Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Μέγκλα αγγλική ή ποντιακή

Posted by sarant στο 18 Μαρτίου, 2011


Η λέξη μέγκλα (κάτι το πολύ ωραίο, και ιδίως κάτι καλής ποιότητας) ανήκει βέβαια στο μάγκικο λεξιλόγιο, αλλά είναι αρκετά διαδεδομένη, τόσο ώστε να μπει και στα δυο σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας, εννοώ ΛΚΝ και Μπαμπινιώτη. Χρησιμοποιείται σήμερα άκλιτη, ως χαρακτηριστικό ενός εκλεκτού πράγματος: Αγόρασα ένα κουστουμάκι, μέγκλα!

Η μέγκλα προβληματίζει για την ετυμολογία της. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, ετυμολογείται από το made in England, αφού τα αγγλικά είδη ήταν ονομαστά για την υψηλή τους ποιότητα. Μερικοί μάλιστα το εξειδικεύουν: προέρχεται, λένε, από τα αγγλικά κασμίρια, που έγραφαν made in England και που ήταν… μέγκλα, εξαιρετικής ποιότητας.

Αυτή την ετυμολογία, που εμένα μου φαίνεται ύποπτη, τη δέχεται με επιφυλάξεις το ΛΚΝ. Ο Μπαμπινιώτης την απορρίπτει και τη θεωρεί παρετυμολογία. Εδώ που τα λέμε, δίκιο μου φαίνεται πως έχουν όσοι επισημαίνουν ότι είναι φωνητικώς αδύνατο να προκύψει το μέγκλα από το made in England, διότι παραλείπονται συλλαβές χωρίς να πληρούνται οι απλολογικοί όροι.

Να σημειώσω εδώ ότι είναι εντελώς διαφορετική η περίπτωση του μπιελάρ, που όντως προήλθε από τα αρχικά BLR, τα οποία όμως μεταφέρθηκαν αυτούσια –και, εκτός αυτού, η καθιέρωση του όρου έγινε αρχικά σε μια ειδική αργκό (του στρατού).

Αν όμως η ετυμολόγηση της μέγκλας από το made in England είναι προβληματική, το λεξικό Μπαμπινιώτη (στις νεότερες εκδόσεις του) προτείνει μια εκ πρώτης όψεως πολύ πιο απίθανη ετυμολογία, από το ποντιακό μέγκλα = πέος (με το συμπάθειο). Πράγματι, το Ιστορικό λεξικό της ποντικής διαλέκτου, του Α.Α.Παπαδόπουλου, καταχωρεί τη λ. μέγκλα: Λέξις ξένη. Τὸ γεννητικὸν μόριον ζώου, συνεκδ. δὲ καὶ ἀνδρός (τόμ. 2, σελ. 30). Αρχή είναι το λατινικό mentula (ίδια σημασία) μέσω του λαϊκού λατινικού mencla.

Να σημειωθεί ότι το λεξικό Μπαμπινιώτη δίνει και τύπο «ο μέγκλος». Ομολογώ ότι τον τύπο αυτό δεν τον είχα ακούσει ποτέ.

Όμως, τον τύπο «μέγκλος» τον βρίσκω στα Είδωλα του Ροΐδη, χωρίς ωστόσο να ξεκαθαρίζει την εικόνα. Στα Είδωλα, στην ενότητα Ε’ (Η δήθεν πτωχεία), θέλοντας να αντικρούσει τις κατηγορίες των νεοαττικιστών για το φτωχό λεξιλόγιο της δημοτικής, ο Ρ. παραθέτει επί πολλές σελίδες διάφορες γαλλικές λαϊκές λέξεις που είναι αδύνατο να μεταφραστούν στην καθαρεύουσα, όμως αποδίδονται μια χαρά στη δημοτική.  Και ανάμεσα σ’ αυτές έχει και το dadais, grand dadais, το οποίο «δεν μεταφράζεται άλλως ή διά του ‘μέγκλος και μέγκλαρος’».

Πρέπει να πω ότι, αν πιστέψω το google books, η λ. μέγκλα υπάρχει και στον πέμπτο τόμο των Απάντων του Ροΐδη, αλλά μέχρι τώρα δεν την έχω εντοπίσει –δεν τα έχω διαβάσει όλα, ομολογώ. Οπότε επιστρέφουμε στον μέγκλο των Ειδώλων (που δεν τον δίνει το google books, αλλά τον βρήκα με τον παραδοσιακό τρόπο, τυχαία, διαβάζοντας το βιβλίο).

Το γαλλικό dadais κάτι σαν μαντράχαλος σημαίνει, αν δεν σφάλλω. Η τόσο παλιά εμφάνιση του ‘μέγκλος’ (τα Είδωλα γράφτηκαν γύρω στο 1893) θα κατέρριπτε την εκδοχή του made in England, εφόσον βέβαια ο μέγκλος του Ροΐδη είναι ίδια λέξη με τη μάγκικη μέγκλα, πράγμα καθόλου σίγουρο, διότι το dadais δεν είναι κάτι όμορφο, μόνο κάτι μεγάλο (αν και από τη μια έννοια μπορεί κανείς να μεταπέσει στην άλλη). Πάντως, στο λεξικό της λαϊκής, του Δαγκίτση, βρίσκω να λημματογραφείται η μέγκλα με τη σημασία «αρμονία, ομορφιά» και επίσης ο μεγκλαράς, όμορφος, επιβλητικός, ωραίος.

Πριν προχωρήσω, ένα διάλειμμα· θα σας διηγηθώ μια ιστορία, ένα ασήμαντο περιστατικό στο οποίο πρωταγωνιστεί η λέξη μέγκλα.

Τον Ιούλιο του 1924, η βενιζελική εφημερίδα Έθνος δημοσίευσε ένα διήγημα του Μπλάσκο Ιμπάνιεθ, μεταφρασμένο από τον Κ. Οικονομίδη, μάλλον από τα ισπανικά, με τον τίτλο «Βαλενθιάνικη μέγκλα». Ο πρωτότυπος τίτλος, όπως βρήκα, είναι Guapeza valenciana, ενώ στα γαλλικά έχει μεταφραστεί Vantardise valencienne (βαλεντσιάνικη φιγούρα, περίπου). Η Καθημερινή, που ήταν την εποχή εκείνη η ναυαρχίδα του προσωρινά ηττημένου μοναρχισμού, και που βρισκόταν σε ανειρήνευτον αγώνα με τις βενιζελικές εφημερίδες, με τις οποίες .έστηνε καβγάδες για ψύλλου πήδημα, βρήκε εντελώς απαράδεκτο τον τίτλο, που τον θεώρησε σύμπτωμα της γενικότερης παρακμής της χώρας, και σχολίασε: «Δεν είναι να τραβά κανείς τα μαλλιά του, έστω και φαλακρός;» Το Έθνος αντέδρασε: «Τόσον εύθικτος λοιπόν η αισθητική της Καθημερινής; Την θίγει η λέξις ‘μέγκλα’! Κι ευρίσκει ότι η λέξις δεν έχει την θέσιν της ούτε στο λαϊκό περιβάλλον, όπου εκτυλίσσεται το διήγημα του Έθνους», ενώ, συνεχίζει ο σχολιογράφος, η Καθημερινή δεν ντρέπεται να γράφει «να πάει να πνιγεί» για τον τάδε βενιζελικό υπουργό. Στη συνέχεια, ο καβγάς πολιτικοποιήθηκε: το Έθνος αναρωτήθηκε μήπως το μένος της Καθημερινής οφείλεται στο ότι ο Ιμπάνιεθ είχε γράψει έναν ύμνο για τον Βενιζέλο, η δε Καθημερινή απάντησε ότι αγνοούσε το γεγονός αλλά ευχαρίστως δέχεται να «υβρίσει τον συγγραφέα αντί του μεταφραστού». Πάντως, όπως λέει ο σχολιογράφος της Καθημερινής, «φρονούμεν ότι όχι εις τίτλον μυθιστορήματος εφημερίδας, αλλ’ ουδέ εις τίτλον ταβέρνας δεν δύναται να εισχωρήση ‘μέγκλα’ καμμία».

Το γουστόζικο αυτό επεισόδιο μας δείχνει ότι η λέξη «μέγκλα» υπήρχε περίπου με τη σημερινή σημασία το 1924 και ότι κάποιοι θεωρούσαν αναξιόπρεπο να εμφανίζεται στις στήλες εφημερίδας. Η σημασία δεν ήταν τελείως ίδια με τη σημερινή, αλλά και σε ένα λεξικό (Γιοβάνη) έχω βρει τη μέγκλα να σημαίνει «ακκισμός, νάζι».

Ανακεφαλαίωση:

Χωρίς να έχω καταλήξει σε οριστικό συμπέρασμα, απορρίπτω με βεβαιότητα την παραγωγή από το made in England, μεταξύ άλλων και για χρονολογικούς λόγους. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι ο μέγκλος του Ροΐδη δεν έχει σχέση με τη μέγκλα, η βεβαιωμένη χρήση της λέξης το 1924 είναι αρκετά νωρίς για αγγλικό δάνειο. Και κάτι τελευταίο: υπάρχει και τοπωνύμιο Μέγκλα και επώνυμο Μέγκλας. Και ασφαλώς αυτά δεν βγήκαν από το made in England!

Όσο για την ετυμολόγηση Μπαμπινιώτη, δεν είναι τόσο απίθανη όσο φαίνεται. Αν η μέγκλα ήταν αρχικά το αντρικό εργαλείο, μπορεί ο μεγκλαράς να ήταν αρχικά ο ψωλαράς και στη συνέχεια ο άντρακλας, ο λεβέντης, οπότε, όταν η λέξη μεγκλαράς έγινε γνωστή και σε περιοχές που αγνοούσαν την αρχική σημασία, να ξαναπλάστηκε η μέγκλα με τη σημασία της λεβεντιάς, της φιγούρας, και μετά της εξαιρετικής ποιότητας. Δεν είμαι σίγουρος γι’ αυτό, βέβαια, μια εικασία κάνω και δεν επιμένω  να σας πείσω, αλλά είμαι βέβαιος ότι το made in England είναι μια ελκυστική παρετυμολογία.

Οπότε, το μόνο βέβαιο δίδαγμα από το σημερινό άρθρο είναι πως η ετυμολόγηση λαϊκών λέξεων παρουσιάζει συχνά μεγάλες δυσκολίες –αλλά αυτό το ξέραμε ήδη….

Advertisements

98 Σχόλια to “Μέγκλα αγγλική ή ποντιακή”

  1. @Κύριο Σαραντάκο:
    Ποιό λεξικό είναι το ΛΚΝ;

  2. dmast said

    Επίσης, συχνά ακούγεται ότι το «τζάμπα», βγαίνει από το Japan. Ισχύει;

  3. Αν και ούτε μένα μου μοιάζει πολύ πιθανή η κλασική ετυμολόγηση, δεν ξέρω αν είναι ισχυρό αντεπιχείρημα η εμφάνιση της λέξης το 1893. Ήδη τότε η ανερχόμενη ελληνική μεγαλοαστική τάξη κυνηγούσε τα αγγλικά προϊόντα, όχι τα γαλλικά όπως θα περίμενε κανείς. Η Πηνελόπη Δέλτα, που μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια, γράφει κάτι σχετικό στα απομνημονεύματά της (Πρώτες ενθυμήσεις, ένα πραγματικά πάρα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, τόχω ξαναπεί). Βέβαια λόγω βαμβακιού η αιγυπτιοχιώτικη παροικία, Μπενάκηδες, Χωρέμηδες κλπ. είχε ιδιαίτερες εμπορικές σχέσεις με την Αγγλία που άλλωστε είχε και η ίδια ιδιαίτερες σχέσεις με την Αίγυπτο. Αναρωτιέμαι μήπως η λέξη θα μπορούσε να είχε έρθει στην Ελλάδα από «πρώην φυλακισμένους του Μισιριού», όπως (κατά Πετρόπουλο) το χασίς.

  4. Μπουκανιέρος said

    1 Του Τριανταφυλλίδη
    2 Όχι βέβαια!
    3 Δύτη αγγλόφιλε, καλημέρα!

  5. Ποντικαρέος said

    Μια ερώτηση (απορία) ενός άσχετου:
    Δεν θα ήταν καλύτερο να γράφουν τα λεξικά «άγνωστης ετυμολογίας» για λέξεις των οποίων η ετυμολογία είναι ασαφής, όπως πχ για την εν λόγω;
    Ή είναι μήπως επικρατούσα τακτική των λεξικογράφων να βάζουν πάντα κάποια πληροφορία για την ετυμολογία ακόμα και αν είναι αμφισβητούμενη;
    (Μεγάλη συζήτηση ανοίγω – το γνωρίζω – αλλά ως απλός χρήστης των λεξικών έχω μερικές απορίες επί της διαδικασίας).

  6. Qq said

    Που βρίσκονται αυτές τις λέξεις και που τις ψάχνετε θα ήθελα να ήξερα. «Μέγκλα», πρώτη φορά την ακούω.

  7. Dmast, για το τζάμπα δες εδώ: https://sarantakos.wordpress.com/2011/03/07/tzampa2/

  8. Το λεξικό Μπαμπινιώτη, έκδοση του 1998, έχει μια άλλη εκδοχή, που τη βρίσκω πιο εύλογη. Βέβαια το τι βρίσκει κανείς εύλογο, και πολύ περισσότερο εγώ, δεν συνιστά ετυμολογία. Εντύπωση μου κάνει το γεγονός ότι στο ετυμολογικό του λεξικό αποσιωπά αυτή την εκδοχή και ασπάζεται ανεπιφύλακτα την ποντιακή προέλευση της λέξης. Πάντως στο ΛΝΕΓ είναι πιο συνετός, διατηρώντας μιαν επιφύλαξη: Πιθ. < ιταλ. meglio < λατ. melior «καλύτερος», συγκριτ. βαθμ. του επιθ. bonus.

  9. sarant said

    Ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια και ευχαριστώ και τους Δύτη-Μπουκανιέρο που μπήκαν στον κόπο να απαντήσουν σε ερωτήσεις 🙂

    5: Μερικά λεξικά βάζουν μερικές φορές «άγνωστης ετυμολογίας». Δεν με πειράζει να αναφέρουν μια εκδοχή που θεωρούν απλώς πιθανή, αρκεί να γράφουν ότι έχουν επιφυλάξεις.

    6: Ενδιαφέρον, είναι λέξη αρκετά γνωστή για μένα -υπάρχει και σε τραγούδια.

    8 : Λευτέρη-Δικαίε, η έκδοση του 1998 είχε πράγματι αυτή την εκδοχή, από meglio με «αναγνωστικό δανεισμό», αλλά σε επόμενη έκδοση του γενικού λεξικού άλλαξαν γνώμη επίσης, και μετά στο ετυμολογικό.

    3: Δύτη, αναρωτιέμαι: έχουμε άλλα παραδείγματα λαϊκού δανεισμού αγγλικής λέξης το 1900 και νωρίτερα; (εκτός ναυτικής ορολογίας όπου πράγματι υπάρχουν)

  10. Κι εγώ την έχω ακούσει (διαβάσει μάλλον) τη μέγκλα και μέχρι τώρα είχα την εντύπωση ότι έβγαινε από το made in Εngland διότι κι αυτό το είχα διαβάσει κάπου. Ευχαριστούμε που μας διαφωτίζεις Νικοκύρη!

  11. @ 9: Φυσικά εάν προερχόταν από το meglio θα επρόκειτο για «αναγνωστικό δανεισμό», όπως εύστοχα αναφέρεις. Διότι η λέξη προφέρεται (περίπου) «μέλιο», απ’ όπου και το επώνυμο Μέλιος ή Μέλλιος.

  12. Νίκο, δεν ξέρω και διαισθητικά απαντώ μάλλον όχι. Πάντως στην Κωνσταντινούπολη το ναυτικής προέλευσης fire up πέρασε σχετικά γρήγορα στην αργκό, ως fayrap με την έννοια, πώς να το πω, «ανοίγω πανιά». Δεν το βρίσκω σε λεξικά του 1890 και 1899, το έχω συναντήσει όμως σε ένα κείμενο του 1913 που χρησιμοποιεί την αργκό μια και μιλά για χασισοπότες.

