Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Σιφνέικες ρίμες, ένα παράδειγμα (Μια συνεργασία από το Κουτρούφι)

Posted by sarant στο 5 Ιανουαρίου, 2020


Ο φίλος μας το Κουτρούφι μού έστειλε προχτές μια συνεργασία για τις σιφνέικες ρίμες, τα αυτοσχέδια λαϊκά δίστιχα που συνηθίζονται στη Σίφνο. Αυτή είναι η δεύτερη συνεργασία του -πρόπερσι είχαμε διαβάσει το άρθρο του για τη σιφνέικη ντοπιολαλιά.

Στο μέιλ που συνόδευε την επιστολή, το Κουτρούφι παρατηρεί: Για ένα Σιφνιό αναγνώστη που γνωρίζει πρόσωπα, καταστάσεις και την μορφολογία του τοπίου, ενδεχομένως, δεν χρειάζονται πολλές επεξηγήσεις. Το πιο σημαντικό, επειδή οι ρίμες αυτές είναι σατιρικές, για έναν τέτοιο αναγνώστη, το γέλιο βγαίνει αβίαστα. Ειλικρινά, έχω την απορία για την εντύπωση που δημιουργούν σε κάποιον που δεν είναι γνώστης των καταστάσεων. Στο κείμενο έχω συμπεριλάβει και κάποιες πληροφορίες για να βοηθηθεί ένας τέτοιος αναγνώστης. Δεν βάζω μόνο τους μη Σιφνιούς.

Συμπεριλαμβάνω και τους Σιφνιούς που είναι νεότεροι από 50 χρονών και δεν έχουν γνωρίσει τα πρόσωπα τα οποία πρωταγωνιστούν. Εγώ π.χ. δεν γνώρισα τον αφηγητή. Τους άλλους πρωταγωνιστές τους ήξερα. Ήταν γείτονές μου στον Αρτεμώνα αλλά και πάλι τους γνώρισα σε μεγάλη ηλικία και δεν μπορώ να τους φανταστώ να κάνουν αυτά που περιγράφονται.
Επίσης σημαντική παράμετρος είναι ότι περιγράφεται μια διαδρομή η οποία μέχρι πριν 30-35 χρόνια περίπου γινόταν σε κακοτράχαλο μονοπάτι. Εδώ και κάποιες δεκαετίες υπάρχει άνετος ασφαλτωμένος δρόμος και η διαδρομή με το αυτοκίνητο γίνεται μέσα σε 15 λεπτά. Έτσι οι νεότεροι Σιφνιοί δεν μπορούν να σκεφτούν τις δυσκολίες της πεζοπορίας που περιγράφονται στις ρίμες

 

ΣΙΦΝΕΙΚΕΣ ΡΙΜΕΣ. ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ.

Οι ρίμες είναι έμμετρα λαϊκά αφηγήματα. Η ιστορία τους, η θέση τους στο γενικότερο πλαίσιο της Δημοτικής Ποίησης και η αξία τους έχουν μελετηθεί και μελετιούνται από ειδικούς. Άρθρα και μελέτες υπάρχουν μπόλικα. Όπως και σε όλο το νησιωτικό χώρο έτσι και στη Σίφνο υπάρχει η συνήθεια αυτή. Αφορμή για να γραφτούν ρίμες μπορεί να δίνονται από την επικαιρότητα, όχι μόνο την ντόπια αλλά και την ευρύτερη (εθνική ή διεθνής). Άλλοτε οι ρίμες έχουν σατιρική διάθεση και άλλοτε έχουν χαρακτήρα προβληματισμού. Πολύ συχνά όμως, γράφονται για να σατιρίσουν, να χλευάσουν και καμιά φορά να λοιδορήσουν περιστατικά και πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας. Για το λόγο αυτό, ο Σιφνιός, μεταξύ σοβαρού και αστείου, είναι προσεκτικός σε ό,τι επιχειρεί ώστε να μην αποτύχει και «του βγάλουνε ρίμες».

Οι σιφνέικες ρίμες γράφονται συνήθως στη γνωστή μορφή των δεκαπεντασύλλαβων ιαμβικών ομοιοκατάληκτων διστίχων:

Και το Μανώ της Μπαζανιάς θέλει μεγάλη ρίμα
που αγαπάει το Ρηνιώ και τα πηγαίνουν πρίμα

Πολύ συχνά όμως γράφονται και σε μορφή τετράστιχων όπου ο κάθε στίχος είναι οκτασύλλαβος. Οι δύο πρώτοι είναι ιαμβικοί ενώ οι δύο τελευταίοι είναι τροχαϊκοί. Ακολουθείται ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία.

Γροικάτε νέα του χωριού,
πίσω στου Κου του Προυνιδιού
τι του κάναν ένα βράδυ
οι καλοί του οι καμαράδοι

Η συγκεκριμένη μορφή είναι αυτή στην οποία γράφονται τα σιφνέικα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα. Κατά κάποιο τρόπο, αρκετά τέτοια κάλαντα που φτιάχνονται κάθε χρόνο μπορούν να χαρακτηριστούν σαν ρίμες με την έννοια ότι σε αυτά κυριαρχεί σχολιασμός της επικαιρότητας. Π.χ. όταν άλλαξε το νόμισμα από τη δραχμή στο ευρώ (2002) αρκετά κάλαντα της χρονιάς εκείνης σχολίαζαν (άλλοτε σατιρικά, άλλοτε με προβληματισμό) την αλλαγή αυτή.

Παλαιότερα, χρησιμοποιούνταν και άλλα μέτρα τα οποία πολλές φορές προσαρμόζονταν σε υπάρχοντες σκοπούς ή τραγούδια.

Στ’ Αη Μαρκουριού τη μάντρα μες στην ξυλοκερατιά
ήταν ο γαμπρός κρυμμένος και δεν τονε βρίσκαν πια

Εδώ, παραθέτω ένα μακροσκελές (58 στροφές) παράδειγμα του 1957, στη μορφή του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου. Οι ρίμες αυτές ανασύρθηκαν από συρτάρι και δημοσιεύτηκαν στην τοπική εφημερίδα «Σιφναϊκά Νέα» το 2014. Διηγούνται ευτράπελα περιστατικά γύρω από ένα πανηγύρι που έγινε σε ένα από τα δεκάδες ξωκλήσια του νησιού. Ο στιχουργός λεγόταν Γιώργης Καλογήρου (παρατσούκλι «Μπουλής») ο οποίος είναι και πρωταγωνιστής-αφηγητής.

Στον κάβο της Χερρόνησος που ‘ναι κατά τη δύση
ο Άγιος Νικόλαος ένα μικρό ξωκλήσι [1]

ήταν ο Νίκος ο Ξυρζές [2] που ει-θα εορτάσει
μα έτυχε στη μνήμη του ο κόσμος να χαλάσει

Ήτανε το ευτύχημα που όλα τα ‘χε πάει
κι όποιος κι αν-ε-βρισκούντανε θε να ‘βρισκε να φάει

Εγώ αυτά που θα σας πω δεν είναι παραμύθια
πήγα την προπαραμονή να βρέξω τα ροβύθια [3]

Κει βρήκα τον Κουρούμαλη κι ένα Αμερικάνο [4]
μα πού να ξέρω ο φουκαράς με ποιους είχα να κάνω

Φαϊ, κρασί τους κουβαλώ μα πού να τους προκάνω
μου ‘πανε πως αναυαγοί βρεθήκανε κει πάνω

Ψήσανε διά κολατσιό δυο φύλλα μπακαλιάρο
και μου γυρεύανε καφέ, κουβέρτες και τσιγάρο

Από αυτά τα πράγματα εμένα μη ζητάτε
εγώ ήρθα για μαγείρεμα και ότι έβρετε θα φάτε

Αφού καφέ δεν φέρατε εδώ πού θα τον βρείτε;
Άμα θα πάτε στο χωριό, στου Πίπη [5] θα τον πιείτε

Έχομε μπόλικα φαγιά και όσα θέτε φάτε
μόνο τα αποτσίγαρα έξω να μην πετάτε

Αντώνη Τριαντάφυλλε, πού βρίσκεσαι δεν ξέρεις;
από τσιγάρο και καφέ εδώ θα υποφέρεις

Και να προσέχεις άλλοτε, άμα θα ξαναλάχεις,
μέσα στο ντρουβαδάκι σου καφέ, τσιγάρα να ‘χεις

Τη νύχτα που κοιμόμαστε ο ένας είχε βάρδια
και σε μια ώρα όρθιοι αδειάζουν δυο κουμάρια

Οικονομία βρε παιδιά αφήστε και σε μένα
να ρθει και ο πανηγυράς να πιει κι αυτός κανένα

Δεν βλέπεις που χανούμαστε μου λέγανε εκείνοι
και αν βαστήξει η χιονιά τίποτα δεν θα μείνει

Επίνανε και μου ‘λεγαν πάντοτε σην υγειά μου
κι η ταμεζάνα άδειαζε κι ητράβου τα μαλλιά μου

Ξημέρωσε παραμονή κι ο κόσμος ηχαλούσε
εγώ σταναχωριόμουνα κι ο Αλέκος ηγελούσε

Δυο-τρεις οκάδες έβαλα ρεβύθια για να βράσω
αν έρχουνε Χερροτσιανοί για να τους επεράσω

Η μέρα πια επέρασε χωρίς καμιά ελπίδα
μέσα στα σουρουπώματα Δεπάστα, Φύσσα είδα [6].

Τότε παρηγορήθηκα που γίναμε πέντε-έξε
φωνάζω του Κουρούμαλη: στην εκκλησία τρέξε

Άναψε τα καντήλια του και όλες τις λαμπάδες
να κάνουμε εσπερινό, ας λείπουν οι παπάδες

Κάναμε τον εσπερινό όμορφα και ωραία
πώς ηκαλοπεράσαμε δεν έχετε ιδέα

Και πάμε για την τράπεζα κι άρχισε το ρεβύθι
και μπακαλιάρο ψήναμε, κρασί και παραμύθι

Και μέσα στα μεσάνυχτα ένοιωσα μία βρώμα
φουμέρνουν τ’ αποτσίγαρα τίποτα δεν είν’ ακόμα

Και το πρωί εκάναμε όλοι την προσευχή μας
παιδιά, ας ξεκινήσουμε κι η χάρη Του μαζί μας

Το μπακαλιάρο πήραμε γιατί ήταν βρεμένος
κι αν τον αφήναμε εκεί θα πήγαινε χαμένος

Στο δρόμο που πηγαίναμε μοιράζαμε ένα ένα
φύλλο για τον πανηγυρά δεν έμεινε κανένα

Και μόλις ανεβήκαμε να δούμε τον Πυργίσκο [7]
το μονοπάτι χάνουμε, πού πάμε δεν τα βρίσκω

Καμιά φορά τα βρήκαμε και πάμε για Γιαβρούχα [7]
βρεγμένοι, κι η Προυνίδαινα [8] μας στέγνωσε τα ρούχα

Και το Προυνίδι [8] τη φουβού ν’ ανάβει και να σβήνει
κρασί, καφέ, φασκομηλιά άρχισε να μας ψήνει

Πώς εκαλοπεράσατε, εκείνος μας ερώτα
από τσιγάρο και καφέ εχάσαμε τη ρότα

Εμπρός παιδιά να φύγουμε ακόμα ελιγάκι
άμα ανεβούμε τον Καβιά [7], βλέπουμε το Τρουλλάκι [7]

Και να ανέβεις τον Καβιά να σου κτυπά το χιόνι
και να χεις δυο ατσίγαροι Αλέκο και Αντώνη

Τρία τσιγάρα μου ‘μειναν, πώς να τα φανερώσω;
Στη Χώνη [7], εσκεπτόμουνα, εκεί να τους τα δώσω

Εγώ επήγαινα μπροστά κι αυτοί ακολουθούσαν
ν’ ανέβουν τον ανήφορο κι οι δυο δεν ημπορούσαν

Και ο Αντώνης φώναζε: μου λύσανε οι γκέτες.
μα κείνος είχε κόψιμο, του φεύγανε ρουκέτες

Σιγά-σιγά μωρέ παιδιά, μ’ έπιασε η κοιλιά μου
να φύγουν τα αέρια, Χριστέ και Παναγιά μου!

Ως ν’ ανεβάσεις του Καβιά στα πόδια σου θα λυώσεις
και δω τις αμαρτίες σου Αντώνη θα πληρώσεις

Και κείνος ο Κουρούμαλης πάντα πίσω πομένει
κι αυτός τα παντελόνια του δεν πρόκανε να δένει

Ένα καζάνι φάγατε ρεβύθια, μπακαλιάροι
πως θα σας  εχαλούσανε δεν πήρατε χαμπάρι;

Για να τους κάνω τίποτε στο δρόμο δεν μπορούσα
τον Άγιο Νικόλαο μόνο παρακαλούσα

Ω! Άγιε Νικόλαε βοήθα να τους σώσω
να πάω στις γυναίκες τους να τους επαραδώσω

Όλα τα παρακάλια μου επήγανε χαμένα
από το φόβο μ’ έπιασε το κόψιμο και μένα

Τώρα κι οι τρεις μας στα βουνά που αστε μη βρεθούμε
μέσα στο Ξερολάγκαδο [7] κόντεψε να χαθούμε

Νίκο Ξυρζέ πανηγυρά εσύ ‘σουν η αιτία
και αν μας εχαλούσανε θα ‘χες την αμαρτία

Και ο Γιατρός [9] συνένοχος σ’ αυτην την ιστορία
γιατί αυτός τους έβγαλε στον κάβο εξορία

Εδώ που θα περάσουμε κάνε κουράγιο Αντώνη
Τρουλλάκι, Ξερολάγκαδο και πιάνομε τη Χώνη

Εκεί στο Ξερολάγκαδο, εκεί ήταν τα μανίκια
να σου κτυπάνε οι χιονιές και να κλωτσάς χαλίκια

Ο Λούης δεν μα έφτανε εκείνη δα την ώρα
βρεγμένοι σαν τους ποντικούς πήγαμε στη Θοδώρα [8]

Θοδώρα, έλα γδύσε μας, τα ρούχα να στεγνώσεις
γιατί είμαστε αναυαγοί ίσως να μας γλυτώσεις

Κρασί μέσα στης Μπαζανιάς [8] και μες στου Γεραντώνη [8]
μας φύγαν τα κοψίματα, τα βάσανα κι οι πόνοι

Αφού στεγνώσαμε καλά και πήραμε αέρα
και πάλι ξεκινήσαμε πάντα οι τρεις παρέα

Πιάνομε τον Καταβατό [7] κι Αη Μηνάς [7] κοντά μας
και βλέπουμε τα Μάγγανα και τότε πια χαρά μας

Ήρχαμε στου Καλαμπελά [7] και εις το Λιαροκόπι [7]
στου παπα-Τσάγκα [8] τα ‘πιαμε ξεχάσαμε τις κόποι

Είχα μια υποχρέωση ακόμα να πληρώσω
να πάω στις γυναίκες τους να τους τις παραδώσω

Κυρία Άννα [10] σου ‘φερα καλά το σύζυγό σου
βάλε μας τώρα ένα κρασί να πιούμε για το γιο σου

Συ Αρχοντό [11] τον άντρα σου καλά να τον κοιτάξεις
και φρόντισε πιο γρήγορα όλο να τον αλλάξεις.

Κι εγώ θε να παρακαλώ κι ας είναι αμαρτία
να μη μου ξαναλάχουνε τέτοια βαριά φορτία.

[1] Ξωκλήσι που βρίσκεται στη βορειοδυτική ακτή της Σίφνου. Η ευρύτερη περιοχή λέγεται Χερρόνησος από τον ομώνυμο όρμο στον οποίο βρίσκεται μικρός οικισμός. Εκείνα τα χρόνια ο όρμος της Χερρονήσου είχε λίγα οικήματα (κυρίως αγγειοπλαστεία) και λιγοστούς κατοίκους (που λέγονται Χερροτσιανοί), ιδιαίτερα το χειμώνα. Η Χερρόνησος απέχει από τους κεντρικούς μεσόγειους οικισμούς του νησιού («το χωριό») περίπου 14 χιλιόμετρα. Τότε, το μονοπάτι ήταν δύσβατο και η πεζοπορία πολύωρη. Η θαλάσσια πρόσβαση, τόσο στη Χερρόνησο όσο και στο ξωκλήσι, είναι πιο βολική αλλά δεν προσφέρεται σε περίπτωση έστω και μικρής θαλασσοταραχής.

[2] Είναι ο «πανηγυράς». Αυτός που έχει αναλάβει να κάνει το πανηγύρι και στις υποχρεώσεις του περιλαμβάνονται τα έξοδα για το φαγητό.

[3] Ο ριμαδόρος ήταν ο μάγειρας για το πανηγύρι της 6ης Δεκεμβρίου της χρονιάς εκείνης. Ο μάγειρας πηγαίνει στο ξωκλήσι από την προπαραμονή για τις απαραίτητες προετοιμασίες σχετικά με το φαγητό που θα σερβιριστεί στους προσκυνητές την άλλη μέρα, μετά τον εσπερινό. Την περίοδο της νηστείας των Χριστουγέννων (από τις 15 Νοεμβρίου) το φαγητό που σερβίρεται στα πανηγύρια είναι ρεβυθάδα (πρώτο πιάτο) και τηγανητός μπακαλιάρος (δεύτερο πιάτο). Έτσι λοιπόν ο Μπουλής είχε πάει την προπαραμονή να προετοιμάσει το φαγητό και στη διαδικασία αυτή είναι και να «βρέξει τα ρεβύθια».

[4] Το «Κουρούμαλης», για τον ένα, είναι παρατσούκλι και το όνομά του ήταν Αλέκος. Ο άλλος, ο «Αμερικάνος», ήταν ο Αντώνης Τριαντάφυλλος ο οποίος είχε για αρκετά χρόνια εστιατόριο στην Νέα Υόρκη.

[5] «Στου Πίπη» είναι ένα καφενείο στην κεντρική πλατεία του Αρτεμώνα. Ο Πίπης, ο ιδιοκτήτης του καφενείου, ήταν αδελφός του Αντώνη Τριαντάφυλλου. Λόγω Πίπη, όλη η πλατεία αναφερόταν ως «του Πίπη» και η ονομασία αυτή διασώζεται μέχρι σήμερα.

[6] Επώνυμα γνωστών περιοίκων της περιοχής οι οποίοι πρέπει να ήλθαν από τον γειτονικό όρμο της Χερρονήσου.

[7] Τοπωνύμιο

[8] Παρατσούκλι ή όνομα.

[9] Ο Γιατρός είναι ο Σωτήρης Τραντάφυλλος, άλλος αδελφός του Αντώνη, ο οποίος για δεκαετίες (μέχρι το 1975 περίπου) ήταν ο μοναδικός γιατρός της Σίφνου. Από δω συμπεραίνεται ότι οι δυο τύποι είχαν πάει στο ξωκλήσι από τη θάλασσα με τη βάρκα του.

[10] Σύζυγος του Αντώνη

[11] Σύζυγος του Κουρούμαλη

 

Μερικά σχόλια:

  1. Η περιγραφή της επιστροφής των τριών στο χωριό, με τις αναφορές σε τοπωνύμια που βρίσκονται στην διαδρομή, θυμίζει ένα παραδοσιακό Σιφνέικο σκοπό πάνω στον οποίο λέγονται δίστιχα που το καθένα αναφέρεται σε τοπωνύμια στη διαδρομή Χερρόνησος – Αρτεμώνας. Ο σκοπός αυτός, «Στράτα μου της Χερρόνησος», έχει ηχογραφηθεί από το Σίμωνα Καρά και περιέχεται στο δίσκο «Τραγούδια των Κυκλάδων». Στην ηχογράφηση περιέχονται μόνο δύο στροφές αλλά υπάρχουν περισσότερες. Μερικά δίστιχα με τοπωνύμια τα οποία αναφέρονται και στις ρίμες:

Στράτα μου της Χερρόνησος χώμα κοσκινισμένο
εσύ κρατάς τον Αγγελέ και γω τον περιμένω (ή, αλιμένω)

Στράτα μου του Καλαμπελά, τρίστρατο των Μαγγάνω(ν)
και μπρόβαρμα τ’ Αη Μηνά κι ας πέσω να πεθάνω

Πίσω στο Ξερολάγκαδο θα πάω να στήσω τέντα
για να περνά η αγάπη μου να πιάνουμε κουβέντα

Ο Αγγελές ημπρόβαλε στου Τρουλλακιού την πόρτα
και σήκωνε στον ώμο του ένα τσουβάλι χόρτα

Όταν μπροβάλω στου Καβιά και πιάσω του Γιαβρούχα
μου φεύγουνε τα βάσανα και οι καημοί που ‘σου χα

  1. Οι ρίμες αυτές περιέχουν σχετικά λίγους ιδιωματισμούς. Γραμματικοί ιδιωματισμοί, συνηθισμένοι στη Σιφνέικη ντοπιολαλιά, που εντοπίζονται:

α. «(που) ει θε να (εορτάσει)»: Που θα εόρταζε.

β. «εορτάζω»: Εδώ έχει την έννοια του «επιτελώ το πανηγύρι», «πανηγυρίζω».

γ. «αστε μη (βρεθούμε)»: Μακάρι να μην βρισκόμασταν.

 

 

79 Σχόλια to “Σιφνέικες ρίμες, ένα παράδειγμα (Μια συνεργασία από το Κουτρούφι)”

  1. Λεύκιππος said

    Ενδιαφερον και πρωτότυπο για μας τους στεριανούς. Καλημέρα

  2. Καλημέρα κι από μένα
    Βαρύ το πάπλωμα για αρκετούς. Πού τα ξενυχτάγατε χτες;

  3. Γς said

    Καλημέρα

    Ωραίες οι ρίμες [που είναι και φίνες], αλλά εγώ θέλω να μάθω περισσότερε για το νησί.

    Σίφνος της Βικιπαίδειας για λίγη ιστορία

    Κι ένας πιο λεπτομερής χάρτης της Google maps για να ξέρουμε που είναι τα διάφορα μέρη της αφήγησης

  4. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    2 Έλα ντε; Θα πάρουμε απουσίες (ή παρουσίες)

    3 Α μπράβο

  5. Να υποθέσω πρέπει να σχολιάσουμε με ρίμες εδώ;

  6. Γς said

    >Η μέρα πια επέρασε χωρίς καμιά ελπίδα
    μέσα στα σουρουπώματα Δεπάστα, Φύσσα είδα

    Σίφνος και πολύ συχνό το επώνυμο Φύσσας

    Μπορεί να κατάγεται απ εκεί ο αδικοχαμένος Παύλος Φύσσας

    Ισως κι ο δικός μας ο Δημήτρης Φύσσας, ο δημοσιογράφος

    Ή ο συμμαθητής μου Απόστολος Φύσσας στο Βανκούβερ. Πρόεδρος του Hellenic Canadian Congress of BC

  7. Γιάννης Κουβάτσος said

    Αν και η Σίφνος είναι ποιητογέννα (Προβελέγγιος, Γρυπάρης, Λίκος, Σπεράντσας, Τριαντάφυλλος-Ραμπαγάς, Δεκαβάλλες κ.α.), δεν έχει υμνηθεί ποιητικά όσο της αξίζει. Ένα ωραίο ποίημα, όμως, υπάρχει και το βρήκα στην ανθολογία του Θανάση Νιάρχου «Η Ελλάδα ταξιδεύει. Ολοένα ταξιδεύει»:

    ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΗΣ ΣΙΦΝΟΥ (Γιώργος Λίκος)

    Του νησιού μικρό βραχάκι μου
    Εκεί που κάθησε μια μέρα η Αγάπη
    Και μες στον ήλιο μού τραγούδησε μελτέμι
    Κι αντίκρυ χαμογέλασε η Παναγιά Χρυσοπηγή
    Για το χατίρι μου

    Του νησιού μικρό βραχάκι μου
    Στον Αην-Ηλιά με το θυμάρι
    Τη σιδερένια ζώνη το βαρύ πιθάρι
    Εκεί που κάθησε μια μέρα η Ζωή

    Κι ήτανε νια και λυγερή
    Κι είχε σκαλώσει στο σγουρό της φρύδι
    Κλαδάκι σκίνου η καλοσύνη

    Και το πηγάδι κι η κραυγή
    Το αίμα που ράντισε αυγή το ποτιστήρι μου
    Κι η Παναγιά Χρυσοπηγή που δάκρυσε
    Για το χατίρι μου.

  8. dryhammer said

    6. Και στα Καρδάμυλα της Χίου (και μετακομισάντων [άλα της!] στον Πειραιά και πέριξ) υπάρχει.

  9. sarant said

    Από λάθος, δημοσιεύτηκε προς στιγμή σήμερα το αυριανό άρθρο.

  10. Κουτρούφι said

    Ευχαριστώ το Νίκο που δέχτηκε να το ανεβάσει. Την πρώτη φορά που έστειλα κάτι εδώ, ανταποκρίθηκα στην ανοιχτή πρόσκληση του Νίκου σχετικά με τις ντοπιολαλιές. Αυτή τη φορά, του χτύπησα εγώ την πόρτα. Το κίνητρό μου το αναφέρει ο Νίκος.
    Και σας ευχαριστώ για τα σχόλια.
    #6. Είναι ακόμη και ο Τάκης Φύσσας, ο γνωστός ποδοσφαιριστής αλλά, δεν γνωρίζω αν κατάγονται από τη Σίφνο. Πράγματι το επώνυμο είναι κοινό στο νησί και το γνωστό ψαχτήρι βγάζει υψηλό ποσοστό. Βλέπω ότι υπάρχει και στη Σύρο αλλά αυτοί πρέπει να είναι Σιφναίικης καταγωγής (αγγειοπλάστες που πήγαν από τη Σίφνο στη Σύρο)

  11. Γιάννης Κουβάτσος said

    8: Από εκεί κατάγεται ο Τάκης Φύσσας.

  12. loukretia50 said

    (νυσταγμένες) Kαλημέρες!
    Μήπως ανακάλυψα το νησί μου?
    Πάντα μ΄αρέσουν θέματα σχετικά με ντοπιολαλιές, πόσο μάλλον με άρωμα Αιγαίου.
    Πολύ ωραίο και το προηγούμενο Κουτρούφικο νήμα.

    Δεν έτυχε να πάω στη Σίφνο, αλλά τώρα μ’ εμπνέει πολύ περισσότερο!
    Μάγειρας δεν είμαι, για τα πανηγύρια τους όμως σίγουρα!
    Βέβαια χρειάζομαι ακόμα και για το άρθρο, καφέ, τσιγάρο και κανένα γλυκάκι.
    Τα ροβύθια δε μ΄αρέσουν.
    Άκου « θα του βγάλουνε ρίμες»… Τι λέτε καλοί μου άνθρωποι?
    Και νόμιζα πως λέω κάτι πρωτότυπο με το «θα σας κάνω ρίμες!»

  13. Theo said

    Πόσο τους χαίρομαι τους Κυκλαδίτες (και Δωδεκανήσιους) πριν από την επέλαση του τουρισμού!
    Απλοί, έξω καρδιά, άρχοντες με τα ελάχιστά τους, όλοι αγάπη και στα σκώμματά τους.

    Ευχαριστώ, Κουτρούφι και Νικοκύρη 🙂

  14. Costas X said

    Καλημέρα !

    Πολύ ενδιαφέρουσα έμμετρη αφήγηση !

    1. «…αν-ε-βρισκούντανε…» : Προς τι οι παύλες ;

    2. «…φουμέρνουν τ’ αποτσίγαρα τίποτα δεν είν’ ακόμα.» : Παραβίαση του μέτρου, περισσεύει το «ειν'», η μόνη που εντόπισα.

    3. «…να φύγουν τα αέρια, Χριστέ και Παναγιά μου!» : Γέλασα με την συνύπαρξη στην ίδια φράση αερίων και Θείων ! 🙂

    4. Νόμιζα ότι το «Πίπης», ή «Πύπης» κατά Παπαδιαμάντη, είναι κορφιάτικη πατέντα ! 🙂

    5. Να τα πούμε ;

  15. ΚΑΒ said

    Η φράση «του βγάλανε ρίμα» ήταν δυσφημιστική για κάποιον.

    13. Μπράβο. Εξακολουθούν να υπάρχουν και μετά την επέλαση του τουρισμού νησιώτες απλοί, γεμάτοι καλοσύνη και αγάπη, αλλά κάθε χρόνο τους χάνουμε.

  16. ΚΩΣΤΑΣ said

    Πολύ καλογραμμένο κείμενο, διασκεδαστική και πλήρως κατανοητή η ιστορία και τα παθήματα των πανηγυριστών. Και προ πάντων η αύρα από ντοπιολαλιά και ήθη και έθιμα απλών ανθρώπων, όχι και σε πολύ μακρινές εποχές. Μου έδωσε χαρά και ευχαρίστηση η ανάγνωση του σημερινού.

    Συγχαρητήρια Κουτρούφι, ευχαριστούμε Νκοκύρη.

  17. Αιμ said

    Καλημέρα σας

    Γύρω στο ’90+ πηγαίναμε συχνά στη Σίφνο. Φιλοξενούμασταν στο Άνω Πετάλι, μάλλον κοντά σου Κουτρούφι. Μια απ’ αυτές που είχαμε αμάξι, ένα πάντα δηλαδή, ξεκινήσαμε παρά τις αποτρεπτικές παραινέσεις για την Χερρόνησο τόπο μακρινό τότε.
    Ο δρόμος, χώμα βέβαια, δεν ήταν τόσο δραματικός όσο λέγανε, η Χερρόνησος όμως αποκάλυψη ! Πρόκειται για ένα φιόρδ με λίγα σπιτάκια στο μυχό του και μια εκκλησία. Ρεύμα δεν είχε φτάσει ακόμα και οι μόνοι κάτοικοι έμοιαζε να είναι μια οικογένεια αγγειοπλαστών. Ο άντρας δούλευε έναν τροχό με το πόδι ενώ η κυρία σώρωνε φρύγανα σε κάτι σαν καμίνι. Κοκκινιμάγουλοι, χαμογελαστοί και πρόσχαροι. Ακόμη έχω γαβαθοσαλατιέρες από τότε.
    Τα επόμενα χρόνια είδα στην τηλεόραση τον Σημίτη μετά της συμβίας του να την επισκέπτεται επ’ ευκαιρία της ηλεκτροδότησης της.
    Ξαναπήγα σύντομα μετά. Εκτος από τον τροχό που ήταν ηλεκτρικός και οι άνθρωποι ήταν αγνώριστοι, κάπως χλωμοί και αγέλαστοι.
    Έφταιξε το ρεύμα, έφταιξε ο Σημίτης ποτέ δεν κατάλαβα. Δεν ξαναπήγα έκτοτε

  18. sarant said

    17 Τώρα που το λες, κι εγώ έχω πάει στη Χερρόνησο και μου είχε κάνει εντύπωση το φυσικό περιβάλλον.

  19. Είναι κι αυτό το πρόσφατο δείγμα 🙂

  20. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας κι ἀπὸ μένα.

    Ἀεράκι θαλασσινὸ στὴν καρδιὰ τοῦ χειμώνα.

    Εὐχαριστοῦμε τὸ Κουτροῦφι γιὰ τὴ γραφὴ καὶ τὸν Νικοκύρη γιὰ τὴ δημοσίευση.

    Πατριώτη, μοῦ ξύπνησες παλιὲς μνῆμες.

    Τὸ καλοκαῖρι τοῦ ὀγδονταέξι βρεθήκαμε μὲ τὸν Ἀρχάγγελο, τὸ τρεχαντῆρι μας, στὴ Σίφνο. Ἦταν λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὸν Δεκαπενταύγουστο. Τὴν παραμονὴ ξεκινήσαμε πρωὶ-πρωὶ γιὰ τὰ Θερμιά.
    Μόλις ὅμως ξεμυτίσαμε στὸ μπουγάζι Σίφνου-Σερίφου καὶ φάγαμε τὶς πρῶτες χοντρές θάλασσες τοῦ Αὐγουστιάτικου μελτεμιοῦ, γυρίσαμε πίσω καὶ φουντάραμε κάτω ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι τοῦ ἁι-Νικόλα στὴ Χερρόνησο.

  21. Πέπε said

    Ευχαριστούμε πολύ το Κουτρούφι, που πάντα μας φιλεύει ωραία φιλέματα από ττον Νίκο για τη δημοσίευση.

    Η ρίμα είναι ένα σχετικά νεότερο είδος που ψιλοοριακά εντάσσεται στο δημοτικό τραγούδι. Νομίζω ότι η γέννησή του πρέπει να προέκυψε από τη γονιμοποίηση των παραδοσιακών ελληνικών ποιητικών μέτρων, κατεξοχήν του 15σύλλαβου ιαμβικού, με το ξενόφερτο εύρημα της ομοιοκαταληξίας, που πρωτοεισήχθη στην ελληνική ποίηση (τουλάχιστον σε ποίηση που να είναι προσιτή στους λαϊκούς ανθρώπους) από τους ποιητές της Κρητικής Αναγέννησης.

    Ή, για την ακρίβεια, ίσως να θυμάμαι από κάποια συζήτηση ότι δεν ήταν εκείνοι ακριβώς οι πρώτοι που εισήγαγαν την ομοιοκαταληξία, πρέπει ωστόσο να ήταν αυτοί που την έκαναν τόσο δημοφιλή ώστε οι λαϊκοί στιχοπλόκοι να την ενσωματώσουν στις τεχνικές τους.

    Οι ρίμες υπάρχουν σ’ όλο το Αιγαίο, καθώς και στην Κύπρο, όχι πάντοτε μ’ αυτό το όνομα. Έχει σοβαρές και αστείες ρίμες. Έχει ρίμες που έχουν γίνει τραγούδια και εντάχθηκαν κανονικά στο Α ή Β τοπικό ρεπερτόριο, και άλλες που κυκλοφορούν πιο πολύ γραπτά και απαγγέλλονται.

    Στη Σίφνο, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, οι ρίμες μπορούν και να τραγουδιούνται αλλά δεν είναι πρωτίστως τραγούδια, σωστά Γιάννη; Και μάλλον δεν έχουν ειδικό σκοπό. Αλλού υπάρχουν κάποιοι σκοποί ειδικά για ρίμες (ο κυριότερος και πιο διαδεδομένος είναι ένας παλιός, απλός σκοπός που σε πρόσφατη πιο έντεχνη επεξεργασία του έχει γίνει γνωστός ως η μελωδία του Ερωτόκριτου), ενώ κάποιες έχουν δική τους ξεχωριστή μελωδία. Πρόσφατα λ.χ. άκουσα, άκρως εντυπωσιασμένος, μια καταγραφή του 1950 μ’ έναν υπερογδοντάχρονο γέροντα από κάπου στα Σφακιά να τραγουδάει από μνήμης επί πάνω από μισή ώρα την τεράστια ρίμα του Δασκαλογιάννη, σ’ αυτό τον σκοπό (το πρότυπο του σκοπού του Ερωτόκριτου). Στην ίδια καταγραφή, ένας νεότερος από την Ανατολική Κρήτη (έναν τόπο πιο αλέγρο από τα Χανιά) τραγούδαγε μια σκωπτική ρίμα του πολέμου του ’40, με στίχους στο ίδιο πνεύμα με το Κορόιδο Μουσολίνι κ.τ.ό., στη μελωδία του …Χατζηκυριάκειου!

    Οι σοβαρές ρίμες συνήθως είναι ιστορικά χρονικά χωρίς ιδιαίτερη ποιητική δύναμη, αλλά με πολλές λεπτομέρειες. Ή αφηγήσεις τραγικών γεγονότων όπως ο φόνος της Αντρονίκης από τον ζηλότυπο αδερφό της όταν εκείνη αποφάσισε να κάνει τη σουφραζέτα, ο πνιγμός μιας παρέας νέων σε μια βάρκα (Μια συννεφιασμένη μέρα…), η Έλλη, κ.ά.. Προσωπικά βρίσκω ότι οι αστείες είναι ποιητικά πιο αξόλογες.

    Από γνωστούς επαγγελματίες μουσικούς, ένας που επιδόθηκε αρκετά στο είδος ήταν το Σαμιωτάκι, ο Ρούκουνας. Μεταξύ άλλων έχει γράψει για ένα ναυάγιο, και τρία τραγούδια για τους Σαμιώτες κοινωνικούς ληστές αδελφούς Γιαγάδες. Σε πιο αφανές επίπεδο, στιχοπλόκοι που να βγάζπουν τις ρίμες τους και να τις τυπώνουν σε φυλλάδια υπάρχουν μέχρι των ημερών μας στη Νάξο, την Κάσο, τη Μυτιλήνη, την Κάλυμνο, την Κρήτη – αυτά έχω δει με τα μάτια μου, σίγουρα θα έχει κι αλλού.

  22. Πέπε said

    @21:
    > > …ωραία φιλέματα από ττον Νίκο για τη δημοσίευση.

    Διόρθωση:

    …ωραία φιλέματα από την ιδιαίτερη πατρίδα του, και τον Νίκο για τη δημοσίευση.

    Το πληκτρολόγιό μου έχει αρχίσει να τα φτύνει. Κάποιες στιγμές γράφω και δε γράφει, και μετά από λίγο ξαναρχίζει απροειδοποίητα.

  23. Αυτό έγραψα κατά τις 10.30 και μάλλον ξέχασα να το στείλω, μου συμβαίνει τελευταία …

    Καλημέρα

    Τα αυτοσχέδια στιχάκια συνηθίζονται στα νησιά μας, υπ’ όψιν μου έχω κάτι τσουχτερά αποκριάτικα της Σάμου. Σχετικά λίγοι ιδιωματισμοί σε τόσο μακρύ κείμενο. Ο μπακαλίάρος σε φύλλα είναι ο αλίπαστος που άμα «βραχεί» δλδ ξαλμυρισθεί, πρέπει να καταναλωθεί πριν χαλάσει γι αυτό και τον μοιράσανε

  24. Πέπε, δεν είμαι σίγουρος ότι θα έλεγα ρίμες τα τραγούδια του Παπάζογλου για τους Γιαγάδες. Ίσως δύο στα τρία, αλλά κι αυτά παραδίδονται στη συνέχεια ως «δημοτικά» σε άλλες περιοχές πλην της Σάμου.
    https://dytistonniptiron.wordpress.com/2010/06/03/giagades/ (δυστυχώς δεν δουλεύουν πια τα λινκ με τις ηχογραφήσεις)

  25. 24: https://www.youtube.com/watch?v=DrXN5ONnP9U, https://www.youtube.com/watch?v=o-yAnzbE6c8 και https://www.youtube.com/watch?v=vXgD0c-xMM8

  26. sarant said

    21 Ώστε και στις μέρες μας -ας πούμε, στον αιώνα μας- τυπώνουν ρίμες σε φυλλάδια;

  27. Aghapi D said

    Πόσο χαριτωμένο 🙂
    Ξέρει κανείς αν υπάρχει η Γαρουφιάδα στο διαδίκτυο;

  28. Μπούφος said

    Ευτυχισμένο το 2020 για όλους. Τι είναι οι ρίμες;

  29. Μπούφος said

    κατάλαβα τι ειναι η ρίμα!

  30. Aghapi D said

    28, 29 https://rembetiko.gr/t/%CE%BF%CE%B9-%E2%80%9C%CF%81%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CF%82%E2%80%9D-%CE%AD%CE%BC%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%82-%CE%B1%CF%86%CE%B7%CE%B3%CE%AE%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD/11215

  31. Πέπε said

    Ποιος ξέρει τι λέξη πάλι έγραψα που δεν έπρεπε και περιμένω έγκριση…

  32. Πέπε said

    Μες στης Μαρμάγκας τη σπηλιά τη μαυραραχνιασμένη
    κάθεται σχόλιο κι άδικα έγκριση περιμένει.

    Το μνημειώδες σχόλιο έγκριση περιμένει
    θα περιείχε φαίνεται λέξη απαγορευμένη.

    Και ποιος την απαγόρεψε; Κι εγώ πώς να τα ξέρω
    τα λόγια που δεν είν’ καλό ποτέ να αναφέρω;

    Τ’ απαγορέψανε αυτοί που ‘ν’ απαγορευμένοι,
    καθένας που ‘χει φάει μπαν και πια στο μπλογκ δεν μπαίνει,

    και τ’ όνομά του μπλιο ποτές δεν κάνει να το λέμε,
    μα σαν τόνε θυμόμαστε, μέσα μας να τον κλαίμε.

    Για να καλολησμονηθεί, να μην τον κάνω μάγκα,
    αν γράψω τ’ όνομα ποτέ με τρώει η μαρμάγκα.

    Και ποιο ‘τανε το λάθος μου; ποιο όνομα τάχα είπα,
    και έπεσε το σχόλιο μέσα στη μαύρη τρύπα;

    Μην είπα Eαμοβούλγαρος; μη Bάταλος; ή μήπως
    έγραψα Πίτερ Στρογγυλός; Δεν είμαι τέτοιος τύπος.

    Μα ‘ναι πολλά τα ονόματα και πού να τα θυμάμαι,
    όση κι αν βάλω προσοχή κάποια μου ξεγλιστράνε.

    Έγινε ναρκοπέδιο το λεξιλόγιό μας
    δεν ξέρει πια πού να στραφεί το πληκτρολόγιό μας.

    Λευτέρωσε το σχόλιο, μαρμάγκα, βγάλ’ το έξω
    κι υπόσχομαι περσότερο στο μέλλον να προσέξω.

  33. Αιμ said

    Γειά σου Πέπε με τσι ριμάρες σου

  34. Γιάννης Ιατρού said

    Προ ολίγου αξιώθηκα να διαβάσω το σημερινό. Πολλά ευχαριστώ στο Κουτρούφι, είναι από τα ιδιαίτερα αξιομνημόνευτα άρθρα για τον γλωσσικό/λαογραφικό πλούτο των νησιών μας!

    32: Πέπε, να σού στείλω το κατεβατό με τα ονόματα; Καμιά σελίδα κοντά πιάνει, πυκνογραμμένο… 🙂

  35. Κουτρούφι said

    Ευχαριστώ και πάλι για τα σχόλια.

    #14. 1.Για το «-ε-» στο «αν-ε-βρισκούντανε». Είναι κάτι λεπτό στον προφορικό Σιφνέικο λόγο. Για να χρησιμοποιήσω όρους φυσικής το -ε- είναι απεντοπισμένο μεταξύ «αν» και «βρισκούντανε». Αλλά εδώ, για τις ανάγκες του μέτρου δεν χρειάζεται. Το «και όποιος κι αν βρισκούντανε…» είναι εντάξει.
    #2. Πράγματι στο σημείο αυτό χάνεται το μέτρο. Δεν θέλησα να το πειράξω.

    #17. Τα διλήμματα αιώνια: Να γίνονται δρόμοι και «να παίρνουν αξία οι περιοχές» ή να μη γίνονται; Ο αγγειοπλάστης που είδες πρέπει να έχει οικογενειακή σχέση με τον «Δεπάστα» στις ρίμες. Μπορεί να είναι και ίδιος δηλαδή. Τότε θα ‘τανε 20 χρονών. Πάντως, ακόμη στη Χερρόνησο είναι.

    #19. Α! το εντόπισες! Τώρα το βλέπω ότι το ανέφερες από προχθές. Ναι. O παπα Γιάννης γράφει κάθε χρόνο. Όχι μόνο κάλαντα για παιδάκια αλλά και ρίμες που σχολιάζει -από τη δική του σκοπιά- την επικαιρότητα. Από αυτήν την εκπομπή έχουν απομονωθεί και άλλα αποσπάσματα με κάλαντα παιδιών.

    #20. Πού τον είχε τον καιρό Πατριώτη και ποδίσατε κάτω από τον Αη Νικόλα; Για την ιστορία, ο κάβος του Αη Νικόλα λέγεται κάβος του Βροντά.

    #21. «Στη Σίφνο, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, οι ρίμες μπορούν και να τραγουδιούνται αλλά δεν είναι πρωτίστως τραγούδια, σωστά Γιάννη; Και μάλλον δεν έχουν ειδικό σκοπό.» Όταν οι ρίμες είναι γραμμένες στο μέτρο των καλάντων τραγουδιούνται στον αντίστοιχο σκοπό. Όπως κάνει ο παπα Γιάννης (βλ. #19). Οι άλλες περισσότερο απαγγέλλονται.
    Όμως, γύρω στις αρχές του 20ου αιώνα, μερικές ρίμες φορέθηκαν σε παλαιότερους σκοπούς και τελικά κατέληξαν τραγούδια.

    Στα παραδείγματα που ανέφερες να προσθέσω και τον «Αγγελετή» από την Κίμωλο. Πρέπει να ήταν η τελευταία ηχογράφηση του Νίκου Παπάζογλου σε συμμετοχή του στο δίσκο του Νίκου Οικονομίδη «Πέρασμα στην Κίμωλο».

    Αν και Κιμωλιάτικο, εμπλέκεται και η Σίφνος. Ξέρω και άλλα στιχάκια. Παρά το θλιβερό θέμα, όταν παίζεται στα γλέντια (πιο πεταχτά από την εκτέλεση του Οικονομίδη) είναι από τα πιο κεφάτα. Δεν ξέρω αν το παίζουνε και στα Θερμιά.

    Και στη στεριά πάντως υπάρχουν παραδείγματα και μάλιστα πρόσφατα. Δηλαδή η Μαρία η Πενταγιώτισσα κι η Παπαλάμπραινα δεν μπορούν να θεωρηθούν ρίμες; Και ακόμη πιο πρόσφατα (δεκαετία του 1920) ο Φώτης Γιαγκούλας.

    #32.
    Σε καθιστώ προσεχτικό, ρίμες όταν θα κάνεις
    ονόματα περίεργα στα πλήκτρα σου μην πιάνεις.

  36. loukretia50 said

    Πέπε, ω! Πέπε!
    Ιιι- χι –χι! – (σχετλιαστικόν νησιώτικον επιφώνημα)

    Μέσα στη μπουζού κλεισμένος, – τι αποκοτιά!
    Είν’ ο Πέπε ξεχασμένος, δεν τον βρίσκουν πια!

    Χορός, (συρτός ή σούστα – whatever! όπως μας αρέσει!)
    – Ο Πέπε είναι ζωηρός,
    κι αυτά που γράφει μην τα τρως
    Κι υπόσχεται από δω και μπρος
    Να μη μοστράρει για γαμπρός ω – ω- ω- ω!

    H κορυφαία του χορού κάνει δραματική επίκληση απ΄την άκρη του γυαλού :
    -Ριμαδόρε, αδελφέ μου, Πέπε, ‘πέ μου :
    Ήσουν στη μπουζού, αητέ μου?

    Ο νέος εμφανίζεται ακμαίος και ευθυτενής,
    δεν τον τσαλάκωσε κανείς,
    κατά την άποψη των πρεσβυτέρων- μουστογέρων!

    – Μα εγώ είμαι περαστικός, ουχί επίδοξος γαμπρός
    το ξέρει ο -της μαρμάγκας- boss!
    (και είμαι γερακίνας γιος!)

    Απεύθυνση σε γνωστή πολυώνυμη περσόνα :
    -Το ξέρουν κι οι σχολιαστές
    Εγώ αντέχω τις μπηχτές
    Ό,τι κι αν λες, εσύ θα φταις!

  37. Costas X said

    35. #14. Ευχαριστώ γιά την απάντηση και καλή χρονιά !

    1. Κατάλαβα τι εννοείτε, το «-ε-» στο «αν-ε-βρισκούντανε» μπαίνει για ευφωνία. Με ξένισαν οι παύλες γιατί η φράση μου φάνηκε οικεία, στην Κέρκυρα λέμε συχνά «αν εβρισκόντανε», με το αρχικό «ε» ως χρονική αύξηση. Το «κι όποιος κι αν εβρισκούντανε» μια χαρά μου ακούγεται, στα νησιά πάντα προσθέτουμε φωνήεντα !

    2. Καλά κάνατε και δεν το πειράξατε, λαϊκό τραγουδάκι είναι, όχι λιμπρέτο όπερας !

  38. loukretia50 said

    Η Σίφνος των γραμμάτων δεν έχει την αναγνώριση που αξίζει,

    «Παίρνει σιγά τ’ ἀγέρι ἕνα φιλί ἀκόμα,
    στόν κόσμο ποιός τό ξέρει ἄν τό γλυκό σου στόμα
    θά τό ξαναφιλήσω πιά;
    Γλυκειά μου ἀγάπη, ἔχε γειά!

    Ἕνα φιλί ἀκόμη, ἕνα φιλί καί πάλι.
    Ἀπ’ τήν παλιά σου γνώμη κανείς νά μή σέ βγάλει.
    Μή με ξεχνᾶς στήν ξενητειά,
    γλυκειά μου ἀγάπη, ἔχε γειά!

    Εἴν΄ ἡ ζωή μου ἀγώνας
    μέ τήν ἀνεμοζάλη, εἶμ’ ἄχαρος χειμώνας
    σύ, τ’ ἄστρο πού προβάλλει
    οὐράνια παρηγοριά
    στή σκοτεινιά μου. Ἔχε γειά.

    Ἄν ὅμως μέ ξεχάσεις ἄς μή γυρίσω πίσω̇
    ἀνάμεσα θαλάσσης τά μάτια μου ἄς κλείσω
    πρίν νά τό μάθω. Ἔχε γεια.
    Ποιός ξέρει ἄν θά σέ ἴδω πια.

    Λαμπρό ΄ναι νά θυμᾶσαι στίς θλιβερές σου ὥρες,
    πιστά πώς ἀγαπᾶσαι καί πώς σέ τόσες χῶρες
    καί θάλασσες ζεῖ μιά καρδιά γιά σένα μόνον.
    Ἔχε γειά.

    Τί κι ἄν βογγάει τό κύμα καί ὁ βοριᾶς φρενιάζει
    κι ἡ θάλασσα εἶναι μνῆμα κι ὁ ἀγέρας σκοτεινιάζει; Γαλήνη θἄχω στήν καρδιά ἄν μέ θυμᾶσαι. Ἔχε γεια.

    Αριστομένης Προβελέγγιος, «Ο αποχαιρετισμός του ναύτη»

    ΥΓ. φταίω που διάβασα «Λάμπρο»?

  39. Πέπε said

    @14, 35, 37:

    Στην Κρήτη το «αν» λέγεται συχνά «ανε» ή και «ανεν» (δεν είμαι πολύ σίγουρος πού να το τονίσω). Μήπως και στη Σίφνο γίνεται κάτι παρόμοιο, με προσθήκη μιας συλαβής στο τέλος; Ή μήπως είναι απλώς η συλλαβική αύξηση του «βρισκούντανε» όπως λέει ο Κώστας; Την απάντηση θα τη δώσει ένα παράδειγμα όπου να μην τίθεται θέμα αύξησης: λέτε για παράδειγμα «αν-ε-φύγω»;

    Πάντως «κι όποιος κι αν-ε-βρισκούντανε» (ανεξαρτήτως ορθογραφίας) είναι προτιμότερο από το «και όποιος κι αν βρισκούντανε», με τη χασμωδία «αι-ο».

  40. loukretia50 said

    Κουτρούφι,
    Νομίζω ότι πολλοί θέλουμε να γνωρίσουμε και ν΄αγαπήσουμε το νησί, να αναγνωρίσουμε κοινά στοιχεία ή να μάθουμε κάτι που δεν ξέρουμε.
    Δε θέλεις να μοιραστείς μαζί μας περισσότερα?

  41. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Από τις πολύ ενδιαφέρουσες συνεργασίες, Νικοκύρη. Κυρίως λεξιλογικά και ηθογραφικά. Ευχαριστούμε, Κουτρούφι!
    Το καλοκαίρι του 2017 βρέθηκα –πρώτη φορά– για 4 μέρες στη Σίφνο. Μου άρεσε και το νησί και οι παραλίες (εύκολα προσβάσιμες οι περισσότερες) και οι άνθρωποι. Δεν μου φάνηκε να έχει τουριστικοποιηθεί σε επικίνδυνο βαθμό… Δεν φτάσαμε μέχρι Χερρόνησο.

    21, Πέπε:
    >> …με το ξενόφερτο εύρημα της ομοιοκαταληξίας, που πρωτοεισήχθη στην ελληνική ποίηση (τουλάχιστον σε ποίηση που να είναι προσιτή στους λαϊκούς ανθρώπους) από τους ποιητές της Κρητικής Αναγέννησης.
    Ξενόφερτο μάλλον ήταν, αλλά ο πρώτος που χρησιμοποίησε ομοιοκατάληκτο συγκροτημένο δεκαπεντασύλλαβο στην ελληνική γλώσσα, ήταν ο Κρητικός ποιητής Στέφανος Σαχλίκης, ήδη από τα μέσα του 14ου αιώνα, προ της «κλασικής» Κρητικής Αναγέννησης.

    – Με αφορμή τραγικά γεγονότα, κοινωνικά ή προσωπικά, γράφτηκαν αρκετά τραγούδια, τα περισσότερα με ρίμες-δίστιχα, όπως π.χ.:
    * ‘Η πλημμύρα’ – Μ. Βαμβακάρης (1934) https://youtu.be/_MqGw0RxsyM
    [Για τη μεγάλη πλημμύρα σε Αθήνα-Πειραιά το 1934. (Θα μπορούσε να αναφέρεται και στο σήμερα, δυστυχώς…)]

    * ‘Σαν της Σμύρνης το για(ν)γκίνι’ – Παραδοσιακό, εδώ με τον Κ.Ρούκουνα (1976;) https://youtu.be/JVFz8KJLjnQ
    [Θρηνητικό για την καταστροφή της Σμύρνης, βέβαια].

    * ‘Ο Πίκινος’ – Κ. Ρούκουνας (1935 ή 1934;). https://youtu.be/-96qZ9Lebk0?t=26
    [Προς τιμήν –και εις μνήμην- του Πίκινου, στη «μπίρα» του οποίου τραγουδούσε ο Ρούκουνας και ήταν αυτόπτης μάρτυρας της μπαμπέσικης μαχαιριάς που δέχτηκε ο Πίκινος και τον οδήγησε τελικά στον θάνατο (1931)].

    26, 21.
    >> Ώστε και στις μέρες μας -ας πούμε, στον αιώνα μας- τυπώνουν ρίμες σε φυλλάδια;
    Αμέεε! Μόλις την περασμένη εβδομάδα αγόρασα ένα τέτοιο φρεσκοτυπωμένο (2019) φυλλάδιο/βιβλίο με ρίμες και μαντινάδες γνωστού στιχοπλόκου από τον Κρουσώνα, που γυρνούσε και το πουλούσε μόνος του. Από μια ματιά που έριξα, έχει πολλές που είναι ενδιαφέρουσες…

    32.
    Πέ-πε! Πέ-Πε! Πέ-πε! 👏
    Πολύ ωραίο! 👍
    (Για τη ρελάνς από τη Λου, βέβαια, περιττεύουν τα σχόλια… 🙂 )

  42. Ιωάννης Ζαρογιάννης said

    Κατά γενική ομολογία, οι αυτοσχέδιες μαντινάδες που σκάρωσε ο εκλεκτός φιλόλογος κύριος Πέπες (32) είναι κλάσεις ανώτερες των σιφνέικων μπουρδολογιών που μάς μόστραρε το Κουτρούφι. Το παραδέχτηκε, άλλωστε, και η διακεκριμένη στιχουργός κυρία Λουκρητία (36).

    Ας κάνω κι εγώ μιά προσπάθεια για αυτοσχέδιες μαντινάδες (Κρητικός γάρ) που αφιερώνω σε συγκεκριμένους σχολιαστές του Ιστολογίου…

    Για το λαϊκό φιλόσοφο κ. Λάμπρο:

    Μια μαντινάδα θα σού πω, συνήθειο του Τόπου
    Το χέ…., το φά…, το κλά…., το πιέ είναι η ζωή τ’ αθρώπου

    Για τον πολυμήχανο κ. Ιατρού:

    Μωρή αρκούδα μαλλιαρή με τα πλαθά ποδάρια,
    Βάνεις κι εσύ τα μούτρα σου μέσα στα παλληκάρια;

    Το γάλα βάνω στον κιασέ και γίνεται μαλάκα,
    Δεν είδανε τα μάθια μου ωσάν εσένα βλάκα

    Για τον ευσεβή χριστιανό κ. Blogotinanai:

    Όταν θα πάς στην εκκλησά, προσκύνα και για μένα,
    να λιώσουνε τα κρίματα, απούχω καωμένα

    Για την ταλαντούχα ποιήτρια κ. Λουκρητία:

    Μη με καταδικάζετε, παλιές νοικοκεράδες,
    Γιατί κι εσείς στα νιάτα σας εκάνετε λωλάδες

    Για τον εκλεκτό φιλόλογο κ. Πέπε:

    Ήθελα και να πόθαινα, κι ο Χάρος να κοιμάται,
    Μα πάλι ναναι ψώματα, να δω ποιος με λυπάται

    Για τον ακατάβλητο κ. Σαραντάκο

    Δε φταίς εσύ, φταίω εγώ, γι’ αυτό καλά το κάνεις
    Εγώ σου καλομίλησα κι εσύ μού πορδοκλάνεις

  43. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    0 (σημ.5)+14(4).
    Κι όμως: Υπάρχει και στο Ηράκλειο, στη συνοικία «Χρυσοπηγή» (!), το «Καφενείο του Πίπη» 🙂

    – Συγγένειες σιφνιώτικης και κρητικής ντοπιολαλιάς που εντόπισα:
    * Το ευφωνικό μάλλον (παρά αυξητικό) ε-. [Πέπε,39: υπάρχει στο στιχούργημα η έκφραση ‘να τους επαραδώσω’]
    * Το προθετικό/ευφωνικό α- : αναυαγοί. Σε μας ‘απλάτανος’, ‘αμοναχός’ κλπ
    * αλιμένω, ίδιο προφανώς με το δικό μας ‘ανιμένω’ (< αρχ. αναμένω)
    * ντρουβαδάκι, κουμάρι και σε μας (και, πιθανότατα, σε άλλα μέρη)

    42. Βρε καλώστα τα παιδιά τα Κρητικά! Αυτό μας (σου) έλειπε!

  44. Πέπε said

    @42
    > > Κατά γενική ομολογία, οι αυτοσχέδιες μαντινάδες που σκάρωσε ο εκλεκτός φιλόλογος κύριος Πέπες (32) είναι κλάσεις ανώτερες των σιφνέικων μπουρδολογιών που μάς μόστραρε το Κουτρούφι.

    Λοχαγέ μου, το ‘χουμε μάθει το χούι σας, να εκφράζεστε επαινετικά για κάθε μπούρδα που εντοπίζετε και να απαξιώνετε καθετί άξιο λόγου. Υπαινίσσεσθε λοιπόν ότι οι στίχοι μου δεν είναι καλοί.

    Επειδής κάτι νιώθω κι εγώ από ποίησις, συμφωνώ απόλυτα. Είναι πεζολογικοί, ούτε αστείοι ούτε σοβαροί, και χωρίς καν να προσαρμόζονται τεχνικά στα καλούπια είτε της ρίμας είτε της μαντινάδας.

    Τι να κάνουμε, δεν μπορούμε κάθε μέρα να γεννάμε αριστουργήματα. Αυτό που κυρίως με στεναχωρεί είναι που δεν εισακούστηκαν.

  45. Γιάννης Ιατρού said

    43: (τέλος) Ούτε το πρακτικά χθες αφύλαχτο τέρμα του ΠΑΟΚ να ήμασταν, τόσο εύκολα… ΜΙΚ_ΙΕ 😲

  46. Πέπε said

    @43
    Γνωστό για το εξαιρετικό του καπρικό.

  47. Κουτρούφι said

    #38. Πού το ξετρύπωσες αυτό, καλέ; Το έχω πετύχει στο ημερολόγιο του Σκόκου το 1912. Αυτό μελοποιήθηκε από Σιφνιό ψάλτη που ήξερε βυζαντινή μουσική και έπαιζε μαντολίνο, τον Απόστολο Αποστολιάδη – Αγιασεμή (Κων/πολη 1887 – Σίφνος, δεκαετία του 1960). Ήταν, λέει, και φίλος του Προβελέγγιου ο οποίος ήξερε για τη μελοποίηση. Ο Προβελέγγιος πέθανε το 1936, άρα η μελοποίηση έγινε μεταξύ 1912 και 1936. Εν πάση περιπτώσει, αυτό πέρασε στα Σιφνέικα γλέντια και παίζεται με τα βιολολάουτα μέχρι σήμερα. Εδώ από την εκπομπή του Μελίκη. https://www.youtube.com/watch?v=1PdIazMk_d0

    #39. Ναι. Και στη Σίφνο μπαίνει το ευφωνικό -ε- όπως εντοπίστηκε παρακάτω. Εδώ, τώρα, πιο φυσιολογικά σιφνέικο είναι το «αν ηβρισκούντανε» με τη γνωστή αύξηση -η- στους παρελθοντικούς χρόνους. Όπως είπα οι ρίμες ανασύρθηκαν από συρτάρι, στη μορφή χειρόγραφων σημειώσεων. Από αντιγραφή σε αντιγραφή θα υπήρξαν αλλοιώσεις. Τώρα για τον «αν-ε-φύγω», σιφνέικα θα λέγαμε «α φύω». Δηλαδή τρώμε το -ν- (και το -γ-, δηλαδή).

    #43. Σχέσεις με Κρήτη άφθονες. Τα έχουμε πει και με την ΕΦΗ. Η εκκλησία της Χρυσοπηγής, π.χ., που είναι στη Σίφνο, λέγεται ότι ιδρύθηκε από μοναχούς από το μοναστήρι Χρυσοπηγή των Χανίων, το 17ο αιώνα, την ταραγμένη περίοδο των Βενετοτουρκικών πολέμων. Και άλλα πάρα πολλά.

    Ίσως και ο τρόπος που απαγγέλλονται οι ρίμες ή τα κάλαντα έχει κάποιο ενδιαφέρον. Εδώ από την ίδια εκπομπή του συνδέσμου του #19, ρίμες παλιές (μέσα του 20ου αιώνα) στο μέτρο των καλάντων με απαγγελία από μια γιαγιά (το Ρηνιώ του Πατριάρχη). http://www.youtube.com/watch?v=S1iCOoc5Hm0&t=224m31s
    Ακριβώς εδώ ισχύει «να μη σου βγάλουνε ρίμες». Ένα καημένος προσπάθησε να κάνει ένα φούρνο αλλά όπως λένε οι ρίμες απέτυχε. Οι ιδιωματισμοί εδώ είναι περισσότερο. Έχει και το «σαφί» που υπάρχει και στην Κρήτη

    #42. FYI το «Όταν θα πας στην εκκλησιά κλπ» το λέμε στη Σίφνο στο σκοπό της Έλλης που αναφέρθηκε στο #31: «Έλλη, σαν πας στην εκκλησιά κλπ κλπ»

  48. loukretia50 said

    Πέπε
    καλούπια δε χρειάζονται ποτέ οι κεφάτοι στίχοι!
    ούτε μουστροφοκριτικούς να ανεβάζουν πήχυ!
    Μονάχα ένα χαμόγελο, χαρούμενοι είναι ήχοι!
    (και σ΄όποιον αρέσουν!)
    Καληνύχτα!

  49. 43, 46: Και όχι μόνο…

  50. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Πολύ ωραία τα σύναξες/αν’εσυρες και μας ετράταρες Κουτρούφι! Πολλά ευχαριστήρια.

    >>μην αποτύχει και «του βγάλουνε ρίμες»
    «του βγάλουνε τραγούδι» το αντίστοιχο σ΄εμάς, ακόμη κι αν είναι μόνο στιχάκια όχι σε συγκεκριμένο σκοπό

  51. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μπακαλιάρος για τ΄ Άι Νικόλα, ήταν και σ΄εμάς συνηθισμένο φαγητό.Η γιορτή πέφτει μες τη σαρακοστή των Χριστουγέννων που όμως το ψάρι «καταλύεται»,επιτρέπεται δηλαδή.

    «Οι μπακαλιάροι» που αναβίωσαν στις μέρες μας ως έθιμο/γιορτή
    Κάθε χρόνο, παραμονή του Αγίου Νικολάου, μετά τον εσπερινό, στο χωριό Τύλισος γίνεται κέρασμα τηγανητού μπακαλιάρου από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Τυλίσου….
    Οι Τυλισανοί αγωγιάτες κρεμούσαν τον μπακαλιάρο στους γαϊδάρους, καθώς επέστρεφαν στο χωριό. Βλέποντας αυτό οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών, κόλλησαν το παρατσούκλι “μπακαλιάροι” στους Τυλισανούς, …
    https://www.neakriti.gr/article/kriti/1561637/erhetai-i-giorti-bakaliarou-to-ethimo-se-gnosto-horio-tis-kritis/

  52. Πέπε said

    @26:
    Ναι. Έχω μερικά. Φυλλάδια εννοούμε βιβλιαράκια. Ως επί το πλείστον είναι από αφελή έως τελείως μάπες. Συχνά η θεματολογία τους είναι τι ωραίο και σπουδαίο που είναι το νησί μας, με προεκτάσεις από αναλυτικά οδοιπορικά έως σχολικές αναμνήσεις από τη νεότερη, αρχαία και μυθολογική ιστορία. Ή φιλοσοφικά, που όλα παρέρχονται και είμαστε ματαιότης και το μόνο που μετράει είναι το γλέντι και οι φίλοι. Ή αναμνήσεις από το πώς ήτανε παλιά η ζωή, με τα βόδια στο αλέτρι και τέτοια.

    Πρόσφατα πήγα στην παρουσίαση ενός τέτοιου βιβλίου που ξεχωρίζει πολύ από όποιο άλλο σύγχρονου λαϊκού ποιητή έχω δει: «Ξόμπλια στη σιντερόπετρα», του Χαρίδημου Σιγανού, από το Τζερμιάδω Λασιθίου. Είναι συλλογή από διάφορα στιχουργήματα που έχει γράψει εδώ και πολλά χρόνια, σε διάφορες φόρμες – ρίμες, μεμονωμένες μαντινάδες, μερικά σαν παλιά ανομοιοκατάληκτα δημοτικά, και μερικά σαν σύγχρονα τραγούδια.

    Ο Χαρίδημος είναι γνωστός ως «ο» μαντιναδολόγος του Τζερμιάδου, που σημαίνει βέβαια ότι όλοι θα του ζητήσουν να ταιριάξει δυο ευχές στον γάμο τους κλπ., οπότε μέσα σε τόση παραγωγή η ποιότητα αναπόφευκτα νερώνεται. Ωστόσο κάποιες στιγμές είναι όντως ποιητής. Το βιβλίο του είναι καλό, και ζητώ την άδεια να παραθέσω ένα δείγμα:

    ΜΙΑΣ ΩΡΑΣ ΟΜΟΡΦΗ ΖΩΗ

    Μάνα μου κι εκολάστηκα στσ’ αγκάλες μιας αγάπης
    κι ήτονε μέρα του Σταυρού, σπερνό τ’ Άη Νικήτα.
    Μάνα μου κι είχα τάξιμο να πα να προσκυνήσω,
    μα εφώνιαξέ μου μια ξανθιά, ‘π’ ανάδιο παραθύρι.
    Μήτε Σταυρό προσκύνησα, κι αντίντερο δεν πήρα,
    γιατί ‘μουνε στσ’ αγκάλες τση κι επαίζαν οι καμπάνες,
    κι ήταν τα χείλη τζη φωθιά και το κορμί τζης λάβρα.
    Μάνα μου κι εκολάστηκα κι ήτονε σκόλη μέρα.
    Μ’ αν έχει χάρη ο Σταυρός και δόξα ο Νικήτας
    ας μου το συχωρέσουνε, γιατί ‘μουνε κοπέλι,
    μα δα το λέω* όπου σταθώ κι ας με καταραστούνε:
    Μιας ώρας όμορφη ζωή ξαγορασμό δεν έχει.

    (*δα το λέω = θα το λέω).

    Προφανώς βέβαια αυτό δεν είναι ρίμα, άλλα στο ίδιο βιβλίο είναι.

  53. sarant said

    32-52 Πέπε μερσί για την απάντηση και ζητώ συγγνώμη που τόσες ώρες ελειπα κι απόμεινε στο φρέσκο.

    Και είχαμε και την επανεμφάνιση της κοιμώμενης περσόνας.

  54. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Πέπε, Λου, ετιμήσατε εμπράκτως την προσφορά! Ωραία ήταν!

    Εκόπιασε κι ο ασβός, με ονοματεπώνυμο για …τρολοβιοποικιλότητα.

    Ο Σιφνέικος τρόπος καθώς και η γλώσσα, πολύ οικεία. Να διεκτραγωδούνται με στιχάκια τοπικά συμβάντα είτε αρνητικά είτε θετικά, συνέβαινε και σ΄εμάς. Έχω στη μνήμη μου κάμποσα με ιστοριούλες είτε αστείες/περιπαιχτικές είτε και δραματικές και σε μερικά πρόλαβα και τους πρωταγωνιστές.
    Πριν αρκετά χρόνια απέκτησα ένα τευχίδιο, όπου με μαντινάδες εξιστορούσε ο ριμαδόρος της εποχής (αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων) τη μάχη των ανταρτών με τους Γερμανούς στην Κάτω Σύμη Βιάννου το Σεπτέμβρη του ΄43.
    Ο γιος του ανθρώπου που τα έγραψε τα τύπωσε αρκετά χρόνια μετά και μας τα μοίρασε σε κάποιο γλέντι (συνεστίαση το λέγανε), των συλλόγων της περιοχής.
    Που και που, μαντιναδολόγοι στα χωριά τυπώνουν ιδίοις εξόδοις τις μαντινάδες τους. Έχω δυο τέτοια βιβλιαράκια λίγο παλιότερα. Τελευταία, με την ευκολία του πισι, είδα μαντινάδες πληκτρολογημένες σε πεντέξι φύλλα δεμένα με συρραπτικό. Τις είχε και μου τις έδωσε να τις διαβάσω στη διαδρομή, ένας νεαρός ταξιτζής της περιοχής μου εκεί κάτω.Μέσα, εκτός από τις ασύνδετες μαντινάδες, περιγραφόταν και μια ερωτική ιστορία με άδοξο τέλος (οι καλοθελητές ανεβαλόσανε* την κοπελιά).

    *της άλλαξαν τη γνώμη

  55. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    52,53, Έγραψα το 54, πριν σας διαβάσω 🙂 .
    Μεσολάβησε ,χωρίς ριφρές, μια γρήγορη σούπα για την παγωμένη ανεμόδαρτη βραδιά.
    Λυσσομανάει ο κακόκαιρος. Άμα παγώνει η μύτη μου, πα΄ να πει κρύο, κατάκρυο 🙂

  56. Πέπε said

    Λίγα για τους σκοπούς όπου τραγουδιούνται οι ρίμες:

    Στην Κρήτη οι κυριότεροι είναι δύο. Του Ερωτόκριτου, κι άλλος ένας, που σε πιο έντεχνη επεξεργασία τον ακούμε εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=mFOrLdnWAhM (όπου τα λόγια που ακούγονται είναι το Τραγούδι του Άη Γιωργιού, μια από τις πιο διαδεδομένες ρίμες πανελληνίως). Για τον σκοπό του Ερωτόκριτου δε χρειάζεται λινκ, είναι μάλλον πασίγνωστος. Όπως προανέφερα (#21), κι αυτός αποτελεί έντεχνη επεξεργασία. Στην προφορική παράδοση, η οποία μάλλον έχει χαθεί ολοκληρωτικά από το νησί και σώζεται μόνο σε παλιές καταγραφές, και οι δύο σκοποί τραγουδιούνταν σε πολύ πιο απλή, «πρωτόγονη» μορφή, από ανθρώπους που δεν ήταν ούτε μουσικοί ούτε τραγουδιστές, ήταν απλώς είτε ικανοί ριμαδόροι είτε γερά μνημονικά που ήξεραν τις παλιές ρίμες.

    Όταν τα λόγια είναι αποσπάσματα από τον ίδιο τον Ερωτόκριτο, χρησιμοποιείται κι ένας ακόμη σκοπός, ο λεγόμενος «Ερωτόκριτος Ανατολικής Κρήτης» (ή Στειακός ή του Καλογερίδη κλπ., δείγμα), αλλά δεν έχω ακούσει να τραγουδούν ρίμες σ’ αυτό τον σκοπό. Είναι παραλλαγή μιας κοντυλιάς που τη λένε «μονοκόμματη» (επειδή λες ολόκληρο δίστιχο μονορρούφι, όχι έναν-ένα στίχο όπως στις περισσότερες κοντυλιές) και που κατά τα άλλα προορίζεται για μαντινάδες.

    Επίσης λένε ρίμες και σε άλλες κοντυλιές, δηλαδή σκοπούς μαντινάδων. Η ανωτέρω (#21) αναφερθείσα περίπτωση του ριμαδόρου που τραγουδούσε μια σατιρική ρίμα για το ’40 σε σκοπό λαϊκού τραγουδιού (του Χ»κυριάκειου) είναι μοναδική περίπτωση απ’ όσο ξέρω, αλλά στην ίδια καταγραφή ο ίδιος λέει κι άλλη μία ρίμα, σε κοντυλιές στειακές ή κάτι εκεί κοντά.

    Επανέρχομαι στους δύο πρώτους σκοπούς, του Ερωτόκριτου και τον άλλον: Καθώς τραγουδιούνταν από μη μουσικούς, χωρίς συνοδεία οργάνων, και με σκοπό όχι τη μουσική απόλαυση αλλά το να ακουστούν τα λόγια, είναι μουσικά υποτυπώδεις. Συγκεκριμένο ρυθμό δεν έχουν, πέρα από αυτόν που υπαγορεύουν οι ίδιες οι συλλαβές του κειμένου. Όταν κάποια στιγμή τούς παρέλαβαν οι μουσικοί για να τους εντάξουν στο ρεπερτόριό τους, ήταν ανάγκη το μέτρο και ο ρυθμός να κανονικοποιηθεί κάπως, δηλαδή να εφαρμοστούν επάνω τους κανόνες που δεν είχαν ληφθεί υπόψη κατά την αρχική σύνθεση. Το αποτέλεσμα είναι ότι και οι δύο βγήκαν σε μέτρα πολυσύνθετα και ξένα προς το υπόλοιπο κρητικό ρεπερτόριο – ο μεν Ερωτόκριτος 17/8 (9+8 / 8, αναλυτικότερα [2+2+2+3] + [2+2+2+2]), ο δε άλλος ένα ακόμη πιο περίπλοκο σχήμα με δυάρια και τριάρια κατανεμημένα χωρίς προφανή λογική.

    Όποιος κι αν αναλάμβανε αυτή τη δουλειά, να οργανώσει σε συγκεκριμένα μουσικά μέτρα αυτή την άμετρη μελωδία έτσι ώστε να μπορεί να παιχτεί συντονισμένα από τουλάχιστον δύο όργανα κι έναν τραγουδιστή, χωρίς όμως να γίνει και τελείως αγνώριστη σε σχέση με την αρχική της μορφή, θα κατέληγε αναπόφευκτα σε πολυσύνθετα σχήματα με πολλά δυάρια και τριάρια. Όχι όμως υποχρεωτικά στον συγκεκριμένο αυτό συνδυασμό.

    Έτσι, πιστεύω ότι από τον ίδιο αρχικό σκοπό του Ερωτόκριτου έχουν προκύψει, ως παραλλαγές αρχικά και ενδεχομένως έντεχνες επεξεργασίες στη συνέχεια, και άλλοι νησιώτικοι σκοποί για ρίμες, που στην τελική τους μορφή δε μοιάζουν και πολύ με την τελική μορφή του Ερωτόκριτου. Μία από αυτές είναι αυτή η ροδίτικη: https://www.youtube.com/watch?v=8j_46b331kI Κατά σύμπτωση η ηχογράφηση είναι και πάλι από το τραγούδι του Άη Γιώργη, όμως στον ίδιο σκοπό λέγονται και πολλές άλλες ρίμες. Λέγονται επίσης και μερικά δημοτικά που δεν είναι ρίμες, ανομοιοκατάληκτα, αλλά αυτό πρέπει να είναι μεταγενέστερος συμφυρμός, καθώς πρόκειται ξεκάθαρα για μελωδία προορισμένη για ομοιοκατάληκτο τραγούδι.

    Άλλος σκοπός, απότοκος κι αυτός -σύμφωνα με την υπόθεσή μου- του αρχικού σκοπού του Ερωτόκριτου, είναι η κυπραίικη Φωνή Ποιητάρικη (δείγμα). Είναι ο σκοπός στον οποίο τραγουδιούνται οι ρίμες των ποιητάρηδων (ποιητάρης στην Κύπρο είναι ακριβώς αυτό: όχι γενικά ο ποιητής, ή ο λαϊκός ποιητής, αλλά συγκεκριμένα αυτός που βγάζει ρίμες). Όμως στην Κύπρο η ομοιοκαταληξία κέρδισε τόσο έδαφος έναντι του ανομοιοκατάληκτου ώστε ακόμη και των κλασικών πανελλήνιων (ανομοιοκατάληκτων βέβαια) δημοτικών τραγουδιών οι τοπικές παραλλαγές έχουν γίνει ομοιοκατάληκτες, οπότε τραγουδιούνται κι αυτές στην ποιητάρικη φωνή. Η ηχογράφηση του παραδείγματος είναι ένα τέτοιο τραγούδι, όχι ρίμα (και μάλλον αρχικά ούτε καν ομοιοκατάληκτο) αλλά με ενσωματωμένη εκ των υστέρων τη μορφή της ρίμας, βλ. π.χ. το προοίμιο όπου καλεί τους ακροατές να τον προσέξουν για να τους συγκινήσει, και είναι από επαγγελματία τραγουδιστή, με μια έστω και πολύ διακριτική ενορχήστρωση. Σε καταγραφές με γέροντες μη μουσικούς, ο σκοπός είναι και πάλι πιο απλός, και η ομοιότητά του με τον αντίστοιχο αρχικό προφορικό σκοπό του Ερωτόκριτου εμφανέστερη.

    Αντίστοιχες παραλλαγές του ίδιου σκοπού έχω ακούσει κι από διάφορα άλλα νησιά, κυρίως στη 12νησο (Κάλυμνο, Χάλκη, νομίζω και Κω).

    Οπου αλλού έχω ακούσει να τραγουδούν ρίμες, δεν έχω βρει να υπάρχει κάποιος ειδικός σκοπός. Είτε η καθεμία θα έχει τη δική της μελωδία, όπως όλα τα «κανονικά»τραγούδια, είτε θα χρησιμοποιεί κάποιον τοπικό σκοπό που είναι κοινός μεταξύ πολλών τραγουδιών.

    Σημειωτέον ότι το ποιητικό μέτρο της ρίμας δεν είναι υποχρεωτικά 15σύλλαβο ιαμβικό, μπορεί να χρησιμοποιούνται κι άλλα μέτρα, π.χ.: «Μια συννεφιασμένη μέρα και μια σκοτεινή βραδιά / βάρκα γύρισ’ άνω κάτω και πνιγήκαν δυο παιδιά» (15σύλλαβο τροχαϊκό), «Το μάθατε τι γίνη στης Πάτρας τα χωριά; / εντύθηκε μια νέα στα ευρωπαϊκά», κλπ., οπότε για κάθε είδος στίχου ταιριάζει και διαφορετική μελωδία.

    Είναι κρίμα που δε βρίσκω λινκ με παραδείγματα από τις ανεπεξέργαστες μορφές των δύο κρητικών και του κυπραίικου σκοπού. Θα υπάρχουν ενδεχομένως, αλλά καθώς δεν μπορεί να προέρχονται από την επίσημη δισκογραφία κανενός καλλιτέχνη παρά μόνο από επιτόπιες καταγραφές, γύρευε με τι τίτλο θα έχουν ανέβει στο YT. Πάντως θα καθιστούσαν την υπόθεσή μου πιο κατανοητή.

  57. Αφιερωμένο :

    Καθώς ο Δίας έψηνε μιανής τσιπούρας μπούτι
    ο Μπατμαν και οι μαϊντανοί επαίζανε μπαρμπούτι

    Κάθε που εμφανίζεται, με πιάνει το γινάτι μου
    και του πετάω έναν κεφτέ…
    – Ωχ, το μάτι μου !

  58. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα,

    ωραία σχόλια και ρίμες που συνεχίστηκαν μέχρι το πρωί!

    Και παλιόκαιρος, εδώ με κομμένο το ρεύμα από τις 2-3 το πρωί… Και να πει κανείς πως είχαμε χιόνια; Όχι, μόνο αέρα (λύσσαξε) και χιονόνερο. Τέλος πάντων, έχουμε και UPS για τα μόντεμ και λαπτόπια. Και μιά γεννήτρια 6kW αν συνεχίσει το κακό, να φορτίσουμε καμιά μπαταρία.😎

    Ε, όπου νά ‘ναι θα φύγουν και οι κάθε λογής καλικάντζαροι από τις γραμμές κι απ΄αλλού… 🙂

  59. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Καλημέρα και «Χρόνια πολλά» για τους εορτάζοντες/ουσες σήμερα το όνομά τους (Θεο)Φάνηδες, Φανούλες κλπ

    >> …«και του βγάλουνε ρίμες»

    Και μού ήρθαν τα λόγια του γνωστού https://youtu.be/_Ze6I4epTYA?t=53

    ’’Του τις βγάλανε, του τις βγάλανε τις ρίμες του Κουτρούφι
    σα νά’ταν κλοτσοσκούφι.’’ 🙂 😄 😜

    [Το αντίθετο, βέβαια! Πιστεύω πως το Κουτρούφι τον εκτιμούν πολύ στη πατρίδα του – και όχι μόνο!]

    56.
    Κατατοπιστικότατο το σχόλιο!!
    >> γύρευε με τι τίτλο θα έχουν ανέβει στο YT.
    Το πιθανότερο είναι να μην έχουν ανέβει… Θα είναι σε κάποιες κασέτες καταχωνιασμένες, μέχρι να βρεθεί κάποιος μερακλής να ασχοληθεί – αν «ζούνε» μέχρι τότε!

  60. sarant said

    56 Εξαιρετικό σχόλιο!

  61. Alexis said

    Ευχαριστούμε το Κουτρούφι και το Νικοκύρη για την εξαιρετική συνεργασία!
    Μόλις τώρα μπόρεσα να διαβάσω το άρθρο που αγγίζει δύο θέματα που αγαπώ πολύ: ντοπιολαλιές και παραδοσιακή ποίηση.
    Καταπληκτικά και τα σχόλια με προεξάρχοντα τον Πέπε και τα ωραία του δίστιχα.
    Το σχόλιο 56 δεν πρόλαβα να το διαβάσω ακόμα ολόκληρο, χρήζει ειδικής και εμβριθούς μελέτης! 🙂

    ΥΓ: Το χρηστώνυμο «Κουτρούφι» σημαίνει κάτι στη σιφνέικη ντοπιολαλιά;

  62. sarant said

    Νομίζω πως Κουτρούφι είναι παρατσούκλι για τους κατοίκους του Αρτεμώνα αλλά δεν είμαι βέβαιος ούτε θυμάμαι τι σημαίνει «κατά λέξη» αν και ίσως μας το είχε εξηγήσει ο αρμόδιος. Ελπίζω να το δει.

  63. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    61. Νομίζω ότι είναι αγγείο το κουτρούφι
    https://slang.fandom.com/el/wiki/%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%82

  64. loukretia50 said

    Αυθαίρετον
    Στον Αρτεμώνα οι παλιοί περνούσαν το χειμώνα
    ριμάροντας ασύστολα, για πάθη και αγώνα
    και θύμησες που χάνονταν στα βάθη του αιώνα.

    Τις ιστορίες έπλαθαν με τέχνη περισσή,
    τη λύπη σβήναν στο κρασί κι άλλαζε η εικόνα

    Με γέλια και πειράγματα, το μέτρο κλωτσοσκούφι
    θαρρείς και ξεγελούσανε το χάρο το μαγκούφη.

    Κι αν ο ρυθμός δεν έβγαινε και τόπαιρναν χαμπάρι
    χτυπούσαν το κεφάλι τους – φόρα ξανά να πάρει.
    Χαιρέτιζαν την έμπνευση – γαλήνιοι ως σούφι
    και κάθε νέο πόνημα εγένετο Κουτρούφι
    ΛΟΥ
    Μονάχα μια υπόθεση… καταπώς λένε οι φήμες :
    Είναι να τόχει η κούτρα σου να κατεβάζει ρίμες…

  65. Πέπε said

    @59:
    > > Το πιθανότερο είναι να μην έχουν ανέβει… Θα είναι σε κάποιες κασέτες καταχωνιασμένες, μέχρι να βρεθεί κάποιος μερακλής να ασχοληθεί – αν «ζούνε» μέχρι τότε!

    Οι καταγραφές που γνωρίζω είναι στην πλειοψηφία τους από δίσκους. Όχι ιδιαίτερα εμπορικούς μεν, αλλά πάντως κυκλοφορημένους. Δεν είναι απίθανο κάποιος κάτοχος τέτοιου δίσκου να τον έχει ανεβάσει στο ΥΤ. Επίσης, κατά καιρούς έχω δει βιντεάκια με καταγραφές των ίδιων των ανθρώπων που τα ανέβασαν, τύπου «η γιαγιά Τάδε τραγουδάει παλιό σκοπό του χωριού μας Δείνα», και κάποια από αυτά είναι αξιόλογα. Αλλά ακόμη και από καταχωνιασμένες κασέτες έχω δει ανεβάσματα (καταχωνιασμένες όμως σε συρτάρια ιδιωτών – αν είναι σε αρχεία συγκροτημένων οργανώσεων / συλλόγων / ιδρυμάτων, και δεν τα έχουν βγάλει μέχρι τώρα σε δίσκο, σιγά μην τα βγάλουν στο ελεύθερο διαδίκτυο).

    Γι’ αυτό έγραψα ότι ενδεχομένως να υπάρχουν κι αυτά που συζητώ. Το θέμα είναι πώς εντοπίζονται.

  66. Κουτρούφι said

    Γεια σας, επέστρεψα πριν από λίγο.

    #56, Τη ρίμα για την Αντρονίκη (#21), την τραγουδούσανε η μάνα μου με άλλες μαθητευόμενες σε ραφτάδικο τη δεκαετία του 1950 στη Σίφνο στο σκοπό του «Από ξένο τόπο». Το περίεργο είναι ότι ούτε η ρίμα της Ανδρονίκης ούτε και ο σκοπός ήταν γνωστά στα κανονικά γλέντια.

    #61 κλπ. Πράγματι, το «κουτρούφι» είναι χαρακτηρισμός για τους Αρτεμωνιάτες. Η λέξη δεν έχει καμιά άλλη χρήση στη Σίφνο απ’ όσο ξέρω. Σχετικά με τη σημασία του δεν έχω βρει περισσότερα από αυτά που λέει το λήμμα στο slang. Επίσης δεν γνωρίζω πώς και πότε βαφτιστήκαμε έτσι. Σίγουρα υπάρχει στις αρχές του 20ου αιώνα. Ένα ενδιαφέρον: Στο διήγημα «Η δικαιοσύνη της θάλασσας» από τα Λόγια της Πλώρης (εκδ. 1899), ο Καρκαβίτσας αναφέρεται σε κάποιον Κουτρούφη το Σιφνιό, μέλος του πληρώματος ενός καραβιού: «Ο Κουτρούφης ο Σιφνιός τραβούσε τα μακριά του γένια…». Δεν ξέρω αν είναι σύμπτωση. Υποθετικά, είτε ο Καρακαβίτσας είχε ακούσει τη λέξη από Σιφνιούς και την έδωσε, ως επίθετο, σε κάποιον από τους χαρακτήρες του, είτε Σιφνιοί, διαβάζοντας το διήγημα, άρχιζαν να χρησιμοποιούν τον σχετικά αστείο χαρακτηρισμό αποδίδοντάς τον τελικά στους Αρτεμωνιάτες.

    #64. Για να πλουτιστούν οι ομοιοκαταληξίες με το κουτρούφι
    Υπάρχει ένα δίστιχο από την εποχή του Βενιζέλου (περι το 1930) που απευθύνεται σε κάποιον Διαλησμά, πολιτευτή από τη Σίφνο:
    Μάσκα φορεί ο Διαλησμάς, με Βενιζέλου σκούφια,
    αλλά θα δει στις εκλογές ποια είναι τα κουτρούφια
    Δεν ξέρω τις λεπτομέρειες αλλά μάλλον θέλει να πει ότι οι Αρτεμωνιάτες με την ομόθυμη ψήφο τους θα στείλουν ισχυρό μήνυμα.

    Και ένα πιο πρόσφατο από ένα αγαπημένο πατέρα φίλων μου ο οποίος είχε το χάρισμα της στιχοπλοκής μέχρι που πέθανε στα 90+, πριν μερικά χρόνια. Ο συγκεκριμένος καταγόταν από το Πάνω Πετάλι αλλά εγκαταστάθηκε στον Αρτεμώνα. Σε ένα γλέντι είπε:
    Φέρτε ένα κρασοπότηρο να πίνω μονορούφι
    αφού από Πεταλιανός κατήντησα κουτρούφι

    #65. Πολλές φορές οι ιδιώτες δεν είναι σε θέση να καταλάβουν την αξία των ηχογραφήσεων αυτών.

  67. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας κι ἀπὸ δῶ.

    @Κουτρούφι
    (35δ). Βοριὰς ἤτανε πατριώτη. Σταματήσαμε γιὰ λίγες ὧρες τὴν ἡμέρα. Κολυμπήσαμε, κάναμε ψαροντούφεκο καὶ τὸ ἀπόγευμα γυρίσαμε στὶς Καμάρες γιὰ διανυκτέρευση.

    (35στ). Τὸ τραγοῦδι τοῦ Ἀγγελετῆ δὲν τὸ ἔχω ἀκούσει στὰ Θερμιά.

    Ὅσο γιὰ τὸ χρηστώνυμό σου, στὰ Θερμιὰ «κουτροῦφι» λέμε τὸ πίσω μέρος τοῦ κεφαλιοῦ.

  68. sarant said

    66 Μου φαίνεται απίθανο να καθιερώθηκε το παρατσούκλι από τον Καρκαβίτσα. Μάλλον υπήρχε από τότε και ο Καρκαβίτσας το έβαλε στο διήγημα.

  69. Πέπε said

    @66 τέλος:

    Ναι, αλλά πολλές φορές ούτε και οι φορείς είναι.

    Νομίζω ότι έχω ξανααναφέρει την εξής περίπτωση:

    Ελληνοαμερικανός ερευνητής, ο αρκετά γνωστός Τζέιμς (Δημήτρης) Νοτόπουλος, γεμίζει κατά τη δεκαετία ’50 καμιά εκατοστή μπομπίνες με καταγραφές δημοτικής μουσικής από ένα πλήθος διαμερισμάτων στην Ελλάδα. Δεν ξέρω για ποιον δούλευε, εν πάση περιπτώσει οι μπομπίνες μένουν έτσι. Ο άνθρωπος πεθαίνει. Η χήρα του τις δωρίζει στο παν/μιο του Χάρβαρντ. Μένουν εκεί σε μια αποθήκη μέχρι πριν τρία-τέσσερα χρόνια. Τότε τις παρατηρεί ένας νέος επιστήμονας, εργαζόμενος στο Χάρβαρντ, επίσης Ελληνοαμερικανός, που είναι γνωστός μου και μου είπε την ιστορία. Λέει «τι είναι αυτά;»
    -Είναι θησαυροί.
    -Και γιατί κάθονται;
    -Γιατί περιμένουν τη σειρά τους. Μη θαρρείς ότι εδώ στις αποθήκες υπάρχουν μόνο ηχητικά αρχεία, μόνο παραδοσιακή μουσική, ή μόνο πράγματα ελληνικού ενδιαφέροντος. Υπάρχει η άμμος της θαλάσσης.
    -Και πότε θα ‘ρθει η σειρά τους;
    -Όποτε ενδιαφερθεί κάποιος.
    -Εγώ ενδιαφέρομαι!
    -Be my guest.
    Κι έτσι ο τύπος τις ψηφιοποίησε, τις καταλογογράφησε αναλυτικά, και κίνησε τη διαδικασία που αναμένεται κάποια στιγμή να οδηγήσει στη δημοσίευσή τους. Μέχρι να ολοκληρωθούν όλα αυτά, ήρθε για ένα ταξίδι μερικών εβδομάδων στην Κρήτη, όπου ανέλαβε το θεάρεστο έργο να εντοπίσει τους απογόνους των ηχογραφημένων πληροφορητών ή και τους ίδιους, όσοι ζούσαν ακόμη, και να τους δώσει τις ηχογραφήσεις, πράγμα που φυσικά προκάλεσε στιγμές εξαιρετικής συγκίνησης.

  70. sarant said

    69 Αυτό το θεάρεστο είναι πράγματι καταπληκτική ενέργεια.

  71. Πέπε said

    [ξέχασα να συμπληρώσω, αν και μάλλον αυτονόητο: να εντοπίσει όσους πληροφορητές ή απογόνους ήταν από την Κρήτη! -γιατί οι καταγραφές ήταν από παντού.]

  72. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    69/71 Πέπε, πόσα ωραία μας λες (και) εσχάτως! Φχαριστούμε!

    Βρήκα χνάρι/μικρή αναφορά της περίπτωσης » Δημήτριος Νοτόπουλος (James A. Notopoulos)»
    ….
    Ήρθε στην χώρα μας τον Σεπτέμβριο του 1952 για να καταγράψει μελωδίες από την Κρήτη και την Κύπρο. Στην Κρήτη βρέθηκε το Μάιο του 1953 και μάζεψε υλικό από δεκάδες επαγγελματίες και μη μουσικούς, όπως τον Γιώργη Κουτσουρέλη, τον Νικολή Σαριδάκη (Μαύρο), τον Αποκορωνιώτη λυράρη Μιχάλη Παπαδάκη (Πλακιανό), τον Ρεθυμνιώτη λύραρη Αντώνη Παπαδάκη (Καρεκλά), καθώς και πολλούς άλλους λιγότερο γνωστούς στο ευρύ κοινό μουσικούς και τραγουδιστές.
    ….
    Σύμφωνα με τον Δημήτρη Ραπακούσιο, επαγγελματία οργανοποιό, πριν από λίγους μήνες ο Φίλιππος Νοτόπουλος, γιος του αείμνηστου Δημητρίου, εμπιστεύθηκε στον Ελληνο-Αμερικανο-Ιρλανδό εθνομουσικολόγο και ερευνητή Παναγιώτη League, δύο ατσάλινα κουτιά γεμάτα εκατοντάδες γυάλινα πλακάκια: ήταν έγχρωμες φωτογραφίες που τράβηξε ο πατέρας του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στην Ελλάδα και στην Κύπρο το 1952-1953! …
    https://rethemnos.gr/mia-anekdoti-fotografia-trion-megalo/

  73. Πέπε said

    72
    Ναι, ο Παναγιώτης είναι αυτός που έλεγα, που το ανακίνησε. Κι όσο γι’ αυτό το απίστευτο (για μένα τουλάχιστον) με τις έγχρωμες φωτογραφίες του ’50, μου ‘χει δείξει μερικές ο Δημήτρης. Βέβαια αυτή στο λινκ δεν είναι έγχρωμη!

    Ο Νοτόπουλος έγραψε πράγματι μερικούς από αυτούς τους σπουδαίους μουσικούς, αλλά όλο το ψωμί είναι στους άσημους. Αυτοί είναι που ξέραν πράγματα που δεν τα ξέραμε (ο Κουτσουρέλης και οι λοιποί έχουν δισκογραφία και πολλά απ’ όσα ήξεραν μας τα ‘χουν παραδώσει), και επίσης, μ’ αυτούς είναι που η τελετή παράδοσης και ακρόασης των ηχογραφήσεων στους απογόνους είχε ιδιαίτερη αξία. Άλλο ν’ ακούς τον παππού σου παλικαράκι προ 70 ετών, όταν δεν τον έχεις ξανακούσει παρά μόνο με τ’ αφτιά της μνήμης σου (και πάλι γέρος ήταν), κι άλλο όταν είναι ένας μουσικός με δισκογραφία.

    Προσωπικά, ήμουν παρών σε μία από αυτές τις τελετές, στ’ Ανώγεια. Δεν έτυχε να είναι από τις πιο θερμές, ίσως οι απόγονοι δε ζούσαν εκεί και τις πήραν κάποιοι μεσολαβητές, δε θυμάμαι ακριβώς, τέλος πάντων δεν έγινε τίποτε τόσο ιδιαίτερο όσο σε άλλες που μας περιέγραψε ο Παναγιώτης. Αλλά θυμάμαι ότι ακούσαμε κάποιες ηχογραφήσεις του Στραβού. Ε, σιγά το πράμα: ο Στραβός είχε και επίσημη δισκογραφία, και απώσταν κυκλοφόρησαν οι Πρωτομάστορες (1999 νομίζω) οι ηχογραφήσεις του δεν είναι καθόλου δυσεύρετες. Αν ενδιαφέρουν τα παιδόγγονά του, θα είναι σίγουρα από τους πρώτους που τις άκουσαν. Η φωνή και η λύρα του παππού τους δεν είναι ούτε μυστήριο ούτε χαμένη ανάμνηση. Πως βρέθηκαν, μέσω Νοτόπουλου και Παναγιώτη, και μερικά ακόμη ηχογραφημένα και αδισκογράφητα, δεν αλλάζει πολλά.

    Πάντως η αλήθεια είναι ότι κάποιες από τις ηχογραφήσεις του είχαν όντως βγει σε δίσκους, δε στοιβάχτηκαν κυριολεκτικά όλες. Το λινκ δείχνει μερικά εξώφυλλα – μάλιστα τον δεύτερο, με την αρχαία, τον έχω.

  74. Πέπε said

    Εντωμεταξύ, για τη φωτογραφία του λινκ (#72):

    > > Απεικονίζονται τρεις μεγάλοι Ρεθεμνιώτες: ο τραγουδιστής και λαουτιέρης Γιάννης Μπερνιδάκης (Μπαξές ή Μπαξεβάνης), ο λυράρης Αντώνης Παπαδάκης (Καρεκλάς) και ο κατασκευαστής λύρας και λυράρης, Μανώλης Σταγάκης.

    Αναρωτιέμαι αν ο Νοτόπουλος ήξερε ποιοι ήταν και τι ήταν αυτοί, αλλά σίγουρα δε θα μπορούσε να ξέρει τι είναι σήμερα αυτοί. Ο Μπαξεβάνης, εντάξει, μια ανυπέρβλητη φωνάρα. Οι άλλοι δύο όμως;

    Ο Σταγάκης ήταν ο ευρετής της νεοκρητικής λύρας, που εκτόπισε σαρωτικά την παλιά με τις διάφορες τοπικές παραλλαγές της στη μορφή και το παίξιμο, και με τα διάφορα αρχέγονα χαρακτηριστικά όπως ο ισοκράτης και η περιορισμένη (τσαμπουνίστικη στην ουσία) κλίμακα, και έφερε μια νέα κατάσταση όπου η μουσική, εκμοντερνισμένη και με μεγασλύτερη ομοιομορφία, επηρεάζεται περισσότερο από τη δεξιοτεχνία των προβεβλημένων επαγγελματιών (ήδη το ’50 πρέπει να είχε αρχίσει να διαμορφώνεται το παγκρήτιο, ρεθεμνοκρατούμενο όμως, σταρ-σύστεμ).

    Ο δε Καρεκλάς, ένας από τους ελάχιστους φορείς της προσταγακικής παράδοσης που επιβίωσε μέσα στη νέα αυτή κατάσταση και διέσωσε ό,τι πρόλαβε από τα παλιά.

    Του Ψαραντώνη (που μοιάζει αρχέγονος αλλά είναι από τους κατεξοχήν νεωτερικούς) του αρέσει να μιλάει και να τραγουδάει για τον Δία. Ο Δίας σκότωσε τον Κρόνο. Οι καινούργιοι σκοτώνουν τους παλιούς. Όταν οι Δίες σκότωναν τους Κρόνους της κρητικής μουσικής, ο Σταγάκης ήταν ένας από τα πρωτοπαλίκαρα και ο Καρεκλάς ένας από αυτούς που δε σκοτώθηκαν αμέσως.

    (Θα είναι μάλλον φανερό ότι με θλίβει που στην Κρήτη, τουλάχιστον στους τρεις ανατολικότερους νομούς, δεν έχω δει κανένα ζωντανό χνάρι πραγματικής δημοτικής μουσικής παράδοσης.)

  75. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ναι αυτές τις σκέψεις έκανα κι εγώ. Πως οι άσημοι, οι αδισκογράφητοι είναι το πιο πολύτιμο!
    Απροπό,το ασπρόμαυρο βίντεο με τον Καρεκλά να παίζει έξω ή απέναντι από τη Σπίνα Λόγκα, θα το έχεις δει.

  76. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Το 75 για το 73

    74 Πέπε>>κανένα ζωντανό χνάρι πραγματικής δημοτικής μουσικής παράδοσης.

    Δεν ξέρω τί ακριβώς εννοείς. Τα ίχνη του παλιού στους νεότερους;
    Στην καταγραφή «Φεγγαροβραδυές στη Βιάννο» άκουσα σκοπούς και γυρίσματα, της βαθιάς μου μνήμης. Δεν ξέρω όμως να κάνω αξιολόγηση όπως εσύ ως ειδικός γνωρίζεις.
    Και να μνημονέψω κάποιον ακατάγραφο που με έχει λυπήσει πολύ (και πιο πολύ την κόρη του και τον εγγονό του που παίζει τώρα βιολί κι άλλα κρητικά μουσικά όργανα και που δεν τον πρόλαβε).
    Ένας θείος μου που έπαιζε βιολί και πέθανε 66 χρονών πριν 20 χρόνια, δεν είναι καταγραμμένος από κανέναν. Όμως έπαιζε έναν ίσως και δύο καταδικούς του σκοπούς, όπως έλεγε ο πατέρας μου και που χάθηκαν καθώς και πριν πεθάνει είχε πολλά χρόνια που δεν έπαιζε πια γιατί ερήμωσαν τα χωριά και δε γίνονταν χοροσπερίδες. (Έτσι κι αλλιώς έπαιζε μόνο στο χωριό του και της θείας μου). Εκείνος μετά, έκανε ένα ταβερνείο στα ορεινά και μόνο αν έμεναν αργά τίποτε μερακλήδες, κατέβαζε το βιολί κι έπαιζε αραιά και που, λίγο. Εγώ που ήταν και θείος μου είχα να τον ακούσω τουλάχιστον είκοσι χρόνια, από τη σχολική/γυμνασιακή μου εποχή που γίνονταν οι χοροί.

  77. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    72, ΕΦΗ-ΕΦΗ
    Ο Δημήτριος Νοτόπουλος ήταν –μάλλον– ο πρώτος που έδωσε τη σωστή ερμηνεία και ετυμολόγηση της λ. ‘πατρόνα’ = παλάσκα, φυσιγγιοθήκη, στο γνωστό ριζίτικο.
    Στη μελέτη του «Το κρητικό τραγούδι του Ομαλού και η “πατρόνα”» [Κρητικά Χρονικά 12 (1958), σσ. 171-175] υποθέτει ότι η λ. μπήκε στα ελληνικά από τα ιταλικά ήδη τον 17ον αιώνα (σ. 174).
    Υπάρχουν και διαφορετικές απόψεις, όχι για την ερμηνεία, αλλά για την προέλευση.
    Ωστόσο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο Νοτόπουλος έχει δίκιο: Η λέξη μ’ αυτή ακριβώς τη στρατιωτικο-πολεμική σημασία καταγράφεται αυτούσια στο ‘DIZIONARIO DEL DIALETTO VENEZIANO’, του G. Boerio (1867), σ. 483.

    74, Πέπε
    Πάντα ενδιαφέροντα τα μουσικά σου σχόλια – και όχι μόνο!
    Πιστεύω ότι αυτό το έχεις: https://vimeo.com/102462231

  78. Πέπε said

    @76:
    > > Δεν ξέρω τί ακριβώς εννοείς. Τα ίχνη του παλιού στους νεότερους;
    Στην καταγραφή «Φεγγαροβραδυές στη Βιάννο» άκουσα σκοπούς και γυρίσματα, της βαθιάς μου μνήμης. Δεν ξέρω όμως να κάνω αξιολόγηση όπως εσύ ως ειδικός γνωρίζεις.

    Μωρέ ας ήταν και στους παλιότερους!

    Από μουσική, το μόνο που υπάρχει είναι ρεπερτόριο. Η δημοτική μουσική δεν είναι ρεπερτόριο, είναι διαδικασία: αν παίξω 20 τραγούδια σε μια βραδιά, το αν αυτά τα τραγούδια είναι γραμμένα από τον Χ συνθέτη ή παραδοσιακά αφορά την ΑΕΠΙ και τους μουσικολόγους, επί της ουσίας είναι μια εντελώς αδιοάφορη λεπτομέρεια, επομένως και δημοτικά να είναι, αυτό που συμβαίνει την ώρα που παίζω δεν είναι δημοτική παράδοση, είναι μια μουσική εκδήλωση ακριβώς ίδια όπως αν έπαιζα ρεμπέτικα, σκυλάδικα ή τζαζ.

    Επιπλέον όμως, ακόμη κι αυτό το ρεπερτόριο είναι ξεσηκωμένο από τη δισκογραφία, ή από τα σύγχρονα σκηνικά λάιβ με μουσικούς που ξεσηκώνουν από την παλιότερη δισκογραφία. Ακόμα και σε «παρέα» (=φιλικό γλεντάκι ανεπίσημο) σε σπίτι, με 70ρηδες οργανοπαίχτες, έχω ακούσει «πάμε τώρα ένα Μουντάκη, πάμε ένα Σκορδαλό».

    Τοπικές ιδιαιτερότητες, τίποτε απολύτως. Τις κοντυλιές του Καλογερίδη θα τις παίξουν από τη Στεία μέχρι τ’ Ανώγεια, απλώς και μόνο επειδή τις ξέρουν από τον Καλογερίδη. Το ίδιο με όσα ριζίτικα έχει βγάλει ο Ξυλούρης με τον Μαρκόπουλο, το ίδιο με όλα. Ο χορός είναι 70-80% νεορεθεμνιώτικα δισκογραφικά συρτά, και το υπόλοιπο λίγο σιγανός όπου τουλάχιστον δε βάζουν τυποποιημένες μαντινάδες, λίγο πεντοζάλης, μια-δυο φορές τη βραδιά μαλεβιζιώτης, αυστηρά μία φορά σούστα, μία φορά πηδηχτός (που θα είναι ανωγειανός όπου κι αν γίνεται το γλέντι), κάποια στιγμή πέντε συγκεκριμένα καλαματιανά που τα τρία είναι του Μουντάκη, μπορεί «ένα σύντομο ταξίδι σ’ όλη την Ελλάδα» με μερικά νησιώτικα συρτά του Πάριου που τα ονομάζουν μπάλους, και για ανάπαυλα όσα ταμπαχανιώτικα έγραψε ο Φουσταλιέρης και δύο συγκεκριμένα αποσπάσματα του Ερωτόκριτου, «Ήκουσες Αρετούσα μου» αν τραγουδάει ο λυράρης ή το άλλο με το λαούτο αν τραγουδάει ο λαουτιέρης.

    Τοπικοί χοροί μόνο μέσω χοροδιδασκαλείων. Τοπικά όργανα, παλιά λύρα, πνευστά, λασιθιώτικα βιολιά, κατ’ ουσίαν εντελώς εξαφανισμένα (άλλο οι ακαδημαΐζοντες φολκλοριστές, Σγουρός, Βαρδάκης, ή ο Βάρδας που ‘χει γίνει αξιοθέατο σαν τους ευζώνους στον Άγνωστο, ή οι στρατιές νεοασκομαντουράρηδων που δεν έχουν ακούσει ποτέ ασκομαντούρα).

    Συμμετοχή κοινού, τόσο τυποποιημένη που λες κι είναι συνεργείο κομπάρσων, το ίδιο πάντα, και ταξιδεύουν με πούλμαν από γλέντι σε γλέντι: ο τύπος που θα σηκωθεί ανάμεσα στον λυράρη και το κοινό, θα ξαναλέει τις μαντινάδες του λυράρη με ύφος σαν να του τις εξηγεί αυτός, και θα τινάζει τις σταγόνες από τα δάχτυλά του, η μπροστάρισσα του μαλεβιζιώτη που μόλις απομακρυνθεί δύο βήματα από τον δεύτερο όλοι θα σπάσουν τον χορό και θα της παίζουν παλαμάκια λες και χορεύει ζεϊμπέκικο (και γουστάρει) ο Σαλονικιός, κλπ..

    Κι αν δεν είναι οργανωμένο γλέντι με σκηνή και ήχο αλλά ανεπίσημη παρέα, ακριβώς τα ίδια, μόνο που στις κοντυλιές θα βρεθούν μερικοί που θα παρέμβουν με μαντινάδες. Κάποιοι ξέρουν άπειρες, μερικοί βγάζουν και δικές τους, αλλά ποτέ μου δε συνάντησα κάποιον που να είναι σε θέση, με μαντινάδες της στιγμής, να συμμετάσχει σε πραγματικό ποιητικό διάλογο – μόνο καμιά αστεία ή, άντε, καμιά επαινετική, χωρίς δυνατότητα συνέχειας και συζήτησης.

    Κρατώ μια επιφύλαξη για τα χανιώτικα: από το ελάχιστο που έχω δει, εκεί όντως παίζουν το τοπικό όργανο (βιολί) με το τοπικό ύφος, χορεύουν τον συρτό όπως χορευόταν παλαιόθεν στα μέρη τους (που δεν είναι αερόμπικ αλλά διαδικασία με ξεχωριστό νόημα σε κάθε στάδιό της), οπότε δεν ξέρω μήπως και το ριζίτικο επιβιώνει ως ζωντανή πράξη εκτός συλλόγων και χορωδιών, και γενικά μήπως υπάρχει κάτι πιο ριζωμένο που να είναι ζωντανό. Στους αποδώ νομούς, πράμα.

  79. Πέπε said

    Α, ξέχασα:

    Και οι Φεγγαροβραδιές είναι δίσκος 25ετίας!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: