Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Από το πρωί ως αργά το απόγευμα (τρεις ιστορίες του Dryhammer)

Posted by sarant στο 27 Σεπτεμβρίου, 2020


Κι άλλες φορές έχουμε παρουσιάσει κείμενα του φίλου μας του Ξεροσφύρη: ταξιδιωτικά αφηγήματα από τον καιρό που έκανε στα καράβια και ειδικότερα από τα ταξίδια του στο Μούρμανσκ και στην Κίνα, μετά δυο ευτράπελες διηγήσεις του συστεγασμένες με άλλη μία του Δημήτρη Μαρτίνου, πέρυσι ένα διήγημα πολιτικής φαντασίας και φέτος την άνοιξη δυο ιστορίες της τρικυμίας και της παλίρροιας

Σήμερα κάνουμε ρελάνς, με τρεις ιστορίες, δυο σύντομες και μία μεγαλύτερη. Όπως λέει ο Ξεροσφύρης, αρχικά είχε σκοπό να γράψει 4 ή 5 μικροδιηγήματα, μπονζάι όπως τα λέει ο Γιάννης Πατίλης που μελετάει και αναδεικνύει το είδος, οι οποίες να εκτυλίσσονται από το πρωί έως το βράδυ της ίδιας μέρας.

Όμως δεν κάνει πάντα ό,τι θέλει ο συγγραφέας με το υλικό του. Τελικά, η τρίτη ιστορία δεν βολευόταν στα στενά όρια του μπονζάι, ήθελε να μεγαλώσει και το κατάφερε, και πολύ καλά έκανε εδώ που τα λέμε. Η τέταρτη πάλι, εξελίχτηκε περίεργα κι έτσι η ολοκλήρωσή της αναβλήθηκε γι’ άλλη φορά. Οπότε, ο φίλος μας μου έστειλε τις τρεις ιστορίες, όχι «μέχρι το βράδυ» αλλά «ως αργά το απόγευμα».

Έχει μια ακόμα πρωτοτυπία η σημερινή δημοσίευση. Οι δυο πρώτες ιστορίες έχουν αφιέρωση -σε τρεις καλούς φίλους/φίλες μας.

Ο λόγος στον Dryhammer:

 

ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΙ ΩΣ ΑΡΓΑ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

 

Α) ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ

Το φως της μέρας και κάποιοι πρωινοί θόρυβοι προσπαθούσαν να τον ξυπνήσουν. Εκείνος αρνιόταν. Ήθελε να κρατήσει αυτή τη γλυκιά χαύνωση, να βουλιάξει μέσα της πριν πάρει ο εγκέφαλος τα ηνία και, πού ξέρεις, να ξεκλέψει καμιά ωρίτσα πρωινό ακαμάτικο ύπνο.

Σιγόλιωνε πίσω απ’ τα κλεισμένα του βλέφαρα, όταν την ένιωσε ν’  απομακρύνει τα εμπόδια των ρούχων και να κάθεται μαλακά πάνω του. Δεν ήθελε να ανοίξει τα μάτια του ακόμα. Εκείνη στηρίχτηκε στις κλείδες του κι έσκυψε και τούδωσε ένα απαλό φιλάκι στα χείλη.

Επιτέλους μισάνοιξε τα μάτια, κι από τις χαραμάδες τους είδε τα μελιά της μάτια που περίμεναν διστακτικά. Όταν αυτή βεβαιώθηκε πως είναι ξυπνός, έσκυψε πάλι και συνέχισε να του δίνει πεταχτά φιλάκια στα ζυγωματικά, στο σαγόνι, στο λαιμό. Κάποια στιγμή βρέθηκαν να τρίβουν τις μύτες τους σαν τους Εσκιμώους.

Εκείνος εξακολουθούσε να μην ανοίγει τα μάτια, αλλά τώρα χαμογελούσε, κι εκείνη σα να γουργούρισε.

Τα χέρια του, οδηγημένα από τον ήχο της, άρχισαν να την χαϊδεύουν με τρυφεράδα και βία κάτω απ’ το σαγόνι, στα μάγουλα και μετά από το κεφάλι της να κατεβαίνουν στη ραχοκοκαλιά της μέχρι κάτω και πάλι πίσω και ξανά και ξανά. Εκείνη στριφογύριζε πάνω του κι έβγαζε μικρούς κοφτούς ευχαριστημένους ήχους και γουργουρητά, κι εκείνος ρουθούνιζε, όντες συνεπαρμένοι ο ένας από το ρυθμό του άλλου.

Κάποια στιγμή εκείνη απόδωκε και σηκώθηκε. Κατέβηκε από το κρεβάτι και βγήκε απ΄ το δωμάτιο.

Τώρα τα μάτια του ήταν ανοιχτά. Σηκώθηκε μ΄ έναν αναστεναγμό και ράθυμα τράβηξε για την κουζίνα.

Εκείνη τον περίμενε, με τα μελιά της μάτια καρφωμένα στα δικά του και σχεδόν χαϊδεύοντας την κάσα της πόρτας με το λαγόνι της. Όταν εκείνος μπήκε στην κουζίνα, εκείνη τρίφτηκε πάλι πάνω του με νάζι.

«Ά, πουτανίτσα! Όσα ξέρει ο κώλος σου δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος» της μουρμούρισε τρυφερά, καθώς έσκυψε να της γεμίσει το μπολάκι με φαί. Εκείνη απάντησε μ΄ ένα ανυπόμονο νιαούρισμα κι έχωσε το κεφάλι στο μπολ αγνοώντας τον.

Εκείνος γύρισε στον πάγκο να φτιάξει καφέ.

[Για τη ΛΟΥ και τον ΤΖΗ]

Β) SHORT CIRCUIT

Κατηφόριζε προς το κέντρο. Ακόμα κι όταν το υψόμετρο της αφετηρίας του ήταν μικρότερο από του κέντρου, πάντα κατηφόριζε προς τα κει. Είθισται το σημείο σύγκλισης των διαδρομών να είναι κάτω, λες κι οι δρόμοι ήταν ρυάκια ανθρώπων που συγκέντρωναν εκεί τις ροές τους. Δεν βιαζόταν. Ακόμα ήταν νωρίς. Ο ήλιος μόλις που είχε ανέβει πάνω από τις μονοκατοικίες με τις αυλές και τα μικρά ή μεγαλύτερα κηπάκια. Όταν περνούσε έξω απ’  αυτές πήγαινε μια ιδέα πιο αργά, για να χαζεύει και να μυρίζει τα λουλούδια τους. Αντίθετα, τις πολυκατοικίες με το βαθύ και βαρύ ίσκιο, τις προσπερνούσε πιο βιαστικά λες και θα τον πλάκωναν έτσι που κρεμότανε από πάνω του.

Ήταν τρείς μονοκατοικίες στη σειρά. Δυό πάνω κάτω και μια με δυόμιση ορόφους, διαταγμένες σαν αλατιέρα με την ψηλότερη στη μέση. Κι οι τρείς με λουλούδια πίσω απ τα κάγκελα.  Άνοιξε τα ρουθούνια του να πιάσει καμιά μυρωδιά κι άργεψε κι άλλο το βήμα.

Εκεί, στο όριο δεύτερης και τρίτης όπως τις πέρναγε, σ’  ένα από τα κλαδάκια που έβγαιναν έξω από τα κάγκελα, μισάνοιγε τα χείλη του ένα τριαντάφυλλο από κείνα που απέξω είναι κόκκινο-κοραλλί κι από μέσα κιτρινίζουν. Το λιμπίστηκε. «Στο δρόμο είναι δημόσιο κτήμα», άρα καταπατήσιμο σκέφτηκε και πλησίασε για να το κόψει. Τι θα το έκανε δεν ήξερε. Θα το στριφογύριζε στα χέρια του μέχρι το πρώτο μαγαζί που θα έμπαινε, μπορεί να το μύριζε και λίγο, και στο τέλος ίσως το έδινε σε καμιά υπάλληλο κατά την παρόρμηση της στιγμής ή στη γκαρσόνα που θα του έφερνε τον καφέ στο τέλος της διαδρομής του. Το σίγουρο ήταν πως ήθελε να το κόψει, έστω και μόνο για τη ζημιά…

Εκεί που πήγαινε να το τσιμπήσει, με το νύχι του αντίχειρα αντί για ψαλίδι, τον έκοψε μια παιδική τσιρίδα από το ανοιχτό παράθυρο πίσω και πιο πάνω από το παρτέρι, που την ακολούθησε μια γυναικεία φωνή:

«Άει στο διάλο σκατόπραμα!» κι ένα πράμα συμπαγές, κρεμ χρώματος, έσκασε πάνω στο κάγκελο τραντάζοντάς το, παρόλο που το φρέναραν τα κλαδιά της τριανταφυλλιάς.

Ένα «Άχ!» του ξέφυγε, πιο πολύ από το ξάφνιασμα παρά από φόβο, κι ύστερα «Έ! Σιγά!».

Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε. Μια γυναίκα γύρω στα τριανταπέντε, με τα μαλλιά πιασμένα πίσω με λαστιχάκι, κοντομάνικο μπλουζάκι που κάποτε κάτι έγραφε μπροστά, κι ένα πυτζαμοκολάν, βγήκε δυό βήματα και στάθηκε.

«Συγνώμη! Χτυπήσατε;» και μετά με φόρα και φωνή «Τα σκατοπράματα! Οι κωλοκινέζοι! Τονε χτύπησε το ρεύμα!».

Δυό αγοράκια (τεσσάρων με πέντε χρονών) με ύφος τρομαγμένο ήρθαν δίπλα στη μάνα τους. Το ένα το μικρότερο, με βρεμένο το φορμάκι του, είχε κλάψει αλλά τώρα η εικόνα του ‘ξένου αθρώπου’ του συγκράτησε τα δάκρυα. Κάτι η ντροπή, κάτι η περιέργεια είχε κιόλας ξεχάσει το συμβάν.

«Είσαστε ‘ντάξει; Μήπως χτυπήσατε;»

«Όχι καλέ, με γλίτωσαν τα κάγκελα. Ευτυχώς δηλαδή.»

«Ελάτε να πιείτε ένα νερό να σας φύγει η λαχτάρα.»

Άνοιξε την αυλόπορτα και μπήκε. Έριξε μια ματιά και είδε πως το βλήμα ήταν το μοτέρ από έναν πολυκόφτη. Βαρούτσικο. Έτσι και τον πετύχαινε θα του άφηνε τουλάχιστον μελανιά.

Ανέβηκε τα τρία τέσσερα σκαλοπάτια και μπήκε στο σπίτι. Τον έβαλαν να καθίσει και του έφεραν πορτοκαλάδα. Ύστερα άρχισαν όλοι μαζί να του εξηγούν, ανάμεσα σε συγνώμες και μαλώματα της μαμάς στα παιδιά και των παιδιών μεταξύ τους.

Κάτι έφτιαχνε η μαμά στο μούλτι, κι όταν το τέλειωσε το έβγαλε από την πρίζα. Ο μικρός  ‘ο νοικοκύρης μου’  πήρε να τυλίξει το καλώδιο για να βάλει το μοτέρ στη θέση του, κι όπως άγγιξε τους ακροδέκτες του φις, έκανε μια σπιθίτσα και του τίναξε το χέρι. (Κάποιο πυκνωτάκι ή κάτι παρόμοιο εκφορτίστηκε στα δάχτυλά του. Τίποτα το επικίνδυνο.) Ο μικρός κατατρόμαξε, κατουρήθηκε κιόλας κι η μαμά άρπαξε το μοτέρ και του ‘δωσε μια να φύγει απ’ το παράθυρο, ‘το σκατόπραμα’.