  13. agapanthos said

    Υπάρχει και στα ελληνικά το φαερόπ σαν προστακτική που σημαίνει κάτι σαν «πάρε φύσημα», φύγε. Μάλλον όμως από τα τουρκικά θα το πήραμε,ε;

  14. Μπουκανιέρος said

    5-9-11
    Τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά κι αυτή η ετυμολογία, από meglio. Δεν δικιολογείται ο αναγνωστικός δανεισμός όπως σε περιπτώσεις με φίρμες, που το ξένο όνομα γράφεται κάπου και χτυπάει στο μάτι. Και μάλιστα σε αφηρημένη έννοια. Κι έπειτα, ούτε και το νόημα ταιριάζει πολύ καλά («καλύτερα»), όπως θα ήταν αν είχαμε π.χ. τη λέξη ottimo (άριστος, άλφα-άλφα).

  15. Μπουκανιέρος said

    Το 5 ήθελε να είναι 8.
    (συμπληρώνω) …εννοώ ότι το meglio είναι επίρρημα (ο Μπάμπι το συσκοτίζει δίνοντας τη σημασία του επιθ. melior), ενώ το καλύτερος είναι migliore, μιλιόρε ή μιγιόρε – και, διάβολε, αυτή η λέξη (ίσως και το μέλιο/μέγιο*) ήταν αρκετά γνωστή στους Έλληνες.

    * μέγιο-τάρντι-κε-μάι

  16. bernardina said

    Από αναγνωστικό δανεισμό δεν προέκυψαν και τα ούζο, ρομβία, καριοφίλι, κι άλλα που δεν μου έρχονται τώρα; Όμως δυσκολεύομαι να φανταστώ πού θα μπορούσε να ήταν γραμμένο το meglio για να περάσει ως μέγκλα στα ελληνικά. Ίσως σε διαφήμιση που σύγκρινε κάποια προϊόντα μεταξύ τους -αλλά υπήρχαν τέτοιες διαφημίσεις τότε;

    Όσο για το μπιελάρ, έχω ακούσει να χρησιμοποιείται περισσότερο ο τύπος «μπιέλα» και μάλιστα στα εφηβικά μου χρόνια θεωρούσαμε το μπελάρ λάθος

  17. bernardina said

    Μπουκάν,
    από το μιγιόρε βγαίνει ο μαγκιόρος;

  18. Πολύ καλό ποστ, Νικοκύρη, κι ας είναι (ή ίσως *επειδή* είναι) απορητικόν!

    Τον μεγκλαρά εγώ τον ξέρω μαγκλαρά, λέξη που τη βρίσκω και σε διήγημα του Ταγκόπουλου, που το έχει ο Νικοκύρης στο άλλο κονάκι (http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/zwhperase/07.htm): «Ο Ποδάρας, ο Κονιόρδος κι ο Τσικιτσάγκας, μένανε τελευταίοι, επιφυλακή. Το βαρύ πυροβολικό. Κι όταν εμείς, οι πιτσιρίκοι, κωλώναμε, πέφτανε οι μαγκλαράδες στη μέση, με Χριστούς και Παναγίες και τότε γινότανε δαρμός και θρήνος!» Εδώ, νομίζω, μαγκλαράς σημαίνει όχι ακριβώς «ωραίος, επιβλητικός», αλλά μάλλον «μεγαλόσωμος, νταγκλαράς». Υποθέτω ότι και το επώνυμο Μαγκλάρας από κει προέρχεται.

    Είναι όμως βέβαιο ότι ο μέγκλος ή ο μέγκλαρος ή ο μεγκλαράς σχετίζεται με τη μέγκλα; Επιτρέψτε μου να αμφιβάλλω, μεταξύ άλλων επειδή η μέγκλα είναι άκλιτη και χρησιμοποιείται περίπου σαν επίρρημα (δεν θα πει ποτέ κανείς «αγόρασα ένα κουστουμάκι μέγκλο»), ενώ ο μέγκλος και ο μέγκλαρος προφανώς κλίνονται.

  19. Μπουκανιέρος said

    5 (να μη μείνει παραπονεμένο κι αυτό) & 9α
    Έχει τα δίκια του ο Μποντικός! Πιστεύω ότι υπάρχει ένα ετυμολογικό άγχος, να βρούμε την κάθε ετυμολογία και νάχουμε ναπαντήσουμε στο ερώτημα «από πού βγαίνει αυτό;», π.χ. στην τηλεόραση ή σε συναναστροφές γραμματιζόυμενων ή μπλογκ κλπ. Σε πάμπολλες περιπτώσεις, νομίζω ότι οι ετυμολόγοι θα έπρεπε να είναι πιο επιφυλαχτικοί και να χρησιμοποιούσαν περισσότερο τις λεξούλες «ίσως», «πιθανό», «υπόθεση». Όμως οι ετυμολόγοι θέλουν νάναι ετοιμόλογοι – και κατηγορηματικοί.
    (Εδώ που τα λέμε, άμα στηρίζεσαι στην ετυμολογική ορθογραφία κι άμα την έχεις κάνει εικόνισμα, είναι κι αναπόφευχτη αυτή η πρεμούρα.)

  20. Μπουκανιέρος said

    17 Δεν ξέρω.
    Ο Μπαμπι (και άλλοι) λένε απ’ το maggiore (ματζόρε) – πολύ αμφιβάλλω.
    Το ΛΚΝ δε δίνει ετυμολογία.
    Ίσως να έχει σχέση με το μάγκας.

  21. Μπουκανιέρος said

    Νίκο, είδες ότι ο Ανδριώτης ετυμολογεί το μέγκλος από «μύκλος» του Ησύχιου; (βλ. λήμμα μαγκλαράς);
    (Για να πω την αλήθεια, όπου ακούω τον Ησύχιο κουμπώνομαι!)

  22. bernardina said

    Μπουκάν,
    μόλις τώρα ήμουν έτοιμη να γράψω αυτό που έγραψες κι εσύ, για τον Ανδριώτη!

    Επίσης βλέπεις ότι ακριβώς απο πάνω ετυμολογεί κι αυτός τον μαγκιόρο από το maggiore;

  23. Κι εγώ μΑγκλαρά ήξερα το μαντράχαλο, και ποτέ δεν είχα διανοηθεί να το συσχετίσω με τη μέγκλα (που δεν ανήκει στο ενεργό μου λεξιλόγιο). Πολύ ενδιαφέρουσα η … πικάντικη ετυμολογία του Μπαμπινιώτη, αλλά πόσες ποντιακές λέξεις έχουν περάσει στην κοινή ελληνική;

  24. Immortalité said

    Μέγκλα το κειμενάκι σου Νίκο 😉

    @16β Τελικά όμως Μπερναντίνα άλλο το ένα και άλλο το άλλο.

  25. Μπουκανιέρος said

    22 Ναι το είδα, το πέρασα στο «και άλλοι» γιατί το είδα κι αλλού.
    Διατηρώ τις επιφυλάξεις μου.

  26. bernardina said

    Ιμόρ, έχεις δίκιο, είχα ξεχάσει εκείνο το σχόλιο. Και τώρα που το σκέφτομαι, στη γειτονιά που μεγάλωσα ο κόσμος είχε περισσότερα πάρε δώσε με γκαραζιέρηδες παρά με στρατιωτικούς 😆

    Mπουκάν,
    επίσης κοίταξα και τη λέξη «μάγκας» που δίνει ακριβώς πιο πάνω ο Ανδριώτης. Χαμός!

