Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ετυμολογικά’ Category

Τα δίδυμα σίγμα του κλασικού

Posted by sarant στο 7 Δεκέμβριος, 2018

Πριν από λίγο καιρό ένας φίλος μου έδειξε ένα λινκ και με ρώτησε αν ισχύουν τα όσα γράφονται εκεί. Του έδωσα μια σύντομη απάντηση, σκέφτηκα όμως ότι το θέμα έχει ευρύτερο ενδιαφέρον και μπορεί να δώσει υλικό για ένα, σύντομο έστω, άρθρο. Σημερα λοιπόν γράφω αυτό το άρθρο, να επιστρέψουμε στα γλωσσικά μας λημέρια για το τέλος της εβδομάδας.

Το άρθρο που μου έστειλε ο φίλος αφορούσε την ετυμολογία και την ορθογραφία της λέξης «κλασικός». Είναι σύντομο και το αναπαράγω όλο -το πρωτότυπο εδώ.

  • Θεωρία γλωσσολογίας :

λέξη κλασικός προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη κλάσις (της κλάσεως) που σημαίνει ‘τάξη, σειρά’. Όταν οι αρχαίοι μας πρόγονοι έλεγαν ότι ένας ποιητής ήταν κλασικός εννοούσαν ότι ήταν πρώτης τάξεως και ότι ξεχώριζε από τους υπόλοιπους. Όπως φαίνεται από την ορθογραφία της, η λέξη γράφεται με ένα ‘σ’.
Όμως στη συνέχεια οι Λατίνοι πήραν τη λέξη για να τη χρησιμοποιήσουν με τον ίδιο τρόπο και αντιγράφοντάς την όπως την άκουγαν την έγραψαν classis. Δεν την έγραψαν clasis γιατί αυτό θα προφερόταν ως [κλάζις], χωρίς να παραπέμπει στην αρχαιοελληνική προφορά.

Στη συνέχεια Λατίνοι συγγραφείς παρήγαγαν τη λέξη classicus, την οποία χρησιμοποίησε στη συνέχεια η γαλλική και η αγγλική, νεολατινικές γλώσσες. Με τη σημασία του κλασικού ως συγγραφέα πρώτης τάξεως χρησιμοποίησαν τη λέξη και οι νεότεροι Έλληνες. Έτσι, η λέξη ξεκίνησε από την Ελλάδα, πέρασε απέναντι στην Ιταλία, ταξίδεψε στην Ευρώπη και ξαναγύρισε στην Ελλάδα.

Επειδή όμως

α) για τους Έλληνες δεν υπάρχει λόγος να γραφεί η λέξη με δύο ‘σ’, καθώς δεν έχει διαφορά η προφορά του 1 από τα 2 ‘σ’ στο συγκεκριμένο φωνητικό περιβάλλον και

β) η λέξη προέρχεται από την αρχαιοελληνική κλάσις που γράφεται με ένα ‘σ’,

–> το σωστό είναι να γράφεται ‘κλασικός’.

Σχόλιο : Οι λέξεις όπως η συγκεκριμένη που προέρχονται από την αρχαία ελληνική (ή από οποιαδήποτε άλλη γλώσσα), πέρασαν στο εξωτερικό και επέστρεψαν αλλαγμένες λέγονται αντιδάνεια (δάνεια σε άλλες γλώσσες που γύρισαν πίσω) ή αλλιώς ‘περιπλανώμενες’ ή ‘ταξιδιάρες’ λέξεις, αποδίδοντας το γερμανικό όρο Rückwanderer. Ο συγκεκριμένος όρος επομένως (‘περιπλανώμενες’ λέξεις, που αποδίδει το Rückwanderer) είναι ένα δάνειο της ελληνικής από τη γερμανική γλώσσα. Συνοψίζοντας, δάνειο είναι μια λέξη που δανείζεται μια γλώσσα από κάποια άλλη (ακόμα και μεταφρασμένη), αντιδάνειο μια λέξη που δανείζεται μια γλώσσα από κάποια άλλη, στη συνέχεια όμως επιστρέφει (τροποποιημένη με συνέπεια να μην παραπέμπει αμέσως στην αρχική) στη γλώσσα απ’ όπου ξεκίνησε. Αντιδάνειο είναι και η λέξη μπάνιο, που προέρχεται από την ιταλική bagno, με τη σειρά της από τη λατινική balneum η οποία τέλος προήλθε από την αρχαιοελληνική βαλανείον (λουτρό).

Το άρθρο αυτό έχει κάτι το πολύ περίεργο. Καταρχάς, το σύντομο άρθρο φαίνεται να είναι γραμμένο από άνθρωπο που κάτι ξέρει από γλωσσολογία, αν και κάπως τα έχει μπερδέψει όπως δείχνει το καταληκτικό σχόλιο για τα αντιδάνεια. Επίσης, το ορθογραφικό συμπέρασμα είναι σωστό, γράφουμε «κλασικός» και έτσι έχουν τη λέξη όλα τα σύγχρονα λεξικά.

Ωστόσο, και παρά την προσεγμένη ορολογία, το άρθρο βασίζεται σε εντελώς λαθεμένα δεδομένα: η λέξη «κλασικός» δεν υπήρχε στην αρχαιότητα, η λατινική λέξη classicus ΔΕΝ είναι δάνειο από τα ελληνικά και κατά συνέπεια η σύγχρονη λέξη «κλασικός», που πολλοί τη γράφουν με δύο σίγμα, ΔΕΝ είναι αντιδάνειο αλλά απλό δάνειο από τα λατινικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Μυθιστόρημα, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , | 133 Σχόλια »

Τα κίτρινα γιλέκα θα φορεθούν πολύ τον φετινό χειμώνα;

Posted by sarant στο 5 Δεκέμβριος, 2018

Όπως ακούω στις ειδήσεις, η γαλλική κυβέρνηση σήμερα υποχώρησε εν μέρει στις διεκδικήσεις των «Κίτρινων γιλέκων» και ο πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ ανακοίνωσε το πάγωμα, τουλάχιστον για ένα εξάμηνο, τριών μέτρων που επρόκειτο να τεθούν σε ισχύ από την αρχή του 2019, ανάμεσα στα οποία και η αύξηση της τιμής των καυσίμων, ένας φόρος οικολογικού χαρακτήρα που απέβλεπε στο να στρέψει τους πολίτες προς αυτοκίνητα μικρότερης κατανάλωσης ή προς τα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Έτσι, τα Κίτρινα γιλέκα πέτυχαν μια πρώτη νίκη, παρόλο που κάποιοι εκπρόσωποί τους δήλωσαν, μετά τις ανακοινώσεις, ότι δεν αρκούν τα μέτρα που ανακοινώθηκαν. Μεταφράζω πρόχειρα τις δηλώσεις ενός εκπροσώπου: «Οι διεκδικήσεις μας είναι πολύ ευρύτερες από τον φόρο στα καύσιμα. Θέλουμε απλούστατα την ακύρωση της αύξησης του φόρου [και όχι απλώς το πάγωμα] ενώ επίσης περιμένουμε μια συντακτική συνέλευση για τη φορολογία με στόχο την καλύτερη αναδιανομή του πλούτου (…) την αναβάθμιση των μισθών και του κατώτατου μισθού (Smic), των συντάξεων, των επιδομάτων πρόνοιας. Δεν θα αρκεστούμε σε ψίχουλα, οι Γάλλοι θέλουν ολόκληρη τη μπαγκέτα» -εννοώντας βέβαια τη γαλλική φραντζόλα.

Αυτά, από τον τοπικό εκπρόσωπο της περιοχής του Ωτ Γκαρόν, διότι η μεγάλη ιδιαιτερότητα του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων είναι ότι δεν έχει κάποια κεντρική ηγεσία. Γίνονται καλέσματα μέσα από το Φέισμπουκ σε κάθε γαλλική πόλη, από τις μεγάλες ως τις μικρές, αναδεικνύονται κάποιοι τοπικοί εκπρόσωποι, αλλά δεν υπάρχει συντονισμός ανάμεσα στις πρωτοβουλίες των επιμέρους περιοχών ούτε έχει μέχρι τώρα αναδειχτεί κάποια ηγετική προσωπικότητα, ενώ κι οι ίδιοι οι εκπρόσωποι δεν έχουν κάποια δυνατότητα «επιβολής» στο κίνημα.

Σε μια πρώτη προσπάθεια συνδιαλλαγής, ο πρωθυπουργός είχε καλέσει, την περασμένη εβδομάδα, πριν από τις μεγάλες ταραχές, οχτώ τοπικούς εκπροσώπους σε συζήτηση: από τους οχτώ πήγαν μόνο δύο, εκ των οποίων ο ένας ζήτησε να καταγράφεται η συνομιλία και να μεταδίδεται ζωντανά από το διαδίκτυο. Όταν ο πρωθυπουργός αρνήθηκε, ο εκπρόσωπος έφυγε. Έτσι ο πρωθυπουργός συζήτησε με τον άλλον εκπρόσωπο και στο τέλος έκανε τα πικρά γλυκά λέγοντας στους δημοσιογράφους ότι είχαν μια ειλικρινή και εποικοδομητική συζήτηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Οικολογία | Με ετικέτα: , , , | 216 Σχόλια »

Λεξιλογικά της εκκλησίας

Posted by sarant στο 3 Δεκέμβριος, 2018

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα, το ένθετο της κυριακάτικης Αυγής. Το αναδημοσιεύω εδώ χωρίς αλλαγές.

(Στις εφημερίδες υπάρχει περιορισμός στην έκταση των άρθρων -στην προκειμένη περίπτωση, το όριο είναι οι 800 λέξεις, ενώ ειδικά αυτό το θέμα είναι τεράστιο και θα μπορούσαν άνετα να γραφτούν τα τετραπλάσια.

Καθώς έγραφα το άρθρο, όχι για πρώτη φορά, σκεφτόμουν ότι πρέπει να αφήσω έξω κάποια πράγματα, αλλά ότι στη δημοσίευση στο ιστολόγιο θα τα πρόσθετα. Όμως, τώρα που ξαναβλέπω το άρθρο διστάζω να κάνω προσθήκες για να μη χαλάσει η ισορροπία του κειμένου. Επαφίεμαι λοιπόν στα σχόλιά σας).

Λεξιλογικά της εκκλησίας

Η συγκυρία έπαιξε άσκημο παιχνίδι στη στήλη, αφού όταν δημοσιεύτηκε το άρθρο του προηγούμενου μήνα κυριαρχούσε στην επικαιρότητα η συμφωνία με την εκκλησία, που όμως τώρα έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο. Ωστόσο, επειδή το θέμα θα επανέλθει και επειδή η λέξη έχει μεγάλο λεξιλογικό ενδιαφέρον, αποφάσισα σήμερα να λεξιλογήσουμε ακριβώς για την εκκλησία.

Η εκκλησία έχει συνδεθεί άρρηκτα με τη χριστιανική θρησκεία, όμως η λέξη εμφανίστηκε νωρίτερα, είναι της κλασικής, προχριστιανικής αρχαιότητας. Σημαίνει τη συνέλευση των πολιτών, σε αντιδιαστολή με τον πιο γενικό “σύλλογο”, κι έτσι πχ διαβάζουμε στον Θουκυδίδη πως ο Περικλής ἐκκλησίαν τε οὐκ ἐποίει αὐτῶν οὐδὲ ξύλλογον οὐδένα, τοῦ μὴ ὀργῇ τι μᾶλλον ἢ γνώμῃ ξυνελθόντας ἐξαμαρτεῖν, απέφευγε να συγκαλέσει συνέλευση των πολιτών ούτε άλλου είδους συνάθροιση για να μην πάρουν λάθος αποφάσεις από την οργή που ένιωθαν βλέποντας τους Πελοποννήσιους να καταστρέφουν την αττική ύπαιθρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Εκκλησία, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 229 Σχόλια »

Γιατί τρώμε ψάρια;

Posted by sarant στο 29 Νοέμβριος, 2018

Τρώμε ψάρια επειδή είναι νόστιμα, τρώμε ψάρια επειδή περιέχουν ωμέγα-3, κάποιοι τα τρώνε επειδή τα ψαρεύουν οι ίδιοι, ενώ όταν ήμουν μικρός και δεν μου πολυάρεσαν -ίσως επειδή ήταν μπελάς να τα καθαρίζεις- η μητέρα μου με πρότρεπε να τρώω ψάρια επειδή κάνουν καλό στα μάτια, μια παραίνεση που θα την έχουν ακούσει αμέτρητα παιδιά.

Όμως εδώ δεν διαιτολογούμε αλλά λεξιλογούμε, ως γνωστόν. Οπότε, θα εννοήσουμε και την ερώτηση του τίτλου κάπως διαφορετικά, αν και βέβαια επίτηδες τη διατύπωσα έτσι ώστε όποιος τη διαβάζει να σκέφτεται πρώτα τη διαιτολογική πλευρά. Κάπως διαφορετικά, δηλαδή ετυμολογικά -γιατί τρώμε ψάρια και όχι ιχθείς, ή, μ’ άλλα λόγια, πώς γεννήθηκε η λέξη «ψάρι»;

Να προειδοποιήσω πριν ξεκινήσω ότι στο σημερινό άρθρο θα θίξω μόνο τα ετυμολογικά του ψαριού -όχι τις σημασίες που έχει προσλάβει η λέξη ή τα φρασεολογικά του: αυτα τα αφήνω για μελλοντικό άρθρο, αφού αν ήθελα να τα χωρέσω όλα, ετυμολογικά, ιστορία λέξης, φρασεολογικά, λαογραφικά κτλ. σε ένα άρθρο θα επρεπε να γράψω πάρα πολλά. Οπότε, μη μου πείτε στα σχόλια για το ψάρι έξω απ’ το νερό ούτε για το φανταρίστικο ψάρωμα.

Στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ τέθηκε το εξής ερώτημα:

Εχθές, παρακολουθώντας ένα ντοκιμαντέρ για την Δήλο, αναφερόμενοι στη διατροφή τους, οι ειδικοί είπαν πως το ψάρι ήταν είδος πολυτελείας, και το δικαιολόγησαν αναφερόμενοι στην ετυμολογία της λέξης «ψάρι»< οψάριον<οψέ (αργά). Είναι έτσι;

Δεν είναι έτσι, κι αν το είπαν ειδικοί τότε είναι διπλό το κακό, αλλ’ ας ελπίσουμε ότι ο φίλος δεν άκουσε καλά αυτό που ειπώθηκε. Όμως να δούμε ποια είναι η ετυμολογία του ψαριού.

Το ψάρι ετυμολογείται από το οψάριον, που είναι υποκοριστικό της λέξης όψον. Όψον ήταν στα αρχαία ελληνικά το προσφάι που συνοδεύει το ψωμί ή ο μεζές που συνοδεύει το κρασί. Η λέξη μπορεί να συνδέεται ετυμολογικα΄με το οψέ, και ίσως αυτό να άκουσε ο φίλος μας στην εκπομπή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ομηρικά | Με ετικέτα: , , , , , | 230 Σχόλια »

Τα τοξικά τόξα

Posted by sarant στο 28 Νοέμβριος, 2018

Πλησιάζει το τέλος της χρονιάς, άρχισαν λοιπόν να εμφανίζονται άρθρα με τον απολογισμό του 2018 στον ένα ή στον άλλο τομέα -και, επειδή εδώ λεξιλογούμε, θα εστιαστούμε στα άρθρα με τις Λέξεις της χρονιάς, μια διάκριση την οποία απονέμουν, κάθε χρόνο τέτοια εποχή, διάφοροι οργανισμοί, φυσικά ο καθένας για τη γλώσσα του. Για τα ελληνικά το ιστολόγιό μας έχει ξεκινήσει από το 2010 την ανάλογη διαδικασία -πέρυσι βγάλαμε Λέξη της χρονιάς τον όρο «φέικ νιουζ».

Η δική μας διαδικασία ανακήρυξης της Λέξης της χρονιάς ξεκινάει κάθε χρόνο γύρω στις 10 Δεκεμβρίου και ολοκληρώνεται στις 31 του μήνα, κι αν όλα πάνε καλά δεν αποκλείεται να τη διοργανώσουμε και φέτος, όμως άλλοι φορείς έχουν ήδη ανακηρύξει τη δική τους, κάποιοι από τα μέσα Νοεμβρίου κιόλας. Έτσι, το dictionary.com επέλεξε τη λέξη misinformation, το λεξικό Collins τον όρο single-use, ενώ το λεξικό της Οξφόρδης το επίθετο toxic.

Με αυτή την τελευταία λέξη θ’ ασχοληθεί το σημερινό μας άρθρο.

Στην ανακοίνωση των υπεύθυνων του Oxford διαβάζουμε ότι διάλεξαν τη λέξη toxic για Λέξη της χρονιάς επειδή μέσα στη χρονιά διευρύνθηκε εντυπωσιακά το πεδίο εφαρμογής της ή, με δικά τους λόγια, επειδή: In 2018, toxic added many strings to its poisoned bow becoming an intoxicating descriptor for the year’s most talked about topics. It is the sheer scope of its application, as found by our research, that made toxic the stand-out choice for the Word of the Year title. Δεν το μεταφράζω για να μη χαθούν τα έξυπνα λογοπαίγνια -και επισημαίνω και την έκφραση to have/add another string to one’s bow.

Η λέξη toxic είναι ελληνικής ετυμολογίας, όπως ανέφεραν οι περισσότεροι ιστότοποι που κάλυψαν το θέμα, αν και κάποιοι έμειναν στο λατινικό ενδιάμεσο. Μεταφράζω τις ετυμολογικές πληροφορίες που δίνει ο ιστότοπος του Όξφορντ:

Το επίθετο toxic σημαίνει «δηλητηριώδης» και εμφανίστηκε πρώτη φορά στα αγγλικά στα μέσα του 17ου αιώνα, από το μεσαιωνικό λατινικό toxicus, που σημαίνει ‘δηλητηριασμένος’ ή ‘διαποτισμένος με δηλητήριο’.

Αλλά η φαρμακερή ιστορία της λέξης δεν αρχίζει από εδώ. Ο μεσαιωνικός λατινικός όρος είναι με τη σειρά του δάνειο από το λατινικό toxicum, που σημαίνει ‘δηλητήριο’, λέξη που ανάγεταο στο ελληνικό τοξικόν φάρμακον, το φονικό δηλητήριο που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες για να αλείφουν τις αιχμές των βελών τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα λατινικά δεν μεταφέρθηκε η λέξη φάρμακον, που σήμαινε το δηλητήριο, αλλά η λέξη τοξικόν που προέρχεται από τη λέξη τόξον.

Ότι φάρμακον στα αρχαία σήμαινε δηλητήριο, το έχουμε πει στο ιστολόγιο παλιότερα. Τοξικόν φάρμακον λοιπόν, το δηλητήριο για τα τόξα. Για τα βέλη, θα έλεγε κάποιος αυστηρός, αφού τα βέλη άλειφαν με το φαρμάκι, αλλά η οικονομία της γλώσσας έτσι το θέλησε. Να το θυμηθούμε αυτό την επόμενη φορά που θα μας πει κάποιος «ακολουθήστε τα τόξα» και θα τον ειρωνευτούμε για αγράμματο που δεν είπε «ακολουθήστε τα βέλη». Και οι αρχαίοι ημών έτσι σκέφτηκαν.

Όσο για την απόπτωση του ουσιαστικού και την παράλληλη ουσιαστικοποίηση του επιθέτου, είναι κοινός τόπος στη γλώσσα. Όπως το τοξικόν φάρμακον έγινε σκέτο τοξικόν έτσι και ο ποντικός μυς έγινε ποντικός ή το νεαρόν ύδωρ έγινε νεαρόν και μετά νηρόν και νερόν/νερό, ως τις μέρες μας που η χωριάτικη σαλάτα έγινε χωριάτικη και το κινητό τηλέφωνο: κινητό.

Οι ετυμολογικές πληροφορίες του Όξφορντ είναι σωστές, αν και αναφέρει ότι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ήταν εκείνοι που άλειφαν τα βέλη τους με δηλητήριο ενώ το λεξικό του Μπαμπινιώτη λέει ότι τη συνήθεια αυτή την είχαν οι Κέλτες και οι Σκύθες. Ο Αριστοτέλης δίνει δίκιο στον Μπαμπινιώτη, μια και λέει:

Φασὶ δὲ παρὰ τοῖς Κελτοῖς φάρμακον ὑπάρχειν τὸ καλούμενον ὑπ’ αὐτῶν τοξικόν· ὃ λέγουσιν οὕτω ταχεῖαν ποιεῖν τὴν φθορὰν ὥστε τῶν Κελτῶν τοὺς κυνηγοῦντας, ὅταν ἔλαφον ἢ ἄλλο τι ζῷον τοξεύσωσιν, ἐπιτρέχοντας ἐκ σπουδῆς ἐκτέμνειν τῆς σαρκὸς τὸ τετρωμένον πρὸ τοῦ τὸ φάρμακον διαδῦναι…..

Μετάφραση δεν χρειάζεται στους απογόνους των τρισχιλιετών. Λέει πως οι Κέλτες έχουν ένα δηλητήριο, που το αποκαλούν τοξικό και, όπως λένε, τόσο γρήγορη δράση έχει ώστε, όταν κυνηγούν και χτυπήσουν με το τόξο ελάφι ή άλλο ζώο πρέπει να βιαστούν και να κόψουν το χτυπημένο μέρος της σάρκας του ζώου πριν διαδοθεί το δηλητήριο και στο υπόλοιπο.

Να σημειωθεί εδώ πως το επίθετο «τοξικός» το χρησιμοποιούσαν και για άλλες χρήσεις οι αρχαίοι ημών, όχι μόνο για το τοξικόν φάρμακον. Ας πούμε, τοξική στολή δεν ήταν μια στολή που αρρωσταίνεις όταν τη φοράς αλλά ο εξοπλισμός του τοξότη, ενώ τοξικος κάλαμος ένα καλάμι κατάλληλο για βέλη. Η αυτονόμηση και ουσιαστικοποίηση του επιθέτου έρχεται μερικούς αιώνες αργότερα, π.χ. στον γιατρό Διοσκουρίδη, τον 1ο αιώνα μ.Χ.

Τα υπόλοιπα της ετυμολογικής αλυσίδας τα είδαμε παραπάνω. Και τον 19ο αιώνα επανακάμπτουν στα ελληνικά, μέσω γαλλικών, οι επιστημονικοί όροι αυτής της οικογένειας, όπως η τοξίνη και η τοξιναιμία, η τοξικολογία και η τοξικότητα, ενώ η τοξικομανία πρέπει να είναι του εικοστού αιώνα.

Αντιδάνεια; Θεωρητικά ναι, αφού οι γαλλικές λέξεις όπως toxicologie κτλ. ανάγονται σε ελληνική λέξη, όμως η ελληνική βιβλιογραφία τους όρους αυτούς δεν τους χαρακτηρίζει αντιδάνεια αλλά (ο Μπαμπινιώτης) «μεταφορά ελληνογενούς ξένου όρου».

Πριν φύγουμε από τα ετυμολογικά, μια τελευταία επισήμανση. Η ετυμολογία του «τοξικού» (όπως και πολλών άλλων λέξεων) δείχνει πόσο πλανημένη είναι η άποψη ότι, τάχα, η ετυμολογία φανερώνει το αληθινό νόημα/το βαθύτερο νόημα των λέξεων. Λέτε το αληθινό ή το βαθύτερο νόημα της σημερινής λέξης «τοξικός» (π.χ. ο ασθενής διακομίστηκε με τοξικό σοκ) να βρίσκεται στο τόξο; Όχι βέβαια. Η ετυμολογία, παρά το γεγονός ότι έτυμον = αληθές, δεν δείχνει παρά τον τρόπο που σκέφτηκαν εκείνοι που ονομάτισαν έτσι το κάθε πράγμα.

Ας επιστρέψουμε όμως στον τοξικό, αλλά στα σημερινά πλέον χρόνια.

Ως πολύ πρόσφατα, το επίθετο «τοξικός» έμενε περιορισμένο στην επιστημονική ορολογία. Είχαμε τοξικές ουσίες, τοξικά αέρια, τοξικό νέφος, τοξικό σοκ και άλλες τέτοιες κυριολεκτικές, επιστημονικές χρήσεις. Είχαμε και τοξικά φάρμακα, όχι φυσικά με την αρχαία σημασία παρά με τη σύγχρονη, φάρμακα που επιδρούν τοξικά. Είχαμε και τοξικά απόβλητα.

Στον αιώνα μας, το επίθετο αρχίζει και χρησιμοποιείται, πρώτα στα αγγλικά, ολοένα και περισσότερο μεταφορικά κι έτσι έχουμε π.χ. τα τοξικά ομόλογα (από τα μεγάλα έντυπα λεξικά μας, μόνο το Χρηστικό της Ακαδημίας καταγράφει τον όρο). Τοξικά ειπώθηκαν τα ομόλογα επειδή, έχοντας χάσει μεγάλο μέρος της αξίας τους, προκαλούν ζημιά στον κάτοχό τους, όπως μια τοξική ουσία.

Και οι μεταφορικές χρήσεις επεκτάθηκαν περαιτέρω, σε τοξικά συναισθήματα, τοξικές σχέσεις, τοξικό περιβάλλον, τοξική συμπεριφορά -αυτά όλα πρέπει να είναι του εικοστού πρώτου αιώνα φράσεις, παλιότερα αντί για «τοξικό» θα λέγαμε «φθοροποιό» ή «ψυχοφθόρο». Ενδεικτικό είναι ότι το ΜΗΛΝΕΓ, το μεγάλο ηλεκτρονικό λεξικό που συντάσσεται αυτή την περίοδο, έχει εκτενείς αναφορές στις μεταφορικές χρήσεις της λ. τοξικός.

Και ειδικά στις ΗΠΑ πέρυσι, με την υπόθεση του δικαστή Κάβανο, έδωσε και πήρε ο όρος toxic masculinity, τοξική αρρενωπότητα δηλαδή. Με παραξενεύει, αλλά βρίσκω πως ο όρος έχει προλάβει να αποκτήσει λήμμα και στην ελληνική Βικιπαίδεια.

Αν αξιωθούμε και κάνουμε και φέτος ψηφοφορια για τη λέξη της χρονιάς στο ιστολόγιο, θα βάλουμε κι εμείς τη λέξη ‘τοξικός’ στο ψηφοδέλτιο. Λέτε να διακριθεί και στα ελληνικά;

 

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 182 Σχόλια »

Οι Γερμανοί δεν μιλάνε

Posted by sarant στο 21 Νοέμβριος, 2018

Όπως και σε άλλα άρθρα, ο τίτλος ειναι παραπλανητικός. Οι Γερμανοί ασφαλώς μιλάνε, παρά το ανέκδοτο με τον Κολ και τον φύλακα του νεκροταφείου. Λέω ανέκδοτο, αλλά το έχω ακούσει για πραγματικό περιστατικό. Μια φορά, λέει, που ο Χέλμουτ Κολ ως καγκελάριος της Γερμανίας, είχε επισκεφθεί το γερμανικό στρατιωτικό νεκροταφείο στο Μάλεμε, στα Χανιά, είπε κάτι στον φύλακα, ο οποίος του απάντησε στα αγγλικά. Ο υψηλός προσκεκλημένος σαν να ενοχλήθηκε από αυτό, και κάποιοι το μετέφεραν στον φύλακα, ο οποίος, λένε, απάντησε πως δεν του χρειάζεται να ξέρει γερμανικά διότι «Οι δικοί μου οι Γερμανοί δεν μιλάνε».

Οι άλλοι Γερμανοί, όμως, μιλάνε -αν και μπορεί, σε όποιον δεν ξέρει τη γλώσσα, η ομιλία τους να φανεί σαν ακατανόητο βαττολόγημα, φλάχτεν-φλούχτεν όπως το θέλει το στερεότυπο. Αλλά η ομιλία σε κάθε άγνωστή μας γλώσσα μας φαίνεται ασυνάρτητη -από το μπαρ μπαρ που άκουγαν οι αρχαίοι Έλληνες κι έβγαλαν τη λέξη βάρβαρος μέχρι το «σαν ποπκόρν που σκάνε στην κατσαρόλα» όπως είχε πει μια απωανατολίτισσα ακούγοντας να μιλάνε ελληνικά.

Όμως οι Γερμανοί έχουν επίσημα χαρακτηριστεί ότι «δεν μιλάνε» ή ότι «μιλάνε ακατανόητα». Ή μάλλον, όχι ακριβώς οι Γερμανοί. Ίσως θα ήταν ακριβέστερο να αλλάξω τον τίτλο και να τον κάνω: Οι Νέμτσοι δεν μιλάνε.

Αλλά ποιοι είναι οι Νέμτσοι; Πάω στοίχημα πως οι περισσότεροι αναγνώστες δεν θα ξέρουν τη λέξη, αν και βέβαια με τόσον πρόλογο που έκανα θα υποθέτουν πως πρόκειται για τους Γερμανούς.

Νέμτσοι ή Νέμιτσοι ή Νέμτσηδες είναι παλιές ονομασίες για τους Γερμανούς ή ακριβέστερα για τους γερμανόφωνους, που τις βρίσκουμε καταρχάς σε βυζαντινά και μεσαιωνικά κείμενα.

Τον 9ο αιώνα ο χρονογράφος Γεώργιος Μοναχός αναφερόμενος σε Νεμίτζους μισθοφόρους σημειώνει ἔθνος δ’ οἱ Νέμιτζοι Κελτικὸν. Έναν αιωνα μετά ο Πορφυρογέννητος σημειώνει: εἰς τὸν ῥῆγα Βαϊούρη [της Βαυαρίας]· (ἔστιν δὲ αὕτη ἡ χώρα οἱ λεγόμενοι Νεμίτζιοι·)

Στους Νεμίτζους αναφέρεται και η Άννα η Κομνηνή: ἀλλαχόσε δὲ τοὺς Νεμίτζους (ἔθνος δὲ καὶ τοῦτο βαρβαρικὸν καὶ τῇ βασιλείᾳ Ῥωμαίων δουλεῦον ἀνέκαθεν). Ανέκαθεν ήταν τότε, τώρα οι όροι έχουν αλλάξει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γερμανία, Ετυμολογικά, Ευρώπη, Εθνοφαυλισμοί | Με ετικέτα: , , , , | 189 Σχόλια »

Τζιμάνι, μια ανακεφαλαίωση

Posted by sarant στο 7 Νοέμβριος, 2018

Στο σημερινό άρθρο θα πούμε πράγματα γνωστά στους ταχτικούς και στους ισχυρομνήμονες αναγνώστες του ιστολογίου, αφού θα ανακεφαλαιώσουμε πράγματα που έχουν ήδη γραφτεί σε σχόλια. Ανακεφαλαίωση σημαίνει και ανακύκλωση, σ’ ένα βαθμό, γι’ αυτό και ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη που θα διαβάσετε πράγματα που τα έχουμε ξαναπεί και μάλιστα πολύ πρόσφατα.

Ωστόσο, η ανακεφαλαίωση είναι απαραίτητη κατά τη γνώμη μου, επειδή η αρχική συζήτηση είχε γίνει στα σχόλια ενός εντελώς άσχετου άρθρου, η δε αναφορά που έκανα προχτές δεν ήταν πλήρης. Με τη σημερινή ανακεφαλαίωση παρουσιάζεται πλήρης η εικόνα της ετυμολογίας της λέξης «τζιμάνι» έτσι ώστε να μπορεί κανείς να βρει σε ένα μέρος όλα όσα έχουμε πει και να τα σχολιάσει, ενώ ελπίζω ότι με τα σχόλιά σας μπορεί να ξεκαθαρίσουν μια-δυο εκκρεμότητες που υπάρχουν. Και άλλα άρθρα του ιστολογίου χρειάζονται τέτοιο νοικοκύρεμα.

Πράγματι, η αρχική συζήτηση είχε γίνει πριν από δυόμισι χρόνια, σε ένα άρθρο για τις λέξεις γέμελος και μπινιάρης (σημαίνουν και οι δυο «δίδυμος»). Εκεί, ο φίλος μας ο Κόρτο είχε αναρωτηθεί αν η λέξη «τζεμάλι», παράλληλος τύπος της γνωστότερης «τζιμάνι», μπορεί να προέρχεται από την ιταλική  gemelli (δίδυμοι).

Η εικασία αυτή δεν ήταν σωστή, αλλά αναπόφευκτα τέθηκε στη συζήτηση η ετυμολογία της λέξης «τζιμάνι». Βγάλαμε ορισμένα συμπεράσματα, τα οποία τα ανέφερα την περασμένη Παρασκευή, πολύ περιληπτικά, στην ομιλία μου για τα Ληξιαρχεία της γλώσσας, που αναδημοσιεύτηκε και εδώ προχτές. Η αναδημοσίευση προκάλεσε νέες συζητήσεις καθώς και κάποια ερωτήματα -που θα τα συζητήσουμε σήμερα.

Το αρχικό ερώτημα του Κόρτο είναι πολύ καλά διατυπωμένο:

Τζεμάλι: τζιμάνι ή τζεμάνι, ο πολύ ικανός, που καταπιάνεται με όλα και τα καταφέρνει όλα.
Γνωστή η λέξη από το τραγούδι του Αντώνη Νταλγκά το μπαγλαμαδάκι σπάσε:

«Ήτανε παιδί τζεμάλι, πρώτος στον λουλά
και τον εζηλεύαν όλοι μες τη γειτονιά».

Επίσημη ετυμολογία: αγγλ. g-man `ειδικός πράκτορας του FBI

Δεν πείθομαι ιδιαιτέρως με τον πράκτορα του FBI στην προπολεμική Ελλάδα. Υπάρχει καμιά άλλη προσέγγιση; Ίσως κάποια σχέση με τον γέμελο;

Να προσέξουμε ότι για το τζιμάνι όλα τα λεξικά: ΛΚΝ, Μπαμπινιώτη (Γενικό αλλά και Ετυμολογικό), Χρηστικό, αλλά και το πρόσφατο ΜΗΛΝΕΓ, δίνουν την ίδια ετυμολογία, με την ίδια διατύπωση. Αυτή η ομοφωνία είναι βέβαια σημαντικό στοιχείο, αλλά όποιος έχει λεξικογραφική πείρα ξέρει ότι πολλές φορές δεν σημαίνει και πάρα πολλά: όταν δεν έχει προβληθεί κάποια εναλλακτική άποψη, τα λεξικά συνηθίζουν να υιοθετούν τις ετυμολογίες των προγενέστερων -είναι ανθρωπίνως αδύνατο να κάνεις ειδική ετυμολογική έρευνα για κάθε μία από τις χιλιάδες λέξεις του λεξικού σου, οπότε φυλάς τους πορους σου για τις αμφισβητούμενες περιπτώσεις. Για τη λέξη «τζιμάνι» δεν είχε εγερθεί ως τώρα αμφισβήτηση.

Ώστε τζιμάνι ο τζι-μαν, ο πράχτορας του FBI, ικανός, έξυπνος και γενναίος, που λογικό είναι να αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού, και που θα μπορούσε να έχει περάσει και στην ελληνική γλώσσα μέσα από τις ταινίες του υποκόσμου και τα περιοδικά τύπου Μάσκας. Αυτή την εξήγηση την δεχόμουν κι εγώ, κι αν ανατρέξετε στη συζήτηση στο προπέρσινο άρθρο θα δείτε ότι αρχικά αυτήν υποστήριζα και ήμουν δύσπιστος σε εναλλακτικές εξηγήσεις -όμως, επειδή έχω μάθει πια να μην ερωτεύομαι ετυμολογίες και θεωρίες, όταν είδα ότι τα στοιχεία υπέρ της εναλλακτικής θεωριας ήταν παραπάνω από πειστικά, αναθεώρησα.

Διότι, το βασικό εδώ είναι η χρονολόγηση, και το λέει θαυμάσια ο Κόρτο πιο πάνω: δεν πείθει ιδιαίτερα ο πράκτορας του FBI στην προπολεμική Ελλάδα. Στη μεταπολεμική, θα έπειθε. Αφενός επειδή, με εξαίρεση τις ναυτικές λέξεις, είναι ελάχιστες οι λέξεις που πέρασαν απευθείας από τα αγγλικά στα ελληνικά, χωρίς δηλ. να μεσολαβήσει η γαλλική ή η ιταλική, πριν από το 1945.

Για να γενικεύσω λίγο, νομίζω ότι αυτός ο εμπειρικός κανόνας έχει ισχύ σχεδόν αξιώματος: δεν υπάρχουν λαϊκά δάνεια απευθείας από τα αγγλικά στην προπολεμική γλώσσα, εκτός ναυτικών λέξεων και ειδικής ορολογίας (πχ. σπορ). Κάποιοι προτείνουν σαν πιθανό δίαυλο δανεισμού τους μετανάστες, που κάποιοι από αυτούς (λίγοι πάντως) επέστρεφαν ήδη από τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, αλλά δεν ξέρω καμιά λέξη που να μπήκε στην ελληνική γλώσσα από τους ελληνοαμερικάνους μετανάστες πριν το 1940. Ξέρετε εσείς;

Αυτό θα αρκουσε, αλλά υπάρχει και μια επιπρόσθετη δυσκολία, ότι και τα αγγλικά ο όρος G-man, από τον οποίο υποτίθεται ότι φτιάχτηκε η ελληνική λέξη, εμφανίζεται μάλλον αργά. Το 1930 κατά το etymonline που επαναλαμβάνει την αναφορά του OED (η παλαιότερη ανεύρεση του 1917 αφορά ιρλανδική χρήση και δεν μας ενδιαφέρει), το 1928 κατά τo Merriam-Webster. Μιλάμε για πρώτες ανευρέσεις, αλλά ο όρος έγινε γνωστός και ευρέως διαδεδομένος αργότερα, ίσως στα χρόνια του Β’ Παγκ. Πολέμου (απ’ όπου και η αφίσα αριστερά).

Είναι δύσκολο μέσα σε λίγα χρόνια από την πρώτη εμφάνισή του, ενώ καλά καλά δεν είχε διαδοθεί ευρέως ο όρος στην Αμερική, να πέρασε στην Ελλάδα, και ειδικά και μόνο στην Ελλάδα χωρίς να περάσει σε άλλες χώρες. Δεν είναι αδύνατο, αλλά είναι πολύ δύσκολο.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Γιώργος Κάτος, στο λεξικό της περιθωριακής γλώσσας, γράφει για τη λέξη τζιμάνι: ότι διαδόθηκε στην Ελλάδα μεταπολεμικά από τα αμερικανικά αστυνομικά έργα όπου πρωταγωνιστής, δηλ. τζίμαν, ήταν ο αστυνομικός Λέμι Κόσιον που τον ερμήνευε ο Έντι Κονσταντίν. Ο Κάτος είναι καλός ερευνητής αλλά δεν είναι ιστορικός γλωσσολόγος και εδώ αστοχεί διότι η λέξη «τζιμάνι» έχει μπει στη γλώσσα μας πριν από το 1945.

Καιρός όμως να ανατρέξουμε στα σώματα κειμένων, να δούμε πότε εμφανίζεται ο τύπος «τζιμάνι» και ο παράλληλος τύπος «τζιμάλι» και «τζεμάλι».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανακεφαλαιώσεις, Γλωσσικό ληξιαρχείο, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , | 148 Σχόλια »

Τα ληξιαρχεία της γλώσσας

Posted by sarant στο 5 Νοέμβριος, 2018

Την Παρασκευή που μας πέρασε ήμουν προσκαλεσμένος του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης για να δώσω μια διάλεξη στους φοιτητές του Μεταπτυχιακού «Εφαρμοσμένη Γλωσσολογία. Διδακτική της Γλώσσας». Νομίζω πως η διάλεξη πήγε πολύ καλά, κυρίως όσον αφορά την προσέλευση και τη συμμετοχή των φοιτητών, παρόλο που ήταν στο τέλος της εβδομάδας, απόγευμα Παρασκευής.

Στην ομιλία μου ασχολήθηκα με ένα θέμα που το έχω επανειλημμένα θίξει στο ιστολόγιο, αλλά δεν του έχω αφιερώσει ειδικό άρθρο: τη χρονολόγηση της πρώτης εμφάνισης λέξεων. Ενδεικτικός είναι και ο τίτλος της ομιλίας: Τα ληξιαρχεία της γλώσσας: Αναζητώντας την πρώτη εμφάνιση λέξεων και φράσεων.

Τα περισσότερα παραδείγματα που ανέφερα τα έχουμε συζητήσει ήδη στο ιστολόγιο, αλλά όχι κάτω από αυτή τη σκοπιά.

Δυστυχώς, από δικη μου αμέλεια δεν ηχογραφήθηκε η ομιλία κι έτσι θα αρκεστούμε στο γραπτό κείμενο -από το οποίο βέβαια ξέφυγα μερικές φορές. Δεν θα παραθέσω ολόκληρο το κείμενο αλλά περίπου τα δύο τρίτα του, που αφορούν τη χρονολόγηση λέξεων. Αφήνω δηλαδή απέξω τη χρονολόγηση φράσεων, που είναι θέμα πιο γνωστό στους αναγνώστες του ιστολογίου, καθώς και τον επίλογο της ομιλίας -η οποία έτσι εμφανίζεται να τελειώνει απότομα.

Τη φωτογραφία την έβγαλε φίλος του ιστολογίου -πριν αρχίσει η ομιλία, να εξηγούμαστε.

Τα ληξιαρχεία της γλώσσας

Καλησπέρα σας, θέλω να ευχαριστήσω το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης και την κυρία Ευγενία Μαγουλά για την τιμητική πρόσκληση που μου έκαναν να με προσκαλέσουν να μιλήσω απόψε στο μεταπτυχιακό σας, και σας ευχαριστώ κι εσάς που μου κάνατε την τιμή να έρθετε εδώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Εκδηλώσεις, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 155 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στον Δημήτρη και πάλι!

Posted by sarant στο 26 Οκτώβριος, 2018

Ταξίδευα χτες και δεν προλάβαινα να ετοιμάσω άρθρο, οπότε η σημερινή γιορτή μού δίνει την ευκαιρία να αναδημοσιεύσω ένα άρθρο για όσους γιορτάζουν σήμερα, που αρχικά το είχαμε δημοσιεύσει πριν από τρία χρόνια.

Με μια δόση υπερβολής, σήμερα γιορτάζει η μισή Ελλάδα: γιορτάζουνε οι Δήμητρες, γιορτάζουν οι Δημήτρηδες, γιορτάζει όμως κι η Θεσσαλονίκη -μεγάλη γιορτή λοιπόν, οπότε ταιριάζει να της αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο.

Σύμφωνα με την έρευνα για τα ελληνικά ονόματα, που έχει κάνει ο Χάρης Φουνταλής, ο Δημήτρης είναι το δεύτερο σε συχνότητα ελληνικό αντρικό όνομα, πίσω από τον Γιώργο που προηγείται με διαφορά. Βέβαια, αν προσέξετε τους αριθμούς, θα δείτε ότι Κώστας και Γιάννης ελάχιστα υπολείπονται -αν ήταν δρομείς θα χρειαζόταν φωτοφίνις. Η Δήμητρα, πάλι, χωρίς να είναι σπάνιο όνομα, υστερεί σαφώς σε συχνότητα -στη γυναικεία κατάταξη βρίσκεται στη δέκατη θέση.

Κι όμως, η Δήμητρα γέννησε τον Δημήτρη, ή έστω τον Δημήτριο. Εδώ χρειάζονται εισαγωγικά στο ρήμα, αλλά το στοκ το έχουν εξαντλήσει οι εισαγωγικομανείς, που τα βάζουν και στα λάχανα. Φυσικά, κάποιες Δήμητρες έχουν γεννήσει Δημήτρηδες αλλά εγώ εννοώ τα ονόματα.

Εν αρχή ην η Δήμητρα λοιπόν, η μεγάλη θεά της γης και της καλλιέργειας, ιδίως της καλλιέργειας σιτηρών -από το ψωμί ξεκινάμε. Η Δήμητρα, Δημήτηρ και Δαμάτηρ στα πολύ αρχαία, όνομα αβέβαιας ετυμολογίας, που θα μπορούσε να προέρχεται από το «γη μήτηρ». Μεγάλη θεά, τα πιο μεγάλα μυστήρια της αρχαιότητας συνδέονταν μαζί της.

Και τα σιτηρά άλλωστε, τα λέμε δημητριακά επειδή είναι το δώρο της Δήμητρας. Αλλά και ο αγγλικός όρος, cereals, και αυτός ανάγεται, μέσω λατινικών, στη Ceres, τη θεά των Ρωμαίων που ήταν το αντίστοιχο της Δήμητρας. Ceres ή Δήμητρα λέγεται κι ένας πλανήτης-νάνος, ο μεγαλύτερος από τους αστεροειδείς. Και από τον νάνο πλανήτη πήρε το όνομά του το χημικό στοιχείο Δημήτριο, που ανήκει στις σπάνιες γαίες -όχι επειδή βρίσκεται στον πλανητάκο, αλλά επειδή ανακαλύφθηκε το 1803, δυο χρόνια μετά τον πλανήτη. Το σύμβολό του είναι Ce, από το Cerium.

Ο Δημήτριος αρχίζει εκεί που τελειώνει η Δήμητρα. Η ίδια η λέξη, δημήτριος, σημαίνει «ο σχετιζόμενος με τη Δήμητρα» και γρήγορα άρχισε να χρησιμοποιείται ως κύριο όνομα, με πιο επιφανή στην προχριστιανική εποχή τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, στη σπάταλη εποχή των επιγόνων, στρατηγό προικισμένο που όμως πήρε το προσωνύμιό του από μια… αποτυχημένη πολιορκία και που ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές του έχει συγκεντρώσει γι΄αυτόν ένα σωρό σκαμπρόζικα ανέκδοτα και λογοπαίγνια, ακατάλληλα για ανηλίκους.

Αυτός ο Δημήτριος δεν άγιασε. Αν είναι τόσο συχνό το όνομα, το οφείλει στον μάρτυρα Δημήτριο, που μαρτύρησε στη Θεσσαλονίκη τον 4ο αιώνα και που έγινε πολιούχος της. Ο Δημήτριος αυτός λέγεται και Μυροβλύτης, και έτσι γράφεται αυτό το επίθετο, και όχι Μυροβλήτης όπως νόμιζα εγώ και πολλοί άλλοι (έχουμε γράψει και άρθρο προ οκταετίας). Ο άγιος Δημήτριος ήταν δημοφιλέστατος τον Μεσαίωνα, όπως κι ο Άι Γιώργης, αλλά μόνο στους ορθόδοξους, και γι’ αυτό το όνομα είναι μάλλον εξωτικό στη δυτική Ευρώπη, ενώ στα Βαλκάνια και γενικά στους ορθόδοξους λαούς της Ανατολικής Ευρώπης είναι πολύ συχνότερο.

Διότι βέβαια το Jimmy δεν είναι το αντίστοιχο του Δημήτρης στα αγγλικά, κι ας λέμε Τζίμηδες τους δικούς μας Δημήτρηδες -είναι το υποκοριστικό του James, του Ιάκωβου. Στα αγγλικά, το αντίστοιχο του Δημήτρη είναι το σπάνιο Demetri, όπως και το Dimitri στα γαλλικά. Οι ανατολικοί έχουν βέβαια Ντμίτρι, Ντιμίταρ, Ντουμίτρου κτλ. και από το ρώσικο υποκοριστικό Μίτια λέγεται ότι προέρχεται το αρχικό Μ. του ψευδώνυμου του Μ. Καραγάτση (Δημήτρη Ροδόπουλου).

Ο Δημήτρης έχει πολλά υποκοριστικά του ονόματός του. Δημήτρης λοιπόν, Δημητράκης, Δημητρούλης, Δημητρός, Δήμος. Μίμης, όπως ο αξέχαστος πατέρας μου. Μήτσος, φυσικά, αλλά και Μήτσης (τα Μητσάρας και Μητσάκος δεν ξέρω να τα έχει χρησιμοποιήσει κανένας για να αποκαλείται έτσι). Μήτρος και Μητρούσης και Μήτρακας, Ντέμης και Ντίμης, Τζίμης, Τζιμάκος. Δεν πρέπει να ακούγεται πια ο Μιμίκος. Νομίζω πως αυτός της Μαίρης ήταν ήδη επίθετο. Και ο πολυσήμαντος Τάκης. Η Δήμητρα έχει τη Δημητρούλα, τη Μιμή, τη Μίτση.

Δεν βρήκα κάποιον λαϊκό-διαλεκτικό τύπο (σαν τους πολλούς που υπάρχουν για τον Κώστα), αν ξέρετε εσείς συμπληρώστε. Να πούμε επίσης ότι ο Δήμος στις μέρες μας πιο πολύ είναι Δημοσθένης παρά Δημήτρης, ενώ ο Ντέμης Νικολαΐδης είναι Θεμιστοκλής. Επίσης, τον βιομήχανο Δημήτρη Γιαννακόπουλο που ασχολείται με τα διοικητικά του Παναθηναϊκού τον φωνάζουν Τράκη αλλά δεν ξέρω αν είναι πειραχτικό, ή ιδιωτικό υποκοριστικό ή αν λέγεται γενικότερα.

Ο αξέχαστος πατέρας μου, γεννημένος στη Μυτιλήνη, βαφτίστηκε Δημήτρης αλλά όλοι τον έλεγαν Μίμη, υποκοριστικό συχνότατο στο νησί, αν και λέγεται και σε πολλά άλλα μέρη. Για μας και για τους παλιούς του φίλους ήταν Μίμης, αλλά για τις νεότερες γνωριμίες Δημήτρης, εκτός αν γνωρίζονταν καλά στη συνέχεια. Όταν όμως δούλευε μαχόμενος μηχανικός, είχε τύχει ν’ακούσω να τον λένε και Μήτσο άνθρωποι της πιάτσας. Ο συγγραφέας Δημήτρης Ραβάνης είχε και το ψευδώνυμο Δήμος Ρεντής, αλλά για τους δικούς του ήταν Μίμης. Από την άλλη, ο Ψαθάς όταν έγραφε στα έντυπα της ΕΠΟΝ υπέγραφε Μίμης Ψαθάς ενώ στα άλλα του κείμενα Δημήτρης.

Ο Μήτσος λέγεται πολύ και σήμερα, όσο κι αν μπορώ να φανταστώ κάποιους να το θεωρούν μπας κλας. Οι δέκα μικροί Μήτσοι του Λαζόπουλου ήρθαν όταν ο τύπος είχε αρχίσει να χάνει σε συχνότητα, ενώ ο Μήτσος με το Κατινάκι του γελοιογράφου Διογ. Καμμένου είχε φτιαχτεί σε μια εποχή μητσικού μεσουρανήματος. Κάποτε το Μήτσος ήταν συνηθισμένο σε λογοτέχνες: Μήτσος Ευθυμιάδης, Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Μήτσος Λυγίζος, Μήτσος Κασόλας, Μήτσος Παπανικολάου. Ο Δημήτρης Πουλικάκος είναι Μήτσος μερικής απασχόλησης.

Εννοείται ότι στις μέρες μας πολύ δύσκολα θα βρεθεί Μήτρος, όνομα οπλαρχηγών του 21. Ο τελευταίος Μήτρος που θυμάμαι να αποκαλείται έτσι ήταν ο Μήτρος Σουλιμιώτης, κομμουνιστής δήμαρχος της Αγίας Βαρβάρας επί τέσσερις τετραετίες αμέσως μετά τη μεταπολίτευση.

Αν κάνουμε το τεστ της διασημότητας κατά Γκουγκλ, οι διασημότεροι Δημήτρηδες είναι ο Χορν, ο Μητροπάνος και ο Μητρόπουλος (ο μουσικός). Από τους Μίμηδες, ο Ανδρουλάκης, ο Φωτόπουλος και ο Πλέσσας, ενώ από τους Μήτσους ο Κωστόπουλος (ο πρώην του ΚΚΕ). Δήμητρα η Γαλάνη και Μιμή όχι αυτή που σκεφτήκατε αλλά η Ντενίση.

Περιέργως, ο Δημήτρης δεν έχει αφήσει αποτύπωμα στη φρασεολογία μας. Μπορώ να σκεφτώ μόνο τη φρ. τα έκαναν τάτσι μίτσι κότσι, που λέγεται για όσους ενεργούν προσυνεννοημένα για να εξαπατήσουν κάποιον ή να πετύχουν αθέμιτο σκοπό, όπου (σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία) οι τρεις λέξεις είναι αρβανίτικα υποκοριστικά (Τάτσης, Μήτσης και Κώτσης).

Ο Άγιος Δημήτριος, που τον αναφέραμε πιο πάνω, σημαδεύει και τον μήνα που γιορτάζει, αφού ένα από τα λαϊκά ονόματα του Οχτώβρη είναι «αγιοδημητριάτης». Αλλά «αγιοδημητριάτικα» λέγονται και τα χρυσάνθεμα, που αυτή την εποχή βγαίνουν. Παρεμπιπτόντως, μόνο δυο ουσιαστικά ή επίθετα έχει το λεξικό από αγίους: τα αγιοδημητριάτικα και τον αγιοβασιλιάτικο. Να αναφέρουμε και τον δήμο Αγίου Δημητρίου, που είναι το παλαιότερο Μπραχάμι. Έχουμε επίσης τη Δημητριάδα, την αρχαία πόλη στον Παγασητικό κόλπο, που πήρε το όνομά της από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή που την ίδρυσε -στον Βόλο υπάρχει συνοικία «Νέα Δημητριάδα», ενώ το όνομα διατηρείται επίσης στην ονομασία της τοπικής μητρόπολης, που λέγεται Δημητριάδος και Αλμυρού (μητροπολίτης Δημητριάδος ήταν για πολλά χρόνια ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος).

Από βιβλία με τον Δημήτρη στον τίτλο τους θα αναφέρω το «Η μάσκα του Δημήτριου» του Έρικ Άμπλερ, που έγινε και ταινία το 1944. Ο επώνυμος ήρωας είναι ένας τυχοδιώκτης ονόματι Δημήτριος Μακρόπουλος. Στα θεατρικά θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί ο Φον Δημητράκης του Δημήτρη Ψαθά.

Από τραγούδια, πέρυσι είχαμε βάλει το «Δημήτρη μου Δημήτρη μου» του Ζαμπέτα, αλλά φέτος λέω να συνεχίσω με Δημητράκη -ο συγκεκριμένος ήτανε φτωχός, του Γιώργου Μητσάκη:

Και κλείνουμε όπως την περασμένη φορά, πάλι με Δημητράκη, τούτη τη φορά όμως του ελαφρού, που δεν του πάει το πάχος, τραγούδι του Αττίκ που το ακούμε εδώ από τον Θέμη Ανδρεάδη.

Το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά σε όλες και όλους που γιορτάζουν, τον Δημήτρη Μαρτίνο, τον Mitsos,  τον Μήτσκο, τον Ορεσίβιο (κρυπτοδημήτρης), τον Τζιμάκο και τους άλλους που σίγουρα ξεχνάω.

 

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 148 Σχόλια »

Τι κι αν φορώ τραγιάσκα;

Posted by sarant στο 24 Οκτώβριος, 2018

Τραγιάσκα δεν φοράω εγώ. Το ρητορικό ερώτημα του τίτλου το θέτει ο μεγάλος Απόστολος Χατζηχρήστος, ή ακριβέστερα ο Γιάννης Λελάκης που έγραψε τους στίχους, στο τραγούδι «Μην είσαι ψεύτρα δίγνωμη»:

Μην είσαι ψεύτρα δίγνωμη, μη μου μιλάς με μάσκα
γιατί κι εγώ έχω καρδιά, τι κι αν φορώ τραγιάσκα.

Αφού ο ήρωας φοράει τραγιάσκα θα πει πως είναι εργατόπαιδο, βιοπαλαιστής, φτωχός. Αν ήταν ευκατάστατος, θα φορούσε ξερωγώ ρεπούμπλικα ή και ημίψηλο σε ειδικές περιστάσεις. Αν ήταν καλλιτέχνης, πάλι, μπορεί και να φορούσε μπερέ.

Τότε που γράφτηκε το τραγούδι, ήταν σχεδόν αδιανόητο να βγει κανείς στον δρόμο με ακάλυπτο το κεφάλι -εδώ και πολύ καιρό, η κατάσταση έχει αλλάξει άρδην, και είναι μάλλον σπάνιο θέαμα να δούμε στον δρόμο κάποιον με τραγιάσκα, ή με οποιοδήποτε άλλο καπέλο εκτός από τα αθλητικά τύπου τζόκεϊ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , | 247 Σχόλια »

Ονοματολογικά και ιστορικά του Σκουταριού Σερρών (Συνεργασία του Βαγγέλη Δαρδαντάκη)

Posted by sarant στο 22 Οκτώβριος, 2018

Η κωμόπολη Σκούταρι Σερρών ήρθε πρόσφατα στην επικαιρότητα όταν η μεγάλη πλειοψηφία των γονέων του δημοτικού σχολείου της αρνήθηκαν να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο προχτές, την Παρασκευή, επειδή εκείνη τη μέρα θα άρχιζαν να φοιτούν, σε ειδική τάξη, δέκα προσφυγόπουλα από τον κοντινό καταυλισμό προσφύγων. Μόνο 25 από τα 130 παιδιά προσήλθαν στα μαθήματα.

Στη συνέχεια, ο σύλλογος γονέων του Δημοτικού Σχολείου Σκουτάρεως πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι οι γονείς είχαν ετοιμάσει και γιορτή για την υποδοχή των παιδιών αλλά την Παρασκευή το πρωί αποφάσισαν να μην τα στείλουν επειδή το σχολείο περιστοιχιζόταν από τηλεοπτικές κάμερες και αστυνομικές δυνάμεις. Δεν ξέρω κατά πόσον αληθεύει αυτή η εκδοχή, αλλά αν ειναι έτσι τότε -υποθέτω- από σήμερα τα μαθήματα θα γίνουν κανονικά μακριά από την πολλή δημοσιότητα.

Μακάρι να γίνει έτσι και μακάρι οι κάτοικοι του χωριού να μην διακρίνονται από προσφυγοφοβία, που θα ήταν και αρκετά ειρωνικό καθώς είναι και οι ίδιοι εγγόνια προσφύγων.

Πέρα από την ουσία του ζητήματος, που θα τη συζητήσουμε ενδεχομένως στα σχόλιά σας, θα προσέξατε την ασυνήθιστη καθαρευουσιάνικη γενική «Σκουτάρεως», από την εποχή που η κωμόπολη αποτελούσε την Κοινότητα Σκουτάρεως και στη συνέχεια τον καποδιστριακό Δήμο Σκουτάρεως.

Στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ έγινε συζήτηση για το όνομα Σκούταρι και ο φίλος μας ο Βαγγέλης Δαρδαντάκης, που σχολιάζει συχνά εδώ με το χρηστώνυμο Jago, ερεύνησε το θέμα και έγραψε ένα αρθράκι στο οποίο συνοψίζει τα όσα βρήκε.

Καθώς εδώ λεξιλογούμε, νομίζω πως μας ενδιαφερουν και τα λεξιλογικά του τοπωνυμίου χωρίς να χάνουμε από τα μάτια μας και το γεγονός που έδωσε αφορμή για τη συζήτηση.

Ονοματολογικά και ιστορικά του Σκουταριού Σερρών

Πολλή η συζήτηση τελευταία για το χωριό Σκούταρι των Σερρών εξαιτίας της απόφασης μιας συντριπτικής πλειονότητας κατοίκων να μην στείλουν στο σχολείο τα παιδιά τους επειδή θα μπουν στις τάξεις μια δεκάδα κατατρεγμένων προσφυγοπαίδων. Η μαζική αντίδραση των social media ήταν να επισημάνουν ότι το Σκούταρι είναι το ίδιο αμιγώς προσφυγοχώρι. Οι σημερινοί κάτοικοι κατάγονται από την προσφυγική μετακίνηση των πληθυσμών στην Ανατολική Ρωμυλία προς τη Μακεδονία το 1924, συγκεκριμένα την εκεί ομώνυμη κωμόπολη Σκούταρι ως τόπο καταγωγής, λόγω των συμφωνιών ανταλλαγής πληθυσμών ένθεν κι ένθεν. Αναφέρεται από το ομώνυμο λήμμα της Βικιπαίδειας [1], χωρίς όμως καθόλου παραπομπές σε όλες τις αναφορές, πως πιο πριν εγκαταστάθηκαν μικρασιάτες πρόσφυγες το 1922 από τη Χωρούδα της Προύσας. Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των προσφύγων παραμένει μερικώς αδιευκρίνιστος αλλά έμμεσα μπορούμε να δούμε το σύνολό τους όπως θα δούμε παρακάτω.

Ο αρχικός λίκνος λοιπόν βρισκόταν στην Ανατολική Ρωμυλία, που είναι η Βόρεια Θράκη [2], που αυτή σήμερα ανήκει στη Βουλγαρία και ένα μικρό τμήμα στην Ευρωπαϊκή Τουρκία. [3] Επισημάνθηκε όμως σε γκρουπ στο Facebook, τα Υπογλώσσια, η ομωνυμία με το δήμο της Ιστανμπούλ Ουσκουντάρ, στη βυζαντινή περίοδο ως Χρυσούπολις [4], που ονομάζεται επίσης και Σκούταρι, πράμα που αποτελεί θέμα προς διερεύνηση. Γιατί Σκούταρι είναι το γνωστό σκουτάρι δηλαδή λατινιστί η ασπίδα τουλάχιστον για το δήμο [5].

Κατά τον Βασίλη Γιαννογλούδη, σε ομιλία του για το χωριό Σκούταρι της σημερινής Βουλγαρίας: [6]
Το παλιό χωριό Σκούταρι, από το οποίο ήρθαν οι θρακιώτες πρόσφυγες το 1924, βρίσκεται κοντά στο τριεθνές σηµείο Ελλάδας, Βουλγαρίας και Τουρκίας. Ο οικισµός σήµερα µε το όνοµα Στιτ, ανήκει στη Βουλγαρία ενώ το πιο έφορο [σσ μάλλον εύφορο] τµήµα από το κτηµατολόγιο του ανήκει στην Τουρκία. Την παλαιότερη ονοµασία του το χωριό την οφείλει στο Βυζαντινό κάστρο που υπήρχε και λεγόταν Σκουτάριον (=ασπίδα), αργότερα στην Οθωµανοκρατία το χωριό ονοµάστηκε Ουσκουντάρ (στο Σκούταρι), αργότερα Σκούταρι και τέλος οι Βούλγαροι το µετονόµασαν σε Στιτ (=ασπίδα).

Το όνομα προέρχεται από την ονοµασία της ασπίδας των Ρωµαίων (Βυζαντινών) στρατιωτών της αυτοκρατορικής φρουράς, η οποία είχε σχήµα επιµήκες και µήκος 1,60 µέτρα και κάλυπτε ολόκληρο το σώµα του στρατιώτη. Οι στρατιώτες που έφεραν το σκουτάριον ονοµάζονταν Σκουτάριοι και ανήκαν στην ιδιαίτερη φρουρά του αυτοκράτορα. Σκουτάριος αργότερα ονοµάζονταν και ο αξιωµατούχος της βυζαντινής αυλής, ο οποίος έφερε το αυτοκρατορικό σκουτάριον (ασπίδα – θυρεό), ακολουθούσε τον αυτοκράτορα στις εκστρατείες του και προηγούνταν στις µετακινήσεις του. Το όνοµα Σκουτάριον δινόταν και για τα κάστρα που απείχαν λίγα χιλιόµετρα από µεγάλες πόλεις και είχαν σκοπό: 1) να ειδοποιούν έγκαιρα τις στρατιωτικές αρχές των πόλεων για την εµφάνιση του εχθρού, ώστε να κλείνουν τις πύλες και να προετοιµάζονται για την άµυνα και 2) να αντιµετωπίσουν τους επελαύνοντες εχθρούς των βυζαντινών. Το κάστρο του χωριού βρίσκεται βόρεια της Αδριανούπολης, άρα συµπεραίνουµε ότι αποτελούσε την ασπίδα άµυνας της Αδριανούπολης απέναντι των εχθρών που έρχονταν από τα Βόρεια (Βούλγαροι, Κομάνοι, Πετσενέγκοι κτλ).

Να σημειώσω εδώ ότι υπάρχει και ένα «βιλαέτι του Σκούταρι» που συνόρευε με το Κόσοβο και το Μαυροβούνιο, επίσης βιλαέτια κι αυτά τότε επί οθωμανικής κυριαρχίας. <[7]

Το Σκούταρι όμως δεν γεννήθηκε εκ του μηδενός, φυσικά, αλλά σε προϋπάρχοντα οικισμό διαφορετικής εθνοτικής σύστασης. Πιο πριν ονομαζότανΚιοπεκή αλλά σε άλλες πηγές αναφέρεται και ως Κισκεπεσί που μάλλον αποτελεί προϊόν σύγχυσης από τις συνεχείς διοικητικές μεταβολές της περιοχής μετά τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων.

Κιοπεκή λοιπόν ήταν ένα χωριό που είχε πληθυσμό αποτελούμενο από Βούλγαρους και πιθανόν και Μουσουλμάνους. Σύμφωνα με το βουλγαρικό λήμμα για το Къспикеси (εδώ Κισκεπεσί αφού το λήμμα συνδέεται με το Σκούταρι/Κιοπεκή και σε άλλες γλώσσες) ήταν «καθαρά βουλγαρικός οικισμός» με τουρκόφωνη ονομασία που το 1873 αποτελούνταν από 38 νοικοκυριά με 132 κατοίκους. [8] Ο Βούλγαρος Βασίλι Καντσόφ αναφέρει για το 1900 20 οικογένειες με 100 μέλη. [9] Την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, ο πληθυσμός του χωριού βρίσκεται στην αγκαλιά του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Σύμφωνα με τα στοιχεία του γραμματέα της Βουλγαρικής Εξαρχίας Δημήτρη Μίσεφ (1907), ο πληθυσμός του Κισκεπεσί αποτελείται από 240 βούλγαρους πατριαρχικούς και 24 τσιγγάνους. [10] Τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία από το 1908 δείχνουν το Κισκεπεσί με «250 Ορθόδοξους Έλληνες υπό βουλγαρικό τρόμο» [11], πάντα σύμφωνα με το βουλγαρικό λήμμα και τις πηγές του.

Από κει και πέρα είναι γνωστός ο πόλεμος των απογραφών μεταξύ Ελλήνων, Βουλγάρων και Οθωμανών εκείνη την περίοδο αλλά οι περισσότερες δημοσιευμένες πηγές δίνουν στοιχεία μέχρι επιπέδου των καζάδων οπότε επαφίεται στον φιλέρευνο αναγνώστη να αναζητήσει τις τοπικές πηγές. Μπορούμε όμως να δούμε κάποια άλλα δημοσιευμένα στοιχεία για το Σκούταρι.

Η κοινότητα του Κιοπεκή μετονομάστηκε το 28/12/1926 σε Σκούταρι κι εγκρίθηκε με το ΦΕΚ 7/1927. Την πορεία των διοικητικών μεταβολών από Κισκεπεσί σε Κιοπεκή μπορείτε να τη δείτε στην ιστοσελίδα της ΕΕΤΑΑ.[12] Σε δημογραφικό πίνακα για τη Μακεδονία και τη Θράκη την περίοδο 1913-1928, ανακύπτει η ονομασία Κισκεπεσί με συνολικούς γηγενείς πληθυσμούς για τα έτη 1913, 1920 και 1928 ως εξής: 341 – 273 – χωρίς καταμέτρηση, αντίστοιχα. [13] Η Επιτροπή Αποκατάσταση Προσφύγων (ΕΑΠ) με πρόεδρο τον Ερρίκο Μοργκεντάου, που είχε την ευθύνη για την εγκατάσταση των προσφύγων, αναφέρει για το έτος 1927 πως συνολικά ως μικτό πληθυσμό 241 οικογένειες με σύνολο 1125 ψυχές. Όπου εδώ ως μικτό πληθυσμό πρέπει να συνυπολογιστούν οι δύο διαφορετικές προελεύσεις μικρασιατών και θρακιωτών προσφύγων χωρίς ν’ αποκλείονται κάποιοι εναπομείνοντες ντόπιοι. [14] Έτσι λόγω των εκατέρωθεν συμφωνιών ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία, είναι δεδομένο πως οι προϋπάρχοντες πληθυσμοί ανταλλάχθηκαν με τον ερχομό των προσφύγων με αποτέλεσμα την πλήρη και ριζική δημογραφική και εθνοτική αλλαγή της περιοχής.

[1] Βικιπαίδεια Σκούταρι Σερρών

[2] Βικιπαίδεια Ανατολική Ρωμυλία

[3] Βικιπαίδεια Δήμος Σκουτάρεως Βόρειας Θράκης

[4] Βικιπαίδεια Ουσκουντάρ

[5]  Εκ του Λατ. Scutum=ασπίδα> σκούτον>υποκοριστικό σκουτάριον> σκουτάρι.

[6] Η αλληλουχία της μετονομασίας χωριών Ν. Σερρών

[7] Βικιπαίδεια Scutari_Vilayet

[8] Македония и Одринско. Статистика на населението от 1873 г.“ Македонски научен институт, София, 1995, стр. 118 – 119. Η Μακεδονία και το βιλαέτι της Αδριανούπολης. Στατιστικές του πληθυσμού του 1873, Μακεδονικό Ινστιτούτο Ερευνών, Σόφια, 1995, σελ. 118 – 119.

[9] Кѫнчовъ, Василъ. Македония. Етнография и статистика. Βασίλι Καντσόφ, Μακεδονία – Εθνογραφία και Στατιστική

[10] Brancoff, D.M. «La Macédoine et sa Population Chrétienne». Paris, 1905, р. 200 – 201.

[11] Δημοτικό Σχολείο Σκουτάρεως Σερρών (πλέον ανενεργό λινκ)

[12] https://www.eetaa.gr/index.php?tag=oikmet_details&id=18122

[13] Αλέξανδρος Δάγκας, Η περιφέρεια Θεσσαλονίκης στον 20ό αιώνα, εκδ. Επίκεντρο, σελ. 632.

[14] Δημήτρης Λιθοξόου, Η εγκατάσταση των προσφύγων στα χωριά της Μακεδονίας

 

Δεν επέμβηκα στο άρθρο του Βαγγέλη, εκτός από ένα σημείο στην υποσημείωση 5, όπου μεταφερόταν η άποψη ότι το λατινικό scutum είναι ελληνικής αρχής, από το σκύτος. Ωστόσο, τα λεξικά δεν θεωρούν τη λατινική λέξη δάνειο από την ελληνική, γι’ αυτό και έκανα τη διόρθωση.

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Μετανάστες, Προσφυγικό, Συνεργασίες, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , | 199 Σχόλια »

Αποκαλύπτει η ετυμολογία μιας λέξης τη σημασία της; (άρθρο του Βενέδικτου Βασιλείου)

Posted by sarant στο 15 Οκτώβριος, 2018

Ταξίδευα χτες, δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο. Αντί να αναδημοσιεύσω κάποιο παλιότερο δικό μας, που είναι η πρώτη δοκιμασμένη λύση σε τέτοιες περιπτώσεις, καταφεύγω στη δεύτερη λύση, να αναδημοσιεύσω άρθρο άλλου, φυσικά μέσα στα ενδιαφέροντα του ιστολογίου.

Το σημερινό άρθρο είναι από αυτά που θα ήθελα να είχα γράψει, γιατί αγγίζει θέματα που μας απασχολούν πολύ εδώ στο ιστολόγιο: την ετυμολογία και τον ρόλο της. Το έχει γράψει ο γλωσσολόγος Βενέδικτος Βασιλείου, που έχει (ή είχε) εβδομαδιαία στήλη με γλωσσικά θέματα στην κυπριακή Σημερινή, και που κι άλλη φορά έχουμε δημοσιεύσει γλωσσικό του άρθρο.

Η ετυμολογία, λένε κάποιοι, αποκαλύπτει τη σημασία των λέξεων -ή, άλλοι, το προσδιορίζουν: τη βαθύτερη, την πραγματική σημασία. Κι αυτό το στηρίζουν στο ότι «έτυμος» στα αρχαία ελληνικά σημαίνει «αληθής». Ωστόσο, δεν νομίζω πως είναι έτσι. Η ετυμολογία… δεν λέει αλήθεια. Δεν αποκαλύπτει τίποτα για την πραγματική σημασία των λέξεων, ενδεχομένως μπορεί να μας φωτίζει την αρχική σημασία των λέξεων και, σε κάθε περίπτωση, μας δείχνει πώς σκέφτονταν αυτοί που ονομάτισαν έτσι το ένα και το άλλο πράγμα. Το πορτοκάλι ετυμολογείται από την Πορτογαλία, αλλά δεν παράγεται στην Πορτογαλία, απλώς κάποια πορτοκάλια έρχονταν στη Μεσόγειο μέσω Πορτογαλίας και γι’ αυτό οι Ιταλοί τα είπαν arancio da Portogallo.

Αλλά δεν θα γράψω εγώ το άρθρο, δίνω τον λόγο στον Βενέδικτο Βασιλείου (εδώ η αρχική δημοσίευση):

Αποκαλύπτει η ετυμολογία μιας λέξης τη σημασία της;

Πολλοί θα απαντούσαν καταφατικά—και μάλιστα, χωρίς να το διαπραγματεύονται. Διότι αρκεί να διακρίνουμε τη ρίζα ή τα συνθετικά μιας λέξης, για να μάθουμε τη σημασία της: ο αεικίνητος ετυμολογείται από το ἀεί (δηλαδή, πάντοτε) και το κινώ και επομένως σημαίνει αυτόν που κινείται ασταμάτητα· το ρήμα υδροδοτώ ετυμολογείται από το αρχαιοελληνικό ὕδωρ και το –δοτώ από το ουσιαστικό δότης, το οποίο προέρχεται από το ρήμα δίδω, και άρα σημαίνει παρέχω νερό. Μας βοηθά όμως να μάθουμε τη σημασία της λέξης πονηρός το να ξέρουμε ότι προέρχεται από τη λέξη πόνος; Μάλλον θα οδηγούμασταν σε λάθος σημασία: ότι ο πονηρός είναι κάποιος που πονάει πολύ! Αντίστοιχα, ένα άσχημο κτήριο θα ήταν ένα κτήριο χωρίς σχήμα! Τα πράγματα δεν είναι τόσο μονόπλευρα.

Οι λέξεις πλάθονται σε μια ορισμένη χρονική στιγμή με τα διαθέσιμα λεξιλογικά υλικά, αποκτούν την αρχική τους σημασία και ταξιδεύουν στον χρόνο. Στην ιστορική αυτή διαδρομή η σημασία αλλάζει: μπορεί να βελτιώνεται, να χειροτερεύει, να περιορίζεται ή να διευρύνεται. Η ετυμολογία μάς δείχνει το ἔτυμον της λέξης, δηλαδή μια «αλήθεια» για τη λέξη, την αλήθεια για την προέλευσή της, μια ιστορική εγκυκλοπαιδική γνώση για το πώς πλάστηκε, τι σήμαινε αρχικά και πώς η σημασία της έχει αλλάξει μέχρι τις μέρες μας. Μας ανοίγει κι ένα παράθυρο στο πώς οι παλαιότεροι ομιλητές προσλάμβαναν την πραγματικότητα, τι θεωρούσαν σημαντικό και πώς αντιλαμβάνονταν τον κόσμο. Δεν μας αποκαλύπτει όμως απαραίτητα την αλήθεια για τη σημερινή, τρέχουσα σημασία της λέξης.

Είναι πλήθος οι νεοελληνικές λέξεις των οποίων η ρίζα ή τα συνθετικά δεν διατηρούνται πια στη νέα ελληνική—αυτό, συνεπώς, εμποδίζει την προσέγγιση της σημασίας τους μέσω της ετυμολογίας. Αλλά, και αν ακόμα η ρίζα ή τα συνθετικά διατηρούνται ή μας θυμίζουν κάποια υπάρχουσα λέξη στη νέα ελληνική, το πιθανότερο είναι να μας παρασύρουν σε λανθασμένες σημασίες, γιατί το λεξιλόγιο είναι σε όλες του τις εκφάνσεις κάτι πολύ ρευστό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 191 Σχόλια »

Για τ’ όνομα

Posted by sarant στο 8 Οκτώβριος, 2018

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στην τακτική μου στήλη στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Το αναδημοσιεύω εδώ χωρίς προσθήκες ή αλλαγές.

Για τ’ όνομα

Το δημοψήφισμα την περασμένη Κυριακή στη γειτονική χώρα δεν έδωσε το αναντίρρητο αποτέλεσμα που θα βοηθούσε να προχωρήσει απρόσκοπτα η διαδικασία για την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών ώστε να λυθεί επιτέλους το ζήτημα του οριστικού ονόματος της πΓΔΜ –το «ονοματολογικό» όπως μάλλον άστοχα έχει επικρατήσει να λέγεται.

Αναλύσεις όμως για το δημοψήφισμα και το τι θ’ ακολουθήσει, θα έχετε σίγουρα διαβάσει όλη την εβδομάδα και θα τις βρείτε και σε άλλες σελίδες στο σημερινό φύλλο της Αυγής. Η στήλη εδώ λεξιλογεί και σήμερα θα μιλήσουμε για το όνομα –όχι ειδικά της γειτονικής χώρας, αλλά τη λέξη όνομα.

Λέξη αρχαιότατη, ήδη ομηρική, όπου με μετρική έκταση εμφανίζεται και ο τύπος ούνομα, το όνομα έχει πολλά αντίστοιχα στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, όπως τα name, nom, nome, Namen κτλ. των δυτικοευρωπαϊκών γλωσσών.

Στην αρχαιότητα υπήρχε και ο αιολικός-δωρικός τύπος όνυμα, που έχει επιβιώσει στη νεότερη γλώσσα αφού με βάση αυτόν τον τύπο επικράτησε να σχηματίζονται πολλές σύνθετες λέξεις, με πρώτη πρώτη το επώνυμο, που είναι το οικογενειακό μας όνομα, και που καθιερώθηκε από τότε που η ανάγκη για μεταβίβαση της περιουσίας αφενός και η γραφειοκρατία αφετέρου επέβαλαν τον θεσμό. Ως τότε, αρκούσε το πατρώνυμο, γι’ αυτό άλλωστε και πάρα πολλά επώνυμα είναι πατρωνυμικά, από τον Παπαδόπουλο ίσαμε τον Γιόχανσον. Οι Κύπριοι απέκτησαν επώνυμα τον εικοστό αιώνα –συνήθως το πατρώνυμό τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , | 331 Σχόλια »

Μπίρα με φιστίκια ή το επίμονο ύψιλον

Posted by sarant στο 3 Οκτώβριος, 2018

Τα φιστίκια, Αιγίνης, αράπικα ή άλλα, είναι από τα πιο συχνά συνοδευτικά της μπίρας, όπως περίπου στη φωτογραφία, ιδίως αλατισμένα -και, όπως υπονοεί η φωτογραφία, άπαξ και τα αρχίσεις πολύ δύσκολα τα σταματάς.

Όμως εμείς εδώ δεν εδεσματολογούμε, λεξιλογούμε -κι όπως ίσως θα καταλάβατε από τον τίτλο, θα συζητήσουμε εδώ το ύψιλον με το οποίο πολλοί γράφουν τις λέξεις αυτές, και κάποιες άλλες, παρόλο που ούτε δικαιολογείται ούτε ετυμολογικά ούτε στα λεξικά εμφανίζεται -γι’ αυτό και το λέω «επίμονο».

Παρεμπιπτόντως, ο ιστότοπος απ’ όπου δανείστηκα τη συνοδευτική φωτογραφία, είχε στη λεζάντα «Μπύρα με φιστίκια», ισοπαλία δηλαδή.

Στην ορθογραφία της μπίρας έχουμε αφιερώσει ειδικό άρθρο παλιότερα, από το οποίο ξεσηκώνω τα εξής:

Η λέξη «μπίρα» όταν ήμουν μικρός γραφόταν «μπύρα» στις διαφημίσεις, μπύρα πάνω στα μπουκάλια της μπίρας, μπύρα στις περισσότερες εφημερίδες. Αυτή η γραφή με ύψιλον δεν στηρίζεται πουθενά και προσωπικά δεν ξέρω ποιος την εισηγήθηκε ούτε γιατί έριξε τόσο επίμονες ρίζες. Τη λέξη τη δανειστήκαμε από τα ιταλικά, όπου είναι birra, στα γαλλικά είναι bierre, στα αγγλικά είναι beer, στα γερμανικά Bier, πουθενά δεν υπάρχει κάποιο y, να πεις ότι μεταφέρθηκε στο ελληνικό ύψιλον. Πιθανότερο φαίνεται ότι γράφτηκε με υ, μπύρα, από την οπτική επίδραση της λ. ζύθος, που ήταν το ελληνοπρεπές αντίστοιχο της μπίρας.

Δεν είμαι πάντως βέβαιος ότι η αρχική γραφή ήταν «μπύρα». Ο Παπαδιαμάντης τουλάχιστον, στο πολύ ενδιαφέρον άρθρο του «Γλώσσα και κοινωνία», που δημοσιεύτηκε σε τέσσερις συνέχειες στην εφημ. Αλήθεια το 1907, διαφωνώντας με τον τύπο «Βιέννη» για την αυστριακή πρωτεύουσα, γράφει:  «Ενθυμούμαι προ είκοσι ετών, εις του Μπερνιουδάκη, επίναμεν μπίρα της Βιέννας», γράφει δηλαδή τη μπίρα με γιώτα.  Πολλά χρόνια παλιότερα,  στην «Επιτομή λεξικού της παλαιάς ελληνικής γλώσσης εις την σημερινήν» του Ψύλλα (1836) διαβάζω ότι βύνη είναι «το τριμμένον κριθάρι δια την μπίραν». Έτσι γράφεται η λέξη και στο δράμα «Ιωάννης Μίλτων» του Ρηγόπουλου (1874) από όπου το αμαρτωλό απόσπασμα: «Ημείς, mon cher, χορούς, δείπνα, χαρτοπαίγνια, έρωτας, εταίρας, μπίραν, κονιάκ, μάλαγαν, κιουρασσό, βορδώ, σαμπάνια και ενίοτε, κυνήγια και ιπποδρομίας». Και σε άπταιστη καθαρεύουσα ο Ξαβέριος Λάνδερερ  δίνει το 1871 οδηγίες «εις τους βουλομένους κατασκευάσαι μπίραν».

Θέλω να πω, δεν είναι μαλλιαρός ο τύπος «μπίρα», όμως κάποια στιγμή, πιθανώς περί το 1900, εκτοπίστηκε σχεδόν από τον τύπο «μπύρα». Για παράδειγμα, στα χρονογραφήματα του Κονδυλάκη το βρίσκουμε πάντα γραμμένο με ύψιλον. Τα λεξικά από παλιά το γράφουν «μπίρα» (έτσι το λεξικό της Πρωίας το 1933, ενώ ο Δημητράκος γράφει και τους δυο τύπους) ενώ και τα σημερινά λεξικά, τη γραφή «μπίρα» προκρίνουν, όμως η πιάτσα χρησιμοποιεί περισσότερο τον τύπο «μπύρα» ίσως επειδή σχεδόν όλες οι ζυθοβιομηχανίες τον προτιμούν πάνω στα μπουκάλια τους. Κάποιος έλεγε ότι το Υ θυμίζει το σχήμα του ποτηριού της μπίρας -όχι όμως του ποτηριού της φωτογραφίας!

Και στα φιστίκια αφιερώσαμε άρθρο πριν από καμιά εικοσαριά μέρες, αν και στην ορθογραφία τους δεν σταθήκαμε πολύ. Είχαμε όμως γράψει:

Η λέξη πιστάκιον είναι δάνειο από κάποια ανατολική γλώσσα, ίσως τα περσικά. Μέσω των λατινικών (pistacium) πέρασε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες με ελάχιστες διαφοροποιήσεις. Η νεοελληνική λέξη, φιστίκι, είναι δάνειο από τα τουρκικά (fıstık), και αυτό με τη σειρά του από το αραβικό fustuq και από το περσικό pistag. Σε μερικά λεξικά θα δείτε ότι το φιστίκι είναι αντιδάνειο, διότι, τάχα, η αραβική λέξη είναι δάνειο από το πιστάκιον, αλλά πιθανότερο είναι αραβικά και ελληνικά να έχουν αντλήσει και τα δυο από κοινή πηγή. Στα ποντιακά το λένε φουστούκι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 297 Σχόλια »