Εκείνος τους άκουγε με το μισό αφτί γιατί με τα μάτια σκανάριζε διακριτικά τη μαμά. Ίσως ήταν νεώτερη από την αρχική εντύπωση. Και σαφώς ωραιότερη. Ή έτσι του φαινόταν όπως την ακτινογραφούσε μέσα από τα ρούχα. Πριν γίνει ρεζίλι (όπως φοβήθηκε),  σηκώθηκε.

«Αφού δεν έγινε τίποτα, να πηγαίνω, να σας αφήσω στις δουλειές σας.»

«Και πάλι να με συγχωρείτε, αφού δεν σας σκότωσα… Η τρομάρα μου ξέρετε, όταν είδα το παιδάκι να τινάζεται… Οι κωλοκινέζοι! Θα πάρω ένα καλό, όχι να μας σκοτώσει κιόλας το σκατόπραμα!»

«Δεν πειράζει,  δεν πειράζει! Αφού δεν χτύπησε κανείς.»

« Ε, ναι. Να πάω και να τον αλλάξω, που μου κατατρόμαξε» γέλασε τρυφερά. Το τείχος των παιδιών ήταν απόρθητο.

Βγαίνοντας άκουσε το μεγάλο να συμβουλεύει το μικρό:

«Δεν σου είπαμε να μην τα πιάνεις με βρεμένα χέρια;  Αφού όταν βραχεί το κύκλωμα, γίνεται βραχυκύκλωμα… Δεν μας τόπε κι ο μπαμπάς;»

Γύρισε το κεφάλι μ΄ ένα πλατύ χαμόγελο. Η μαμά έσκυψε να σηκώσει τον μικρό να τον πάει μέσα, και του είπε:

«Τραβήξτε την πόρτα να κλείσει. Και την έξω! Και πάλι συγνώμη καλέ…»

«Γιώργος!»

«Πείτε γεια στον κύριο Γιώργο!»

Έκλεισε την πόρτα πίσω του και την αυλόπορτα παρακάτω.

Κατηφόριζε πάλι προς το κέντρο. Το τριαντάφυλλο το λιμπισιμιό τόχε ξεχάσει. Τώρα γύριζε μπροστά στα μάτια του η ιδρωμένη διχάλα στον κόρφο της μαμάς, όταν έσκυψε να σηκώσει το κατουρημένο της. Πάλι στη ζημιά ο νους του…

[Για τον ΓΟΥΣΟΥ]

 

Γ) ΦΙΛΟΜΟΥΣΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ

Η επιγραφή «Χρώματα – Εργαλεία – Σιδηρικά» ήταν σχεδόν κρυμμένη από τα φωτεινά διαφημιστικά από διάφορες φίρμες. Όταν μπήκε ο Νίκος στο μαγαζί, ετοιμαζόταν να κλείσουν. Ήδη, από τα εκθέματα στο πεζοδρόμιο,  πάνω από τα μισά είχαν μπει μέσα. Ο Γιώργος, το αφεντικό, κάτι σκάλιζε στο γραφείο-ταμείο δίπλα στην είσοδο κι ο Γιάννης ο υπάλληλος κάπου παραμέσα εξυπηρετούσε μια κοπελίτσα. Ο Νίκος έκανε πως κοίταζε κάτι αλυσοπρίονα.

«Τα πόδια σου θα κόψεις και βλέπεις τα πριόνια; Αφού ούτε γλάστρα δεν έχεις» του πέταξε γελώντας ο Γιώργος.

Πριν προλάβει να απαντήσει, ακούστηκε ο Γιάννης που έστειλε την κοπελίτσα «στον κύριο Γιώργο» και βγήκε να τελειώσει το μάζεμα.

Εκείνη στάθηκε μπροστά στο ταμείο του έδειξε ένα χαρτάκι με 4-5 καρφάκια και ρώτησε:

«Τι θέλετε γι αυτά κύριε Γιώργο;»

«Να πάς στο καλό!» της χαμογέλασε.

«Σας ευχαριστώ πολύ! Καλό μεσημέρι»

«Στο καλό! – Πιο πολύ είναι η φασαρία κι η απόδειξη, παρά η αξία τους» εξήγησε στο Νίκο.

«Μάλιστα κύριε Γιώργο» μιμήθηκε εκείνος τη φωνή της μικρής.

«Ξέρεις τι πούστης είναι;» φώναξε δείχνοντας με το κεφάλι το Γιάννη. «Άμα είναι καμιά πιτσιρίκα καληώρα, είμαι ο κύριος Γιώργος για να παίζει εκείνος το λυκόπουλο! Άμα έρθει καμιά μισότριβη, είμαι σκέτος Γιώργος για να φαινόμαστε ίδιοι – συνεταίροι! Τέτοιος είναι! – Θα τα πω ρε της γυναίκας σου! Όλα!»

Γέλασαν κι οι τρείς.

«Καλά, καλά» τον έκοψε ο Νίκος «Αλλά εκείνο το ούζο θα πάμε να το πιούμε;»

«Τι έγινε; Σού ‘δωσε άδεια ο διοικητής; Εσύ το μεσημέρι τρέχεις στο σπίτι λες και σε κυνηγάνε»

«Μπεκιάρεψα!  Έστειλα τα γυναικόπαιδα στης μάνας μου στο χωριό καμιά δεκαπενταριά μέρες…»

«…και είπες να χαρείς την ελευθερία! Κάτσε να κλείσω και πάμε!»

«Έχεις τίποτα στο μυαλό σου;»

«Λοιπόν… Δεν πάμε στου Μίρτη, που είναι και κοντά στα σπίτια μας να μην θέμε και μέσο, να πιούμε κι άφοβα;»

«Καλή ιδέα! Θ΄ αφήσουμε τα οχήματα στο σπίτι και… να βρεθούμε στη γωνιά πριν τη αγιά- Μαρίνα;»

«Ά μπράβο! Κι από τα στενάκια, σε τρία λεφτά είμαστε ‘κεί. Να πούμε σ΄ένα τέταρτο από τώρα;»

«Προλαβαίνεις με το μαγαζί;»

«Ρέ, εκεί θάμαι και θα σε περιμένω»

«Σωστά, εσύ πας με το μηχανάκι»

«Έφυγες, έφυγες!»

 

Στο τέταρτο απάνω, συναντήθηκαν. Ο Γιώργος είχε πράγματι πάει πρώτος και κάπνιζε περιμένοντας.

«Δεν άργησα»

«Τώρα ήρθα κι εγώ. Ίσα που τ’ άναψα»

«Εσύ που ξέρεις τις μεσαριές, οδήγα»

Έκοψαν από ένα παράδρομο, και συνέχισαν μέσα από δρόμους γειτονιάς με δέντρα στα πεζοδρόμια – για να βλαστημούν κάθε φθινόπωρο οι νοικοκυρές – και στενάκια ανάμεσα σε σπίτια με αυλές, άλλα παλιοκαιρίτικα (μικρό σπιτάκι  με μπόλικη αυλή) κι άλλα, ευτυχώς τα λιγότερα, νεώτερα με ίσα μια αυλίτσα–διάδρομο κι αυτή με πλακάκι. Σε κάποια είχε και κάνα δυο δέντρα –μια λεμονιά και κάτι άλλο.

Ο Νίκος κοίταζε τα σπίτια κι αναστέναζε. Έμενε σε πολυκατοικία. Ονειρευόταν, όταν μεγαλώσουν τα παιδιά και φύγουν, να βρει ένα μικρό με δυό τρία καμαράκια και αυλή – να μην έχει και λάτρα έλεγε στη γυναίκα του. Την αυλή ονειρευόταν, να πίνουν τον καφέ ανάμεσα στις γλάστρες και μια ξυλόσομπα μέσα. Ήθελε να γυρίσει σε εποχές που δεν είχε καν γεννηθεί, λες και έτσι θα ξαναγινόταν παιδάκι.

Ο Γιώργος σκεφτόταν τι καλό μεζέ είχε το μαγαζί – πεινούσε.

 

Τις σκέψεις τους διέκοψαν δυνατά γαβγίσματα. Περνούσαν από ένα σπίτι, ή μάλλον δυό μικρά ενωμένα, με ενωμένη αυλή με δυό δέντρα και κάμποσες γάτες, που μπροστά από το ένα μισό του σπιτιού, σ’ ένα χώρο ως 5 Χ 4 περιφραγμένο, ένας σκύλος είχε ανεβάσει τα μπροστινά του πόδια στα τέλια και γάβγιζε με μανία. Ήταν ένας όμορφος ασπρόμαυρος σκύλος, στειρωμένος αρσενικός, με μπόι σχεδόν μολοσσού και μεγάλες βούλες  κυνηγόσκυλου, που γάβγιζε δυνατά και κουνούσε και την ουρά του για να μην ξέρεις αν σε καλωσορίζει ή σε διώχνει.

«Ουούσστ, γαμώ την ψυχή σου μαλάκα σκύλε!» μια βραχνή φωνή ακούστηκε, κι από την ανοιχτή πόρτα βγήκε ένας τύπος καμιά εξηνταπενταριά και βάλε χρονώ, φαφούτης, αξύριστος με κόκκινα μάτια, μ’ ένα τρικό κι ένα σορτσάκι, με δυό τρείς γάτες ξοπίσω του. «Γιατί ρε βλάκα, φωνάζεις σ΄ όποιον περνά, έ;» και του κουνούσε το δάχτυλο «Θες να σου μετρήσω τα παΐδια;». Ο σκύλος οπισθοχώρησε σε κάτι μαξιλάρια από καναπέ πάνω σε μια παλέτα, και μπουτσόκλαιγε ώσπου ξάπλωσε και σταμάτησε. Ένα γατάκι πήγε και κουλουριάστηκε μπροστά στην κοιλιά του κι αυτός βάλθηκε να το παρατηρεί.

«Του παραβιάζετε τον εναέριο χώρο, του μαλάκα» γύρισε στο Γιώργο και το Νίκο που κοντοστάθηκαν παρακεί, έξω από τα νοητά όρια του σπιτιού.

«Καλός είναι, φύλακας. Αγαπά και τις γάτες!» είπε ο Νίκος.

«Φύλακας… Βλάκας είναι! Χαζός!»

«Και πως τον λένε, μάστορα;» ρώτησε ο Γιώργος.

«Αυγεία!»

«Αυγεία…» επανέλαβε ο Γιώργος μισογελώντας

«Ναι, Αυγεία! Γιατί είναι κόπρος!» μούγκρισε ο ιδιοκτήτης και ξαναχώθηκε μέσα με τις γάτες να τον ακολουθούν.

«Ο κόπρος ο Αυγείας! Για σκέψου…» μουρμούρισε ο Νίκος.

«Ναι, αλλά είδες πως τον έχει; Σε διπλή παλέτα πάνω το σπιτάκι για την υγρασία, κι είναι και καινούργιο και μεγάλο, άλλη παλέτα με μαξιλάρες να αράζει κάτω απ τον τσίγκο, τσιμεντάκι στρωμένο να ξεπλένεται εύκολα, το νερό του, το φαί του …και τα καντήλια του»

«Τονε βρίζει αλλά τονε καλόχει»

 

Δυό στροφές μετά βγήκανε σε μια πλατειούλα με τρία δέντρα και μια τέντα απλωμένη αποκάτω τους να δροσιάζει, και καμιά δεκαριά τραπεζάκια. Τα μισά ήταν άδεια. Βρήκαν ένα πιο στη μέση, να μην τους βρει ο ήλιος στο γύρισμα, και κάθισαν.

«Εσύ που είσαι πιο ταχτικός σ΄αυτά, κανόνισε το μενού» είπε ο Νίκος βγάζοντας την έννοια από πάνω του.

Ο Γιώργος, χωρισμένος από εικοσαετίας, ήταν πράγματι πιο ταχτικός στα μαγαζιά που μπορούσες να φας μεσημέρι, άμα βαριόταν να μαγειρέψει αποβραδίς. Συχνά καλούσε στο σπίτι για φαί, βασικά για την παρέα,  για να μη τρώει το ίδιο φαί τρείς μέρες –δε βάζεις τσουκάλι για μια μερίδα έλεγε, και για να βγάζει και το μεράκι του μαγειρέματος. Η χαρά των αδέσποτων της γειτονιάς.

Ήρθε και το γκαρσόνι, έστρωσε και περίμενε.

«Θα μας φέρεις από μια ρακή με καμιά ντοματίτσα, καμιά ελίτσα και λίγη λακέρδα για ορεκτικό, και θα μας αφήσεις τη λίστα να το σκεφτούμε ωστόσο. Ρώτα και το Μίρτη αν έχει τίποτα πιο… ξέρει εκείνος»

«Μάλιστα κύριε Γιώργο!»

«Άσε ρε τα κυριλίκια κατά μέρος. Δικός μας είναι, αλλά τον είχαν μέσα και γι αυτό δεν τον έβλεπες»

«Τι του λες, μωρέ παλαβέ του ανθρώπου» πετάχτηκε ο άλλος  «για να με κοιτάει και να δέχεται;»

«Είδες πως μαζεύτηκε μόλις του ‘πα πως ήσουνα μέσα; Μην ανησυχείς. Θα του τα εξηγήσει ο Μιλτιάδης»

«Για να βγω μαζί σου, γυρεύοντας πήγαινα… αλλά ρακές μεσημεριάτικα;»

«Αφέσου στα έμπειρα χέρια μου! Μία και μόνη για ‘ορντέβρ’ και μετά με τους κυρίως μεζέδες, καμιά ρετσίνα, κάνα κρασί, μπύρα, ανάλογα τα φαγώσιμα. Κάτσε να φέρει το ‘μενού’ πρώτα»

Έφτασαν τα ορντέβρ, ήρθε και το μενού γραμμένο με στυλό σε χαρτόνι από μπλοκ παραγγελίας, και με μολύβι κάτω κάτω τα ‘σπέσια’.

«Ουζάκια, ουζάκια;» μια γυναικεία φωνή από πάνω τους. «Ε, αφού βλέπω και το Νίκο να είναι έξω για μεσημέρι και μόνος του… Τι έγινε Νίκο, λείπει ο γάτος και χορεύουν τα ποντίκια;»

«Κάτι τέτοιο. Πώς από τα μέρη μας Βιβή;»

«Με πρήξανε όλη  μέρα στη δουλειά, κι είπα να πιώ μια μπύρα να χαλαρώσω. Έχουν έρθει τα παιδιά στο σπίτι με τα αμόρε τους, κι εγώ κοιτώ να λείπω μέχρι να φύγουν για μπάνιο»

«Καλά ρε Βιβή, ήρθανε τα παιδιά σου κι εσύ φροντίζεις να λείπεις απ’ το σπίτι;» ρώτησε ο Γιώργος

«Γιατί, για μένα ήρθανε; Για το τζάμπα ξενοδοχείο ήρθανε. Ή μάλλον τζάμπα Air BnB που λένε τώρα. Τους βλέπω το βραδάκι όταν γυρίζουν από τη θάλασσα, πριν βγούνε για βραδινή έξοδο. Μια στο έλα και μια στο φεύγα θα βγούμε κι όλοι μαζί για φαί, και καλά είναι. Εγώ τους τό ‘πα:  Μείνετε όσο θέλετε, νά τα κλειδιά του σπιτιού, νά και του αυτοκινήτου, αλλά τη λάτρα σας θα την κάνετε εσείς. Μιλημένα ξηγημένα!»

Η Βιβή, υπάλληλος σε κάποια υπηρεσία, ήταν κι αυτή από χρόνια χωρισμένη με δυό παιδιά, που όταν πήγαν Λύκειο έφυγαν στην Αθήνα στον πατέρα τους, ‘για τα καλά φροντιστήρια και τις σπουδές τους’ – για τη ζωή της πόλης στην πραγματικότητα, κι η Βιβή εργένισσα πια, έμαθε να ζει μόνη, έκανε τις παρέες της, συμμετείχε και σε διάφορα – σε δράσεις, έλεγε, να γεμίζει η ζωή της και της άρεσε έτσι. Με τα παιδιά της επικοινωνούσε ηλεκτρονικά, και όποτε ήθελαν διακοπές ερχότανε σ΄ εκείνη – συνήθως με την παρέα τους.

«Άμα όμως σου φέρουνε και κάνα εγγόνι μαζί, πάλι μιλημένα ξηγημένα;» της πέταξε ο Νίκος.

«Να σου πω, γιατί το σκέφτομαι κι εγώ. Τις πρώτες μέρες θα θέμε πάνες κι εγώ και τα μωρά. Όταν περάσουνε όμως καμιά βδομάδα, δέκα μέρες, θα νοσταλγώ την ησυχία και τις βολές μου» κι αλλάζοντας ύφος «Βρε, ας το κάνουνε και θα πηγαίνω κι εγώ να τους ξεβολεύω, αλλά πότε; Και με τι, όπως γίναμε – ή μάλλον όπως μας κάνανε…»

Πριν ξεστρατίσει η κουβέντα σε γκρίνια για την κατάσταση – σταθερή αξία, ή σε πολιτική κουβέντα με κίνδυνο τσακωμού – επίσης σταθερή καφενειακή αξία, μα κυρίως πριν μελαγχολήσουν ο καθένας για τους λόγους του – σταθερή προσωπική αξία, ο Γιώργος πρότεινε τον κατάλογο κι έπιασαν να διαλέγουν μεζέδες, το μεσημεριανό τους άλλωστε, συνοδεία μπύρας που έπινε κι η Βιβή.

 

Τσιμπολογούσανε, στην αρχή με βιάση σαν τα όρνια στο κουφάρι, μετά χαλάρωσαν βοηθούσης και της μπύρας – που φουσκώνει παρατήρησε ο Νίκος και συμφώνησαν στα μισά των συμπληρωματικών μεζέδων, τραβήξανε λίγο πιο πίσω τις καρέκλες, ανάψανε τσιγάρο και τότε θυμήθηκε ο Γιώργος τον τύπο με το σκύλο.

«Ά, το Ζάπα λες με ‘τον κόπρο τον Αυγεία’;» γέλασε η Βιβή και σηκώθηκε «Πάω μέσα και θα σας τα πω μετά»

«Αφού θα κάνεις τόπο, χωράει άλλη μια μπυρίτσα, έ;» ρώτησε ο Νίκος, περιμένοντας και παίρνοντας έγκριση με τα μάτια από τους άλλους.

«Ναι, μια για να ρευτούμε» μισογέλασε η Βιβή κι έγνεψε τρείς στο γκαρσόνι μπαίνοντας στο μαγαζί.

Στην επιστροφή της είχαν έρθει οι μπύρες, είχαν φύγει όσα πιάτα ήταν άδεια κι εκείνη ταχτοποιήθηκε στην καρέκλα κι άρχισε:

«Τον τύπο που λες, το Ζάπα, τον ξέρω από παλιά γιατί είχε το μαγαζί με τα διάφορα, εκεί στη γωνιά Πίνδου και Βενιζέλου και ψώνιζα όταν έμενα στο άλλο μου σπίτι λίγο παραπάνω. Ήταν στο δρόμο μου για χρόνια»

«Γιατί, τώρα πού μένεις;» την έκοψε ο Γιώργος.

«Τρείς δρόμους πάνω απ’ το δικό σου, στο αδιέξοδο δίπλα στο σχολείο»

«Ά, ά, γειτονέψαμε το λοιπόν. Έ, να…»

«Καλά το Ζάπας από πού;» επανέφερε ο Νίκος «Από τον ευεργέτη ή απ’ το μουσικό; Γιατί αλλιώς τον λένε…»

«Μακάρι και να ‘ξερα από που. Αλλά μ’ αυτό το παρατσούκλι τον ξέρουνε. Αυτός λοιπόν ήτανε παντρεμένος με την Έλλη, μια χρυσή κοπέλα. Παιδιά δεν κάνανε, αλλά η Έλλη είχε μεγάλη αγάπη στα ζώα. Πεντέξι γάτες μέσα στο σπίτι και δυό σκύλους στο πίσω μπαλκόνι το μεγάλο, κι άλλον ένα στην αυλή. Αυτός ήτανε κι ο μόνιμος τσακωμός τους. ‘Που μού ‘κανες το σπίτι στάβλο, που δε φεύγει η σκατίλα, που τα ρημάξανε όλα’. Μέσ’ τη γκρίνια ήτανε ο Ζάπας και άδεια ώρα άκουγες τις φωνές τους.»

«Εκείνος δεν τ’ αγαπούσε τα ζώα;» ρώτησε ο Νίκος.

«Τα ήθελε κι εκείνος, αλλά όχι τόσα. Σου λέει δυο γάτες κι ένα σκύλο, εντάξει. Αλλα, … στάσου να δεις πως το ‘λεγε… ‘Αυτή έχασε το μέτρο κι εγώ το μέτρημα’. Εκείνη εν τω μεταξύ, μά αδέσποτα απόξω, μά κουφά, μά τυφλά μά χτυπημένα, να τα μαζέψει, να τα φροντίσει, να τα γιάνει,  να κανονίσει να τα δώσει. Κι όλο γκρίνια και καβγάς ‘Που έτσι και πεθάνω, θα πρέπει να πάω εγώ να κανονίσω για την κηδεία μου, γιατί εσύ θα ‘χεις να κοιτάς τις γάτες σου’, ‘Που πιο πολλά θέμε για εκείνα παρά για μας’, καταλαβαίνεις τώρα τι γινότανε»

«Είχε κι εκείνος όμως ένα δίκιο» αντέτεινε ο Γιώργος

«Να πούμε την αλήθεια, υπήρχε μια υπερβολή. ‘Να πάμε ένα τριήμερο μια εκδρομή, κάπου’  ‘ Όχι! Που θα τα αφήσω τα παιδιά’. Ίσως ίσως να ένοιωθε και λίγο παραμελημένος – αλλά δεν ψάχτηκε απόξω για τίποτε άλλο. Μόνο γκρίνιαζε και φώναζε. Κάποια στιγμή οι σκύλοι ψόφησαν από γερατειά ένας ένας και της έβαλε τελεσίγραφο να μην πάρει άλλο. Έλα όμως που ξαφνικά του κουβάλησε ένα αδέσποτο κουτάβι τον Ιβάν. Εκείνος τον φώναζε Χαϊβάν κι  όλο τον έβριζε.  Μάζεψε τα ένσημα, είδε πως του βγαίναν για τη σύνταξη, έκλεισε το μαγαζί και το νοίκιασε –γιατί ήταν δικό του- και σου λέει ‘τώρα θα αρχίσω όπου εκδρομή, όπου γύρα κι εγώ μέσα, για όσο καιρό μπορώ, κι άμα δεν θέλεις να’ ρθεις  κάτσε και φύλαγε το κοπάδι σου’.»

«Και το ‘ριξε στην περιήγηση;»

«Αμ δε! Μέχρι να βγει η σύνταξη, χτύπησε σ΄ ένα ελαφρύ τροχαίο η Έλλη, κάτι ψιλό, ένα ράγισμα νομίζω, αλλά στο νοσοκομείο στις εξετάσεις βρήκαν άλλα, και, να μη τα πολυλογούμε σε τρείς τέσσερεις μήνες πέθανε.»

«Όχι ρε!…»

«Κι όμως Νίκο, έτσι. Το σπιτάκι που μένει τώρα, το είχε από μια θειά του, αγόρασε και το δίπλα και το ένωσε, κι επειδή δεν μπορούσε να μένει στο σπίτι τους μετά από 30-35 χρόνια που ήτανε μαζί με την Έλλη  -μια σπιταρώνα, γιατί λογάριαζε πως θα ‘χανε παιδιά, το νοίκιασε και κουβάλησε το σκύλο που τον λέει τώρα Αυγεία και τις γάτες στο μικρό. Είδες πως του ‘φτιαξε το χώρο; Όσες γάτες έμειναν από τις παλιές τις έχει μέσα, με τα μπολάκια τους, την άμμο τους, όλα. Τις άλλες της αυλής τις πιάνει και τις στειρώνει μια μια.»

«Και μένει έτσι μόνος του με τα ζώα;» ρώτησε ο Γιώργος που κάτι τον ανατρίχιασε στην ιστορία.

«Έτσι! Κάθε πρωί σηκώνεται και καθαρίζει τον χώρο του Αυγεία με το πλυστικό, βλαστημώντας τον πάντα, βάζει φαί και νερό στα ζωντανά όλα, και ξανά αργά το απόγευμα. Τρείς τέσσερεις φορές το μήνα βάζει το σκύλο στο αυτοκίνητο και πάνε στο βουνό, τον αμολάει να τρέχει μέχρι να κουραστεί και τον ξαναφέρνει πίσω. Τον ακούς που του λέει θα σου κάνω, θα σου δείξω, θα σου σπάσω τα παΐδια; Δεν τον έχει χτυπήσει ποτέ, αλλά ούτε και τον έχει χαϊδέψει. Μόνο τον βρίζει.»

«Καλά, και πως γεμίζει τη μέρα του; Μόνο με τα ζώα;» ξαναρώτησε ο Γιώργος.

«Η Μάρθα, την ξέρεις, η μάνα του Γιώργου του πιτσιρικά με το παπάκι το μωβ με την εξάτμιση, πάει δυο φορές τη βδομάδα και του κάνει το σπίτι, σίδερο και τέτοια. Αυτή λέει πως τις γάτες, το φαί τους, την άμμο τους, το σκύλο και τις έξω γάτες, τα κάνει εκείνος όλα. Όταν έρχεται εκείνη, αυτός φεύγει, πάει για ψώνια, για καφέ, να πάει τα ζώα στο γιατρό. Δεν έχει τηλεόραση, μόνο ένα υπολογιστή που είχε στο μαγαζί, να παίζει μουσική από ράδιο όλη τη μέρα.» Η Βιβή έσκυψε μπροστά και συμπλήρωσε χαμηλόφωνα: «Η Μάρθα λέει πως καπνίζει κι απ΄τ΄άλλο, γιατί κάτι βρήκε στο συγύρισμα, αλλά είναι ταχτικός και καθαρός –για άντρας, και χουβαρντάς!»

«Πίνω μπάφους και παίζω προ» γέλασε με βαριά καρδιά ο Γιώργος.

«Κάπως έτσι. Κι από εκδρομές; Τίποτα! Πού θ΄ αφήσει τα ζώα;»

 

Κάπνισαν για λίγο σιωπηλοί. Μετά ζήτησαν λογαριασμό. Και οι τρείς ήθελαν να πληρώσουν -ο Γιώργος ‘που σας έφερα εδώ’, ο Νίκος ‘που εγώ σε ξεσήκωσα’, η Βιβή ‘άστε τα κεράσματα για κανένα βράδυ’- και στο τέλος το μοίρασαν και ησύχασαν.

«Το βράδυ λοιπόν τι θα κάνετε;» ρώτησε ο Γιώργος.

«Εγώ έχω να πάω στου μπατζανάκη μου να δούμε τη μπάλα» είπε ο Νίκος. «Τα βράδια είμαι υπό διακριτική επιτήρηση, λες και…»

«Εμάς τα λεύτερα – τα ατυχήσαντα μάλλον, δε μας επιτηρεί κανένας» είπε η Βιβή με χαμόγελο.

«Αν δεν θέλεις πάλι τηγάνια και σκατά στις αναλύσεις, έφτιαξα χτες βράδυ ένα ιμάμ, το άφησα όλη νύχτα να τραβήξει και το πρωί το έβαλα στο ψυγείο για να μη μου ξινίσει η φρέσκια ντομάτα. Μελιτζάνες, ντομάτες όλα μου τα φέρνει ο Μήτσος, συνταξιούχος μπογιατζής και τώρα μπαξεβάνης, από τον κήπο του. Έλα να φάμε στο μπαλκόνι που έχει δροσιά.»

«Χτεσινό ιμάμ! Κόλαση! Άκου! Θα πάω να βάλω στο ψυγείο ένα ωραίο μοσχοφίλερο που έχω, και κατά τις δέκα που φεύγουν τα παιδιά, το παίρνω κι έρχομαι! Και το επιδόρπιο δικό μου!»

Προχώρησαν λίγο όλοι μαζί και μετά χώρισαν. Η Βιβή έστριψε γιατί της έπεφτε πιο κοντά στο δικό της, οι άλλοι δυό πήγαν από άλλο δρόμο για να μην περάσουν από του Ζάπα.

«Θα ανάψεις και κεριά;» πείραξε ο Νίκος.

«Εσένα Νίκο μου είναι γεμάτη η ζωή σου, εμείς λέμε δόξα τω Θεώ άμα γεμίσει η μέρα μας. …Και ναι! Έχω κεριά με σιτρονέλα , για τα κουνούπια»

«Θα έχεις και επιδόρπιο!»

«Πιστεύω να έχει μόνο το κρασί μαζί της…» απάντησε ο Γιώργος που κάπου βαθιά έλπιζε πως δε θα ‘φτανε να ζει με το σκύλο στα γεράματα.

 

101 Σχόλια προς “Από το πρωί ως αργά το απόγευμα (τρεις ιστορίες του Dryhammer)”

  1. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  2. ΚΩΣΤΑΣ said

    Διάβασα μόνο το πρώτο κι ενθουσιάστηκα. Συγχαρητήρια Ξεροσφύρη! Θα πω περισσότερα όταν τα διαβάσω όλα και θα έχω χρόνο. 🙂

  3. Γς said

    Καλημέρα

    >ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ

    Κι η Παναγία γυμνή.

    1992

    Ημουν πτώμα κι έπεσα για λίγο. Οταν ξαφνικά άκουσα την [ονόματα δεν λέμε] να μου λέει:

    -Σhαλ ουί ιτ?

    Ανοίγω τα μάτια μου και την βλέπω τσίτσιδη όρθια δίπλα στο κρεββάτι μου,

    -Παναγία μου!

    και φάγαμε!

    https://sarantakos.wordpress.com/2020/09/23/gavriil/#comment-680836

    —–

    Ξαναφάγαμε σε μια ταβέρνα στο λιμάνι πέρυσι

    Θυμήθηκε και την διακοπή κυήσεως που έκανε, παρά τα παρακαλετά μου

    -Θά΄χαμε τώρα ένα παιδί 27 χρονών

  4. ΓιώργοςΜ said

    Τρία, ένα κι ένα!
    Ξεροσφύρη όταν τα τυπώσεις, θέλω αντίγραφο με αφιέρωση!

  5. Γς said

    >SHORT CIRCUIT
    [Για τον ΓΟΥΣΟΥ]

    Να γιατί χρειάζονται οι γειώσεις

    Ηταν το 1972 σε μια σχολή ηλεκτρολόγων (Ηφαιστος), που τους έκανα Μαθηματικά και Ηλεκτρολογία.

    Βλέπω στα πίσω θρανία ένα μαθητή να μην προσέχει.
    Ηταν σκυμμένος και έγραφε κάτι. Τον παρακολουθούσα και κάποια στιγμή πηγαίνω κοντά του (με τρόπο, χωρίς να δείξω ότι τον παρατηρούσα).
    Ζωγράφιζε.
    Συνέχισα να μιλάω για το μάθημα και με τρόπο του αρπάζω το χαρτί που σκιτσάριζε.
    Το βλέπω και μένω άναυδος.
    Είχε φτιάξει ένα ζευγάρι που συνουσιαζόταν!

    Εντάξει και μείς τα ίδια κάναμε, αλλά τούτος ρε παιδί μου παραήταν σουρεαλιστής.
    Ο άνδρας είχε δύο (2) πέη και η γυναίκα δύο (2) αιδοία!

    Η συνουσία μάλιστα θύμιζε εφαρμογή ηλεκτρικού φις στη πρίζα.
    Η τάξη βλέποντας την έκπληξή μου περίμενε ότι θα αρχίσω τις κατσάδες.
    Τους απογοήτευσα όμως και ήρεμα του είπα:

    -Κάτι λείπει εδώ
    -…
    -Η γείωση

    Και του επέστρεψα το σκίτσο σαν να μην συνέβαινε τίποτε.
    Δεν αποκλείεται μετά την παρατήρηση μου το ζεύγος να απέκτησε άλλο ένα πέος και αιδοίο.

    https://caktos.blogspot.com/2013/07/surrealismo-erotico.html

  6. Faltsos said

    Τα μάθατε; Μπορεί στην Αθήνα να παίρνουν κάθε μέρα κι άλλα μέτρα, αλλά η Θεσσαλονίκη πέρασε στην μετά μετά-COVID εποχή:

    https://www.rthess.gr/article/111939/thessaloniki-edese-to-proto-krouazieroploio-stin-meta-covid-epochi-foto

    (Άσχετο, αλλά αν το βάλω στο χθεσινό δεν θα το δει κανείς κι ως το άλλο Σάββατο θα μπαγιατέψει)

  7. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ τον Ξεροσφύρη για τα διηγήματα και εσάς για τα πρώτα σχόλια!

    6 Να σου πω, μπορείς να το πεις με την έννοια «μετά που ήρθε», όχι με την έννοια «μετά που έφυγε» 🙂

  8. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ένα καλό μικροδιήγημα θέλει πιο πολλή μαστοριά απ’ όση ένα φλύαρο μυθιστόρημα. Λατρεύω να διαβάζω μικροδιηγήματα και τα δικά σου, φίλε, τα καταφχαριστήθηκα. Πολλές φορές γράφουμε και λέμε κολακευτικά σχόλια, για να μην κακοκαρδίσουμε τον άλλον, αλλά εδώ υπάρχει ταλέντο, ατόφιο ταλέντο καλού γραφιά. Θέλουμε κι άλλα, έτσι;

  9. dryhammer said

    Καλημέρα!
    Ευχαριστώ πρώτα το Νικοκύρη για τη φιλοξενία και όλους σας για τα καλά σας λόγια.

    7(6). …και πότε ακριβώς ήρθε; [Σαν την γέννηση του Χριστού που τοποθετείται μερικά χρόνια μΧ]

  10. Γς said

    >ΦΙΛΟΜΟΥΣΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ

    Μεγάλο και με πολλά πιασίματα. Τι να πρωτοπώ;

    Ας είναι. Κάτι σύντομο:

    >Έκοψαν από ένα παράδρομο, και συνέχισαν μέσα από δρόμους γειτονιάς με δέντρα στα πεζοδρόμια.

    Ολη τη βδομάδα στο Πυρηνοστάσιο της Αγίας Παρασκευής. Ενα Σάββατο μου έμενε και αυτό το διέθετα για την Ανωτέρα Σχολή Ηλεκτρονικών στη Λαμία [κάτι σαν τα ΤΕΙ].

    Με το πρώτο λεωφορείο του ΚΤΕΛ πήγαινα και με το τελευταίο γύριζε.
    10 ώρες μάθημα πρωί και απόγευμα.
    Με ενα μεγάλο κενό το μεσημέρι που πήγαινα στην Πλατεία Λαού για φαγητό και λίγη ξεκούραση.

    Εκείνη την ημέρα την θυμήθηκα. Ηταν παλιά περιπέτεια του Γουσού στη σχολή από προηγούμενη χρονιά,

    Δεν άντεξα και πήρα ενα ταξί και βουρ για το χωριό της μερικά χιλιόμετρα έξω απ την πόλη. Δεν είχαμε κινητά τότε. Θα της έκανα έκπληξη, αν την έβλεπα.

    -Σιγά σιγά. Σταμάτα εδώ.

    Λέω στον ταξιτζή και προσπαθούσα να θυμηθώ που έμενε.
    Κατέβηκα κι άρχισα να περπατάω αδιάφορα για να μην με πάρουν πρέφα.
    Ημουν δυο στενά πιο πέρα και προσπαθούσα να πλησιάσω το σπίτι της.

    Ένιωθα τα περίεργα βλέμματα μερικών πάνω μου κι απάνω που άλλαξα στενό βλέπω τον ταξιτζή να με παρακολουθεί καμιά εικοσαριά μέτρα πίσω μου.
    Επιταχύνω το βήμα μου, γκαζώνει κι αυτός. Στ6ρίβω στενό. Στρίβει κι αυτός. Σταματώ και πάω πάνω του.

    -Τι θέλεις ρε άνθρωπέ μου; Γιατι με παρακολουθείς;

    -Θα ξαναγυρίσετε ή θα με πληρώσετε;

    Τόσο καψούρης, τότε

  11. gpoint said

    Εχοντας διαβάσει μόνο το πρώτο κι ευχαριστώντας για την αφιέρωση, το κρίνω εξαιρετικό σαν λογοτέχνημα, χάνειλιγο στις συμπεριφορές της γάτας :
    Το μύτη με μύτη είναι χαιρετισμός για την γάτα, το συνηθίζει το πρωί και ειδικά στους ξαπλωμένους για υψομετρικούς λόγους (εγώ έχω πάντοτε δεύτερη καρέκλα δίπλα στην δικιά μου για την εξοχότητά της.
    Το φιλί της γάτας όμως είναι το τύλιγμα της ουράς γύρω από το πόδι ή και το χέρι αού έχει προηγηθεί το ακούμπησμα με το κεφάλι, έτσι κάνει και με τα γατάκια της.
    Η δική μου γάτα δεν τρώει όταν της βάζω φαΐ αν δεν την χαϊδέψω πρώτα, δεν το κάνει όμως στο γιό μου, ίσως είναι θέμα σεβασμού, και όπως έχω ξαναπεί δεν την έχω μεγαλώσει εγώ, με βρήκε έτοιμη !

  12. ΓΤ said

    @0
    Πολύ χάρηκα με το πρώτο του Δραϊχάμερου. Έτσι με ξύπνησε κι η δικιά μου σήμερα.

    @11
    «το ακούμπημα στο κεφάλι»: τα λεγόμενα «κουτουλάκια» 🙂

  13. Γς said

    >Σήμερα κάνουμε ρελάνς, με τρεις ιστορίες, δυο σύντομες και μία μεγαλύτερη.

    Α, Θέλω κι εγώ!

    Θέλω να βάλεις και μια δικιά μου … τριλογία

    Να την διαβάσουν οι φίλοι εδώ μέσα.

    Αντε ρε κοινό του ιστολογίου. Πες και συ κάτι!

  14. leonicos said

    μεσαριές, ωραία λέξη

  15. leonicos said

    Τι να κανω;;;;;;;;;;;;

    Θα το υποστώ και αυτό!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!11

    Ψηφίζω υπέρ Γς υπεύθυνα

    Το αίμα νερό δεν γίνεται.

  16. ΓΤ said

    Διαβάζοντας Ξεροσφύρη

  17. Χαρούλα said

    Καλημέρα!
    Υπέροχα τα θαλασσινά του, αλλά και της στεριάς ωραιότατα! Έκανα το λάθος να δω πρώτα τις αφιερώσεις και λόγω Λου, και το χάλασα με την …κρυμένη γάτα!
    Παρ´όλα αυτά, απλά, όμορφα, καλογραμμένα, όχι απλοϊκά, χωρίς δήθεν λέξεις και «λογοτεχνικές» φράσεις. Ένας καλός φίλος με γνώση της γλώσσας και χιούμορ, σού λέει πως πέρασε την μέρα του. Και σου αποσπά την προσοχή!
    Μπράβο σου Dryhammer!
    Ευχαριστούμε τα παιδιά από Χιό και Αίγινα για τα σημερινά!

  18. leonicos said

    Για τα διηγήματα του Ντραϊσφύρη τώρα

    Μπορεί να το αισθάνομαι, αλλά δεν θα βγάλω κραυγές ενθουσιασμού. Ασφαλώς τους αξίζει μια πολύ καλή θεση στη λογοτεχνία.

    Αυτό που θέλω να πω είναι άλλο. Πότε ένα περιστατικό γίνεται διήγημα > μπορεί να γίνει διήγημα;

    Η απάντηση είναι απλή: Τα πάντα! Εξαρταται από τη μαστοριά

    ΟΧΙ να το γράψεις

    αλλά να το κάνεις να ξεχωρίσει, να φανεί ότι έπρεπε να γίνει διηγημα

    Κάποτε περίμενα σ’ ένα συνεργείο που ήταν κολλημένο στο Λαϊκό Νοσοκομείο. Του είχε νοικιάσει το πανεπιστήμιο τον χώρο και δεν μπορούσε να τον βγάλει με τίποτα. Άλλη ιστορία

    Καθόμουν και έγραφαό,τι έβλεπα να περνάει. Ένα παιδί μ’ ένα τόπι που το κλοτσούσε, μια γυναίκαι με καροτσάκι και μωρό κοκ. Γραμμένα κατάλληλα διαβάζονταν ας πούμε. Νομίζω οτι το έχουν κάνει κι άλλοι και τα έχουν δημοσιεύσει μάλιστα.

  19. leonicos said

    Κοντολιγίς

    η μεγάλη τέχνη δεν είναι να γράψεις το μικρό διήγημα

    αλλά να το ξεχωρίσεις

  20. ΓΤ said

    «Θέλω κι άλλη ιστοριούλα».

  21. Γς said

    15:

    >Ψηφίζω υπέρ Γς υπεύθυνα

    Ε, αυτό το όνειρο αξίζει να το γράψω πριν το ξεχάσω εντελώς.

    Ηταν λέει στο γραφείο μου, στην εταιρεία, οργανισμό, ότι ήταν τέλος πάντων. Μου είπαν ότι με πρότειναν για πρόεδρο.

    Χάρηκα και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι όταν είπαν πρόεδρο εννοούσαν Πρόεδρο.
    Δηλαδή, ρώτησα θα είμαι υποψήφιος στις εκλογές;
    Ναι, μου είπαν.
    -Και δεδομένου ότι οι Ρεπουμπλικάνοι με τον Τραμπ τα έχουν κάνει χάλια δεν αποκλείεται να εκλεγώ.

    Και φυσικά μου είπαν.

    Τότε κατάλαβα το χάδι της ιστορίας.

    Ημουν Δημοκρατικός και είχα επιλεγεί ως υποψήφιος Πρόεδρος, έτσι με συνοπτικές διαδικασίες, λόγω Covid 19, χωρίς κονβένσιον του κόμματος και τέτοια.

    Ετρεξα στο σπίτι όπου επικρατούσε η συνηθισμένη κατάσταση. Τα παιδιά τσακωνόντουσαν η κυρά έβλεπε σαπουνόπερα και οι γονείς μου μόλις είχαν γυρίσει από μια εκδήλωση της Γκρικ Ορθοδοξ Κομιούνιτι.

    Τους μάζεψα όλους και προσπάθησα να τους ανακοινώσω το νέο.

    -Μπορεί να φανταστεί κανείς ποιοι μπορεί να έλθουν σ αυτό το σπίτι και γιατί;

    Ηθελα να τους προϊδεάσω για την εισβολή των καναλιών δημοσιογράφων φίλων γνωστών κλπ. Για τη γειτονιά μας που θα την δείχνουν τα μίντια σ όλο τον κόσμο.
    Αρχισαν οι απαντήσεις του τύπου “δεν μας παρατάς ρε μπαμπά”.

    -Εμένα με θέλεις τίποτ άλλο; Η κυρά.

    “Του σάλεψε“ η μαμά.

    “Όχι μωρέ, έχει πιει” ο μπαμπάς.

    Κι απάνω που η κόρη μου έλεγε να πάει στο σουπερ μάρκετ και το λίκουιντ στορ να αγοράσει σοφτ ντρινκς και άλκοχολ για τόσο κόσμο… ξύπνησα!

    Και να δεις που για μερικά δευτερόλεπτα δεν είχα καταλάβει ότι έβγαινα αργά αργά από το όνειρο.
    Τι αργά αργά; Τόσες χιλιάδες χιλιόμετρα, τόσες τάιμ ζονς.
    Από το τότες που ήμουνα νέος και ωραίος.
    Νεότερος και ωραιότερος θέλω να πω.

    Ε, και τι έγινε στο φινάλε;

    Και πάλι μάγκες!

  22. leonicos said

    ΚΑΙ ΜΙΑ ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ

    Επειδή χθες δεν προλαβα και προχθές ήταν ημέρα πένθους και δεν ταίριαζε

    περιμένω μια λέξη από τον Γιάννη Κουβάτσο

    και από τα πολύ άσχημα και άδικα συγχαρητήρια που έλαβα για τα σχόλιά μου στο άρθρο περί Σαρλί Εμπντό.

    Ενοχλήθηκα πολύ και αν δεν πείτεκάτι θα αργήσω να το ξεχασω

  23. Γιάννης Κουβάτσος said

    22: Α, συγγνώμη, δεν πήρα χαμπάρι πως υπάρχει ανοιχτός διάλογος. Θα πάω να ψάξω.

  24. dryhammer said

    Και πάλι τις ευχαριστίες μου για τα καλά σας σχόλια [και όχι σχολιανά]

    11. Οι γάτες μου, με έχουν ξυπνήσει κατά καιρούς με όλους τους δυνατούς τρόπους, ανάλογα τι θέλουν, πόσο, την ώρα κλπ. [Τώρα έχω 8 μέσα στο σπίτι -το Στεφανή, τη Λολίτα, τον Αντβέα (Αντρέας ψευδός), τον Τσάπι, τη Μάμι, το Δορυφόρο (κουφός αλλά όχι άσπρος), τον Αρκούδο και το Ροντρίγκο] Υπήρξε κάποια που δεν έχανε χρόνο με γαλιφιές. Ερχότανε δίπλα στο αυτί μου και πάταγε ένα ΝΙΑΟΥ που πεταγόμουν πάνω.
    Από την άλλη απόφυγα τα καθαρόαιμα γατίσια μπας και κάνας άγατος τσιμπήσει μέχρι το τέλος. [Οι γατίστας (άατσα!) θα το ψυλλιάζονταν από νωρίς]

  25. Νέο Kid said

    Ελπίζω ο φίλτατος Ντράι να κατάλαβε ότι στο μέλλον δεν πρέπει να αφιερώνει.
    Οι αφιερώσεις έχουν παρενέργειες …

  26. Theo said

    Καλημέρα κι ευχαριστώ.

    Τα δυο πρώτα με ενθουσίασαν. Καλογραμμένα, με χιούμορ και τρυφερότητα, χωρίς κάτι περιττό.
    Το τρίτο (γιατί δεν έχει αφιέρωση; ) μου φάνηκε λίγο χαλαρό και ασπόνδυλο. Σα να στριφογυρίζει από δω κι από κει, χωρίς να καταλήγει κάπου.

  27. Γς said

    3, 5, 10, 13, 21:

    με γράφετε κανονικά

    εκτός απ τον τσαχπίνη του Σχ. 25. Την γαργαλιέρα!

  28. Γς said

    24:

    κοιμάται ευτυχισμένη σαν γατάκι που γουργουρίζει.

    >Πώς ξαναγυρίζουν οι ψυχές αν ισχύει μετεμψύχωση;
    Είναι τόσο καλοί όσο στην προηγούμενη ζωή τους;
    Θυμούνται τίποτα από τους πόνους που βίωσαν;

    Μυρτώ ονόμασαν οι νοσηλευτές του νοσοκομείου Παίδων Αγία Σοφία το νεογέννητο μωρό που βρέθηκε εγκαταλελειμμένο, στο πεδίο του Άρεως.

    Είναι δυο εβδομάδων και ζυγίζει τρία και κάτι κιλά.
    Σε καλά χέρια πια πίνει το γαλατάκι του και κοιμάται ευτυχισμένο σαν γατάκι που γουργουρίζει.

    [Απ το χτεσινό της μνημόσυνο]

  29. Εμένα πάλι το τελευταίο με κέρδισε. Αν και στην αρχή είπα ότι δεν θα σχολιάσω αφού δεν έχω αφιέρωση.

  30. Γς said

    29:

    Κουιζάκι:

    Γιατί ο δύτης θα σχολίαζε αν το τελευταίο λεγόταν «Παλαιά γέφυρα»;

  31. Κιγκέρι said

    Ντράι,

    ομολογώ ότι εγώ, σαν άγατη, τσίμπησα πράγματι μέχρι το τέλος, πέντε λέξεις πριν το νιαούρισμα, εκεί που σκύβει και της βάζει φαΐ στο μπολάκι. Μου ξέφυγε κιόλας ένα μεγαλόφωνο «άι στο καλό!» 🙂

  32. Theo said

    @30:
    Γιατί έχει αβατάρα την οθωμανική γέφυρα του Μόσταρ.

  33. Γς said

    32:

    Τσακάλι!

  34. ΚΩΣΤΑΣ said

    Τα διάβασα όλα. Ωραία όλα και όμορφη γραφή. Αξιολογώντας τα, με τα δικά μου γούστα, τα κατατάσσω κατά σειρά ως εξής: 1ο, 3ο, 2ο.

    Εκείνο που μου άρεσε ιδιαίτερα στο 1ο είναι διέγερση της φαντασίας μου, η παραπλάνηση και το απρόσμενο τέλος. Θυμάμαι, όταν διάβαζα του ναυτικά του Ξεροσφύρη, τον είχα ρωτήσει γιατί δεν έγραφε και λίγα γαργαλιστικά, πρόστυχα… 😉 με τις λιμανίσιες κοπέλες; Σήμερα, με τις πρώτες σειρές που διάβασα είπα μέσα μου, θα δω και αυτά που περίμενα από την αφεντιά του. Ώσπου έφτασα στο τέλος και είδα ότι ήταν η … γατούλα! Απελπισία για μένα 😜 αλλά όμορφο λογοτεχνικό τέλος.

  35. nikiplos said

    Καλημέρα και καλή αποκυριακή σε όλους!

    Από τις πρώτες γραμμές του πρώτου διηγήματος, κατάλαβα πως πρόκειται για γάτα, καθότι γνωστός γατόφιλος, ή φιλόγατος που έλεγε και μια φίλη κάποτε.

    Και τα τρία διηγήματα μου άρεσαν. Θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά στιγμιότυπα του ιδίου δυνητικά προσώπου, έστω και με άλλα ονόματα.

    Και τα τρία σε μένα ανέδυαν την λεπτή ισορροπία της αέναης αντιπαράθεσης της μοναξιάς απέναντι στην ελευθερία. Η πρόσκαιρη ελευθερία του Νίκου, και η μόνιμη του Γιώργου και της Βιβής. Ο Νίκος την καλοχαίρεται, οι άλλοι δύο την γεύονται μαζί με την πίκρα της άλλης όψης του νομίσματος, της μοναξιάς. Αποσυνάγωγης όπως του Ζάπα – που μάλλον το παρατσούκλι θα ήρθε από τον μουσικό, ή εντοιχισμένης κι ευπρεπούς όπως του ιδιοκτήτη της γάτας στο πρώτο διηγημα.

    Περιπατητικής ενίοτε, να περιεργάζεται τις γειτονιές, τα χνώτα των ανθρώπων, τις δικές τους μικρές ή μεγάλες μοναξιές, όπως ο Γιώργος του δεύτερου διηγήματος, γιατί αυτό είναι ο κύριος συνδετικός κρίκος, η πανταχού παρούσα μοναξιά τους.

    Και ναι, ο Γιώργος ή κύριος Γιώργος του τελευταίου διηγήματος, θα ήθελε να ενώσει τη μοναξιά του με την Βιβή, να μην τον ξυπνάει η γάτα.

    Ο Μίλτος Πασχαλίδης είπε σε ένα τραγούδι του: «Όλους τους ξέμπαρκους τους τρώει το σαράκι, μα όσοι ταξίδεψαν ζηλεύουν την Ιθάκη».

    Ο Σαββόπουλος στο Cantos, το είπε πιο ωραία: Ακόμα κι όταν ζούνε μόνοι, για νά ‘χουν βήμα πιο ελαφρύ, βραδιάζει πάλι και νυχτώνει και το τηλέφωνο αργεί. Εμπλοκή. Που θα πάνε αυτό το βράδυ, κι απ’ το φέγγος της Τιβή, προτιμούν του Άδη.

    Μπράβο στον Ξηροσφύρη που συνέγραψε, και στον Νικοκύρη που ηλέκδοσε.

  36. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    Να πω κι εγώ τη γνώμη μου. Είναι και τα τρία πολύ καλογραμμένα, αλλά προτιμώ το τρίτο, που δίκαια έσπασε τη γλάστρα του μπονζάι και απλώθηκε. Ξέρεις, αυτό είναι κεφάλαιο από μυθιστόρημα.

  37. Γς said

    34:

    >Ώσπου έφτασα στο τέλος και είδα ότι ήταν η … γατούλα!

    Ρε γμτ. Δεν το είχα διαβάσει μέχρι το τέλος,

    οπότε σαχλαμάρα τ6 Σχ. 3

    και η αηδιαστική φόρα που πήρα στη συνέχεια.

    Σιχτιρ! Τι θα γίνει με την περίπτωσή μου

    Φεύγω. Πάω καραντίνα.

    Ποιος εφημερεύει σήμερα;

    Ντοcteur!

  38. loukretia50 said

    Σ΄ευχαριστώ πολύ Dry, πάντα καλοδεχούμενες οι ιστορίες σου!
    Με συγκίνησε ιδιαίτερα το τρίτο, μπορεί να σταθεί και μόνο του το κομμάτι για τον Αυγεία, ή να απλωθεί η αφήγηση σε μια νουβέλα.
    Εκτιμώ πολύ τη μαστοριά σου, δύσκολα θα γίνει στεριά όλη η θάλασσα που ρέει εντός σου – όπως λέει κι ο Άρης Δικταίος (τι να κάνω τρέμω μήπως κατηγορηθώ για ξεπατικωτούρα!) αλλά μπορεί να μετουσιωθεί σε όμορφα αφηγήματα που μας ταξιδεύουν.
    Συνέχισε να γράφεις!

    Από μένα αυτό (προς το παρόν, οι παρενέργειες… που πολύ σωστά προβλέπει ο ΝεοΚιντ!)
    Φυγή – Γιάννης Λεκόπουλος

  39. loukretia50 said

    Σφήνα στη σφήνα

    ΛΕΩΝΙΚΕ, ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ
    Δεν είσαι ο μόνος που περιμένει απάντηση
    Εδώ (για να μην ψάχνεις) στο Μήτσο και τον πληθυντικό ευγενείας
    https://sarantakos.wordpress.com/2020/09/22/vous/#comment-680352

  40. ΚΩΣΤΑΣ said

    Ντιπ για ντιπ ακοινώνητος. Ένα ευχαριστώ στον Νικοκύρη για τη δημοσίευση δεν είπα. Νιικοκύρη, σόρι και σε ευχαριστούμε πολύ.

    Και με την ευκαιρία ένα ανεκδοτάκι που λένε στο χωριό μου και τα περίχωρα σχετικά με παρανοήσεις, στοιχεία που έχει το 1ο του Ξ.

    Άγρια μεσάνυχτα, ο γέρος με τη γρια κοιμούνται, έξω φυσάει δυνατός βοριάς.
    – γέρος: πάλι σ’κωθ΄κις βλο’ημένε;
    – γριά: να γυρούσου γέροντά μου;
    – γέρος: δε λέου ισένα, μαρή, τουν έρα λέου! 😜

  41. ΚΩΣΤΑΣ said

    40 Εεεε! γμτ διόρθωση …τουν έρα λέου! –> τουν αέρα λέου!

  42. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Μπράβο σου, Ξεροσφύρη! Ωραίος! (Είχα να κάνω κάποια -πραγματολογικού χαρακτήρα- σχόλια, αλλά επιφυλάσσομαι επειδή εμπίπτουν σ’ αυτό που λέμε «ανδρικές κουβέντες».. 🙂 )

  43. GeoKar said

    Θαυμα! Απολαυστικα

  44. sarant said

    40 Λένε «να γυρούσου»;

  45. gpoint said

    Διάβασα και τα άλλα δυο αλλά δεν μου άρεσαν όσο το πρώτο. Εχουν πολύ ωραία θέματα αλλά λογοτεχνικά κρινόμενα έχουν πολλούς διαλόγους και οι διάλογοι χαλαρώνουν την συνοχή,δεν είναι εύκολο να συγκρατήσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη-με τα δικά μου κιτήρια πάντοτε.

  46. ΚΩΣΤΑΣ said

    44 Πάλι απροσεξία μου, «να γυρίσου» είναι το σωστό. Όλο λάθη κάνω σήμερα. 🙂

  47. Aghapi D said

    Αν πω πως αγάπησα το πρώτο αδικώ τα άλλα δύο Όμως γατόφιλη γαρ 🙂

  48. Ωραίος Ντράι, μπράβο και για τα τρία! Αλλά περιμένω με ανυπομονησία να μάθω αν ήτανε καλό το ιμάμ.

    (δε μου λες, τώρα που είμαστε οι δυό μας και δε μας βλέπει κανείς, εκείνο με τον σκύλο που μπουτσόκλαιγε είναι χιώτικο, είναι λάθος πληκτρ ή είναι αυτό που νομίζω?)

  49. dryhammer said

    Φυσικά το ιμάμ την επόμενη μέρα (που έχει «τραβήξει») είναι καλό – συνιστώ και τριώ μερώ φασολάδα κόκκινη.
    [Μεταξύ μας, και να μη βγει παραόξω, δεν έβρισκα άλλο ρήμα να κολλάει για το λουφαγμένο κλαψούρισμα του σκύλου κι έτσι χρησιμοποίησα αυτό που νομίζεις…]

  50. sarant said

    46 Οκ!

    49 Όλα τα λαδερά.

  51. Ωραία. Χαίρομαι που συνεννοούμαστε με ακρίβεια και ευπρέπεια.

  52. ΓΤ said

    Νίκος Αθανασιάδης (Ειρηναίος Κρήτης) @ ΜΕΘ
    «Μη φοράτε μάσκες στις εκκλησίες» (Αύγ 2020, https://www.efsyn.gr/efkriti/koinonia/256951_bathy-skotadi-apo-ton-arhiepiskopo-kritis-min-forate-maskes-stis-ekklisies)

  53. Εννοείται, χτεσινό. Αλλά θέλω να μάθω και αν ταίριαξε καλά με το μοσχοφίλερο.

  54. Theo said

    @52:
    Τώρα το θυμήθηκες;
    Και μετά έβγαλε ανακοίνωση η Σύνοδος της Κρήτης υπέρ της μασκοφορίας στις εκκλησιές (https://www.newsbeast.gr/greece/arthro/6571326/i-ekklisia-tis-kritis-pairnei-thesi-gia-tis-maskes-meta-tis-diloseis-toy-eirinaioy)

  55. ΣΠ said

    Ξεροσφύρη, έχεις γνήσιο συγγραφικό ταλέντο. Περιμένω και το τέταρτο διήγημα. Ο τίτλος που διάλεξες μου θύμισε τον τίτλο της ταινίας From Dusk Till Dawn.

  56. ΣΠ said

    Νικοκύρη, υπάρχει ασυμμφωνία στο γένος:

    αρχικά είχε σκοπό να γράψει 4 ή 5 μικροδιηγήματα, μπονζάι όπως τα λέει ο Γιάννης Πατίλης που μελετάει και αναδεικνύει το είδος, οι οποίες να εκτυλίσσονται από το πρωί έως το βράδυ της ίδιας μέρας.

  57. ΓΤ said

    @54

    H προτροπή του Νικολάκη στο video της ΕφΣυν

  58. Γιάννης Κουβάτσος said

    Νομίζω ότι υπάρχει και το μουρτζοκλαίω, ψευτοκλαίω δηλαδή.

  59. loukretia50 said

    58, Κλαίει ο μουρτζούφλης δηλαδή?
    Κι ήταν κι αυτοκράτορας τρομάρα του!
    (Αλέξιος Ε΄ ο Δούκας, ο επονομαζόμενος Μούρτζουφλος)
    ———————

    Η αμεσότητα των διαλόγων ζωντανεύει το κείμενο όταν είναι μάστορας ο αφηγητής.
    Νομίζω όμως ότι συνήθως …

    Προσωπικά κριτήρια βαφτίζουν τα μυστήρια
    αγκάθια που φυτρώνουν
    όταν σαν άνθη ευωδιαστά
    λόγια νοήματος μεστά
    επαίνους ακυρώνουν

    …τίποτε προσωπικό φυσικά! Κουβέντα να γίνεται!

    —————–

    Ο εκκλησιασμός διεξάγεται δίπλα!
    Κυριακή απόγευμα εμείς οι γάτες, και τα λυκόπουλα το γλεντάμε!

  60. Aghapi D said

    Άσχετο (ίσως και σχετικό από μακριά)
    Διάβασα σήμερα στο φέισμπουκ τη λέξη «αρνισίνθησκοι» για όσους αρνούνται τον θάνατο, ειδικά για τους άνω των εξήντα

  61. Γιάννης Κουβάτσος said

    Μήπως αρνησίθνησκοι;

  62. loukretia50 said

    O κοπρίτης Αυγείας και η σχέση του με τον Ζάπα μου θύμισε αυτό :
    Rubato (stolen)

    «Tempo rubato» (stolen, robbed) :
    Musical concept: means the time of some measures are stolen by the others.
    Rubato is one of the most controversial performing techniques in music.
    The definition of rubato is a flexibility/freedom in the performance of a rhythm. Basically, rubato is when a performer doesn’t stick to the strict rhythms written by the composer, but alters them to give more expression to the performance… https://www.musictheoryacademy.com/how-to-read-sheet-music/rubato/

  63. Alexis said

    Αγαπητέ Ξεροσφύρη σίγουρα «το ‘χεις» με το γράψιμο, τα γραφτά σου είναι καλογραμμένα και «κυλάνε» όμορφα.
    Αν θες τη γνώμη μου για τα σημερινά:
    Μου άρεσαν πολύ τα δύο πρώτα (εξαιρετικό το εύρημα με τη γάτα) αλλά το τρίτο νομίζω ότι χαλάει την «ισορροπία» και ξεχειλώνει λίγο την αφήγηση, και λόγω μεγέθους και λόγω θεματολογίας. Θα μου άρεσε πολύ καλύτερα αν ήταν στο μοτίβο των δύο πρώτων, ένα στιγμιότυπο μόνο, οπότε και τα τρία μαζί θα ήταν μία εξαιρετική τριλογία: πρωινό ξύπνημα, στο δρόμο για τη δουλειά, απομεσήμερο στην ταβέρνα.

  64. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Ξεροσφύρη και Νικοκύρη, ευχαριστούμε!
    Δροσερές «ρεφουλιές» 🙂 τα σημερινά, με άλλη χάρη τα δύο μικρά και άλλες χάρες το τρίτο.

    >>… η τρίτη ιστορία δεν βολευόταν στα στενά όρια του μπονζάι, ήθελε να μεγαλώσει και το κατάφερε…
    Νομίζω πως μπορεί να μεγαλώσει κι άλλο. Έχει εικόνες-καταστάσεις-περιγραφές που μπορούν να αποτελέσουν –αν αναπτυχθούν κατάλληλα- κομμάτια μιας μεγάλης ιστορίας/νουβέλας.
    Πάντα τέτοια, Ξεροσφύρη.

    – μεσαριές: Δεν την είχα ξανακούσει. Διαβάζοντας την ερμήνευσα ‘κατατόπια’. Μετά είδα ότι υπάρχει η κυριολεκτική σημασία ‘παράδρομοι, μονοπάτια’.
    – «για να με κοιτάει και να δέχεται;»: Κι αυτή την έκφραση την καταλαβαίνω, αλλά δεν την ξέρω. Πού λέγεται; Πόθεν;

    – Ναι, στον Γς!

  65. Aghapi D said

    61 Σωστά Λάθος πληκτρολόγησης

  66. sarant said

    56 Ναι, στην αρχή έγραφα «ιστορίες», μετά το άλλαξα….

  67. ΓΤ said

    Άρης-ΠΑΣ 2-2

  68. Triant said

    Ξεροσφύρη, ως συνήθως οιιστορίες σου μου άρεσαν πάρα πολύ. Πότε θα τις εκδώσεις μαζί με τις άλλες που υποθέτω πως έχεις;

    Μεσαριά τα περιβόλια έλεγε φίλος που δυστυχώς χάσαμε πρόσφατα, τις αποστάσεις στην θάλασσα σε ευθεία, χωρίς να υπολογίζεις δηλαδή τις υποχρεωτικές αλλαγές στην πορεία λόγω στεριών (ιδίως νησιών) που υπάρχουν στη μέση.

  69. aerosol said

    Κι εκτός θαλάσσης ο Ξεροσφύρης μια χαρά με ταξιδεύει.
    Δεν θέλω να κάνω σχόλιο του έξω απ’ τον χορό («μήπως τρεις φράσεις λιγότερες εδώ, μήπως κατιτίς άλλο εκεί»). Με συγκινούν αυτά τα θραύσματα από τη ζωή, είναι του γούστου μου.
    Το πρώτο δε μου έκανε έκπληξη (εδώ δίπλα είναι ο τετράποδος φίλος μου, ήξερα…) αλλά δεν πειράζει καθόλου.
    Τι να πω για να δώσω πιο «αντικειμενική» εικόνα; Αν ήταν να πληρώσω για να τα διαβάσω, θα το έκανα.

  70. nwjsj said

    Το περίμενα πως ό,τι θα διάβαζα σήμερα θα μου άρεσε πολύ αμέσως μόλις είδα το χρηστώνυμο Dryhammer στον τίτλο της ανάρτησης. Αν και περισσότερο αγάπησα την τρίτη ιστορία που μου άφησε τη γλυκόπικρη γεύση της εργένικης ζωής και μου θύμισε τους καβγάδες των δικών μου γονιών για τις γάτες της μάνας μου, θα προτιμούσα να είχα διαβάσει τις ιστορίες σε αντίθετη σειρά για να μείνω με τη σκέτη γλύκα των πρωινών σκέρτσων της γαλίφας,

    Ευχαριστούμε τον Ξεροσφύρη που μοιράζεται μαζί μας τα δημιουργήματά του και το Νικοκύρη που τα δημοσιεύει για να μας ομορφαίνουν τις Κυριακές.

  71. dryhammer said

    Όπως λέει κι ο Νικοκύρης στην εισαγωγή, η αρχική μου πρόθεση ήταν 4-5 μικρές ιστοριούλες, από το πρωί ως και το βράδυ. Όταν έπιασα να γράφω η κάθε μια τους πήγε μόνη της εκεί που πήγε και δε μου βάσταγε να κουρέψω την τρίτη (που είναι δύο: της παρέας δυο χωρισμένων κι ενός «σε άδεια», και η ιστορία του Ζάπα και του Αυγεία – ιστορίες μοναξιάς που είπε κι ο Νίκιπλος). Η τέταρτη μπορεί να μη γραφτεί και ποτέ. Είχε πολύ σκοτάδι (πέρα από ‘κείνο της νύχτας), κι όλα εκείνα που σημειώνουν στις προειδοποιήσεις των τηλ. εκπομπών. [Ενδεικτικά ήταν «ντυμένη» με προπολεμική μαύρη μουσική (για την οποία δεν έχει και κοινό) πχ το Gimme a pigfoot and a bottle of beer της Bessie Smith ως το Strange fruit της Billie]. Μού ‘φερνε ψυχοπλάκωμα και την παράτησα κι έσβησα και τις σημειώσεις (τύπου σκελετού). Άμα είναι, θα βγει μονάχια της στην ώρα που θα κρίνει.

    ΥΓ 1. Δεν είναι αυτοβιογραφικές, αν και έχουν όλες κάποια στοιχεία εκτός από το όνομα. Είναι αδύνατον να μην έχει καθένας -μια και κάτι από μένα.

    ΥΓ 2. Δεν συμβαίνουν στο ίδιο άτομο.

    ΥΓ 3. (53) Με το ιμάμ θα προτιμούσα ένα ροζέ [και κόκκινο γλυκίζον θα πήγαινε, αλλά καλοκαιριάτικα που διαδραματίζεται, θα σε στείλει για ύπνο και θα κατεβάσει τις ζοχάδες στη φτέρνα]

    ΥΓ4. (64) Μεσαριά στα χιώτικα είναι η συντόμευση της διαδρομής «από μέσα» αντί «από γύρω», να διασχίσεις κάτι αντί να κινηθείς περιφερειακά του.

    Δέχομαι: (χιακός ιδιωματισμός) Παίρνω στάση άμυνας και επιφυλακής περιμένοντας προσβολή – από σκύλο, πέτρα, μπάτσους κλπ και η προστακτική «Δέχου!»: φυλάξου, πρόσεχε. [Το γκαρσόνι μόλις άκουσε για φυλακή, μαζεύτηκε]

  72. Triant said

    52: Λές; Δεν το εύχομαι, αλλά θα γελάσω κρυφά.

  73. dryhammer said

    68. Ό,τι έχω γράψει βρίσκεται στο ιστολόγιο. Εκτός από τις ναυτικές που υπάρχουν μέσα μου, τις άλλες τις «αλέθω» μερικούς μήνες στο κεφάλι μου, σπάνια σημειώνω κάτι, και μετά τις γράφω, τις ψιλοχτενίζω και τις στέλνω του Νικοκύρη, να φύγει η έννοια τους. [Μετά βλέπω κάποια σημεία που ίσως θα άλλαζα, αλλά τότε δεν θα τελείωναν ποτέ…]

  74. Theo said

    @72:
    Ο άνθρωπος (γλυκύτατος και ακούραστος) είναι 90 χρονών. Αυτό δικαιολογεί παραπομπή στην εντατική όχι μόνο από κορωνοϊό αλλά κι από οτιδήποτε.

  75. ΓΤ said

    ΟΦΗ-Ατρόμητος 2-2

  76. Γ.Κ. said

    Πολύ ωραία (τα διηγήματα). 🙂

  77. voulagx said

    Ωραιος ο Ντράυχαμμερ! Το 3ο ειναι το πρωτο μεταξυ ισων κατα τη δικη μου αξιολογηση.

  78. mitsos said

    Μου άρεσαν πάρα πολύ
    Δυστυχώς στην πρώτη με την πρώτη το μυαλό μου πήγε σε γάτα.Κάθε πρόταση επόμενη επιβεβαίωνε την αρχική υποψία μου.
    Το βραχυκύκλωμα με κέρδισε
    Το τρίτο το βρήκα πιο δουλεμένο. Μια μαστοριά κινηματογραφική στο δρόμο του απομεσήμερου μέχρι το παιχνίδι του αδειούχου με την υπόσχεση «επιδόρπιου» των εργένηδων. Μπορεί κάτι να έχασα διότι μήτε μουσική άκουσα μήτε ευεργεσίες διαπίστωσα. Αλλά για μένα ήταν το καλύτερο

    Ξέρω πως σημασία έχει να αρέσουν πρώτα στον δημιουργό. Αλλά μετράει να έχουν και μια αποδοχή , κάτι σαν μια επικύρωση της δικαίωσης των επιλογών του δημιουργού.
    Ξεροσφύρη σε ευχαριστώ που μοιράστηκες τόσο ωραίες ματιές σου μαζί μας.

  79. sarant said

    78 Εγώ μόνο προς το τέλος σκέφτηκα το ενδεχόμενο να είναι γάτα

    73 Νάσαι καλά, και να μου στείλεις και άλλες και με το καλό να τις δούμε τυπωμένες!

    68 Πώς αλλιώς το λέμε το as the crow flies / à vol d’oiseau; Σε ευθεία γραμμή;

  80. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Οι ιστορίες σου ήταν εξαιρετικές Ντράι!
    Πραγματικά αξίζουν. Επικυρώνεις πάλι πως έχεις πολύ καλή γραφίδα. Τουλάχιστον για το γούστο μου, αλλά βλέπω κι ότι όλοι συμφωνούμε. Εύγε σου. Ωραίο κέρασμα. Ευχαριστώ σας, συγγραφέα και Νικοκύρη.
    Την πρώτη, πριν προχωρήσω παρακάτω, την έστειλα μάνι-μάνι σε μια φίλη που είναι και ψυχοπλακωμένη και μου απάντησε με μια σειρά «χαμόγελα» και «χειροκροτήματα».
    Η δεύτερη είναι καλή, ξεχωριστό το εύρημά της, μα εσωτερικά σα να ΄θελα κάτι ακόμη, ή κάτι τις αλλιώς. Δεν ξέρω τί. Το σκέφτηκα όταν τέλειωσα και την τρίτη που μου άρεσε περισσότερο, μου έμειναν οι χαρακτήρες, κι έκανα μέσα μου ανακεφαλαίωση κι είδα για δευτερόλεπτα ότι ξέχναγα το θέμα της δεύτερης. (Το της πρώτης «γουργουρίζει» ακατάπαυστα 🙂 ).
    Στην πρώτη, καίτοι χρόνια γατοτρόφος και καλή γνώστρια όλων των συνηθειών τους, λίγο πριν το τέλος κατάλαβα ότι γάτα η…ερωμένη! Ωραίο λογοτεχνικά, όχι ενθουσιαστικό στην πραγματική ζωή για μένα. Δε θέλω καθόλου γάτα συγκάτοικο, πολλώ μάλλον σύγκοιτο, μα καθόλου.(Γενικά διόλου ζώα εγκλωβισμένα στα διαμερίσματα). Μόνο μπαλκοκονοκηπάτες.
    Στης γιαγιάς μου το σπίτι την δεχόμουν το χειμώνα που ανέβαινε και κουλουριαζόταν πάνω από τα σκεπάσματα, σαν θερμοφόρα θαυμαστή, μόνο στην κάτω μπάντα του κρεβατιού,στα πόδια μας.
    Τα κατσικούλια τα φίλαγα στο στόμα, τις γάτες όχι αλλά τις αγαπώ και δε χορταίνω την ομορφιά τους και την αυτονομία τους. Χάδια άλλο τίποτα μα μπορεί να σαπουνίζομαι και τριάντα φορές τη μέρα από τα παιχνίδια μας.
    Γράφω, και τρία γατοκεφαλάκια με κοιτάνε καρφωτά, στη σειρά, στο τζάμι της μπαλκονό- πορτας. 🙂

  81. ΓιώργοςΜ said

    79
    α. κι εγώ την πάτησα με τη γάτα, μέχρι το τέλος, ξέχασα να το πω. Είναι περισσότερο άρνηση· επειδή ψιλο(ή χοντρο-)σιχαίνομαι τα ζώα μέσα στο σπίτι, απωθώ τέτοιες εικόνες. Γι’ αυτό μου άρεσε πολύ, για την έκπληξη. Την αφιέρωση στο Τζη την περίμενα έτσι κι αλλιώς, η θεματολογία και το ύφος παραπέμπουν στα δικά του 🙂

    γ. Όπως το καταλαβαίνω εγώ, η μεσαριά είναι η συντομότερη διαδρομή, όχι πάντα ευθεία. Το as the crow flies το ξερω «σε ευθεία», με τη γραμμή πολλές φορές να παραλείπεται. Λόγια έκφραση όμως, δεν ξέρω άλλη αντίστοιχη λαϊκή.
    Σε χώρες με πεδιάδες εύκολα ταυτίζονται τα νοήματα, σε μας πάλι δεν έχει και τόσο πρακτικό νόημα η ευθεία, καθώς αναγκαστικά κανείς ακολουθεί τη συντομότερη διαδρομή που επιτρέπει το ανάγλυφο και τα εμπόδια. Από το χωριό στην πόλη μπορούσε κανείς να πάει από το δρόμο (με κάρο ή ζώο φορτωμένο) ή από τη μεσαριά (με τα πόδια, αν ο καιρός το επιτρέπει). Την ευθεία τη βλέπει κανείς στο χάρτη μόνο, αδιάφορη πληροφορία.

  82. dryhammer said

    81 > η μεσαριά είναι η συντομότερη διαδρομή, όχι πάντα ευθεία.

    Ακριβώς. Είναι shortcut -άνευ κοράκων που θεωρητικά πετάνε στην ευθεία

  83. Χαρούλα said

    Σαν να λέμε δηλαδή : κόβω δρόμο, μονολεκτικά.

  84. Alexis Α said

    Ομορφες κι οι τρεις ιστορίες. Μπράβο.

    Δεν θα τις έλεγα όμως και τριλο0γία, όπως τις χαρακτήρισε κάποιος σχολιαστής.

    Ή μήπως είναι σωστός ο χαρακτηρισμός για τρία κείμενα εντελώς άσχετα μεταξύ τους;

  85. ΓιώργοςΜ said

    Το ξανάγραψε κάποιος νομίζω, αλλά ας το επαναλάβω, προτείνω έκδοση λογοτεχνημάτων του ιστολογίου με τίτλο «Dry Martini» 😛
    Αλήθεια, τι γίνεται ο Δον; Ελπίζω να μην προλαβαίνει να ασχοληθεί με το ιστολόγιο επειδή περνάει πολύ καλά.

  86. dryhammer said

    85. Εναλλακτικά «Don Hammer» [Όλοι το ίδιο ελπίζομε – δεν έχει και νέτι εκεί που είναι]

  87. ΓιώργοςΜ said

    86 Εντάξει, το ένα όνομα στο πρώτο έργο και το άλλο στο σίκουελ 🙂

    Το Don Hammer παραπέμπει σε αστυνομικό-μαφιόζικο, το Dry Martini σε κοσμοπολίτικο κατασκοπικό.
    Μπορεί ο τίτλος να είναι ιδέα για τελείως νέα πονήματα, γραμμένα από κοινού. Για σκεφτείτε το!

  88. dryhammer said

    Η μαρμάγκα φρίκαρε μ’ αυτά που διαβάζει…

  89. dryhammer said

    86. Υπάρχει και ο συνδυασμός: τίτλος «Dry Martini» από τον «Don Hammer», να περιμένουν όλοι μαφιοζο-κοσμοπολίτικο κλπ και να καταξενερώσουν
    [«Η λευκή Bentley κυλούσε με μόνο ήχο το τρίξιμο από τα λάστιχα στο πατημένο χώμα. Ο Max, ο σωφέρ, βγήκε βιαστικά κι άνοιξε την πόρτα με μια ελαφρά υπόκλιση. Εκείνος βγήκε, σήκωσε τα μανίκια, έφτυσε τις παλάμες του και βάλθηκε να τσαπίζει τ’ αμπέλι…»]

  90. sarant said

    88-89 Σήμερα έχει όρεξη, τρώει ό,τι βρει μπροστά της!

  91. voulagx said

    #89: Θα προτεινα μια ελαφρά αλλαγή:
    «Η λευκή Bentley έτρωγε τα χιλιόμετρα με μόνο ήχο το τρίξιμο…»
    ακούγεται κάπως πιο ρεϊμοντσαντλερίστικο.

  92. voulagx said

    #91: Ματαδιορθωση: «Η λευκή Bentley κατάπινε τα χιλιόμετρα με μόνο ήχο το τρίξιμο…»

  93. ΓιώργοςΜ said

    Μια χαρά το πάτε. Ο Δον Βίτο Κορλεόνε είχε ντομάτες, γιατί ο δικός μας να μην έχει δηλαδή αμπέλια;

    Τα αμπέλια βέβαια τα έχουν σκεφτεί κι άλλοι, αλλά στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση…

    Κάντε τη Bentley ηλεκτρική (να περάσουν και οικολογικά μηνύματα), βάλτε την υπόθεση σε μια εναλλακτική πραγματικότητα (να γουστάρει κι ο Νικοκύρης), δώστε και μια πολιτική νότα (για να γίνεται τζέρτζελο) κι έτοιμο!

    Ποδοσφαιρικές αναφορές να μην έχει μόνο, θα είναι πολύ προβλέψιμα τα σχόλια στην παρουσίαση και θα ξενερώσουμε 🙂

  94. loukretia50 said

    89. !!! εντυπωσιακό! τόχεις!

    92, «The big bleep*» εκτός αν ο τίτλος παραπέμπει αλλού, σε κάτι πιο σπλάτερ, ας πούμε … «Η μαύρη βεντάλια» !
    ——————————
    * a short high-pitched sound made by an electronic device as a signal or to attract attention.

    Και βέβαια ο γοητευτικός ήρωας θα εξέρχεται ατσαλάκωτος με παπιγιόν από τον αμπελώνα και στην επόμενη σκηνή θα δοκιμάζει με τρυφερή ύπαρξη εκλεκτό κρασί από την κάβα του ενώ ο ήρεμος Δον βρίσκεται σε βαθειά περισυλλογή και…

  95. 93 Μόνο εκείνο το τρίξιμο στα λάστιχα να κοιτάξουνε λίγο.

  96. dryhammer said

    94b.

  97. Αιμ said

    Πολύ ωραίες οι ιστορίες Ξεροσφύρη ιδιαίτερα η πρώτη και η τρίτη. Αλλά σαν τις ναυτικές σου δεν έχει λγτ

  98. Γιάννης Ιατρού said

    93: Σταφύλια έχουμε κι εμείς…

  99. ΓιώργοςΜ said

    98 Ναι, αλλά δεν έχετε διαστημόπλοιο όπως ο Jean-Luc 😛

  100. dryhammer said

    99. Είναι παρκαρισμένο κάτω απ’ την κρεβατίνα, στο δροσιό.

  101. spyridos said

    Αγαπητέ Ξεροσφύρη
    Πάντα απόλαυση να σε διαβάζω.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: