Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ετυμολογικά’ Category

Το έξυπνο το μέτρο από τη μύτη πιάνεται

Posted by sarant στο 8 Μαρτίου, 2021

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε πριν από μερικές μέρες στο ηλεπεριοδικό 2020mag. Όπως έχω ήδη γράψει, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα (προς το παρόν δεν είναι πολλά). Η εικονογράφηση είναι του περιοδικού. (Στην εδώ δημοσίευση αλλάζω ελαφρώς τον τίτλο επαναλαμβάνοντας το άρθρο για λόγους ρυθμού. Επίσης προσθέτω μερικά ακόμα πράγματα μέσα σε παρένθεση).

Το έξυπνο μέτρο από τη μύτη πιάνεται

Εδώ και πολλές μέρες, τα ΜΜΕ προανάγγελλαν ότι θα ανακοινωθούν «έξυπνα μέτρα» για να αντιμετωπιστεί η έξαρση της πανδημίας, ιδίως στην Αττική.

Περιμέναμε λοιπόν να ακούσουμε τα έξυπνα αυτά μέτρα, και απορούσαμε κιόλας σε τι να συνίσταται η εξυπνάδα τους -η ευφυΐα τους αν προτιμάτε. Τελικά, αποδείχτηκε πως απλώς έσφιξαν λίγο περισσότερο οι περιορισμοί μετακίνησης -και μάλιστα ανακοινώθηκαν μέτρα όπως η απαγόρευση μετακίνησης από δήμο σε δήμο για σωματική άσκηση που είχαν προηγουμένως απορριφθεί (και σωστά) ως «ταξικά» -διότι βέβαια έτσι στερούνται πρόσβαση στο πράσινο στο βουνό ή στην παραλία όσοι κατοικούν σε υποβαθμισμένες συνοικίες.

Αλλά για την εξυπνάδα των μέτρων αρμοδιότεροι είναι να μιλήσουν άλλοι αρθρογράφοι. Εμείς εδώ, όπως μου αρέσει να λέω, λεξιλογούμε, κι έτσι σήμερα θα λεξιλογήσουμε ακριβώς για τη λέξη «έξυπνος» των μέτρων.

Η λέξη έξυπνος είναι της ελληνιστικής εποχής και, όπως θα καταλάβατε, συνδέεται με τον ύπνο, όπως και το ρήμα εξυπνώ που εξελίχτηκε στο σημερινό «ξυπνάω».

Αρχικά έξ-υπνος ήταν αυτός που έχει ξυπνήσει, που έχει σηκωθεί από τον ύπνο. Ας πούμε, στις Πράξεις των Αποστόλων: «ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς» ή, ακόμα πιο καθαρά σε ένα βυζαντινό βίο αγίου: «Ταύτης τῆς φωνῆς ἀκούσας ἔξυπνος ἐγένετο». Δεν έγινε έξυπνος μόλις άκουσε τη φωνή· απλώς, ξύπνησε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , | 82 Σχόλια »

Η μπογιά του μπόγια

Posted by sarant στο 4 Μαρτίου, 2021

Τις προάλλες, σε κάποιο σχόλιο, ο φίλος μας ο Pedis μας πληροφόρησε ότι σε μια διαδήλωση που έγινε στην Ιταλία για την απεργία πείνας του Δ. Κουφοντίνα πετάχτηκαν τρικάκια, όπως αυτό της φωτογραφίας, που έγραφαν MITSOTAKIS BOIA.

Κι έτσι συνειδητοποιήσαμε πολλοί ότι η λέξη «μπόγιας» στα ελληνικά είναι δάνειο από τα ιταλικά.

Δάνειο, αλλά με αλλαγή σημασίας, διότι στα ελληνικά η σημερινή σημασία της λέξης είναι βεβαίως ο υπάλληλος που ασχολείται με τη σύλληψη και τη συγκέντρωση των αδέσποτων σκύλων. Βέβαια, επειδή τα καθήκοντά του είναι απεχθή, έστω κι αν είναι αναγκαία, μεταφορικά έχει πάρει τη σημασία (λέει το λεξικό) του πολύ αυστηρού ή σκληρού ανθρώπου.

Αλλά δεν είναι αυτή η σημασία στο τρικάκι, στα ιταλικά. Στα ιταλικά boia είναι ο δήμιος και δήμιο αποκαλούσαν τον Μητσοτάκη οι διαδηλωτές που πέταξαν τα τρικάκια (το άλλο σύνθημα που βλέπουμε στην εικόνα λέει «Να μεταφερθεί αμέσως ο Δ.Κ.»).

Έχει όμως και στα ιταλικά η λέξη πάρει πολλές μεταφορικές μειωτικές σημασίες, πράγμα διόλου παράξενο αφού και ο δήμιος ήταν πρόσωπο που το απεχθανόταν ο πολύς κόσμος, ακόμα περισσότερο από τον μπόγια.

Η αλλαγή της σημασίας από τον δήμιο στον υπάλληλο τον επιφορτισμένο με το κυνηγητό των αδέσποτων σκυλιών έγινε στα ελληνικά. Όταν πρωτομπήκε η λέξη στη γλώσσα μας, στα μεσαιωνικά χρόνια, σήμαινε, όπως και στα ιταλικά, δήμιος. Με αυτή τη σημασία τη βρίσκουμε στο Μεσαιωνικό Λεξικό του Κριαρά, όπου ήδη βρίσκουμε και τη μεταφορική σημασία του ελεεινού ανθρώπου.

Άλλωστε, η σημασία «δήμιος» διατηρήθηκε και στα επόμενα χρόνια, τόσο που να καταγράφεται και στο ΛΚΝ (φυσικά με την ένδειξη «παρωχημένο») όπως και στο λεξικό Μπαμπινιώτη και το ΜΗΛΝΕΓ (με την ένδειξη «παλαιότ.»). Βρίσκω, ας πούμε, μυθιστορηματική βιογραφία του Ρήγα, γραμμένη από τον Τάσο Βουρνά το 1956, όπου η λέξη μπόγιας χρησιμοποιείται για τον δήμιο: Σε λίγο ένας τσαούσης τέντωσε τα θυρόφυλλα κι ο μπόγιας με την ακολουθία του μπήκαν στην αυλή. Να πούμε εδώ ότι η λέξη, αν δεν σφάλλω, δεν έχει περάσει στα τουρκικά, όπου ο δήμιος είναι cellat, που έχει δώσει και το ελληνικό «τζελάτης».

Σε παλαιότερα κείμενα βρίσκω επίσης να αναφέρεται ως μπόγιας εκείνος που σκότωνε τα άλογα όταν γερνούσαν. Εικάζω ότι η σημασία εστιάστηκε αποκλειστικά στα αδέσποτα σκυλιά στα χρόνια αμέσως μετά τον πόλεμο, όταν το πρόβλημα των αδέσποτων λυσσασμένων σκυλιών ήταν οξύτατο στην Αθήνα και σε άλλα αστικά κέντρα (στα Αττικά θα βρείτε πολλά χρονογραφήματα του Βάρναλη για το θέμα).

Και βέβαια στις μέρες μας, που έχει πια πάψει προ πολλού να εμφανίζεται το κάρο του μπόγια στους δρόμους των συνοικιών, η λέξη πρέπει να χρησιμοποιείται λιγότερο -αν και σ’ εμάς τους παλιότερους έχει μείνει η αστεία απειλή «θα φωνάξω να σε μαζέψει ο μπόγιας». Αναρωτιέμαι αν οι νεότεροι χρησιμοποιούν τη λέξη. Αν διαβάζει κανείς ας μας πει.

Όμως, το ταξίδι της λέξης το πιάσαμε από τη μέση. Θέλω να πω, αρκετή έχει ιστορία και η ετυμολογία της ιταλικής λέξης boia που γέννησε τον δικό μας μπόγια. Ο μπόγιας, βλέπετε, είναι αντιδάνειο, έχει απώτερη ελληνική αρχή. Η ιταλική λέξη είναι δάνειο από το λατινικό boja `δερμάτινο κολάρο για βόδια΄ και στη συνέχεια «λουρί, όργανο βασανισμού», που προέρχεται από το ελληνικό  βοεῖαι, πληθυντικός του βοεία `(λουρίδα από) τομάρι βοδιού΄. Ο δανεισμός έγινε στον πληθυντικό, bojae. Τα λουριά και ανάλογα σύνεργα ήταν χρήσιμα στον δήμιο.

Η ελληνική λέξη «βοείαι» είναι αρχικά επίθετο που έγινε ουσιαστικό (όπως ο ποντικός μυς έγινε ποντικός και το νηρόν ύδωρ νηρόν και μετά νερό). Έτσι και εδώ είχαμε «βοεία δορά» αρχικά για το δέρμα του βοδιού και στη συνέχεια για διάφορα αντικείμενα από βοδινό δέρμα πχ ασπίδες ή λουριά κτλ, αλλά συνήθως το «δορά» παραλείπεται. Ήδη στον Όμηρο (Ιλιάδα Ρ389-90), σε μια παρομοίωση για το πώς τραβούσαν τον νεκρό του Πάτροκλου, βρίσκουμε τον ιωνικό τύπο «βοείη»: ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἀνὴρ ταύροιο βοὸς μεγάλοιο βοείην λαοῖσιν δώῃ τανύειν μεθύουσαν ἀλοιφῇ, που το μεταφράζουν Καζαντζάκης και Κακριδής: Πώς όντας πει να δώσει ο μάστορας τρανού βοδιού τομάρι να το τεντώσουν οι καλφάδες του με ξίγκι ποτισμένο.

Οπότε, δεν ξέρω αν αυτό μας περιποιεί τιμή, αλλά ο μπόγιας έχει τρισχιλιετή ρίζα.

Έχουμε κι ένα περίπου ομόηχο του μπόγια ή ίσως δύο στη γλώσσα μας. Το ένα, το λιγότερο προφανές, είναι τα μπόγια, πληθυντικός της λέξης μπόι, που το χρησιμοποιούμε στον πληθυντικό κυρίως για μέτρηση ύψους ή βάθους, π.χ. «στο σημείο εκείνο του ποταμού το νερό φτάνει τα δυο μπόγια». Το μπόι έχει τουρκική ετυμολογία.

Το άλλο, που δεν είναι ακριβώς ομόηχο αφού έχουμε τονισμό σε άλλη συλλαβή, είναι βεβαίως η μπογιά. Κι αυτή τουρκικής προέλευσης, boya.

Ο τίτλος παίζει με τα ομόηχα. Δεν ξέρω αν είναι μπόγιας, ή δήμιος, ο Μητσοτάκης. Θα φανεί. Φοβάμαι μήπως θέλει να γίνει μπόγιας επειδή βλέπει ότι με την κάκιστη πορεία της πανδημίας και της οικονομίας, η σκληρή καταστολή και η πόλωση θα είναι ο μοναδικός τρόπος για να εξακολουθήσει να περνάει η μπογιά του. Αλλά αυτό θα το δούμε…

Posted in Αντιδάνεια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ομόηχα | Με ετικέτα: , , , | 201 Σχόλια »

Ετυμολογικές τοπωνυμικές περιπλανήσεις (μια συνεργασία του Σπ. Βλιώρα)

Posted by sarant στο 25 Φεβρουαρίου, 2021

Κι άλλες φορές έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο για τοπωνύμια και την ετυμολογία τους. Ο φιλόλογος Σπυρίδων Βλιώρας, που διδάσκει στην Καλαμπάκα και έχει κάνει πολύ αξιόλογες έρευνες γλωσσικές και λαογραφικές, μου έστειλε μια μελέτη του για τοπωνύμια της περιοχής, που θα ήθελε να συζητηθεί στο ιστολόγιο. Η πλήρης μελέτη του κ. Βλιώρα είναι εδώ, στις σελίδες του κ. Βλιώρα, πολύ καλαίσθητα εικονογραφημένη.

Είχα αρχικά σκοπό παρουσιάσω αποσπάσματα της μελέτης, με τα περισσότερα (και γνωστότερα) τοπωνύμια. Τελικά όμως σκέφτηκα ότι πολλοί κατάγονται απο αυτά τα μέρη, οπότε ένα τοπωνυμιο άγνωστο σε μένα μπορει να ενδιαφέρει άλλους. Οπότε, δημοσιεύω ολόκληρη τη μελέτη του κ. Βλιώρα, αλλά παραλείπω αρκετές από τις εικόνες για να μη βαρύνει υπερβολικά το αρχείο.

Παραλείπω επίσης την εισαγωγή, παρόλο που συμφωνώ απόλυτα με όσα γράφονται από τον κ. Βλιώρα, για να μην ξεστρατίσει η συζήτηση στο αιώνιο δίλημμα «αυγό ή αβγό» (έχω βέβαια επίγνωση ότι χρωστάω άρθρο!).

Ετυμολογικές τοπωνυμικές περιπλανήσεις (του Σπυρ. Βλιώρα)

Χαρτογραφική επεξεργασία Σπ. Βλιώρας

Εδώ και μήνες έχω ξεκινήσει να γράφω για την Καλαμπάκα και την ευρύτερη περιοχή της προεπαναστατικά και μέχρι τη δημιουργία του πρώτου ελεύθερου ελληνικού κράτους, στα πλαίσια του εορτασμού των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821. Συχνά στην εργασία αυτή αναφέρονται διάφορα τοπωνύμια, που η ορθογραφική τους γραπτή αποτύπωση εγείρει αμφιβολίες: από ποιο νησί ετυμολογείται το Καρπενήσι και γράφεται με –η–; Πόσο κλεινός ήταν (και είναι!) ο Κλεινοβός και γράφεται με –ει–; Και πώς θα γράψουμε το ορεινό χωριό του νομού Τρικάλων που βρίσκεται στις πλαγιές της Πίνδου και σε υψόμετρο 1.000 μέτρων στη θέση 39°32’12.8″N 21°24’24.7″EΠύρραΠύραΠείραΠήρα ή Πίρα;

Αφού λοιπόν η «ορθογραφία είναι (…) ζήτημα ετυμολογικής προέλευσης των λέξεων»,13 ας εφαρμόσουμε την αρχή αυτή και στην ορθογράφηση των παρακάτω τοπωνυμίων.

Κλινοβός

Για τον Κλινοβό (είτε πρόκειται για το χωριό στη θέση 38°41’17.4″N 21°50’28.7″E, που σήμερα λέγεται Νεοχώρι Ναυπακτίας Αιτωλοακαρνανίας είτε για τον …δικό μας) έχουμε ξαναγράψει: «Το χωριό αυτό μετονομάστηκε στις 20 Νοεμβρίου 1957 με το ΦΕΚ 253/1957 σε Κλεινό,14 σε μια όψιμη προσπάθεια αποτυχημένης απάντησης στις ανερμάτιστες θεωρίες του Φαλμεράυερ και σύνδεσής του με το αρχαιοελληνικό κλέος. Στην πραγματικότητα προέρχεται από την σλαβική15 λέξη клин / klin, που σημαίνει «σφήνα»,16 όπως και η απώτερη πρωτοσλαβική *klinъ17 «Η κατάληξη –(ο)βο18 προέρχεται από την σλαβική κατάληξη –ово / –ов (πρωτοσλαβική –ovъ),19 που χρησιμοποιείται σε κτητικά επίθετα και δηλώνει «κάτι που ανήκει σε κάποιον» ή χρησιμοποιείται σε οικογενειακά ονόματα, προκειμένου να δηλώσει καταγωγή ή συγγενική σχέση.20»21

Ενδιαφέροντα είναι και όσα γράφει ο μελετητής της τοπικής μας ιστορίας «για το σημερινό όνομα του Κλινοβού. Το σημερινό όνομα του Κλινοβού είναι “Κλεινός” (…). Αλλά ποια σχέση υπάρχει μεταξύ του ονόματος Κλινοβός με το όνομα “Κλεινός”; Και ασφαλώς θα δόθηκε κάπως πρόχειρα και αυθαίρετα. Βέβαια η ονομασία Κλινοβός είναι ξενική, και έπρεπε να παραμείνει έτσι, όπως έγινε και με άλλα τοπωνύμια της περιοχής, γιατί το ασπροποταμίτικο αυτό χωριό πέρασε στην ιστορία μ’ αυτό το όνομα. Και αν ήταν επιβεβλημένο να αλλάξει το όνομά του, τότε θα έπρεπε να ονομαστεί «Λιακαταίικα», προς τιμήν του Γρηγόρη Λιακατά, που έπεσε στον Ντολμά το 1826. Άλλωστε ποιο χωριό της περιφέ­ρειας έχει να επιδείξει τέτοιον ήρωα του ’21; Δεν πρέπει να αγνοούνται τα κατορθώματά του από τους σύγχρονούς του συμπατριώτες. Είναι, λοιπόν, ανάγκη το σημερινό του όνομα να φύγει, γιατί θεωρείται, συν τοις άλλοις, και ιεροσυλία και περιφρόνηση στον Γρηγόρη Λιακατά, το λιοντάρι αυτό της Πίνδου.»22

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά ταξίδια, Ετυμολογικά, Ορθογραφικά, Πατριδογνωσία, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , , , | 165 Σχόλια »

Εξαπατημένα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 20 Φεβρουαρίου, 2021

Θα το καταλάβατε ίσως ότι ο τίτλος του σημερινού μας πολυσυλλεκτικού άρθρου οφείλεται σε μια φράση που είπε η (ακόμα) υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, ότι ο Δ. Λιγνάδης «μας εξαπάτησε» και μάλιστα «με βαθιά υποκριτική τέχνη». (Ωραία άποψη έχει για τους ηθοποιούς!) Οπότε, μάθαμε επιτέλους ποιος ήταν ο «γνωστός ηθοποιός και σκηνοθέτης» στον οποίο αναφέρονταν όλες τις προηγούμενες μέρες οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί -he who must not be named.

Ένας αλλος τιτλος που σκεφτόμουν για το σημερινό άρθρο ήταν και το «Πανδημηδειακά μεζεδάκια», που είχε και το πλεονέκτημα ότι πλούτιζε την υπερτρισχιλιετή μας με μιαν ακόμα λέξη, ωστε να φτάσουμε κάποτε τα 7 εκατομμύρια και να τρώμε με χρυσά κουτάλια. Πανδημήδεια βέβαια είναι ο συνδυασμος πανδημίας και Μήδειας, όπως ονομάστηκε η κακοκαιρία που χτύπησε την Αθήνα και άφησε χιλιάδες νοικοκυριά κυρίως στα βόρεια προάστια χωρίς ρεύμα -78 ώρες συμπλήρωσε ο κ. Στέφανος Μάνος στην Εκάλη, αν πιστέψω το τελευταίο σχετικό τουίτ του. Αλλά, για να παραφράσουμε τον κ. Μαρκουλάκη, αφού τα νοικοκυριά που επανηλεκτροδοτήθηκαν είναι περισσότερα από εκείνα που δεν είχαν ρεύμα, δεν υπάρχει λόγος να το κάνουμε θέμα.

* Και μιλώντας για την πανδη-Μήδεια, παρατήρησα πως όλα τα κανάλια την παρουσίασαν σαν τη χειρότερη κακοκαιρία που έπληξε τη χώρα από την εποχή των Παγετώνων και δώθε.

Αυτό βέβαια οφείλεται και στην εγγενή προσπάθεια για εντυπωσιοθηρία, αλλά ίσως αυτή τη φορά υπήρχε και η στόχευση να υπερτονιστεί η δριμύτητα της κακοκαιρίας έτσι ώστε να δικαιολογηθούν οι επιδόσεις της κρατικής μηχανής, που δεν ήταν και εντυπωσιακές -αφου έφτασε να παραπονιέται ο κ. Μάνος.

Κι εδώ βλέπουμε γιγαντόσωμη δημοσιογράφο να μιλάει για 70 εκατοστά χιόνι, που όμως της φτάνει μέχρι τον αστράγαλο.

Θυμάμαι σε ανάλογη περίπτωση μιαν άλλη δημοσιογράφο που έκανε ρεπορτάζ με το χιόνι ως το γόνατο -και μιλούσε για «ένα μέτρο χιόνι». Και βέβαια η Ελληνοφρένεια είχε βάλει λεζάντα «Τρίμετρη καλλονή».

* Φίλος γράφει εκφράζοντας την ικανοποίησή του για το ηλεκτρονικό ΚΕΠ, με το οποίο ο ενδιαφερόμενος πολίτης μπορεί να κλείσει ραντεβού πολύ γρήγορα για να εξυπηρετηθεί. Έχει όμως μια γλωσσική παρατήρηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γκας Πορτοκάλος, Ετυμολογικά, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , , , , | 309 Σχόλια »

Ο φάλτσος ακορντεονίστας

Posted by sarant στο 15 Φεβρουαρίου, 2021

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε πριν από μερικές μέρες στο διαδικτυακό περιοδικό 2020mag. Όπως είχα γράψει σε προηγούμενο άρθρο, στο ηλεπεριοδικό αυτό θα δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής.

Η εικονογράφηση είναι του περιοδικού. Τυπικά είναι λάθος, αφού το εικονιζόμενο μουσικό όργανο δεν είναι ακορντεόν, αλλά μπαντονεόν. Μας δίνει όμως την ευκαιρία να δούμε ένα ακόμα όργανο της οικογένειας των αερόφωνων, συγγενικό με το ακορντεόν.

Ο φάλτσος ακορντεονίστας

Μια από τις λέξεις της επικαιρότητας, που μάλιστα εμφανίστηκε τους τελευταίους μήνες και όχι από την αρχή της πανδημίας, είναι και το ακορντεόν.

Όχι βέβαια με την κυριολεκτική σημασία της· μεταφορικά χρησιμοποιήθηκε ο όρος. Ανάλογα με την πορεία της πανδημίας, αν σημειωθεί κάποια ύφεση στα κρούσματα και στους διασωληνωμένους τα μέτρα χαλαρώνουν (άνοιξε)· κι αν οι αριθμοί επιδεινωθούν, η στρόφιγγα σφίγγει πάλι (κλείσε). Άνοιξε-κλείσε, την ίδια κίνηση που κάνει ο ακορντεονίστας για να παίξει μουσική.

Να λεξιλογήσουμε λοιπόν για το ακορντεόν, που είναι ένα φορητό αερόφωνο μουσικό όργανο σε σχήμα κουτιού, με πληκτρολόγιο από τη μια μεριά για τη μελωδία και κουμπιά από την άλλη για τις συγχορδίες· στη μέση έχει ένα χειροκίνητο πτυσσόμενο φυσερό, μια φυσούνα, που παράγει τον ήχο πιέζοντας τον αέρα μέσα από μεταλλικές γλωσσίδες.

Το 1829, ο Cyrill Demian, οργανοποιός αρμενικής καταγωγής, κατοχύρωσε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στη Βιέννη ένα μουσικό όργανο που το ονόμασε Akkordion και που ήταν ο πρόγονος των σημερινών ακορντεόν, αν και διέφερε αρκετά από τα σημερινά. Η λέξη διεθνοποιήθηκε· πέρασε στα γαλλικά, accordéon, και από εκεί στα ελληνικά, ακορντεόν.

Η λέξη ετυμολογείται από το γερμανικό Akkord, που είναι η συγχορδία· ακόρντο λέμε κι εμείς. Η γερμανική λέξη προέρχεται από τα γαλλικά, όπου accord είναι γενικότερα η συμφωνία, που ανάγεται με τη σειρά του, μέσω του αμάρτυρου λατινικού *accordare, στο πρόθημα ad- και στο ουσιαστικό cor, cordis, την καρδιά. Το γαλλικό accorder όμως από τον 15ο αιώνα χρησιμοποιόταν στη μουσική, με τη σημασία «εναρμονίζω», από παρετυμολογική συσχέτιση με το corde (από το λατινικό chorda και από τη δική μας χορδή).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μουσική | Με ετικέτα: , , , | 210 Σχόλια »

Κοκκινισμένα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 30 Ιανουαρίου, 2021

Βέβαια, στη γαστρονομία συνήθως τα λέμε «κοκκινιστά», είτε τα φαγητά είτε τα μεζεδάκια, όχι «κοκκινισμένα». Αλλά ο τίτλος του σημερινού βδομαδιάτικου πολυσυλλεκτικού μας άρθρου είναι εμπνευσμένος απο την επικαιρότητα και όχι απ’ τη μαγειρική -αφού από σήμερα επανέρχεται ο χάρτης με τις κίτρινες και τις κόκκινες περιοχές («αυξημένου κινδύνου»), στις οποίες εντάσσεται και η Αττική (πλην νήσων Αργοσαρωνικού).

Όπως βλέπετε, υπάρχει η δυνατότητα να κοκκινίσουν και επιμέρους Δήμοι, κι έτσι οι υπόλοιπες κόκκινες περιοχές της χώρας, πλην Αττικής και Λέσβου είναι η Μύκονος, η Σαντορίνη, ο δήμος Σπάρτης, ο δήμος Πατρέων και οι δήμοι Θηβαίων, Τανάγρας, Χαλκιδαίων, Εορδαίας, και ο Δήμος Νέας Προποντίδας (αυτός στη Χαλκιδική).

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, επειδή όλη σχεδόν η Ευρώπη είναι στο κόκκινο, εκτός από τις νότιες και βόρειες παρυφές, διάβασα ότι σκέφτονται να ορίσουν και μια πιο πάνω βαθμίδα, την βαθυκόκκινη -ή όπως αλλιώς θα την πούνε, για τις αποχρώσεις του κόκκινου υπάρχουν σε όλες τις γλώσσες μπόλικες λέξεις- όπου τα πράγματα θα πηγαίνουν όχι απλώς άσχημα αλλά μαύρα. Ίσως επόμενο άρθρο να τιτλοφορηθεί «Κατακοκκινισμένα μεζεδάκια» ή κάτι ανάλογο.

* Αλλά ας αφήσουμε τη ζοφερή επικαιρότητα κι ας προσπαθήσουμε να χαμογελάσουμε λίγο με τα γλωσσικά στραβά κι ανάποδα της εβδομάδας που πέρασε.

* Σαν ορντέβρ, ένα ορθογραφικό. Υπάρχει ένα μιμίδιο, που ο ένας λέει «Θα βγω έξω συν τοις άλλοις» και η γυναίκα του αντιδρά «Ποια άλλη είναι αυτή;». Δεν το βρίσκω πολύ πετυχημένο γιατί η αρχική φράση δεν λέγεται συχνά (ή και καθόλου).

Τις προάλλες όμως φίλος του ιστολογίου μού έστειλε λινκ ενός άρθρου, ένα ρεπορτάζ για κάποιους που θα επιχειρήσουν να βρουν έναν χαμένο θησαυρό, ένα σεντούκι με λίρες από την Κατοχή.

Τοπικός παράγοντας, λοιπόν, επισημαίνει ότι το εγχείρημα δεν θα είναι χωρίς κόστος: Θα πιάσει ένα ποσό αρκετό γιατί θα πρέπει να πάνε σκαπτικά μηχανήματα, το οποία θα δουλέψουν πάνω σε προδιαγραφές, θα πρέπει να πάνε υπάλληλοι από την αρχαιολογία, αυτά έχουν ένα κόστος. Και συν της άλλης, οτιδήποτε βρεθεί ή δεν βρεθεί μετά οι άνθρωποι θα πρέπει να κάνουν αποκατάσταση του χώρου

Συν της άλλης; Ποια είναι αυτή η άλλη που ζητάει μερτικό από τις λίρες;

* Ξέρετε τι είναι ο σιδηρόδρομος Βοείου; Αν σας το έλεγα έτσι αφηρημένο χωρίς τη φωτογραφία, μπορεί και να σκεφτόσασταν ότι ειναι ανορθόγραφα γραμμένο, και ότι το σωστό είναι «σιδηρόδρομος Βοΐου» -βέβαια η γραμμή Αμύνταιο-Κοζάνη δεν λειτουργεί πια, αλλά ίσως υπήρχε εκεί στην περιοχή κάποια παλιά σιδηροδρομική γραμμή, από τον καιρό του Μακεδονικού μετώπου.

Βλέποντας ομως τη φωτογραφία, καταλαβαίνουμε πως είναι κάτι που πουλιέται στο σουπερμάρκετ, κάτι φαγώσιμο -οπότε σωστά είναι γραμμένο το βόειο, βόειο κρέας λοιπόν.

Και πράγματι, στην ορολογία των κομματιών του μοσχαριού υπάρχει και σιδηρόδρομος! Όπως διαβάζω εδώ:

Είναι η προέκταση της σπαλομπριζόλας, δηλαδή τα επτά πρώτα πλευρά του θώρακα από το μοσχάρι. Θυμίζει γραμμές τρένου κόκαλο-κρέας, κόκαλο κρέας, εξ ου και το όνομα «σιδηρόδρομος».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γκας Πορτοκάλος, Ετυμολογικά, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Νομανσλάνδη, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 322 Σχόλια »

Το πουρμπουάρ και η προπίνα

Posted by sarant στο 14 Ιανουαρίου, 2021

Θα έχετε μια άγνωστη λέξη στον τίτλο, αλλά το έκανα επίτηδες. Για να σας μπερδέψω, την έγραψα ελληνικά, ενώ είναι ισπανική, propina,  και σημαίνει πουρμπουάρ, το φιλοδώρημα.

Άρα, ο τίτλος έχει δυο λέξεις που σημαίνουν το ίδιο σε δυο διαφορετικές γλώσσες. Ο φίλος μας ο Στάζιμπος μού έδειξε μια σειρά από τουίτ στο Τουίτερ, ενός ισπανόφωνου χρήστη που ασχολείται με την ετυμολογία, και μου φάνηκε πως υπάρχει ενδιαφέρον υλικό για ένα αρθράκι. Έκλεψα λοιπόν και τη φωτογραφία που συνόδευε τα τουίτ του Ισπανού και γράφω το αρθράκι, προσθέτοντας όμως και πολλά δικά μου.

Ως προς την ελληνική λέξη, διότι ελληνικό είναι βεβαίως το πουρμπουάρ, είναι δάνειο από το γαλλ. pourboire, το οποίο θα πει κατά λέξη «για να πιει», αφού boire είναι το ρήμα «πινω» στα γαλλικά, το απαρέμφατό του (εμείς δεν έχουμε απαρέμφατο, το καταργήσαμε όταν μπήκαμε στη Βαλκανική Ένωση).

Eίναι δηλαδη η γαλλικη λέξη ένα ουσιαστικό «εκ συναρπαγής», αφού φτιάχτηκε από τις λέξεις «pour boire», όπως το δικό μας το διαπασών φτιάχτηκε από το «διά πασών (των χορδών συμφωνία»). Μαρτυρείται από τα μέσα του 18ου αιώνα, ενώ παλιότερα (π.χ στον Μολιέρο) τη βρίσκουμε αναλυμένη («Voilà pour boire»).

Ο Γκονκούρ σημειώνει για το πουρμπουάρ ή μάλλον για το pourboire: Le pourboire, cette générosité essentiellement française, prouve l’humanité d’une nation. Elle veut, la France, qu’à la rémunération tarifée du travail ou du service, il s’ajoute un peu de joie, un peu de bon temps, un peu d’ivresse. Που θα πει περίπου: Το πουρμπουάρ, αυτή η κατά βάση γαλλική μορφή γενναιοδωρίας, αποδεικνύει την ανθρωπιά ενός έθνους. Στη θεσμοθετημένη ανταμοιβή της εργασίας ή της υπηρεσίας, η Γαλλία θέλει να δει να προστίθεται λίγη χαρά, λίγη καλοπέραση, λίγη μέθη. Είναι έτσι; Θα σας γελάσω.

Οπότε, το πουρμπουάρ μάς ήρθε από το Παρίσι -κυριολεκτικά, αφού οι πρώτες ανευρέσεις του όρου σε ελληνικές εφημερίδες, από το γύρισμα του 20ού αιώνα ως το 1910, αφορούν όλες είτε ανταποκρίσεις από το Παρίσι (μερικές του Ζαχ. Παπαντωνίου) είτε μεταφράσεις γαλλικών διηγημάτων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 249 Σχόλια »

Κασκορσέ ή φανελάκι;

Posted by sarant στο 30 Δεκεμβρίου, 2020

Στο χτεσινό μας άρθρο, που είχε θέμα του το εμβόλιο, ειχα ένα υστερόγραφο στο οποίο έλεγα ότι «στο αυριανό άρθρο θα συζητήσουμε για μια λέξη που ακούστηκε πολύ με αφορμη, ακριβώς, τους συμβολικούς εμβολιασμούς της Κυριακής». Ποια είναι η λεξη αυτη; Το βλέπετε στον τίτλο του σημερινού άρθρου -δύο λεξεις βέβαια, στην τιμή της μιας.

Την πρώτη μέρα του εμβολιασμού εμβολιάστηκαν, συμβολικά, και σωστά, πρώτη η νοσηλεύτρια Ευσταθία Καμπισιούλη, μετά ο ηλικιωμένος Μιχάλης Γιοβανιδης, αργότερα η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός, μετά ο Γιάνης Βαρουφάκης, ενώ την επόμενη μέρα ο Αλέξης Τσίπρας. Ύστερα επρόκειτο να αρχίσουν οι μη συμβολικοί εμβολιασμοι, αν και σύμφωνα με καταγγελια της ΟΕΝΓΕ χτες ακυρώθηκαν οι προγραμματισμενοι εμβολιασμοί 45 υγειονομικων και στη θεση τους εμβολιάστηκαν διαφορα κυβερνητικά στελέχη, υπουργοί, γραμματείς και λοιποί παρατρεχάμενοι.

Ωστόσο, την παράσταση την έκλεψε ο εμβολιασμός του Σωτήρη Τσιόδρα. Στα σόσιαλ σχολιάστηκε πολύ το φανελάκι που φορούσε ο λοιμωξιολόγος, που άλλοι το είδαν γαριασμενο, άλλοι λεκιασμένο, ενώ επίσης σχολιάστηκε επίσης, αρνητικά, το γεγονός ότι ο κ. Τσιόδρας σε συζήτηση με τη νοσηλεύτρια που του έκανε την ένεση, είπε ότι «δεν έχει κάνει το εμβόλιο για την Έμπολα, χτύπα ξύλο», και ταυτόχρονα χτυπησε ξύλο.

Άρα, είπαν κάποιοι, ο κορυφαίος εκπρόσωπος της επιστήμης στον αγώνα της χώρας κατά του κορονιού ενδίδει στην οπισθοδρόμηση και στην πρόληψη.

Αυστηρό το βρίσκω αυτό και άχαρο. Κι εγώ χτυπάω ξύλο πότε πότε, είναι πανάρχαιη πρόληψη αυτη η αποτροπαϊκή χειρονομία -κι αφού δεν είμαι αναμάρτητος δεν θα ρίξω την πρώτη πέτρα.

Και πολύ μου αρέσει το φανελάκι που φόρεσε ο κ. Τσιόδρας, ακριβώς το ίδιο φοράω κι εγω (δεν εννοώ ότι το μοιραζόμαστε, αλλά έχω ολόιδια).

Aπό την άλλη, ο καλοπροαίρετος χαβαλές ποτέ δεν έβλαψε -κι έτσι με τίποτα δεν συμφωνώ με εκείνους τους κουνοδαχτυλάκηδες που έσπευσαν να μαλώσουν, με ύφος πολλών καρδιναλίων, όσους εκαναν πλάκα με το φανελάκι του Τσιοδρα. Όταν ένας λαός βιώνει εδώ και σχεδόν δυο μήνες το πιο σκληρό λοκντάουν της Ευρωπης, δικαιολογείται να κάνει πλάκα με τους αναγνωρίσιμους και τους ιθυνοντες. Εξάλλου και ο ίδιος ο Σ. Τσιόδρας δεν έδειξε να νοιάζεται -άλλοι τον αναγουν σε τοτέμ για να κρυφτούν πίσω του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , | 205 Σχόλια »

Κουραμπιέδες ή μελομακάρονα λοιπόν;

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2020

Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα, επαναλαμβάνω ένα εορταστικό άρθρο που το δημοσιεύω στο ιστολόγιο σε τακτά χρονικά διαστήματα τέτοιες μέρες (τελευταία χρονιά το 2017). Ομολογώ πως επειδη φέτος η χρονιά είναι ιδιαίτερη, σκέφτηκα να καινοτομήσω στον τίτλο και να γράψω «κορονοκουραμπιέδες ή κορονομελομακάρονα;» αλλά δεν μου άρεσε να βλέπω το στίγμα της κορόνας δυο φορές, οπότε το διόρθωσα -κι ας χάνει η ΥΤΧ μας (υπερτρισχιλιετής, να ξέρετε) δυο λέξεις έτσι.

Επίσης, να θυμίσω ότι συνεχίζεται η ψηφοφορία για τη Λέξη της Χρονιάς. Αν δεν έχετε ψηφίσει, γιατί δεν το κάνετε τώρα και μετά να διαβάσετε απερίσπαστοι το άρθρο; Ψηφίζετε στην ειδική μας σελίδα.

Ένα από τα μεγάλα διλήμματα της ζωής, πλάι στο Αθήνα ή Θεσσαλονίκη,  Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός, Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης, Βουγιουκλάκη ή Καρέζη, Μπητλς ή Ρόλινγκ Στόουνς, Πελέ ή Μαραντόνα, Βίσση ή Βανδή (έβαλα κι ένα νεότερο, αλλά κι αυτό έχει πια παλιώσει) είναι και το “κουραμπιέδες ή μελομακάρονα;”

Μάλιστα, ενώ κάποια από τα διλήμματα αυτά έχουν πια ξεθωριάσει και έχουν πάψει να αφορούν τις νεότερες γενιές, οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα διατηρούν αμείωτη την οξύτητα του διλήμματος. Ομολογώ ότι η δική μου προτίμηση πηγαίνει πιο πολύ στα μελομακάρονα, ή φοινίκια που τα έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά μου η Αιγενήτισσα -από την άλλη, σε αντίθεση με άλλα διλήμματα εδώ γίνονται δεκτές και συναινετικές λύσεις, το συναμφότερον, και τα δυο τα τρώμε εξίσου.

Σαν χριστουγεννιάτικο έθιμο, ο κουραμπιές και το μελομακάρονο είναι πολλά χρόνια μαζί μας -περισσότερα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Για να κάνω μια παρένθεση, καθώς σκάλιζα κάτι παλιές εφημερίδες βρήκα πρόσφατα, στο χριστουγεννιάτικο φύλλο μιας εφημερίδας του 1950 ένα άρθρο για το «ξένο έθιμο που απειλεί την Πάρνηθα», που «μεταφυτεύτηκε δυστυχώς και στην Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα» στις αρχές του αιώνα (του εικοστού) από τα μέλη των ξένων παροικιών που ζούσαν στην πρωτεύουσα.

Οι κουραμπιέδες μνημονεύονται πολύ συχνά σε χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις στα τέλη του 19ου αιώνα, τα μελομακάρονα κάπως σπανιότερα, αλλά η πρώτη ανεύρεση που βρήκα έχει αναφορά και στα δύο. Γράφοντας το 1885 για την Αθήνα, ο Καμπούρογλου αναφέρει: Η βασιλόπιττα, μετά των υπασπιστών της μελομακαρούνων και κουραμπιέδων… Να προσεχτεί ότι χρησιμοποιείται ο τύπος μελομακάρουνο, που ήταν ο επικρατέστερος ίσως και μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά σήμερα έχει υποχωρήσει (όποιος τον χρησιμοποιεί και σήμερα, ας το δηλώσει).

Στο διήγημα του Εμμ. Ροΐδη “Ιστορία μιας γάτας”, ο συγγραφέας αναπολεί την παιδική του ηλικία και λέει ότι Όταν μ’ εκούραζεν η ανάγνωσις ή μάλλον η έντασις της συγκινήσεως, συνεπαίζαμεν με την Σεμίραν ή εμοιράζαμεν αδελφικώς κουραμπιέν, τσουρέκι, χριστόψωμον ή άλλο φιλοδώρημα της καλής μου κηδεμόνος. Αναφορά σε κουραμπιέδες υπάρχει και στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Η τύχη απ’ την Αμέρικα» (οι πεθεράδες που θα μας κουβαλούν ζαχαροχαμαλιά και κουραμπιέδες…)

Ένα χρονογράφημα που βρήκα παρουσιάζει έναν ηλικιωμένο που θρηνεί την κατάργηση του κουραμπιέ, δήθεν επειδή λερώνει, αλλά στην πραγματικότητα επειδή οι (τότε) νεότερες γενιές δεν μπορούν να τον φτιάξουν. Και δεν μπορούν διότι “Το βούτυρο της εποχής σας είναι νοθευμένο όπως η πολιτική σας, οι έρωτές σας, οι ιδέες σας, η ζωή σας. Η ζάχαρή σας είναι αστεία. Και η γυναίκα σας, η γυναίκα της εποχής σας … δεν είναι μέσα στην κουζίνα της. Είναι στο πιάνο και στην οδόν Ερμού”. Επίτηδες εκσυγχρόνισα την απλή καθαρεύουσα του κειμένου, γιατί, αν εξαιρέσουμε την αναφορά στο πιάνο, τέτοιες γεροντογκρίνιες θα μπορούσαμε να τις ακούσουμε και σήμερα, ή, έστω, στη δεκαετία του 1950, αλλά το χρονογράφημα που σας λέω είναι δημοσιευμένο το 1904 στο Σκριπ (το υπογράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου) και ο γέρος που παρουσιάζει θυμάται τους κουραμπιέδες της νεότητάς του, επί Όθωνα, και ανακηρύσσει τον κουραμπιέ σε σύμβολο “σπιτισμού, ελληνισμού, χριστιανισμού”. Πάντως, παρ’ όλα όσα λέει ο νοσταλγός του Όθωνα, οι κουραμπιέδες άντεξαν στο χρόνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , , | 251 Σχόλια »

Κορονορεβεγιόν

Posted by sarant στο 23 Δεκεμβρίου, 2020

Πλησίασαν τα Χριστούγεννα, αλλά δεν είναι και εύκολο να νιώσεις εορταστική ευωχία φέτος, με τη σκιά της κορόνας και του εγκλεισμού να πέφτει βαριά και να σκιάζει τα πάντα, στις πόλεις που ερημώνουν το βράδυ. Και το ιστολόγιο δεν έχει ακόμα μπει σε εορταστικό κλίμα.

Από σήμερα όμως αλλάζουμε, περνάμε σε χριστουγεννιάτικο ύφος. Και επειδή εδώ λεξιλογούμε, θα λεξιλογήσουμε με μια λέξη χριστουγεννιάτικη, που περιέργως δεν την έχουμε εξετάσει τόσον καιρό που γιορτάζουμε Χριστούγεννα στο ιστολόγιο -όχι να το παινευτώ, αλλά τα φετινά είναι τα δωδέκατα ιστολογικά μας Χριστούγεννα.

Δεν θέλει και ρώτημα ποια είναι αυτή η λέξη, την έβαλα στον τίτλο έστω και μασκαρεμένη. Είναι το ρεβεγιόν. Ρεβεγιόν λέμε το δείπνο και τη γιορτή που γίνεται το βράδυ της παραμονής των Xριστουγέννων και το βράδυ της παραμονής της πρωτοχρονιάς, είτε σε σπίτι είτε σε κέντρο διασκέδασης, ξενοδοχείο ή άλλο ανάλογο χώρο, και που διαρκεί έως τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης μέρας.

Από τη μορφή της, η λέξη δείχνει πως είναι δάνειο -παρόλο που λίγη καλή θέληση θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως το τελικό νι της οφείλεται σε καθαρευουσιάνικη τάση ή σε κυπρέικη προφορά (σαν το ζαμπόν και το μπέικον του ανεκδότου). Δάνειο είναι, και μάλιστα από το γαλλικό réveillon, από το ρήμα réveiller (ξυπνάω κάποιον, στα γαλλικά réveil είναι το ξυπνητήρι). Η γαλλική λέξη ανάγεται στο λατινικό ρήμα vigilare, αγρυπνώ, που έχει περάσει επίσης στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες.

Πώς εξηγείται η σημασία της γαλλικής λέξης; Αρχικα, το réveillon ήταν το (συχνά ελαφρό) δείπνο που παίρνει κανείς σε πολύ προχωρημένη ώρα, τη νύχτα, κάποτε μετά τα μεσάνυχτα -αυτό που αργότερα καθιερώθηκε να λέγεται σουπέ, souper, ας πούμε μετά το θέατρο ή την όπερα. Οπότε, ονομάστηκε έτσι επειδή, την ώρα που οι περισσότεροι κοιμούνται, οι συνδαιτυμόνες έμεναν ξύπνιοι, επειδή η συντροφιά και το κρασί τούς κρατούσε άγρυπνους.

Στη συνέχεια η λέξη εξειδικεύτηκε για το γιορταστικό δείπνο της παραμονής των Χριστουγέννων, και μετά για το αντίστοιχο της παραμονής της πρωτοχρονιάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Πανδημικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 308 Σχόλια »

Γιατί βρόμικος;

Posted by sarant στο 4 Δεκεμβρίου, 2020

Η ερώτηση του τίτλου είναι βέβαια ελλειπτική, λείπει το ρήμα -κι έτσι ο τίτλος επιδέχεται κάμποσες ερμηνείες, ας πούμε «γιατί ήρθες έτσι βρόμικος στο σπίτι;» (θα μπορούσε να επιπλήττει μια μητέρα τον γιο της ή τον άντρα της) ή «γιατί να είναι βρόμικος ο κόσμος;», φιλοσοφική δηλαδή απορία. Όμως επειδή εδώ λεξιλογούμε, θα πρέπει να στρέψουμε αλλού τον προβολέα μας. Και η ερωτηση του τίτλου σημαίνει «Γιατί γράφουμε βρόμικος με όμικρον και όχι βρώμικος με ωμέγα;» και δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τον Τσαρλς Μπουκόφσκι και το βιβλίο του.

Πριν από τριάμισι χρόνια, είχαμε συζητήσει σε ένα άρθρο μας ένα σημείωμα στο οποίο κάποιος, ίσως δάσκαλος, θρηνούσε διάφορες αλλαγές στην ορθογραφία. Και έγραφε ο ίσως δάσκαλος:

Ενός λεπτού σιγή για εκείνο το μαντήλι που ξηλώθηκε κι έμεινε «μαντίλι», για την εταιρεία που διαλύθηκε κι έγινε «εταιρία», για τη βρωμιά που λερώθηκε κι έγινε «βρομιά»…..

Απαντώντας, τότε, εξέτασα μία προς μία τις ορθογραφικές αλλαγές που τόσο πόνο ψυχης είχαν προκαλέσει στον συντάκτη του σημειώματος. Και σχετικά με τη βρωμιά ή βρομιά είχα γράψει: Αξίζει άρθρο για τη λέξη αυτή.

Χρειαζόταν όμως και μια ακόμα σκουντιά για να το αποφασίσω. Πολύ πρόσφατα είδαμε το κατηγορητήριο της κ. Αφροδίτης Μάνου κατά του Γ. Μπαμπινιώτη, και ανάμεσα στα εγκλήματα κατά της ελληνικής γλώσσας για τα οποία η κ. Μάνου κατηγορεί τον κ. Μπαμπινιώτη είναι ακριβώς και η γραφή «βρομιά». Οπότε, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να ξοφλήσω αυτό το χρέος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 238 Σχόλια »

Απεργία, λοιπόν!

Posted by sarant στο 26 Νοεμβρίου, 2020

Σήμερα έχει πανελλαδική απεργία, που έχει κηρυχθεί από δεκάδες εργατικά κέντρα και ομοσπονδίες, σε διαμαρτυρία για το εργατικό (ή αντεργατικό) νομοσχέδιο που ετοιμάζει η κυβέρνηση. Τέτοιες απεργίες δεν είναι σπάνιες, αλλά η σημερινή έχει κάτι το ξεχωριστό -είναι όχι η πρώτη αλλά η μεγαλύτερη ως σήμερα απεργία της περιόδου της πανδημίας -απεργία με μάσκα, σαν να λέμε.

Βέβαια, απεργούν εργάτες, απεργούν υπάλληλοι, κάνουν στάσεις εργασίας οι υγειονομικοί, δεν κινείται ο ηλεκτρικός και το μετρό, απεργούν καθηγητές και δάσκαλοι -τα ιστολόγια όμως; Απεργούν τα ιστολόγια; Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν αδιανόητο, ας πούμε σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ίσως για κάποιο πρόβλημα της μπλογκόσφαιρας, όπως είχε κάνει παλιά η ιταλική Βικιπαίδεια για να διαμαρτυρηθεί για ένα σχεδιαζόμενο μέτρο -που τελικά αποσύρθηκε. Αλλά συμμετοχή στην απεργία του «πραγματικού κόσμου»; Και με ποιο τάχα αίτημα –και σαν πίεση προς ποιον;

Επειδή δεν είναι προφανείς οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα, το ιστολόγιο συνηθίζει, σε τέτοιες μέρες, να μην απεργεί αλλά να δημοσιεύει «απεργιακό άρθρο». Έτσι, και σήμερα, αντί να απεργήσω, θα λεξιλογήσω… για την απεργία, δηλαδή θα επιχειρήσω να σκιαγραφήσω την ιστορία της λέξης και του πράγματος. Οι ταχτικοί αναγνώστες μπορεί να αναγνωρίσουν κάποιες από τις παραπάνω φράσεις: το άρθρο που θα διαβάσετε δεν είναι καινούργιο αλλά είναι επανάληψη ενός παλιότερου άρθρου που ήδη έχω δημοσιεύσει κι άλλες φορές στο παρελθόν, πάλι σε μέρα γενικής απεργίας.

Η απεργία θέλει εργάτες· βέβαια, σε παλιότερες εποχές υπήρχαν πολλά περιστατικά οργανωμένης διαμαρτυρίας δούλων ή δουλοπαροίκων, που ασφαλώς θα περιλάμβαναν και άρνηση εργασίας, αλλά αμφιβάλλω αν μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε «απεργίες». Βλέπω πάντως στη Βικιπαίδεια ότι στην αρχαία Αίγυπτο οι τεχνίτες που δούλευαν στην κατασκευή βασιλικών τάφων, στις δυτικές Θήβες της αρχαίας Αιγύπτου, διέκοψαν την εργασία τους στις 10 του μήνα Peret II (4 Νοεμβρίου), του έτους 1159 π.Χ., το 29ο έτος της βασιλείας του Φαραώ Ραμσή ΙΙΙ, διότι δεν τους είχε καταβληθεί για 18 ημέρες ο μισθός σε σιτηρά, και η διαμαρτυρία «πεινάμε» έχει καταγραφεί από τον γραφέα Amun-Nechet στον πάπυρο p1880 του αιγυπτιακού μουσείου του Τορίνου. Ωστόσο, τις απαρχές του πράγματος (των απεργιών) και των λέξεων που το περιγράφουν θα τις αναζητήσουμε στις αρχές του 19ου αιώνα.

Βέβαια, μπορεί η λέξη να υπάρχει πριν από το πράγμα, με άλλη σημασία. Πάντως, η λέξη «απεργία» δεν μαρτυρείται στα αρχαία ελληνικά –υπάρχει όμως, στον Ησύχιο, τον λεξικογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., η λέξη «απεργός», με τη σημασία «αργός». Όσο για τις σημερινές σημασίες, η λέξη «απεργία» σύμφωνα με το ετυμολογικό λεξικό Μπαμπινιώτη καταγράφεται το 1889, ενώ το ρήμα «απεργώ» από το 1886. Όπως θα δούμε, οι πληροφορίες αυτές, αν ισχύουν και στη νεότερη έκδοση του λεξικού, που δεν την έχω πρόχειρη, είναι λαθεμένες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ληξιαρχείο, Επαναλήψεις, Εργατικό κίνημα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Πρόσφατη ιστορία, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , , | 153 Σχόλια »

Το γκαμπί της βασίλισσας

Posted by sarant στο 25 Νοεμβρίου, 2020

Θ’ ασχοληθούμε σήμερα με μια λέξη της επικαιρότητας, κατά κάποιο τρόπο, όμως μια λέξη που δεν έχει καμιά σχέση με τον κορονιό και τη συμπαρομαρτούσα ορολογία. Θα μου πείτε: καταμεσίς στο δεύτερο κύμα, μέσα στην πανδημία, μπορεί άραγε κανείς ν’ ασχοληθεί με την επικαιρότητα χωρίς να ασχοληθεί με την πανδημία; Κι όμως, υπάρχουν πτυχές της ζωής όπου η κορόνα δεν έχει ρίξει την απαίσια σκιά της.

Ίσως επειδή δεν ανήκουν στην πραγματική ζωή αλλά στη μυθοπλασία. Διότι βέβαια το γκαμπί της βασίλισσας ήρθε στην επικαιρότητα, ή αν προτιμάτε στη μικροεπικαιρότητα, επειδή έτσι ονομάζεται το όνομα μιας σειράς που προβάλλεται στο Νέτφλιξ και που κίνησε την περιέργεια πολλών στο ελληνόφωνο Διαδίκτυο, τόσο που να δω αρκετές σχετικές συζητήσεις σε γλωσσικές ομάδες του Φέισμπουκ αλλά και γενικά στα σόσιαλ.

Η σειρά ονομάστηκε έτσι επειδή πρωταγωνιστεί μια κοπέλα, μια κοκκινομάλλα σκακίστρια, που αποφασίζει να ασχοληθεί επαγγελματικά με το σκάκι και μάλιστα να πάρει μέρος στο ανδρικό πρωτάθλημα. Περισσότερα δεν μπορώ να σας πω, διότι δεν είμαι σειράκιας, μάλιστα δεν έχω καν Νέτφλιξ -όχι επειδή είναι τάχα όργανο της νεομαρξιστικής προπαγάνδας, όπως λέει εκείνος ο ηλίθιος, αλλά επειδή δεν προλαβαίνω, δυστυχώς. Βλέπω φίλους μου που μου λένε ότι είδαν εκείνη ή ετούτη τη σειρά και τους ζηλεύω που βρίσκουν χρόνο -μα, 36 ώρες έχει η δική τους μέρα;- αλλά βέβαια κι εκείνοι μπορεί να μακαρίζουν εμένα που βρίσκω χρόνο για κάτι άλλο, και ούτω καθεξής.

Αφού λοιπόν δεν μπορώ να σας πω για τη σειρά (αν όμως εσείς την έχετε δει, ευχαρίστως να ακούσω τη γνώμη σας) θα λεξιλογήσω -αυτό άλλωστε δεν κάνουμε εδώ; Και συνάμα θα θυμηθώ τα νιάτα μου, τότε που έπαιζα σκάκι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Σκάκι | Με ετικέτα: , , , , | 373 Σχόλια »

Τριάζ, δηλαδή διαλογή

Posted by sarant στο 23 Νοεμβρίου, 2020

Μια λέξη που ακούγεται αρκετά αυτές τις μέρες, αν και όχι σε πρώτο πλάνο όσο ο κόβιντ, κορονοϊός ή κοροναϊός, οι ΜΕΘ, οι διασωληνωμένοι, οι ευπαθείς ομάδες, τα υποκείμενα νοσήματα και βεβαίως το λοκντάουν, μια από τις λέξεις αυτές της πανδημίας έστω και σε δεύτερο πλάνο είναι και το τριάζ.

Βέβαια, τις περισσότερες φορές βλέπουμε να το γράφουν στα ξένα, triage, αλλά αναρωτιέμαι αν είναι σωστή αυτή η επιλογή. Τι καταλαβαίνει ο Έλληνας αναγνώστης, ιδίως αυτός που δεν ξέρει γαλλικά, όταν δει triage; Πώς θα το προφέρει; Εξάλλου, οι λέξεις σε -άζ είναι πάρα πολλές στη γλώσσα μας, μοντάζ, γκαράζ, ντεκουπάζ, ακόμα και σπικάζ. Και αφού το ζ δεν το προφέρουμε γαλλοπρεπώς, δηλαδή παχύ (εξαιρούνται εδώ η Ντόρα Μπακογιάννη και μερικοί δημοσιογράφοι) για ποιο λόγο να το γράφουμε γαλλοπρεπώς;

(Ή αγγλοπρεπώς, αφού ο όρος, με την ειδική ιατρική σημασία, έχει περάσει και στα αγγλικά -αγνοώ πώς προφέρεται εκεί).

Θα μπορούσαμε βέβαια να τον λέμε ελληνικά, διαλογή, διότι τριάζ, triage στα γαλλικά, είναι η διαλογή, τόσο σε ειδικά νοσηλευτικά συμφραζόμενα όσο και γενικότερα. Οπότε, να ξεκινήσουμε από εκεί.

Η γαλλική λέξη, triage, προέρχεται από το ρήμα trier, το οποίο σύμφωνα με το Atilf ανάγεται στο λατινικό tritare, αλέθω (το σιτάρι). Ίσως υπάρχει κάποια επιρροή του λατ. tria, τρία, αφού πολλές διαλογές οδηγούν σε ταξινόμηση σε τρεις κατηγορίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διεθνείς λέξεις, Ετυμολογικά, Πανδημικά, Υγεία | Με ετικέτα: , , , , | 345 Σχόλια »