Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ετυμολογικά’ Category

Σήμερα ächi thálassa (του Χανς Αιντενάιερ)

Posted by sarant στο 17 Ιανουαρίου, 2018

Ο καθηγητής Χανς Αϊντενάιερ (Eideneier) και η γυναίκα του η Νίκη είναι εδώ και πολλές δεκαετίες ίσως οι καλύτεροι πρεσβευτές της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού στη Γερμανία. Στον Χανς οφείλουμε πολλά σημαντικά βιβλία, όπως τις Όψεις της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας ή εκδόσεις βυζαντινών κειμένων (Πτωχοπρόδρομος, Πουλολόγος, Παιδιόφραστος διήγησις, Σπανός).

Έχουμε μια αλληλογραφία και ανταλλαγή βιβλίων, και μου έστειλε πριν από λίγο καιρό ένα πρόσφατο βιβλίο του, το Ärmellos in Griechenland, στο οποίο συγκεντρώνει άρθρα του γραμμένα στα γερμανικά, δημοσιευμένα στην εφημεριδα Griechenland Zeitung, γερμανόφωνη εφημερίδα που εκδίδεται στην Αθήνα. Πρόκειται για γλωσσικά άρθρα που αρκετά από αυτά μοιάζουν πάρα πολύ με τα άρθρα του ιστολογίου, καθώς εξερευνούν την ιστορία και την ετυμολογία λέξεων και τις ελληνογερμανικές γλωσσικές ανταλλαγές. Ο τίτλος του βιβλίου (και ενός άρθρου) σημαίνει κατα λέξη «αμάνικος στην Ελλάδα» (μάλλον παίζει με το αγγλικό φραστικό μοτίβο X-less in Y) ο δε υπότιτλος προσδιορίζει το περιεχόμενο: δείγματα ελληνογερμανικής γλωσσικής επινοητικότητας. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στους Ελληνορωμιογερμανούς και κοσμείται με γελοιογραφίες του Κώστα Μητρόπουλου.

Από το βιβλίο αυτό διάλεξα να μεταφράσω (πολύ ελεύθερα διότι είναι γραμμένο σε γλώσσα ξένη) και να παρουσιάσω εδώ ένα άρθρο που από μια άποψη θα μπορουσε να θεωρηθεί επίκαιρο, αφού αντικείμενό του είναι οι εποχές, και ειδικότερα ο χειμώνας και η κακοκαιρία.

Επειδή το άρθρο απευθύνεται κυρίως σε γερμανόφωνο κοινό που ζει στην Ελλάδα και που έχει επαφή με την ελληνική γλώσσα, ο συγγραφέας παραθέτει πολλές ελληνικές λέξεις είτε γραμμένες στα ελληνικά είτε στο λατινικό αλφάβητο. Αυτό στη μετάφραση βάζει κάποια προβλήματα οπότε άλλοτε κράτησα τη μεταγραφή του κι άλλοτε μετέφρασα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γερμανία, Γλώσσες, Ετυμολογικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 87 Σχόλια »

Γιατί βλέπουν τσόντες οι νέοι;

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2018

Για άλλη μια φορά, ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Δεν θα ασχοληθώ σχεδόν καθόλου με την πορνογραφία και αν έχει διάδοση (που θα έχει, κυρίως η διαδικτυακή) στους νέους. Το θέμα του άρθρου είναι καθαρά γλωσσικό: λεξικογραφικό και ετυμολογικό, ειδικότερα.

Τσόντα λέμε την πορνοταινία. Σύμφωνα με το Πιπέρι στο στόμα, το καλό αυτό βιβλίο που διερευνά τις λέξεις ταμπού της ελληνικής (το έχουμε παρουσιάσει εδώ) οι πορνογραφικές ταινίες, με σύντμηση πορνό, έχουν «δυσφημιστικό ισοδύναμο, ιδιαίτερα διαδεδομένο» το ουσιαστικό τσόντες.

Δυσφημιστικό λέγεται επειδή σε ορισμένα επίπεδα ύφους ή περιβάλλοντα συζήτησης δεν θα πει κανείς «τσόντα» αλλά «πορνό» ή πορνοταινία ή πορνογράφημα ή «αυστηρώς ακατάλληλον» ή «άσεμνη ταινία» κτλ.  Ωστόσο, ο όρος ειναι πράγματι εξαιρετικά διαδεδομένος -και στις μέρες μας.

Θα μου πείτε ότι κομίζω γλαύκα εις Αθήνας, αλλά για λόγους τάξεως το κουκουβαγιέλι χρειάζεται. Η πρώτη σημασία της λέξης «τσόντα», σύμφωνα με τα λεξικά, είναι: μικρό κομμάτι από ύφασμα, που το ράβουν μαζί με άλλο όμοιο για να το συμπληρώσουν: Έβαλε μια τσόντα στη φούστα για να τη μακρύνει. Ο ορισμός είναι αυτός από το ΛΚΝ. Ο Μπαμπινιώτης αναφέρει ότι πρόκειται για «πρόσθετο» κομμάτι υφάσματος, μια λέξη σημαντική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , | 192 Σχόλια »

Τι αντιπροσωπεύουν οι καλικάντζαροι; (συνεργασία του Χρίστου Δάλκου)

Posted by sarant στο 5 Ιανουαρίου, 2018

Αύριο έχουμε την εορτή των Φώτων, όπου σύμφωνα με τις παραδόσεις εκδιώκονται οι Καλικάντζαροι. Τα πονηρά αυτά ξωτικά έχουν προκαλέσει πολλούς πονοκεφάλους στους ασχολούμενους με την ετυμολογία, αφού για την προέλευση της λέξης «καλικάντζαρος» έχουν διατυπωθεί πολλές υποθέσεις χωρίς καμιά τους να έχει γνωρίσει γενική αποδοχή.

Με την ευκαιρία αυτή, φιλοξενώ με χαρά μια συνεργασία του φίλου Χρίστου Δάλκου, στην οποία διατυπώνει μια εικασία, οχι απίθανη απ’ οσο μπορώ να κρίνω, για την πραγματική φύση και καταγωγή των Καλικαντζάρων. Μια και ο φίλος Χρίστος αρέσκεται να βάζει πάνω σε ορισμένα φωνήεντα κάτι περίεργα σημαδάκια, δεν θέλησα να του χαλάσω το χατίρι χρονιάρες μέρες και δεν κάνω καμιά επέμβαση στο κείμενό του. Να σημειώσω μόνο ότι τα «μειλίγματα» (προς το τέλος του κειμένου) είναι οι μικρές προσφορές, δωράκια.

 

Χρίστου Δάλκου: Τί ἀντιπροσωπεύουν, τέλος πάντων, οἱ καλικάντζαροι;

Πολλές εἶναι οἱ προσπάθειες πού ἔχουν ὥς τώρα γίνει γιά τήν διευκρίνηση τῆς φύσης καί τῆς καταγωγῆς τῶν Καλικαντζάρων, μόνο πού κατά κανόνα ξεκινοῦν ἀπό τήν ἐτυμολογική διερεύνηση τῆς ὀνομασίας τους: Ἀπό τό τουρκικό καρακόντζολος (B. Schmidt), ἀλβανικό καλλικάτσ᾿ (= ἱππαστί, C. Wachsmuth), καλός + κάνθαρος (Ἀ. Κοραῆς, Φ. Κουκουλές), λύκος + κάνθαρος (παλαιότερη γνώμη τοῦ Ν. Πολίτη), λύκος + ἄντζαρος (κυπρ. ἄντζαροι = ἄνδρες, Γ. Λουκᾶς), καλός + τσαγγίον καλίκι + τσαγγίον (= ὁ ἔχων καλά τσαγγία ἤ καλίκια ἀντί τσαγγίων, Ν. Πολίτης), καλός + γάντζος (= ὁ καλλιγάντζαρος Ποσειδῶν, γάντζον, ἤτοι τρίαιναν κρατῶν, Ἰ. Σβορῶνος), καλός + κένταυρος (J. Lawson), κᾶλον + κάνθαρος (Ἀ. Βάλληνδας), καλιγᾶτος (Κ. Οἰκονόμου), καρκάντζι + -αρος (καρκάντζι: κεκαυμένον, ξηρόν, τ.ἔ. καρκάντζαρος = «ὁ κεκαυμένος, ὁ ξηρός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἰσχνός, διότι εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ξηροῦ ἀκολουθεῖ ἡ τοῦ ἰσχνοῦ», Στ. Δεινάκις).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λαογραφία, Συνεργασίες, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , | 230 Σχόλια »

Τσιφτέδες για τσίφτηδες ξανά

Posted by sarant στο 29 Δεκέμβριος, 2017

Δεν είχα έμπνευση για φρέσκο άρθρο χτες -με είχε κυριέψει η διάθεση της εορταστικής χαλάρωσης, ας πούμε. Κι έτσι καταφεύγω για μιαν ακόμα φορά στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης παλιότερου άρθρου και παρουσιάζω ξανά ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε τέτοιες μέρες πριν από έξι χρόνια, για την ακρίβεια πριν από έξι χρόνια παρά μία μέρα.

Τέτοιες μέρες, αλλά όχι με θέμα εορταστικό. Λέξεις αναζητά και συσχετίζει το σημερινό μας άρθρο. Αλλά πριν προχωρήσω να σας θυμίσω ότι αν δεν έχετε ψηφίσει για τη Λέξη της χρονιάς 2017 πρέπει να βιαστείτε. Μιάμιση μέρα έμεινε, μετά θα είναι πολύ αργά.

Τις προάλλες είχα πάει σ’ έναν φίλο και του χάρισα το βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται. Ο φίλος μου, που είναι Κρητικός, άρχισε να το φυλλομετράει, και σε μια στιγμή μου λέει «ναι, αλλά εδώ για τον τσιφτέ έχεις λάθος».

Δαγκώθηκα, διότι ο τσιφτές (το κυνηγετικό όπλο) είναι λέξη (και) της κρητικής διαλέκτου και οι ντόπιοι μπορεί να ξέρουν κάτι που μου ξέφυγε, και τον ρώτησα πού είναι το λάθος -μου λέει «δεν γράφεις ότι προέρχεται από το αγγλικό Chieftain, το όνομα της εταιρείας που έφτιαχνε αυτά τα όπλα!» Ανάσανα ανακουφισμένος, αλλά ο φίλος μου συνέχισε, «όπως η μέγκλα που είναι από το made in England».

Πράγματι, ίδια περίπτωση είναι, αλλά όχι όπως το εννοούσε: ούτε η μέγκλα προέρχεται από το made in England, αν και θα έχετε ακούσει ότι έτσι είναι, ούτε ο τσιφτές από την Chieftain, παρόλο που υπάρχει πράγματι εταιρεία με το όνομα αυτό που φτιάχνει τανκς και άλλα σύνεργα σκοτωμού. Πάντως, όπως μου είπε, η θεωρία δεν ήταν δική του, αλλά ακούγεται ευρύτερα.

Εκ πρώτης όψεως δεν είναι παράλογη η θεωρία· άλλωστε, υπάρχουν ανάλογα προηγούμενα. Ο γκρας, το παλιό όπλο των προπαππούδων μας, ονομάστηκε έτσι από το όνομα του εφευρέτη του, του Γάλλου Gras, αν και για το θρυλικό καριοφίλι, που θεωρούσαμε για πολύν καιρό ότι ονομάστηκε έτσι από τη μανιφατούρα Carlo e figli, Κάρολος και υιοί, που έφτιαχνε τέτοια όπλα, η νεότερη έρευνα έδειξε ότι το όνομα δεν προέρχεται από τον κατασκευαστή του. Κάποια στιγμή θα γράψουμε άρθρο για τα ουσιαστικά που έχουν προκύψει από εμπορικές ονομασίες -από τη ρομβία και την πομόνα ως το σελοτέιπ και τα πάμπερς.

Όμως για τον τσιφτέ δεν ισχύει κάτι τέτοιο, δεν έχει προέλθει από εμπορική ονομασία. Αφενός, η λέξη είναι παλιά, τη βρίσκουμε σε τραγούδια του 19ου αιώνα, ίσως και παλιότερα, οπότε κατά πάσα πιθανότητα δεν υπήρχε η εταιρεία Chieftain τότε, ούτε ήταν τόσο εύκολος ο δανεισμός από τα αγγλικά. (Κατά εμπειρικό κανόνα: Λέξη που εμφανίζεται σε κείμενο του 19ου αιώνα και δεν είναι ναυτική δεν είναι δάνειο από τα αγγλικά).

Αφετέρου, και αυτό είναι το πιο βασικό, η ετυμολογία του τσιφτέ είναι γνωστή: προέρχεται από το τουρκικό çift, που σημαίνει «ζευγάρι» ή «διπλός», επειδή αρχικά ο τσιφτές ήταν όπλο δίκαννο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κρήτη, Κύπρος, Παρετυμολογία | Με ετικέτα: , , , , | 133 Σχόλια »

Υγείαρτος, το ανύπαρκτο «γιαούρτι των αρχαίων Ελλήνων»

Posted by sarant στο 28 Δεκέμβριος, 2017

Το σημερινό άρθρο το είχα υποσχεθεί πριν από καιρό σε κάποιον φίλο, αλλά με τούτα και με κείνα το αμέλησα, και τώρα που τελειώνει ο χρόνος σπεύδω να ξεπληρώσω την υπόσχεση να μην αρχίσουν να τρέχουν τόκοι υπερημερίας.

Ο λόγος, για την ανύπαρκτη στην αρχαία ελληνική γλώσσα λέξη «Υγείαρτος», από την οποία, σύμφωνα με ορισμένους ελληνοβαρεμένους και συναφείς, προέρχεται η τουρκική λέξη yoğurt από την οποία παράγεται η ελληνική λέξη ‘γιαούρτι’ και βέβαια και οι αντίστοιχες λέξεις των άλλων γλωσσών.

Πράγματι, στο Διαδίκτυο θα βρείτε αρκετά (αν και όχι πάρα πολλά άρθρα) στα οποία τονίζεται η (αδιαμφισβήτητη) διατροφική αξία του γιαουρτιού και παρεμπιπτόντως αναφέρεται ότι π.χ. «Δίκαια οι αρχαίοι το ονόμαζαν «υγείαρτο», δηλαδή «ο άρτος της υγείας», αφού είναι μια τροφή με θαυματουργές ιδιότητες που συμβάλουν στην διατήρηση της υγείας αλλά και στην αποκατάσταση της«. Σε ιστότοπο με συνταγές μαγειρικής, η συνταγή για σπιτικό γιαούρτι συνοδεύεται από την επισήμανση: «Επίσης θέλω να αναφέρω πως η λέξη γιαούρτι είναι καθαρά παράφραση της ελληνικής υγείαρτος. Αυτό για να μην τους πιστεύετε όταν γράφουν ότι η λέξη είναι τουρκική ή αραβική«.

Αλλού διαβάζουμε: «Γιαούρτι ή Υγείαρτος των Αρχαίων Ελλήνων (…) Χωρίς αμφιβολία, το γιαούρτι, υπήρχε πολλά χρόνια πριν οι άνθρωποι γράψουν γι’ αυτό. Είναι πολύ πιθανό ότι η ανακάλυψη του έγινε τυχαία. Γενικά πιστεύεται ότι πρωτοεμφανίστηκε στη Μέση Ανατολή, κάπου στην περιοχή της σημερινής Τουρκίας, ή ίσως στη γειτονική Περσία. Περιλαμβάνεται στο διαιτολόγιο των Ελλήνων από τους αρχαίους χρόνους, γιατί το θεωρούσαν τροφή πλούσια σε θρεπτικά συστατικά. Για το λόγο αυτό το ονόμαζαν και υγείαρτο

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γκας Πορτοκάλος, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 225 Σχόλια »

Κουραμπιέδες ή μελομακάρονα για φέτος;

Posted by sarant στο 21 Δεκέμβριος, 2017

Επειδή το ζήτησε ο φίλος μου ο Πάτροκλος, αναδημοσιεύω ένα άρθρο του 2014 που αναφέρεται στο αιώνιο δίλημμα των χριστουγεννιάτικων γιορτών.

Ένα από τα μεγάλα διλήμματα της ζωής, πλάι στο Αθήνα ή Θεσσαλονίκη,  Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός, Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης, Βουγιουκλάκη ή Καρέζη, Μπητλς ή Ρόλινγκ Στόουνς, Πελέ ή Μαραντόνα, Βίσση ή Βανδή (έβαλα κι ένα νεότερο για ξεκάρφωμα), είναι και το “κουραμπιέδες ή μελομακάρονα;”  Μάλιστα, ενώ κάποια από τα διλήμματα αυτά ξεθωριάζουν και παύουν να αφορούν τις νεότερες γενιές, οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα διατηρούν αμείωτη την οξύτητα του διλήμματος. Ομολογώ ότι η δική μου προτίμηση πηγαίνει πιο πολύ στα μελομακάρονα, ή φοινίκια που τα έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά μου η Αιγενήτισσα -από την άλλη, σε αντίθεση με άλλα διλήμματα εδώ γίνονται δεκτές και συναινετικές λύσεις, το συναμφότερον, και τα δυο τα τρώμε εξίσου.

Σαν χριστουγεννιάτικο έθιμο, ο κουραμπιές και το μελομακάρονο είναι πολλά χρόνια μαζί μας -περισσότερα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Για να κάνω μια παρένθεση, καθώς σκάλιζα κάτι παλιές εφημερίδες βρήκα πρόσφατα, στο χριστουγεννιάτικο φύλλο μιας εφημερίδας του 1950 ένα άρθρο για το «ξένο έθιμο που απειλεί την Πάρνηθα», που «μεταφυτεύτηκε δυστυχώς και στην Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα» στις αρχές του αιώνα (του εικοστού) από τα μέλη των ξένων παροικιών που ζούσαν στην πρωτεύουσα.

Οι κουραμπιέδες μνημονεύονται πολύ συχνά σε χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις στα τέλη του 19ου αιώνα, τα μελομακάρονα κάπως σπανιότερα, αλλά η πρώτη ανεύρεση που βρήκα έχει αναφορά και στα δύο. Γράφοντας το 1885 για την Αθήνα, ο Καμπούρογλου αναφέρει: Η βασιλόπιττα, μετά των υπασπιστών της μελομακαρούνων και κουραμπιέδων… Να προσεχτεί ότι χρησιμοποιείται ο τύπος μελομακάρουνο, που ήταν ο επικρατέστερος ίσως και μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά σήμερα έχει υποχωρήσει (όποιος τον χρησιμοποιεί και σήμερα, ας το δηλώσει).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός | Με ετικέτα: , , , , , | 139 Σχόλια »

Λεξιλογικά της πλημμύρας

Posted by sarant στο 4 Δεκέμβριος, 2017

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής στη στήλη «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Βέβαια, το θέμα των πλημμυρών ήταν επίκαιρο πριν από δυο βδομάδες περίπου, αλλά η στήλη είναι μηνιαία. Επειδή είχα κατά νου ότι θα έγραφα για την εφημερίδα, δεν μπήκε νωρίτερα σχετικό άρθρο στο ιστολόγιο.

Ο μήνας που μας πέρασε σημαδεύτηκε από τις φονικές πλημμύρες της Δυτικής Αττικής, στη Μάνδρα, τη Μαγούλα και τη Νέα Πέραμο. Αναλύσεις για τις περιστάσεις και τις αιτίες της τραγωδίας θα έχετε διαβάσει σε προηγούμενα φύλλα της Αυγής· όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε κι έτσι η στήλη θα περιοριστεί στο κατεξοχήν αντικείμενό της, στα λεξιλογικά της πλημμύρας.

Και ξεκινάμε από την ίδια τη λέξη «πλημμύρα». Είναι αρχαία, και μάλιστα ο τύπος πλημ(μ)υρίς είναι ήδη ομηρικός και σήμαινε αρχικά την άνοδο των νερών της θάλασσας, από την παλίρροια ή άλλες αιτίες. Στην Οδύσσεια, ο τυφλωμένος πια Πολύφημος πετάει έναν θεόρατο βράχο προς το πλοίο του Οδυσσέα, χωρίς να βρει τον στόχο, αλλά από το κύμα που σηκώνεται προκαλείται «πλημυρίς εκ πόντοιο» (ι486), «φουσκονεριά απ’ το πέλαγο» στη μετάφραση του Εφταλιώτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , | 148 Σχόλια »

Αλαμπουρνέζικα, είπαμε

Posted by sarant στο 29 Νοέμβριος, 2017

Επειδή χτες μου συνέβη ένα τυχαίο ατύχημα, που έλεγε και ο Ντάριο Φο, δεν πρόλαβα να γράψω φρέσκο άρθρο, οπότε θα επαναλάβω ένα παλιότερο, που είχε αρχικά δημοσιευτεί πριν από εφτά χρόνια  (και κάτι μέρες) στο ιστολόγιο, Νοέμβριο του 2010, εποχή πολύ μακρινή.

Διάλεξα για αναδημοσίευση το συγκεκριμένο άρθρο όχι μόνο επειδή είναι παλιό και άρα θα έχει ξεχαστει, αλλά και επειδή το ξαναγράφω σε μεγαλο βαθμό, καταλήγοντας σε εν μέρει διαφορετικά συμπεράσματα.

Το τι σημαίνει αλαμπουρνέζικα, το ξέρουμε. Η λέξη χρησιμοποιείται σκωπτικά για κάτι που λέγεται ή γράφεται σε ακαταλαβίστικη ή ασυνάρτητη γλώσσα, γενικότερα για κάτι ασυνάρτητο ή ακατανόητο. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος σε ένα αρκετά γνωστό δοκίμιό του έχει χαρακτηρίσει «αλαμπουρνέζικα» τη «γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων«.

Η λέξη πήρε καινούργια ώθηση με τον ερχομό των υπολογιστών, αφού ένα από τα βασικά προβλήματα με τις ελληνικές γραμματοσειρές ήταν στο παρελθόν (και ίσως είναι ακόμα) ότι αν δεν είχες δώσει τη σωστή κωδικοσελίδα έβλεπες στην οθόνη αλαμπουρνέζικα (αν και αυτά εγώ τα έλεγα καραγκιοζάκια). Με την πάροδο του χρόνου τα προβλήματα γραμματοσειράς στους υπολογιστές έχουν μειωθεί πολύ αλλά «αλαμπουρνέζικα» εξακολουθούν να εμφανίζονται σε κινητές συσκευές, υποτίτλους κτλ.

Αν η σημασία της λέξης είναι καθαρή, για την ετυμολογία της δεν υπάρχει βεβαιότητα.

Το (γενικό) λεξικό Μπαμπινιώτη, τουλάχιστον στις τρεις πρώτες εκδόσεις του, αφού αναφέρει ότι είναι αβέβαιο ετύμου, παραθέτει τρεις εξηγήσεις που έχουν προταθεί, από τις οποίες τις δυο τις βρίσκω εντελώς απίθανες. (Πιθανόν στην 4η έκδοση που δεν την έχω να έχει αλλάξει εν μέρει άποψη).

Πρώτη θεωρία, ότι προέρχεται από την (ακατάληπτη) γλώσσα της φυλής Μπουρνού του Σουδάν (!), τα μπουρνέζικα (!!). Αλα + Μπουρνέζικα, ίσον αλαμπουρνέζικα. Αυτή η κατ’ εμε εξωφρενική ετυμολογία έχει προταθεί από τον Φαίδωνα Κουκουλέ. Η φυλή Μπορνού είναι υπαρκτή, είχε μαλιστα συγκροτήσει αυτοκρατορία στην κεντρική Αφρική, πριν από πολλούς αιώνες αλλά δεν υπάρχει καμιά απολύτως μαρτυρία για σχέσεις ή επαφές με τη χώρα μας που θα μπορούσαν να κάνουν παροιμιώδη τη γλώσσα τους.

Δεύτερη θεωρία, που είναι αρκετά διαδεδομένη, ότι προέρχεται από το αλιβορνέζικα, που σημαίνει, λέει, θαυμαστά πράγματα που εισάγονταν από το Λιβόρνο, την ιταλική πόλη. Κι αυτό το βρίσκω απίθανο, παρόλο που υπήρχε στο Λιβόρνο ακμαία ελληνική παροικία και υπήρχαν επαφές. Αλλά δεν θα έπρεπε να έχει αποτυπωθεί κάπου αυτή η μαζικη εισαγωγή «αλιβορνέζικων» αγαθών;

Τρίτη εξήγηση: από το ιταλ. alla burla, «στα αστεία, στην πλάκα», και την κατάληξη -έζικα που χρησιμοποιείται για γλώσσες.

Παρεμφερή εξήγηση δίνει το ΛΚΝ (ετυμολογική επιμέλεια Πετρούνια), που θεωρεί αρχή της λ. αλαμπουρνέζικα τη φράση alla burlesca, «με παιχνιδιάρικο ύφος». Την ίδια εξήγηση δέχεται και το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας.

Το Ετυμολογικό Λεξικό του Μπαμπινιώτη, επίσης, θεωρεί πιθανή την προέλευση από το alla burla + -έζικα  και αναφέρει ότι «δεν είναι πιθανή» η πρόταση για προέλευση από το Λιβόρνο.

Πράγματι, είναι αρκετά πιθανό η αρχή της ελληνικής λέξης να βρίσκεται είτε στο alla burla είτε στο alla burlesca. Είτε από τη μια είτε από την άλλη αρχή καταλήγουμε σε ένα «αλαμπουρλέζικα», που εύκολα δίνει με ανομοίωση «αλαμπουρνέζικα». Η απόσταση από την πλάκα και το αστείο ως την ασυναρτησία και την ακαταληψία δεν είναι μεγάλη.

Για να κάνουμε βέβαια σωστή ετυμολογική διερεύνηση, πρέπει να ξερουμε πότε περίπου μπήκε η λέξη στη γλώσσα μας. Όπως έχω ξαναπεί, τα γλωσσικά ληξιαρχεία στη χώρα μας δεν λειτουργούν ικανοποιητικά, ιδίως για λαϊκές λέξεις. Ωστόσο βρίσκουμε τα «αλαμπουρνέζικα» σε ένα λεξικό των μέσων του 19ου αιώνα, το «Λεξικόν ελληνικόν και γαλλικόν» του Σκαρλάτου Βυζάντιου (1846), ο οποίος τη λέξη baragouinage την αποδίδει «διάλεκτος (ομιλία) σολοικοβάρβαρος και ακατανόητος, κοινώς αλαμπουρνέζικα».

Το δυστύχημα όμως είναι ότι πολύς κόσμος ελκύεται από τις εντυπωσιακές ιστορίες. Έτσι, η προέλευση από το εξωτικό Σουδάν ή έστω από το Λιβόρνο έχει γοητεύσει πολλούς κι έτσι θα τη βρείτε σε πολλές ιστοσελίδες όπως στο Βικιλεξικό, που αναφέρει με βεβαιότητα την προέλευση από το Σουδάν. Kοτζαμάν Σουδάν ακούγεται πιο μεγαλόπρεπο από μια μπερδεμένη ιταλική φράση.

Στην πρώτη έκδοση αυτού του άρθρου, είχα παρουσιάσει και μιαν ακόμα εξήγηση, που την έβρισκα πειστική -αλλά τώρα έχω αλλάξει γνώμη. Ας την αναφέρω όμως.

Ξεφυλλίζοντας παλιά περιοδικά, έπεσα τυχαία τις προάλλες σε μια σειρά από άρθρα του Νικ. Ποριώτη στο εξαιρετικό περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» του Φωτιάδη, που έβγαινε από το 1935 έως την Κατοχή. Ο Ποριώτης ήταν πολύ γερός λόγιος, δημοτικιστής, μεταφραστής αρχαίων αλλά και όπερας,  θεατρικός συγγραφέας. Έκανε και κάμποσα χρόνια στο ναυτικό και ήξερε καλά τη ναυτική γλώσσα. Τα σημειώματα αυτά που σας λέω τα γράφει πια στα 65 του και είναι πολλές φορές απολαυστικά, πάντα με γλωσσικό ενδιαφέρον. Λοιπόν, ο Ποριώτης λέει ότι υπήρχε στην Ιταλία τον 16ο αιώνα ένας σατιρικός ποιητής, ο Φραντσέσκο Μπέρνι, που πέθανε πριν κλείσει τα σαράντα του, στη Φλωρεντία, φαρμακωμένος από έναν καρδινάλιο επειδή αρνήθηκε να φαρμακώσει έναν άλλο καρδινάλιο (ή τουλάχιστο έτσι λένε).

Ο Μπέρνι έγραφε σάτιρες και ήταν ονομαστός για τα πνευματώδη λογοπαίγνιά του, λέει ο Ποριώτης, σε σημείο που το ύφος του να ονομαστεί bernesco, και πλάι στην έκφραση alla burlesca να φτιαχτεί, κατ΄ αναλογία, alla bernesca, με το ύφος του Μπέρνι δηλαδή. Η έκφραση αυτή υπάρχει και σήμερα στα ιταλικά, όπως μπορείτε να δείτε με ένα γκούγκλισμα. Περισσότερα για τον Μπέρνι έχει η Βικιπαίδεια.

Οπότε, λέει ο Ποριώτης, από το «αλά μπουρλέσκα» και από το «αλά μπερνέσκα», με συμφυρμό, προέκυψαν και τα δικά μας αλαμπουρνέζικα.

Την εξήγηση του Ποριώτη την είχα βρει πειστική διότι η φράση alla bernesca ήταν υπαρκτή και συχνή στα ιταλικά, ενώ υπήρχαν και πολλοί ποιητές που ακολουθούσαν τη μανιέρα του Μπέρνι.

Τώρα ομως που ξαναβλέπω όσα είχα γράψει, δεν πείθομαι τόσο πολύ -βρίσκω ότι πρόκειται για περιττή περιπλοκή. Η τροπή του λ σε ν (αλαμπουρλέσκα –> αλαμπουρνέζικα) δεν είναι δύσκολη. Κι έτσι, παρά την μεγάλη εκτίμηση που τρέφω στον Ν. Ποριώτη, πιστεύω πως μπορούμε να μείνουμε στο alla burla / alla burlesca σαν εξήγηση για τα αλαμπουρνέζικα.

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 111 Σχόλια »

Πέτσινο χρηματιστήριο

Posted by sarant στο 28 Νοέμβριος, 2017

Τις προάλλες έπεσε στα χέρια μου η εικόνα που βλέπετε αριστερά, που είναι παρμένη από το Υπόμνημα ενός σχεδίου πόλεως του Πειραιά του 19ου αιώνα και προέρχεται από το ψηφιακό αρχείο του Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος του ΕΜΠ. Με τα αρχιτεκτονικά εγώ δεν είμαι ειδήμονας, κι έτσι δεν ασχολήθηκα με το σχέδιο καθαυτό. Εμείς εδώ λεξιλογούμε και θα εστιαστούμε σε μία από τις λέξεις του Υπομνήματος, τη μόνη που δεν βρίσκεται σε χρήση στη σημερινή νεοελληνική γλώσσα.

Πρόκειται για τη λέξη Βύρσα, στον αριθμό 13 του Υπομνήματος. Η λέξη δεν υπάρχει στα σημερινά λεξικά, αν και μας είναι οικείο ένα σύνθετό της, η βυρσοδεψία. Βύρσα λοιπόν, στα αρχαία, είναι το γδαρμένο δέρμα ζώου, η δορά, το τομάρι· επίσης, ο ασκός κρασιού, το τουλούμι.

Ολοφάνερα όμως, ο συντάκτης του υπομνήματος δεν έχει τοποθετήσει στο σχέδιο, πλάι στην εκκλησία και στο θέατρο, ούτε δέρμα ζώου ούτε τουλούμι με κρασί. Προφανώς, η λέξη Βύρσα προσδιορίζει κάποιο δημόσιο κτίριο. Ποιο όμως;

Να το πάρει το ποτάμι;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 208 Σχόλια »

Λέξεις από το ιδίωμα των Κυθήρων (και το βιβλίο της Γεωργίας Κατσούδα)

Posted by sarant στο 27 Νοέμβριος, 2017

Εδώ και λίγο καιρό το ιστολόγιο έχει καθιερώσει να δημοσιεύει άρθρα αφιερωμένα σε μια ντοπιολαλιά, γραμμένα από κάποιον φίλο που κατάγεται από το συγκεκριμένο μέρος ή ζει εκεί. Το πιο πρόσφατο άρθρο της σειράς αυτής, πριν από ένα μήνα περίπου, ήταν αφιερωμένο στη Ρόδο.

Σήμερα συνεχίζουμε το οδοιπορικό μας στα ελληνικά ιδιώματα με ένα ταξίδι στα Κύθηρα. Κατ’ εξαίρεση όμως, δεν θα έχουμε ξεναγό ή μάλλον η ξενάγηση θα είναι έμμεση. Εννοώ ότι το σημερινό άρθρο δεν είναι γραμμένο από κάποιον φίλο του ιστολογίου αλλά το έγραψα εγώ, αντλώντας όλο το υλικό μου από το βιβλίο «Το ιδίωμα των Κυθήρων. Περιγραφή και ανάλυση» της φίλης Γεωργίας Κατσούδα.

Η Γεωργία Κατσούδα ειναι γλωσσολόγος, ερευνήτρια στο Κέντρο Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών. Έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο άλλες δύο εργασίες στις οποίες έχει πάρει μέρος, τον 6ο τόμο του Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής και το Πιπέρι στο στόμα, μια μελέτη για τις λέξεις της ελληνικής αθυροστομίας. Έχω στα υπόψη άλλο ένα βιβλίο της που θέλω κάποτε να παρουσιάσω. Επιπλέον, είναι από τους σχετικά λίγους γλωσσολόγους μας που ασχολείται (και) με την ετυμολογία, τομέας που οι μοντέρνοι γλωσσολόγοι τον αποφεύγουν διότι θέλει πολλή, πολλή μελέτη και δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα με σαπουνόφουσκες.

Το βιβλίο της για τα Κύθηρα (απ’ οπου κατάγεται) είναι μια πλήρης περιγραφή του ιδιώματος -όχι μόνο και όχι κυρίως λεξιλόγιο, αλλά επίσης -και κυρίως- φωνητική, μορφολογία και σύνταξη. Μάλιστα, συνοδεύεται από σιντί με δείγματα προφορικού λόγου. Συνολικά είναι μια απολύτως άρτια εργασία, στην οποία κάποιος που ενδιαφέρεται για τη γλώσσα θα βρει πολλά αξιοσχολίαστα σημεία, ενώ φυσικά αποτελεί σημαντικό έργο αναφοράς για τη μελέτη του συγκεκριμένου ιδιώματος.

Εργασίες του είδους αυτού, όπου ένας γλωσσολόγος μελετάει (συνήθως με επίσκεψη στον τόπο) διεξοδικά ένα ιδίωμα είναι πολύτιμες. Δεν εκδίδονται όλες σε βιβλίο, πολλές μένουν στα αρχεία του Ιστορικού Λεξικού. Πάντως τέτοιες επισκέψεις πρέπει να γίνονται σε τακτά διαστήματα για να καταγράφεται και η εξέλιξη του ιδιώματος, που βέβαια είναι σχεδόν πάντοτε φθίνουσα.

Εγώ επέλεξα να σταθώ στο λεξιλόγιο, αλλά θα προτάξω ορισμένα στοιχεία από την εισαγωγή του βιβλίου που έχουν να κανουν με την ιστορία του νησιού και εξηγούν γιατί το κυθηραϊκό ιδίωμα έχει ομοιότητες και με τα επτανησιακά ιδιώματα αλλά και με το κρητικό ή το μανιάτικο.

Στα Κύθηρα δεν φαίνεται να εγκαταστάθηκαν Σλάβοι, όπως μαρτυρείται από την απουσία σλάβικων τοπωνυμίων. Για το λόγο αυτό, δεν ισχύει η άποψη που παλιότερα ακουγόταν, ότι η ονομασία Τσιρίγο, που εμφανίζεται περί το 1260, είναι σλαβικής προέλευσης. Φαίνεται ότι το Cirigo, Cerigo ανάγεται στη λ. Κύθηρα, μέσω ενός αμάρτυρου *Cythericum > Citerigo > Cirigo.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου, νησιά | Με ετικέτα: , , , , | 329 Σχόλια »

Εκεί όπου και ο βασιλιάς πηγαίνει μόνος του

Posted by sarant στο 20 Νοέμβριος, 2017

Σας προειδοποιώ πως το σημερινό άρθρο δεν έχει εύοσμο θέμα· έχει όμως μεγάλο λεξιλογικό ενδιαφέρον, και εκτός αυτού ήταν και επίκαιρο.

Επίκαιρο ήταν χτες, που έπεφτε Κυριακή, μέρα αφιερωμένη στη λογοτεχνία. Και η χτεσινή Κυριακή, 19 Νοεμβρίου, ήταν, ανάμεσα στ’ άλλα, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, Παγκόσμια Ημέρα Αποχωρητηρίου, World Toilet Day στα αγγλικά, όπως έχει ανακηρυχθεί πριν από μερικά χρόνια με απόφαση του ΟΗΕ.

Ομολογώ πως δεν ήξερα τιποτα για το θέμα, μέχρι που ένας φίλος με ρώτησε κάτι και, παρεμπιπτόντως, την ανέφερε. Την απορία του φίλου μου θα τη δείτε πιο κάτω, διότι έχει σχέση με το θέμα μας.

Γιατί να υπάρχει Παγκόσμια Ημέρα Αποχωρητηρίου, θα ρωτήσετε. Απλούστατα, επειδή πάρα πολλοί συνάνθρωποί μας, σε 2 δισεκατομμύρια υπολογίζονται, δεν έχουν πρόσβαση σε ικανοποιητικές εγκαταστάσεις υγιεινής, κι αυτή η έλλειψη στοιχίζει κάθε χρόνο πολλές χιλιάδες ανθρώπινες ζωές. Είναι λοιπόν θέμα ζωτικό, αλλά είναι και θέμα ποιότητας ζωής -οι πιο παλιοί θα έχουν προλάβει άλλωστε την εποχή όπου ακόμα και οικονομικά ευκατάστατες οικογένειες δεν είχαν τουαλέτα μέσα στο σπίτι τους -αλλά τα περιγράφει με τόση μαστοριά ο Μάριος Χάκκας στον Μπιντέ, που δεν είναι ανάγκη να πω περισσότερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 352 Σχόλια »

Πώς έβαλα λουκέτο

Posted by sarant στο 15 Νοέμβριος, 2017

Όταν κάποιος πηγαίνει να ζήσει σε μια ξένη χώρα, που ήδη ξέρει αρκετά καλά τη γλώσσα της επειδή την έχει σπουδάσει, τον πρώτο καιρό συνειδητοποιεί πόσες λέξεις του λείπουν -και μάλιστα, όχι λέξεις αφηρημένες και σπάνιες, διότι αυτές τις βρίσκεις και στα βιβλία, αλλά λέξεις της πιο πεζής καθημερινότητας, κυρίως του νοικοκυριού και του σπιτιού.

Με τον καιρό, τις λέξεις αυτές τις μαθαίνει, όταν και όπως τις χρειαστεί να τις χρησιμοποιήσει. Ένας φίλος που άλλαξε πατώματα στο σπίτι του, έμαθε από τον μάστορα πως το σοβατεπί στα γαλλικά λέγεται «πλεν.τ», που το γράφω έτσι για να δείξω πώς προφέρεται, αφού έτσι το άκουσε. Μετά που το κοίταξε, συνειδητοποίησε ότι είναι δάνειο από τα ελληνικά, πράγμα που φαίνεται αμέσως αν το δεις γραμμένο: plinthe. (Το σοβατεπί είναι τουρκικό δάνειο και δεν βρίσκω το καλαμαρίστικο αντίστοιχό του, αν υπάρχει. Στα τουρκικά sιvadibi, ο πάτος/η βάση (dip) του σοβά. Παρομοίως, kazandibi ο πάτος του καζανιού).

Έτσι κι εγώ, τόσα χρόνια που βρίσκομαι στο Λουξεμβούργο, όπου τα γαλλικά είναι η γλώσσα επικοινωνίας, έχω συμπληρώσει τα κενά μου στην καθημερινή ορολογία -με τη βοήθεια και της Νικοκυράς, που όποτε με έστελνε για θελήματα δεν παρέλειπε να με ενημερώνει πώς λέγεται το ένα και το άλλο μαραφέτι στα γαλλικά. Μη γελάτε, το ξέρατε εσείς πως οι κρεμάστρες των ρούχων είναι cintres;

Περιέργως, δεν είχα μάθει πώς είναι στα γαλλικά το λουκέτο, επειδή τόσα χρόνια λουκέτα έτυχε να αγοράζω από την Ελλάδα. Πριν όμως από καμιά εικοσαριά μέρες, καθώς ετοιμαζόμουν να κατέβω στην Ελλάδα, δεν έβρισκα πουθενά το λουκέτο που βάζω στη βαλίτσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Λουξεμβούργο, Συγκριτικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , | 199 Σχόλια »

Όσοι γλείφουν δεν γλύφουν

Posted by sarant στο 10 Νοέμβριος, 2017

Εναλλακτικός τίτλος του άρθρου θα μπορούσε να είναι «Πόσοι από σας γλύφετε;» ή και «Κανείς δεν γλύφει». Αλλά σε αυτό θα φτάσουμε μετά.

Πριν από μερικές μέρες έδωσα τις διορθώσεις για ένα βιβλίο που, καλώς εχόντων των πραγμάτων θα φτασει στα βιβλιοπωλεία τον Δεκέμβριο, έναν ακόμα τόμο με χρονογραφήματα του Βάρναλη, τούτη τη φορά με θέμα τους συμβάντα παρμένα από το αστυνομικό δελτίο, γι’ αυτό και «Αστυνομικά» ο τίτλος του.

Στο βιβλίο αυτό, όπως και σε όλα τα παλαιότερα κείμενα που κάνω επιμέλειά τους, το κείμενο έχει μονοτονιστεί και η ορθογραφία έχει εκσυγχρονιστεί στα σημερινά. Αυτή η τακτική πιστεύω πως είναι γενικά η επιβεβλημένη, και ακόμα περισσότερο όταν έχουμε κείμενα εφημερίδων, που δεν διασώζουν δηλαδή τις ορθογραφικές προτιμήσεις του συγγραφέα (στην περίπτωση του Βάρναλη, αυτό θα ήταν γραφές όπως «μάβρος» ή «λεφτεριά») αλλά τις συμβάσεις της εποχής -και επειδή ακριβώς διασώζουν συμβάσεις της εποχής, αλλού βλέπεις «είνε» και αλλού «είναι», αλλού «σακάκι» και αλλού «σακκάκι» και πάει λέγοντας. Αλλά πλατειάζω.

Λοιπόν, σε κάποιο χρονογράφημα, ο Βάρναλης, αναφερόμενος σε κάποιο περιστατικό κλοπής σε αποθήκη, απορεί που ο ιδιοκτήτης δεν είχε βάλει νυχτοφύλακα, παρόλο που, όπως λέει, και ο νυχτοφύλακας  μπορεί να έκλεβε, αλλά σαφώς λιγότερα. Και παραθέτει τη γνωστή παροιμία:

«ποιος έχει τα δάχτυλα στο μέλι και δεν τα γλύφει;»

Εδώ υπάρχει ορθογραφικό λάθος, που δεν το διόρθωσα αμέσως γιατί το λυπήθηκα. Και σε δυο-τρία άλλα χρονογραφήματα η λέξη αυτή ήταν γραμμένη λάθος. Τελικά όμως, αφού είπα να εναρμονίσω την ορθογραφία, έκρινα ότι έπρεπε κι αυτό να διορθωθεί, και το διόρθωσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ορθογραφικά, Ομόηχα | Με ετικέτα: , , | 195 Σχόλια »

Γλυκά πορτοκάλια, πικρά νεράντζια ξανά

Posted by sarant στο 3 Νοέμβριος, 2017

Μέρα γιορτής εχτές, πού καιρός και μυαλό για άρθρο. Μοιραία, ξανασερβίρω παλιότερο άρθρο, αρκετά παλιό (εξίμισι χρόνια) ώστε κάποιοι να μην το έχουν διαβάσει. Και επειδή πριν από καμιά εικοσαριά μέρες είχαμε αναδημοσίευση του άρθρου για τα λεμόνια, τώρα αναδημοσιεύω το άρθρο για τα πορτοκάλια -αλλά όχι από την αρχική του δημοσίευση στο ιστολόγιο, παρά από το αντίστοιχο κεφάλαιο του βιβλίου μου Οπωροφόρες λέξεις, που είναι αρκετά διαφορετικό.

Από τα εσπεριδοειδή, ξεχωρίζει ένα –το πορτοκάλι– που όμως θα το εξετάσουμε όχι μόνο του, παρά μαζί με έναν φτωχό του συγγενή· και τούτο επειδή οι ιστορίες τους και τα γλωσσικά τους έχουν μπλέξει τόσο που να μην είναι εύκολο να διηγηθείς το ένα χωρίς να πεις για το άλλο.

Και τα δυο πάντως είναι φρούτα γηγενή της Ασίας, από την Ινδία το νεράντζι και από την Κίνα το πορτοκάλι. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν τα ήξεραν· απ’ όλα τα εσπεριδοειδή, μόνο το κίτρο έμαθαν, κι αυτό μόνο στην ελληνιστική εποχή.

Ο φτωχός συγγενής, το νεράντζι, ήρθε πρώτος. Στα ινδικά λεγόταν κάτι σαν ναράνγκα, nāraṅga, στα περσικά ναράνγκ (نارنگ, nārang), στα αραβικά ναράντζ (نارنج, nāranj). Γύρω στον ένατο-δέκατο αιώνα έχει φτάσει στην Μέση Ανατολή και στο Βυζάντιο, οι Σταυροφόροι το βρίσκουν στην Παλαιστίνη, ενώ οι Άραβες το μεταφέρουν στη Σικελία. Στα ελληνικά της εποχής, το ναράντζ αυτό περνάει ως «νεράντζι», ίσως με παρετυμολογική επίδραση του νερού. Στα ισπανικά, περνάει ως naranja, στα ιταλικά narancia και στην Τοσκάνη narancio. Από τη συνεκφορά un narancio το αρχικό n- χάνεται (αυτό το φαινόμενο δεν είναι καθόλου σπάνιο) κι έτσι γίνεται arancio και arancia, και το βρίσκει κανείς και mela arancia (το μήλο είπαμε πως συχνά είναι γενική ονομασία για κάθε οπωρικό) και περνάει και δάνειο στα γαλλικά, orenge (σήμερα orange) και pome orenge, απ’ όπου το παίρνουν και οι Άγγλοι, orange. Αυτά, το νεράντζι, που βέβαια ούτε τότε το τρώγαν, μόνο το χρησιμοποιούσαν ως είδος φαρμακευτικό ή για διακόσμηση ή για γλυκά.

Ο άρχοντας, το πορτοκάλι, ήρθε δεύτερος, κάμποσους αιώνες αργότερα, και όχι από την Ανατολή παρά από τη Δύση. Έμποροι Πορτογάλοι, την εποχή της θαλασσοκρατορίας, αφού παρέκαμψαν το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας και πιάσαν εμπορικές σχέσεις με την Ινδία και την Κίνα, έφεραν το πορτοκάλι στην Ευρώπη. Αυτό το καινούργιο φρούτο, το τόσο όμοιο εξωτερικά με το νεράντζι, το είπαν οι Ιταλοί arancio de Portogallo, πορτογαλέζικο νεράντζι σαν να λέμε, και μετά σκέτο portogallo, πληθυντικός portogalli, απ’ όπου έγινε το ελληνικό πορτοκάλι, μέσα στην Τουρκοκρατία, το βουλγάρικο πορτοκάλ, το αλβανικό παρόμοιο, το τούρκικο portakal, ακόμα και το αραβικό al-burtuqal. Αναμενόμενο, αλλά ειρωνικό, είναι ότι στην ίδια την Πορτογαλία το πορτοκάλι λέγεται αλλιώς, laranja.

Όπως είδαμε, στις νότιες χώρες, όπου το νεράντζι υπήρχε και καλλιεργιόταν, τα δυο φρούτα ακολούθησαν το καθένα τον δικό του γλωσσικό δρόμο. Ωστόσο, στις μεγάλες γλώσσες της Ευρώπης, ο πλούσιος νεοφερμένος έδιωξε τον ταπεινό προκάτοχό του. Στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα ιταλικά και στα ισπανικά το πορτοκάλι σφετερίστηκε την ονομασία του νεραντζιού, δηλαδή το υποκατέστησε· πράγματι, το νεράντζι σήμερα στα αγγλικά λέγεται bitter orange, πικρό πορτοκάλι, ενώ στα γαλλικά bigarade.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 164 Σχόλια »