Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Θεσσαλία (διήγημα του Κων. Νταϊφά)

Posted by sarant στο 3 Μαρτίου, 2019


Μέσα στην επόμενη βδομάδα έχουμε την επέτειο της 6ης Μαρτίου 1910, του αγροτικού ξεσηκωμού στο Κιλελέρ της Θεσσαλίας. Επετειακά, το ιστολόγιο δημοσιεύει το διήγημα «Θεσσαλία» του Κώστα Νταϊφά, παρμένο από ανθολογια διηγηματογράφων που κυκλοφόρησε το 1923 σε επιμέλεια του Αδαμαντίου Παπαδήμα. Το διήγημα το παίρνω από το Λογοτεχνικό ιστολόγιο, στο οποίο προστέθηκε πρόσφατα -ο Γιάννης συνεχίζει ακαταπόνητος να προσθέτει υλικό από παλιές ανθολογίες.

Ο Κώστας Νταϊφάς στο βιογραφικό που υπάρχει στην ανθολογία εμφανίζεται να έχει γεννηθεί το 1893, αλλά σε άλλες πηγές βρίσκουμε και άλλες χρονολογίες από 1891 έως 1895. Ήταν δημοσιογράφος, ποιητής και πεζογράφος, ενταγμένος στο κίνημα του δημοτικισμού. Δημοσίευσε ποιήματά του στον «Νουμά» καθώς και τα βιβλία «Θεσσαλία» και «Οι Άνθρωποι του βάλτου». Ίδρυσε εφημερίδα Πρόοδος στη Λάρισα και στον Βόλο ενώ το 1926 ομότιτλη εφημερίδα στην Αθήνα (με την οποία συνεργάστηκε ο Βάρναλης στις ανταποκρίσεις που έχω συγκεντρώσει στον τόμο Γράμματα από το Παρίσι). Πέθανε το 1957 ή το 1958, ούτε σε αυτό ομοφωνούν οι πηγές.

 

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

Πολλές φορές ο Στάθης ο Χαρούλης απόρεσε, αν έτσι θα περνούσε όλη του τη ζωή, αλέτρι, χωράφι, θέρος κι αλώνι. Πολλές φορές το σκέφτηκε, μα δεν αποζήτησε να βρει λύση, ούτε σκέση της ζωής και βίου. Κι έφτανε τα σαράντα ο Στάθης ο Χαρούλης. Όμως ούτε ο πατέρας του, ούτε ο παππούς του ποτές του δώσανε αφορμή να σκεφτεί παραπέρα απ’ ό,τι έβλεπε. Η ζωή του περνούσε ίδια κάθε χρόνο· ίδια και απαράλλαχτη.
Παντρέφτηκε ο παππούς του, όπως είχε παντρεφτεί και ο πατέρας του, όπως έπρεπε να παντρεφτεί κι ο γιος του κι άλλοι γιοί. Και θα πέθαινε μια μέρα, όπως πέθανε ο παππούς του, όπως θα πεθάνει κι ο πατέρας του, κι όπως πρέπει μια μέρα να πεθάνει κι ο γιος του— γιατί έτσι: όποιος ζει θα πεθάνει.
Όλα, μα όλα, γενικά, έπρεπε να γίνουνται, ακριβώς έτσι πως γίνουνται. Όπως η ζωή, έτσι και ο θάνατος, έτσι και η δουλειά: Να δουλεύουν επί ζωής στα ίδια χωράφια, να κάθουνται στα ίδια σπίτια, να τρώνε το ίδιο ψωμί.
Μόνο προ λίγα χρόνια γίνηκε μια μεταβολή —δυο μεταβολές· μια ο σ ι δ ε ρ ό δ ρ ο μ ο ς, και μια που αλλάξανε α φ έ ν τ η. Μα και αυτά τα συνήθισαν, ή κάλλιο δεν τα πολυσυνήθισαν. Με την ίδια περιέργεια που είδανε πρώτη φορά σιδερόδρομο, τονέ βλέπουν κάθε μέρα, που σκίζει ουρλιάζοντας τον κάμπο, εφτά ώρες μακριά ‘πό το χωριό· με την ίδια αδιαφορία δεχτήκανε το νέο αφεντικό. Ούτε με τον πρώτο μιλούσαν Τούρκικα, ούτε με τούτονε ρωμαίικα.
Όλα ίδια στη ζωή τους. Μια φορά το χρόνο σπορά —μια Χριστούεννα· μια Πασκαλιά— μια θέρος.
     Κάθε καλοκαίρι αλώνισμα και θέρμες…
Όλα ίδια στη ζωή του Στάθη του Χαρούλη, όχι μονάχα αυτουνού, μα και των άλλων συχωριανώ του κι αυτό δε γινότουν μόνο στου Χαρούλη το χωριό το Δεξοχώρι μα και σ’ όλα του Κάμπου τα χωριά. Κι ήτανε φχαριστημένοι απ’ τη ζωή τους όλοι οι Δεξοχωρίτες κι οι Καμπίσιοι· γιατί δεν είχανε με τίποτα δυσαρεστηθεί· γιατί δεν νιώθαν αν ειμπόρειε να είναι διαφορετικότερα· γιατί ακόμα φαντάζονται πως όλος ο κόσμος έτσι είναι — γιατί έτσι πρέπει να ‘ναι…
Όλ’ οι Καμπίσιοι, όλ’ οι Δεξοχωρίτες και ο Στάθης ο Χαρούλης έτσι φαντάζονται.


Μια φορά μόνο ο Χαρούλης φαντάστηκε αλλιώς, μα λίγο μονάχα μια στιγμή· όταν του χάλεψε ο επιστάτης του τσιφλικιού να στείλει το Λενιό, τη γυναίκα του το βράδυ στο Κονάκι… Τότες ο Χαρούλης φαντάστηκε κάπως αλλιώτικα, σαν κάτι να φώτισε την αραχλιασμένη σκέψη του, σα να ταράχτη ο βάλτος του νου του και όλη αυτή η πρωτόφαντη ενέργεια, έκαμε ν’ αστράψει λίγο παράξενα η θολή του ματιά, μα ήτανε μια στιγμούλα μόνο, δεν άνθεξε πιότερο αυτή η ενέργεια· τονέ κούρασε πολύ, σα να ‘καμε μόνος του δέκα στρέμματα χωράφι σε μια μέρα … —Ήτανε δικαίωμα τ’ αφέντη να κράξει μια νύχτα το Λενιό… δεν ήταν Αφέντης;…
Σπίτι, χωράφι, ζώα, δουλειά, άνδρες, όλα τ’ αφεντικού, γιατί όχι κι οι γυναίκες: Χμ… Τίποτε δεν είναι στον κόσμον άλλο απ’ τ’ αφεντικό!…
Όλα ίδια, χρόνια τώρα· ζωή αλάκερη με τις ίδιες εντύπωσες, με τις ίδιες σκέψες. Καμιά διαφορά, τίποτα καινούριο, που να προξενήσει μια νέα εντύπωση. Καμιά συγκίνηση, ούτε τα παιδιά, ούτε η γυναίκα πια, ούτε θάνατος—έτσι μαθές όλα πρέπει να γίνουνται…
Κι ο σιδερόδρομος που περνάει κάθε μέρα ουρλιάζοντας στον Κάμπο; Κι αυτός έτσι πρέπει να περνάει…
Κι έφτανε στα σαράντα ο Χαρούλης και διάβαινε η ζωή του, όμοια όπως ίσα με τώρα… Και δε φαντάζονταν αλλιώτικα, ούτε αυτός ούτε οι Δεξοχωρίτες, ούτε κι οι άλλοι Καμπίσιοι,…
Έτυχε να κάνει χωράφι στην άκρη του τσιφλικιού, στα ριζά βουνού χαμηλότατου, που αρχίναε το λιβάδι. Ήτανε λιακάδα, που δεν άφηνε τα χέρια, να τεντώσουνε στ’ αλέτρι κι έσπρωχνε τα πόδια σε κίνηση λεύτερη, σε περπάτημα όξω από το χωράφι. Ξάφνου μέσ’ από τα κέδρα και τις πουρναριές τις μοσκομύριστες, που γέμιζαν ευωδιές τον αέρα και πρασινάδα το βουνό, αντήχησε κάτι λάλημα, που έκανε τον άμοιρο τον Καμπίσο τον Χαρούλη, να παρατήσει τ’ αλέτρι και να σηκώσει το βαρύ, το ασήκωτο κεφάλι μ’ απορία και ξάφνιασμα. Σαν παράξενο του φάνηκε στην αρχή. Πρώτη φορά παρόμοιος αχός, τέτοιο λάλημα ερχότουν στ’ αυτιά του· η απορία του γένηκε ταραχή και μια χαρά παράξενη, σα φόβος, τονέ κυρίεψε. Κάτι παλιό ξυπνούσε μέσα του. Βασανίστη να θυμηθεί πότε και που το ‘χε ακουσμένο τούτο το λάλημα· του κάκου… Μπορεί να το ΄χε κι όλας ακούσει ο πατέρας του, ίσως ο παππούς, και του παππού του ο πατέρας ακόμα… Κι όλο ακούονταν ο αχός… γέμιζε τον αέρα, έβγαιν’ απ’ τη γης, πλανιόταν πάνω από την πρασινάδα του βουνού. Σήκωνε ψηλά —πρώτη φορά—ο Χαρούλης το κεφάλι, σα να ‘θελε να νιώσει και να χορτάσει το πρωτόφαντο θάμα που του γενότουν!. ..

Ήτανε λάλημα φλογέρας γλυκό, που το βαρούσε τσομπανόπουλο ξέγνοιαστο, μέσα στα κέδρα τα μυροβόλα και στα πυκνά πουρνάρια, σαλαγώντας τα πρόβατα. Ο αντίλαλος έφτασε ως την ψυχή του Χαρούλη και τονέ μέθυσε!…
Ντράλα, κομάρα, νάρκη ακατανόητη, κούραση φριχτή τον έπιασε και ανάμεσα σπίθες μανίας τονέ τάραζαν. Πέταξε τη βουκέντρα με θυμό κι άρπαξε τ’ αλέτρι, να το κομματιάσει αν ήταν μπορετό… μα πάλι άτονα πέσαν τα χέρια με πίκρα. Ήτανε κουρασμένος, σαν τότες που ο επιστάτης του χάλεψε το Λενιό … Έφερε το χέρι στα μάτια και με τ’ ανάστροφο … μα ήτανε στεγνά…

Άρχισε να τρέχει κατά το βουνό όθ’ ερχότουν το λάλημα, ο γλυκός αχός. Έτρεχε παλαβά μες στα οργωμένα χωράφια… έτρεχε, έτρεχε, ποτές δεν είχε τρέξει τόσο… τονέ τραβούσε η σειρήνα, τον έσερνεν με τ’ αχνά— μελένια της δίχτυα, η μαγίστρα η φλογέρα. Εστάθη· νόμιζε πως είχε τρέξει αδιάκοπα χρόνια και χρόνια και δεν είχε φτάσει στα ριζά του βουνού. Κοίταζε ξαφνιασμένα έξαλλα γύρωθέ του. Η μοναξά τού έβαζε τρόμους, τού ψιθύριζε φοβέρες ακατανόητες με τον παράξενο βόμβο. Δεν ήταν από την κούραση, μα ποτές του δεν είχε βγάλει πόδι όξω απ’ του τσιφλικιού το σύνορο — ούτε και κανένας άλλος Δεξοχωρίτης — κι αυτό ήταν που τονέ φόβιζε πλιότερο.

Είχε τόσο κουραστεί, κατάβαλε τόσον αγώνα, τόσον πόνο— πάτησε όξω απ’ του τσιφλικιού το σύνορο και την αιτία δεν έβλεπε, δεν την εζύγωνε καν.

Το λάλημα ξακολουθούσε αδιάκοπο σα να ‘βγαινε απ’ τη γης τον αγέρα μα πιο πολύ μέσ’ απ’ την πρασινάδα του βουνού. Γύρισε πάλε στο χωράφι, με μιαν αδράνεια στη σκέψη και στην κίνηση· βάδιζε άρυθμα μια δω μια κει, σα μεθυσμένος· πότε κοντοστεκόταν αφαιρεμένος και στύλωνε τα μάτια στο βουνό, πότε τραβούσε τη ματιά του κάνα όρνιο, που ψηλοπετούσε και η ματιά χαζή, άβουλη, έτρεχε ξοπίσω του χωρίς σκοπό κανένα… Έφτασε στ’ αλέτρι του πάλι και στο ζευγάρι τω βοδιών. Διπλό θωρούσε τ’ αλέτρι, διπλά τα βόδια τα γερά.. Τα μάτια του κάτι είχανε πάθει κοιτάζοντας έτσι τα πράματα· τον γαλανόν αιθέρα, την πρασινάδα, για πρώτη φορά σα να ζητούσε κάποιο μυστικό κρυμμένο στο ανεξερεύνητο βάθος των χρωμάτων, απαράλλαχτα, όπως παθαίνουν τα μάτια, σαν κοιτάξουνε το πολύ φως! Οι ρεθισμοί που δεν άφηναν τη σκέψη του ελεύτερη να λειτουργήσει. Έγειρε αποσταμένος στο σακί με το χόρτο, και το χέρι του έσφιγγε, σα ν’ αγκάλιαζε, το παιδί της… Στύλωσε κάπου τα μάτια ορθάνοικτα και αφαιρέθη μέσα σε κατακλυσμό συλλοής, χωρίς τίποτα ορισμένο να σκέφτεται…—Όντας ανανόησε, ο ήλιος έφευγε τρεχάτος, στου δειλινού τους χρυσόπλουμους ωκεανούς —και το λάλημα δεν ακουότουν.

Πήγαινε στο χωριό, με τ’ αλέτρι φορτωμένο στο γαϊδουρέλι και τα βόδια, ολομόναχος χωρίς να τολμάει να γυρίσει ούτε δεξά, ούτε ζερβά να κοιτάξει. Ούτε κατάλαβε πως έφτασε στο χωριό. Είχε ρουφηχτεί σ’ όλο το δρόμο από τις ομιλίες που έκανε με κάτι άγνωστους δικούς, με φίλους ξεχασμένους, με ανθρώπους, που δε θυμόταν πότε και πού τους είδε, με προγονιούς και παππούδες!…

Το πρωί που ξύπνησε και βγήκε από το πλιθόχτιστο καλύβι του, σήκωσε το κεφάλι ψηλά και κοίταξε τον ουρανό, τον ήλιο· αγνάντεψε τα βουνά που ζώναν κάτω βαθιά, μελανός φραγμός τον Κάμπο.
Όλο υψωμένο κρατούσε το κεφάλι. Το Λενιό ξαφνιάστηκε που είδε να κοιτάζει έτσι· σαν αλλιώτικος της φάνηκε ο άντρας της. Σήκωσε κι αυτή το κεφάλι ψηλά νομίζοντας πως σύγνεφα πλακώσαν ή πως όρνια πετούν. Κι οι άλλοι χωργιανοί, που τον είδανε ξαφνιάστηκαν και κείνοι· γύρισαν κοιτάζοντας, ψηλά, μα γρήγορα πάλε κατέβασαν τα μάτια. Δεν ημπόρει να κοιτάξει απάνω ψηλά, κανένας τους.

Ήτανε αλήθεια παράξενο, πρωτόφανο. Δεξοχωρίτης, καμπίσος να σηκώσει το κεφάλι ψηλά. Κι ο Χαρούλης σε λίγες μέρες το ξέχασε κι ο ίδιος πως είχε κοιτάξει ποτές ψηλά, προς τον ουρανό.

Κάποτες έκαμε να υψώσει το κεφάλι, μα γλήγορα πάλε το κατέβασε, σαν μποδισμένος από φόβο ή κούραση. Μια μέρα πάλε ξανασήκωσε, μα σαν αντίκρισε το ψηλό Κ ο ν ά κ ι και στο παράθυρο τον επιστάτη δεν το ξανάκαμε…
Κι έτσι πια, κανένας στο χωριό δε σήκωσε το κεφάλι ψηλά, ούτε κι ο Χαρούλης.­― ― ― ―

Του ‘χαν πεθάνει κι άλλα παιδιά του Χαρούλη από τις θέρμες, μα όπως η γέννηση όμοια και ο θάνατός τους δεν του ‘καμαν εντύπωση· όμως του Βαγγέλη ο χαμός τού τάραξε το σκοτεινό βουρκάρι του μυαλού του. Όσο απερνούσε ο καιρός και πλιότερο το σκέφτονταν. Ήτανε κατιτίς αφύσικο τούτο. Καμιά φορά δεν εστάθη παρόμοιο στο χωριό ούτε στον Κάμπο. Πεθάνανε τόσα παιδιά, άλλα μικρά άλλα μεγάλα ―έτσι πεθαίνουν οι ανθρώποι. Χαθήκαν κι άλλοι απ’ αρρωστιές και χτυπήματα, μα έτσι σαν του παιδιού του το χαμό δεν εστάθη άλλος —Άξαφνα ένα σούρουπο ο Βαγγέλης δε γύρισε στην καλύβα· ούτε την άλλη μέρα, ούτε την άλλην, ούτε τις άλλες στερνές μέρες… Στ’ αληθινά, δε ματαγένηκε παρόμοιο στο χωριό, ούτε στον Κάμπο!

Είχε κι άλλα παιδιά ο Χαρούλης, άλλα τέσσερα και για κανένα η καρδιά του δε χώριζε πλιότερο μοιράδι αγάπης, όλα ίδια τα ‘χε, λίγο παρακάτω από τον εαυτό του και λίγο παραπάνω απ’ το σκύλο του· μα ο Βαγγέλης… και δεν ήταν αυτός στερνοπαίδι, αλλά ο Βαγγέλης είχε πιαστεί την ημέρα π’ άκουσε το λάλημα κάτω στο σύνορο του τσιφλικιού, να βγαίνει από του βουνού την πρασινάδα, το γλυκό λάλημα… Τότες που ανασήκωσε πρώτη φορά ψηλά το κεφάλι!
Το Λενιό έβανε άλλο παιδί στη θέση του Βαγγέλη, μα στην ψυχή του Χαρούλη έμνησκε κάτι αδειανό, για το ζωερό, τ’ ανήσυχο παιδί, το παλαβό, καθώς το λέγαν. Και πολλές φορές ξεχνιόταν κι άφηνε τ’ αλέτρι στη μέση του χωραφιού κι έσκουζε: «— Βαγγέλ’… άι —Βαγγέεεελη!… κι έστρεφε το βλέμμα του κατά το βουνό ή όπου έβλεπε πρασινάδα—σαν κάτι να του ‘λεγε πως το βουνό και η πρασινάδα, που του ‘δωσαν, τη δύναμη της φύτρας, του πήρανε το παιδί…
Στην αρχή μετρούσε τις μέρες με το ηλιόγερμα· ύστερα όμως ήρθε ο χειμώνας. Θάμπωσ’ ο ουρανός, δεν έβγαιν’ ο ήλιος, σκοτείνιασε και του πατέρα το μνημονικό και μόνο κάποτες ξεχνιόταν κι έσκουζε, σαν όρνιο που ρεκάζει: «—Βαγγέεελ’ —α Βαγγέλη! Και πέρασαν πολλοί χειμώνες, και ο Βαγγέλης είχε ξεχαστεί, απ’ όλους και από το Λενιό, μονάχ’ από του Χαρούλη την ψυχή δε σβηόταν όχι βέβαια η ειδή και η θύμησή του, μα κάτι πιο άυλο κι από τη θύμηση, κι από την ειδή πιο άπιαστο, που τονέ τάραζε ως τα βαθιά του είναι του και ξεχύνονταν στον παγερόν αέρα σαν αχνός όταν ρέκαζε «—Βαγγέλη —άι Βαγγέλη!… Κι έφερνε τα χέρια ο άμοιρος μπροστά του, να πιάσει την άχνινη ουσία, που λάβαινε υπόσταση με τ’ όνομά του, μα το πλάσμα το ποθητό, χανόταν, έφευγε, μάκραινε πέρα στην πρασινάδα του βουνού και τα χέρια σφίγγανε το κεφάλι δυνατά μη φύγει κι άλλο ακόμη από την ουσία την αχνή… —«Βαγγέλη, —άι Βαγγέλη!… Μέσα σε τέτοιους δαρμούς πέρασαν τα πέντε πρώτα χρόνια, χωρίς κανείς απ’ τους Δεξοχωρίτες και απ’ τους σπιτικούς ν’ αντιληφτεί την αγωνία του. Μήγαρις την ένιωθε κι ο ίδιος…

Σα γύριζε το βράδυ από το χωράφι κοντοστεκόταν στο δρόμο και ανοιγοκλειούσε τα χείλη, ως να μιλούσε με αφάνερα όντα, με σκιές που φτιάναν κοπάδι ολάκερο μπρος του, αρχινώντας από ένα ξανθό μαραμένο κεφαλάκι του Βαγγέλη του και τελειώνανε σ’ ένα πλατύστηθο κορμί φανταχτερού άντρα, σαν του παππού του τη θαμπήν ανάμνηση… Τα μισανοιγμένα χείλια του τότες έκαναν να βγάλουν φωνή «Βα…», μα έσβηνε σε βαθιοστέναγμα: «— Βα…ι» —Βα…!»
Και στον ύπνο του ακόμα τον ακολουθούσαν οι σκιές, πάντα στο ίδιο πλέξιμο της αλυσίδας, που αρχινούσε από το χλωμό Βαγγέλη και περνώντας από γνωστές σβησμένες μορφές τελείωναν σε κάποιονε παππού με πλατιά στήθια και καυτερή ματιά… Σηκωνότουνα τότες στα στρώματα και τους μιλούσε με βουβά μιλήματα, χωρίς να παίρνει απόκριση και πάλε ξαναπλάγιαζε… «Βάϊ,… Βάϊ…»

Έτσι περάσανε τα πέντε χρόνια. Ύστερα σιγά σιγά ξεθώριαζε στο νου του η θύμηση του Βαγγέλη, δεν έγλεπε μαθές πλιο, ούτε ίσκιους ούτε φαντάσματα. Έτσι στα υστερνά άλλα πέντε χρόνια, αστόχησε πως είχε ποτές παιδί Βαγγέλη, σάματις ύπαρχε τίποτις να του το θυμίζει… ούτε καν το μνημούρι του…

Όμως, κάτω από τη φαινομενική αυτή λήθη, πιο μέσα βαθύτερά του, αγωνιούσε, φτερούγιζε μιαν αβεβαιότητα μια σπίθα ελπίδας, πως κάτι αόριστο, άγνωστο θα ‘ρθεί — θα γίνει,… μα αυτό γινόταν τόσο βαθιά, τόσο μακριά, μέσα στο χάος, το άπειρο χάος της υπόστασής του, που δεν πρόφτανε ν’ ανέβει ούτε καν στη θαμπόφωτη επιφάνεια του βουρκωμένου του λογικού. Τίποτα οριστικό, σκηματισμένο είδος από ενέργεια, που είχε ανεπαίσθητον αντίχτυπο στις ρίζες των νεύρων, όσο να του γεννιέται μόνο μιαν αβέβαιη ελπίδα. Και παιδεύτηκε, ταλάνισε πολλές φορές να δυνηθεί να νιώσει το κ ά τ ι αυτό, μα του ήταν ακατόρθωτο, και τότε τον έπιανε κούραση, ζαλάδα και πεθυμούσε ύπνο βαθύ, ατάραχτο λήθαργο… ―ξυπνούσε όμως γλήγορα και παράδερνε στον ίδιον αγώνα. Κούναε το κεφάλι σα βεβαίωση, αυτοπαρηγόρια στο κ ά τ ι του αυτό, σα να ‘λεγε: θ α ‘ρ θ ε ί — θα γίνει!

Η ζωή του, του ήταν ίδια τώρα, χωρίς κανένα φωτεινό σημάδι, χωρίς σταθμό — ψέματα, ήταν ένα σημείο, το κέντρο της ψυχής του, μα όχι φωτεινό, θαμπό, σκουρόφωτο, γιατί δεν ήξερε πότε συνέβηκε και πως εγίνη. Απ’ αυτό άρχιζε και σ’ αυτό τέλειωνε κάθε του εσώτερη κίνηση· και δεν ήταν του Βαγγέλη ο χαμός, ούτε της Λενιός, που τηνέ χάλεψε τότες ο επιστάτης. Κάτι απ’ όλα μαζί που του ‘ριξε κάποια φλογίτσα και που τον έδενε με την γλυκιάν αβέβαιη απαντοχή. Το κάτι το μελλούμενο που εκαρτέρει ο Χαρούλης, και που στον αγώνα του αστόχησε όλο τον εαυτό του, σ’ αυτό το θαμπόφωτο σημείο είχε την πηγή του. Μα δε δενότουν να βρει ούτε τη σκέψη, ούτε την ενότητα αυτών των δυο: του περασμένου και του μελλούμενου. Είχε ρουφηχτεί όλος από το δεύτερο και έπαψε να ‘χει και τις λίγες πρωτινές που ‘χε κουβέντες, με τους Δεξοχωρίτες και ακόμα και με τη φαμίλια του.

Ζούσε μοναχικός ολότελα κι α δεν ήταν έτσι φρόνιμος και δουλευτής όπως πάντα, θα τον ελέγαν πως χάζεψε. Η ζωή του κυλούσε ίδια σαν και πρώτα, μόνε που έπαψε να ‘χει σκέση με τον κόσμον.

Ούτε στέναζε πια, ούτε κοντοστεκόταν στο δρόμο να παραμιλεί, μονάχα σαν περνούσε απ’ το Κονάκι, ανασήκωνε τα μάτια του, και κατέβαζε πιο κάτω το κεφάλι ανοιγοκλειώντας τα χείλια: θ α ‘ρ θ ε ί —θ α γ ί ν ε ι, σα να ψιθύριζε.
Αυτόνε τον τελευταίο καιρό κάτι γινότανε στον Κάμπο, μα ο Χαρούλης, τόσο αποτραβηγμένος, τόσο συγκεντρωμένος που ζούσε, δεν πήρε είδηση. Σα να μην ήταν απ’ αυτό τον κόσμο, ζούσε μιαν εσώτατη ζωή, κι αν μέσα στη φαμίλια του, μακριά κι απ’ αυτούς, σαν τίποτα εγκόσμιο να μην του κινούσε την προσοχή.

Είχανε φέρει ένα σεντούκι μεγαλότατο, θερίο, που το σύραν όλοι οι αραμπάδες του χωριού από κει που τ’ άφησε ο σιδερόδρομος.

Άνθρωποι ξένοι, με παράξενες ωραίες μορφές, γενάτοι και παράξενα ντυμένοι—μαστόροι και τεχνίτες, το ανοίξανε και βγάλαν από μέσα μια μηχανή!

Ψήσανε σφαχτά, ήπιανε ρακί πολύ, κάμανε ζεύκι δυνατό οι μαστόροι, και του βάλανε φωτιά… Κάπνιζε σα φούρνος και, ω θάμα, ξεκίνησε χωρίς κανείς να το σέρνει, απομοναχό του… Μούγκριζε, τριζοβολούσε μπουμπουνιστά, κάνοντας τον αγέρα να τρέμει κι έβγαζε σπίθες και καπνούς… ούρλιαζε σφυριχτά, σαν το δράκο του παραμυθιού… μαύρο, γερό γιγαντένιο, αψηλό σαν το Κονάκι!

Χύθηκε βαριά-βαριά στον Κάμπο κι αρχίνησε ―Δράκος αληθινός— να τρώει θημωνιές και να βγάζει στάρι!…
…Οι Δεξοχωρίτες για να βλέπουνε τον καπνό, που αγκομαχώντας έβγαζε το θερίο, αρχίσανε σιγά-σιγά να υψώνουνε το κεφάλι…

Ο Χαρούλης μόνο δεν έβλεπε τίποτε, της ψυχής του τα μάτια ήταν άλλου καρφωμένα, πιο μακριά, πιο βαθιά, δεν έγλεπε τρογύρα. Κάποτες-κάποτες μόνο, σα διάβαινε σιμά στο Κονάκι, έκανε να σηκώσει τα μάτια, μα πάλε τα κατέβαζε· ήταν πολύ ψηλό… — — — —

— — — — Μια παράξενη βουή άρχισε να βγαίνει απ’ τον Κάμπο, σαν τη βουή που δεν ακούγεται μα που τη νιώθεις και μηνάει τους χειμώνες ή τις θύελλες…

Παράξενη, μουγκή βουή. Δεν ήξερες πούθ’ έρχεται, από βοριά ή ανατολή, από βουνά ή πολιτείες. Πότε νόμιζες πως έβγαινε απ’ το νέφελο, μα πιότερο απ’ τη γης… Κανένας δεν την άκουγε, τηνέ νιώθαν,— τέτοια παράξενη βουή, αλήθεια, πρώτη φορά νιώθανε του Κάμπου οι άνθρωποι. Και ούτε κάμανε λόγο μεταξύ τους γι’ αυτό, ούτε αλλάξανε κουβέντα, μιλούσανε όμως με τις ματιές, τις χαμηλές ματιές. Τα βράδια που γυρνούσαν απ’ τα χωράφια και σταυρώνονταν απ’ τα μονοπάτια στη δημοσά για το χωριό, στεκόντανε λίγο, χωρίς να πούνε λέξη, μόνε κοιτάζονταν… Κι έβλεπες τότε, στου σούρουπου το σταχτόφωτο, μύριες γραμμούλες φωτεινές, σα μακριές λεπίδες να βγαίνουν, να ξεχύνονται απ’ τα μάτια των κουρασμένων χωρικών, να διασταυρώνονται με γληγοράδα αφάνταστη, να σμίγουνε σαν η μια να ενωθεί, να χωνευτεί στην άλλη… Και θα ‘νιωθες… μα όχι, έπρεπε να ‘χεις την δική τους τη ματιά, τη δική τους ουσία να ‘χεις,—Καμπίσιος να ήσουνα, για να ξηγήσεις των ματιώνε τα κρυφομιλήματα τα φανερά μ’ ανήκουστα, που λέγανε τη β ο υ ή —τη βουή, που ολημερίς την άκουαν στους σβώλους… και παρατούσανε τ’ αλέτρι εκστατικοί, για να τη νιώσουνε πιο βαθιά, να τους μιλήσει ως τα μύχια,—καθώς εκείνη την ημέρα ο Χαρούλης, παράτησε τ’ αλέτρι στη μέση του χωραφιού κι εκστατικός αφουγκραζότουν… μα πάνε χρόοοονια τώρα— — — —

— — — — Και ήρθ’ ο χειμώνας και πέρασε, κι ήρθε κι άλλος ακόμα και πέρασε, κι η βουή όλο και δυνάμωνε ακουότουν, σαν απόμακρο μπουμπουνητό θύελλας πρωτογέννητης, μπόρας, που κλειούσε όλες τις φουρτούνες και τις βαριοχειμωνιές. Οι γερόντοι με φόβο κι οι νιοι με περιέργεια καρτερούσανε το ξέσπασμά της· κι όμοι τους, μ’ έντρομη, λαχτάρα, κοίταζαν μια τα σύγνεφα, μια τα βουνά.. —Τότες ακούστηκε μεγαλόστομη φωνή. στον Κάμπο, σα να ‘βγαινε από της Γης τα έγκατα, υποχθόνιου θεού στεναγμός; «— Ε, σεις, βαριοΰπνωτοι, ξυπνάτε. Ξυπνάτε!…»
Κι άκουσαν αχόρταγα νιοι και παιδιά και γερόντοι, όλοι αιστανόμενοι μια γλύκα, σα φως και σαν βάλσαμο που γιόμιζε τον αγέρα και έκανε τα κορμιά να φρίσσουν. Ακούστε, τη θεϊκιά φωνή, τη μουγκή φωνή!…
Ο Χαρούλης ήταν προσηλωμένος βαθιά… και σα ν’ αποκρινότουν σε δικούς του στοχασμούς, κουνούσε το κεφάλι: Θ α ‘ρ θ ε ι ― θα γίνει!…

Πέρασε από το χωριό ένας τσομπάνος μια βραδινή και ήπιε νερό στο πηγάδι. Τα παιδιά τονέ τριγύρισαν και με περίεργα μάτια, ξετάζανε την παράξενη και φανταχτερή φορεσά του. Οι γυναίκες μ’ ανοιχτό στόμα καμαρώναν την κορμοστασιά του και οι άντρες, με περιέργεια έμφοβη το τσομπανόσκυλο και το σιλιάχι.

Στον ξένο, δεν άρεσε τίποτα στο χωριό, ούτε και το νερό· ακόμα πλιότερ’ όμως δεν άρεσε η ταπεινότητα και η δουλοσύνη που κυβέρναε όλα τα πρόσωπα. Κοίταε ολόγυρα περήφανα και είπε «—Ω, ταπεινοί και χαμηλόβλεποι, καμπίτες· βγάλτε τα βόδια από το ζυγό, και ζευτείτε σεις. … Τι με κοιτάτε ξιπασμένα έτσι; Δεν είσαστε άνθρωποι σεις που σκύβετε πάντα το κεφάλι; Η ματιά σας δεν πάει πιο πέρ’ απ’ το υνί και η σκέψη σας ως την ουρά του βοδιού φτάνει…..

Ανάλαφρη ταραχή έκαμε το πλήθος των Καμπίσων, ν’ αναδέψει στενάχωρα… Ρωτηθήκανε μεταξύ τους με τις ματιές, καθώς τα μερμήγκια με τα κέρατα. Ποιος είναι τούτος και τι τάχα τους λέει;

Μια φωνή αδύνατη σαν απ’ τον ίδιο τον αχό της φοβισμένη, βγήκε απ’ το μέρος των χωρικών:— «Ποιος είσαι, τι λες;» —και κοιτάζονταν όλοι οι χωριάτες κι αναρωτιόντουσαν με τις ματιές κι έλεες πως όλοι μαζί βγάλανε ύστερ’ απ’ αγώνα το μέγα ρώτημα: «Ποιος είσαι, τι λες;»…

«— Τσομπάνος είμαι. Δεν έχω σπίτι, κάθομαι στα βουνά. Το μάτι μου κυκλώνει τον Κάμπο και χάνεται στην απεραντοσύνη του γαλάζου. Μιλάω με τ’ αστέρια και με τα στοιχειά κι όλο τ’ αψήλος κοιτάζω… κι όλη μου η ζωή είναι χαράς τραγούδι, αμανές λευτεριάς… Ξαγνάντεψα τα χαμόσπιτά σας και πέρασα· μα τα έργα σας ταπεινά μου κόψανε το τραγούδι και τη χαρά μου…

Περάτης είμαι και τούτο σας λέω: παρά να χαμοσέρνεστε — φίδια και βατράχια κάλιο να αιθερολάμνετε — κοράκια, όρνια!…

Είπε ο τσομπάνος· και αγέρωχος έσκισε τ’ άλαλο των χωρικών πλήθος, που τον εθώρει σαστισμένα και βγήκε απ’ το χωριό με το σύντροφο σκύλο του.

Μέρες πολλές μιλούσανε για τον καμαρωτό τσομπάνο και τα λόγια του τα πειραχτικά, μα που γλυκά βουΐζανε στ’ αυτιά τους… Ζητούσανε ξηγητή για τα λόγια τα πρωτάκουστα, μα τέτοιος δε βρισκότανε στο χωριό τους. Ο Χαρούλης δεν πήρε είδηση τον τσομπάνο ούτε άκουσε τα λόγια του, μοναχοπερπατούσε και συχνοδιάβαινε απ’ το Κονάκι· δε σήκωνε ποτές κεφάλι να ιδεί την αψηλή σκεπή, μα πάντα στα πετρόχτισα θεμέλια κάρφωνε τη ματιά,—Έσκυψε μια φορά και με το χέρι ξέτασε τα ντουβάρια· κούνησε το κεφάλι, κάτι μουρμουρίζοντας στοχαστικά…—έβρισκε πως εδώ και κάμποσο καιρό αρχίζανε να ριπιάζουν… θ α ‘ρ θ ε ί… θα γίνει!..

Τότες η μουγκή βουή, που ακουότουν από καιρό έπαψε. Ένα δροσερό αεράκι έπνεε απ’ το Νοτιά, από κάτι χώρες τ’ ουρανού. Αεράκι που έφερνε ψίθυρους πρωτάκουστους, γλυκούς, από τις θαυμαστές πολιτείες με σπίτια λιθόχτιστα, και από το Κονάκι πιο ψηλά! Άλλο δεν τους λέγανε τα ψιθυρίσματα από τα θαυμάσια του άγνωρου κόσμου. Μα διαβήκανε τότες από τον Κάμπο πολλοί ανθρώποι και τους μιλήσανε για καπνοκάραβα που ταξιδεύουνε τ’ αρμυρά νερά —γι’ ανθρώπους που πετούν σα λελέκια στους αέρηδες, κι άλλα, ακατανόητα κι απίστευτα. Όσο πιο αόριστα ήσαντε αυτά που τους είπαν οι ανθρώποι τόσο πιο ανάβαν πεθυμιές — πόθοι στους Καμπίτες.

Μια μέρα τους εφάνη πως είδαν στον ουρανό μια κόκκινη, ολόπυρη γλώσσα να γλείφει τα γαλάζα σύννεφα, και να πορφυρώνει ως και τα μπλάβα μακρινά όρη.

Σε λίγο ακούστη, που κατέβαινε κάποιος με μεγάλα βήματα από τις ρόδινες βουνοκορφάδες στον Κάμπο. Η ματιά του αστραπή και ο λόγος του μελίσσι πολύβουο και γλυκό ίσια στις καρδιές αντηχούσε, το γένι του είχε χρώμα των ασταχυών και ήτανε σαν παιδί γερασμένο.

Κοπαδιαστά τρέξαν οι άνθρωποι να πιούνε το μέλι της φωνής του, κι εθώρειαν πως λουζόντανε στα γλαυκά κύματα της ματιάς που γλυκοάστραφτε σαν τη μακρινή λίμνη στα πρωινά ηλιοχαδέματα. Ο Στάθης ο Χαρούλης στο αντίκρισμά του αιστάνθηκε πόνο δυνατό στην καρδιά, σα να του όργωνε αλέτρι διπλό τα στήθια. Όλη τη μέρα πλανιόντανε στα χωράφια σαν παλαβός και μια στέναζε και γελούσε και πάντα άπλωνε τα χέρια να πιάσει κάποιον ίσκιο γλυκοθώρητον άπιαστον και: Βάι… Βάι… έσκουζε μέσ’ από τα δόντια!

Τ’ αλέτρια και τα ζευγάρια μείναν έρημα και τρέχαν όλοι με λαχτάρα, με δίψα, ν’ ακούνε τα λόγια τα μεγαλόπνευστα, απ’ το γλυκό στόμα. Και ο Στάθης ο Χαρούλης ολόπρωτος έτρεξε σηκώνοντας και τους Δεξοχωρίτες…— Και τα λόγια ήταν ίδια που τους είχε πει η μουγκή βουή, όταν την άκουαν μέσα στ’ όργωμα του χωραφιού στ’ αλωνιού την πύπη. Έλεγε το παιδί το γερασμένο, με το γένι σαν αστάχυ και με το μακρύ σα γκλίτσα ραβδί έλεγε:

«— …Δε θα σας πω τίποτες νέο εγώ, δύστυχοι. Καμπίτες. Τα λόγια μου τα ‘χει πει η μάνα Γης, αυτή που αστέρευτα μας δίνει γενιών γενιών γενιές και ο πόνος σας είναι πόνος μου και τον καημό σας, τονέ νιώθω… Καμπίσος είμαι και γω, ας έρχομαι από ψηλά. Το αίμα σας νιώθω στις φλέβες μου να τρέχει… Κάμπο, θυμάμαι, τα μάτια μου πρωτοξάνοιξαν και πλάι στο αλέτρι πρωτόειδα το φως.

Η ματιά του η άδολη, τύλιγε όλο το πλήθος, που διψασμένο αφουγκραζότουν και μπήκε ως ηλιαχτίδα στην ψυχή του Χαρούλη. Και καθώς μολόγησε το παιδί πως είναι καμπίσιος, ο Χαρούλης αισθάνθηκε ένα γλυκό μαχαιράκι με λεπίδα χρυσή, σα μετάξι να του κόβει τα ήπατα, να του παίρνει τη ζωή του: «—Βα… Βαγγέλη… Βαγγέλη μ’…» έβγαλε στριγκιά φωνή και άνοιξε τα χέρια ως να τον δεχτεί στην αγκαλιά του.

Κι ο νιος τίναξε το γερασμένο κεφάλι σα να ξυπνούσε από νάρκη και στάθη συλλογιζόμενος πολύ. Ύστερα με ήσυχη φωνή και όλο γλύκα στη θωριά του: —«Εγώ είμαι, είπε, ο Βαγγέλης. Στου χρόνου το πέρασμα αστόχησα ποιος ήμουν, πούθε η γενιά μου βαστούσε, μα πάντα μου ένιωθα μέσα μου, βαθιά, πως είμαι Καμπίσιος, κι αν και ψηλά στ’ απάτητα κορφοβούνια βρισκόμουν, όλο στον Κάμπο έπεφτε η ματιά μου και η καρδιά μου εράϊζε βλέποντας τόση δυστυχία να σας βαραίνει σα να βάραινε μένα τον ίδιο.

«Μόλις ένιωσα κόσμο, πνιγόμουν δω μέσα στο χωριό, μαζί σας. Αν κι απ’ την ίδια γενιά, όμως αιστάνομουν μια ξεχωριστήν άγρια φωνή να με ξορμάει σε έργα, που όλοι τα λέγατε παλαβά. Ήμουνα ξένος κοντά σας. Το σπίτι μάλιστα, το χαμόσπιτο αυτό, που σκύφταμε να μπούμε μου βάραινε την παθιάρα την ψυχή μου. Ύστερα το σκιάχτρο η φοβερή λέξη, ο Α φ έ ν τ η ς, σαν κουδούνι της κόλασης αντήχαε στ’ αυτιά μου — Νταν!… Κι ακόμα σα θέτε, μια ζηλοφτόνια, γιατί να μην κάθομαι στο μπαλκόνι του Κονακιού νύχτα μέρα ε γ ώ, να βλέπω το φεγγάρι που κρυφοκυνηγιόταν στα σύγνεφα με τον αυγερινό και ν’ αγναντεύω τις παρδαλές χρωματωσές των βουνών τα δειλινά και τις χαραυγούλες …

«Κάτι ανθρώποι που βαρούσαν σουραύλια γλυκά και τραγουδούσαν ολημερίς χαράς τραγούδια, μου σήκωσαν το νου και πήγα μαζί τους, όταν περνούσαν μια βραδινή στο ποτάμι μας. Αυτοί με πήραν ψηλά στα βουνά και είδα τότες θαμαστά πράματα, που μόνε τα βλέπει κανείς σα μάθει να σηκώνει το κεφάλι ψηλά…

Η χαρά μου όλο μεγάλωνε, που δε μ’ άφηνε να θυμηθώ τα περασμένα σπίτι και γονιούς… Συμπάθα με, καλέ γεροποτέρα, και σεις θλιβεροί χωριανοί μου α σας έκαμα πίκρα με τη φευγάλα μου. Τώρα όμως ήρθα να σας φέρω τη μεγάλη χαρά, να σας δείξω το δρόμο που θα τη βρείτε — που θα τη βρούμε όλοι μαζί…»

— «Ναι· όλοι μαζί!…» φώναξε το πλήθος, με λαμπερά μάτια και τον ακολούθησε θαρρετά, καθώς βάδισε μπρος με το δακρυογελάμενο τον πατέρα του, πιασμένοι από το χέρι, σα μικρά παιδιά, που πάνε να κόψουνε λουλούδια… «Βαγγέλη, παιδί μου… Βαγγέλη μου!…»

Μα τότες βγήκε μπροστά τους ο Αφέντης που είχε μαζί του ένα πλήθος φερμένο από την Πολιτεία αρματωμένο και ζωσμένο λουριά. Τα σπαθιά τους αστράφταν σκληρά στον ήλιο και η περπατησά τους βαρυαντηχούσε σα χιλίων αραμπάδων καραβάνι.

Πρώτη φορά βλέπαν τον Αφέντη τους. Δεν είχε ‘ρθεί ποτέ στο Δεξοχώρι. Ούτε τους μίλησε, ούτε κατέβη απ’ το γυαλόφραχτο αμάξι του.

Ένας με παρδαλά ρούχα και κρεμασμένα λιλιά, που ‘χε τα μουστάκια σηκωμένα σα μελανού τράγου νουρά, τους μίλησε βριστικά λόγια και όλο το χέρι κουνούσε, βροντοχτυπώντας το γυαλιστερό του σπαθί. Τα πλιότερα που τους είπε δε τα νιώσανε, μα κατάλαβαν πως ήταν όλο προσβολή και θυμό γι’ αυτούς.

Ο Βαγγέλης απάντησε, γλυκά μιλώντας στον οργισμένο με τ’ άγρια μουστάκια. Τα λόγια του στάζανε μέλι και φέρναν δάκρυα στα μάτια των Καμπίσιων· οι γυναίκες μάλιστα κλαίγαν.

Είπε πολλά για τα βάσανά τους και για την πίκρα τους, που δεν τους αφήνει να δούνε μέρα γλυκιά· πως δε ζητάν παρά να ζήσουνε σαν ανθρώποι· ναι,— σαν ανθρώποι!

Ο οργισμένος με το λαμπερό σπαθί και τα μουστάκια σαν αγριόγατος, είπε στους χωριάτες να φύγουν και να πάνε στα χωράφια τους κι άλλοτες να μη ξανασμίξουν, ουδέ ν’ ακούν τα παλαβά λόγια. Τα είπε με θυμό και γουρλωμένα ολόφλογα μάτια, τόσο που οι Καμπίσιοι φοβήθηκαν, μα δε σκορπίσανε.

Τους ξαναλέει, μανιασμένα, κουνώντας χέρια και χτυπώντας ποδάρια, να φύγουνε γιατί θα τους σκοτώσει με τ’ άρματα που έχουν στο νώμο οι ανθρώποι του, και θα τους ξεκοιλιάσει με τα γυαλιστερά σπαθιά.

Ο Βαγγέλης σα να ‘θελε να προφυλάξει, να προστατέψει τους άμοιρους χωριανούς από την οργή και το θάνατο, πέφτει μπρος ανάμεσα πλήθος και οργισμένου σπαθά, ανοίγοντας τα χέρια σα φτερά να τους αποσκεπάσει όλους…

Κι αμέσως ο οργισμένος άνθρωπος με την κόκκινη φλόγα στα μάτια, ως του ‘γνεψε ο Αφέντης, από τη γυαλόφραχτην άμαξα, είπε μια λέξη: Π υ ρ!…

Ένας ξερός αλλόκοτος κρότος, σα δαιμόνου τρίξιμο δοντιών ακούστη κι ο Βαγγέλης σωριάστηκε χάμου βγάζοντας ψιλή φωνούλα γλυκιά, σα βέλασμα αρνιού, που τ’ αδικοσφάζει μακελλάρης αιμόχαρος. Και κοντά σ’ αυτόν κι άλλοι πεντέξι μπροστινοί Καμπίτες!

Ο Στάθης ο Χαρούλης ρέκαζε: «Βάι… Βάι… παιδάκι μ’ …» κι έπεσε απάνω του. Οι Καμπίσιοι τρομαγμένοι, σαν κοπάδι που έχασε τον τσομπάνο του, σε χαλασμού ώρα, σκόρπισαν και χωθήκανε στις ταπεινές τους καλύβες, πιο ταπεινοί· μα και πιο διψασμένοι . . .

Ο οργισμένος άνθρωπος έφυγε με τον Αφέντη, αφήνοντας έρημα τα κουφάρια των Καμπίσιων, θροφή στα όρνια στα κοράκια—σκιάχτρο στο νου των χωριανών… Μόνο ένας γέρος ζωντανός, ο Στάθης ο Χαρούλης, έμεινε σκυφτός πάνω στο κουφάρι του παιδιού του, φιλώντας με λαχτάρα το ξανθό πρόσωπο με το γένι σαν αστάχυ… όσο που άρχισε ο ήλιος να γέρνει.

…Άξαφνα σήκωσε το κεφάλι κι έφερε τη ματιά ολόγυρα· από το καταπράσινο βουνό, με τα μοσκομύριστα κέδρα και τις πουρναριές, ακούστηκε ο γλυκός αχός της φλογέρας, όπως ετότες… Αλήθεια· κι ήταν ίδια σα σήμερα! Μα τώρα το λάλημα ακούονταν πιο καλά, σαν το κελάρυσμα του νερού κάτου στο ρέμα με τα χρωματιστά βότσαλα, σα μύριων πουλιών γλυκό κελάϊδισμα, σα να ‘λεγε πάντα μια γλυκιά φωνή το γλυκόνομα του Βαγγέλη… του Βαγγέλη!…

 

* ντράλα ή αντράλα είναι η ζάλη.
* ζεύκι, πιο σωστά ζέφκι, είναι το γλέντι.
* ριπιάζουν θα πει γινονται ερείπια.

Για άλλες λέξεις ρωτάτε στα σχόλια.

Advertisements

107 Σχόλια to “Θεσσαλία (διήγημα του Κων. Νταϊφά)”

  1. Aghapi D said

    Καλημέρα
    ο παππούς μου
    Πολύ καμάρι 🙂

  2. cronopiusa said

    Μια παράξενη βουή άρχισε να βγαίνει απ’ τον Κάμπο, σαν τη βουή που δεν ακούγεται μα που τη νιώθεις και μηνάει τους χειμώνες ή τις θύελλες…

    Καλή σας μέρα!

  3. Γς said

    !

  4. Ενθουσιάσθηκα στην αρχή απ’ τον ρυθμό και την γλώσσα της περιγραφής. Οταν είδα να μακραίνει κάτι δεν μου πήγαινε καλά, μου αρέσει η ελεύθερη γραφή όταν αρχίζει να στοχεύει έστω και αδιαόρατα με πιάνει σφίξιμο. Θα έλεγα από τα καλύτερα ηθικοπλαστικά που έχω διαβάσει αλλά … ηθικοπλαστικο.

  5. Γς said

  6. Δεν βάζω πια γιουτουμπάκια εδώ κι έτσι δεν θα βάλω το αυτονόητο 🙂

  7. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1 Α, ειλικρινά δεν ήξερα τη συγγένεια. Αν θέλεις, μας λες περισσότερα στοιχεία για τον συγγραφέα.

    6 Το δικό σου αυτονόητο είναι Σαββόπουλος μάλλον παρά Θεσσαλικός κύκλος 🙂

  8. Γς said

    >του χάλεψε ο επιστάτης του τσιφλικιού να στείλει το Λενιό, τη γυναίκα του το βράδυ στο Κονάκι…

    Συνέβαινε;

    Νόμιζα ότι ήταν εν πολλοίς μύθος.
    Και μ αυτούς και με τους αγάδες αλλά και με τους …δεσπότες!
    Υπάρχει κάποια πηγή να κάνω μάτι;

  9. Γιάννης Κουβάτσος said

    Θα συμφωνήσω με τον Τζι. Μου άρεσε πολύ στην αρχή, αλλά στη συνέχεια πλατειάζει και κουράζει. Αν συμμαζευόταν λίγο, θα γινόταν ωραίο διήγημα, στο είδος του πάντα.

  10. ΚΑΒ said

    >>Δεξοχώρι

    >>το γλυκόνομα του Βαγγέλη…

  11. 7β Μάγος είσαι 😉

  12. nikiplos said

    8@ Γσ, δεν ξέρεις τα αρχικά της λέξης fuck και την ιστορία της? με εκπλήσσεις!

  13. sarant said

    12 Αστικός μύθος μάλλον

  14. dryhammer said

    8. Μου διηγότανε η γυναίκα μου πως και στα χωριά της Αλβανίας τα παλιά χρόνια (πόσο παλιά; – προ Χότζα πάντως), το πρώτο βράδυ ήταν του παπά… έλεγε η γιαγιά της.

  15. Γς said

    1q2:

    Το ξέρω το
    fornication under consent of the king

    και εχω διαβάσει στο Urban dxictionary ότι είναι αστικός μύθος, αλλά…

  16. Γς said

    15->12

  17. Aghapi D said

    7 Τον γνώρισα πολύ λίγο, πέθανε όταν ήμουν μόνον πέντε χρονών. Όμως τα παιδιά του (δυο γιοι, ο ένας ήταν ο πατέρας μου) ήταν στο άλλο άκρο και αποσιωπούσαν τη λογοτεχνική του πλευρά 😦
    Θυμάμαι μονο που μου έδειχνε κάτι στον αέρα και μού έλεγε πως εδώ χορεύει η Ήλια. «Την βλέπεις;» «Δέν την βλέπω».
    » Δέν πειράζει, θα τη δεις όταν μεγαλώσεις λίγο ακόμα» Εννοούσε τη ηλιαχτίδα που φώτιζε την αιωρούμενη σκόνη.
    Παίζαμε, προς απελπισίαν της γυναίκας του και γιαγιά μου, κλέφτες κι’ αστυνόμους στου Στρέφη. «Πώς θα γίνει κυρία;» θρηνούσε, για να παίρνει πάντα την απάντηση: «΄Ποτέ μή γίνει» 🙂 Και δέν έγινα 🙂 Το μόνο που κληρονόμησα η αγάπη του για το κουάκερ, το αυγοτάραχο και τα παραμύθια (θα μπορούσα να έχω και άλλα, υλικά και προσοδοφόρα, αλλά ας όψονται οι ενδοοικογενειακές…. τρυφερότητες)
    Στην Κατοχή επίταξαν οι γερμανοί ένα ορυχείο του και τού έδωσαν μιαν αποζημίωση. Ένα μεγάλο μέρος το ξόδεψε παίρνοντας τα βουνά για να βρει λαϊκούς ζωγράφους εμπνευσμένος από τους φίλους του Τεριάντ και Γουναρόπουλο (συγγενή μας) που είχαν ανακαλύψει τον Θεόφιλο. Είχε μάλιστα και πρωτότυπο έργο του. Λαϊκούς ζωγράφους δέν βρήκε, αλλά έφαγε μια σύλληψη μιας και περιφερόταν σε μέρη μαχών ανάμεσα σε γερμανούς και ελασίτες. Κανείς δέν ήξερε πού βρισκόταν μέχρι που τον εντόπισαν στού Αβέρωφ και μπόρεσε η γιαγιά μου να επικοινωνήσει μαζί του με βοηθό μια σκυλίτσα αρχικά και «επισήμως» αργότερα.
    Δέν έμαθα ποτέ πόσο κρατήθηκε.
    Το μονο άλλο που ξέρω ήταν πως εξέδιδε μιαν εφημερίδα προπολεμικά
    https://catalogue.nlg.gr/Record/j.13595
    και πως δημοσίευσε βιβλία – ένα μυθιστόρημα, ίσως δύο με διηγήματα. – και δημιοσιογραφούσε συχνά

  18. Γς said

    14:

    Κι η ιστορία λέει για τον δεσπότη που έβαζε το διάκο να της εξετάζει πρώτα:

    -Την έψαξες καλά;

    -Ναι Δέσποτα. Μόνο ένα τόσο δα μικρό έχει [κληρωτίδα λέμε τώρα]

    -Διώξ την! Μπορεί το τόσο δα μικρό στον πωπό του δεσπότη να γίνει πολύ μεγάλο!

    Την είχε πατήσει με τον άντρα κάποιας, που ντύθηκε γυναίκα και κοιμήθηκε μαζί του

  19. Georgios Bartzoudis said

    Καλό το διήγημα. Συμφωνώ ότι κάπου πλατειάζει, όχι όμως και πολύ. Είναι γραμμένο σε …κλίμα της εποχής: Το 1923 το …Κόμμα ονομάστηκε … «Κόμμα» (άνευ πληθυντικού!). Για τον συγγραφέα δεν γνωρίζω τίποτα. Θυμάμαι μόνο τον «θεαματάνθρωπο» Ίωνα Νταϊφά που ήταν ενεργός κατά και μετά τη Χούντα.

  20. # 19

    Καλά και δεν θυμάσαι τον Σταύρο Νταϊφά που «παρέλαβε τον ΟΣΦΠ από τον Γουλανδρή όταν τους τα βρόντηξε που φάγανε τα λεφτά για την δωροδοκία του διαιτητή και παρέδωσε στον Κόκαλη μετά το φιάσκο Σαλιαρέλη ;
    Ούτε την Λόλα που «έτρεχε» τον ΟΣΦΠ για χρόνια στις δημόσιες σχέσεις ;

  21. Theo said

    Καλημέρα!

    @4, 9:
    Θα συμφωνήσω με τον Τζη και τον Γιάννη Κουβάτσο.

    Ένα αφήγημα γραμμένο από δημοσιογράφο που χειρίζεται καλά τον λόγο αλλά και που δεν μπορεί να αποφύγει τη μανιέρα και τον διδακτισμό και μάλλον η οικονομία του λόγου του είναι άγνωστη.
    Με μπούχτισε και το διάβασα μέχρι τη μέση και μετά τις τελευταίες παραγράφους

  22. Γς said

    20:

    Συγγενής τους κι ο Ιων Νταϊφάς

    (Βόλος 1924 – 1994). Σκηνοθέτης και κριτικός του κινηματογράφου. Σπούδασε κινηματογράφο στο Παρίσι (IDHEC) και φιλολογία στη Σορβόνη. Εργάστηκε στο ραδιόφωνο, στο θέατρο και στην τηλεόραση, ως δημοσιογράφος και σκηνοθέτης. Ειδικότερα, στον κινηματογράφο ασχολήθηκε με την κωμωδία, στην οποία απέδειξε ένα ιδιαίτερο ταλέντο. Στη φιλμογραφία του περιλαμβάνονται οι ταινίες Δολάρια και όνειρα (1956), Ο χρυσός και ο Τενεκές (1962), Ο τρίτος δρόμος (1963) και Μια βδομάδα στον Παράδεισο (1964).

    θυμάμαι τις εκπομπές του στο ΕΙΡ και ιδίως εκείνη που ξεκίναγε ΄έτσι:

  23. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ μένα.

    Καλὸ ἀλλὰ πολύ.

  24. sarant said

    17 Ευχαριστούμε!

    23 και πριν: Για το θέμα της εκτασης, να σκεφτούμε ότι παλιότερα πλάτειαζαν περισσότερο οι συγγραφείς.

  25. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Καλημέρα σας από το Ιλλινόϊ,

    1) Από το λίαν διευκρινιστικό σχόλιο 17 της εγγονής του συγγραφέως, 66χρονης κυρίας Αγάπης, προκύπτει ότι ΟΥΤΕ οι γιοί του δεν εκτιμούσαν το λογοτεχνικόν τάλαντον του μακαριστού Κώστα Νταϊφά

    2) Η κ. Αγάπη μάς ενημερώνει ότι οι Γερμανοί έδωσαν αποζημίωση στον Κώστα Νταϊφά, επειδής είχαν επιτάξει το ορυχείο του. Γνωρίζοντας ότι οι Ναζί δεν αποζημίωναν για επιτάξεις ορυχείων, ΔΙΕΡΩΤΟΜΕΘΑ: Μήπως ο μακαριστός Νταϊφάς είχε σχέσεις με τις Κατοχικές Κυβερνήσεις Ράλλη + Λογοθετόπουλου, διό και κατάφερε να εισπράξει την αποζημίωση; Παρακαλούμε την κ. Αγάπη να μάς το ξεθακαρίσει αυτό, ώστε να καταλάβουμε καλύτερα το παρόν διήγημα…

    3) Επίσης παρακαλείται η κ. Αγάπη να μάς πεί αν μετά την Κατοχή ο παππούλης της ο Κώστας ΝταΪφάς τάχθηκε με τον αγωνιζόμενο «Δημοκρατικό Στρατό» ή με τους απογόνους των ταγματασφαλιτών και τους Γερμανοτσολιάδες

    ΥΓ: Το Επιτελείο μας σάς υπενθυμίζει ότι στις 7 μ.μ. ξεκινά στο ΟΑΚΑ το Παναθηναϊκός – ΠΑΟΚ. Όπως σάς έχουμε προαναγγείλει, δεν υπάρχει ούτε μία πιθανότητα στις 100 να κερδίσει ο ΠΑΟΚ κι αυτό το ξέρει άριστα κι ο ίδιος ο φανατικός οπαδός του κ. Gpoint, διό και έχει εξαφανισθεί τις τελευταίες ώρες από το Ιστολόγιο: Προετοιμάζει τι θα μάς πεί το βράδυ για να δικαιολογήσει την συντριβή της ομάδος του.

    Παίξτε άφοβα τον άσσο και το Χ για να πάτε στο ταμείο να πληρωθείτε σε 8 ώρες από τώρα. ΙΔΟΥ και οι αποδόσεις που δίνει αυτή την στιγμή το stoiximan για τον εν λόγω αγώνα

  26. Aghapi D said

    25 Για τα περισσότερα ερωτήματά σας δέν έχω ιδέα Διευκρίνισα ότι δέν θυμάμαι και πολλά και ότι γνωρίζω ακόμα λιγότερα.
    Μού προσθέτετε ένα – δυό χρόνια στην ηλικία – όχι ότι έχει ιδιαίτερη σημασία φυσικά, εκτός από το ότι και αυτό είναι μια ακόμη απόδειξη ότι είστε κακόπιστος, όπως έχει φανεί από την επιθετικότητά σας γενικά σ’ αυτό το ιστολόγιο, γι’ αυτό είναι και η πρώτη και τελευταία φορά που σας απαντώ και σας απευθύνω τον λόγο

  27. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ρε Βάτμαν, επίτηδες το κάνεις; Δεν μας φτάνει το χάλι του αλαφούζειου καφενείου που κάποτε λεγόταν Παναθηναϊκός (και ελπίζουμε να ξαναγίνει), θα πρέπει να φορτωθούμε και τις γκαντεμοπροβλέψεις σου; 😈

  28. leonicos said

    Πιο συνταρακτικό κείενο δεν πρέπει να έχω διαβάσει

    Συνταρακτικό όχι μόνο ως αφήγημα, άλλωστε μάλλον χωλαίνει σε αυτό ακριβώς το σημείο, ότι συνέπεσε ο Βαγγέλης να εμφανιστεί την ίδια μέρα που ήρθε και ο αφέντης με τους μπράβους. Δεν λέει άλλωσε ότι ο Βαγγελης είχε ξεσηκώσει άλλα χωριά και του την έστησαν.

    Αλλά είναι συνταρακτικό πιο πολύ για τον τρόπο που περιγράφει τους καμπίσιους. Δεν σηκωναν το κεφάλι ούτε για να δουν τον ουρανό. Κατάπιε και την υπόθεση της γυναίκας του. άκουσε το σουραύλι αλλά δεν τόλμηε να λεφτερωθεί. Κι όμως ήξερε πως κάτι θα γίνει. Ακόμα και τα λιθόχτιστα θεμέλια του αροντικού το μαρτυρούσαν.

    Από την άλλη, τηρουμένων των αναλογιών, τέτοιους ανθρώπους που δεν σήκωσαν το κεφάλι σηὖναντάμε ακόμα και σήμερα. Είναι δίπλα μας, και αυτοί μας ορίζουν ακόμα επειδή είναι πολλοί και η ψήφος τους μετράει περισσότερο από τη δική μας. Και δεν βλέπουν το λόγο ‘γιατί να διαβαζεις στα 75 σου’ ‘γιατί τρέχεις στα μουσεία στα 75 σου’ ‘γιατί θες να πας στου διόλο τη μάνα να σεις κάτι ερείπια στα 75 σου’ και δεν είναι 75! Είναι 25 και 30 και 45 και 60.

  29. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Νταλκὰ ποὺ τὸν ἔχει ὁ ἑξηντατριάχρονος ψευτοΘόδωρος. Κυριακάτικα, σηκώνεται ἀξημέρωτα (5.54 τοπικὴ ὥρα Σικάγου, τὸ σχόλιο) γιὰ νὰ βγάλει τὴ χολή του.

    @Aghapi D. Δὲν ἀξίζει τὸν κόπο νὰ ξανασχοληθεῖτε. Πρόκειται γιὰ παθολογικὴ περίπτωση. Τὸν ἔχουν ξεμπροστιάσει κατ᾿ ἐπανάληψη, ἄλλωστε:

    https://sarantakos.wordpress.com/2018/12/12/spyros/#comment-547768

    https://sarantakos.wordpress.com/2013/05/14/7kalokairia-34/#comment-175689

  30. Aghapi D said

    29 Ευχαριστώ πάρα πολύ 🙂

  31. π2 said

    Προς τους τουρκολόγους / αραβολόγους υπηρεσίας: το όνομα Νταϊφάς σημαίνει κάτι σαν μουσαφίρης, αν θυμάμαι καλά;

  32. Aghapi D said

    31 https://www.lexigram.gr/lex/enni/%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%8A%CF%86%CE%AC%CF%82#Hist0

  33. Μαρία said

    31
    Ο Βογιατζόγλου στα Επώνυμα της Μικρασίας τον ετυμολογεί απ’ τον τουρκοαραβικό tayfa, ελλην. ταϊφάς.

  34. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @31, 33. Τὸ βικιλεξικὸ δίνει:

    » ταϊφάς αρσενικό

    (παρωχημένο)

    (ναυτικός όρος) το σύνολο των ναυτών εμπορικού πλοίου, το πλήρωμα πλοίου
    (ναυτικός όρος) ναύτης
    (στρατιωτικός όρος) στρατός ατάκτων, ασκέρι, μπουλούκι[1]

    Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλικάρια, / δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες, / γλήγορα και να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα, / που ‘ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια. (Του Διάκου)

    φάρα, φυλή[2]
    (ποντιακή διάλεκτος) οικογένεια[3]
    βασίλειο (δες: Ταϊφά της Λισαβόνας)

    Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές

    νταϊφάς

    Ετυμολογία

    ταϊφάς < τουρκική tayfa* < αραβική طائفة (ṭāʾifa) «

  35. Ranele Ranele said

    Τεράστιος λεξιλογικός πλούτος! Ευχαριστούμε.

  36. Aghapi D said

    Έτσι για να μας βρίσκεται https://www.teloglion.gr/fakeloi?mediaid=7414

  37. Κιγκέρι said

    «Είχανε φέρει ένα σεντούκι μεγαλότατο, θερίο, που το σύραν όλοι οι αραμπάδες του χωριού από κει που τ’ άφησε ο σιδερόδρομος.

    Άνθρωποι ξένοι, με παράξενες ωραίες μορφές, γενάτοι και παράξενα ντυμένοι—μαστόροι και τεχνίτες, το ανοίξανε και βγάλαν από μέσα μια μηχανή!

    Ψήσανε σφαχτά, ήπιανε ρακί πολύ, κάμανε ζεύκι δυνατό οι μαστόροι, και του βάλανε φωτιά… Κάπνιζε σα φούρνος και, ω θάμα, ξεκίνησε χωρίς κανείς να το σέρνει, απομοναχό του… Μούγκριζε, τριζοβολούσε μπουμπουνιστά, κάνοντας τον αγέρα να τρέμει κι έβγαζε σπίθες και καπνούς… ούρλιαζε σφυριχτά, σαν το δράκο του παραμυθιού… μαύρο, γερό γιγαντένιο, αψηλό σαν το Κονάκι!

    Χύθηκε βαριά-βαριά στον Κάμπο κι αρχίνησε ―Δράκος αληθινός— να τρώει θημωνιές και να βγάζει στάρι!…»

    Η πατόζα, το θερίο

    http://culture.larissa-dimos.gr/popup.php?photo_id=1465&size=large&lang=gr

  38. Σ said

    Το αργοκύλισμα της αφήγησης είναι το ίδιο το περιεχόμενο του αφηγήματος. Μια συντομότερη έκθεση των συμβάντων δεν θα είχε νόημα.

  39. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    Για την ετυμολογία του ονόματος Νταϊφάς, υποθέτω κι εγώ πως είναι από τον ταϊφά κατά την έννοια του σχ. 34

  40. Γιάννης Ιατρού said

    Χαιρετώ,

    δεν έχω προλάβει να δω τα σημερινά, αλλά (με το συμπάθειο & εκτός θέματος), ενημερωτικά για το επιτελείο:
    Εξεδόθη τόμος πρακτικών 🙂 κοιτάξτε τα μέηλ σας 🙂

  41. Aghapi D said

    34, 39 To google translate εξηγεί τη λέξη ως εύρος 🙂

  42. 31 κ.εξ. Με προλάβατε.

  43. ΓιώργοςΜ said

    Καλησπέρα! Το διάβασα από το πρωί και το απόλαυσα. Μεγάλη η έκταση, αλλά δε με κούρασε. Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η ζωντάνια της γλώσσας, γράφτηκε πριν από εκατό χρόνια και είναι σαν σύγχρονο.

    37 Η αλωνιστική μηχανή ήταν επανάσταση την εποχή εκείνη. Σε μέρη έξω από τον κάμπο έφτασε πολύ αργότερα, στη Β. Εύβοια απ’ όπου κατάγομαι ο πατέρας μου πρόλαβε το λίχνισμα· στην αλωνιστική μηχανή έκανε τα πρώτα του μεροκάματα (δεκαετία ’40). Τη λέξη «πατόζα» την ξέρω μόνο με την έννοια «χοντρή», τη λένε πειραχτικά οι γυναίκες της γενιάς της μητέρας μου και θεωρούσα πως προέρχεται από την περιγραφή της… υπερευπύγου γυναίκας (<πάτος=πισινός). Μ' ένα πρόχειρο ψάξιμο δε βρήκα ετυμολογική ανάλυση, κι έτσι δεν ξέρω αν η μηχανή ονομάστηκε έτσι γιατί είναι χοντρή ή ο περιπαικτικός όρος από τη μηχανή.
    Να βάλω για λόγους πληρότητας τη λέξη για τη δε θεριζοαλωνιστική μηχανή που ακολούθησε, "κο(υ)μπίνα", πιθανότατα από τη λέξη "combine" ή κάποια παρόμοια, καθώς ήταν συνδυασμός θερίσματος και αλωνίσματος.

    40 Μιλάς με γρίφους γέροντα… Εκτός αν είναι κωδικός για μυημένους.

  44. Μαρία said

    42
    Για μας τα λυκόπουλα η λέξη είναι ακόμα ζωντανή. π.χ. Συνάντησα χτες το Δύτη μ’ όλον του τον ταϊφά.

  45. Μαρία said

    41
    Όχι, βρε. Πλήρωμα https://translate.google.gr/?hl=en&tab=wT#view=home&op=translate&sl=auto&tl=el&text=tayfa

  46. Aghapi D said

    41 Έβαλες τη λέξη taifa και την έβαλα αραβικά όπως εμφανίζεται στο 34 δηλαδή طائفة
    https://translate.google.gr/?hl=en&tab=wT#view=home&op=translate&sl=auto&tl=el&text=%D8%B7%D8%A7%D8%A6%D9%81%D8%A9

  47. Μαρία said

    46
    Άμα βάλεις το αραβικό σωστά, βγαίνει πάλι πλήρωμα https://translate.google.gr/?hl=en&tab=wT#view=home&op=translate&sl=auto&tl=el&text=%D8%B7%D8%A7%D9%82%D9%85

  48. 46 Δεν σου βγάζει sect;

  49. Θα με τρελάνετε. Μαρία, εσύ έβαλες το τακίμι 🙂

  50. Aghapi D said

    Ήξερα ως τώρα πως το οικογενειακό μου όνομα σημαίνει περίπου αντάρτικο σώμα, ασκέρι.
    Αρχίζω να παθαίνω κρίση ταυτότητας εδώ 🙂
    Βγάλαμε ασκέρι, πλήρωμα, εύρος, ασκέρι
    Τώρα βγαίνει και «έθνος» στα σουαχίλι και «δημιουργία» στα κινέζικα – με επιλογή την αναγνώριση γλώσσας –

    https://translate.google.gr/?hl=en&tab=wT#view=home&op=translate&sl=auto&tl=el&text=taifa

    https://translate.google.gr/?hl=en&tab=wT#view=home&op=translate&sl=auto&tl=el&text=taifa

    και τελικά βρήκα και ακριβώς αυτό που έπαθα 🙂

    https://translate.google.gr/?hl=en&tab=wT#view=home&op=translate&sl=auto&tl=el&text=taifadaifa

    Υπάρχει κανένας ψυχίατρος με ειδίκευση στη γλωσσολογία παρακαλώ; Επείγομαι 🙂

  51. Aghapi D said

    Διόρθωση στο προηγούμενο
    η δεύτερη λινκιά πρέπει να είναι
    https://translate.google.gr/?hl=en&tab=wT#view=home&op=translate&sl=auto&tl=el&text=daifa

  52. Μαρία said

    49
    Εγώ δεν έκανα τίποτα.

  53. Aghapi D said

    52 Εσύ δέν έκανες τίποτα φυσικά. Βλέπω όμως το οικογενειακό μου όνομα να έχει τόσες διαφορετικές σημασίες σε τόσες γλώσσες που η ταυτότητά μου καταρρέει
    Αστειεύομαι φυσικά

  54. Γς said

    Αγάπη, σ αγαπώ…

    https://caktos.blogspot.com/2014/08/blog-post_61.html

  55. Κώστας said

    25 τέλος: Φτου, φτου, φτου, στα άκαρπα δέντρα, στα όρη στ’ άγρια τα βουνά, στα καταβάθια της θάλασσας, εκεί που δε λαλάει πετεινός – φτου, φτου, φτου!!

  56. Γς said

    22:

    Πως λεγόταν εικείνη η ραδιοφωνική εκπομπή του Ιωνος Νταϊφά;

  57. Κιγκέρι said

    43:
    Νομίζω ότι ο χαρακτηρισμός προέρχεται από το μηχάνημα, π.χ.
    -Σιγά μαρή σταμάτα να ματσαλάς, σαν πατόζα ιέχ’ς γιέν’!

    Δύτη, Μαρία, τσούρμο όχι;

  58. Μαρία said

    57
    Τώρα είδα το 43. Εννοείται απ’ το μηχάνημα batteuse, στα γαλλικά.

    Τσούρμο αλλά οικογενειακό για μας 🙂

  59. NIKOS NIKOS said

    Νταϊφάς , dip, deep, dope,dive ( στα αγγλικά), taufen στα γερμανικά από το δύπτω και δύπτης στην ουσία σημαίνει τον βαπτισμένο.

  60. Ταϊφάς ή νταϊφάς στα δικά μας μέρη η ομάδα εργασίας που έφευγε κάθε μέρα το χειμώνα για μάζεμα της ελιάς. Πλήρης, με ραβδιστάδες, μαζεύτρες, αγωγιάτες κλπ. Όχι οικογένεια, αλλά ομάδα από πολλά άτομα, που συνήθως την οργάνωνε ο επιστάτης του μεγαλοϊδιοκτήτη των χωραφιών.

  61. 40 Ελήφθη όβερ 🙂

  62. Κιγκέρι said

    58:

    Ώστε batteuse, που χτυπάει. Δεν είχα κάνει ποτέ τον συνειρμό- ξέρω και γαλλικά τρομάρα μου! Ευχαριστώ!

  63. ΚΩΣΤΑΣ said

    Εμένα μ’ άρεσε το διήγημα. Πατρίδα, γνώριμες σκηνές από την γεωργική ζωή, γνωστά ήθη και νοοτροπίες, γνωστή ντοπιολαλιά, αν και εδώ αρκούντως καλλωπισμένη. Εγώ δεν βλέπω πλατειασμό, αλλά εσκεμμένο μάκρος του συγγραφέα, για να τονίσει το αργό της αφύπνισης και της ωρίμανσης για την εξέγερση του Κιλελέρ.

    Και μια απορία, η ορθογραφία είναι του πρωτοτύπου; Δεν το νομίζω, μάλλον υπήρξε μετατροπή.

  64. 25 Κάτι ξέρουν οι στοιχηματατζήδες 🙂 Βέβαια, τα πολλά λεφτά είναι άμα έρθει ο κόσμος ανάποδα, αλλά δεν συμβαίνουν ταχτικά αυτά… Άρα, το να ποντάρεις κόντρα στο ρεύμα έχει ρίσκο.
    Το ερώτημα: οι προτροπές μπορούν να γίνονται ανέξοδα (και τρολαριστά άμα λάχει ή για να πειράξουμε κάποιον). Ο προτρέπων όμως, ακολουθεί την οδηγία τη δική του; Αν ναι, πώς αντέχει η τσέπη του;

  65. Μαρία said

    62
    Αλλά η θεριζο- moissonneuse-batteuse παραείναι μακρινάρι, οπότε μας βόλεψε η κομπίνα.

  66. Κάποια καλόπαιδα στις κερκίδες του ΠΑΟ τραγούδησαν με την έναρξη του αγώνα το σύνθημα των καλόπαιδων του ΟΣΦΠ για την κόρη του ΠΑΟΚτσή. Στο δεύτερο λεπτό έφαγαν γκολ και σταμάτησαν. Στο τέλος του ημιχρόνου έκανε ο ΠΑΟ μια υποψία ευκαιρίας και αναθάρρησαν οπότε με το ξεκίνημα του β’ ημιχρόνου το ξανατραγούδησαν και ξανάφαγαν γκολ και το ξαναβούλωσαν. Το λες και κάρμα…
    Εννοείται πως ΟΛΕΣ οι ομάδες έχουν ηλίθιους που βρίζουν χωρίς λόγο

    Ιλι(θι)νόη κουράγιο…διαιρώντας δια δυό την περιουσία σου όποτε στοιχηματίζεις δεν θα τελειώσει μεν ποτέ αλλά μπορεί να πέσει κάτω από την στοιχηματική μονάδα !

  67. Να εκφράσω εδώ τις ευχαριστίες μου σο συνεργείο εξωτερικών μεταδόσεων του ιστολογίου που κατέγραψε τις φάσεις από πολλές γωνίες ώστε να μην υπάρχουν αμφισβητήσεις !!

  68. Γιάννης Ιατρού said

    61, 67: 🙂

    σκέτο VAR σου λέω!

    Βέβαια Κυριακή σήμερα, λογοτεχνικό θέμα έχει το πρόγραμμα, αλλά ήλπιζα πως θα έμπαινε κάτι για τον Μπεχράκη που τον χάσαμε έτσι γρήγορα! Πολλοί φεύγουν τώρα τελευταία…

  69. Jane said

    Πολύ ωραίο διήγημα. Απεικονίζει τη μαύρη ζωή των καμπίσιων της Θεσσαλίας πριν τον ερχομό των προσφύγων και τον αναδασμό του 1923. Δεν το βρήκα μακροσκελές.
    Πρόλαβα τη γιαγιά μου -από την πλευρά της μητέρας μου -που γεννήθηκε στα 1908, να μιλά για τη ζωή των καμπίσιων, τα βάσανα και τους εξευτελισμούς , που υπέφεραν από τους τσιφλικάδες.

    Γνωρίζουμε τους μεγαλοτσιφλικάδες όπως ο Ζάππας , ο Στεφανόβικ , ο Ζωγράφος κι άλλους αστούς που είχαν έρθει από Ρουμανία, Κωνσταντινούπολη και Αίγυπτο κι αγόρασαν μπιρ παρά ολόκληρα χωριά και δεκάδες χιλιάδες στρέμματα.
    Υπήρχαν όμως στις επαρχίες Λάρισας, Καρδίτσας ,Αλμυρού και Φαρσάλων οι «μικρομεσαίοι» θα λέγαμε τσιφλικάδες, που είχαν στην κατοχή τους γύρω στα 5-6 χιλιάδες στρέμματα. Αυτοί έκαναν κουμάντο στα χωριά έως και την μεταπολίτευση, καθώς επηρέαζαν τους παράγοντες της τοπικής διοίκησης , την χωροφυλακή, την αγροφυλακή κλπ.

    Οι περισσότεροι από αυτούς τους «μικρομεσαίους» τσιφλικάδες δεν έγιναν «εθνικοί ευεργέτες» δημιουργώντας «ευαγή ιδρύματα». Οι απόγονοί τους είναι οι περισσότεροι γνωστοί πανεπιστημιακοί, μεγαλογιατροί και πολιτικοί. Ένας εξ αυτών υπήρξε και ..«Θεσσαλάρχης».

  70. Μαρία said

    69
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1_%CE%A7%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%B7%CE%B3%CE%AC%CE%BA%CE%B7

  71. Μουτούσης Κωνσταντίνος said

    Καθόλου κακό τὸ διήγημα !

    Τὸ «αἰθερολάμνετε» θύμισε ἒνα μικρό , πλὴν ὂμορφο , ποίημα τοῦ Ρίτσου :

    Ἀλμυρομάλλη ναυτικέ
    ποῦ χάθηκες φεγγαρολάμνοντας
    καβάλα στὸ δελφίνι ;

    Ἂντε νὰ μεταφράσεις τῶρα τὸ φεγγαρολάμνοντας …

  72. mitsos said

    Πολύ μου άρεσε … ( με λίγη υπομονη πέρασα την κοιλιά στην μέση )

    «ανανόησε» … φαντάζομαι = «συνήλθ娻;

    «βουρκάρι» … φαντάζομαι = «αγκυροβόλιο, λιμάνι;

    «ειδή» … φαντάζομαι είναι «η μορφή, τ το παρουσιαστικό»;

    «Μήγαρις» …. ;= «μη γαρ … μην τάχα ;

    «μνημούρι» ….=; » η ταφόπλακα ;»

    «σιλιάχι» =… μάλλον η …. «δερμάτινη ζώνη» με θήκες πάνω από την φουστανέλα

  73. Κιγκέρι said

    Βάζω εδώ και ένα απόσπασμα από το Μπουρίνι του Καραγάτση που περιγράφει αυτά που λέει η Jane στο 71.

    http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSB106/544/3561,14827/index_d_11_02.html

    Στο you tube υπάρχει και η ομώνυμη σειρά της ΕΡΤ

  74. sarant said

    Ευχαριστω για τα νεότερα! Είχα πάει εδώ παρακάτω στη Λουτσία ντι Λαμερμούρ.

    58-62 Μπράβο, από εκεί η πατόζα, λογικό.

    72 Βουρκάρι είναι ο λασπερός βυθός. Τα άλλα τα βρήκες, το σιλιάχι πιο συχνά και λιγότερο ιδιωματικά σελάχι.

    69 Απο τους Στεφανοβικ και το χωριό Στεφανοβίκειο.

  75. Spiridione said

    Πρώτη δημοσίευση φαίνεται ότι είναι στον Νουμά στις 4-5-1919 σε τρεις συνέχειες (κατά λάθος στην αρχή γράφεται ότι είναι του Ρήγα Γκόλφη, αλλά στο τέλος σωστά).
    http://kosmopolis.lis.upatras.gr/index.php/noumas/article/view/87649/86523

    Κάποια ακόμη έργα του στον Νουμά μπορείτε να διαβάσετε εδώ
    http://kosmopolis.lis.upatras.gr/index.php/noumas/search/advancedResults
    Ο Τάβανος είναι ένα ενδιαφέρον διήγημα, για έναν φαντάρο βιαστή στους βαλκανικούς πολέμους.

  76. Spiridione said

    Και εδώ κάποια στοιχεία για τον Νταιφά – και στα σχόλια. Ο Νικοκύρης είμαι σίγουρος δεν το θυμόταν, αλλά η Μαρία; 🙂
    https://sarantakos.wordpress.com/2012/02/05/skoufosspurou/

  77. Μαρία said

    76
    Ου γαρ έρχεται μόνον. Και συμμετείχε κι η Αγάπη.
    Ξαναβάζω το λινκ για τον Τάβανο http://kosmopolis.lis.upatras.gr/index.php/noumas/search/results

  78. spiridione said

    76. Έχει ανθολογηθεί κι απ τον Ρένο Αποστολίδη

  79. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Καλησπέρα σας και πάλι από Ιλλινόϊ,

    1) Ο δαιμόνιος ερευνητής Σπυρίδων (75 + 76) προσπαθεί να θολώσει τα νερά, αναφέροντας κάποιες ανθυπολεπτομέρειες για τον Κώστα Νταϊφά. Κατά τα άλλα, απαξάπαντες οι σχολιογράφοι της παρούσης αναρτήσεως τηρούν σιγήν παλαιάς Αρσακειάδος για τον ύποπτο ρόλο που έπαιξε ο Νταϊφάς στο θέμα του Μεταλλείου του Αγίου Δημητρίου που του είχαν μισθώσει οι Ναζί επί Κατοχής (βλέπε σχόλιο 17 της εγγόνας του κ. Αγάπης Νταϊφά).

    Το Επιτελείο μας αναρτά τις σελίδες 171 + 172 + 173 + 174 της μνημειώδους διδακτορικής διατριβής του γνωστού εβραιολάτρη συγγραφέως Στράτου Δορδανά Αντίποινα των γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία (1941-1944 (ΑΠΘ, 2002) για να αντιληφθεί και ο τελευταίος κάφρος αναγνώστης πόσο μεγάλο λαμόγιο ήταν ο Κώστας ΝταΪφάς, αφού κατάφερε να κοροϊδέψει τόσο τους Ναζί, όσο και τους αντάρτες του ΕΛΑΣ που τον συνέλαβαν ως καταχραστή…




    2) Ο Κώστας Νταϊφάς φαίνεται ότι ήτο και μέγας μπουρδελιάρης, διότι σύχναζε στα Θεσσαλονικιώτικα μπουρδέλα του Βαρδάρη και της Μπάρας. Μάλιστα, ο Ηλίας Πετρόπουλος τον αναφέρει ως πηγή στο μνημειώδες σύγγραμμά του «Το Μπουρδέλο»

    Κατόπιν όλων των ανωτέρω αποκαλύψεων του Επιτελείου μας, παρακαλείται η λαλίστατη εγγόνα του μακαρίτη Κώστα ΝταΪφά, κυρία Αγάπη, να βγεί και να μάς απαντήσει:

    Α) Πώς κατάφερε ο πάππος της να πείσει τους Ναζί να του εκμισθώσουν το Μεταλλείο εν έτει σωτηρίω 1942, που όλα τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά;

    Β) Πώς κατάφερε να ξεγελάσει ο Κώστας ΝταΪφάς τους Ναζί (που τον απελευθέρωσαν) και τους Ελασίτες, τραγουδώντας αντάρτικα τραγούδια;

    Γ) Ήτο όντως μπουρδελιάρης ο πάππος της, όπως μάς βεβαιώνει ο Ηλίας Πετρόπουλος στο «Μπουρδέλο» του;

    ΥΓ: Όσο για την ατυχή πρόβλεψή μας στο Παναθηναϊκός – ΠΑΟΚ 0-2, άς όψεται η κωλοφαρδία του ΠΑΟΚ που έκανε και πάλι το θαύμα της (και τα δύο γκόλ μπήκαν από τυχαίες καραμπόλες), αλλά και ο απίστευτος κρετινισμός του τερματοφύλακα Διούδη, που έκανε τον τροχονόμο στο 1ο γκόλ (65ο δευτερόλεπτο του αγώνος) και έπιασε αέρα, για να έρθει ο επερχόμενος παοκτζής και να σκοράρει με το γόνατο

  80. Πέπε said

    Άργησα να το διαβάσω. Με τρόμαξαν λίγο μερικά από τα σχόλια, αλλά τελικά άδικα.

    Δε βρήκα ότι έχει αργή γραφή. Να δεχτώ ότι όντως στη μέση έκανε λίγο κοιλιά (θα ‘ρθει, θα ‘ρθει, ε άντε να ‘ρθει πια!), αλλά έτσι, ως τοπικό φαινόμενο.

    Ήταν λίγο εύκολα στημένη η υπόθεση, αλλά για 1923 ήταν και λίγο το ύφος της εποχής. Και το όχι πολύ αληθοφανές με τα σουραύλια και τους ελεύθερους σαν ξωτικά τσομπάνους που μάγεψαν το παιδί που είχε όμοια μυαλά μ’ αυτούς, μπορούμε να το πάρουμε ποιητικά.

    Αυτό που δε μου ‘κατσε ήταν η υπερβολή στην περιγραφή των δουλοπαροίκων: δεν μπορώ να δεχτώ ότι ήταν τόσο ζόμπι ώστε να μην κοιτάνε ποτέ τον ουρανό, και να έχουν την αγάπη για τα παιδιά τους λίγο κάτω από τον εαυτό τους και λίγο πάνω από τον σκύλο τους. Ότι ζούσαν μες στον φόβο, την απάθεια, τη μοιρολατρία, αυτό το ‘χουμε ξαναδιαβάσει, αλλά διάβολε, και οι πιο φοβισμένοι μοιρολάτρες πάντα άνθρωποι είναι. Άνθρωποι ήταν (σύμφωνα με τη λογοτεχνία) και στη βιομηχανική Αγγλία, και στην προεπαναστατική Ρωσία κλπ..

  81. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Ο επαγγελματίας φιλόλογος κ. Πέπες (80), ας αφήσει κατά μέρος την κριτική του διηγήματος του Κώστα Νταϊφά και ας σχολιάσει (αν τολμά) τις καταιγιστικές αποκαλύψεις του Επιτελείου μας (σχόλιο 79) για το πώς οι Ναζί το 1942 του εξεμίσθωσαν το μεταλλείο του Αγίου Δημητρίου.

    Πράγμα που μάς απέκρυψε η εγγόνα του, κυρία Αγάπη, στο σχόλιο 17, λέγοντας πως το μεταλλείο ήταν δικό του και οι Γερμανοί τον αποζημίωσαν!..

  82. Πέπε said

    Πολύ σωστά, ομολογώ πως ήταν άστοχο να γράψω τη γνώμη μου για το διήγημα στην ανάρτηση για το διήγημα. Και εφόσον η κυρία Νταϊφά κατέστησε σαφές ότι δε γουστάρει παρόλες με τον Αδελφόθεο (γιατί μιλάμε στο τρίτο πρόσωπο σαν Ινδιάνοι;) και ότι σχεδόν δε γνώρισε τον παππού της, προφανώς είμαι ο μόνος που μπορεί να δώσει αυθεντικές πληροφορίες για τα φλέγοντα ερωτήματα που εγείρει ο Αδελφόθεος.

    Μόνο λίγη υπομνή παρακαλώ γιατί έχω να ξεμπροσιάσω κάποιον από προηγούμενη συζήτηση και το ‘χω αμελήσει. Μία μία οι δουλειές.

  83. Γς said

    Τόσες ώρες κι ακόμα ξεμπροσιάζει;

  84. Και για να παίρνετε μια ιδέα από το μέλλον… 20-3-0 νίκες-ισοπαλίες-ήττες οι μεγάλοι, 20-1-0 οι μικρού, η Κ19 του τιτανοτεράστιου Πάμπλο Γκαρσία. Ιδού η βαθμολογία της Κ19

  85. Γιάννης Κουβάτσος said

    85: Τζι, είσαι μεγάλο παιδί πια, σοβαρέψου. Ούτε τα παιδάκια στο δημοτικό δεν κάνουν έτσι και κυριολεκτώ.

  86. Γιάννης Κουβάτσος said

    Το 85 στο 84. Πού αλλού;

  87. cronopiusa said

    79
    Είστε βδελυρός

    Aghapi D έχεις τον σεβασμό και όλη την αγάπη μας

    Καλή σας μέρα και καλή εβδομάδα!

  88. dryhammer said

    87. Όσο ασχολούμαστε μαζί του, ακόμα και για να τον χέσουμε, τόσο του δίνουμε σημασία (=αξία) κι αυτό είναι που επιδιώκει. Αγνοήστε τον. Είναι πιο αποτελεσματικό κι από το μπανιάρισμα.

    Καλημέρα είπαμε; δεν είπαμε…

  89. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  90. # 85

    Χαλάρωσε κι απόλαυσέ το ( να το αποφύγεις δεν μπορείς…)

  91. nikiplos said

    Στα 1942 δεν έσκιαζε η φοβέρα ούτε πλάκωνε η σκλαβιά κανέναν, από οικονομικής ή άλλης άποψης. Η χώρα στα 1941, κατελήφθη από τους Γερμανούς και μεγάλο μέρος της οικονομίας της μπήκε στα πλαίσια της εξυπηρέτησης της Γερμανικής Επιμελητείας. Στα πλαίσια αυτά η οποιαδήποτε οικονομική σχέση μαζί τους – που δεν ήταν ποτέ αγαστή, αλλά περισσότερο εκβιαστική, δεν ισοδυναμεί με κάποια εκατέρωθεν εκτίμηση… Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της συνεργασίας αφορούσε αγροτικά προϊόντα, για τα οποία οι Γερμανοί υποχρέωναν τους παραγωγούς να πληρώνονται στα ράλλικα τυπωμένα πληθωρικά νομίσματα της Κατοχής.

    Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο από την οικογενειακή μου ιστορία. Οι Γερμανοί με αφορμή κάποιες εχθροπραξίες μάζεψαν άρρενες κατοίκους της γειτονιάς που ήταν η αγροικία του παππού μου… Απουσιάζων ο παππούς μου, συνέλαβαν τον αδερφό του και άλλους εκεί. Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στο Νταχάου κυρίως, μιλώντας πάντα για μια «πόλη στρατοπέδων με πολλά παραρτήματα που δεν είχαν σχέση μεταξύ τους» παρά για κάτι μαντρωμένο… Την επομένη λοιπόν της σύλληψης ήρθε κανονικά το καμιόνι της επιμελητείας, έκαναν τη συγκομιδή με συνεργαζόμενο συνεργείο και πλήρωσαν κανονικά τον παππού μου…
    Όλοι αυτοί θεωρούνται συνεργάτες των Ναζί? (με το σκεπτικό του πανηλίθιου πιο πάνω). Στα χρόνια της κατοχής, οι εργολάβοι συνέχισαν να συντηρούν δρόμους, καλντερίμια και μονοπάτια, οι ελαιοχρωματιστές να βάφουν, οι έμποροι να πωλούν εμπορεύματα κλπ.
    Να προσθέσω πως πολλές φορές λίγο πριν το τέλος του πολέμου, που οι αντάρτες είχαν ξεθαρρέψει, απαλλοτρίωσαν τη σοδειά του παππού μου, προσπαθώντας να πληρώσουν σε είδος, αλλά συχνά αποτυχημένα…

    Τα χτυπήματα των ανταρτών δεν ήταν τυφλά, αλλά κυρίως στρατηγικά, τις περισσότερες φορές με υπόδειξη των συμμάχων που είχαν και καλύτερη ενόραση της εξέλιξης του πολέμου…

    Είναι προφανές πως η εξέλιξη της συγκεκριμένης υπόθεσης ήταν αποτέλεσμα ωμού χαφιεδισμού εις βάρος του Κ. Νταϊφά και των συνεργατών του, αφού οι Γερμανοί δεν βρήκαν ενοχοποιητικά στοιχεία… Το ίδιο θα συνέβη και με τους Ελασίτες, καθώς μιλάμε για εποχή (πολύ μετά το 1942 που έγινε η εκμίσθωση) που η καχυποψία είχε ανέβει στο ζενίθ…

    Τέλος το κείμενο του Στρ. Δορδανά που παραπέμπει ο ακατανόμαστος βρίθει ανακριβειών και έλλειψης παραπομπών, που αποδεικνύονται εύκολα… αλλά είναι άλλου ιερέως… Να μιλούσε για μια άλλη περιοχή της Ελλάδας να το δεχθώ, αλλά για την Κατερίνη και την Πιερία, που οι ένοπλες συμμορίες χαφιέδων εκβίαζαν ωμά φιλήσυχους πολίτες και επιχειρηματίες με αποδείξεις που στάθηκαν ακόμη και στα μετεμφυλιακά δικαστήρια, έλεος κάπου…

  92. ΚΑΒ said

    >>Είχε κι άλλα παιδιά ο Χαρούλης, άλλα τέσσερα και για κανένα η καρδιά του δε χώριζε πλιότερο μοιράδι αγάπης, όλα ίδια τα ‘χε, λίγο παρακάτω από τον εαυτό του και λίγο παραπάνω απ’ το σκύλο του

    80. Πέπε said
    Αυτό που δε μου ‘κατσε ήταν η υπερβολή στην περιγραφή των δουλοπαροίκων: δεν μπορώ να δεχτώ ότι ήταν τόσο ζόμπι ώστε να μην κοιτάνε ποτέ τον ουρανό, και να έχουν την αγάπη για τα παιδιά τους λίγο κάτω από τον εαυτό τους και λίγο πάνω από τον σκύλο τους

    Διαβάζω από του Ζουμπουλάκη «Στ’ αμπέλια»:

    Δεν υπήρχε σπίτι που να μην είχε χάσει δυο τρία παιδιά στη γέννα, στη βρεφική και παιδική ηλικία. Μου έκανε εντύπωση πως δεν τα μνημόνευαν ποτέ. Ο θάνατος των μικρών παιδιών ήταν κάτι φυσικό , συνέβαινε σε όλες τις μανάδες, δεν ήταν μια σκληρή μοίρα που χτύπαγε μιαν άτυχη. Χωρις υπερβολή, όπως ήταν αναμενόμενο να μη ζουν όλα τα κατσίκια μιας γίδας, έτσι και τα παιδιά μιας γυναίκας. Και σίγουρα το να χάσεις ένα μεγάλο ζο ήταν χτύπημα σκληρότερο από το θάνατο ενός νηπίου.

    Δεν ήταν υπερβολή. Μέσα σε μια πολυμελή οικογένεια ο θάνατος ενός μωρού δεν προκαλεί τόση στενοχώρια όσο ο χαμός ενός ζώου. Το ξέρω. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση το σκυλί για τον βοσκό Χαρούλη άξιζε πολλά.

  93. Alexis said

    …μα δεν ήταν βοσκός…

  94. ΚΑΒ said

    Σωστά, δεν ήταν βοσκός. Αυτό ὀμως δεν αλλάζει την ουσία του θέματος.

  95. sarant said

    87 Είναι βδελυρός

    75-76 Ρε τι θυμάστε! Να βάλουμε και τον Τάβανο καμιά φορά.

  96. ΓΤ said

    Κάτι πρέπει να γίνει εδώ με τον μουχριτσοβέλιουρα των σχολίων. Θρασομανά το άηθες, μα ο αποσκορακισμός αργεί. Κάνε κάτι, Νίκο, γκώσαμε απ’ την αναισχυντία. Μπαίνουμε εδώ μέσα να μάθουμε δυο γράμματα, να πιούμε δυο αράδες γνώμης, να ξεκουραστούμε από την εγρήγορση και να γρηγορούμε με τη χαλαρότητα, και πέφτουμε πάνω σε βορβορόψυχους τρουμπόγλωσσους καθρεφτοκοιταχτάκηδες της ύβρεως ονειρώκτες. Σφήνωσέ τον στους Αποθέτας τώρα.

  97. nikiplos said

    93@, πρόσφατα διάβαβα ένα ωραίο βιβλίο ενός Γάλλου συγγραφέα σχετικά με αυτό το ζήτημα… Λίγο έως πολύ, έλεγε πως τα παιδιά τις παλαιότερες εποχές δεν ήταν επιλογή των ανθρώπων, «έρχονταν και έφευγαν από τον Θεό», ενώ κυρίως προέκυπταν από τις ανάγκες (χέρια για σκάψιμο) αλλά και την έλλειψη αντισύλληψης. Έτσι στην οικογενειακή πυραμίδα τα παιδιά δεν ήταν τα πρώτα… Ήταν οι γονείς καθεαυτοί.

    Στη συνέχεια και μέχρι τα 70ς, τα παιδιά προέκυπταν πάλι συνήθως αθέλητα, ένεκα φτωχής αντισύλληψης. Κάποια νεανική επαφή χωρίς αντισύλληψη που για συμβατικούς λόγους οδηγούταν αναγκαστικά σε γάμο, είτε κάποια εξωσυζυγική επαφή που είχε το αποτέλεσμα εγκυμοσύνης. Τα παιδιά πάλι ακολουθούσαν τις επιλογές των γονέων.

    Μετά τα 80ς και τη χειραφέτηση της γυναίκας, πολλά ζευγάρια κάνουν παιδιά μόνο από επιλογή. Συνήθως οι γονείς έχουν ολοκληρώσει τα ζητήματα καριέρας κλπ, οπότε επιζητούν την τεκνοποίηση. Τα περισσότερα ζευγάρια κάνουν ένα ως δύο το πολύ παιδιά. Τα παιδιά τώρα είναι επιλογή και το κέντρο της οικογένειας. Οι γονείς έρχονται δεύτεροι στη μοίρα…

    Σήμερα έχουμε το φαινόμενο πολλοί να μην παντρεύονται και να μένουν άτεκνοι. Έτσι στις πάλαι ποτέ παραδοσιακές οικογένειες τα παιδιά σπανίζουν, ή είναι ελάχιστα. Το αποτέλεσμα είναι τα παιδιά σήμερα να αποτελούν το κέντρο του σύμπαντος της ευρύτερης οικογένειας με θείους και θείες που είναι ανύπαντροι και άτεκνοι και τους κάνουν όλα τα χατήρια, με γονείς στοχοπροσηλωμένους μόνο για τα παιδιά τους, ας αφήσουμε καλύτερα τους παππούδες που είναι τελείως αφιερωμένοι και συχνά συγκρούονται με τα παιδιά τους για τα εγγόνια τους…

    Αυτά λίγο έως πολύ έλεγε ο Γάλλος συγγραφέας.

    Αυτή η μεταλλαγή είναι που κάνει σήμερα δύσκολο να αντιληφθούμε τη θέση των παιδιών εκείνη την εποχή και που κάνει λίγο να φαίνεται παράδοξα όσα (σωστά) γράφει παραπάνω ο ΚΝ ως προσεκτικός παρατηρητής…

  98. # 97

    Δεκαετία του 70 κυκλοφορούσε μεταξύ αστείου και σοβαρού η ιστορία για τον γύφτο που είχε φορτωμένα πράματα και τα έντεκα παιδιά του στην καρότσα του Ντάσουν και η γυναίκα του καθισμένη δίπλα είδε από το καθρεπτάκι του συνοδηγού πως ένα παιδύ είχε πέσει απ’ την καρότσα.

    – Σταμάτα, έπεσε ένα παιδί !!

    – Πάει αυτό, τσαλακώθηκε, μη στενοχωριέσαι, θα σου κάνω άλλο !

  99. loukretia50 said

    Νίκιπλε, Πέπε, ΚΑΒ
    Συμφωνώ με τον Πέπε, είναι στη φύση του ανθρώπου να κοιτάζει τον ουρανό, να περιμένει την καινούρια ανατολή, όσο και να είναι όλα μαύρα.
    Και δυσκολεύομαι να φανταστώ ότι σ΄οποιαδήποτε εποχή οι γονείς έβαζαν τον εαυτό τους πάνω από τα παιδιά, ή ότι υπολόγιζαν τα ζώα – όσο απαραίτητα κι αν ήταν – περισσότερο από τα μωρά, έστω κι αν πίστευαν ότι τα στέλνει και τα παίρνει ο Θεός. Η πίστη μπορεί να τους βοηθούσε να μη δυσανασχετούν και να αντέχουν την κακή τύχη, αλλά ειδικά για τις μητέρες το βρίσκω απίθανο.
    Ίσως όμως ο πατέρας- αφέντης σε κάποιες άλλες εποχές και πολύ δύσκολες συνθήκες, να μην υπολόγιζε τις κόρες όσο το πχ το άλογο. Αυτό δυστυχώς δε θα το απέκλεια.
    Δεν παύει όμως να είναι παράδοξο.

  100. Aghapi D said

    Σε ποιο βιβλίο τού Θέμου Κορνάρου περιγράφονται παρόμοιες ιστορίες;
    99 Ο Κορνάρος λέει για περιστατικό όπου γουρούνι δαγκώνει μωρό μέχρι θανάτου και… επειδή αναγκάστηκαν να σκοτώσουν το γουρούνι, λυπήθηκαν περισσότερο τον θάνατο τού ζώου παρά τού μωρού

  101. loukretia50 said

    100. Bέβαια αυτό που εκφράζουν κυρίως με λόγια, δεν είναι πάντοτε αυτό που νοιώθουν..

  102. loukretia50 said

    101 – συμπλήρωμα – πάλι έφυγε μόνο του!
    Έχω γνωρίσει ηλικιωμένες αγρότισσες, με καταγωγή από διαφορετικές περιοχές, που έζησαν δύσκολα χρόνια και πάντα αναφέρονταν στα χαμένα παιδιά.
    Και να μην ξεχνάμε τη νοοτροπία που ήθελε τους άνδρες να μην εκφράζουν πόνο, ειδικά δημόσια.

  103. Aghapi D said

    102 Σωστή 🙂

  104. loukretia50 said

    103. Και μήπως αυτό που περιγράφει με τόση δύναμη, το πώς ένοιωθε ο πατέρας, δεν είναι σπαραγμός?
    Τόσος που δεν άντεχε κι έγινε ελπίδα.

  105. nikiplos said

    99@, εικάζω ότι μιλάμε για εποχές που απαιτούν σφίξιμο της καρδιάς και περίπου «εκλογή της Σοφί».
    Ένας νεκρός λυπεί, αλλά δεν έχει άμεσες συνέπειες. Μια νεκρή αίγα, ίσως να σηματοδοτεί το θάνατο περισσότερων κατιόντων και μη, καθώς θα επιφέρει πείνα κλπ…

  106. loukretia50 said

    105. Η λύπη δε ζυγίζεται, σύγκριση δε μετράει
    Όταν βαραίνει την καρδιά, το μέτρο αψηφάει
    ΛΟΥ
    Νομίζεις πως δεν πόνεσε η εκλογή της Σόφι?
    Κι αν τα παιδιά ξεχώρισε, πάντα μαράζι τόχει

  107. Πέπε said

    Η αίσθησή μου από το διήγημα είναι ότι περιγράφει ανθρώπους -μια ολόκληρη κοινωνία μάλιστα- με νεκρωμένα γενικώς τα αισθήματά τους. Μείναμε περισσότερο στο ζήτημα της γονικής στοργής και δη του πένθους, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Αν είναι μόνο γι’ αυτό, εμένα με καλύπτουν τα παραπάνω σχόλια ότι «αυτό που εκφράζουν κυρίως με λόγια, δεν είναι πάντοτε αυτό που νοιώθουν» (#101, Λουκρητία) και «να μην ξεχνάμε τη νοοτροπία που ήθελε τους άνδρες να μην εκφράζουν πόνο, ειδικά δημόσια» (#102, επίσης Λουκρητία).

    Αλλά εδώ, στο διήγημα, αυτοί δεν είναι άνθρωποι, είναι αυτόματα! Αυτό θα δυσκολευτώ πολύ να πιστέψω ότι δεν είναι υπερβολή του συγγραφέα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: