Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ετυμολογικά’ Category

Τι μπρόκολα, τι κουνουπίδια

Posted by sarant στο 9 Απρίλιος, 2019

Στα σαββατιάτικα μεζεδάκια μας είχαμε αναφερθεί κατά σύμπτωση στα μπρόκολα, οπότε θυμήθηκα πως για το λαχανικό αυτό δεν έχουμε γράψει άρθρο -κι έτσι προέκυψε η σημερινή μας δημοσίευση.

Αλλιώς είναι βέβαια η γνωστή παροιμιακή φράση, αλλά για τα λάχανα έχουμε ήδη γράψει άρθρο παλιότερα. Τα μπρόκολα και τα κουνουπίδια, από βοτανική άποψη ανήκουν στο ίδιο είδος με τα λάχανα, στο είδος της Κράμβης της Λαχανώδους (Brassica oleracea στα λατινικά της βοτανικής). Μάλιστα, ο Γεννάδιος τουλάχιστον κατατάσσει τα κουνουπίδια και τα λάχανα στο ίδιο βοτανικό υπο-είδος, της Κράμβης λαχανώδους ανθοκράμβης, ενώ τα λάχανα είναι στην κεφαλωτή. Αν είναι έτσι, τα μπρόκολα και τα κουνουπίδια είναι αδέρφια μεταξύ τους κι έχουν ξαδέρφι τα λάχανα, όπως και τα λαχανάκια Βρυξελλών που αποτελούν άλλο υποείδος της ιδιας οικογένειας (Κράμβη λαχανώδης σφαιριόμορφος).

Κι επειδή από φρασεολογική άποψη τα λάχανα έχουν αρκετό… ψαχνό, αξιώθηκαν δικό τους άρθρο, ενώ τα άλλα δύο συγγενικά φυτά συστεγάζονται στο σημερινό -και να δούμε αν έχουν αξιόλογο υλικό να γεμίσουν άρθρο.

Τα μπρόκολα φαίνεται πως εξελίχτηκαν σε αυτόνομο υποείδος στη νότια Ιταλία κι έτσι δεν είναι περίεργο που η διεθνής ονομασία τους είναι ιταλογενής. Εμείς λέμε μπρόκολο, δάνειο από το ιταλικό broccolo, που είναι υποκοριστικό του brocco («ξερόκλαδο, καρφάκι») το οποίο ανάγεται στο λατινικό broccus.

Αυτή η λατινική λέξη έχει αποκτήσει πολλά παιδιά κι εγγόνια σε διάφορες γλώσσες, ανάμεσα στις οποίες και η δική μας μπροσούρα, που την είπαν έτσι στα γαλλικά (brochure) επειδή ήταν ένα φυλλάδιο από χαρτιά συρραμμένα: συρραμμένα με καρφάκια.

Σε αλλες ευρωπαϊκές γλώσσες πήραν τον ιταλικό πληθυντικό, broccoli και τον έκαναν ενικό, κάποτε με ορθογραφική απλοποίηση (brocoli στα γαλλικά). Τα μπρόκολα είναι από τα λιγοστά μη εξωτικά οπωρολαχανικά που έχουν ομόρριζη ονομασία σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες -ίσως μάλιστα να είναι και το μοναδικό, δεν μου έρχεται άλλο στο μυαλό.

Τα μπρόκολα πρέπει να παρουσιάζουν αξιόλογα οφέλη για την υγεία, αλλά πολύς κόσμος τα βρίσκει πικρά ή άγευστα κι έτσι σπάνια θα βρεις κάποιον που να τα εκθειάζει από γαστρονομική άποψη -το πολύ να ακούσεις για τα διατροφικά τους πλεονεκτήματα ή για το ότι έχουν «αρνητικές θερμίδες» (με την έννοια πως ο οργανισμός καταναλώνει για να τα πέψει περισσότερες θερμίδες απ’ όσες παίρνει, αλλά δεν ξέρω αν ισχύει ο ισχυρισμός).

Θυμάμαι πως κάποιος πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Μπους ο πρεσβύτερος ίσως, μόλις ανέλαβε καθήκοντα έβαλε βέτο και τροποποίησε το μενού του Λευκού Οίκου εξοβελίζοντας τα μπρόκολα, που τα είχε άχτι, λέει, επειδή όταν ήταν μικρός τον ανάγκαζαν να τα τρώει. Κάνουν κάτι τέτοιες χειρονομίες για να δείχνουν ανθρώπινοι και κοντά στον μέσο άνθρωπο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Κύπρος, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 146 Σχόλια »

Μηνολόγιον Απριλίου 2019

Posted by sarant στο 1 Απρίλιος, 2019

Το Μηνολόγιο, που το δημοσιεύω εδώ συνήθως την πρώτη του μηνός, ήταν ιδέα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ο οποίος αρχικά το δημοσίευε στο περιοδικό Φιστίκι, που το έβγαζε επί πολλά χρόνια στην Αίγινα. Στο εδώ ιστολόγιο, το Μηνολόγιο άρχισε να δημοσιεύεται τον Οκτώβρη του 2010 και βέβαια μέσα σε 12 μήνες έκλεισε τον κύκλο. Τότε, αποφάσισα να εξακολουθήσω να το δημοσιεύω στις αρχές κάθε μήνα, επειδή έχει γίνει το σταθερό σημείο αναφοράς που ενημερώνεται συνεχώς με δικά σας σχόλια μέσα στη διάρκεια του μήνα, σχόλια που συνήθως αφορούν επισήμανση ημερομηνιών, αν και κυρίως αγγελτήρια θανάτων.

Οπότε, συνεχίζω τις δημοσιεύσεις όσο θα υπάρχει ενδιαφέρον, προσθέτοντας πάντοτε δικές σας προτάσεις από πέρυσι. Πάντως, σε κάποιες περιπτώσεις η επέτειος έχει εσκεμμένα μετατεθεί κατά μία ημέρα.

Δε 1 Του βαρώνου Μυγχάουζεν και των ανιδιοτελώς ψευδομένων
Τρ 2 Διεθνής ημέρα παιδικού βιβλίου
Τε 3 Γενέσιον Θεοδώρου Κολοκοτρώνη του στρατηλάτου
Πε 4 Γενέσιον Ανδρέου Ταρκόφσκη και αυτοκτονία Δημητρίου Χριστούλα
Πα 5 Ιακώβου Καζανόβα του μεγάλου εραστού
Σα 6 Του ζωγράφου Ραφαήλου
Κυ 7 Παγκόσμια ημέρα υγείας – Ιπποκράτους του Κώου
Δε 8 Γενέσιον Ιακώβου Μπρελ
Τρ 9 † Φραγκίσκου Βάκωνος
Τε 10 Θρίαμβος Σπυρίδωνος Λούη του ωκύποδος
Πε 11 Γιούρι Γκαγκάριν, του πρώτου ανθρώπου εις το Διάστημα
Πα 12 Τα μεγάλα Διονύσια
Σα 13 Βαρούχ Σπινόζα του προδρόμου του Διαφωτισμού και Σαμουήλ Μπέκετ γενέσιον
Κυ 14 † Βλαδιμήρου Μαγιακόφσκι αυτοχειριασμός
Δε 15 Λεονάρδου ντα Βίντσι
Τρ 16 † Γεωργίου Βιζυηνού, το τελευταίον της ζωής του ταξίδιον
Τε 17 Γενέσιον Κωνσταντίνου Καβάφη και τελευτή Νίκου Παπάζογλου και Δημήτρη Μητροπάνου
Πε 18 † Αλβέρτου Αϊνστάιν τελευτή
Πα 19 † Καρόλου Δαρβίνου
Σα 20 Ιωάννου Ιακώβου Ρουσώ και του Κοινωνικού Συμβολαίου
Κυ 21 Βεβήλωσις του Φοίνικος (αποφράς ημέρα)
Δε 22 † Γουλιέλμου Σαιξπήρου του μεγάλου δραματουργού
Τρ 23 † Τελευτή Γεωργίου Καραϊσκάκη. Και παγκοσμία ημέρα του βιβλίου
Τε 24 Της γενοκτονίας των Αρμενίων
Πε 25 † Μαγελάνου του εξερευνητού
Πα 26 Γενέσιον Ευγενίου Ντελακρουά
Σα 27 Γενέσιον Αδαμαντίου Κοραή του Διαφωτιστού
Κυ 28 Μιχαήλ Λομονόσωφ
Δε 29 † Κωνσταντίνου Καβάφη του ανεπαναλήπτου
Τρ 30 Μαρίας Πολυδούρη τελευτή.

Να διευκρινίσω εδώ ότι η νίκη του Σπύρου Λούη στην Ολυμπιάδα του 1896 έγινε, με το τότε ημερολόγιο, στις 29 Μαρτίου. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι Ολυμπιακοί αγώνες είναι ένα διεθνές γεγονός, και επειδή την ίδια μέρα το μηνολόγιο τιμά τη μνήμη ενός δικού μας προσώπου, προτίμησα να τιμήσω τον Λούη με το νέο ημερολόγιο, αλλά ας έχουμε κατά νου την αλλαγή των ημερολογίων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Δημήτρης Σαραντάκος, Επώνυμα, Επετειακά, Ετυμολογικά, Μηνολόγιο | Με ετικέτα: , , , , , , | 202 Σχόλια »

Σκούφια, η παροιμιακή

Posted by sarant στο 28 Μαρτίου, 2019

Μπήκε πια η άνοιξη, αλλά στα βορειότερα κλίματα το κρύο ακόμα δαγκώνει τα πρωινά. Προχτές χρειάστηκε να βγω νωρίτερα απ’ το συνηθισμένο και σκέφτηκα πως βιάστηκα ν’ αποστρατεύσω το σκουφί που κουβαλάω στο σακκίδιό μου τους χειμωνιάτικους μήνες. Αυτή όμως η παράλειψη μού θύμισε πως κάτι χρωστάω.

Βλέπετε, το σημερινό άρθρο το έχω υποσχεθεί εδώ και κάμποσο καιρό, ίσως από τότε που έγραψα το άρθρο για τις τραγιάσκες και την ετυμολογία τους. Τις τραγιάσκες τις πετούσαν στον αέρα ζητωκραυγάζοντας οι Ρουμάνοι φοιτητές, οπότε είχα τότε γράψει: Πράγματι, τον καιρό που ο κόσμος φορούσε καπέλα ήταν πολύ συνηθισμένο όταν ζητωκραύγαζαν ή πανηγύριζαν, να πετάνε και τα καπέλα τους στον αέρα. Αυτό το βλέπουμε και στην έκφραση «πετάει τη σκούφια του για…» όταν κάποιος δείχνει πολύ ενθουσιασμό για ενα θέμα. Φαίνεται πως και το καπέλο τύπου ρεπούμπλικα πήρε από ανάλογους πανηγυρισμούς το όνομά του (στην Ιταλία, και μας ήρθε μαζί με το όνομα). Στα σχόλια έγινε λόγος και για άλλες εκφράσεις με τη σκούφια, και είπα πως χρωστάω άρθρο για τη λέξη.

Στο λεξικό θα βρούμε τρεις βασικούς τύπους της λέξης: σκούφια, σκουφί και σκούφος. Φαίνεται πως η σκούφια είναι ο παλιότερος τύπος, και ίσως γι’ αυτό εμφανίζεται και στις διάφορες παροιμίες, αλλά στη σημερινή γλώσσα εντύπωσή μου είναι πως για να αναφερθούμε κυριολεκτικά στο κάλυμμα της κεφαλής μας θα πούμε «σκουφί» κυρίως ή «σκούφος» αν είναι κάπως μεγαλύτερος ή για ειδικές χρήσεις, και πιο σπάνια θα πούμε «σκούφια». Τη σκούφια την κρατάμε για τις παροιμίες.

Η λέξη φαίνεται να ετυμολογείται από το παλιό ιταλικό scuffia, ή το βενετικό scufia, που ανάγονται στο cuffia («κάλυμμα της κεφαλής») και στο υστερολατινικό cufia, ίσως παλαιογερμανικής ετυμολογίας. Ο Μπαμπινιώτης δεν αποκλείει την επίδραση του αρχαίου σκύφος = είδος κυπέλλου αλλά δεν βλέπω σε ποιο στάδιο μπορεί να ασκήθηκε αυτή η επίδραση.

Η σκούφια μπήκε στη γλώσσα μας στα βυζαντινά χρόνια. Στον Πόλεμο της Τρωάδος, χρησιμοποιείται αντί για την περικεφαλαία:

Κονταρέαν τὸν ἔδωκεν ἐπάνω εἰς τὸ σαγόνι·
τὸ λουρίκιν τῆς σκούφιας του ἐτρύπησεν ὀλίγον.

αλλά σε επόμενα κείμενα παίρνει τη σημασία τη σημερινή.

Είπαμε ήδη ότι «πετάω τη σκούφια μου για κάτι» σημαίνει ότι δείχνω μεγάλο ενθουσιασμό για ένα θέμα. Στους Χαλασοχώρηδες, ο Παπαδιαμάντης δίνει έναν πλατυσμό (που θέλει ο φίλος Πέπε) της έκφρασης, αν και στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα μπορούμε να σκεφτούμε και την κυριολεξία:

Ὁ Θόδωρος ὁ Μοστρόπουλος, πρὸ διετίας μόλις ἀποκατασταθεὶς εἰς τὸ χωρίον, εἶχε χωθῆ ὅλος εἰς τὰ πολιτικά, κ᾽ ἐπετηδεύετο μέγαν ζῆλον καὶ φανατισμὸν ὑπὲρ τοῦ κόμματος. Ἐπέτα τὴν σκούφιαν του κατὰ γῆς, τὴν ἐδάγκανε, τὴν ἐποδοπατοῦσε, ἐπήδα καὶ ἐχόρευεν ἀπὸ τὴν κομματικὴν ζέσιν.

Πάντως, η έκφραση λέγεται και σήμερα, που οι περισσότεροι βγαίνουμε στον δρόμο ασκεπείς -ή ξεσκούφωτοι. Συχνά, με το «για…», π.χ. πετάει τη σκούφια του για εκδρομές. Τη βρίσκω επίσης συχνά σε τίτλους αθλητικών ειδήσεων: Πετάει τη σκούφια του για να γυρίσει στην τάδε ομάδα ο τάδε προπονητής. Τον Ιούλιο του 2015 ο Ν. Φίλης του ΣΥΡΙΖΑ είχε δηλώσει ότι «δεν πετάμε τη σκούφια μας» για τη συμφωνία με τους δανειστές -τον οδυνηρό συμβιβασμό: δεν είμαστε και ενθουσιασμένοι.

Ωστόσο, δεν είναι αυτή η γνωστότερη παροιμιακή έκφραση με τη σκούφια. Νομίζω πως σαφώς πιο διαδεδομένη είναι «από πού κρατάει / βαστάει η σκούφια του», που συνήθως εκφέρεται αρνητικά: δεν ξέρω από πού κρατάει η σκούφια του: λέγεται, συνήθως με μια δόση καχυποψίας, για κάποιον του οποίου αγνοούμε πλήρως την καταγωγή και την προϊστορία. Πρέπει να είναι εξέλιξη της παλιότερης έκφρ. «από τι μαλλί βαστάει η σκούφια του» την οποία παραθέτει ο Βενιζέλος με το ερμήνευμα «επί των καθ’ όλα αγνώστων».

Γράφει, ας πούμε, ο Πικρός στα Χαμένα κορμιά: … το Τζούλιο Τζάκομο τον εραστή της, έναν Ιταλό που δεν ξέρει κανείς από πού βαστά η σκούφια του και που λέει πως είναι κόντες.  Ή, ο Καραγάτσης στον Γιούγκερμαν: Πρόβαλαν μέσα στην ξαφνιασμένη κοινωνία της Αθήνας άνθρωποι άγνωστοι, μυστήριοι, που κανείς δεν ήξερε πούθε βαστούσε η σκούφια τους, με τις τσέπες φίσκα στο χρήμα …           

Σπάνια θα δούμε να χρησιμοποιείται η έκφρ. στο πρώτο πρόσωπο και καταφατικά, δηλ. π.χ. «η σκούφια μου κρατάει από τη Μάνη». Είπαμε, είναι έκφραση που κρύβει καχυποψία για την προέλευση του λεγάμενου -όπως στα Σατιρικά Γυμνάσματα του Παλαμά:

Όχι λόγια χοντρά και λόγια κούφια·
μ’ όλους και με κανένα δεν ταιριάζουν.
Πούθε κρατεί του κάθε αχρείου η σκούφια
κράχ’ το με λόγια που να ξεσκεπάζουν·

Πάντως, η εφαρμογή που βρίσκει σε ποιες περιοχές της χώρας επιχωριάζει κάθε επώνυμο, που συχνά τη χρησιμοποιούμε εδώ, λέγεται «Από πού κρατάει η σκούφια σου»

Μια τρίτη έκφραση με τη σκούφια, που καταγράφεται στο ΛΚΝ, είναι «βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με». Σημαίνει: μη με κατηγορείς για κάτι που το κάνεις κι εσύ.

Νόμιζα ότι η έκφραση αυτή έχει παλιώσει, αλλά βλέπω ότι γκουγκλίζεται κάμποσο και καταγράφεται και στο slang.gr, όπου θα δείτε και τις ομοιότητες και τις διαφορές της από την παρεμφερή φράση «είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα».

Από το σλανγκρ ξεσηκώνω το παράδειγμα χρήσης: Όταν ο Επίτιμος είχε πει κάποτε – ως κακέκτυπο του Αριστοτέλους – «πολιτική δεν νοείται χωρίς ηθική», η μόνη απάντηση που ήρμοζε, αρμόζει και θα αρμόζει είναι, στεντορεία τη φωνή: βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με, καραγκιόζη. [Άραγε αν μας διαβάζει κανείς σε π.χ. 20 χρόνια θα καταλάβει ποιος είναι ο Επίτιμος;]

Το μόνο που δεν λέει το σλανγκρ είναι η προέλευση της φράσης. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη εξήγηση, η έκφραση γεννήθηκε από έναν ευτράπελο μύθο. Σε κάποιο μοναστήρι, ο ηγούμενος είχε κλειστεί στο κελί του με μια γυναίκα. Ενώ όμως βγάζανε τα μάτια τους, ξέσπασε ένας καβγάς ανάμεσα σε δυο καλόγερους, που πιάστηκαν στα χέρια. Οι άλλοι καλόγεροι χτύπησαν την πόρτα του κελιού του γούμενου για να τον ειδοποιήσουν, οπότε αυτός, πάνω στη βιασύνη του έκανε λάθος, και αντί για το καλογεροσκούφι φόρεσε το βρακί της λεγάμενης. Όταν βγήκε έξω, εξοργισμένος που τον είχαν διακόψει, άρχισε να μαλώνει τους πρωταίτιους της φασαρίας και να μοιράζει επιτίμια, οπότε ένας από αυτούς του λέει «βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με».

Μια τέταρτη έκφραση με τη σκούφια, πάντα στο ΛΚΝ, είναι: βάζω τη σκούφια μου στραβά, που λέγεται όταν αδιαφορούμε (επιδεικτικά) για κάτι, κυρίως επειδή έχουμε εξασφαλιστεί οικονομικά. Ωστόσο, πιο συχνά λέμε «φοράω στραβά το καπέλο μου».

Πάμε τώρα στις λιγότετρο συχνές εκφράσεις με τη σκούφια, που είναι μισοξεχασμένες.

  • παρακαλώ εγώ κι η σκούφια μου: αστεία μορφή παράκλησης, που οφείλεται στο ότι όταν παρακαλούσαν έβγαζαν συνήθως, σε ένδειξη σεβασμού, και το κάλυμμα της κεφαλής
  • πάρε τη σκούφια μου συχαρίκια: όταν μας αναγγείλουν κάτι ασήμαντο -αλλά ήδη η σημασία της λέξης «συχαρίκια» έχει αλλάξει και σημαίνει «συγχαρητήρια» και όχι την αμοιβή που δίνουμε σε όποιον μας αναγγείλει ευχάριστο νέο
  • είναι με τρύπια σκούφια: πάμπτωχος. Την έκφρ. την έχει ο Μακρυγιάννης.
  • γύρισε η σκούφια του ανάποδα: όταν κάποιος μένει εμβρόντητος από δυσάρεστη είδηση
  • τάφερε ο διάβολος και του Μανόλη η σκούφια ή: … κι η σκούφια του Μιχάλη. Ευτράπελος πλατειασμός. Υπάρχει και τραγούδι του Παναγιώτη Μιχαλόπουλου, Η σκούφια του Μιχάλη, όπου: Ο διάβολος την έβαλε κι η σκούφια του Μιχάλη, προτού να κλείσει μια πληγή να μου ανοίξει άλλη.
  • αγέννητο το παιδί, αγορασμένη η σκούφια -παραλλαγή του «ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τονε βγάλαμε»
  • μέτρα κεφάλια και κόψε σκούφιες, φράση που λεγόταν παλιά σε καφενεία όταν παράγγελνε κανείς καφέδες ή ρακές ή ποτό για όλη την παρέα. Ο καφετζής ρωτούσε «πόσους;» και ο παραγγέλνων και πλερώνων απαντούσε έτσι, εννοώντας «όσοι είμαστε». Η φράση δεν λέγεται πια, αφού για να παραγγείλεις σήμερα καφέ πρέπει να δώσεις λεπτομερέστατες προδιαγραφές, οπότε οι παραγγελίες εξατομικεύονται.
  • και τέλος, μια παροιμία που την έλεγε η συχωρεμένη η πεθερά μου, «Τι του λείπει του ψωριάρη; Σκούφια με μαργαριτάρι». Μάλλον την έχω εξευγενίσει, διότι η πεθερά μου την έλεγε: τι του λείπ’ του κασιδιάρη; Σκούφια με το μαργαριτάρι, έτσι με το άρθρο, όπως συνήθιζαν παλιά οι λαϊκοί άνθρωποι σε ορισμένα μέρη, π.χ. έφτιαξα αρνί με το σπανάκι. Βέβαια, του Κασιδιάρη του λείπει κι ένα ευρύχωρο, η δημοκρατία δεν εκδικείται, κελί.

Όλες αυτές οι παροιμίες για τη σκούφια, και σχεδόν καμία για το σκουφί ή τον σκούφο, αν εξαιρέσουμε το «ούφο με σκούφο», που τη θυμάμαι από τα νιάτα μου, αλλά την έχει και το slang.gr, ως επιτατικό του απλού ούφο.

Υπάρχει βέβαια και η σκουφίτσα ή το σκουφάκι που είναι στην αργκό το προφυλακτικό, κοινώς η καπότα, εξού και ο ξεσκούφωτος με αυτή τη σημασία, ενώ υπάρχει και το κλοτσοσκούφι, που λέγεται για κάποιον που όλοι τον περιφρονούν και κανείς δεν τον υπολογίζει, όπως στο τραγούδι που λέει η Βουγιουκλάκη, από την παλιά συνήθεια των παιδιών να παίζουν μπάλα με μια παλιά σκούφια που την είχαν γεμίσει με κουρέλια. Βέβαια, κλοτσοσκούφι είναι και περιφρονητική ονομασία για το ποδόσφαιρο, είτε γενικά ως άθλημα («πάλι κλοτσοσκούφι θα δούμε;») είτε ειδικά για το κακό ποδόσφαιρο («από τότε που ήρθε ο καινούργιος προπονητής, δεν παίζουμε ποδόσφαιρο, παίζουμε κλοτσοσκούφι».

Πρασινοσκούφηδες είναι οι στρατιώτες των Ειδικών Δυνάμεων, αλλά ο όρος «μαυροσκούφηδες» μπορεί να αναφέρεται είτε στους φαντάρους των τεθωρακισμένων (και «τέθωρες») από τον μαύρο μπερέ τους, είτε στους θρυλικούς έφιππους σωματοφύλακες του Άρη Βελουχιώτη στον ΕΛΑΣ, που φορούσαν ένα χαρακτηριστικό μαύρο καλπάκι. Δεν είναι πολύ γνωστό, αλλά το καλπάκι αυτό αρχικά το φορούσαν οι Λεγεωνάριοι του Διαμάντη, οι βλαχόφωνοι αυτονομιστές του Πριγκιπάτου της Πίνδου -όταν τους εξόντωσε ο ελασίτης καπετάνιος Νάκος Μπελλής πήρε λάφυρο μερικά καλπάκια που τα χάρισε στον Άρη.

Από παρατσούκλι θα προήλθε και το επώνυμο Αλογοσκούφης, όπως λεγόταν ο σήμερα σχεδόν ξεχασμένος «τσάρος της οικονομίας» επί κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή.

Αλλά αυτά είναι αλλουνού σκούφια. Η δική μας επισκόπηση τελειώνει εδώ!

 

 

 

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Παπαδιαμάντης, Παροιμίες, Ποίηση, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 211 Σχόλια »

Η μέρα του χαλβά

Posted by sarant στο 11 Μαρτίου, 2019

Κούλουμα σήμερα, αν και για τους ξενιτεμένους η μέρα είναι εργάσιμη και τίποτα το γιορταστικό δεν έχει. Τις φετινές Απόκριες δεν τις τίμησε αρθρογραφικώς το ιστολόγιο, οπότε σήμερα θα προσπαθήσω να επανορθώσω.

Πέρυσι είχαμε βάλει (σ’ επανάληψη) ένα άρθρο για τη λαγάνα, ταιριάζει σήμερα να λεξιλογήσουμε για το απαραίτητο συνοδευτικό της, τον χαλβά.

Ποιον χαλβά; θα αναρωτηθείτε. Ποιον απ’ όλους; Η ερώτηση μπορεί να έχει πολλές απαντήσεις διότι χαλβάδες υπάρχουν πολλοί -και εννοώ τη λέξη με την κυριολεκτική της σημασία.

Έχουμε, ας πούμε, τον σιμιγδαλένιο χαλβά, ο οποίος στη βασική του μορφή έχει απλούστατη σύνθεση, και είναι γνωστος και ως χαλβάς 1:2:3:4 επειδή παρασκευάζεται με 1 μέρος βούτυρο ή λάδι, 2 μέρη σιμιγδάλι, 3 μέρη ζάχαρη και 4 μέρη νερό. Ως εκεί, ξέρω κι εγώ που οι επιδόσεις μου στη μαγειρική είναι υποτυπώδεις. Αυτός είναι ο κατεξοχήν σπιτικός χαλβάς, ενώ τώρα τελευταία τον φερνουν συχνά και στις ταβέρνες σαν κέρασμα στο τέλος.

Υπάρχει βέβαια και ο χαλβάς Φαρσάλων ή σαπουνέ χαλβάς, που χρησιμοποιεί νισεστέ αντί για σιμιγδάλι. Η λέξη «νισεστές» είναι τουρκικό δάνειο, περσικής αρχής (nişasta, το αμυλάλευρο). Μου αρέσει, αλλά με γκώνει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 171 Σχόλια »

Από πότε υπάρχουν σούργελα;

Posted by sarant στο 7 Μαρτίου, 2019

Η ερώτηση του τίτλου δεν είναι εντελώς παραπλανητική, πάντως δεν κυριολεκτεί. Αφού, σύμφωνα με το λεξικό, σούργελο είναι το γελοίο υποκείμενο, ο περίγελος, θα έλεγε κανείς πως σούργελα υπάρχουν απανέκαθεν [δεν ταιριάζει περισσότερο ο ‘λαθεμένος’ τύπος;]

Ωστόσο, η απάντηση δεν είναι τόσο απλή. Και καλύτερα, πριν σας μπλέξω περισσότερο, να πάρω τα πράγματα με τη σειρά.

Τις προάλλες, ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος, που δεν χρειάζεται βέβαια συστάσεις, έδωσε μια σημαντική συνέντευξη στην Lifo. Aν δεν την έχετε διαβάσει, διαβάστε την και πείτε μου μετά αν βρίσκετε αντιπροσωπευτικό τον τίτλο που διάλεξε να βάλει η αρχισυνταξία της Lifo -εγώ τον θεωρώ δημοσιογραφικό ατόπημα, αφού με κανένα τρόπο δεν αποδίδει ο τίτλος το βασικό θέμα της συνέντευξης.

Η συνέντευξη Αλιβιζάτου συζητήθηκε πολύ διότι ο καθηγητής, πρόσωπο αδιαφιλονίκητου κύρους, έπλεξε το εγκώμιο του πρωθυπουργού, έψεξε το ΚΙΝΑΛ για τις παλινωδίες του, επέκρινε τους αντίπαλους του ΣΥΡΙΖΑ για επιθετικότητα και ανοίκειο ύφος (κατονομάζοντας τον, φίλο του πάντως, Γ. Πρετεντέρη) και, ενώ είχε να πει πολλά επικριτικά και για την κυβέρνηση και το κυβερνών κόμμα, δεν ήταν κατεδαφιστικός στην κριτική του αυτή. Επίσης πρόβλεψε οτι το μέλλον του Ποταμιού και του ΚΙΝΑΛ είναι δυσοίωνο καθώς το κυβερνών κόμμα έρχεται να αλώσει τον χώρο της Κεντροαριστεράς -και, στο θέμα αυτό, ο Αλιβιζάτος έχει βαρύνουσα γνώμη, αφού ήταν εκείνος που πρωτοστάτησε στη διαδικασία δημιουργίας του ΚΙΝ.ΑΛ. που τόσο άδοξα το διέλυσε ουσιαστικά η Φώφη Γεννηματά όταν αγνόησε επανειλημμένα και επιδεικτικά τους εταίρους της και επέβαλε τη δική της μειοψηφική (μεταξύ της ηγεσίας) άποψη, τόσο στο Μακεδονικό όσο και σε άλλα ζητήματα.

Στα κοινωνικά μέσα πολλοί φανατικοί αντισυριζαίοι (διότι πάει καιρός τώρα που ο φανατισμός είναι σχεδόν αποκλειστικότητα της αντισύριζα πλευράς) θεώρησαν προδοσία τη συνέντευξη του Αλιβιζάτου -και θα είχε πολύ ενδιαφέρον να το συζητήσουμε και αυτό, όπως και την ίδια τη συνέντευξη, όμως το χούι μας, γλωσσικό ιστολόγιο καθώς είμαστε, είναι να λεξιλογούμε. Και, όπως ξέρετε, πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Οπότε, θα λεξιλογήσουμε παίρνοντας αφορμή από μιαν αναφορά του κ. Αλιβιζάτου.

Σε ερώτηση για τις ριζικές μεταστροφές ανθρώπων με αφορμή το Μακεδονικό, ο Αλιβιζάτος απάντησε:

Κοιτάξτε, είναι και αγαπημένος μου φίλος από παλιά… ο Γιάννης Πρετεντέρης με τον οποίο έχω συμπορευθεί πολλές φορές τα τελευταία τριάντα χρόνια. Όταν, για παράδειγμα, είχε τεθεί στις αρχές της δεκαετίας του ’90 το Μακεδονικό από τον Αντώνη Σαμαρά είχαμε δώσει μαζί τη μάχη εναντίον του φανατισμού και της δίωξης ανθρώπων που παραπέμπονταν σε δίκες επειδή μοίραζαν προκηρύξεις υπέρ της ανεύρεσης λύσης.
Μου έχει κάνει εντύπωση η αλλαγή της θέσης του Γιάννη Πρετεντέρη σε αυτήν τη φάση. Κάθε άνθρωπος μπορεί να αλλάζει θέσεις, να περνάει από την άλλη πλευρά. Δεν είναι αυτό που μου κάνει εντύπωση. Είναι η απαξίωση με την οποία πλέον αντιμετωπίζει αυτούς που έχουν αντίθετη θέση από τη δική του.
Θυμάστε τι ειπώθηκε: «εξαγορές αληταριών», «παρέλαση σούργελων». Σημειωτέον, επειδή το έψαξα, «σούργελο» σημαίνει «μουνόπανο» στα τουρκικά.
Είναι πράγματι εντυπωσιακή η απαξίωση με την οποία πολλοί αντιμετωπίζουν την αντίθετη άποψη. Το έχω νιώσει για τα καλά κι εγώ στο πετσί μου όταν κάποιοι κεντροαριστεροί ή κεντροδεξιοί γνωστοί της πραγματικής ζωής μού επιτέθηκαν με άδικους χαρακτηρισμούς επειδή έχω πολιτική τοποθέτηση διαφορετική από αυτούς. Αλλά είπαμε, εδώ λεξιλογούμε. Οπότε, εστιαζόμαστε στην τελευταία φράση:

Σημειωτέον, επειδή το έψαξα, «σούργελο» σημαίνει «μουνόπανο» στα τουρκικά.

Εδώ έχουμε να εξετάσουμε δύο θέματα:

Α. Ισχύει αυτή η εντυπωσιακή πληροφορία για την αρχική σημασία της λέξης «σούργελο» στα τουρκικά;

Β. Εάν ισχύει, επηρεάζει αυτό τη σημασία της λέξης στα ελληνικά; Έστω τη χρήση της;

Ας ξεκινήσουμε από το δεύτερο, που είναι πιο εύκολο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 266 Σχόλια »

Η φαβορίτα του Λάνθιμου

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2019

Τις προάλλες, όταν η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου τιμήθηκε με κάμποσα βραβεία BAFTA, ο Κυρ. Μητσοτάκης συγχάρηκε με τουίτ στα αγγλικά τον σκηνοθέτη, όπου ανέφερε: Congratulations Yorgos Lanthimos for the great success of The Favorite at the

«Μάθε πρώτα πώς λένε την ταινία και μετά δώσε συγχαρητήρια» ήταν το δηκτικό σχόλιο του πρώτου σχολιαστή, ενώ και αρκετοί άλλοι επισήμαναν ότι ο τίτλος της ταινίας γράφεται κάπως διαφορετικά: The Favourite και όχι The Favorite.

Μικρό το κακό, φυσικά. Δεν πρόκειται για ανορθογραφία, αλλά για διπλοτυπία. Στα αμερικάνικα αγγλικά γράφουν favor, honor, color, ενώ στα βρετανικά αγγλικά favour, honour, colour και αυτή είναι μια από τις γνωστότερες ορθογραφικές διαφορές ανάμεσα στις δυο γλωσσικές ποικιλίες -υπάρχουν και άλλες, ίσως όμως όχι τόσες ώστε να δικαιώνουν το παλιό ευφυολόγημα ότι η Αγγλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι δυο χώρες που χωρίζονται από μια κοινή γλώσσα (φαίνεται πως το είπε ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σόου, ο οποίος βέβαια ήταν Ιρλανδός).

Οπότε, θα ήταν άδικο να κατηγορήσουμε τον καημένο τον Κούλη για λειψή γνώση της αγγλικής αν και καλά θα έκανε να ελέγξει τον τίτλο της ταινίας πριν συγχαρεί τον σκηνοθέτη της.

Όσο για τον ελληνικό τίτλο, είναι «Η ευνοουμενη». Επίτηδες δεν έβαλα τόνο, διότι και στο τρέιλερ της ταινίας αλλά και στην αφίσα της ο τίτλος γράφεται με κεφαλαία, Η ΕΥΝΟΟΥΜΕΝΗ, κι έτσι δεν ξέρουμε αν ο Λάνθιμος θα ήθελε να τονίζεται ο ελληνικός τίτλος της ταινίας του «Η ευνοούμενη» ή «η ευνοουμένη».

Όταν πρωτοέγραψα για την ταινία, έβαλα τόνο στην παραλήγουσα, «Η ευνοουμένη», επειδή θεώρησα πως όταν η μετοχή έχει ουσιαστικοποιηθεί (και σημαίνει την ερωμένη ενός εστεμμένου) παροξύνεται ενώ όταν παίζει ρόλο επιθέτου (π.χ. η ευνοούμενη παράταξη) τονίζεται στην προπαραλήγουσα. Ωστόσο, στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι αναφορές στα ελληνικά μέσα τονίζουν τη λέξη στην προπαραλήγουσα, Η ευνοούμενη, οπότε αυτό θα πάρουμε για σωστό εκτός αν ο Λάνθιμος εκφράσει άλλη άποψη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αγγλικά, Ετυμολογικά, Ιστορία, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , | 217 Σχόλια »

Γκώσαμε, ή μια τρύπα στα λεξικά μας

Posted by sarant στο 8 Φεβρουαρίου, 2019

Τις προάλλες, στην ομάδα «Υπογλώσσια» του Φέισμπουκ, όπου συμμετέχω κι εγώ, κάποιος φίλος έφερε για συζήτηση μιαν οθονιά από συζήτηση, έχοντας υπογραμμίσει τη λέξη «γκώσαμε».

Τη συζητησαμε λοιπόν εκεί, οπότε συνειδητοποίησα πως δεν την έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο, παρόλο που, γκουγκλίζοντας, βρίσκω πως έχουμε χρησιμοποιήσει μερικές φορές το ρήμα «γκώνω» και ιδίως τον τύπο «γκώσαμε», για παράδειγμα, σε συζήτηση για βιβλία κάποιος σχολίασε: «Όχι άλλο σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα, γκώσαμε πια» ενώ, με άλλη ευκαιρία, κάποιος άλλος έκανε το διαγλωσσικό λογοπαίγνιο «γκώσαμε πια με τα γκόσιπ!»

Όμως ξεκίνησα κάπως από τη μέση, θεωρώντας δεδομένο πως ξέρετε τι σημαίνει η λέξη -ίσως επειδή υποθέτω πως οι περισσότεροι θα την ξέρετε, αν και δεν αποκλείεται να έχετε ακούσει το «γκώσαμε» με τη σημασία του «φτάνει πια», «νισάφι», «μπάστα», «όχι άλλο κάρβουνο», αλλά να μην ξέρετε τι ακριβώς σημαίνει το σχετικό ρήμα.

Και, εδώ που τα λέμε, όλοι σχεδόν που χρησιμοποιούν την περίπου συνώνυμη «νισάφι» δεν ξέρουν -και δεν είναι ανάγκη να ξέρουν- την ετυμολογία της λέξης, ούτε τι σημαίνει η τουρκική λέξη insaf από την οποία προέρχεται το δικό μας νισάφι.

Το ρήμα «γκώνω» το είχα συμπεριλάβει στις Λέξεις που χάνονται, όπου έβαζα λέξεις που δεν συμπεριλαμβάνονταν στα μεγάλα λεξικά μας (τότε ήταν το ΛΚΝ και του Μπαμπινιώτη, το Χρηστικό δεν είχε κυκλοφορήσει το 2011 που βγήκε αυτό το βιβλίο μου). Είχα γράψει τα εξής:

Γκώνω και αγκώνω σημαίνει εξογκώνομαι, πρήζομαι από το πολύ φαγητό, αισθάνομαι κορεσμό. Το ρήμα είναι και αμετάβατο («έφαγα πολύ και έγκωσα») και μεταβατικό («οι λουκουμάδες με γκώνουν»). Πρόκειται για μια δυσάρεστη αίσθηση κορεσμού, πολύ κοντύτερα στο μπουχτίζω παρά στο χορταίνω. Προέρχεται από το αρχαίο ογκώ, μέσω του μεσαιωνικού ογκώνω, αγκώνω. Πανελλήνια και ολοζώντανη λέξη.

Προκειμένου για γλυκά, το γκώνω είναι λίγο πιο βαρύ από το λιγώνω. Σε ένα διάσημο στίχο από την Οδύσσεια του Καζαντζάκη, η Ράλα διώχνει το νιο ψαρά: «Σύρε στον ουρανό σου να χαθείς και παρθενιές δε θέλω / το άσπρο κρινάνθι σου μ’ αναγουλιάει κι η γλύκα σου με γκώνει».

Μεταφορικά, βρίσκουμε το γκώνω πολύ συχνά σε άρθρα εφημερίδων και σε διαδικτυακές συζητήσεις. Όταν στη Σκάλα του Μιλάνου οι θεατές αποδοκίμασαν τον σκηνοθέτη μιας παράστασης, ο Κ. Γεωργουσόπουλος έγραψε στα Νέα: «οι άνθρωποι έγκωσαν πια». Μάλιστα, εξελίσσεται σε παροιμιακή φράση το «γκώσαμε», σαν παραλλαγή και συνώνυμο των παλιότερων «δώσαμε, δώσαμε» και «όχι άλλο κάρβουνο», ένδειξη κορεσμού, π.χ.: «Όχι άλλες γκέι παραστάσεις. Γκώσαμε!» ή «Όχι άλλον [όνομα τηλεσχολιαστή]. Γκώσαμε!» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 261 Σχόλια »

Οι γκαζές της γκαζόζας γκαζώνουν αγκαζέ στο γκαζόν

Posted by sarant στο 7 Φεβρουαρίου, 2019

Το σημερινό άρθρο το ζητήσατε εσείς. Το περασμένο Σάββατο είχαμε τα Μεζεδάκια της γκαζόζας, με αφορμή τη διάσημη πια ατάκα του βουλευτή Αριστείδη Φωκά, που, όπως δικαιολογήθηκε, έχασε την ονομαστική ψηφοφορία επειδή είχε πιει μια γκαζόζα και αισθάνθηκε την ανάγκη να πάει εκεί που και οι βουλευτές πηγαίνουν μόνοι τους. Στα σχόλια εκείνου του άρθρου αρκετοί γκαζοζολογήσατε και ζητήσατε «μετ’ επιτάσεως» που λέει και το κλισέ να αφιερωθεί άρθρο στη γκαζόζα.

Αμ’ έπος αμ’ έργον λοιπόν.

Το άρθρο περιέχει τοποθέτηση προϊόντος, επειδή μου χρειαζόταν μια εικόνα και δεν έβρισκα καμία χωρίς μάρκα επάνω.

Η γκαζόζα, σύμφωνα με το ΛΚΝ, είναι «εμφιαλωμένο αεριούχο αναψυκτικό». Νομίζω πως ο ορισμός πάσχει, αν δεχτούμε ότι η γκαζόζα πρέπει να έχει γεύση λεμονιού (όχι να περιέχει λεμόνι). Το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας προσδιορίζει «που περιέχει κιτρικό οξύ».

Πράγματι, η γκαζόζα της εικόνας έχει τα εξής συστατικά: Νερό, Ζάχαρη, Διοξείδιο Άνθρακα, Μέσο Οξίνισης: Κιτρικό Οξύ, Αντιοξειδωτικό: Ασκορβικό Οξύ, Συντηρητικό: Σορβικό Κάλιο, Ρυθμιστής Οξύτητας: Κιτρικό Νάτριο, Φυσικές Αρωματικές Ύλες, ενώ η λεμονάδα περιέχει και χυμό λεμονιού.

Μ’ άλλα λόγια, η γκαζόζα δεν είναι λεμονάδα.

Η γκαζόζα είναι λαϊκό αναψυκτικό. Όπως είχα γράψει στο προηγούμενο άρθρο, σε μια παλιά ερωτική ταινία (σοφτ) που είχε γυρίσει προδικτατορικά, ο Κώστας Γκουσγκούνης αποδίδει την επιτυχία του στις γυναικες στο γεγονός ότι είναι χουβαρντάς. Και αμέσως μετά εμφανίζεται να πηγαίνει με μια κοπέλα στο ζαχαροπλαστείο και να τη ρωτάει «Να σε κεράσω μια γκαζόζα;». Ο Φρέντι Γερμανός είχε ειρωνευτεί την τόση γαλαντομία (στο «Γράψτο όπως το λέω»).

Ο Μπαμπινιώτης, αλλά και το Χρηστικό Λεξικό, υποστηρίζουν ότι η γκαζόζα ετυμολογείται από το ιταλικό gassosa, θηλυκό του gassoso, αεριώδης ή αεριούχος. H θεωρία αυτή προσκρούει στο ότι στα ιταλικά λέγεται gazzosa, που προφέρεται γκατσόζα.

Νομίζω πως δίκιο έχει το ΛΚΝ, που θεωρεί ότι τη γκαζόζα την πήραμε από το τουρκικό gazoz, το οποίο βέβαια έχει μάλλον γαλλική αρχή (από το eau gazeuse).

Tο απόκομμα που βλέπετε αριστερά, από εφημερίδα του 1901, που μιλάει για «φιάλες γκαζόζ» μάλλον δικαιώνει οριστικά το ΛΚΝ.

Δεν ξέρω αν θα το περιμένατε, όμως βρίσκω τη γκαζόζα 16 φορές σε ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, που του αρέσει να τη χρησιμοποιεί σε εικόνες με λαϊκούς ανθρώπους, π.χ. Στο καφενείο η γκουβερνάντα πίνει τη γκαζόζα της, το μωρό είναι ήσυχο μέσα στο καροτσάκι του. Υπάρχει μια φορά και στον Σεφέρη, στο Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη: Κάνει ζέστη βαθιά ώς τη νύχτα, τ’ άστρα πετάνε σκνίπες, πίνω άγουρες γκαζόζες και διψώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός | Με ετικέτα: , , , | 318 Σχόλια »

Η κουρελού τραγουδάει ακόμα

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2019

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της Αυγής, στην τακτική μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

Στην εδώ αναδημοσίευση προσθέτω ορισμένα περί κουρελούς όπως και τη φωτογραφία.

Η κουρελού τραγουδάει ακόμα

Ο μήνας που μας πέρασε ήταν γεμάτος γεγονότα. Η συμφωνία των Πρεσπών στάθηκε καταλύτης για το διαζύγιο των κυβερνητικών εταίρων και δρομολόγησε εξελίξεις -όχι μόνο την ψήφο εμπιστοσύνης αλλά και την ανασύνθεση των πολιτικών δυνάμεων. Τελικά, η Συμφωνία ψηφίστηκε από τη Βουλή μάλλον άνετα, αλλά η αξιωματική (και όχι μόνο) αντιπολίτευση μίλησε προσβλητικά για κυβέρνηση-κουρελού και χαρακτήρισε “ρετάλια” τους βουλευτές εκτός ΣΥΡΙΖΑ που έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης ή στήριξαν τη Συμφωνία των Πρεσπών στη Βουλή.

Κουρελού είναι υφαντό στο οποίο ως υφάδι έχουν χρησιμοποιηθεί λεπτές λουρίδες διάφορων υφασμάτων και το οποίο χρησιμεύει ως πρόχειρο χαλί ή στρωσίδι. Από την άποψη αυτή, ο χαρακτηρισμός “κουρελού” για την κυβερνητική πλειοψηφία δεν είναι πολύ ακριβής, αφού η κουρελού αποτελείται από πολλά μικρά κομμάτια και όχι από ένα μεγάλο και πολλά μικρά -αλλ’ ας το προσπεράσουμε αυτό.

Το κουρέλι δεν είναι λέξη ελληνικής ετυμολογίας· οι αρχαίοι ημών πρόγονοι είχαν το ράκος, λέξη ήδη ομηρική (π.χ. στην Οδύσσεια όταν ο Οδυσσέας εμφανίζεται στο παλάτι του ως ζητιάνος, φοράει ράκη: ζώσατο μὲν ῥάκεσιν περὶ μήδεα, “έζωσε τα κουρέλια του τριγύρω στα κρυφά του” στη μετάφραση του Σίδερη). Από εκεί έχει επιβιώσει ο ρακοσυλλέκτης. Όμως το κουρέλι είναι μεσαιωνικό δάνειο από το λατινικό coriellum, που ανάγεται στο corium, δέρμα και πετσί ζώου. Πάντως, σε μεσαιωνικά κείμενα βρίσκει κανείς κουρέλιν να λέγεται και το κοράλλι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , | 295 Σχόλια »

Στρουθοκαμηλισμός

Posted by sarant στο 23 Ιανουαρίου, 2019

Σε πρόσφατη ανοιχτή επιστολή του προς τους 300 βουλευτές, ο Μίκης Θεοδωράκης, εκφράζοντας την αντίθεσή του στη Συμφωνία των Πρεσπών, ανέφερε ανάμεσα στα άλλα:

Η κυβέρνηση αγνόησε και τους κινδύνους και τον ελληνικό λαό και, χωρίς καμία λογική, αποφάσισε να προχωρήσει, με κάθε κόστος. Για ένα θέμα στο οποίο δεν έχουμε κανένα απολύτως λόγο να κάνουμε πίσω, ένα θέμα που δεν χρειάζεται να «λυθεί» γιατί για την Ελλάδα είναι λυμένο.

Επομένως, σύμφωνα με τον Μίκη Θεοδωράκη, και δυστυχώς σύμφωνα με μεγάλη μερίδα του ελληνικού πολιτικού κόσμου και των συμπολιτών μας, το ζήτημα του ονόματος της γειτονικής χώρας «είναι λυμένο» και δεν χρειάζεται να «λυθεί» (τα τελευταία εισαγωγικά είναι του Μίκη).

Λίγο μετράει για τον Μ.Θ. και για όλους τους αρνητές της πραγματικότητας, ότι 140 χώρες έχουν αναγνωρίσει τη γειτονική χώρα με το συνταγματικό της όνομα, Δημοκρατία της Μακεδονίας. Όπως άλλωστε επισημαίνει ο ίδιος ο Μίκης σε επόμενο σημείο της επιστολής του:

Δεν έχει σημασία αν υπάρχουν χώρες που αναγνώρισαν τα Σκόπια με το όνομα «Μακεδονία» παραβλέποντας ότι έτσι γελοιοποιούνται μπροστά στην ιστορία. Θυμηθείτε το παράδειγμα της Δυτικής Γερμανίας, που δεν αναγνώρισε ώς το τέλος την Ανατολική Γερμανία παρά το ότι δεκάδες χώρες είχαν συνάψει μαζί της διπλωματικές σχέσεις, θεωρώντας πως δεν μπορεί η αποδοχή από τους άλλους να παραχαράξει τελεσίδικα την ιστορία χωρίς τη δική τους νομιμοποίηση.

Εδώ, ο Μ.Θ. επαναλαμβάνει μια ιστορική ανακρίβεια, που διακινούν οι αρνητές της πραγματικότητας τον τελευταίο καιρό. Βέβαια, είναι θλιβερό να βλέπει κανείς κάποιον που έχει θητεύσει δεκαετίες στην κομμουνιστική αριστερά να θεωρεί ότι η ύπαρξη της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας αποτελούσε ή διεκδικούσε παραχάραξη της γερμανικής ιστορίας, και εκτός αυτού η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο Γερμανιών δεν έχει και πολύ μεγάλη σχέση με το Μακεδονικό ζήτημα, αλλά πριν προχωρήσουμε είναι χρήσιμο να επισημάνουμε κι αυτήν την ανακρίβεια.

Είναι ακριβές ότι η Δυτική Γερμανία τις πρώτες δεκαετίες αρνιόταν απολύτως να αναγνωρίσει την ΛΔ της Γερμανίας. Θεωρούσε ότι είναι παράνομο κράτος, και την αποκαλούσαν «σοβιετική ζώνη κατοχής» ή «Ανατολική ζώνη». Ήταν το λεγόμενο «δόγμα Χαλστάιν» -μάλιστα, αρχικά η Δυτική Γερμανία αρνιόταν τις σχέσεις με οποιοδήποτε κράτος είχε αναγνωρίσει τη ΛΔΓ, κάνοντας αναγκαστική εξαίρεση για την ΕΣΣΔ.

Ωστόσο, η στάση αυτή άλλαξε όταν ο σοσιαλδημοκράτης Βίλι Μπραντ ανέλαβε την καγκελαρία και εφάρμοσε τη λεγόμενη Οστπολιτίκ, που αποκορυφώθηκε στην υπογραφή της Βασικής συνθήκης, τον Δεκέμβριο του 1972 -στα γερμανικά λεγόταν Grundlagevertrag και ο πλήρης τίτλος της ήταν: Vertrag über die Grundlagen der Beziehungen zwischen der Bundesrepublik Deutschland und der Deutschen Demokratischen Republik. Δεν χρειάζεται να ξέρετε γερμανικά για να καταλάβετε ότι τα δύο γερμανικά κράτη αλληλοαναγνωρίστηκαν, δηλαδή ότι η Δυτική Γερμανία αναγνώρισε τη ΛΔΓ με το συνταγματικό της όνομα -και από τότε οι σχέσεις μεταξύ των δύο γερμανικών κρατών ομαλοποιήθηκαν πλήρως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γερμανία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Μακεδονικό, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , | 290 Σχόλια »

Να λείπει το βύσσινο; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 21 Ιανουαρίου, 2019

Μια μεγάλη χαρά που πήρα τώρα στις γιορτές ήταν που μπόρεσα επιτέλους να συναντηθώ από κοντά με τον Νίκο Νικολάου, ή Nick Nicholas, τον δαιμόνιο Ηλληνιστεύκοντα γλωσσολόγο που μας κάνει συχνά την τιμή να σχολιάζει στο ιστολόγιο. Αλληλογραφία έχουμε εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, αλλά ως τώρα, επειδή εκείνος κυκλοφορούσε μεταξύ ΗΠΑ και Αυστραλίας κι εγώ συνήθως ήμουν εκτός Ελλάδος όποτε την επισκεπτόταν, δεν είχαμε μπορέσει να συναντηθούμε.

Ανάμεσα στα πολλά και τα διάφορα που συζητήσαμε, ο Νικολάου μού είπε ότι είχε γράψει, στα αγγλικά, αρκετά γλωσσικά άρθρα ελληνικού ενδιαφέροντος για άλλους ιστοτόπους. Του είπα λοιπόν, ότι θα ήταν πολύ καλή ιδέα αν μπορούσε να μεταφράσει/ξαναγράψει μερικά από τα άρθρα αυτά για το ιστολόγιό μας.

Σήμερα δημοσιεύω με πολλή χαρά το πρώτο άρθρο του Νίκου Νικολάου. Αν και όταν βρει καιρό, θα μας στείλει και άλλο, αλλά μην περιμένετε συχνότερα από ένα άρθρο το μήνα.

Μη σας ξεγελάει ο τίτλος. Το άρθρο δεν ασχολείται με την πασίγνωστη έκφραση «Να λείπει το βύσσινο», ή «να μένει το βύσσινο», που τη λέει κάποιος όταν αρνείται πρόταση ή προσφορά που του έγινε, επειδή συνοδεύεται από υποχρεώσεις που δεν θέλει να δεχθεί ή επειδή τη βρίσκει ασύμφορη ή επικίνδυνη. Με την έκφραση αυτή είχαμε ασχοληθεί σε παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, όπου εξετάζουμε και την κοινώς παραδεκτή ετυμολογία της λέξης «βύσσινο». Μόνο που ο Νίκος Νικολάου έρχεται εδώ να προτείνει μια διαφορετική ετυμολογία για το βύσσινο. Ας τον ακούσουμε. [Η αρχική δημοσίευση του άρθρου στα αγγλικά, είναι εδώ].

Να λείπει το βύσσινο;

Δύσκολο πράγμα η ετυμολογία, κατά γενική ομολογία. Για να κάνεις ετυμολογία σωστά, πρέπει να ξέρεις γερά και γλώσσες, και γλωσσικές διαδικασίες, και ιστορία, και να βάλεις κάτω και μπόλικη λογική. Και να τα βάλεις αυτά κάτω, πάλι θα καταντήσεις συχνά να ξεδιαλέγεις ανάμεσα σε περισσότερο και λιγότερο πιθανές εικασίες. Γιατί καταπώς είπε κι ο Τσιφόρος κάποτε, οι σοφοί διαφωνούν όταν δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Όταν ξέρουν, λένε «ένα κι ένα κάνουν δύο», και τελειώσανε.

Η δε ετυμολογία της νεοελληνικής, δεν είναι κι από τις λιγότερο ζόρικες. Έχεις να κάνεις με το βάρος της τρισχιλιετούς, έχεις να κάνεις με τις τόσες γλώσσες που πέρασαν από το ρωμαίικο κατά καιρούς, διαβατάρικες ή μόνιμες, έχεις να κάνεις και με το πολυπληθές των διαλέκτων και των γλωσσικών διαδικασιών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Συνεργασίες, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , | 168 Σχόλια »

Είκοσι λέξεις από τον Βασίλη τον Αρβανίτη

Posted by sarant στο 4 Ιανουαρίου, 2019

Μια εκδοτική συνήθεια που ακόμα διατηρείται, έστω κι αν φθίνει, είναι να εκδίδονται, στο τέλος της χρονιάς, συλλογές φιλολογικών και λογοτεχνικών κειμένων με τη λέξη «Ημερολόγιο» στον τίτλο τους, γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα ή τόπο. Ο Στρατής Φιλιππότης εκδίδει εδώ και πολλά χρόνια κάθε χρόνο το Αθηναϊκό ημερολόγιο ενώ ο Παναγιώτης Σκορδάς εκδίδει στη Μυτιλήνη το Λεσβιακό ημερολόγιο, με το οποίο συνεργάζομαι κι εγώ μερικές φορές, ως Μυτιληνιός δεύτερης γενιάς, στο πόδι του αείμνηστου πατέρα μου.

Στο Λεσβιακό ημερολόγιο 2019, που κυκλοφόρησε φέτος τον Δεκέμβριο, φιλοξενήθηκε κι ένα δικό μου κείμενο, που θα το παρουσιάσω σήμερα εδώ. Όπως συνηθίζω, είναι ένα κείμενο με λέξεις από ένα σημαντικό λογοτεχνικό έργο του Μυτιληνιού συγγραφέα Στράτη Μυριβήλη, λέξεις που δεν θα τις βρει ο αναγνώστης σε σημερινά λεξικά. Φυσικά κάποιες από αυτές περιλαμβάνονται και στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται».

Παραθέτω το άρθρο.

Είκοσι λέξεις από τον Βασίλη τον Αρβανίτη

Ο σημερινός αναγνώστης, ιδίως ο νεότερος, που θα θελήσει να διαβάσει ένα νεοελληνικό λογοτεχνικό έργο γραμμένο πριν από 100 περίπου χρόνια, στις αρχές του εικοστού αιώνα ή και στον μεσοπόλεμο, είναι πολύ πιθανό να συναντήσει δυσκολίες με αρκετές λέξεις που του είναι άγνωστες ή που για τη σημασία τους δεν είναι απόλυτα βέβαιος. Η δυσκολία είναι ακόμα μεγαλύτερη όταν στο λογοτεχνικό έργο χρησιμοποιείται ιδιωματικό λεξιλόγιο.

Κάτι τέτοιο είναι απόλυτα φυσιολογικό, αφού η γλώσσα εξελίσσεται, αλλά και η κοινωνία εξελίσσεται –και η αγροτική κοινωνία των αρχών του προηγούμενου αιώνα είναι πολύ διαφορετική από τη δική μας. Ο φιλέρευνος αναγνώστης που συναντά άγνωστες λέξεις προστρέχει για βοήθεια στο λεξικό. Και τις λέξεις της καθαρεύουσας που πιθανόν να αγνοεί, θα τις βρει εύκολα ή λίγο πιο δύσκολα, αν όχι στα σημερινά σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας (έχουμε τουλάχιστον τρία: το ΛΚΝ, του Μπαμπινιώτη και το Χρηστικό της Ακαδημίας, ενώ ένα τέταρτο, το ΜΗΛΝΕΓ είναι στα σκαριά) τότε σίγουρα σε παλαιότερα όπως του Δημητράκου.

Ωστόσο, για τις λαϊκές άγνωστες λέξεις, και πολύ περισσότερο για τις ιδιωματικές λέξεις, δύσκολα θα βρεθεί ανάλογη βοήθεια: οι λέξεις του τύπου αυτού αντιμετωπίζονταν κάπως περιφρονητικά από την παλαιότερη λεξικογραφία, κι έτσι δεν θα βρεθούν ούτε στα σύγχρονα λεξικά, αφού δεν λέγονται πια, ούτε στα παλιότερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Λογοτεχνία, Μυτιλήνη, Μυθιστόρημα, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , | 245 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στον Μανώλη (ή τον Μανόλη)!

Posted by sarant στο 26 Δεκέμβριος, 2018

Δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων σήμερα, γιορτάζουν οι Μανώληδες, ευκαιρία να τους αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο και να προσθέσουμε έναν ακόμα κρίκο στην αλυσίδα των ονοματολογικών μας άρθρων, το τελευταίο από τα οποία το ανεβάσαμε πριν από δυο ακριβώς εβδομάδες, όταν γιόρταζε ο Σπύρος.

Να θυμίσω ότι στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιέψει κι άλλα τέτοια άρθρα, αφιερωμένα σε ονόματα, τη μέρα της γιορτής τους, και έχουμε καλύψει τα περισσότερα πολύ διαδεδομένα αντρικά και γυναικεία ονόματα -τη Μαρία και την Άννα, τον Δημήτρη και τη Δήμητρα, τον Γιάννη, τον Γιώργο, τον Νίκο, τον Κώστα και την Ελένη, τον Στέλιο και τη Στέλλα, τον Χρίστο (ή Χρήστο) και την Κατερίνα. Από τα λιγότερο συχνά έχουμε αφιερώσει άρθρο στον Σπύρο πρόσφατα και παλιότερα στον Θωμά και στον Στέφανο.

Όπως και ο Σπύρος, έτσι και ο Μανώλης δεν είναι από τα πολύ συχνά αντρικά ονόματα. Σύμφωνα με μια έρευνα, ο Μανώλης έχει τη 17η θέση ανάμεσα στα αντρικά ελληνικά ονόματα, ενώ το θηλυκό, η Εμμανουέλα, είναι αισθητά σπανιότερο, αφού βρίσκεται στην 134η θέση των γυναικείων.

Όμως, αυτή είναι η γενική εικόνα, που ισχύει για το σύνολο της χώρας. Τοπικά, υπάρχουν παραλλαγές -και θα το ξέρετε ότι ο Μανόλης (ή Μανώλης) είναι όνομα πολύ συχνό στην Κρήτη, το συχνότερο μάλιστα, σύμφωνα με διάφορες έρευνες.

Γιατί τους Κρητικούς τούς λένε Μανώληδες; Ακριβώς αυτό το ερώτημα το είχαμε θέσει στο ιστολόγιο σε ένα άρθρο πριν από οχτώ χρόνια. Κι ενώ από τη σχετική συζήτηση είχε επιβεβαιωθεί η θέση για τη συχνότητα του ονόματος στη Μεγαλόνησο, δεν καταλήξαμε ως προς την αιτία της συχνότητας. Πάντως δυο επισημάνσεις που φαίνεται να έχουν βάση είναι οι εξής: α) Η Κρήτη ήταν πεδίο μαζικών εξισλαμισμών-εκτουρκισμών με προσφορά προνομίων. Οπότε, οι Κρητικοί που έμεναν πιστοί στη χριστιανική πίστη ήταν εύλογο να επιλέγουν ένα όνομα εμφανώς δηλωτικό όπως το Εμμανουήλ. β) Ωστόσο, όχι μονο το Εμμανουήλ, αλλά και άλλα δύο ονόματα συχνά στην Κρήτη, Μιχαήλ και Ιωσήφ, είναι εβραϊκά, προέρχονται από το ιερό βιβλίο που είναι κοινό στις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, την Παλαιά Διαθήκη.

Όμως το πιάσαμε κάπως «ιν μέντιας ρες» το θέμα. Ποια η ετυμολογία του ονόματος; Ο Μανώλης έχει την επίσημη μορφή Εμμανουήλ, που όπως είπαμε πιο πάνω είναι εβραϊκής προέλευσης και σημαίνει «ο Θεός μαζί μας». Η πρόταση δεν έχει ρήμα, οπότε μπορεί κανείς να το θεωρήσει είτε ως ευχή είτε ως διαπίστωση. Στα εβραϊκά είναι Ιμμανουέλ, όπου το «Ελ» αντιστοιχεί στον Θεό.

Το όνομα εμφανίζεται σε προφητεία του Ησαΐα (7.14) στην Παλαιά Διαθήκη, η οποία επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτολεξεί (με μόνη διαφορά το «καλέσεις» που γίνεται «καλέσουσιν») στο Κατά Ματθαίον (1.23):

ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἔξει καὶ τέξεται υἱὸν, καὶ καλέσουσιν τὸ ὅνομα αὐτοῦ Ἐμμανουηλ, ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ θεός.

Οπότε, το Εμμανουήλ («ο Θεός μαζί μας») είναι όνομα που προφητεύτηκε πως θα δώσει ο λαός του Ισραήλ στον Ιησού αναγνωρίζοντας πως είναι υιός Θεού.

Καθώς ήταν όνομα του Ιησού, οι πατέρες της Εκκλησίας το συζήτησαν και το ανέλυσαν, αλλά το όνομα δεν δινόταν σε ανθρώπους κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και, όταν δόθηκε στους ώριμους αιώνες του Βυζάντιου, δόθηκε με τη μορφή Μανουήλ. Ήταν ταμπού να δίνεται σε θνητούς όνομα Θεού. (Ωστόσο, στη γαλλική μόνο Βικιπαίδεια βρισκω έναν Εμμανουήλ που μαρτύρησε επί Διοκλητιανού -θα είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα).

Στη βάση δεδομένων των συγγραφέων του TLG, ο αρχαιότερος Μανουήλ είναι ο Μανουήλ Στραβορωμανός, που έζησε τον 11ο αιώνα, και ακολουθούν, τον 12ο αιώνα, ο Μανουήλ Καραντηνός και ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός (1118-1180). Σε κάποιο σημείο των Πτωχοπροδρομικών, ο Πρόδρομος για να κολακέψει τον αυτοκράτορα Μανουήλ τον αποκαλεί «Εμμανουήλ παρά σαρανταπέντε», εννοώντας την αξία των γραμμάτων ΕΜ (ή μάλλον ΜΕ) κατά τα οποία διαφέρουν τα δυο ονόματα.

Αλλά αυτά τα έχει πει καλύτερα από μένα ο Καβάφης (ναι, ο Καβάφης!) οπότε μεταφέρω:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βυζάντιο, Ετυμολογικά, Καβαφικά, Ονόματα, Ρεμπέτικα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 191 Σχόλια »

Το γκλομπ και το κλαμπ

Posted by sarant στο 14 Δεκέμβριος, 2018

Επειδή ταξίδευα χτες και δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο, καταφεύγω στη δοκιμασμένη μέθοδο της επανάληψης, κι έτσι θα αναδημοσιεύσω ένα άρθρο που είχε πρωτοδημοσιευτεί στο ιστολόγιο πριν από εννιά χρόνια (και κάτι μέρες). Σήμερα κάνω κάποιες αλλαγές, μεταξύ άλλων επειδή το αρχικό άρθρο εστιαζόταν σε μια πορτοκαλική ετυμολογία του ακροδεξιού Κ. Πλεύρη, ενώ το θέμα έχει ενδιαφέρον αυτοτελές, και εννιά χρόνια μετά δεν χρειάζεται η παρά-πλευρη έμφαση.

Τι σχέση έχουν τα κλαμπ με τα γκλομπ, θα ρωτήσετε; Αν γίνει φασαρία σε ένα κλαμπ, μπορεί να επέμβει η αστυνομία,  οι δε αστυνομικοί έχουν κλομπ, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς -όμως η σχέση ανάμεσα στις δύο λέξεις είναι ετυμολογική και μόνο.

Να ξεκινήσουμε από το κλαμπ.

Λοιπόν, το κλαμπ. Λέξη αγγλική, αν και δεν είναι βέβαιο πως εμείς τη δανειστήκαμε από τα αγγλικά.

Κλαμπ είναι η λέσχη, ειδικότερα η αγγλική λέσχη, ο σύλλογος γενικότερα. Τη λέξη τη χρησιμοποιούμε στα σημερινά ελληνικά κυρίως για ένα είδος νυχτερινών κέντρων, με χορό και μουσική. Αυτά παλιότερα, στη δεκαετία του 1960 ας πούμε, τα λέγαμε νάιτ κλαμπ, τότε που η λέξη σκανδάλιζε κάθε καθωσπρέπει πατέρα με τη σκέψη ότι το σπλάχνο του μπορεί να παρασυρθεί σε τέτοια καταγώγια, τώρα όμως σπάνια το λέμε έτσι. Παρόλο που η λέξη ήρθε σχετικά αργά κι έτσι δεν προσαρμόστηκε στο κλιτικό σύστημα της ελληνικής (αν και τα Ημισκούμπρια έχουν τραγουδήσει για κλάμπι), έχει δώσει το κλαμπάκι, αν και το άλλο πιο πρόσφατο παραγωγό της είναι κι αυτό ξενότροπο, το κλάμπινγκ.

Βέβαια ‘κλαμπ’ είναι και κάθε είδους λέσχη, και το χρησιμοποιούμε και μ’ αυτή τη σημασία, ενώ το λέμε και κάπως μεταφορικά, συχνά χαριτολογώντας, για μια άτυπη κοινότητα ανθρώπων ή πραγμάτων με τα ίδια χαρακτηριστικά –για παράδειγμα, όταν ανακοίνωσα ότι παντρεύομαι κάποιοι παντρεμένοι μου είπαν ‘καλώς ήρθες στο κλαμπ των παντρεμένων’ (βέβαια μερικοί το είπαν στα αγγλικά, welcome to the club)· αλλά και τώρα διαβάζω σε μια εφημερίδα ότι το Octavia είναι το φτηνότερο μέλος «του κλαμπ των 200 ίππων».

Μια άλλη σημασία της λέξης στα ελληνικά, πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια στη γλώσσα των αθλητικογράφων, είναι η σημασία «ποδοσφαιρικός σύλλογος, ιδίως μεγάλος». Οι αθλητικογράφοι αρέσκονται πολύ να ονομάζουν κλαμπ τους ποδοσφαιρικούς συλλόγους, λες κι αν γράψουν ‘σύλλογος’ ή ‘ομάδα’ θα τους πέσει η μύτη. Βέβαια, συνήθως κλαμπ ονομάζονται οι μεγάλες και ιστορικές ομάδες, όπως Μπαρτσελόνα, Ρεάλ, Λίβερπουλ, τέτοιες. Ο Σαρωνικός Αιγίνης δεν είναι κλαμπ. Τέλος, υπάρχει το «φαν κλαμπ», η λέσχη των θαυμαστών ενός τραγουδιστή ή ηθοποιού, ενώ από τα εδέσματα θα αναφέρουμε το κλαμπ σάντουιτς.

Όλες αυτές οι σημασίες υπάρχουν και στα αγγλικά και βέβαια μας θυμίζουν τα κλαμπ της αγγλικής αριστοκρατίας, εκείνους τους μυθικούς τόπους καταφυγής των γαλαζοαίματων παράσιτων, που τόσο σπαρταριστά περιγράφει ο Γουντζχάουζ στις ιστορίες τού αξιαγάπητου μικρονοϊκού αριστοκράτη Μπέρτι Γούστερ και του πανέξυπνου υπηρέτη του, του Τζιβς (που όποιος τις μεταφράσει στα ελληνικά θα του βγάλω το καπέλο μέχρι το δάπεδο, μια και τις θεωρώ σχεδόν αμετάφραστες, δηλαδή μη μεταφράσιμες).

Όμως, αυτή η σημασία, της συνάθροισης δηλ. ανθρώπων που έχουν κοινά ενδιαφέροντα (και κατ’ επέκταση των χώρων στους οποίους συχνάζουν) δεν είναι η πρώτη χρονολογικά σημασία της λέξης club στα αγγλικά. Όπως ξέρουμε, club είναι επίσης στα αγγλικά το ρόπαλο, το ματσούκι. Αυτή η σημασία στα αγγλικά, μου λέει το OED πως είναι η αρχαιότερη, πως υπάρχει από το 1200 (ως clubbe) και έχει συγγενικές λέξεις στις σκανδιναβικές γλώσσες.

 Θα ρωτήσετε, και με το δίκιο σας, πώς φτάσαμε από το ματσούκι στη λέσχη; Τι περίεργο σημασιολογικό άλμα είναι δαύτο; Άλμα είναι, και μεγάλο μάλιστα, και το χειρότερο είναι πως κι οι ίδιοι οι εγγλέζοι δεν ξέρουν να το εξηγήσουν πειστικά. Φαίνεται πάντως ότι από τη σημασία της σφιχτής μάζας, όπως σφιχτή είναι η άκρη του ροπάλου, προήλθε με κάποιο τρόπο και η σημασία της συγκέντρωσης ανθρώπων και από εκεί της λέσχης και των κλαμπ.

Στα σημερινά αγγλικά συνυπάρχουν και οι δυο σημασίες, του ρόπαλου και της λέσχης, πράγμα που έδωσε τη δυνατότητα στον Γκράουτσο Μαρξ, ο οποίος παρεμπιπτόντως είχε πει ότι ουδέποτε θα γινόταν μέλος ενός κλαμπ το οποίο θα τον δεχόταν για μέλος, να πει επίσης: I got a good mind to join a club and beat you over the head with it (από την ταινία Duck soup, βλ. δίπλα). Νομίζω ότι οι μαρξιστές του ιστολογίου πρέπει να το ξέρουμε αυτό.

Όσοι εκτός από μαρξιστές είναι και χαρτόμουτρα, θα προσθέσουν ότι club στα αγγλικά είναι και τα σπαθιά, η μία από τις τέσσερις φυλές της τράπουλας. Πράγματι, μόνο που το σύμβολο που τα συνοδεύει, το ♣, δεν μοιάζει και πολύ με ματσούκι. Ούτε με σπαθί μοιάζει, εδώ που τα λέμε. Βλέπετε, στις ονομασίες των φυλών της τράπουλας έχει γίνει ένα φοβερό αλαλούμ που αξίζει να το δούμε σε άλλο σημείωμα, πάντως το τριφυλλάκι των σπαθιών και των clubs είναι γαλλική επιρροή –εκείνοι βέβαια τα λένε Trèfles, τριφύλλια, οπότε είναι συνεπείς.

Τελειώσαμε; Όχι ακόμα. Διότι αυτό το πρωτεϊκό club, που είναι και ρόπαλο, είναι και λέσχη, είναι και τριφυλλόμορφη φυλή της τράπουλας, έχει δώσει κι άλλο ένα δάνειο στην ελληνική γλώσσα, οπότε πρέπει να μιλήσουμε και γι’ αυτό. Εννοώ το γκλομπ ή κλομπ, το ροπαλάκι που κουβαλάνε οι αστυνομικοί και ενίοτε το κατεβάζουν και σε κανένα κεφάλι. Αυτό είναι δάνειο από τα αγγλικά, διότι στα γαλλικά δεν έχει περάσει η σημασία club = ρόπαλο (μόνο μπαστούνι του γκολφ). Θα επιστρέψω στο ρόπαλο αλλά πρώτα θέλω να ξεκαθαρίσω πότε και από πού μπήκε στην ελληνική γλώσσα το «κλαμπ» (με τη σημασία της λέσχης).

Τα μεγάλα λεξικά μας (ΛΚΝ και Μπαμπινιώτη) θεωρούν ότι η λέξη κλαμπ είναι δάνειο από τα αγγλικά, χωρίς να δίνουν χρονολογία εισόδου στην ελληνική. Έχω κάποιες επιφυλάξεις. Οι παλαιότερες εμφανίσεις της λέξης στα ελληνικά είναι από τα γαλλικά και αφορούν διάφορες λέσχες γαλλικές, όπως το Automobile Club (μεταγραμμένο στα ελληνικά, βεβαίως) είτε σε ανταποκρίσεις από Παρίσι είτε σε μεταφράσεις γαλλικών μυθιστορημάτων. Η παλιότερη ανεύρεση, από το 1908.

Βέβαια, στα επόμενα χρόνια δεν άργησαν να εμφανιστούν και εγχώρια κλαμπ, όχι νυχτερινά κέντρα εννοείται, αλλά λέσχες και σύλλογοι όπως το τέννις κλαμπ. Και εδώ πρέπει να πούμε ότι επειδή στα γαλλικά η λέξη club προφέρεται περίπου «κλομπ», με ένα ιδιότροπο /ο/ κοντά στο –ου- πολλές φορές τη λέξη τη βρίσκουμε γραμμένη «κλομπ» ή «κλουμπ» (το Πέρα Κλουμπ της Πόλης ακόμα υπάρχει, τώρα στην Αθήνα, και μάλιστα το τμήμα ποδοσφαίρου αγωνιζόταν έναν καιρό στη Δ’ Εθνική). Για παράδειγμα, στο Ελεύθερο Βήμα, το 1927: «Προχθές Κυριακή ήτο η «ουβερτύρ» του τέννις κλομπ με απαρτία ωραίου και κομψού κόσμου».

Αλλά ας επιστρέψω στο άλλο κλομπ, το αστυνομικό ροπαλάκι ή γκλομπ. Πότε μπήκε αυτό στα ελληνικά; Έχω ψάξει αρκετά τα σώματα των εφημερίδων και παρατηρώ το εξής ενδιαφέρον, ότι η λέξη «κλομπ» με τη σημασία του ροπάλου ή γκλομπ απουσιάζει εντελώς πριν από το 1929, ενώ ξαφνικά μετά το 1929 εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα, σχεδόν πάντα σε περιγραφές επιθέσεων της αστυνομίας εναντίον απεργών ή διαδηλωτών, όπως εδώ: «ούτω συνήφθη πραγματική μάχη, των απεργών χρησιμοποιούντων καρέκλας και των αστυνομικών καρέκλας και κλομπ». Εικάζω, αν και δεν το έχω διασταυρώσει από άλλη πηγή, ότι η αστυνομία πρέπει να υιοθέτησε το ροπαλάκι στα τέλη του 1928 ή στις αρχές του 1929, αλλιώς δεν εξηγείται εύκολα η απόλυτη απουσία του πρωτύτερα και η μαζική παρουσία του μετά. Εκτός βέβαια αν δεν έψαξα καλά στα σώματα των εφημερίδων. Βέβαια, κάποιο ματσούκι θα είχαν και πριν οι αστυνομικοί, αλλά επειδή δεν το είχαν εισαγάγει απέξω δεν θα το λέγανε έτσι.

Η παραλλαγή γκλομπ είναι λαϊκότερη –έχουμε και μερικά άλλα παραδείγματα τροπής αρχικού κ σε γκ, αλλά σε αρσενικά ή θηλυκά, οπότε εξηγείται από τη συνεκφορά με άρθρα. Εδώ δεν μπορώ να την εξηγήσω. Όμως μπορώ να σκεφτώ ότι λόγω της εμφάνισης του κλομπ = ροπαλάκι το κλομπ = λέσχη άρχισε να υποχωρεί κι έτσι (βοηθώντας και η αγγλομάθεια) επικράτησε ο τύπος κλαμπ.

Στο παλιό άρθρο είχα αναφερθεί εκτενώς στην πορτοκαλική ετυμολογία του Πλεύρη, ας την παραθέσω κι εδώ σε συντομία.

Λοιπόν, στο βιβλίο του Κώστα Πλεύρη «Οι κίναιδοι», ο… μέγας διανοητής αναφέρεται στη Σαπφώ, και λέει ότι με τις φίλες της τη συνέδεε απλώς αγνή φιλία και ότι στις αιολικές πόλεις οι γυναίκες είχαν δικαιώματα και ότι «ελειτούργουν κλειστοί σύλλογοι, με μέλη γυναίκας, που ησχολούντο με την καλλιτεχνικήν, πολιτικήν και γενικωτέραν πνευματικήν δημιουργίαν. Εις αυτούς τους κλειστούς συλλόγους, που εθεωρούντο «κλωβοί» εισήρχοντο μόνον τα μέλη. Το γράμμα «ωμέγα» στα αρχαία Ελληνικά προφέρεται και ως «ου». Ο κλωβός (κλουβί) μεταφερθείς στα λατινικά προφέρεται clubo, εξελίχθη στα ιταλικά εις clubo, στα αγγλικά club, κτλ. που εννοεί τον κλειστόν σύλλογον, άλλως «κλαμπ» των ξενομανών».

Θέλει κάποιο ταλέντο για να χωρέσεις σε μια παράγραφο τόσο πολλές και τόσο χοντρές κοτσάνες! Μετρήστε:

α) Η λέξη κλωβός στα αρχαία είχε μοναδική σημασία «κλουβί, ιδίως για πουλιά».
β) Η λέξη είναι πολύ μεταγενέστερη, δεν υπήρχε στην εποχή της Σαπφώς.
γ) Η λέξη κλωβός δεν έχει μεταφερθεί στα λατινικά.
δ) Λέξη clubo δεν υπάρχει στα λατινικά· το κλουβί στα λατινικά λεγόταν cavea.
ε) Ούτε στα ιταλικά υπάρχει λέξη clubo.
στ) Το κυριότερο: η αγγλική λέξη club, όπως ήδη είδαμε, έχει εντελώς διαφορετική ετυμολογία.

Πρέπει βέβαια να πούμε ότι η «εφεύρεση» της ετυμολογίας του club από το κλωβός δεν είναι ολότελα του Πλεύρη. Στα Άτακτα, στον τρίτο τόμο, ο Κοραής αναφέρεται σε κάποιον περίεργο θεσμό της αρχαίας Χίου, το πρεσβυτικόν, όπου μαζεύονταν οι ηλικιωμένοι πολίτες και έπιναν, έπαιζαν και συζητούσαν τα πολιτικά, και λέει ότι μοιάζει «με τας συνήθεις εις τα πολιτισμένα της Ευρώπης έθνη Εταιρίας, τας λεγομένας Κλωβούς (Clubs), ή τους εις την Ιταλίαν ονομαζομένους Οικίσκους (casini)». Ο Κοραής δηλαδή δεν ετυμολογεί το club από τον κλωβό, αλλά εξελληνίζει το club σε κλωβός, μια και η συνήθεια της εποχής ήταν να εξελληνίζονται τα πάντα.

Δεν ξέρω λοιπόν αν μόνος του ο Πλεύρης φαντάστηκε ότι το club ετυμολογείται από τον κλωβό ή αν διάβασε τον Κοραή και τον διέστρεψε, αλλά και δεν ενδιαφέρει. Η ιστορία της λέξης είναι τόσο ενδιαφέρουσα, από ρόπαλο σε λέσχη και σε εντευκτήριο αριστοκρατών, και μετά σε αθλητικούς συλλόγους και σε κέντρα διασκέδασης της νεολαίας, και ταυτόχρονα πάλι σε ρόπαλο στα χέρια αστυνομικών αυτή τη φορά, και από τις σκανδιναβικές χώρες στην Αγγλία και μέσω Γαλλίας στα ελληνικά, οπότε ας αφήσουμε καλύτερα στη δυστυχία του τον κακομοίρη τον Πλεύρη και ας απολαύσουμε τη γλώσσα που είναι τόσο απέραντη ώστε από αγκάθι να βγαίνει ρόδο.

Πριν τον αφήσουμε όμως, ας τον τσιγκλίσουμε λιγάκι: η αρχαία ελληνική λέξη «κλωβός», που όπως είπαμε δεν είναι της κλασικής αρχαιότητας αλλά μεταγενέστερη, δεν είναι ακραιφνής ελληνική· το χειρότερο; Σύμφωνα με τα λεξικά, ο κλωβός είναι σημιτικό δάνειο. Το κλουβί είναι κελούβ στα εβραϊκά, κελούμπ στα συριακά. Και μ’ αυτό το πάρθιο βέλος (ή ροπαλιά) μπορώ να κλείσω το άρθρο.

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Χαρτοπαίγνιο | Με ετικέτα: , , , , | 198 Σχόλια »