λεξικό έχει κάτι λιγότερο από 40 λέξεις σε -άκιας, και πάω στοίχημα πως όταν και αν γράψουμε αυτό το χωριστό άρθρο θα βρούμε κι άλλες, αλλά σε τούτο το άρθρο ας μην απομακρυνθούμε από τον ισαποστάκια.

Κατά το slang.gr, ο χαρακτηρισμος «ισαποστάκιας» ή «ισαποστασάκιας» λέγεται για κάποιον «που όταν συμβαίνει κάτι κατάφωρα άδικο ή εξωφρενικό δεν εξοργίζεται με τον θύτη αλλά προσπαθεί να τηρήσει ίσες αποστάσεις μεταξύ του θύτη και του θύματος, ώστε να τα έχει καλά με όλους, ή να μη χρειαστεί να βγει από το μικροαστούλικό του βόλεμα». Όμως νομίζω πως είναι πολύ μερικός αυτός ο ορισμός.

Υπάρχει όμως και ο παράλληλος τύπος, ισαποστασίτης. Το slang.gr καταχωρεί και αυτόν τον τύπο και δίνει τον εξής ορισμό, που βρίσκω ότι είναι ακριβέστερος, πάντοτε γλαφυρά διατυπωμένος στο σλανγκρικό στιλ: Αυτός που σε συνθήκες πόλωσης δεν τάσσεται με τη μία από τις δύο πλευρές, αλλά επιμένει να έχει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να μείνει ουδέτερος ή με διάφορες αλχημείες και ναιμεναλλιές να προσπαθεί να μην πάρει σαφή θέση αλλά να παίζει τον κουλ τύπο, που είναι και καλά υπεράνω, είναι νηφάλιος, αντικειμενικός κ.τ.λ. Όπως είναι αναμενόμενο, και όπως του αξίζει άλλωστε, κατά κανόνα τα ακούει τελικά και από τις δύο πλευρές, ιδίως στη θερμόαιμη Ελλάδα μας. Κυκλοφορεί και ως ισαποστασάκιας, αλλά τις τελευταίες μέρες (Ιούνιος 2015) με την πόλωση μεταξύ μενουμευρώπηδων και συριζανέλ το βλέπω να κάνει μια καριέρα και ως ισαποστασίτης. Ορισμένες φορές οι ισαποστασίτες κατηγορούνται ότι δεν είναι απλά γενικά ισαποστασίτες, αλλά ότι είναι ισαποστασίτες για τακτικούς λόγους μόνο για ένα θέμα που δεν τους συμφέρει, ενώ λίγο μετά ξεσπαθώνουν και μιλάνε με πάθος για άλλο θέμα που τους συμφέρει.

Ωστόσο, ο ισαποστασίτης, παρόλο (ή επειδή;) έχει ουδέτερη κατάληξη, χρησιμοποιείται λιγότερο από τον ισαποστασάκια/ισαποστάκια.

Ο όρος, είπαμε, είναι μειωτικός, κρύβει μια μομφή. Όποιος τον χρησιμοποιεί, θεωρεί ότι ο ισαποστασάκιας κακώς τηρεί ίσες αποστάσεις, και αυτό το πιστεύει επειδή ο ίδιος θεωρεί πως η μία από τις αντιτιθέμενες πλευρές έχει συντριπτικά το δίκιο με το μέρος της, οπότε εξεγείρεται με τον ισαποστασάκια.

Λογιότερα, τον ισαποστασάκια μπορεί να τον λέγαμε Πόντιο Πιλάτο ή να τον επικρίναμε διότι ακολουθεί τακτική Πόντιου Πιλάτου δηλ. νίπτει τας χείρας του και αρνείται να αναμιχθεί περισσότερο. Για κάποιον που επαμφοτερίζει, λέμε πως είναι «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ» ή πως «πατάει σε δυο βάρκες». Τα θέματα αυτά τα έχουμε πιάσει σε παλιότερο άρθρο, όπου αναφερθήκαμε και σε άλλες εκφράσεις αυτού του φάσματος. Μου αρέσει μια όχι πολύ γνωστή έκφραση, «και στον κλέφτη ψωμί, και στον χωροφύλακα χαμπέρι», που μπορεί να χρησιμοποιηθεί επικριτικά  αλλά είναι βγαλμένη από τη ζωή, αφού αυτή ακριβώς η στάση ήταν ο κανόνας επιβίωσης των χωρικών την εποχή της «ληστοκρατίας».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ιστορίες λέξεων, Μεταμπλόγκειν, Νεολογισμοί, Πολιτική, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 220 Σχόλια »

Ζωώδεις καταστάσεις

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2018

Το σημερινό άρθρο το εχω δανειστεί από μια συζήτηση που έγινε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, στην οποια συμμετεχω (και σας προτρέπω να γίνετε μέλη, αν χασομεράτε και στο Φέισμπουκ). Οπότε, τα περισσότερα λήμματα του καταλόγου που ακολουθεί τα  έχουν βρει οι φίλοι που συμμετείχαν στη συζήτηση. Εγώ εμπλούτισα τον κατάλογο, τον έβαλα σε αλφαβητική σειρά και έγραψα και μερικά πράγματα για το κάθε λήμμα. Μερικά σπανιότερα λήμματα τα έχω με αστερίσκο.

Το ζητούμενο είναι να βρουμε ρήματα που περιγράφουν ανθρώπινες συμπεριφορές ή καταστασεις παραπέμποντας μεταφορικά σε χαρακτηριστικά ή σε ιδιότητες ζώων, όπως σκυλιάζω, κορακιάζω ή μουλαρώνω.

Να διευκρινίσω ότι δεν μας ενδιαφέρουν ρήματα που δηλώνουν την ενέργεια που κάνουμε στο/με το ζώο, όπως ψαρεύω ή ιππεύω, έστω κι αν το ψαρευω μπορεί να χρησιμοποιηθεί και μεταφορικά.

    • αλαφιάζω: τρομάζω καποιον· αλαφιάζομαι: τινάζομαι τρομαγμένος, ξαφνιασμένος, όπως το αλάφι (ελάφι).
    • *αλεπογανίζω: Χρονοτριβώ με άσκοπες μετακινήσεις εδώ κι εκει, όπως η αλεπού, η οποία, κατά την κοινή αντίληψη, κάνει ελιγμούς για να χαθούν τα ίχνη της.
    • *αλεποτινάζω: Αρπάζω κάποιον με δύναμη και τον τινάζω, όπως τα σκυλιά την αλεπού.
    • *αλεπουδεύω, ιδίως στα ποντιακά με τη μορφή λαπουδεύω. Αναλαμβάνω σωματικές δυνάμεις μετά από αρρώστια. Και αναλαμβάνω οικονομικά.
    • *αλεπουδίζω: Κάνω πονηριές και τσαλιμάκια, αν πιστέψω κάποιες αναφορές στο Διαδίκτυο. Και το αρχαίο αλωπεκίζω.
    • αλωπεκίζω. Βλ. παραπάνω.
    • αποκτηνώνομαι: Με τον γενικό όρο, φερομαι σαν ζώο, κυριαρχούμαι από κατώτερα ένστικτα.
    • αραχνιάζω: βρίσκομαι σε κατάσταση εγκατάλειψης, ερήμωσης. Είμαι παρατημενος. (Μπορεί να νοηθεί και κυριολεκτικά, για μέρος που έχει γεμίσει με ιστούς αράχνης).
    • αρκουδίζω: περπατάω με τα τέσσερα, μπουσουλάω.
    • *βοϊδοδουλεύω: εργάζομαι σκληρά και επίμονα, σαν το βόδι. Ηπειρώτικο.
    • *βοϊδοκοιμάμαι: κοιμάμαι βαθιά. Ηπειρώτικο.
    • *βοϊδοπεικάζω (ή *βοϊδονιώθω): είμαι αργόστροφος σαν το βόδι.
    • γαϊδουρεύω και γαϊδουροφέρνω: φέρνομαι με τρόπο αγροίκο, βάναυσο.
    • γαϊδουρίζω: όπως παραπάνω. Και με τη σημασία «πεισμώνω» (βλ. μουλαρώνω)
    • *γαϊδουρογυρίζω και *γαϊδουροκαθίζω: εξευτελίζω, διαπομπεύω κάποιον (και κυριολεκτικά, τα παλιά χρόνια)
    • *γουρουνεύω ή γουρουνίζω: συμπεριφέρομαι άπρεπα, με τρόπο αγροίκο.
    • γουρουνιάζω: νεότερη αργκό παραλλαγή, πολύ κοινή, που λέγεται ιδίως όταν κάποιος τρώει πολύ και χωρίς τακτ, αλλά λέγεται και για άλλες μορφές κραιπάλης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ετυμολογικά, Ευτράπελα, Ζωολογία, Λογολογία, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 232 Σχόλια »

κουρου

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2018

Την πρώτη φορά που με πήγε ο πατέρας μου, πιτσιρικά, να φάω τυρόπιτα από το Άριστον, στην οδό Βουλής, δεν τον άκουσα να την παραγγέλνει, είδα όμως στη βιτρίνα που έγραφε ΤΥΡΟΠΙΤΑ ΚΟΥΡΟΥ και σκέφτηκα «Τυρόπιτα Κούρου». Ήξερα τους Κούρους από το Μουσείο, δεν θυμαμαι ακριβώς πώς τους συσχέτισα με τις τυρόπιτες, πάντως το βρήκα λογικό -ίσως σκέφτηκα πως ονομάστηκαν έτσι προς τιμή τους.

Αργότερα, άκουσα που τις προφέρανε «τυρόπιτα κουρού» και κατάλαβα πως είχα κανει λάθος, αν και δεν ήξερα τι σημαίνει αυτό το «κουρού», γιατί τις λένε έτσι. Ρώτησα εδώ κι εκεί τι θα πει κουρού, δεν ξέραν να μου πούνε, ξέρανε όμως πως οι τυρόπιτες αυτές λέγονταν έτσι. Ήταν οι εποχές οι προϊντερνετικές, που οι απορίες μας δεν απαντιούνταν αμέσως.

Κάποτε έμαθα ότι αυτό το κουρού είναι το τουρκικό kuru που θα πει ξερός. Ο σημερινός ιδιοκτήτης του αρτοποιείου Άριστον εξηγεί: Ο παππούς λοιπόν, πήγε στην Κωνσταντινούπολη πριν το 1900, δούλεψε σε κάποιο τυροπιτάδικο, πήρε τη συνταγή και έφερε την τυρόπιτα στην Αθήνα. Εκείνη την εποχή, την ονόμαζαν στην Κωνσταντινούπολη «κουρού», που σημαίνει ξερή, ζύμη χωρίς λιπαρά.

Αλλού είδα την εξήγηση πως η τυρόπιτα λέγεται κουρού επειδή είναι χωρίς σφολιάτα. Πάντως το τουρκικό kuru πράγματι θα πει ξερός, σκέτος.

Στο λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής δεν έχει λήμμα «κουρού», εχει μόνο τα κουραφέξαλα, τον κούρο και την κουρούνα. Ούτε το λεξικό του Μπαμπινιώτη, τουλάχιστον στην έκδοση που έχω, καταγράφει τη λέξη. Έχει το κουρο-σίβο, αλλά όχι το κουρού, ίσως επειδή για το κουρού δεν έγραψε ο Καββαδίας.

Το Χρηστικο όμως λεξικό, της Ακαδημίας, έχει λήμμα «κουρού», ενώ επίσης καταγράφει και το κουρούμπελο (στην έκφραση «έγινα κουρούμπελο», μια από τις αμέτρητες εκφράσεις για το μεθύσι, που κάποτε πρέπει να τους αφιερώσουμε άρθρο).

Στο slang.gr διαβάζω ότι στην αργκό των κομπιουτεράδων «κουρού» λέγεται το αντίθετο του γκουρού. Αν δηλαδή γκουρού είναι ο μάγος των υπολογιστών, ο δάσκαλος, που βρίσκει λύσεις για όλα με τρόπο αυτομαγικό, ο κουρού είναι ο ατζαμής που όμως πλασάρεται για ειδήμονας κι αφήνει πίσω του συντρίμμια. Δεν είχα ακούσει τον όρο και δεν ξέρω αν είναι ευρύτερα διαδεδομένος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Αργκό, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 207 Σχόλια »