Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ετυμολογικά’ Category

Μια πάστα, μα ποια πάστα;

Posted by sarant στο 27 Σεπτεμβρίου, 2021

Ποια πάστα, αλήθεια;

Σοκολατίνα; Μήπως πάστα αμυγδάλου; Σεράνο; Ποντικάκι ίσως, όπως στη φωτογραφία;

Τρώτε πάστες; Ή μήπως τρώτε πάστα;

Εμείς όμως εδώ λεξιλογούμε. Ούτε συνταγές ζαχαροπλαστικής θα αναφέρω, ούτε θα συζητήσω τις προτιμήσεις μου στα γλυκίσματα, αν και στα σχόλιά σας, όπως πάντα, είστε ελεύθεροι να στρέψετε τη συζήτηση όπου βαστάει η καρδιά σας.

Κι έτσι, ενώ θα ήταν καλό να ξεκινήσουμε τη βδομάδα με ένα γλυκάκι, το άρθρο δεν θα εστιαστεί στα είδη πάστας που υπάρχουν αλλά στη λέξη πάστα, με τις τουλάχιστον τρεις σημασίες που έχει -ή μάλλον τέσσερις.

Γιατί βεβαίως, όταν λέμε «έφαγα μια πάστα» το μυαλό μας πάει στο ζαχαροπλαστείο, αλλά η λέξη έχει κι άλλες σημασίες, φαγώσιμες αλλά όχι γλυκές, ή και όχι φαγώσιμες ή και μεταφορικές.

Έχουμε καταρχάς την πάστα του ζαχαροπλαστείου, με την οποία ξεκινήσαμε, το ατομικό γλύκισμα μικρού σχετικά μεγέθους (αν και τώρα έχουν βγει και… υποατομικά, τα παστάκια). Αυτή είναι μάλλον η πρώτη σημασία που μάθαμε οι περισσότεροι.

Όμως πάστα είναι επίσης γενική ονομασία για τα ζυμαρικά -και με τη διάδοση που έχουν πάρει τις τελευταίες δεκαετίες οι έθνικ κουζίνες αλλά και εξαιτίας της ανάγκης για διαφοροποίηση, πλάι στις πιτσαρίες έχουν εμφανιστεί και παστερίες, που η ραχοκοκαλιά του μενού τους είναι τα μακαρόνια (κάποια μαγαζιά, αλλά πολύ λιγότερα, αποκαλούνται «μακαρονάδικα»). Έτσι, όλο και περισσότερο, χρησιμοποιούμε τη λέξη «πάστα» και με τη σημασία των ζυμαρικών, πολύ περισσότερο που έτσι τη βλέπουμε να χρησιμοποιείται και στα παγκοσμίως κυρίαρχα αγγλικά (τα οποία εν προκειμένω δεν έχουν κόμπλεξ να δανειστούν λέξεις από άλλες γλώσσες, και μάλιστα ασυμμόρφωτες όπως εδώ).

Δεύτερη πάστα λοιπόν, αν και, υποθέτω ότι σύγχυση δεν υπάρχει, διότι όταν αναφερόμαστε στο γλύκισμα θα πούμε «έφαγα μια πάστα», «πήγαμε να αγοράσουμε πάστες«, ενώ για τα ζυμαρικά θα πούμε «μου αρέσει η πάστα» μάλλον και όχι «οι πάστες», αν δηλαδή χρησιμοποιήσουμε τη λέξη -σε μένα δεν έχει τύχει, λέω «μακαρόνια» ή «ζυμαρικά», αλλά εγώ είμαι πια γέρος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 177 Σχόλια »

Σειρές και σίριαλ

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2021

Σειρές υπάρχουν πολλών ειδών. Υπάρχουν οι σειρές των μαθηματικών, που κάποτε τις ήξερα καλά μα τις έχω σχεδόν ολότελα ξεχάσει. Οι φαντάροι ανήκουν ο καθένας σε μια σειρά, μαζί με όσους κατατάχτηκαν τις ίδιες μέρες, την ΕΣΣΟ -εξού και η προσφώνηση «ρε σειρά» ή «ρε σειρούλα». Σειρές υπάρχουν και στη μουσική, στη σειρά μπαίνουν οι στρατιώτες και οι μαθητές, όταν θέλουμε να εξηγήσουμε κάτι παίρνουμε τα πράγματα με τη σειρά, ενώ παλιά έλεγαν πως ο τάδε παντρεύτηκε την τάδε «που δεν είναι της σειράς του».

Αλλά στο άρθρο αυτό, θα το καταλάβατε από τον τίτλο, όταν λέω για σειρές εννοώ τις σειρές που βλέπουμε. Αν το άρθρο το έγραφα πριν από δέκα χρόνια, θα έλεγα «τις σειρές που βλέπουμε στην τηλεόραση» ή «τις τηλεοπτικές σειρές», δηλαδή τα σίριαλ, και οι δυο λέξεις θα ήταν συνώνυμες ή περίπου. Σήμερα, νομίζω πως οι δυο λέξεις δεν είναι συνώνυμες, τουλάχιστον για τους νεότερους χρήστες, που κάνουν σαφή διάκριση.

Η λέξη «σίριαλ» μπήκε στην ελληνική γλώσσα στο γύρισμα της δεκαετίας του 1970, όταν άρχισαν να προβάλλονται στην νεαρή τότε ελληνική τηλεόραση με τα δυο κανάλια οι πρώτες σειρές σε συνέχειες, Ο Άγνωστος πόλεμος ή η Γειτονιά από τις ελληνικές και διάφορες ξένες, Ταξίδι στ΄αστέρια, Μπονάντσα ή το Μικρό σπίτι στο λιβάδι. Tότε στις εφημερίδες έγραφαν «σήριαλ», αφού το ήτα υποτίθεται ότι μετέφερε το μακρό του αγγλ. serial. Μακρότητα βεβαίως υπήρχε σε εκείνα τα παλιά σίριαλ που διαρκούσαν και διαρκούσαν, οπότε η λέξη πήρε και μεταφορική σημασία για κάθε ζήτημα που χρονίζει, που παρατείνεται υπερβολικά και αδικαιολόγητα: Σίριαλ κατάντησε αυτή η υπόθεση!

Τον καιρό που πρωτάρχισα να ασχολούμαι με την ετυμολογία, νόμιζα ότι η λέξη «σίριαλ» είναι αντιδάνειο, αφού το αγγλικό serial προέρχεται από το αγγλ. series, και ήμουν σίγουρος, χωρίς ανάγκη να ανοίξω λεξικό, ότι το series είναι δάνειο από το ελληνικό.

Ίσως έχετε κι εσείς την ίδια εντύπωση, αφού «όλα από εμάς τα πήραν», αν όμως ανοίξουμε το λεξικό θα δούμε ότι δεν είναι έτσι.

Η σειρά είναι αρχαία, ανάγεται σε αμάρτυρο τύπο *σερ-jά (με αντέκταση) από ινδοευρ. ρίζα *twer-ja, που συνδέεται με λιθουαν. tveriu «τυλίγω, σφίγγω», ενώ, λέει το λεξικό του Μπαμπινιώτη, «δεν ευσταθεί φωνητικά η προσπάθεια για σύνδεση με τα συνώνυμα λατιν. sero και αρχ. είρω -με δασεία, πρβλ. ειρμός.

Από την άλλη, το αγγλ. serial ανάγεται στο λατινικό series, από το ρήμα serere, που σημαίνει «ενώνω, συνδέω» και που ανήκει στην ίδια ινδοευρ. ετυμολογική οικογένεια με τον δικό μας «ειρμό» και με το ρήμα «είρω», όχι όμως και με τη σειρά.

Οπότε, το series δεν έχει ελληνική αρχή κι έτσι το σίριαλ δεν είναι αντιδάνειο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Διαδίκτυο, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Τηλεοπτικά | Με ετικέτα: , , , | 230 Σχόλια »

Γιατί βασιλεύει ο ήλιος;

Posted by sarant στο 23 Σεπτεμβρίου, 2021

Ακόμα ένας τίτλος με παραπλανητικό ερώτημα, θα το έχετε συνηθίσει πια. Ο ήλιος βασιλεύει επειδή η γη περιστρέφεται όχι μόνο γύρω από αυτόν, αλλά και γύρω από τον άξονά της. Το πραγματικό ερώτημα του τίτλου είναι άλλο, είναι γιατί λέμε «ο ήλιος βασιλεύει»;

Πραγματικά, αν κανείς το καλοσκεφτεί, η έκφραση «ο ήλιος βασιλεύει» με τη σημασία «δύει» είναι παράλογη. Όμως είναι μια έκφραση που τη μαθαίνουμε μαζί με το γάλα της μάνας μας, οπότε καθώς είναι τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα μας, δεν την καλοεξετάζουμε, όπως θα κάναμε αν τη μαθαίναμε σε μεγαλύτερη ηλικία -τη θεωρούμε δεδομένη.

Είναι ωστόσο μια από τις δυσετυμολόγητες εκφράσεις της ελληνικής, ένα από τα σκληρά καρύδια της ετυμολογίας μας. Για να πω την αμαρτία μου: νόμιζα ότι το θέμα είχε συζητηθεί στο ιστολόγιο· όχι σε ειδικό άρθρο αλλά στα σχόλια. Όμως, τις προάλλες που τέθηκε το θέμα, νομίζω από τον φίλο μας τον Πέπε, έψαξα και είδα, με κάποια έκπληξη, ότι συζήτηση δεν έχουμε κάνει. Οπότε, το σημερινό άρθρο.

Έχουν διατυπωθεί κάμποσες θεωρίες που επιχειρούν να εξηγήσουν για ποιο λόγο λέμε «ο ήλιος βασιλεύει», ήδη από την εποχή του Κοραή. Σε μια εργασία του, που έχει πια τα χρονάκια της, αφού δημοσιεύτηκε το 1937, ο Εμμανουήλ Κριαράς έκανε ανασκόπηση των προηγούμενων θεωριών και πρότεινε μια δική του. Από τότε δεν έχω υπόψη μου άλλη θεωρία που να αποκλίνει αισθητά απ’ όσα είχε γράψει ο Κριαράς πριν από ογδόντα τόσα χρόνια. Η μελέτη του Κριαρά, όπως και όλο του το έργο, υπάρχει ευτυχώς ονλάιν και μπορείτε να τη διαβάσετε.

Θα μπορούσα να σας παρουσιάσω, περιληπτικά και με δικά μου λόγια, τι λέει ο Κριαράς, αλλά θα κάνω κάτι καλύτερο. Θα αναδημοσιεύσω ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη, δημοσιευμένο στις 6 Αυγούστου 1943 στην Πρωία, στο οποίο ο Βάρναλης κάνει ακριβώς αυτό: εξηγεί περιληπτικά τις προηγούμενες θεωρίες και την άποψη του Κριαρά. Και έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς ο Βάρναλης, που είχε βέβαια φιλολογική κατάρτιση, αναλαμβάνει να εκλαϊκεύσει ένα δύσκολο ετυμολογικό θέμα απευθυνόμενος όχι στο κοινό ενός ιστολογίου που είναι γνωστό ότι έχει ειδικό ενδιαφέρον για τη γλώσσα αλλά στο ευρύ και πολυπληθές αναγνωστικό κοινό μιας καθημερινής εφημερίδας.

Τι εγραψε λοιπόν ο Βάρναλης:

Ο ήλιος βασιλεύει

Λέμε και ξαναλέμε αυτήν την μεταφορική έκφραση κάθε μέρα και πολλές φορές την ημέρα και σ’ όλους τους χρόνους του ρήμα­τος (βασιλεύει, βασίλευε, θα βασιλέψει, βασίλεψε, έχει βασιλέψει) με τη σημασία τού δύει κλπ. κι όμως κανένας δε στάθηκε μια στι­γμή ν’ αναρωτηθεί: πώς διάβολο το βασιλεύω σημαίνει δύω; Κι αυτό σημαίνει, επειδή η έκ­φραση αυτή είναι τόσο συχνή, όσο ol λέξεις ψωμί, νερό κλπ. που κανένας δεν αναρωτιέται επίσης α­πό πού βαστάει η σκούφια τους.

Κι όμως. Ενώ για όλες σχε­δόν τις λέξεις της παλιάς και τής σημερινής μας γλώσσας οι φιλό­λογοι και οι γλωσσολόγοι δώσανε την τελειωτική τους ερμηνεία (έ­στω μια πειστική ερμηνεία, που ισχύει «μέχρις αποδείξεως του ε­ναντίου»), για το βασιλεύω συνεχίζεται η συζήτηση και καμιά ερμηνεία δεν έχει επιβληθεί. Και μη νομίζετε πως μονάχα οι Έλληνες συζητούνε. Συζητούνε και οι ξένοι, το πρόβλημα λοιπόν έχει πάρει χαραχτήρα διεθνή. Γάλ­λοι, Ιταλοί, Γερμανοί, Ολλανδοί (όλοι ονόματα πρώτης) μπήκανε στη συζήτηση. Προσπαθούνε δη­λαδή να βρούνε πώς η σημασία του βασιλεύω (είμαι βασι­λιάς ή βρίσκομαι στις δόξες μου, ακμάζω) κατάντησε να σημαίνει το αντίθετο: σβήνω, χάνομαι κλπ.

Πρώτος ο Κοραής απόρεσε γι’ αυτήν την περίεργη σημασία του ρήματος: «Δεν ήθελ’ είσθαι βάρβαρον, αν εξεναντίας ελέγετο (το βασιλεύω) διά την ανατολήν του ηλίου. Ανατέλλων φαίνεται μάλλον ως βασιλεύς». «Άλλο δεν ημπορώ να εικάσω την ώραν ταύτην πλην, επειδή εις τον εσπερινόν, γινόμενον συνήθως κατά την δύσιν του ηλίου, ψάλλεται το: ο Κύριος εβασίλευσεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο κλπ. η χυδαιότης (= ο ελληνικός λαός), απατηθείσα είπεν όχι μόνον βασιλεύει αντί του δύει ή δύνει, αλλ’ εσχημάτισε και ρηματικόν ουδέτερον βασίλευμα».

Ο Ν. Πολίτης δέχεται τη γνώμη του Κοραή, αλλά προσθέτει πως υπάρχει στη μεταφορική τού­τη έκφραση η μυθολογική εικόνα του βασιλικού μεγαλείου του ή­λιου πού δύει. Ο ήλιος εβασίλευσε σημαίνει: «ο ήλιος έγινε βασιλεύς, μεταβάς εις τα βασίλεια δώματα αυτού, κείμενα εν τη Δύσει».

Ο Φιλήντας το παράγει από το μπάση του ήλιου, που κατά τά ξόρκια (έμπα του ή­λιου) σημαίνει δύση του ήλιου. Εί­πανε λοιπόν μπασίλιεμα κι ύστερα από παρετυμολογία βασίλεμα.

Ο Καμπούρογλους, ο Χατζιδάκης, ο κ. Μ. Στεφανίδης, ο μέγας Κρέτσμερ, ο Έσσελιγκ, ο Γιοκλ, ο Σπίτσερ κι ένα σωρό άλλοι είπανε τη γνώμη τους. Καμιά δέν πείθει. Τελευταία ο κ. Μ. Κριαράς σε μια μικρή του μελέτη όπου εκθέτει την «ιστορία» του ζητηματος, προτείνει μια δική του ερμηνεία.

Το βασιλεύω στην Οινόη του Πόντου έχει τη σημασία του μεσουρανώ. Αυτήν τη σημασία την ήξερε κι ο Χατζιδάκης κι απ’ αυτήν προσπάθησε να βρει μιαν εξήγηση τραβηγμένην από τα μαλλιά. Κάτι αναλογη με τη σημασία του μεσουρανώ έχει το βασιλεύω στην Κρή­τη. Τα παιδιά λένε: ο αετός βασιλεύει = «ο χαρταετός μετεωρίζεται σταθερώς· είναι, ούτως ειπείν, βασιλεύς του στερεώ­ματος». Αυτήν τη σημασία την πήρε το ρήμα «εκ της παλαιότερον ευρέως γνωστής εκφράσεως: βασιλεύει ο ήλιος = είναι βασιλεύς, κύριος του στερεώ­ματος».

«Οι παλαιότεροι θα έλεγον: «ο ήλιος καθ’ όλην την ημέραν βασιλεύει». Περί αυτού δύσαντος θα έλεγον ότι «δεν βασιλεύει πλέον, ότι εβασίλευσε και ότι αύριον θα βασιλεύσει πάλιν. Εβασίλευσε (ληκτικός αόριστος· ένας αόριστος που σημαί­νει πώς μια ενέργεια τέλειωσε)`κατά ταύτα εσήμαινε: συνεπλήρωσε το ημερήσιον έργον του (ως βασιλέως) άρα έδυσε». Κάτι ανάλογο έλεγαν κι οι Ρωμαίοι για τους πεθαμένους: vixit = έζησε, δηλαδή τώρα δεν ζει πια, απέθανε.

Συνέβη δε, συνεχίζει ο κ. Κριαράς, το ρήμα βασιλεύω να λάβει την αντίθετον της σημασίας, ήν είχε πρότερον. Περίπτωσις τοιαύτης σημασιολογικής εξελίξεως δεν είναι συνήθης εις άλλα ρήμα­τα. Αλλά δυνάμεθα να εύρωμεν εν τη νέα ημών γλώσση ρήματα, τα οποία δι’ ομοίας επιδράσεως του ληκτικού αορίστου των εξειλίχθησαν σημασιολογικώς (πλαγιάζω = κατακλίνομαι κι ύστερα είμαι κλινήρης· μακρένω = απομακρύνομαι κι ύστερα είμαι μακράν).

Και τώρα ας κρίνει ο αναγνώστης αν το ζήτημα βασίλε­ψε (= τελείωσε) ή ακόμα βασιλεύει ( = μεσουρανεί)!

Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Βλέπουμε ότι ο Βάρναλης παρουσιάζει τις προηγούμενες απόψεις, που τις βρίσκει όχι πειστικές, και μετά την άποψη του Κριαρά την οποία φαίνεται να δέχεται προσωρινά, αν και με την πνευματώδη κατακλείδα καλεί τον αναγνώστη να κρίνει.

Σημειώνω ότι το επιχείρημα για το λατινικό vixit δεν είναι του Κριαρά αλλά του Βάρναλη. Κάτι ανάλογο ισχύει και στα γαλλικά, όπου λένε il a vecu (κατά λέξη: έζησε) εννοώντας ότι πέθανε.

Από τα σημερινά λεξικά, το ΛΚΝ σημειώνει: από τη σημ. του αορ. βασίλεψε ο ήλιος `έφτασε πια στα μεσούρανα και άρχισε να γέρνει΄, ενώ ο Μπαμπινιώτης αναφέρει: «πιθανώς επειδή πρώτα μεσουρανεί και κατόπιν γέρνει προς το τέλος της διαδρομής του».

Για να αντιγράψω τον Βάρναλη, βρίσκετε πειστική την άποψη του Κριαρά; Ξέρετε κάποιαν άλλη;

 

Posted in Βάρναλης, Δυσετυμολόγητα, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 233 Σχόλια »

75 τζήδες

Posted by sarant στο 22 Σεπτεμβρίου, 2021

Την ιδέα για το σημερινό άρθρο την πήρα από τα μεζεδάκια του Σαββάτου. Είχαμε εκεί συζητήσει κάτι που έγραψε ο αρθρογράφος της Καθημερινής, ο Σάκης Μουμτζής, και στα σχόλια έγινε αναφορά στο πρόσωπό του. Και τότε σκέφτηκα πως οι περισσότεροι που συναντάμε σήμερα το επώνυμο «Μουμτζής» δεν ξερουμε τη σημασία του.

Ξέρουμε βέβαια ότι οι λέξεις που σχηματίζονται με το επίθημα -τζής δηλώνουν κατά κανόνα επαγγελματικά ουσιαστικά. Ξέρουμε επίσης ότι το επίθημα αυτό είναι δάνειο από τα τουρκικά, ci/cι, όπως και το αδελφάκι του, το -τσής (από το çi, çι). Βέβαια, στην ελληνική γλώσσα το επίθημα, ενώ στην αρχή μάς ήρθε ενωμένο σε τουρκικά δάνεια, πολύ γρήγορα αυτονομήθηκε και χρησιμοποιείται με λέξεις όχι τουρκικής προέλευσης, και μάλιστα το βρίσκουμε ενωμένο ακόμα και με ακρώνυμα, ενώ προσφέρει επίσης έναν εύκολο τρόπο για ευκαιριακούς σχηματισμούς.

Έτσι, ενώ π.χ. ο boyacι μας ήρθε δανεικός ως μπογιατζής, μετά στα ελληνικά φτιάξαμε τον κουλουρτζή (με ελληνικής ετυμολογίας κεφαλή), τον λατερνατζή (με δάνεια λέξη συμμορφωμένη), τον γκολτζή (με ασυμμόρφωτη δάνεια λέξη), τον πασοκτζή ή τον αεκτζή (με ακρώνυμο), τον προπατζή ή προποτζή (με συντομομορφή) ή τον εσπατζή (νεολογισμός της αργκό για τα προγράμματα ΕΣΠΑ) και άλλα αμέτρητα.

Όμοια παραγωγικό έχει φανεί και ένα άλλο τουρκικό επίθημα, το -λίκι, που επίσης παντρεύεται με κεφάλια κάθε λογής, και δίνει ποικίλες λέξεις, από το αντριλίκι και το δημοσιοϋπαλληλίκι έως το χαϊλίκι και το ατενσιοχοριλίκι.

Αλλά τα λίκια θα τα δούμε σε άλλο άρθρο, σήμερα μιλάμε για τους τζήδες.

Τζήδες είναι αμέτρητοι, και μπορούμε να φτιάξουμε (ή, να προβλέψουμε ότι θα φτιαχτούν) κι άλλοι πολλοί. Όμως στο σημερινό άρθρο, παίρνοντας έμπνευση από τον Σάκη Μουμτζή, θα ασχοληθώ με λέξεις τουρκικής ετυμολογίας που δηλώνουν επαγγελματικά ουσιαστικά, που υπάρχουν ως επώνυμα, και που συνήθως η σημασία τους δεν είναι φανερή για τον μέσο ομιλητή της γλώσσας μας.

Δεν με ενδιαφέρει τόσο πολύ ο Μπογιατζής (αφού η λέξη υπάρχει στη γλώσσα και όλοι ξέρουν τι σημαίνει) ούτε ο πατωματζής ή ο φορτηγατζής (αφού είναι ελληνικής ετυμολογίας ως προς την κεφαλή της λέξης και κυρίως αφού δεν υπάρχει και αντίστοιχο επώνυμο). Διότι, θα το έχετε προσέξει, τα επώνυμα που έχουν το επίθημα -τζής προέρχονται από επαγγελματικά ουσιαστικά που υπήρχαν τον καιρό της τουρκοκρατίας (πολλά από τα οποία αφορούν επαγγέλματα που έχουν χαθεί πλέον) και όχι νεότερα επαγγέλματα. Ο σημερινός φορτηγατζής έχει επώνυμο, λέγεται Παπαδόπουλος ας πούμε, κι έτσι δεν υπάρχει πιθανότητα να σχηματίσει επαγγελματικό επώνυμο, όπως ο Αραμπατζής του 1780.

Από την άλλη, ο Μουμτζής παίρνει επάξια θέση στον κατάλογό μου διότι δεν είναι φανερό τι επάγγελμα έκανε, δεν έχει επιβιώσει η λέξη στα νέα ελληνικά, τουλάχιστον στην κοινή. Και όχι, δεν έφτιαχνε μούμιες. (Διαβάστε παρακάτω αν έχετε περιέργεια).

Βέβαια, εκτός από τους τζήδες υπάρχουν και οι τσήδες, και μάλιστα στα ελληνικά, σε μερικές περιπτώσεις τα δυο επιθήματα εναλλάσσονται, π.χ. Παοκτσής και Παοκτζής. Οι τσήδες πάντως είναι λιγότεροι, ενώ κάποτε το -κτσής τρέπεται σε -ξής, π.χ. Τουφεκτσής –> Τουφεξής. Ίσως σε επόμενο άρθρο να δούμε και αυτούς.

Πολλοί τζήδες και τσήδες βέβαια εξελλήνισαν τα ονόματά τους ή ωθήθηκαν να τα εξελληνίσουν ή τους τα εξελλήνισε κάποιος δάσκαλος ή πρόεδρος κοινότητας ή ενωμοτάρχης ή ληξίαρχος χωρίς να τους ρωτήσει. Έτσι εξηγούνται μερικά κάπως κωμικά καθαρευουσιάνικα επώνυμα όπως Οπλοποιός (Τουφεξής θα ήταν), αλλά βέβαια αυτό αφορά όλα τα τουρκογενή επώνυμα και όχι μόνο τους τζήδες.

Τέλος πάντων, στην αρχή είχα πει να μη συμπεριλάβω επώνυμα σε -τζής που υπάρχουν ως λέξεις και στη σημερινή γλώσσα, όπως Καφετζής ή Μπογιατζής, αλλά για λόγους πληρότητας τελικά τα συμπεριέλαβα και αυτά.

Σημειώνω επίσης ότι θα παραθέσω μόνο τον τύπο σε -τζής, παρόλο που υπάρχουν και πολλοί παράγωγοι, π.χ. Αμπατζόγλου, Αμπατζόπουλος, κτλ. Μόνο σε περιπτώσεις που ο τύπος σε -τζής είναι πολύ σπάνιος παραθέτω και παράγωγους.

Χρησιμοποίησα την εργασία του Μαν. Τριανταφυλλίδη «Τα οικογενειακά μας ονόματα» και το βιβλίο «Ελληνικά επώνυμα τουρκικής προέλευσης» του Δημ. Τομπαΐδη. Έβαλα και καναδυό που δεν τα είχαν τα βιβλία αυτά.

Σταμάτησα στους 75 τζήδες επειδή ο αριθμός ήταν στρογγυλός. Αν προσπαθούσα κι άλλο μπορεί και να πλησίαζα τους 100, ακόμα και να τους ξεπερνούσα, αλλά ίσως αυτό γίνει με τα σχόλιά σας.

Βέβαια, για να γίνει η δουλειά μας σωστά, θα πρέπει να βρούμε: επώνυμα που προέρχονται από επαγγελματικά ουσιαστικά σε -τζής, που να ξέρουμε από ποια τουρκική λέξη προέρχονται και να ξέρουμε και τη σημασία τους. Δεν αρκεί δηλαδή να αποδελτιώσουμε τον τηλεφωνικό κατάλογο αναζητώντας επώνυμα σε -τζής.

Τέλος πάντων, ορίστε οι 75 τζήδες που βρήκα:

  1. Αβτζής. Ο αβτζής ήταν ο κυνηγός και επίσης ο δεινός σκοπευτής. Στα τουρκικά avcι. Γεια σου Σιδέρη! (ιδιωτικό μήνυμα).
  2. Αλτιντζής. Από τουρκ. altιncι, ο χρυσοχόος.
  3. Αμπατζής. Από τουρκ. abacι, αυτός που έφτιαχνε ή πουλούσε αμπάδες, χοντρό μάλλινο ύφασμα.
  4. Αραϊτζής. Από τουρκ. arayιcι, που σημαίνει ερευνητής, αλλά και «αυτός που ψάχνει». Δήλωνε τον ρακοσυλλέκτη, αυτόν που έψαχνε τα πεταμένα πράγματα για να βρει χρήσιμα είδη.
  5. Αραμπατζής, από τουρκ. arabacι, o αμαξάς αλλά και ο αμαξοποιός.
  6. Αριτζής. Ο μελισσοκόμος, από τουρκ. arιcι.
  7. Βογιατζής, συχνότερα εξελληνισμένο (και σε παράγωγα), και σπανιότερα Μπογιατζής, ίσως για να διακρίνεται το επάγγελμα από το επώνυμο. Από τουρκ. boyacι.
  8. Γεμιτζής. Ο ναυτικός, ο ναύτης, από τουρκ. gemici.
  9. Γεωργαντζής. Κατά τον Τριανταφυλλίδη, από το τουρκ. yorgancι, αυτός που φτιάχνει ή πουλάει γιοργάνια, δηλαδή παπλώματα, ο παπλωματάς. Η λέξη όμως γράφεται παρετυμολογικά, σαν να προέρχεται από το Γεώργιος.
  10. Γιαγτζής (και Γιαγτζόγλου κτλ.) από τουρκ. yagcι, ο έμπορος ελαίων και λιπών, αλλά και ο λιπαντής.
  11. Γιαζιτζής, ο δημόσιος γραφέας, ο γραμματικός, από τουρκ. yazιcι.
  12. Γιαπιτζής. Ο χτίστης, από τουρκ. yapιcι. Λέμε βέβαια γιαπί εννοώντας την ημιτελή οικοδομή, αλλά στα τουρκικά έτσι λέγεται και η τελειωμένη.
  13. Γκαϊτατζής. Αυτός που παίζει γκάιντα, από τουρκ. gaydacι.
  14. Δεβετζής. Ο καμηλιέρης, από τουρκ. deveci, deve η καμήλα.
  15. Δεμερτζής, Δεμιρτζής. Ο σιδεράς, από τουρκ. demirci.
  16. Δουατζής. Ο ευχέτης, ο πιστός υπηρέτης ενός ισχυρού, από τουρκ. duacι.
  17. Εσκιτζής, ο παλιατζής, από τουρκ. eskici.
  18. Ζουρνατζής, από τουρκ. zurnacι, αυτός που παίζει τον ζουρνά.
  19. Καζαντζής, αυτός που φτιάχνει καζάνια, από τουρκ. kazancι.
  20. Καλαϊτζής, ο γανωματής, από kalaycι, (πρβλ. το καλάι).
  21. Καλιοντζής, ο ναυτικός του πολεμικού ναυτικού, από τουρκ. kalyoncu.
  22. Κανταρτζής, που ζυγίζει με το καντάρι, από τουρκ. kantarcι.
  23. Καρατζής, ο ληστής, από τουρκ. karacι.
  24. Κατιμερτζής, αυτός που φτιάχνει ή πουλάει κατιμέρι, ένα είδος γλύκισμα με φύλλο, από τουρκ. katmercι.
  25. Κατιρτζής, ο μουλαράς, από τουρκ. katιrcι.
  26. Καφετζής, ο καφετζής βεβαίως. Το τουρκικό είναι kahveci.
  27. Καφταντζής, από τουρκ. kaftancι, ο ιματιοφύλακας.
  28. Κεμεντσετζής, αυτός που παίζει τον κεμεντζέ, είδος λύρας. Από τουρκ. kemençeci.
  29. Κερεστετζής, ο έμπορος δομικής ξυλείας (κερεστέ), από τουρκ. keresteci.
  30. Κιομουρτζής, Κιουμουρτζής. Ο καρβουνιάρης, από τουρκ. kömürcü.
  31. Κουγιουμτζής, Κοεμτζής. Ο χρυσοχόος, από τουρκ. kuyumcu.
  32. Κυρατζής ή Κιρατζής. Ο αγωγιάτης, απο τουρκ. kiracι, που είναι ο μισθωτής.
  33. Λαγουμιτζής, αυτός που φτιάχνει λαγούμια. Υπάρχει και ως επώνυμο, πέρα από τον ιστορικό Λαγουμιτζή της πολιορκίας της Αθήνας που είχε άλλο επώνυμο και πήρε αυτό το παρατσούκλι από την αξιοσύνη του.
  34. Λουλετζής, από τουρκ. lüleci, ο κατασκευαστής ή πωλητής καπνοσυρίγγων, λουλάδων.
  35. Μαδεμτζής, από τουρκ. madenci, ο μεταλλωρύχος.
  36. Μεζαρτζής, ο νεκροθάφτης, από τουρκ. mezarcι.
  37. Μεϊχανετζής/Μεϊχανετζίδης, ο κάπελας, από τουρκ. meyhaneci.
  38. Μουμτζής, που μας έδωσε και αφορμή για το άρθρο, ο κηροποιός, από τουρκ. mumcu.
  39. Μπακιρτζής, ο χαλκωματάς, μπακιρτζής άλλωστε, απο τουρκ. bakιrcι.
  40. Μπαλτατζής, από τουρκ. baltacι, που μπορεί να σημαίνει τον κατασκευαστή ή έμπορο μπαλτάδων, αλλά πιο συχνά σημαίνει τον ξυλοκόπο.
  41. Μπαλτζής. Ο μελάς, ο πουλητής μελιού, από το balcι.
  42. Μπασματζής (και Βασματζής εξελληνισμένο), από το basmacι, o κατασκευαστής ή πουλητής μπασμάδων, που ήταν σταμπωτά βαμβακερά υφάσματα.
  43. Μπερντετζής/Μπερντετζόγλου, ο κατασκευαστής ή πουλητής μπερντέδων, κουρτινών, από τουρκ. perdeci.
  44. Μπιλιουρτζής, ο έμπορος ή τεχνίτης κρυστάλλινων ειδών, από το τουρκ. billûrcu.
  45. Μποζαντζής (και Ποζαντζής), αυτός που φτιάχνει ή πουλάει μποζά, ένα ποτό με βάση το κεχρί, από τουρκ. bozacι.
  46. Μποσταντζής. Ο κηπουρός, bostancι.
  47. Μπρισιμιτζής (Βρισιμιτζής, Μπιρσιμιτζής). Αυτός που πουλάει (ή φτιάχνει) μπρισίμια, δηλ. μεταξωτές κλωστές, από τουρκ. ibrişimci‎.
  48. Νταβουλτζής (και Ταβουλτζής κτλ.) Ο νταουλιέρης, από τουρκ. davulcu.
  49. Παζαρτζής, ο έμπορος σε παζάρι, από τουρκ. pazarcι.
  50. Παστιρματζής/παστουρματζής, ο έμπορος ή παρασκευαστής παστουρμά, από τουρκ. pastιrmacι.
  51. Πεστεμαλτζής (Πεστεμαλτζόγλου). Αυτός που πουλάει ή φτιάχνει πεστεμάλια, δηλ. λουτροπετσέτες. Ή ο λουτράρης του χαμάμ, που δίνει τα πεστεμάλια στον λουόμενο. Κατά τον Τριανταφυλλίδη, από το σπάνιο αυτό επώνυμο πρόκυψε με απλολογία το Πεσματζής και το συχνότερο Πεσματζόγλου. Γεια σου Στέλιο! (ιδιωτικό μήνυμα).
  52. Ρακιτζής, που φτιάχνει ή πουλάει ρακί, από τουρκ. rakιcι.
  53. Σαπουντζής, ο σαπουνάς, από τουρκ. sabuncu.
  54. Σεμερτζής, ο σαμαρτζής, από τουρκ. semerci.
  55. Σεπετζής, αυτός που φτιάχνει ή πουλάει κοφίνια, από τουρκ. sepetçi.
  56. Σερμπετζής, αυτός που πουλάει σερμπέτια, από τουρκ. serbetçi.
  57. Σιλκιτζής, αυτός που πουλάει πετσέτες, από τουρκ. silgi. (Στο λεξικό βρίσκω ότι το silgi είναι ο σπόγγος ή το πανί που σκουπίζουμε τον σχολικό μαυροπίνακα).
  58. Σιμιτζής, που φτιάχνει ή πουλάει σιμίτια, κουλούρια. Από τουρκ. simitçi.
  59. Σουβατζής, από το τουρκ. sιvacι.
  60. Σουγιουλτζής, ο υπεύθυνος για τη συντήρηση των υδραγωγών, από τουρκ. suyolcu.
  61. Ταμπουρατζής, αυτός που παίζει ταμπουρά, από τουρκ. tamburacι.
  62. Ταχμιτζής, Tαχμιντζής. Κατά τον Τριανταφυλλίδη ή από το tahminci (εκτιμητής, που όμως δεν βρίσκω τη λέξη στο λεξικό, μόνο tahmin = εκτίμηση) ή από το tahmisçi, αυτός που καβουρδίζει καφέ. Μάλλον το δεύτερο, λεω εγώ.
  63. Ταχτατζής, ο σανιδάς, από τουρκ. tahtacι.
  64. Τερετζής, αυτός που πουλάει κάρδαμο, από τουρκ. tereci.
  65. Τζαμτζής, ο τζαμάς ή ο υαλοπώλης. Από τουρκ. camcι.
  66. Τουτουντζής, ο καπνάς, κατά λέξη (μπορεί να σημαίνει είτε καπνοπώλης είτε καπνοπαραγωγός), από τουρκ. tütüncü.
  67. Τσεσμετζής, ο κρηνοποιός, από τουρκ. çeşme.
  68. Τσορμπατζής και τζορμπατζής, ο χριστιανός πρόκριτος επί τουρκοκρατίας, ο προύχοντας. Από τουρκ. çorbacι, που είχε αρχική σημασία «αυτός που φτιάχνει σούπα» (τσορβά, άλλωστε) αλλά σταδιακά πήρε στα τουρκικά άλλες σημασίες όπως ο συνταγματάρχης των γενιτσάρων.
  69. Τσοχατζής, ο έμπορος ή κατασκευαστής τσόχας, από τουρκ. çuhacι.
  70. Φουρουντζής, ο φούρναρης, από τουρκ. fιrιncι.
  71. Φουτσιτζής, ο βαρελάς, από τουρκ. fιçιcι.
  72. Χαβατζής. Στα σημερινά τουρκικά havacι είναι ο πιλότος, ο αεροπόρος, διότι hava όπως ξέρουμε είναι ο αέρας. Αλλά δεν μπορεί να προέρχεται από εκεί το επώνυμο. Όμως στο λεξικό βρίσκω ότι ο havacι ήταν, στο αγώνισμα της τοξοβολίας, ο κριτής που έλεγχε πού έπεφταν τα βέλη!
  73. Χαλβατζής. Ο χαλβατζής βέβαια, από τουρκ. halvacι / helvacι.
  74. Χαλιτζής, Χαλιτζόγλου, Χαλιτζιόγλου. Ο ταπητέμπορος ή ταπητουργός, ο χαλάς, από τουρκ. halιcι.
  75. Χαμαμτζής, ο λουτράρης, από τουρκ. hamamcι.

Posted in τούρκικα, Επώνυμα, Επαγγέλματα, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , | 255 Σχόλια »

Η αβάσταχτη ελευθερία του free-lancer

Posted by sarant στο 20 Σεπτεμβρίου, 2021

Ένα ενδιαφέρον θέμα απασχόλησε την επικαιρότητα τις προηγούμενες μέρες και προκάλεσε αρκετή συζήτηση ιδίως (αλλά όχι μόνο) στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Mια από τις γνωστότερες πλατφόρμες στον κλάδο του ντελίβερι, ο οποίος γνώρισε εκρηκτική ανάπτυξη μέσα στην πανδημία και εξαιτίας των πανδημικών περιορισμών, η εταιρεία efood, έστειλε τις προάλλες σε μερίδα εργαζομένων της το εξής βελούδινο τελεσίγραφο:

Αγαπητέ Rider,
Στα πλαίσια της αύξησης της παραγωγικότητας του στόλου και της ευρύτερης στρατηγικής της εταιρείας, θα θέλαμε να σου προτείνουμε να συμμετάσχεις και εσύ στο σχήμα συνεργασίας Freelancing. Θέλουμε να συνεχίσουμε τη συνεργασία μας αλλά με βάση τα παραπάνω και το batch σου (το οποίο προκύπτει από διάφορες αιτίες), εκτιμούμε ότι θα ήταν καλύτερο να συνεχίσεις να εργάζεσαι ως Freelancer.

Θα έχεις την ευελιξία να διαμορφώσεις τις ώρες εργασίας σου και να αυξήσεις τις αποδοχές σου.

Σε διαφορετική περίπτωση, θα θέλαμε να σε ενημερώσουμε ότι δεν υπάρχει δυνατότητα ανανέωσης της υπάρχουσας σύμβασης.

Παρακαλώ πολύ να μας ενημερώσεις άμεσα μέσω ticket για την αποδοχή του παραπάνω, προκειμένου να σε ενημερώσουμε για τα επόμενα βήματα.

Το χαρακτήρισα βελούδινο διότι, ενώ «προτείνει» τη συμμετοχή του εργαζόμενου στο νέο εργασιακό σχήμα, στο τέλος ενημερώνει ότι, εάν αυτός αρνηθεί την «ευελιξία» που του προσφέρεται και την ευκαιρία να «αυξήσει τις αποδοχές του», η σύμβασή του δεν πρόκειται να ανανεωθεί!

Κατά τα άλλα, το κείμενο είναι η επιτομή του newspeak των μανατζαραίων, με τα απαραίτητα μπόλικα αγγλικά, αλλά και με την επίπλαστη οικειότητα του ενικού, που βοηθάει ώστε το φιλικό χτύπημα στην πλάτη να μετατραπεί, στην κατάλληλη στιγμή, σε κλοτσιά λιγάκι πιο κάτω, αν ο Rider δεν συμφωνήσει ότι το batch του, όπως προκύπτει από διάφορες αιτίες, επιβάλλει να συνεχιστεί η συνεργασία με το σχήμα Freelancing πλέον.

Καθώς οι… rider είναι διάσπαρτοι και ανοργάνωτοι, εύκολα θα πρόβλεπε κανείς ότι οι περισσότεροι θα ενέδιδαν στο τελεσίγραφο της εταιρείας. Αλλ’ αυτή τη φορά δεν έγινε έτσι. Κάποιοι από τους θιγόμενους απευθύνθηκαν σε εργατικό σωματείο των διανομέων, ενώ ταυτόχρονα ξεκίνησε μια διαδικτυακή εκστρατεία διαμαρτυρίας για τις πρακτικές της e-food, που πολύ γρήγορα πήρε αναπάντεχα μεγάλη έκταση στο Facebook και στο Twitter, με το σύνθημα cancel efood.

Αμέτρητοι χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δήλωσαν ότι ήταν περιστασιακοί ή τακτικοί πελάτες της e-food και ότι στο εξής θα έπαυαν να παραγγέλνουν φαγητό μέσα από την πλατφόρμα της -αλλά δεν ήταν αυτό μόνο ή κυρίως αυτό που πείραξε την εταιρεία, μια και το μποϊκοτάζ αυτό, ακόμα κι αν τηρηθούν οι δηλώσεις, θέλει αρκετές μέρες για να κάνει αισθητή την πίεσή του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαδίκτυο, Εργατικά, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , , , , , | 195 Σχόλια »

Τα ντάτα και τα μαντάτα

Posted by sarant στο 15 Σεπτεμβρίου, 2021

Από τις πολλές εξαγγελίες και τα νέα μέτρα που περιείχε η ομιλία του πρωθυπουργού τις προάλλες στη ΔΕΘ εκείνη που συζητήθηκε περισσότερο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, η εξαγγελία ότι όσοι έφηβοι ηλικίας 15-17 ετών εμβολιαστούν θα πάρουν, ως επιβράβευση, ή ως κίνητρο, «50 γκιγκαμπάιτ δωρεάν ντάτα στο κινητό τους».

Το γράφω ελληνικά, ντάτα, όχι μόνο επειδή γενικά μού αρέσει να χρησιμοποιώ το ελληνικό αλφάβητο, αλλά και για να φανεί ο τρόπος που πρόφερε ο πρωθυπουργός τη λέξη, ενώ αν έγραφα data δεν θα ήταν αμέσως προφανές, αφού υπάρχουν πάνω από μία αποδεκτές προφορές της αγγλικής λέξης, όπως θα δούμε παρακάτω.

Αν θέλετε και το στιγμιότυπο, μπορείτε να το δείτε/ακούσετε εδώ.

Στο Τουίτερ η εξαγγελία αυτή σχολιάστηκε πολύ, κυρίως σε πνεύμα διακωμώδησης. Και, πάνω από μία φορά, τα πρωθυπουργικά ντάτα, συνδυάστηκαν με τα μαντάτα, όπως σε αυτό το τουίτ που βλέπετε εδώ, που κάθε αλλο παρά το μοναδικό ήταν. Άλλος έγραψε «δώσε και σε μένα data / για ν’ ακούσεις τα μαντάτα» κι άλλος «θα πάρετε κι επίδομα 50 γίγα data / να ‘χετε να μαθαίνετε τα θλιβερά μαντάτα».

Φυσικά, στο τουίτ της εικόνας παρωδείται η αρχή του Ερωτόκριτου (εννοώ του τραγουδιού, όχι του ίδιου του έργου, που αρχίζει «Του κύκλου τα γυρίσματα»). Και παρόλο που όλοι σχεδόν οι σχολιαστές στο Τουίτερ και στο Φέισμπουκ έγραψαν data, είναι φανερό ότι προφέρουν «ντάτα».

Και καλά κάνουν, διότι έτσι προφέρεται η λέξη στα ελληνικά. Όταν μιλάμε αγγλικά, μπορεί να την προφέρουμε «ντέιτα» μια και αυτή είναι η συχνότερη αγγλική προφορά. Αλλά στα ελληνικά, οταν μιλάμε όχι για δεδομένα γενικώς, αλλά για όγκο κατανάλωσης δεδομένων σε κινητή τηλεφωνία, τότε λεμε «ντάτα» -θυμάμαι μάλιστα μια ραδιοφωνική διαφήμιση που, για να παινέψει τα απεριόριστα δεδομένα που πρόσφερε μια εταιρεία στα συμβόλαιά της, έβαζε τον εκφωνητή να διαβάζει το ντα-τα-τα-τα σαν να ήταν ριπή αυτόματου όπλου.

Η αγγλική λέξη data έχει λατινική προέλευση. Είναι ο πληθυντικός του datum, που είναι μετοχή παρακειμένου, στο ουδέτερο γένος, του ρήματος dare = δίνω, «αυτό που έχει δοθεί», αντιστοιχεί δηλ. ακριβώς με το δικό μας «δεδομένο» Ως ουσιαστικό, στα λατινικά, σήμαινε «δώρο», π.χ. Quia non suppetunt dictis data, διότι τα δώρα του δεν ταιριάζουν με τα λόγια του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαδίκτυο, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 147 Σχόλια »

101 λέξεις και φράσεις από την εκκλησιαστική γλώσσα (μια συνεργασία του Αλέξη)

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2021

Πριν από καμιά εικοσαριά μέρες, ο φίλος μας ο Αλέξης μού έστειλε το κείμενο που θα διαβάσετε σήμερα, ένα άρθρο με Λέξεις και φράσεις από την εκκλησιαστική γλώσσα. Έχουμε δημοσιεύσει κατά καιρούς -και κυρίως κοντά στο Πάσχα- άρθρα με το ίδιο θέμα, αλλά κάθε συνεργασία, που βλέπει τα πράγματα με φρέσκο μάτι, είναι καλοδεχούμενη.

Προβληματιστήκαμε με τον Αλέξη για το πότε θα δημοσιευόταν το άρθρο. Να το αφήσουμε για το Πάσχα πήγαινε κάπως μακριά. Αφού όμως αύριο έχουμε 14 Σεπτεμβρίου, που είναι μεγάλη γιορτή της εκκλησίας, μου φάνηκε ότι ταιριάζει να δημοσιευτεί σήμερα ένα άρθρο εκκλησιαστικό -όχι αύριο, διότι έχουμε την τακτική δημοσίευση του βιβλίου του πατέρα μου.

Θυμίζω ότι ο φίλος μας ο Αλέξης έχει δημοσιεύσει στο ιστολόγιο μερικά ακόμη πολύ καλά άρθρα, ανάμεσά τους το Πολιτικοδημοσιογραφικό κλισεδολόγιο το 2017, τη συλλογή ιστορικών λέξεων και φράσεων της μεταπολίτευσης το 2014, και την ανασύσταση των Ομηρικών επών  το 2011.

Μια και το άρθρο είναι αρκετά εκτενές, δεν θέλω να μακρηγορήσω, οπότε δίνω τον λόγο στον Αλέξη. Σε λιγοστές περιπτώσεις, βάζω σύνδεσμο ([σε αγκύλες]) προς παλαιότερα άρθρα του ιστολογίου σχετικά με το θέμα. 

101 λέξεις και φράσεις από την εκκλησιαστική γλώσσα

Όταν ξεκίνησα να γράψω αυτό το σημείωμα και άρχισα να αναζητώ λέξεις και φράσεις προερχόμενες από την εκκλησιαστική ζωή και γραμματεία, έμεινα έκπληκτος ανακαλύπτοντας πόσο πολλές είναι οι καθημερινές μας φράσεις που έχουν φανερή ή λιγότερο φανερή θρησκευτική-εκκλησιαστική προέλευση. Φαίνεται ότι η επίδραση της θρησκείας και της ορθόδοξης χριστιανικής εκκλησίας ειδικότερα στην καθημερινή ζωή των Ελλήνων ήταν και είναι πολύ πιο έντονη από όσο φανταζόμαστε. Ας σκεφτούμε απλά ότι για αιώνες ολόκληρους, σε εποχές που το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού ήταν αναλφάβητο, οι λειτουργίες της εκκλησίας, τα τροπάρια και τα κείμενα των ευαγγελίων ήταν η μοναδική πηγή της λόγιας γλώσσας με την οποία ερχόταν σε επαφή ο πολύς κόσμος. Αποτέλεσμα αυτού είναι όλη αυτή η φρασεολογία η οποία σιγά-σιγά από τα ιερά κείμενα πέρασε στη λαϊκή γλώσσα, συχνά μεταπλάστηκε, άλλαξε μορφή ή και σημασία.

Κύρια πηγή της φρασεολογίας αυτής είναι βέβαια η Βίβλος, δηλαδή η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη με αρκετές εκφράσεις να περιέχονται αυτούσιες σε αυτήν και αρκετές άλλες να έχουν πλαστεί εκ των υστέρων με βάση εδάφια της βιβλικής αφήγησης. Δευτερεύουσα πηγή, αλλά όχι ασήμαντη, είναι οι ακολουθίες της εκκλησίας, τα τροπάρια, οι ύμνοι και όλα γενικώς τα λατρευτικά κείμενα.

Ο κατάλογος που ακολουθεί περιλαμβάνει τις πιο κοινές από αυτές τις εκφράσεις, αλλά σίγουρα όχι όλες. Υπάρχουν και άλλες που σκόπιμα παρέλειψα, είτε γιατί λέγονται σπάνια πλέον, είτε γιατί δεν με έπεισε η θρησκευτική-βιβλική τους προέλευση. Και σίγουρα υπάρχουν και κάποιες που θα ξέφυγαν γιατί “ουδείς αναμάρτητος ειμή μόνον ο Θεός” για να μείνουμε και εντός κλίματος!

Ας τις δούμε λοιπόν μία-μία με σύντομη επεξήγηση. Σε όσες από αυτές είναι βιβλικές παρέθεσα και το πρωτογενές κείμενο, το εδάφιο δηλαδή στο οποίο τις συναντάμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ευαγγέλιο, Εκκλησία, Θρησκεία, Λεξικογραφικά, Συνεργασίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 167 Σχόλια »

Πρωτόκολλο, το πρωτεϊκό

Posted by sarant στο 8 Σεπτεμβρίου, 2021

Μέσα στην πανδημία, ακούμε συνεχώς για πρωτόκολλα. Τώρα που συζητιέται το άνοιγμα των σχολείων, η νέα αναπλ. υπουργός κ. Γκάγκα δήλωσε ότι το πρωτόκολλο για τα σχολεία θα είναι αυστηρό αλλά ο καθηγητής Παυλάκης κάλεσε το υπουργείο να επανεξετάσει το πρωτόκολλο για τη λειτουργία των σχολείων.

Πρωτόκολλο όμως υπάρχει ή υπήρχε τον καιρό των περιορισμών για πολλά ακόμα πράγματα: τις μετακινήσεις και τα ταξίδια, τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, των καταστημάτων και των χώρων εστίασης, τις εμπορικές δραστηριότητες. Τις προάλλες, αναδημοσίευσα την ανάρτηση ενός καθηγητή ΑΕΙ, ο οποίος διαμαρτυρόταν ότι για την ανώτατη εκπαίδευση δεν έχουν εκδοθεί νέα πρωτόκολλα.

Με αυτή τη σημασία που χρησιμοποιείται μέσα στην πανδημία, το πρωτόκολλο είναι ένα σύνολο κανόνων που διέπουν τη λειτουργία μιας δραστηριότητας, μέσα στις ειδικές συνθήκες της πανδημίας. Το πρωτόκολλο είναι λοιπόν ένα κείμενο που εκθέτει τους κανόνες αυτούς, και που εκδίδεται από κάποιον επίσημο φορέα, ας πούμε τον ΕΟΔΥ. Για τα σχολεία, διάβασα, το σχετικό πρωτόκολλο έχει τίτλο «Αρχές Διαχείρισης Ύποπτων ή Επιβεβαιωμένων Περιστατικών Λοίμωξης COVID-19 σε σχολικές μονάδες».

Αυτή τη σημασία της λέξης, και την εξειδικευμένη χρήση της σε συνθήκες πανδημίας, δεν θα τη βρείτε στα λεξικά, αν και παρεμφερεις σημασίες θα βρείτε. Είναι άλλωστε διεθνής ο όρος, protocol στα αγγλικά και protocole στα γαλλικά -όπου επίσης εκδόθηκε protocole sanitaire για τη σχολική χρονιά 2021-22.

Αλλά η λέξη «πρωτόκολλο» έχει τόσες σημασίες, που ίσως δικαιολογείται ο (λογοπαικτικός βέβαια) χαρακτηρισμός «πρωτεϊκό» στον τίτλο, από τον παλιό Πρωτέα που άλλαζε εμφάνιση και μεταμορφωνόταν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , | 141 Σχόλια »

Πολύ πίζουλο, καθόλου μαϊτζέβελο ξανά

Posted by sarant στο 2 Σεπτεμβρίου, 2021

Το σημερινό άρθρο είναι βελτιωμένη επανάληψη ενός παλιότερου, πολύ παλιότερου άρθρου μας, αφού εκείνη η πρώτη μορφή είχε δημοσιευτεί στο ιστολόγιο πριν από 11 χρόνια και 11 μήνες (και κάτι μέρες). Το θυμήθηκα τις προάλλες, που είχαμε κάνει λόγο για το μανίκι, τη μάνικα και άλλες λέξεις που προέρχονται από το λατινικό manus (που θα πει χέρι), μια και η μία από τις δύο αυτές λέξεις έχει την ίδια προέλευση. Όμως έχω ξαναδουλέψει το παλιό άρθρο του 2009, ενσωματώνοντας πολλά από τα σχόλια που είχαν γίνει τότε, ενώ παίρνω υπόψη και όσα είχα γράψει για τις δυο λέξεις του τίτλου στο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται.

Αφορμή για το άρθρο, εννοώ στην πρώτη μορφή του, στάθηκε ένας διάλογος που είχε ο φίλος μου ο Θέμος με συνάδελφό του:

Έxω μία μνήμη USB κρεμασμένη στα κλειδιά μου που ανοίγει σα σουγιάς.Ένας συνάδελφος το είδε και με ρώτησε:

— Πως ανοίγει τούτο δω;
— Δύσκολα, του λέω. Είναι πολύ πίζουλο
Δηλαδή; ρωτάει,
— Να ρε παιδί μου, δεν είναι καθόλου μαϊτζέβελο

Τις δύο αυτές λέξεις τις έλεγε ο πατέρας μου. Πρέπει να είναι τεχνικοί όροι, «της μαστοράντζας».

Και με ρώτησε ο φίλος μου από πού βγαίνουν οι λέξεις αυτές και ποια είναι η ακριβής σημασία τους.

Τη δεύτερη την ήξερα από τότε, την έλεγε ο παππούς μου, αν και χρησιμοποιούσε έναν άλλο τύπο, «μαντζόβολο». Μαντζόβολο λοιπόν ή μαϊτζέβελο ή μανιτζέβελο ή σμαϊτζέβελο (και άλλες παραλλαγές) είναι το βολικό, εύχρηστο πράγμα, ιδίως το εργαλείο που είναι εύκολο στον χειρισμό του.

Η λέξη ετυμολογείται από το ιταλικό maneggievole, που θα πει το ίδιο, από το ρ. maneggiare που σημαίνει «κουμαντάρω, χειρίζομαι», ομόρριζο με το αγγλικό manage, με απώτερη αρχή το λατινικό manus (χέρι). Υποθέτω ότι στον σχηματισμό του τύπου «μαντζόβολος» υπάρχει επιρροή από λέξεις όπως βολικός ή καλόβολος.

Προκειμένου για ανθρώπους, ο μανιτζέβελος είναι ο συνεννοήσιμος άνθρωπος, αλλά η αρχική σημασία πρέπει να είναι από τα εργαλεία. Υποθέτω ότι τα επίθετα Ματζάβελος, Ματζέβελος, Μαντζεβελάκης (για όποιους θυμούνται τον θρυλικό παράγοντα του Παναθηναϊκού) θα προέρχονται από αυτή τη λέξη.

Η λέξη είναι πανελλήνια και αρκετά διαδεδομένη, πολύ περισσότερο από άλλες, οπότε κακώς δεν περιλαμβάνεται σε κανένα γενικό λεξικό μας, ούτε καν στον Δημητράκο· δυστυχώς, οι λεξικογράφοι μας δεν αγαπούν να μουτζουρώνουν τα χέρια τους κι έτσι οι λέξεις της μαστοράντζας υποαντιπροσωπεύονται. Στο Λεξικό της πιάτσας του Καπετανάκη βρίσκω: «Μαϊτζέβελος: ο κόμοδος, ο βολικών διαστάσεων, ο ευκόλως τακτοποιούμενος, βολευόμενος».

Ωστόσο, δεν πρόκειται για μάγκικη λέξη. Χρησιμοποιείται ιδίως για εργαλεία, σκάφη, και στην εποχή μας για κινητά τηλέφωνα και διάφορα γκατζετάκια. Στην Κεφαλονιά, όπως είχα βρει, υπάρχει και κατάστημα ειδών μοντελισμού με τίτλο Μαϊτζέβελο, ωστόσο η λέξη είναι, το ξαναλέω, πανελλήνια.

Και είναι και ζωντανή στη χρήση, όπως μας πείθει μια περιήγηση στα σώματα κειμένων -ας πούμε, στη Λεξιλογία είχε αποδελτιωθεί άρθρο της αείμνηστης Ρίκας Βαγιάννη, με το εξής απόσπασμα:

Αυξηθήκαμε, πληθύναμε και κατακυριεύσαμε τη Γή, όπως ακριβώς μας διέταξε η Βίβλος. Και τώρα; Τι θα φάμε; Τι αέρα θα ανασάνουμε; Πώς στο καλό θα συνεννοηθούμε; Θα τα καταφέρουμε ή θά φάμε ο ένας τον άλλον; Ή μήπως θα αναλάβει η φύση, να «κουρέψει» τα ανθρώπινα νούμερα, μειώνοντάς τα σε κάτι πιο μανιτζέβελο (μπρρρ…)
Από το Επτά δις, να τ’ αφήσω; της Ρίκας Βαγιάνη

Τη λέξη «πίζουλος» δεν την ήξερα -βέβαια, από τον αρχικό διάλογο εύκολα συμπεραίνουμε ότι θα είναι περίπου το αντίθετο του μαϊτζέβελου.

Πρόκειται όμως για λέξη πολυσήμαντη. Πράγματι, πίζουλος είναι ο δύσχρηστος, είναι όμως και ο επικίνδυνος (πίζουλο λάβωμα στη μετάφραση της Ιλιάδας από Καζαντζάκη-Κακριδή), αλλά και το λεπτεπίλεπτο αντικείμενο, που σπάει ή χαλάει εύκολα, που θέλει προσοχή στη μεταχείρισή του· για ανθρώπους, πίζουλος είναι ο ζόρικος ή ο ιδιότροπος.

Ένα ικαριώτικο παραδοσιακό δίστιχο λέει:
Στο σπίτι μου καθόμουνα φρόνιμα και με τάξη
κι ο έρωτας ο πίζουλος ήρθε να με πειράξει

Εδώ, η σημασία είναι «μπελαλίδικος». Βλέπουμε λοιπόν ότι ο πίζουλος καλύπτει ευρύτερο σημασιακό φάσμα από τον μαϊτζέβελο.

Και αυτή η λέξη έχει ευρεία διάδοση στις μέρες μας, αλλά περιέργως δεν υπάρχει σε κανένα μεγάλο γενικό λεξικό μας. Τη βρίσκω στα Άτακτα του Κοραή, ο οποίος δίνει και την ετυμολογία της, από το επίζηλος, δηλ. περιζήτητος. Εκ πρώτης όψεως, η σημασιολογική απόσταση ανάμεσα στο εκλεκτό και στο δύσχρηστο είναι μεγάλη, όχι όμως αγεφύρωτη: το εκλεκτό και περιζήτητο συχνά είναι και εύθραυστο, οπότε γίνεται δύσχρηστο – και από εκεί η σημασία συχνά φτάνει και στο ζόρικο, στο δυσεπίλυτο, τελικά στο μπελαλίδικο.

Στον Εξηνταβελόνη, όπως μετέφρασε ο Κωνσταντίνος Οικονόμος τον μολιερικό Φιλάργυρο, διαβάζουμε ότι «ο γάμος είναι πράγμα πολλά ’πίζηλον και χρειάζεται προσοχή».

Αλλά και στην πιο πρόσφατη Μεγάλη χίμαιρα του Καραγάτση διαβάζουμε ότι «η στεριά είναι πιο πίζουλη απ’ τη θάλασσα».

Η λέξη χρησιμοποιείται ακόμα στην Αθήνα, στην Πελοπόννησο, στα νησιά, και ιδίως στην Κρήτη, όπου απαντά ο τύπος μπίζηλος με ηχηροποίηση του αρχικού π. Στο λεξικό του Πιτυκάκη βρίσκω τη φράση: «Μπίζηλα πράματα είναι τα φαρφουριά σερβίτσια, μόνο μην τα μεταπιάνεις και τα σπάσεις».

Περιμένω όμως και τα σχόλιά σας. Θα με ενδιέφερε να μάθω αν ξέρετε τις δυο λέξεις (και από ποιο μέρος της Ελλάδας) κι αν τις χρησιμοποιείτε, ώστε να δούμε και τη σημερινή διάδοση και χρήση του πίζουλου και του μαϊτζέβελου.

 

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 181 Σχόλια »

Απολιγνιτοποίηση, μια καινούργια λέξη

Posted by sarant στο 25 Αυγούστου, 2021

Όχι και πολύ καινούργια βέβαια, αφού η απολιγνιτοποίηση αποτελεί δεδηλωμένη επιλογή της σημερινής κυβέρνησης ήδη από τους πρώτους μήνες που ανέλαβε την εξουσία πριν από δύο χρόνια. Τότε, εννοώ το 2019, ασφαλώς ήταν νεολογισμός, και μάλιστα, για να παινέψουμε και λίγο τα γένια μας, σε ένα μεζεδοάρθρο του Σεπτεμβρίου 2019 είχα γράψει:

Για λέξη της χρονιάς δεν ξέρω αν θα προκριθεί, πάντως νεολογισμός είναι. Εννοώ την «απολιγνιτοποίηση» που εξαγγέλθηκε από την κυβέρνηση, δηλαδή την κατάργηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη έως το 2028.

Μπορεί να συζητησουμε στο μέλλον και επί της ουσίας τη σημαντική αυτή απόφαση, αλλά προς το παρόν καταγράφω τον νεολογισμό.

(Για την ιστορία, στην ψηφοφορία για τη Λέξη του 2019 η απολιγνιτοποίηση κατατάχτηκε στην 28η θέση ανάμεσα σε 42 υποψήφιες).

Λίγες μέρες αργότερα, ο Νίκος Λίγγρης στη Λεξιλογία κατέγραψε τον νεολογισμό και σημείωσε: Για την ακρίβεια, είναι λέξη του Σεπτέμβρη του 2019 (με ελάχιστα ευρήματα από Αύγουστο) και αφορά τη μείωση και τελικώς τον τερματισμό της εξάρτησης της χώρας από τον λιγνίτη για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Και συνέχισε: Έχουμε λέξη στα αγγλικά; Ή θα πρέπει να πούμε περιφραστικά: ending dependence on lignite ή ending lignite dependence; Η αγγλική λέξη delignification σημαίνει «removal of lignin from woody tissue (as by natural enzymatic or industrial chemical processes)». Λέξεις delignitification ή delignitization δεν υπάρχουν.

Στη συζήτηση εκείνη προτάθηκε, προκειμένου για τον αγγλικό όρο, το ευρύτερο decarbonization, που βέβαια αφορά την απαλλαγή από κάθε είδος άνθρακα, όχι ειδικά από τον λιγνίτη.

Η λέξη λιγνίτης είναι δάνειο από το γαλλικό lignite, που έχει πλαστεί με βάση το λατινικό lignum = ξύλο, επειδή αυτό το είδος άνθρακα, που είναι κατώτερης θερμικής αξίας, προέρχεται από εξανθράκωση φυτικών οργανισμών. Λέμε ότι έχουμε οπτικό δάνειο, διότι η γαλλική λέξη προφέρεται (περίπου) λινίτ.

Από την ίδια ρίζα με τον λιγνίτη έχουμε και τη λιγνίνη, ένα οργανικό πολυμερές που ξεχωρίζει το ξύλο από τις αλλες κυτταρικές ουσίες. Ο όρος delignification, που τον αναφέραμε παραπάνω, αφορά ακριβώς την απομάκρυνση της λιγνίνης από τον ξυλώδη ιστό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ενεργειακό, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , , , | 127 Σχόλια »

Λεξιλογώντας για το φεγγάρι και την πανσέληνο

Posted by sarant στο 23 Αυγούστου, 2021

Χτες είχαμε πανσέληνο και δημοσιεύσαμε ένα χρονογράφημα του Βάρναλη στο ιστολόγιο, αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε σήμερα θα αποκαταστήσουμε την ισορροπία και θα δούμε τα λεξιλογικά της πανσελήνου, της σελήνης και του φεγγαριού.

Είναι βέβαια τεράστιο το θέμα, ακόμα κι αν περιοριστούμε στα αυστηρώς λεξιλογικά, οπότε δεν θα προσπαθήσω καν να το καλύψω -τι τα έχουμε τα σχόλιά σας;

Και να ξεκινήσουμε από τη λέξη που πρωταγωνιστούσε χτες, την πανσέληνο. Είναι λέξη της κλασικής αρχαιότητας, με την ολοφάνερη προέλευση από παν + σελήνη. Η πανσέληνος, ως λέξη, έχει φυσικά μεγάλη παρουσία στην αρχαία γραμματεία, ενώ υπάρχει μία και μοναδική εμφάνιση του τύπου «πασσέληνος» -μία αλλά σημαδιακή, αφού εμφανίζεται στο έβδομο βιβλίο του Θουκυδίδη, στη σικελική εκστρατεία, όταν οι Αθηναίοι ανέβαλαν την αναχώρησή τους επειδή έτυχε έκλειψη σελήνης, τέλη Αυγούστου και τότε, ενώ ήταν πανσέληνος (που είναι υποχρεωτικό η έκλειψη να συμβεί σε πανσέληνο, όπως μας είπε προχτές ο Άγγελος): καὶ μελλόντων αὐτῶν, ἐπειδὴ ἑτοῖμα ἦν, ἀποπλεῖν ἡ σελήνη ἐκλείπει· ἐτύγχανε γὰρ πασσέληνος οὖσα. Ο Νικίας τότε επηρεαστηκε απο τους μάντεις και έδωσε διαταγή να αναβάλουν για 27 μέρες την αναχώρηση -και ήρθε η τελική καταστροφή.

Η σελήνη λοιπόν, που υπάρχει στην πανσέληνο, ή σελάνα όπως είναι ο δωρικός τύπος και σελάννα ο αιολικός τύπος, είναι λέξη αρχαία, ήδη ομηρική. Μάλιστα, στο Σ της Ιλιάδας εμφανίζεται και η πανσέληνος, αλλά όχι ως λέξη: ἠέλιόν τ᾽ ἀκάμαντα σελήνην τε πλήθουσαν (Σ484 – τον ήλιο τον ακούραστο, τ’ ολόγιομο φεγγάρι, στη μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή).

Στον Όμηρο, αλλά και αλλού, εμφανίζεται και άλλη μια λέξη για τον δορυφόρο της Γης: η μήνη, που συνδέεται με τον μήνα και με το σεληνιακό ημερολόγιο που είχαν πολλοί λαοί. Σταδιακά εκτοπίστηκε από τη σελήνη. Η αντικατάσταση αυτή, λέει το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, είναι συχνή στις λεγόμενες λέξεις-ταμπού, και σχετίζεται με τη σύνδεση της σελήνης με υπερφυσικά φαινόμενα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 169 Σχόλια »

Το μανίκι της μάνικας

Posted by sarant στο 16 Αυγούστου, 2021

Προχτές τα  μεζεδάκια μας τιτλοφορήθηκαν «με τη μάνικα στο χέρι». Και μου στέλνει ένας φίλος προσωπικό μήνυμα στο Μέσεντζερ, και με ρωτάει: «τι σχέση έχει η μάνικα με το μανίκι και με το μανικιούρ;»

Του απάντησα σύντομα, και μου ανταπάντησε «Αξίζει άρθρο, όπως σου αρέσει να λες». Κι επειδή δεν είχα κάτι άλλο έτοιμο, είπα να γράψω ένα αρθράκι για αυτήν την οικογένεια λέξεων.

Αφού μιλώ για «οικογένεια» λέξεων, είναι φανερό πως κάποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στη μάνικα, στο μανίκι και στο μανικιούρ -σχέση ετυμολογική. Και μάλιστα, η οικογένεια αυτή είναι πολυμελής, με αμέτρητα αδερφοξάδερφα σκορπισμένα σε όλες τις γλώσσες της Ευρώπης (τουλάχιστον), πολλά από αυτά να σταδιοδρομούν ευδοκίμως στην ελληνική γλώσσα.

Δεν ειναι όμως ελληνικής αρχής παρά λατινικής.

Γενάρχης της μεγάλης αυτής οικογένειας είναι η λατινική λέξη manus, που σημαίνει το χέρι. Βασικότατη λέξη φυσικά, επόμενο ήταν να παράξει (σικ, ρε) αμέτρητα σύνθετα και παράγωγα για ένα σωρό συγκεκριμένα πράγματα και αφηρημένες έννοιες -σκεφτείτε πόσο παραγωγικό είναι και το δικό μας «χέρι, χειρ».

Ένα από τα παράγωγα του manus είναι και το manica, δηλαδή η χειρίδα (ή περιχειρίδα;), ένα σωληνωτό περιβραχιόνιο που αποτελούσε μέρος της στολής του Ρωμαίου λεγεωνάριου. Κάλυπτε το χέρι, ίσως και το μπράτσο, από τον καρπό ως τον αγκώνα τουλάχιστον και ίσως ίσαμε τον ώμο. Αυτή της εικόνας είναι δερμάτινη αλλά πολύ συχνά οι manicae αυτές ήταν μεταλλικές.

Από τις manicae λοιπόν έχουμε το υστερολατινικό manicium που περνάει ως μανίκιον στα βυζαντινά ελληνικά και χρησιμοποιείται για διάφορα προστατευτικά των χεριών του πολεμιστή.

Γράφει ο Νικηφόρος Φωκάς στη στρατηγική του έκθεση πώς πρέπει να είναι η εξάρτυση των στρατευμάτων:

τὰ δὲ μανίκια αὐτῶν εἶναι κοντὰ καὶ πλατέα, ἔχοντα εἰς τὰς μασχάλας σχίσματα πρὸς τὸ ῥᾳδίως ὁμοῦ καὶ εὐκόλως τὰς αὐτῶν χεῖρας ἐκβάλλειν καὶ μάχεσθαι. τὰ δὲ μανίκια αὐτῶν ὄπισθεν εἰς τοὺς ὤμους ὑπὸ κομποθηλυκίων κρατεῖσθαι.

Φυσικά, η λέξη περνάει και στην πολιτική ζωή και περιγράφει ό,τι και η σημερινή, π.χ. είχεν η τραχηλία του και τα μανίκια του λιθάρια υπέρλαμπρα μετά μαργαριτάρια, στην Αχιλληίδα. Παίρνει επίσης η λέξη «μανίκι» και μιαν άλλη σημασία, τη λαβή του όπλου.

Από το ίδιο manica, το λατινικό ή το ιταλικό, ή από το μανίκιον, εμφανίζεται στα μεσαιωνικά χρόνια και η μανίκα ή μάνικα, που περιγράφει πάντοτε το σωληνωτό περιβραχιόνιο του πολεμιστή. Στον κρητικό Στάθη ανάμεσα στ’ άρματα που ζητάει ο ήρωας να του φέρει ο υπηρέτης του είναι «μανίκες και πουνιάλο, γαμπιέρες και μονόπολα».

Από εκεί λοιπόν και η σημερινή μανικα, ο σωλήνας των πυροσβεστών (ή του ποτίσματος); Ναι και όχι. Θέλω να πω, από την ίδια ρίζα. Αλλά η σημερινή μάνικα δεν είναι μετεξέλιξη της μεσαιωνικής μανίκας, αλλά μάλλον νέο δάνειο από το ιταλ. manica στα νεότερα χρόνια, ακριβώς με τη σημασία «σωλήνας για πότισμα» κτλ.

Το μανικιούρ πάλι, για να κλείσουμε την τριάδα των λέξεων που ανέφερε ο φίλος μου, είναι της ίδιας οικογένειας αλλά μας ήρθε μέσω γαλλικών. Ο γαλλικός όρος είναι manucure, που δεν είναι παλιά λέξη, αλλά πλάστηκε τον 19ο αιώνα από το λατινικό manus και το στοιχείο -cure (από το λατ. curare, κουράρω, θεραπεύω) κατ’ αναλογία προς το προϋπάρχον pédicure (των ποδιών), που το έχουμε επίσης δανειστεί ως πεντικιούρ. Υπό την επίδραση του τελευταίου εμφανίστηκε και τύπος manicure στα γαλλικά (όπως είναι και η αντίστοιχη αγγλική λέξη).

Είπαμε όμως ότι η οικογένεια του μανικιού και της μάνικας είναι πολυμελής. Καταρχάς, το ίδιο το μανίκι έχει απογόνους: τα μανικέτια και τα μανικετόκουμπα (για να μην πούμε και τα αμάνικα, κοντομάνικα και μακρυμάνικα). Αλλά υπάρχουν κι άλλα μέλη της οικογένειας.

Πράγματι, ανάμεσα στα ξαδέρφια της βρίσκουμε τη μανιβέλα. Κι αυτή ξεκινάει από το manus, ή μάλλον από το υποκοριστικό manicula που ήταν η χειρολαβή του αρότρου. Από παράλληλο τύπο *manibula και *manabella έχουμε το γαλλ. manivelle, για διάφορα είδη χειρολαβών και εργαλείων, που το πιο γνωστό ήταν ο περιστρεφόμενος μοχλός των παλιών αυτοκινήτων.

Η μανέλα, πάλι, είναι είδος μοχλού και προέρχεται από το βενετικό manoela, της ίδιας οικογένειας.

Άλλο ξαδερφάκι είναι η μανούβρα, από το βενετ. manuvra, που ανάγεται στο λαϊκό λατινικό manuopera, εργασία που γίνεται με το χέρι, από το manus και το opera = δραστηριότητα (από το opus, έργο -κάποτε θα γράψουμε και γι’ αυτήν την οικογένεια). Από τους χειρισμούς (να η λέξη) των πλοίων πρέπει να προέκυψε η μεταφορική σημασία του ελιγμού.

Η μανσέτα είναι απλή περίπτωση, δάνειο από το γαλλ. manchette, που είναι υποκοριστικό του γαλλ. manche («μανίκι»). Μανικάκι, ας πούμε. Από την ίδια γαλλική λέξη και το μανσόν, αφού η ορολογία της ένδυσης είναι σε μεγάλο βαθμό γαλλόπνευστη. Στο προχτεσινό άρθρο, ο φίλος μας ο Άγγελος μάς θύμισε ότι η Μάγχη λέγεται γαλλικά (απ’ όπου πήραμε κι εμείς το τοπωνύμιο και το εξελληνίσαμε) La Manche, που θα πει «το μανίκι» -από το επίμηκες σχήμα.

Απλή περίπτωση είναι και το ρήμα μανιπουλάρω, δηλ. χειραγωγώ, δάνειο από το ιταλ. manipolare ή το γαλλ. manipuler. Στις ξένες γλώσσες μπορεί να έχει και ουδέτερη σημασία (χειρίζομαι) ενώ στα ελληνικά μόνο αρνητική.

Σε αφηρημένες σημασίες έχουμε, πάντα στην ίδια οικογένεια, τη μανιέρα. Mανιέρα είναι ο τρόπος, το στιλ, το ύφος, από ιταλ. maniera και αυτό από γαλλ. manière, που ανάγεται σε παλιό γαλλικό επίθετο manier, «αυτό που λειτουργεί με το χέρι».

Έχουμε και τη φράση μάνι μάνι, για κάτι που γίνεται γρήγορα. Αρχικά ήταν ναυτικός όρος, από το γενουατ. manimani, με σημασία «από χέρι σε χέρι».

Και πάμε στους μακρινούς συγγενείς. Θα ελεγε κανείς πως το μανάρι, το οικόσιτο αρνί που το τρέφουμε για να το σφάξουμε, που βέβαια χρησιμοποιείται και ως χαϊδευτική προσφώνηση προς αγαπημένο πρόσωπο, προέρχεται από τη μάνα, και πράγματι αυτή την ετυμολογία δίνει το ΛΚΝ. Ωστόσο, ο Μπαμπινιώτης θεωρεί πιθανότερη την προέλευση από το αρωμουνικό manari, πληθ. του manaru, «οικόσιτο ζώο», από το υστερολατινικό manuarius, «αυτός που τρέφεται από το χέρι κάποιου, που μεγαλώνει στο χέρι κάποιου».

Κι αν το μανάρι είναι αβέβαιος συγγενής, ο μάνατζερ είναι σίγουρο τριτοξάδερφο. Το αγγλικό manager έρχεται από το ρήμα manage (χειρίζομαι, και αρχικά ‘εκπαιδεύω άλογο’) που ανάγεται στο ιταλ. maneggiare, μέσω γαλλικών, το οποίο επίσης είχε την αρχική σημασία «ελέγχω, διευθύνω άλογο» και που προέρχεται επίσης από το manus. Της ίδιας οικογένειας είναι και το ιδιωματικό-λαϊκό ματζόβολος (ή μανιτζέβελος ή μαϊτζέβελος -έχουμε γράψει άρθρο, που ασφαλώς σηκώνει αναδημοσίευση, ξαναδουλεμένο όμως).

Κάπου εδώ τελειώνουν τα μέλη της οικογένειας του μανικιού και της μάνικας, εξόν κι αν μου ξέφυγε κανένα. Το μανεκέν και το μανιτάρι έχουν αλλη ετυμολογία, αν και το μανιφέστο μπορεί τελικά να ανάγεται στο manus, όμως δεν είναι βέβαιο.

Η λέξη «μανίκι» στα νέα ελληνικά, πέρα από την ένδυση, διατηρεί ακόμα (παρωχημένη όμως) τη σημασία της λαβής του μαχαιριού, γι’ αυτό και λέμε «μαυρομάνικο μαχαίρι».

Βέβαια, έχει και την ελαφρώς χυδαία σημασία της σεξουαλικής πράξης, ενώ σημαινει επίσης τη δύσκολη δουλειά, τον μπελά, το παλούκι που λέμε. Πριν από πολλά χρόνια, αμνημόνευτα πες, είχα γράψει «η επιβίωση κατάντησε μανίκι – αυτό το άγχος πια δεν μου ανήκει». Ευτυχώς όμως οι υπόλοιποι στίχοι έχουν ξεχαστεί…

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 167 Σχόλια »

Στις στάχτες

Posted by sarant στο 11 Αυγούστου, 2021

Οι πρωτοφανείς πυρκαγιές φαίνεται πια να έχουν υποχωρήσει, αφού βέβαια πρώτα κατέκαψαν όλη σχεδόν τη βόρεια Εύβοια και τόσες άλλες περιοχές στην Αττική κυρίως και στην Πελοπόννησο. Ο πρωθυπουργός στο προχτεσινό διάγγελμά του ζήτησε συγγνώμη «για τις όποιες αδυναμίες» (που σημαίνει ότι μπορεί και να μην υπήρξαν αδυναμίες), οι πυρόπληκτοι μαζεύουν τα κομμάτια τους και θα προσπαθήσουν να ξαναχτίσουν τις καμένες ζωές τους, ήρθε η ώρα των απολογισμών και της άντλησης διδαγμάτων.

Αυτό βέβαια είναι μια κουβέντα. Και αν θα γίνει εδώ, θα γίνει στα σχόλιά σας. Εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε σήμερα θα λεξιλογήσουμε με τη λέξη του τίτλου, τη στάχτη, που κυριαρχεί στα καμένα, εκεί όπου σπίτια, δέντρα, ζώα, όνειρα, κόποι, σχέδια, έχουν όλα γίνει στάχτη.

Στάχτη, και να την πιάσουμε από την αρχή.

Η σημερινή λέξη προέρχεται από το μεσαιωνικό «στάκτη», το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το ελληνιστικό «στακτή κονία», που ήταν το σταχτόνερο, η αλισίβα, άρα από το επίθετο «στακτός» και από το ρήμα στάζω. (Η αρχαία λέξη για τη στάχτη είναι τέφρα, που επίσης έχει επιβιώσει στη σημερινή γλώσσα -ίσως αξίζει ειδικό άρθρο).

Στα κείμενα του Γαληνού και των άλλων μεγάλων Ελλήνων γιατρών της ελληνιστικής εποχής και της ύστερης αρχαιότητας υπάρχουν πολλές αναφορές στη «στακτή κονία», σε διάφορα γιατροσόφια και συνταγές, π.χ. «τῶν μὲν οὖν ὑγρῶν ἡ στακτὴ καλουμένη κονία τοιαύτην ἔχει δύναμιν».

Όπως συχνά συμβαίνει, κι όπως το νεαρόν ύδωρ έγινε νηρόν και νερό ή το κινητό τηλέφωνο έγινε κινητό, έτσι και στη στακτή κονία το ουσιαστικό μαράθηκε κι έπεσε και το επίθετο ουσιαστικοποιήθηκε: η στακτή, και με ανέβασμα του τόνου (όπως π.χ. στο λευκή –> λεύκη) έγινε «στάκτη», και η λέξη πήρε πια τη σημερινή σημασία σε μεσαιωνικά κείμενα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 256 Σχόλια »

Αναζωπύρωση, λέξη που μας τρόμαξε

Posted by sarant στο 9 Αυγούστου, 2021

Όταν άρχισα χτες να γράφω το σημερινό, στην Αττική οι πυρκαγιές φαίνονταν να έχουν τεθεί υπό έλεγχο, αλλά η Εύβοια εξακολουθούσε να καίγεται, από την παραλία του Ευβοϊκού ίσαμε τις ακτές που βλέπουν στο Αιγαίο. Πρώτη φορά στα χρονικά με τέτοιο πλάτος η καταστροφή στο νησί. Τις προηγούμενες μέρες, οι τίτλοι στους ειδησεογραφικούς ιστοτόπους έκαναν να φαντάζει απειλητική μια λέξη που δεν μας είχε ως τώρ’ ακουστεί δυσοίωνη.

Αγωνία για τις αναζωπυρώσεις στην Αττική, ο ένας τίτλος. Η αναζωπύρωση στην περιοχή της Νεμούτας (στην Ηλεία είναι) οδήγησε σε μεγάλο μέτωπο, σεγοντάρει ο άλλος.

Να αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο, που δεν θα είναι και μεγάλο, σ’ αυτή τη λέξη.

Αναζωπύρωση, λέει το λεξικό, είναι το ξαναφούντωμα της φωτιάς, που προηγουμένως βρισκόταν σε ύφεση ή που είχε τεθεί υπό έλεγχο. Αυτή η απαίσια κυριολεκτική σημασία μάς ταλαιπωρεί τόσες μέρες -από τότε που η φωτιά της Βαρυμπόμπης, που είχε τεθεί υπό έλεγχο, ξαναφούντωσε και έκαψε πολύ μεγαλύτερες εκτάσεις.

Αλλά η λέξη έχει και μεταφορικές σημασίες, που αυτές συνήθως ακούμε τον καλό τον καιρό, και που δεν έχουν αμιγώς αρνητική χροιά.

Αναζωπύρωση λοιπόν είναι και η εκ νέου ενίσχυση της έντασης ενός φαινομένου που είχε ατονήσει ή και που κινδύνευε να χαθεί. Μπορεί να μιλήσουμε για αναζωπύρωση του εθνικισμού, των πολιτικών παθών, των ταραχών ή του πληθωρισμού, αλλά εξίσου μπορεί να κάνουμε λόγο για αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος ή της ζήτησης. Χαρακτηριστικά, το ΜΗΛΝΕΓ δίνει σαν συνώνυμα της αναζωπύρωσης την αναμόχλευση, για τις πρώτες χρήσεις, αλλά την αναζωογόνηση για τις δεύτερες. Υπάρχει και η αναθέρμανση, που χρησιμοποιείται κυρίως με θετική χροιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ποιο από τα δυο; | Με ετικέτα: , , | 131 Σχόλια »