  27. Κι εγώ Μαγκλαρά ήξερα τον ψηλέα, τον μαντράχαλο αλλά πάντως όχι τον άντρακλα.
    Μπερναντίνα στο 16 περί BLR και μπιέλας:
    Υπάρχει στους κινητήρες εσωτερικής καύσεως η μπιέλα (διωστήρας, νομίζω), η οποία συχνά παθαίνει βλάβες. Και λέμε ότι κόλλησε, επειδή δεν μπορεί να ανεβοκατεβαίνει ταχύτατα, σπρώχνοντας το πιστόνι κατά την πρώτη φάση της συμπίεσης και κινώντας τον στροφαλοφόρο άξονα, κατά τη δεύτερη φάση, μετά την έκρηξη. Προσωπικώς, στα μηχανάκια μου έχω πάθει τρεις φορές κόλλημα μπιέλας. Και σε διαβεβαιώ ότι δεν μπορούσαν να επισκευαστούν επιτοπίως. Άρα ήταν BLR ή ΠΕΕ, που λέγαμε στο στρατό. Μάλλον κάπως έτσι μπορεί να έφυγε το τελευταίο R από το BLR.

  28. bernardina said

    Πες μου όμως κάτι άλλο, βρε Ιμόρ. Πώς στην ευχή βάζετε αυτές τις γαλάζιες λεξούλες που παραπέμπουν σε λινκάκια; (άσχετο, το ξέρω, αλλά έχω εδώ και πολύ καιρό την απορία κι όλο ξεχνάω να ρωτήσω)

  29. bernardina said

    Σκύλε,
    δες την παραπομπή της Ιμόρ. Φαίνεται πως τελικά μιλάμε για δυο διαφορετικά πράγματα που νομίζαμε πως ήταν το ίδιο.
    Πού σου κόλλησε το μηχανάκι; Στα κορφοβούνια που ανεβοκατεβαίνεις, παλιοαλήτη; 😆

  30. π2 said

    Μπερναρντίνα (#28): δες εδώ.

  31. bernardina said

    Πιδύε, χίλια ευχαριστώ!

  32. Μιχαλιός said

    Η mencla=πέος επεβίωσε στα Σικελικά και στα καλαβρέζικα ως minchia, που είναι και διαδεδομένο επιφώνημα «κατάπληξης ή εκτίμησης»: http://it.wikipedia.org/wiki/Minchia

    Τελικά η «μπιέλα» ως έξάρτημα του κυλίνδρου της μηχανής και η φράση «χτύπησε μπιέλα» έχουν ή όχι σχέση με το BLR;

  33. Immortalité said

    @31 Bernardina με πρόλαβε ο Πιδύος αλλά και αυτό το σάιτ βοηθάει.

  34. bernardina said

    Ιμόρ,
    κι εσένα σε χιλιοευχαριστώ. Με σκλαβώνετε ρε παιδιά! 😳

    Aνυπομονώ να μου δοθεί η αφορμή για να εφαρμόσω τις οδηγίες σας 🙂

  35. Immortalité said

    Σιγά βρε! Όλοι ρωτήσαμε στην αρχή. 😉

  36. Μιχαλιός said

    32: Μαρτυρείται και ο ναπολιτάνικος τύπος menghia που προϋποθέτει, αν δεν κάνω λάθος, προηγούμενο mengla – οπότε, τι χρείαν έχομεν Ποντίων;

    http://www.archive.org/stream/VocabolarioEtimologicoDellaLinguaItaliana2/italiano_etimologico_2_djvu.txt

    (το σάιτ είναι πάντως κομματάκι προβληματικό)

  37. Κι’ εγώ υποπτεύομαι πως πολλές διαδεδομένες ετυμολογίες δεν στέκουν, και το είχα πει και όταν συζητούσαμε για τις κόνξες (που βρίσκω την ετυμολόγησή τους εξωφρενική).

    Πάντως είναι αλήθεια και ότι πάρα πολλές ετυμολογίες προέρχονται από εκεί που δεν το περιμένεις, όπως για παράδειγμα το ούζο, το καριοφίλι, ή ο Αντώνης ο Βαρκάρης ο Σερέτης.

    Αλήθεια, δεν ξέρω αν έχει συζητηθεί παλιότερα, είναι σωστό ότι η ντούγκλα στο μουστάκι του Καπετανάκη προέρχεται από τον Douglas Fairbanks;

    Α, και τώρα θυμήθηκα, σχετικό με το Made in England, θυμάστε τις καρέκλες «Μαντενιτάλυ» που πουλούσαν οι γύφτοι πριν από καμιά 20ριά χρόνια;

  38. Μαρία said

    Το ποντιακό μέγκλα το είχαμε συζητήσει και παλιότερα με αφορμή νομίζω άρθρο του Μωυσιάδη. Δυο Πόντιους φιλόλογους είχα ρωτήσει τότε, απο δύο διαφορετικά χωριά, η λέξη τους είναι άγνωστη.
    Το τοπωνύμιο στην Άρτα απο το αρβανίτικο mjegulla=ομίχλη λέει το λεξικό.

    32 Μιχαλιέ, το συζητήσαμε τις προάλλες αλλά δεν βρίσκω τώρα το άρθρο. Όχι. Πρόκειται για 2 διαφορετικές εκφράσεις. Χτύπησε μπιέλα απ’ την αργκό των γκαραζιέρηδων και βγήκε μπιελάρ απ’ την αντίστοιχη στρατιωτική.

  39. bernardina said

    Γιώργο και Μαρία,
    δέστε την απάντηση της Ιμόρ προς εμένα μερικά σχόλια πιο πάνω (#24)

  40. sarant said

    Πω-πω, τα σχόλια έχουν πολύ ψωμί και από πού ν’ αρχίσω…

    Ένα-ένα να τα πάρω.
    Ντούγκλα στο μουστάκι και Douglas
    έχει γράψει ο Τιπούκειτος
    http://neostipoukeitos.wordpress.com/2010/11/30/%CE%B1%CF%80%CE%BF-%CF%84%CE%B7-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B7-%CE%BF%CE%B8%CE%BF%CE%BD%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CE%BF/
    και το slang.gr
    http://www.slang.gr/lemma/show/ntougkla_7438

    Το άρθρο του slang.gr έχει κάμποσα λάθη (χρονολογίες κτλ.) και αυτά που λέει για τα μελιτζανιά είναι εντελώς οφσάιντ, αλλά για το προκείμενο μπορεί και να είναι σωστό. Η διαφορά της προφοράς του ονόματος (ντούγκλα αντί για ντάγκλα) δεν εξηγείται από την κακή γνώση της αγγλικής, αλλά από τη μεσολάβηση της γαλλικής γλώσσας. Ήταν την εποχή που τον Λένιν τον λέγαμε Λενίν.

  41. sarant said

    36: Αυτό είναι εύρημα ενδιαφέρον, Μιχαλιέ.

    38: Κι εγώ το είδα σήμερα, σ’ ένα βιβλιοπωλείο, για το τοπωνύμιο Μέγκλα και τον μεγκλαρά.

    18: Συμφωνώ με τις επιφυλάξεις σου, δεν ξέρουμε αν ο μέγκλος και η μέγκλα είναι ίδια λέξη. Πρόσεξε όμως το «βαλενθιάνικη μέγκλα» (= λεβεντιά, επίδειξη, φιγούρα). Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται ο κρίκος που οδηγεί στη μετατροπή του θηλυκού ουσιαστικού σε άκλιτο επίρρημα.

  42. Μαρία said

    21 Μπουκάν, ποια έκδοση του Ανδριώτη έχεις; Ο δικός μου του 71 δεν έχει αυτά τα λήμματα.
    Ο Δημητράκος για τον ψηλό και άχαρο νέο(κατά το uzun adam ahmak olur) έχει τον τύπο μαγκλάρας. Τον σκέτο ψηλό εμείς τον λέμε νταγκλαρά, ετυμολογικά διαφανή.

  43. @38: Μαρία, το megla = ομίχλη είναι και σλοβένικο (http://tinyurl.com/4ure8ts).

    Κι εδώ αλβανική μιέγκουλα να πιαστεί η ψυχή σ’:

    Πώς όμως φτάνουμε από την ομίχλη στο κοστουμάκι μέγκλα;

  44. @42: Δηλαδή dağlara = «ψηλός σαν βουνό (dağ)»;

  45. Μιχαλιός said

    32β: Δεν είχα δει τα προηγούμενα.

  46. Μπουκανιέρος said

    42 «3η έκδοση με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα, 1983»
    Post mortem βέβαια.
    Εσύ έχεις προφανώς τη 2η έκδ. του 1967, που ξαναβγήκε «με διόρθωση παροραμάτων» το 1971.

    Διαφορά γενιάς ΑΠΘ 🙂

  47. bernardina said

    Μαρία, #42
    πιθανότατα ο Μπουκάν έχει την τρίτη έκδοση, του 1988, όπως κι εγώ

    Γιώργο, ώστε Μαντενιτάλυ, ε; Μα αυτό είναι ισάξιο του κομοδέσιου! 😆

  48. Μιχαλιός said

    36: Εδώ είναι πιο ευανάγνωστο.
    http://www.etimo.it/?term=minchia

  49. bernardina said

    Mπουκάν, μαζί γράφαμε! Αλλά όχι του ’83. Του ’88. Για ξανακοίτα το.

  50. nestanaios said

    ΜΕΝ + ΚΛΑ = ΜΕΓΚΛΑ. Το Ν προ του Κ τρέπεται σε Γ. Η συλλαβή κλα είναι εκ του ΚΛ + πτωτική κατάληξη Α. Και έχομεν ΜΕΝ + ΚΛΩ και συνεκδοχικά πάρα πολλά.

  51. Μπουκανιέρος said

    49 Μπέρνι, πιάσε κόκκινο!
    Όμως όχι, του 1983. Δε θα μπορούσα να έχω του ’88 (που δεν την ήξερα καν), υπάρχει και μεταξύ μας διαφορά γενιάς απότι φαίνεται. (ΑΠΘ;)
    Λογικά το 88 πρέπει να είναι απλή ανατύπωση του 83. Δίνει πληροφορίες η σελίδα τίτλου;

  52. bernardina said

    Μπουκάν, έπιασα κόκκινο (αν και δεν υπάρχει περίπτωση να μαλώσουμε 😉 )
    Όμως υπάρχει διαφορά γενιάς αλλά προς τα πάνω! Θέλω να πω ότι, όπως έχω καταλάβει, είμαι μεγαλύτερή σου, χεχε.

    Στο εσώφυλλο έχει ένα σημείωμα του ΔΣ του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών με ημερομηνία Απρίλιος 1983 και από κάτω αναφέρει τις εκδόσεις (1951, 67, 71, 83). Αυτή που έχω είναι φωτοτυπική επανέκδοση της τρίτης, Θεσ/νίκη 1988

    Δυστυχώς δεν σπούδασα στη Σαλονίκη, αλλά στην Αθήνα.

  53. Μαρία said

    44 ΛΚΝ
    τουρκ. dağlar πληθ. της λ. dağ `βουνό΄ -άς, από φρ. όπως dağlar kadar “σαν τα βουνά”, δηλ. τεράστιος, dağlar anasι για μεγαλόσωμη γυναίκα

    51 Αχ αυτό το χάσμα γενεών! Τώρα ανακαλύπτω οτι έχω λειψό λεξικό.

  54. π2 said

    Το νταγκλαράς το ξέρω κι εγώ, υποθέτω για τους ίδιους λόγους με τη Μαρία.

  55. Μπουκανιέρος said

    52 «αν και δεν υπάρχει περίπτωση να μαλώσουμε»
    Αυτό μην το λες. Π.χ. είχα δει κάτι πούλεγες σε εξωγλωσσικό θέμα αλλά απλώς εκείνη τη στιγμή δεν ευκαιρούσα. 🙂
    Αλλά, αν είσαι όντως μεγαλύτερη, σεβασμός!

    Έλεγα για γενιές ΑΠΘ γιατί μας το δίνανε στη σχολή – τουλάχιστον εγώ αποκεί τόχω.

  56. bernardina said

    Μπουκάν
    ακριβώς σ’ εκείνο το θέμα αναφερόμουν κι εγώ. Όπως είδες όμως απλώς κατέθεσα την άποψή μου και δεν μάλωσα με κανέναν. Δεν υπήρχε λόγος… Ειδικά σε τέτοιου είδους ζητήματα κάνω ό,τι μπορώ για να παραμένω μετριοπαθής, ειδικά στο διαδίκτυο όπου ο γραπτός λόγος δεν μπορεί να μεταφέρει πάντα τις λεπτές αποχρώσεις της σκέψης και τη γλώσσα του σώματος. Κι επειδή σέβομαι και εκτιμώ αφάνταστα όλους (ή σχεδόν 😉 ) που συναντώ σ’ αυτό τον φιλόξενο χώρο.

    Αλλά σεβασμός λόγω διαφοράς ηλικίας βρε θηρίο; Μόνο; Τώρα με σακάτεψες 😆

  57. Μ said

    Θα μπορούσε να είναι η μέγκλα από το όνομα κάποιου έλληνα ή ξένου εμπόρου που έφερενε καλής ποιότητας προϊόντα (πχ υφάσματα), οπότε συνεκδοχικά το «ρούχα σαν του Μέγκλα» έγινε απλώς μέγκλα;

  58. Μαρία said

    55 Εμείς δεν είχαμε τέτοια μπερεκέτια. Με τον παρά μου το έχω.

  59. -Τη μέγκλα την πρωτοείδα στον Τσιφόρο, έκτοτε πολύ σπάνια…

    -Εξηγήστε (στις κυρίες, κυρίως) το ΠΕΕ, που είναι Πέραν Επιτοπίου Επισκευής και έτσι κολλάει με το μπι-ελ-άρ (B.L.R. = Beyond Local Repair), αφού, πώς αλλιώς θα το το καταλάβαιναν;

    -Νικοκύρη, αν μου επιτρέπεις, σχετικά με το

    » μέγκλα: Λέξις ξένη. Τὸ γεννητικὸν μόριον ζώου, συνεκδ. δὲ καὶ ἀνδρός (τόμ. 2, σελ. 30). Αρχή είναι το λατινικό mentula (ίδια σημασία) μέσω του λαϊκού λατινικού mencla.»

    θα πω ότι εκεί θα πρέπει να αναφέρεται η Ελληνική νο-μενκλα-τούρα, δηλαδή οι πολιτικοί άνευ «εργαλείων» 😉

  60. bernardina said

    Εμιλ,
    το νομενκλατούρα ετυμολογείται ως εξής: «no men – κατούρα» με προσθήκη του -λ για λόγους ευπρέπειας. Παναπεί «αυτοί ρε δεν ειναι άντρες, κατούρα τους!» 😆

    (Ο θεός να φυλάει μην ψάξει κανένας χριστιανός στα σοβαρά την ετυμολογία και πέσει σ’ εμάς. Κάηκε!)

  61. bernardina said

    Μαρία 55

    Εγώ το λεξικό του Ανδριώτη το κληρονόμησα από τον πατέρα μου που το είχε αγορασμένο από κεντρικό βιβλιοπωλείο.
    Όμως στη σχολή μας, πέρα από τις γνωστές φωτοτυπημένες αηδίες, μας μοίρασαν και κάτι… μέγκλα ανθολογίες (Norton) της αγγλικής και της αμερικανικής λογοτεχνίας (δυο τόμοι εκάστη) που απο τότε έχουν περίοπτη θέση στη βιβλιοθήκη μου.

  62. Μαρία said

    61 Πολύ χουβαρντάδες στο αγγλικό. Στα χρόνια μου όλα τα κείμενα τα αγοράζαμε.

  63. bernardina said

    Xουβαρντάδες,ε;
    Μάλλον για να μας αποζημιώσουν επειδή είχαμε καθηγητή τον Μπάμπι 😆

  64. Μιχαλιός said

    59-60 Υπάρχει και η επικρατέστερη εκδοχή πως είναι από απλολογία του «νο μέγκλα νο τσούρα», παναπεί πως δεν την έχουν παντελώς.

  65. 16,
    Για μπιέλα και μπιελά (γαλλικής και αγγλικής προέλευσης, αντίστοιχα) δες και προηγούμενη συζήτηση.

  66. 60,
    Caturra είναι και εξαιρετική ποικιλία καφέ, υποθέτω με άριστες διουρητικές ιδιότητες.

  67. bernardina said

    66

    «…but requires extensive care and fertilization…» Αααα, έτσι εξηγείται. Γι’ αυτό η no men c(l)aturra απαιτεί τόσο high maintenance και… λάδωμα :mrgreen:

  68. tamistas said

    Σε μια (διόλου επισταμένη) αναζήτηση στη Γουγλελάνδη, η συνήθης ετυμολόγηση της μέγκλας είναι made-in-England.
    Πάντως, στο γλωσσάρι των Μικροβαλτινών Κοζάνης , βρήκα το εξής:
    μέγκλα (η) = δρασκελιά, αρίδα (?)

    Η επικρατούσα ετυμολογία υιοθετήθηκε και από τους χορογράφους Nigel Charnock και Κωνσταντίνο Ρήγο για την ομώνυμη συμπαραγωγή των ΚΘΒΕ και British Council, το 2005.

  69. EmilofCrete said

    Βernardina,
    Βernardina,
    είσαι πάντα μες στο κλίμα!
    😉

  70. EmilofCrete said

    Ααα, φίλε μου Νικο…λάου, τώρα το είδα!

    «Caturra – Caturra is a mutation of Coffee Bourbon discovered in Brazil.»

    http://www.coffeeresearch.org/agriculture/varietals.htm

    …χελωνονιντζάκι είναι η ποικιλία!
    (Η Βραζιλία φημίζεται εξ άλλου για τις φοβερές τρανς…)

  71. sarant said

    57: Θα μπορούσε η μέγκλα να ονομάστηκε από έναν έμπορο Μέγκλα, αλλά δεν θα έπρεπε αυτός ο ονομαστός Μέγκλας να έχει αφήσει κι άλλα ίχνη, όπως ο Πουλόπουλος ή ο Γιουσουρούμ;

    61: Κι εγώ έχω κάπου τους ίδιους τόμους 🙂

    64: 🙂

  72. Ipse dixit said

    Καλώς σας βρίσκω σ’ αυτό το πολύ ωραίο και διδακτικό μπλογκ

    Θα ήθελα να κάνω μια μικρή συμβολή στη μπιέλα.
    Στην Ιταλία υπάρχει και πόλη (με δύο Λ βέβαια) [url=http://www.comune.biella.it/]Biella[/url]. η οποία προήλθε απο την Bugella και σύμφωνα με τους γείτονές μας καταλήγει να σημαίνει οξιά

  73. Μπουκανιέρος said

    58 (61)
    Πάλι τζαμπατζής βγήκα, όπως θάλεγε και γνωστός υπουργός.

  74. Μπουκανιέρος said

    Ως προς το θέμα, νομίζω ότι η γραμμή που υπέδειξε ο Μιχαλιός έχει κάποιο ενδιαφέρον.

    Από την άλλη, ως προς το δικό μου χώρο και χρόνο, τη λέξη την έμαθα από Πειραιώτες, στα γυμνασιακά μου χρόνια. Θυμάμαι κάποιον (γιο ναυτικού) που την έλεγε συνέχεια. Στη Θ/νίκη την άκουγα σποραδικά, σε φοιτητικούς και παραφοιτητικούς κύκλους, αλλά δεν είμαι σίγουρος για το αν την έλεγαν οι ντόπιοι.

  75. sarant said

    Αγαπητέ, καλώς ήρθες και να με συμπαθάς για την άσπλαχνη υποδοχή, φταίει η σπαμοπαγίδα του ιστολογίου!

    Το σχόλιο 72 το είχε τσακώσει η σπαμοπαγίδα, βλέπετε.

  76. Μαρία said

    73
    Είναι η 2η φορά που συλλαμβάνεσαι να έχεις στην κατοχή σου λεξικό στο τζαμπέ.

  77. Dr Moshe said

    Καλησπέρα, αγαπητέ μου. Το άρθρο ανακεφαλαιώνει όμορφα την ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε εδώ. H εκδοχή τής διαλεκτικής προέλευσης είναι η καλύτερη μέχρι τώρα, αν και πάντα υπάρχουν επιφυλάξεις.
    Θα ήθελα απλώς να προσθέσω ότι τα ετυμολογικά λεξικά είναι γεμάτα δείκτες όπως ίσως, πιθανόν, αβέβαιου ετύμου κτλ., οι οποίοι μερικές φορές κρύβουν από τον ανυποψίαστο αναγνώστη την εκτεταμένη έρευνα που έχει πραγματοποιηθεί. 🙂

  78. sarant said

    Ναι, από αυτή την άποψη τα ετυμολογικά λεξικά αδικούνται’ ένα «δεν ξέρω» μπορεί να κρύβει τεράστιο μόχθο.

    Ο αγαπητός Δρ Μόσε δεν διατύπωσε καλά το λινκ του (υποθέτω φταίξαν οι αγκύλες), που θα παρέπεμπε σε προηγούμενη συζήτησή μας, για τη λ. μέγκλα, αλλά μπορείτε να το βρείτε γκουγκλίζοντας.

    Εγώ δεν μπορώ να το διορθώσω, διότι παραπέμπει σε ένα παλιό φόρουμ του οποίου ο ιδιοκτήτης με διέγραψε μαζί με σχεδον τα μισά ενεργά μέλη και άλλαξε τα ονόματά μας για να μην ξεχωρίζουν.

  79. Η ποντιακή έννοια όντως ισχύει. Μέγκλα είναι το ανδρικό μόριον αλλά χρησιμοποιείται κυρίως σαρκαστικά και ειρωνικά, πχ ατός κρατεί τη μέγκλαν ατ’ και κάθεται -> μτφ αυτός είναι αργόσχολος.
    Για το πέος υπάρχουν πολλές άλλες λέξεις και το μέγκλα δεν λέγεται κατά τη διάρκεια της γενετήσιας πράξης.

  80. sarant said

    Στράβωνα, είσαι ο πρώτος Πόντιος που ξέρουμε και που επιβεβαιώνει την ύπαρξη της λ. μέγκλα!

  81. Μαρία said

    80 Και μια γουγλιά, προς το τέλος της σελίδας.

    θα τρώς τη γαιδουρί τη μέγκλαν σα εκλογάς…
    http://www.kozan.gr/news.php?extend.6176

  82. #23 Ελάχιστες έως καμία Άγγελε.
    Πως το εξηγείς αυτό;

  83. sarant said

    Στράβωνα, επειδή εσύ θα το έχεις σκεφτεί, πώς το εξηγείς;

    (Βέβαια, πόσες, έστω, κυπρέικες λέξεις έχουν περάσει στην κοινή ελληνική, πέρα από το χαλούμι και τις σεφταλιές; )

  84. Μαρία said

    83 Πέρασε το λιλί, συνώνυμο της μέγκλας, απ’ όπου και το αστείο με την Πίπη και τη Λίλη που είναι ίδιες, αν τις κατεβάσεις τον τόνο.

  85. Θα επιχειρήσω μια προσέγγιση αν και δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά.
    Πιθανολογώ λοιπόν ότι κάποιοι (παλαιοελλαδίτες) αποφάσισαν πως η Ελλάδα τους ανήκει τόσο ως προς τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους όσο και ως προς τη γλώσσα. Αποφάσισαν λοιπόν ότι κατέχουν την σωστή Ελληνική γλωσσική μορφή και έπρεπε όλοι οι υπόλοιποι να προσαρμοστούν.

    Το θέμα περισσότερο έχει να κάνει με γλωσσικό συντηρητισμό και επίδειξη εξουσιαστικής ισχύος παρά με προστασία της Ελληνικής από ξένα στοιχεία, καθώς αν αναλογιστούμε ότι η εποχή της Μ.Α. καταστροφής ήταν και εποχή της καθαρεύουσας, θα έπρεπε οι τότε λόγιοι να υιοθετήσουν κάποια στοιχεία της ποντιακής, όπως πχ την αρχαιότροπη προστακτική. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη, χάθηκαν σημαντικά στοιχεία όπως επίσης και η Ιωνική προφορά του ‘η’ ως ‘ε’ σε κάποιες περιπτώσεις από όλους τους Μικρασιάτες.

    Μήπως όμως αυτός ο Αθηνοκεντρισμός δεν βρίσκει εφαρμογή σε όλους τους τομείς; Η Αθήνα καπηλεύτηκε το ρόλο της ως εξουσιαστικό κέντρο, έκανε εγχώριο πολιτισμικό ιμπεριαλισμό, μονοπώλησε τους πόρους και άφησε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα στην τύχη της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Καστελόριζο που ενώ δεν υποδουλώθηκε ποτέ, κινδυνεύουμε να το χάσουμε τώρα, εν καιρώ ειρήνης.
    Ο ίδιος μηχανισμός δεν επιτρέπει στον ΠΑΟΚ να πάρει ποτέ πρωτάθλημα, στην Μακεδονία να αξιοποιήσει τους πόρους της, στους νησιώτες να ζήσουν αξιοπρεπώς κλπ κλπ. Δεν επιτρέπει καν στην Πελοπόννησο να αποκτήσει έναν δρόμο της προκοπής.

    Τα έκανα λίγο σαλάτα εκφραστικά αλλά νομίζω ότι βγαίνει νόημα. Σε γενικές γραμμές νομίζω ότι φταίει ο Αθηνοκεντρισμός, μια κατάσταση που δημιουργήθηκε και φυσικά…δεν είναι φυσιολογική. Μια κατάσταση που δημιουργεί μέχρι και ψυχασθένειες αφού δεν είναι στις κατασκευαστικές μας προδιαγραφές να ζούμε μια ζωή μέσα στο τσιμέντο και τον θόρυβο.
    Πάει μακρυά η βαλίτσα αλλά αυτά είναι κατά την ταπεινή μου γνώμη κάποια από τα αίτια που μετέτρεψαν όλη την Ελλάδα σε Αθηναϊκό υβρίδιο, κάτι που εκτιμώ ότι στο προσεχές μέλλον θα πληρώσουμε πολύ ακριβά. Γλωσσικά το έχουμε ήδη πληρώσει.

  86. Κ. Καραποτόσογλου said

    Ὁ Α. Α. Παπαδόπουλος, Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς ποντικῆς διαλέκτου, Ἐν Ἀθήναις 1958-1961, τ. 2, σ. 30, ἔχει καταχωρίσει τὶς λ.: « μέγκλα ἡ, Κερ.Οἰν.Ὄφ. Χαλδ. Λέξις ξένη. Τὸ γεννητικὸν μόριον ζώου, συνεκδ. δὲ καὶ ἀνδρός. μεγκλίν τό, Σάντ.Χαλδ. Λέξις ξένη σχετικὴ πρὸς τὸ μέγκλα. Ξύλο στραβό»· τὸ ἔργο τῶν Δ. Ε. Τομπαΐδη- Χ. Π. Συμεωνίδη, Συμπλήρωμα στὸ Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς ποντικῆς διαλέκτου τοῦ Α. Α. Παπαδόπουλου, Ἀθήνα 2002, δὲν παρέχει τὸ ἔτυμο τῆς λ., ἐνῶ ὁ D. Moutsos, «On the lexical Interference of the Slavic Suffix -ica», Λεξικογραφικὸν Δελτίον 16 (1984) 319, τὴν ἐτυμολογεῖ σωστὰ ἀπὸ τὸ λατινικὸ mentula ‘membrum virile’ > mencla (Corpus Glossariorum Latinorum, τ. 6, Lipsiae 1899, σ. 693:mentula ψωλὴ ΙΙΙ 351, 44. mencla ψωλὴ ΙΙ 481, 40).
    Ὁ Ἐμμ. Ροΐδης, Τὰ Εἴδωλα, σ. 257-258, παρέχει τὴν πολύτιμη μαρτυρία:« τὸ dadais καί grand dadais δὲν μεταφράζεται ἄλλως ἢ διὰ τοῦ μέγκλος καὶ μέγκλαρος», ἐνῶ ὁ Ἀντ. Ἡπίτης, Λεξικὸν Ἑλληνογαλλικόν, τ. 2, Ἐν Ἀθήναις 1909, σ. 293, ἀναφέρει:« κρεμανταλᾶς , ὁ· [δημ.] grand dadais, escogriffe, n.m. ὑψηλός κακοκαμωμένος. § ἄνθρωπος τῆς κρεμάλας, pendard, n. m. Βλ.θεοσκοτωμένος, καὶ στὴ σ. 496 καταχωρίζει τὸν τύπο μέγκλαρος, μὲ παραπομπὴ στὴ σ. 445: μάγκλαρος, ὁ· [δημ.] πολύ μεγάλος τὸ ἀνάστημα, [grand] dadais»· τὴν ἴδια πορεία ἀκολουθεῖ καὶ ὁ Émile Missir, Dictionnaire français-roméique, Paris 1952, ὁ ὁποῖος συντάσσει τὰ λήμματα, σ. 234:«dadais m. γεγές, μπέκος· grand dadais μέγκλαρος, κρεμανταλάς, χαλαμαντάρα», καθὼς καὶ στὶς σελ. 269:«grand diable μέγκλαρος, μακρολέλεκας», καὶ 372:«flandrin μέγκλαρος, ξαραχνίστρα».
    Ὁ G. Meyer, Neugriechische Studien III, Wien 1895, σ. 44, παραθέτει τὰ ἀκόλουθα ἀπὸ τὴν ἐργασία τοῦ Σ. Α. Μανασσείδη, «Διάλεκτος Αἴνου, Ἴμβρου καὶ Τενέδου, Ἑλληνικὸς Φιλολογικὸς Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως 8 (1873-1874) 528-529,:«μεντοῦλα (ἡ)· τὸ πληθ. μεντοῦλαις, καὶ οὐδετέρως τὰ μεντιλιά, καὶ τὸ ὑπερθ. ὁ (ἡ) μέντλαρος. Περιφρονητικὸν ἐπίθετον τῶν πτωχῶν γυναικῶν καὶ ἀνδρῶν καὶ τῆς μεσαίας τάξεως, ἐκ μέρους τῶν πλουσίων καὶ εὐγενῶν!», καὶ ἐτυμολογεῖ τὶς λ. ἀπὸ τὸ λατινικὸ mentula = πέος, ψωλή, μὲ τὴν παρατήρηση γιὰ τὴ σημασιολογικὴ ἐξέλιξη:«Zur Bedeutung vgl. it. minchione «Tölpel»» (= γιὰ τὴ σημασία πρβλ. τὸ ἰταλ. minchione (= ἀγροῖκος, χοντράνθρωπος).
    Εἶναι πιθανὸν ἡ ποντιακὴ λ. μέγκλα, ἡ, νὰ μὴν προέρχεται κατευθείαν ἀπὸ τὸ λατινικὸ τύπο mencla, ἀλλὰ νὰ παράγεται ἀπὸ τὸ mentula > *μέντλα >μέγκλα, γεγονὸς ποὺ ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν παράθεση τοῦ τύπου μέντλαρος > μέγκλαρος, γιατὶ εἶναι γνωστὸ ὅτι στὴ δημώδη ἑλληνικὴ τὸ συμφωνικὸ σύμπλεγμα (ν)τλ > (γ)κλ, πρβλ. ἀντλῶ > ἀγκλῶ, στιλβώνω > σκλιβώνω, σεῦτλον > σεῦκλον.
    Ὁ Στυλ. Γ. Βίος, «Συλλογὴ χιακῶν σκωπτικῶν ἀνεκδότων, Λαογραφία 10 (1927) 468, ὑπ. 2, ἀποθησαυρίζει τὴ φράση:«κοτζὰμ μέγγλος» = τόσον μεγάλος, καὶ ἡ μέγγλος = μεγάλος, σχηματίζεται ἀπὸ τὴ λ. μέγκλα > μέγκλος, κατὰ τὸ σχῆμα βδομάδα > βδόμαδος, βρόμα > βρόμος, σφαλιάρα > σφάλιαρος. Κ. Μηνᾶ, Ἡ μορφολογία τῆς μεγέθυνσης στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, Ἰωάννινα 20032, σ. 68.
    Τὸ σημασιολογικὸ πεδίο τῶν λ.: μέγκλα – μέγκλος – μέγκλαρος γίνεται καλύτερα κατανοητὸ ὅταν τὸ παραλληλίσουμε μὲ τὴν ἀνέλιξη τῆς λατινικῆς λ. mentula ποὺ βρίσκεται στὴ λόγια ἰταλικὴ ὡς mentula = πέος, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ἡ λ. ἔχει ἐξελιχθεῖ στὸ ἰταλικὸ menchia, minchia = πέος, menchione, minchione = βραδύνους, εὐήθης, βλάξ. Gerhard Rohlfs, Grammatica storica della lingua italiana e dei suoi dialetti, Fonetica, Torino 1966, σ. 351. Manlio Cortelazzo-Paolo Zolli, Dizionario etimologico della lingua italiana, τ. 3, σ. 757.
    Οἱ Oudin-Veneroni, Dictionnaire françois et italien, Paris 1681, σ. 111, γράφουν:«dadais, niais, sciocco, menchione», καὶ παρατηροῦμε ὅτι ὅπως ὁ Ἐμμ. Ροΐδης μεταφράζει τὴ γαλλικὴ λ. dadais = μέγκλος, καὶ grand dadais = μέγκλαρος, τὰ γαλλο-ιταλικὰ λεξικὰ τοῦ 17ου αἰώνα δίνουν ἀκριβῶς τὶς ἀντίστοιχες λέξεις.
    Τὸ συμπέρασμα ποὺ προκύπτει εἶναι ὅτι ἡ νεοελληνικὴ λ. μέγκλα, ἡ, προέρχεται ἀπὸ τὸ λατινικὸ mentula, τὸ ὁποῖο εἶναι πιθανότερο, παρὰ τὸ μεταγενέστερο-μεσαιωνικὸ λατινικὸ mencla, ἀλλὰ ἡ σημασιολογικὴ μετάπτωση εἶναι τέτοιας ἔκτασης καὶ ὑφῆς, ποὺ ἐὰν δὲν ὑπῆρχαν τὰ παραπάνω ἑρμηνεύματα θὰ ὑπῆρχαν πολλὰ ἐρωτήματα· ἡ λ. προφανῶς χρησιμοποιήθηκε γιὰ νὰ προσδιορίσει κάποιο ἀτσούμπαλο καὶ μεγαλόσωμο ἄτομο, καὶ στὴ συνέχεια λόγω τῶν ἰδιαιτεροτήτων ἀνέπτυξε τὴ σημασία: ἀκκισμός, νάζι, ἐνῶ ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴ λ. μέγκλος = μεγάλος, κατέληξε νὰ ἀναφέρεται στὴν ἐξαιρετικὴ ποιότητα τοῦ προϊόντος ποὺ γίνεται λόγος.
    Τὸ δημῶδες λεξιλόγιο τοῦ 19ου αἰῶνος ἀγνοεῖται ἀπὸ τὰ λεξικογραφικὰ ἔργα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὑπάρχουν μεγάλα κενὰ σὲ δύσκολα θέματα τοῦ νεοελληνικοῦ ἐτνμολογικοῦ.

    Νίκαια 5 / 4 / 2011 Κώστας Καραποτόσογλου

  87. sarant said

    Κύριε Καραποτόσογλου, σας ευχαριστώ πολύ -σκληρό καρύδι πράγματι η μέγκλα αλλά και πολλές λαϊκές λέξεις!

  88. αν πιστέψω το google books, η λ. μέγκλα υπάρχει και στον πέμπτο τόμο των Απάντων του Ροΐδη,
    Μπα, το υποτιθέμενο απόσπασμα του πέμπτου τόμου

    ά3ίδ δέν μεταφράζεται άλλως ή διά τοϋ ‘ μέγκλος καί μέγκλα- ρος’ · τά μέν ρΓοάί^υβ καί άΊδδίρ3ΙβυΓ αποδίδονται ικανώς διά τοϋ ‘ άσωτος και σπάταλος’ , άλλα τό ρ3ηίβΓ ρβΓεβ καί βουΓ- Γβ3υ ά’3Γ^βηΙ διά μόνων τών ‘τρυποχέρης’ ή …

    είναι προφανώς απ’ τα Είδωλα, δηλαδή απ’ τον τέταρτο τόμο.

  89. sarant said

    Ναι, από τα Είδωλα είναι αυτό, ευχαριστώ!

  90. nestanaios said

    Μεν + κλω = μέγκλω. Μεν εκ του μεν + ος. Συνεκδοχικά πάρα πολλά.

  91. π2 said

    Για την απορία του Τιπούκειτου στο 43 για την (πανβαλκανική κατά πως φαίνεται) megla / ομίχλη και την ενδεχόμενη σχέση της με τη μάγκικη μέγκλα: Από τη στιγμή που η λέξη εμφανίζεται στη μάγκικη ιδιόλεκτο, είναι πολύ απίθανο να προέρχεται από τους χασισοπότες η λέξη; Δηλαδή μέγκλα > ντουμάνι > σένιο πράγμα;

    Παρεμπιπτόντω, από τη megla / ομίχλη ετυμολογούν βάσει τοπικών πληροφοριοδοτών περιηγητές του 19ου αιώνα τα βυζαντινά Μογλενά της Αλμωπίας.

  92. π2 said

    παρεμπιπτόντως

  93. sarant said

    Δεν λέω αλλά πιο πιθανή βρίσκω την εξήγηση στο σχ.86

  94. nestanaios said

    Ετυμολογία και λαϊκές λέξεις δεν συνάδουν.
    Οι λαϊκές λέξεις δεν χρειάζονται ετυμολογία διότι έχουν περιορισμένη ζωή.

    Η ετυμολογία δεν είναι ούτε κλασική, ούτε είναι ποτέ άγνωστη.
    Η ετυμολογία επιφέρει την τμήση των λέξεων για την αποκάλυψη της έννοιας η οποία έννοια
    είναι πάντοτε συνυφασμένη με την φύση του ανθρώπου και εξ αυτής της έννοιας προσδιορίζονται
    οι διάφορες σημασίες της λέξεος από χρόνο σε χρόνο και τόπο σε τόπο.

    Ετυμολογώ = ευτμολογώ. Το πάθος η μετάθεση.

  95. spatholouro said

    1)Εδώ βλέπω «μέγκλα» λένε το κουκουλάρικο νήμα
    https://books.google.gr/books?id=vgE5AQAAIAAJ&q=%22%CE%BC%CE%AD%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B1%22&dq=%22%CE%BC%CE%AD%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B1%22&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwjq8b3hrK_XAhUSyaQKHTBpAKI4FBDoAQhMMAg

    Τι είναι τούτο δηλαδή; Είναι λέει:
    κουκουλάρικος -η -ο [kukulárikos] Ε5 : που είναι κατασκευασμένος από μεταξωτό νήμα, το οποίο έχει υποστεί ειδική επεξεργασία. || (ως ουσ.) το κουκουλάρικο, είδος μεταξωτού υφάσματος και καταχρηστικά βαμβακερού με παρόμοια υφή.

    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1

    Οπότε, ας μπει και αυτή η κάπως απίθανη ίσως εκδοχή: μήπως έχει και τέτοια προέλευση το πράγμα, ότι δηλ. φορώντας ρούχα από μέγκλα είσαι μέγκλα και πάει λέγοντας…

    2) Να πάω και λίγο πιο πίσω τον «μέγκλο» από τον Ροΐδη.
    Το συνάντησα στον «Μαλακώφ» του Χουρμούζη (1865) σελ. 19 («ο κανακάρης μας είναι κοσκοτζάμ μέγκλος») και 167 («22 χρονών μέγκλος! και να μη θέλη να πιάση μια δουλειά […]»)

  96. spatholouro said

    Ας βάλω και αυτό που μου φάνηκε πρώιμο:

    «Αυτό είναι γλέντι με μέγκλα το λοιπόν!»
    (ΦΟΡΤΟΥΝΙΟ, ΕΜΠΡΟΣ 4/7/1919)

  97. sarant said

    95 Kι εγώ δεν θεωρώ πολύ πιθανό το κυπριακό, αλλά χρήσιμη είναι η αναφορά.
    Ο(;) Μαλακώφ έχει ψωμί.

  98. spatholouro said

    Και μια μέγκλα -ακόμα νωρίτερα- από τον Φορτούνιο και πάλι:
    «Ο Μιστόκλης […] το γνωστόν αδέρφι «όλο μέγκλα και ιδέα»»
    (ΕΜΠΡΟΣ 17/8/1917)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: