Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ετυμολογικά’ Category

Δαμασκηνά δαμάσκηνα, κορόμηλα, μπουρνέλες

Posted by sarant στο 29 Ιουνίου, 2022

Επανάληψη θα βάλουμε σήμερα, ένα ακόμα από τα άρθρα της σειράς των οπωρικών. Είπα όμως να αλλάξω τον τίτλο του άρθρου για να γίνει πιο φανερό ποιο φρούτο (ή, ποια φρούτα) εννοούμε. Έτσι κι αλλιώς, έχουν περάσει εφτά χρόνια από το προηγούμενο εκείνο άρθρο, οπότε κάποιοι δεν θα το θυμάστε.

Μια από τις πιο παλιές πόλεις του μεσογειακού χώρου που κατοικούνται συνεχώς από την αρχαιότητα ως τα σήμερα, είναι κι η Δαμασκός, η πρωτεύουσα της Συρίας. Δαμασκός στα ελληνικά, Ντιμάσκ αλ-Σαμ στα αραβικά, Damas στα γαλλικά, πόλη που κάποτε ήταν ζηλευτή για τα πλούτη της και είχε δώσει τ’ όνομά της σε ένα σωρό περιζήτητα προϊόντα της, όπως είναι το δαμάσκο ύφασμα, πολύχρωμο μεταξωτό με αργυρά και χρυσά νήματα (damask στα αγγλικά), το δαμασκηνό ατσάλι, που διακρινόταν για την σκληρότητα και την αντοχή του ή το δαμασκί σπαθί, φτιαγμένο από δαμασκηνό ατσάλι αλλά και με ένθετα χρυσά ή αργυρά σχέδια.

Το σπαθί αυτό, που το λέγαν διμισκί ή ντιμισκί, ήταν περιζήτητο αν και βεβαια έπρεπε να ξέρεις να το κουμαντάρεις -όπως περηφανεύεται κάπου ο Μακρυγιάννης «τα σπαθιά των τα ντιμισκιά τα πήραν αυτείνοι οι ολίγοι με τις μαχαιρούλες».

Αλλά εδώ δεν κάνουμε ιστορία, ούτε γεωγραφία· ταξιδεύουμε στον κόσμο των οπωρικών, και το άρθρο αυτό είναι αφιερωμένο στο φρούτο από τη Δαμασκό, το δαμάσκηνο.

Είναι όμως ένα φρούτο το δαμάσκηνο ή μια οικογένεια; Τι γίνεται με τα κορόμηλα; Με τις μπουρνέλες ή βανίλιες; Πρόκειται για ποικιλίες που προέρχονται από πολύ συγγενικά δέντρα· εδώ θα τα εξετάσουμε όλα μαζί: και τα μοβ ελλειψοειδή μεσαίου μεγέθους  (τα δαμάσκηνα), και τα μικρά στρογγυλά πράσινα ή κόκκινα ή κίτρινα (τα κορόμηλα), και τα μεγάλα στρογγυλά μοβ ή κίτρινα (μπουρνέλες ή βανίλιες), ακόμα και τους καρπούς της εικόνας, που εγώ δαμάσκηνα θα τα έλεγα, αλλά η ελληνική βικιπαίδεια τα θέλει κορόμηλα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 58 Σχόλια »

Λέξεις-φίλτρα, δηλαδή ομόγραφες λέξεις διαφορετικής ετυμολογίας

Posted by sarant στο 28 Ιουνίου, 2022

Τις προάλλες, είχαμε ένα άρθρο για τις δυο λέξεις «φίλτρο» που υπάρχουν στη γλώσσα μας, δηλαδή από τη μια το ποτό που δίνει μαγικές ιδιότητες, που είναι λέξη ελληνικής ετυμολογίας (από το ρήμα «φιλώ» και το παραγωγικό τέρμα -τρο) και από την άλλη τον ηθμό, που προέρχεται από το ιταλ. filtro.

Η περίπτωση αυτή, να έχουμε ομόγραφες λέξεις διαφορετικής ετυμολογίας είναι μάλλον σπάνια. Λέξεις με περισσότερες από μία σημασίες υπάρχουν πάρα πολλές, και συχνά αυτές λεξικογραφούνται ως διαφορετικά λήμματα σε ένα λεξικό, όμως τις περισσότερες φορές αυτές οι δυο ομόγραφες λέξεις έχουν την ίδια ετυμολογική προέλευση. Για παράδειγμα, διαβήτης είναι και το γεωμετρικό όργανο και η γνωστή ασθένεια. Μπορεί να φαίνονται πολύ μακρινές οι δυο σημασίες, όμως και οι δυο λέξεις ανάγονται στο ρήμα διαβαίνω. Πρώτα σχηματίστηκε η λέξη που δηλώνει το γεωμετρικό όργανο (επειδή ο διαβήτης της γεωμετρίας έχει τεντωμένα σκέλη) και μετά η λέξη που δηλώνει την ασθένεια (κατά το ΛΚΝ επειδή οι πάσχοντες, λόγω συχνουρίας, αναγκάζονται να έχουν τεντωμένα σκέλη). Το ΛΚΝ έχει δύο ξεχωριστά λήμματα, ένα για κάθε σημασία του διαβήτη, το λεξικό Μπαμπινιώτη ένα ενιαίο λήμμα.

Αλλά εμείς στο σημερινό άρθρο δεν θα ασχοληθούμε με αυτές τις ομόγραφες λέξεις, αλλά με τις άλλες, τις λιγότερες, όπου, όπως στο φίλτρο, οι δυο λέξεις του ομόγραφου ζευγαριού έχουν διαφορετική ετυμολογία. Το ερώτημα το έθεσε στα σχόλια πρώτος ο φίλος μας ο Σταύρος, και κάνατε τις πρώτες προτάσεις σας, οπότε είπα να τις συγκεντρώσω και να βάλω και μερικές ακόμα δικές μου, να μην πάει χαμένος ο κόπος.

Λοιπόν, αναζητούμε ζευγάρια λέξεων που να γράφονται με τον ίδιο τρόπο και να έχουν διαφορετική ετυμολογική προέλευση. Αν βρούμε και τριπλέτες, ακόμα καλύτερα.

Για να θέσω τους όρους, ζητάμε λημματικούς τύπους -δηλαδή όπως καταγράφονται οι λέξεις στο λεξικό, στην ονομαστική, ή, προκειμένου για ρήματα, στο πρώτο πρόσωπο του ενεστώτα. Θέλω να πω, δεν μας ενδιαφέρουν περιπτώσεις όπως «ήπια» (τα ήπια μέτρα) – «ήπια» (εγώ ήπια).

Στο παράδειγμα που εφερα παραπάνω, κάποιος θα παρατηρούσε ότι οι δυο τύποι (τα ήπια – εγώ ήπια) γράφονται βέβαια με τον ίδιο τρόπο αλλά δεν είναι ομόηχοι (ή ομώνυμοι όπως λέγονται επίσης) επειδή ο πρώτος προφέρεται κανονικά τρισύλλαβος κι ο δεύτερος δισύλλαβος. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού. Το συγκεκριμένο ζευγάρι αποκλείεται εξαιτίας του περιορισμού σε λημματικούς τύπους, αλλά υπάρχουν άλλα ζευγάρια ομόγραφων λέξεων που δεν είναι πάντοτε ομόηχες (πχ. τούμπα ή βεντέτα, όπως θα δούμε παρακάτω).

Για να βάλω και μια δεύτερη προϋπόθεση, όταν λέω «διαφορετική ετυμολογία» δεν εννοώ μόνο την άμεση αλλά και την απώτερη. Για το λόγο αυτό, στον κατάλογο που ακολουθεί δεν έβαλα το ράντζο, διότι οι δυο ομόγραφες λέξεις (κρεβατάκι – αγρόκτημα) έχουν μεν διαφορετική άμεση προέλευση αλλά τελικά ανάγονται στην ίδια αρχή (περισσότερα στο άρθρο που είχαμε γράψει πέρσι)

Επειδή η συζήτηση ξεκίνησε από τις δυο λέξεις «φίλτρο», τις λέξεις του σημερινού άρθρου, τις ομόγραφες διαφορετικής ετυμολογίας, είπα να τις ονομάσω λέξεις-φίλτρα (όπως κάποτε είχαμε πει για λέξεις-πεταλούδες). Αλλά δίνω και τον περιφραστικό ορισμό για να καταλαβαινόμαστε.

Λοιπόν, πόσες ομόγραφες λέξεις διαφορετικής ετυμολογίας μπορούμε να βρούμε; Εγώ βρήκα τις εξής:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Ομόηχα | Με ετικέτα: , , , | 169 Σχόλια »

Το φίλτρο και το φίλτρο

Posted by sarant στο 24 Ιουνίου, 2022

Ποιο φίλτρο, θα ρωτήσετε. Βρήκα βέβαια κάπου κι έβαλα μια εικόνα από φίλτρο καφετιέρας για να συνοδέψει το σημερινό άρθρο, αλλά φίλτρα υπάρχουν πολλά και ποικίλα: στα κλιματιστικά, στα αυτοκίνητα, στη φωτογραφία, κι άλλα αμέτρητα -πριν από λίγο καιρό, θυμάμαι, στην ελληνική τηλεόραση έπαιζαν συνεχώς διαφημίσεις για φίλτρα νερού.

Όμως εμείς σήμερα θ’ ασχοληθούμε όχι με ένα, παρά με όλα τα φίλτρα -αλλά από λεξιλογική άποψη. Δηλαδή, με τη λέξη «φίλτρο».

Ή μάλλον, με τη λέξη φίλτρο και με τη λέξη φίλτρο. Τι εννοώ; Θα το εξηγήσω, αλλά καλύτερα να πάρω τα πράγματα με τη σειρά.

Την αφορμή την πήρα από ερώτηση φίλου, που τη μεταφέρω εδώ κοπιπάστε:

Η λέξη φίλτρο

Είναι το ελιξίριο, πχ μαγικό φίλτρο του Πανοραμίξ.
Το φίλτρο της φωτογραφικής μηχανής/κάμερας και σύγχρονων εφαρμογών σε ηλεκτρονικές συσκευές
Αλλά και το πατρικό/μητρικό φίλτρο
Όπως και το φίλτρο του ερκοντισιον/καφετιέρας κλπ

Ποια η σύνδεση άραγε;

Η έννοια του ηθμου, ότι αφήνει μόνο ένα μέρος από ο,τι διέρχεται να περάσει; Ή ίσως ότι φέρνει πάντα κάποια αλλαγή (σε μαγική δύναμη/φυσική ιδιότητα/συμπεριφορά κλπ);

Η απορία του φίλου είναι εύλογη ενώ καλή είναι και η ομαδοποίηση που κάνει -δεν καλύπτει όλα τα φίλτρα, φυσικά, αλλά νομίζω ότι π.χ. το φίλτρο του νερού, που ανέφερα πιο πριν, ή του τσιγάρου, εύλογα μπορούμε να τα θεωρήσουμε συναφή με το φίλτρο του ερκοντίσιον και της καφετιέρας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απορίες, Ετυμολογικά, Ομόηχα | Με ετικέτα: , , , , | 118 Σχόλια »

Το ραδιόφωνο του ραδιούργου

Posted by sarant στο 20 Ιουνίου, 2022

Το ραδιόφωνο το λέμε ράδιο στην καθομιλουμένη. Όμως ράδιον στα αρχαία ελληνικά σήμαινε «εύκολο», που ίσως μας φέρνει στο νου το ρητό «φύσιν πονηράν μεταβαλείν ου ράδιον», που το μαθαίναμε στο σχολείο -ου ράδιον αλλά τηλεόρασις, είχε πει κάποτε κάποιος χαριτολογώντας.

Τις προάλλες πήρα μέιλ από έναν αναγνώστη του ιστολογίου, που είναι φυσικός, στη σύνταξη, ο οποίος με ρώτησε, ακριβώς, αν υπάρχει σχέση ανάμεσα στο αρχαίο ελληνικό «ράδιος» και στο ραδιόφωνο, παραθέτοντάς μου μια ανάρτηση στη Λεξιλογία, που του είχε στείλει κάποιος φίλος του.

Η εν λόγω ανάρτηση είναι η εξής:

Μια προσεκτική εξέταση με οδήγησε στις εξής παρατηρήσεις:

Η λέξη «Ράδιο» και τα σχετικά παράγωγα μάλλον έχουν Ελληνική προέλευση. Η σειρά είναι κάπως έτσι:

«Ράδιος» σημαίνει «εύκολος». Το καμπύλο σχήμα είναι ομαλό, εύκολο (δηλ. ράδιον) να διανυθεί σε σύγκριση με ένα σχήμα που έχει γωνίες. Κάθε καμπύλο σχήμα έχει μιά «ακτίνα» καμπυλότητας που αντιστοιχεί, σε διαφορικό (ds), τουλάχιστο, τμήμα της καμπύλης. Στα λατινικά η ακτίνα είναι “Radius” και ανάλογα σε διάφορες λατινογενείς γλώσσες. Από εκεί οι λέξεις Radiation (ακτινοβολία), Rad ακτίνιο, (μονάδα μέτρησης γωνίας), Γερμανικά Rad (ακτίνα τροχού και τροχός). Και το στοιχείο Radio ονομάστηκε έτσι γιατί ακτινοβολεί.

(Είναι χαρακτηριστικό οτι οι ‘Ελληνες τεχνίτες μιλάνε για «ράδιο» όταν θέλουν να εκφράσουν τη στρογγυλεμένη γωνία.)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Γκας Πορτοκάλος, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 92 Σχόλια »

Τριάντα και μία πολίτικες λέξεις (από αναρτήσεις της Νεκταρίας Αναστασιάδου)

Posted by sarant στο 16 Ιουνίου, 2022

Στο ιστολόγιο δημοσιεύουμε κατά καιρούς άρθρα με λέξεις από κάποια περιοχή του ελληνόφωνου χώρου. Συνήθως τα άρθρα αυτά είναι συνεργασία φίλων του ιστολογίου, που ο καθένας παρουσιάζει λέξεις της ιδιαίτερης πατρίδας του -σε αρκετές περιπτώσεις από νησιά, αφού τα νησιά έχουν το καθένα το δικό του γλωσσικό οικοσύστημα. Το τελευταίο από τα άρθρα αυτά ήταν οι λοζετσινές λέξεις, συνεργασία (φυσικά) του φίλου μας του Λοζετσινού.

Ένας λογαριασμός που παρακολουθώ στο Τουίτερ είναι της Νεκταρίας Αναστασιάδου. Η Νεκταρία Αναστασιάδου είναι Κωνσταντινοπολίτισσα συγγραφέας -γράφει τόσο στα ελληνικά όσο και στα αγγλικά. Στο Τουίτερ δημοσιεύει τακτικά ιδιωματισμούς της μητρικής της γλωσσικής ποικιλίας, των ελληνικών της Πόλης, όπως τα μιλούν οι δυστυχώς λιγοστοί πια Ρωμιοί που έχουν απομείνει (αν και τα τελευταία χρόνια νομίζω πως υπήρξε μια ανάσχεση της πληθυσμιακής πτωτικής τάσης). Ως τώρα έχει δημοσιεύσει σχεδόν 300 τέτοιους ιδιωματισμούς, και από αυτή τη συλλογή εγώ στο σημερινό άρθρο διαλέγω να παρουσιάσω τριάντα και μία λέξεις. Γιατί αυτός ο αριθμός; Θα το καταλάβετε όταν φτάσετε στο τέλος.

Παρουσιάζω λοιπόν τις 30 και μία πολίτικες λέξεις και την αντιστοιχία τους με την κοινή νέα ελληνική, με αλφαβητική σειρά εκτός της τελευταίας. Επειδή τα τουίτ έχουν ασφυκτικό όριο χαρακτήρων, οι δημοσιεύσεις αυτές της Νεκτ. Αναστασιάδου είναι αναγκαστικά λακωνικές. Εδώ προσθέτω διάφορα φλύαρα δικά μου, έχοντας κοιτάξει και το «Λεξικό του κωνσταντινουπολίτικου γλωσσικού ιδιώματος» του Νίκου Ζαχαριάδη (εκδ. Γαβριηλίδη).

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

1. ακιντές: σκληρή καραμέλα χωρίς περιτύλιγμα, που πουλιέται από βάζα, με διάφορες γεύσεις και χρώματα.  Από τουρκ. akide.

2. αμπούλα: η λάμπα της κοινής ελληνικής, δάνειο από το γαλλ. ampoule. Όπως έχουμε γράψει κι αλλη φορά, η αμπούλα είναι αντιδάνειο, αφού η γαλλική λέξη ανάγεται στον αμφορέα. Στα ελληνικά της κοινής, η αμπούλα έχει άλλη σημασία, σημαίνει φιαλίδιο. Κατά σύμπτωση, και η λέξη λάμπα είναι αντιδάνειο (από lampe, που ανάγεται στο αρχαίο λαμπάς).

3. απαρτμάν: η πολυκατοικία της κοινής ελληνικής. Δάνειο από το τουρκ. apartman, που είναι με τη σειρά του δάνειο από το γαλλ. appartement, που όμως θα πει «διαμέρισμα». Η αλλαγή της σημασίας δηλαδή έγινε στα τουρκικά. Να σημειωθεί ότι στον μεσοπόλεμο βρίσκουμε σε ελλαδικά κείμενα τη λέξη απαρτμάν ως γαλλισμό, δηλ με τη σημασία «διαμέρισμα».

4. βουρβουτσουλιό: οχλαγωγία, βαβούρα. Ονοματοποιία. Τη λέξη τη βρίσκω (σπάνια) και σε ελλαδικά κείμενα, π.χ. στον Ξενόπουλο.

5. γιουφκάς: Το φύλλο για πίτα ή μπακλαβά. Η λέξη τελευταία έχει περάσει και στην Ελλάδα από τα πολίτικα ζαχαροπλαστεία. Από τουρκ. yufka. Μεταφορικά, ο ευαίσθητος άνθρωπος. Αλλά γιουφκά γιουρεκλής, κατά λέξη «με καρδιά από ζυμάρι» (τουρκ. yufka yürekli) είναι ο δειλός, ο λιπόψυχος.

6. γκεβρέκικος: τραγανός, πχ για κουλούρια, από τουρ. gevrek. Kι αυτός που θρυμματίζεται εύκολα, εύθρυπτος.

7. καζίνο, καζινάκι: Όχι μόνο και όχι κυρίως το καζίνο, όπως είναι στην Ελλάδα, αλλά το υπαίθριο καφενείο, ιδίως παραθαλάσσιο, ουζερί, αναψυκτήριο. Όχι κατευθείαν από τα ιταλικά, λέει ο Ζαχαριάδης, αλλά από το τουρκ. gazino, που έχει τις ίδιες σημασίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Όχι στα λεξικά, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Κωνσταντινούπολη | Με ετικέτα: , , , , | 146 Σχόλια »

Τι εστί βερίκοκο είπαμε;

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2022

Διότι βρισκόμαστε στην εποχή του βερίκοκου -και όχι μόνο. Στο ιστολόγιο αγαπάμε τα φρούτα κι έχουμε γράψει άρθρα για όλα σχεδόν τα οπωρικά, άρθρα που συμπεριλήφθηκαν στη συνέχεια στο βιβλίο «Οπωροφόρες λέξεις» (2013). Τα άρθρα εκείνα τα αναδημοσιεύω κάθε πέντε χρόνια περίπου, για να παίρνω μιαν  ανάσα από το μαγκανοπήγαδο της καθημερινής αρθρογραφίας. Οπότε, σήμερα που έχω και ταξίδι, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, που λέει το κλισέ, για να ξαναπαρουσιάσω το άρθρο για τα βερίκοκα, που τελευταία φορά το είχα (ανα)δημοσιεύσει το 2017, περίπου τέτοιες μέρες και τότε. Το εμπλουτίζω όμως λιγάκι, να διαφέρει από την προηγούμενη δημοσίευση, να μην αισθανθείτε ότι σας ρίχνω.

Άλλα φρούτα βρίσκονται σχεδόν ολοχρονίς στην αγορά, άλλα επί μήνες, άλλα όμως μόνο για λίγες εβδομάδες. Ένα απ’ αυτά τα τελευταία είναι τα βερίκοκα· ακόμα και σήμερα που με την εκμηδένιση των αποστάσεων ο πάγκος του μανάβη γεμίζει καρπούς από μακρινά μέρη, η εποχή του βερίκοκου είναι μάλλον σύντομη, κάτι εβδομάδες τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.

Αλλά, ας δούμε τι εστί βερίκοκο. Και ξεκινάω μ’ ένα πρόχειρο κουίζ. Ποια είναι η απώτερη καταγωγή της λέξης βερίκοκο; Ελληνική, λατινική, αραβική, ινδική ή άλλη; Αν υποθέσατε καταγωγή από την Ανατολή, λυπάμαι αλλά πέσατε έξω. Το φρούτο από την Ανατολή μάς ήρθε, η λέξη που το περιγράφει όχι, τουλάχιστον όχι η λέξη «βερίκοκο». Το βερίκοκο είναι λέξη που έχει περάσει από σαράντα κύματα.

Η σημερινή του επιστημονική ονομασία, στα λατινικά, είναι Prunus armeniaca, παναπεί «αρμένικο δαμάσκηνο» αλλά δεν είναι ούτε δαμάσκηνο ούτε αρμένικο. Οι εγκυκλοπαίδειες λένε πως πατρίδα του ήταν η Κίνα, αλλά είναι γεγονός πως οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι το γνώρισαν (από τις εκστρατείες του Μεγαλέξαντρου ή από τον Λούκουλλο) σαν είδος εισαγόμενο από την Αρμενία κι έτσι τα βερίκοκα τα είπαν armeniaca, αρμενιακά. Κι επειδή το βερίκοκο ωριμάζει νωρίτερα από άλλα παρόμοια φρούτα σαν το ροδάκινο, το είπαν praecoquium, πρώιμο. Η λέξη πέρασε και στα ελληνικά και οι δυο ονομασίες συνυπήρξαν για καιρό, αρμενιακά και πραικόκια (που το γράψαν και με δύο κάπα, πραικόκκια, παρετυμολογία με το κόκκος, που βαστάει ακόμα στη γραφή βερίκοκκο· όσο για την ακόμα συχνότερη ανορθόγραφη παραλλαγή με ύψιλον, βερύκοκκο ή βερύκοκο, δεν έχει καμιά βάση). Καθώς για τους Έλληνες δεν είχε ετυμολογική διαφάνεια η λέξη «πρεκόκια», ήταν εύκολο να εμφανιστεί και τύπος «βρεκόκια». Λέει κάπου ο Διοσκουρίδης, αφού περιγράψει τα περσικά μήλα (δηλ. τα ροδάκινα):

τὰ δὲ μικρότερα, καλούμενα δὲ Ἀρμενιακά, Ῥωμαιστὶ δὲ βρεκόκκια, εὐστομώτερα τῶν προειρημένων ἐστίν.

Διαβάζοντας κανείς τους διάφορους γιατρούς συγγραφείς της ελληνιστικής εποχής και της ύστερης αρχαιότητας, βλέπει να χρησιμοποιούνται για τα βερίκοκα οι εξής ονομασίες: πραικόκκια, πρεκόκια, βρεκόκια, βερεκόκια, βερικόκκια, βερίκοκκα: η αλυσίδα της εξέλιξης της λέξης διαγράφεται αρκετά καλά. Κι έτσι, από τα πραικόκκια που οι έλληνες της ελληνιστικής εποχής τα αντιλαμβάνονταν σαν λέξη λατινική, φτάσαμε στα βερίκοκκα. Η κατάσταση είναι αρκετά μπερδεμένη, πάντως, διότι τυχαίνει ακόμα και ο ίδιος συγγραφέας άλλοτε να θεωρεί τα πραικόκκια συνώνυμα των αρμενιακών και άλλοτε διαφορετικό καρπό.

Έχουμε φτάσει στο βερεκόκκιο ή βερικόκιο της ύστερης αρχαιότητας. Τη λέξη τη δανείζονται οι άραβες, ως μπαρκούκ, ή μάλλον αλ-μπαρκούκ με το άρθρο κι έχει σημασία εδώ το άρθρο, διότι έτσι περνάει η λέξη στα ισπανικά με την κατάκτηση της Ισπανίας από τους Άραβες: albaricoque, και από εκεί στα καταλάνικα abercoc, στα ιταλικά albicocca, στα γαλλικά abricot, στα αγγλικά apricot.

Το αστείο είναι ότι αφού διαδόθηκε η λέξη σχεδόν σε όλη την Ευρώπη, το barquq στις αραβικές χώρες άλλαξε σημασία και σήμερα σημαίνει «δαμάσκηνο», ενώ το βερίκοκο λέγεται μισμίς.

Να πούμε εδώ ότι ενώ η Δυτική και Βόρεια Ευρώπη έχει ονομασίες για το βερίκοκο που παράγονται από το barquq, το παλιό armeniacum επιβιώνει σε ορισμένες σλαβικές γλώσσες. Πράγματι, από το armeniacum προέκυψε το ιταλ. armellino, που σήμερα ελάχιστα λέγεται στην Ιταλία, έδωσε όμως το γερμανικό Μarille, απ’ όπου το τσέχικο merunka, το πολωνικό morela, το σερβοκροάτικο marelica και μερικά ακόμα.

Στα ελληνικά έχουμε κι άλλες ονομασίες για τα βερίκοκα. Τα λέμε «καϊσιά», που είναι τουρκικό δάνειο (kaysi). Η ρουμάνικη, η βουλγάρικη και η σερβική λέξη για τα βερίκοκα είναι επίσης δάνειο από το kaysi. Στο στρατό είχα γνωρίσει έναν Καϊσίδη κι έναν Βερικοκίδη. Θαρρώ πρόκειται για το ίδιο επίθετο, μόνο που οι πρόσφυγες πρόγονοι του δεύτερου έτυχαν σε πιο δραστήριο ληξίαρχο. Να πω πάντως ότι σε μερικά μέρη καϊσιά αποκαλούνται όχι όλα τα βερίκοκα αλλά μια ιδιαίτερη ποικιλία τους.

Επίσης, τα βερίκοκα τα λένε, π.χ. στη Θράκη, ζερντέλια ή ζαρταλούδια ή ζέρδελα (ή άλλες παραλλαγές). Όλα αυτά είναι από τα τούρκικα επίσης, zerdali, λέξη που προέρχεται από τα πέρσικα, όπου zardalu είναι το βερίκοκο, κατά λέξη, το «κίτρινο δαμάσκηνο» (zar ο κίτρινος). Από εκεί και ο γλωσσοδέτης: Ανέβηκα στην ζερδελιά, την μπερδελιά και την ζερδελομπερδελοκουκκιά, να κόψω ζέρδελα, μπέρδελα και ζερδελομπερδελόκουκκα. Στην Κύπρο τα λένε χρυσόμηλα.

Οι χώρες γύρω από τη Μεσόγειο παράγουν πολλά βερίκοκα –στη Βικιπαίδεια βρίσκω (στοιχεία 2017) πρώτη σε παραγωγή την Τουρκία, με σχεδόν το 1/4 της παγκόσμιας παραγωγής, και την Ελλάδα ενδέκατη στον κόσμο. Ο Καισάριος Δαπόντες στον Κανόνα περιεκτικό λέει πως τα καλύτερα βερίκοκα είναι της Δαμασκού, πράγμα το οποίο συμφωνεί με την τούρκικη παροιμία bundan iyisi Şam’da kayısı, που λέγεται για κάτι πολύ καλό: «το μόνο καλύτερο απ’ αυτό είναι ένα καϊσί από τη Δαμασκό». Από τη Δαμασκό βεβαίως είναι τα δαμάσκηνα, που τα έχουμε δει σε άλλο άρθρο. Πάντως, επειδή όλα τα φρούτα μπερδεύονται, στα πορτογαλικά το βερίκοκο λέγεται damasco, όπως και σε μερικές χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Οι δυο μεγάλες ποικιλίες βερίκοκου στην Ελλάδα είναι οι Διαμαντοπούλου και Μπεμπέκου. Για τη δεύτερη παραδίδεται ότι την παρουσίασε πρώτος ο παραγωγός Μπεμπέκος από την Ασίνη της Αργολίδας. Συνηθίζεται το όνομα του παραγωγού να δίνεται στην ποικιλία, αλλά, όπως είχε επισημάνει στο προηγούμενο άρθρο ο αείμνηστος φίλος μας ο Γς, υπάρχουν κι άλλες ποικιλίες βερικοκιάς με πιο φαντεζί ονόματα: Λαΐς, Νεφέλη, Νηρηίς, Τύρβη, Δαναΐς, Χαρίεσσα, Νεράϊδα κλπ

Η βερικοκιά είναι καρπός εξαιρετικά συγγενικός με την αμυγδαλιά, όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται. Μάλιστα, σε ορισμένες ποικιλίες η ψίχα του κουκουτσιού είναι φαγώσιμη και δεν διαφέρει πολύ από το μύγδαλο, όπως έχει αποτυπωθεί στη μανάβικη κραυγή Σαράντα το βερίκοκο – και το κουκουτσι μύγδαλο. Στο προηγούμενο άρθρο μας, ο παλιός φίλος Σπαθόλουρο είχε βρει δημοσίευση σε εφημερίδα: Το αδόμενον υπό των οπωροπωλών: Σαράντα το βερίκοκο, ρίκο-ρίκο-ρίκοκο (Εμπρός 12/9/1906).

Μια και είπαμε το ρίκο-ρίκο-ρίκοκο, ταιριάζει να βάλουμε και την Αλίκη Βουγιουκλάκη να το τραγουδάει για τον Αντρέα Μπάρκουλη, που είχε μάγουλο βερίκοκο:

Στη φρασεολογία μας, η μοναδική εμφάνιση του βερίκοκου είναι στην παροιμιακή φράση που έβαλα στον τίτλο. Παλιότερα λεγόταν σαν απειλή σε κάποιον που κοκορεύεται ή που μας περιφρονεί: Θα σου δείξω εγώ τι εστί βερίκοκο ή Θα σε μάθω τι εστί βερίκοκο! και έτσι την καταγράφει στο γύρισμα του 20ού αιώνα ο Νικόλαος Πολίτης στη συλλογή του. Σήμερα, η σημασία ίσως έχει κάπως μετατοπιστεί, μια και ο Μπαμπινιώτης πλάι στην απειλή δίνει και τη σημασία της «επισήμανσης της ιδιαίτερης δυσκολίας ενός εγχειρήματος».

Το slang.gr αναφέρει ότι η φράση έχει συχνά σεξουαλικό υπονοούμενο, κάτι που δεν είναι αυθαίρετο, αφού πριν πενήντα χρόνια κιόλας, στο 10 του Καραγάτση, υπάρχει το εξής απόσπασμα, σε μια σκηνή όπου εργατοκόριτσα έχουν πιάσει κουβέντα για το σεξ: Οι πιο μικρές σώπαιναν τάχα ντροπιασμένες· με την έκφρασή τους όμως άφηναν να εννοηθεί ότι κάτι ήξεραν από βερίκοκο, κι ας προσποιούνταν την πάπια.

Περιδιαβάζοντας τα σώματα κειμένων βρίσκουμε κυρίως τη φρ. να χρησιμοποιείται ως απειλή, όχι πολύ διαφορετική από την «θα δεις/θα σου δείξω πόσα απίδια βάζει ο σάκος». Άλλωστε, οι δυο σημασίες (απειλή / επισήμανση της ιδιαίτερης δυσκολίας ενός εγχειρήματος) τέμνονται. Για παράδειγμα, στο μυθιστόρημα «Νύχτες κι αυγές» του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, υπάρχει κάποιος στρατηγός που ο αδελφός του, βουλευτής όντας, τις έφαγε στη Βουλή από έναν αντίπαλο βουλευτή. Οπότε ο στρατηγός στέλνει τον γιο του αντίπαλου βουλευτή στο μέτωπο λέγοντας: «Πήγαινε να μάθεις τι εστί βερίκοκο και να μάθει και ο πατέρας σου να σηκώνει μαγκούρα». Εδώ είναι και απειλή και επισήμανση της δυσκολίας.

H παλαιότερη ανεύρεση της φράσης, όπως είχε βρει το Σπαθόλουρο, είναι στον Ρωμηό του Σουρή, το 1891: Γράμμα που μας απέδειξε με γλαφυρά στοιχεία / το τι εστί βερύκοκο και τ’ είναι πειθαρχία.

Ποια είναι όμως η αρχή της φράσης «τι εστί βερίκοκο», δεν σας το είπα… διότι δεν το ξέρω. Ο Νικόλαος Πολίτης λέει ότι πιθανόν στην αρχή της φράσης να κρύβεται μύθος λησμονημένος. Η δική μου εικασία είναι ότι πιθανόν να πρωτοείπε «θα σου δείξω τι εστί βερίκοκο» ένας νοικοκύρης που έπιασε κάποιον να του κλέβει τα βερίκοκα. Αλλά αυτό είναι σκέτη εικασία. Οπότε, πρέπει να παραδεχτούμε πως δεν έχουμε ακόμα μάθει τι εστί βερίκοκο, εκτός κι αν καταφύγουμε στον κυκλικό ορισμό που υπάρχει στο γλωσσάριο του πανέξυπνου βιβλίου Ο πάγος του Ξένου Μάζαρη και του Στράτου Μπουλαλάκη: Βερίκοκο είναι αυτό που εστί!

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , | 94 Σχόλια »

Ψάρια στην πισίνα

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2022

Σήμερα είναι του Αγίου Πνεύματος, που παραδοσιακά κάνουν το πρώτο μπάνιο και πιάνουν τη μαλλιαρή πέτρα -ωστόσο, ξέρω πολλούς που ήδη έχουν κάνει πολλά μπάνια: ακόμα κι εγώ, που δεν είμαι και τόσο των θαλάσσιων λουτρών, έκανα ήδη μπάνιο την περασμένη Κυριακή στη θάλασσα.

Ήταν το πρώτο μπάνιο της χρονιάς στη θάλασσα. Στην εκδρομή όμως που είχα πάει στη Γαλλία πριν από καμιά εικοσαριά μέρες, είχα κάνει ένα ακόμα μπάνιο, στην πισίνα του ξενοδοχείου στην Καρκασόν. Κι έτσι αναρωτήθηκα αν θα μετρούσε εκείνο για πρώτο μπάνιο της χρονιάς ή αν θα απορριπτόταν. Στο Φέισμπουκ που έθεσα το δίλημμα, οι απόψεις ήταν μοιρασμένες -πολλοί αρνιούνταν να θεωρήσουν έγκυρο το πισινάτο μπάνιο.

Όταν ήμουν μικρός και μετρούσα με θρησκευτική ευλάβεια τα μπάνια (και τα παγωτά) της χρονιάς, τέτοιο δίλημμα δεν θυμάμαι να είχε τεθεί. Τότε, το καίριο ερώτημα ήταν αν μετράμε τα απογευματινά μπάνια χωριστά ή αν μπορούσαμε να γράψουμε μόνο ένα μπάνιο την ημέρα. Δεν υπήρχαν άλλωστε και πολλές πισίνες την εποχή εκείνη και θεωρούσαμε περιττό πράγμα την πισίνα, τη στιγμή που η θάλασσα ήταν δίπλα.

Τώρα πάντως βρίσκει κανείς πισίνες και σε νησιά και σε παραθαλάσσια μέρη. Το κόστος πρέπει να έχει πέσει αρκετά, αν και θέλει κάποιες άδειες, ενώ πρέπει να είναι και τεκμήριο. Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε το σημερινό άρθρο θα αφιερωθεί στα λεξιλογικά της πισίνας. Στα σχόλιά σας, πάντως, μπορείτε να αναφέρετε οτιδήποτε το πισινολογικό κρίνετε σκόπιμο, περιορισμός δεν υπάρχει.

Ν’ αρχίσουμε από την ετυμολογία της λέξης, που θα εξηγήσει και τον τίτλο του άρθρου μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Καλοκαιρινά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , | 105 Σχόλια »

Τα δώδεκα ονόματα της θάλασσας και τα τρία κακά της μύρας μας

Posted by sarant στο 8 Ιουνίου, 2022

Η ανορθογραφία στο τέλος του τίτλου είναι εσκεμμένη, αλλά θα κάνετε λίγη υπομονή μέχρι να εξηγηθεί.

Εδώ και μερικές μέρες κυκλοφορεί στο ελληνικό Φέισμπουκ ένα κείμενο για τα «12 ονόματα της θάλασσας στα αρχαία ελληνικά». Ένα εντελώς ανόητο κείμενο, θα έπρεπε να προσθέσω, που όμως, επειδή χαϊδεύει τ’ αυτιά μας κι επειδή τις αναλήθειές του τις διατυπώνει με βεβαιότητα, κερδίζει αφειδώς επιδοκιμασίες και κοινοποιήσεις.Μου το έστειλαν τρεις-τέσσερις φίλοι -ο τελευταίος το είδε ν’ αναδημοσιεύεται σε μια ομάδα του Φέισμπουκ όπου συζητούν σκίπερ και πληρώματα τουριστικών σκαφών. Οπότε, αποφάσισα να αφιερώσω το σημερινό άρθρο σε μια προσπάθεια ανασκευής της θαλάσσιας μπαρούφας, αν και χωρίς μεγάλες ελπίδες για τη δύναμη πειθούς ενός μοναχικού άρθρου, ιδίως απέναντι σε ευχάριστα παραμύθια.

Και ξεκινάω με το επίμαχο κείμενο (διατηρώ ορθογραφία και σύνταξη):
Τα 12 ονόματα της θάλασσας ανάλογα με τους ανέμους.
Η ελληνική γλώσσα είναι οντως η γλώσσα του θεού.
Τα ονόματα της θάλασσας στην αρχαία Ελλάδα ανάλογα της καταστάσεώς της από την επίδραση του ανέμου στην επιφάνειά της.
* Με άνεμο 0 μποφόρ, η θάλασσα λεγόταν «Γαλήνη».

* Με άνεμο 1 μποφόρ, η θάλασσα λεγόταν «Αλσάλος».

* Με άνεμο 2 μποφόρ, η θάλασσα λεγόταν » Θάλαττα ή Θάλασσα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γκας Πορτοκάλος, Γλωσσικοί μύθοι, Ετυμολογικά, Ελληνοβαρεμένοι | Με ετικέτα: , , , , , , , | 146 Σχόλια »

Η φάβα και ο λάκκος της

Posted by sarant στο 6 Ιουνίου, 2022

Τις προάλλες η φίλη μας το Κιγκέρι αναφέρθηκε, παρεμπιπτόντως, στη φάβα που μαγείρευε, και τότε σκέφτηκα ότι δεν έχουμε αφιερώσει άρθρο στο έδεσμα αυτό, παρόλο που έχει, πέρα από το γαστρονομικό, και σημαντικό λεξιλογικό και φρασεολογικό ενδιαφέρον. Πριν από μερικά χρόνια είχαμε βέβαια βάλει ένα διήγημα, Φάβα αποκριάτικα, του φίλου μας του Δημήτρη Μαρτίνου, αλλά εδώ λεξιλογούμε, οπότε χρειάζεται και λεξιλογική πραγμάτευση και δεν αρκούν τα όσα είχαμε αναφέρει παρεμπιπτόντως σε ένα παλιότερο άρθρο μας για τα κουκιά.

Τη φάβα την ξέρουμε όλοι για φαγητό, με λάδι και κρεμμύδι, όπως στη φωτογραφία -που τη δανείστηκα από κάποιον ιστότοπο με συνταγές μαγειρικής.

Αλλά αυτός ο νόστιμος κίτρινος πολτός φτιάχνεται από κάποιο όσπριο, έτσι δεν είναι; Έτσι είναι, αλλά εδώ υπάρχει ένα μπέρδεμα. Υπάρχει φάβα που φτιάχνεται από σπόρους μπιζελιού, αρακά, υπάρχει και η φάβα που φτιάχνεται από λαθούρι, όπως η φάβα της Σαντορίνης. Αυτή η κίτρινη φάβα είναι η πιο συνηθισμένη στην Ελλάδα, όμως διαβάζω ότι στην Αμοργό τη φάβα τη φτιάχνουν από αρακά -για τον οποίο αρακά ή μπιζέλι χρωστάμε άρθρο.

Μια και στον αρακά θα αφιερώσουμε χωριστό άρθρο, στο σημερινό άρθρο θα εστιαστούμε στη φάβα από λαθούρι -πάντως, τα λεξιλογικά και τα άλλα στοιχεία αφορούν εξίσου όλες τις ποικιλίες του εδέσματος. Να πούμε πάντως ότι φάβα μπορεί επίσης να φτιαχτεί και από κουκιά.

Η φάβα Σαντορίνης είναι ΠΟΠ και στη σχετική σελίδα της Κομισιόν διαβάζουμε:

Η Φάβα Σαντορίνης ΠΟΠ παράγεται από τους σπόρους του Lathyrus clymenum L., ενός ανθοφόρου φυτού που καλλιεργείται σε οκτώ από τα νησιά των Κυκλάδων στο Νότιο Αιγαίο. Από τη σπορά μέχρι τη συσκευασία, όλα τα στάδια της παραγωγής πραγματοποιούνται στα νησιά, με τη χρήση τοπικών μεθόδων που ξεκίνησαν χιλιετίες πριν.

Το τελικό προϊόν έχει τη μορφή μικρών χρυσών δίσκων. Όταν μαγειρεύονται, αποκτούν βελούδινη υφή και γλυκιά γεύση, και αποτελούν την τέλεια βάση για μια ποικιλία φαγητών ή καταναλώνονται με τη μορφή μιας νόστιμης σαλάτας.

Το ψυχανθές αυτό, το Lathyrus clymenum, λέγεται ελληνικά «Λάθυρος το κλύμενον» (ή, λαϊκότερα, ισπανικός βίκος). Aλλά όταν αγοράζουμε από το σουπερμάρκετ φάβα για να φτιάξουμε, δεν αγοράζουμε λαθούρι ή λάθυρο, αγοράζουμε φάβα -δηλαδή, φάβα λέγεται επίσης ο κατάλληλα προετοιμασμένος (κομμένος, σπασμένος κτλ.) καρπός του λαθουριού, που τον μαγειρεύουμε για να φτιάξουμε φάβα.

Το λεξικό μάς λέει ότι η φάβα είναι λέξη της ελληνιστικής εποχής, δάνειο από τα λατινικά. Μάλιστα, αρχικά η λέξη ήταν γένους ουδετέρου, το φάβα του φάβατος, δάνειο από το λατινικό faba, το οποίο ήταν γένους θηλυκού και σήμαινε κάποιο είδος οσπρίου, φασολιού ή κουκιού. Στα ελληνικά, φάβα ήταν αρχικά το κουκί.

Για παράδειγμα, σε ιατρικό κείμενο του 2ου αιώνα μΧ βρίσκω το εξής γιατροσόφι «προς όρχεων φλεγμονάς»:

Κυμίνου, φάβατος μεγάλου ἀποζέματος, σταφίδος ἐκγεγιγαρτισμένης·
ταῦτα λείου καὶ ἐπίβαλλε μέλιτος ὀλίγον καὶ ἐλαίου καὶ κατάπλασσε, ἀνακρεμνῶν ἐπιδέσμῳ· εἰ δὲ πολλὴ ᾖ ἡ φλεγμονή, προκατάντλει, ἀνηθελαίῳ θερμαίνων.

Εκτός από το φάβα, στο λεξιλόγιο της εποχής έχουμε επίσης το φαβατάριον (γαβάθα όπου μαγειρεύονταν τα κουκιά), το φαβάτον (αλεύρι ή γλύκισμα από κουκιά) ή το ανθρωπωνύμιο Φαβάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 178 Σχόλια »

Ευλογια από τους πιθήκους

Posted by sarant στο 27 Μαΐου, 2022

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε προχτές στο ηλεπεριοδικό 2020magΌπως θα ξέρετε, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα, 19 ως τώρα. Εδώ έχω κάνει καναδυό μικρές προσθήκες. Η εικονογράφηση είναι του περιοδικού.

Ευλογια από τους πιθήκους

Κι ενώ με απόφαση των κυβερνήσεων, στην Ευρώπη τουλάχιστον, σφυρίχτηκε η λήξη της πανδημίας του κορονοϊού (τουλάχιστον μέχρι το φθινόπωρο και τα πρώτα κρύα) κι ετοιμαζόμαστε αύριο μεθαύριο να απαλλαγούμε και από το τελευταίο φύλλο συκής, τις μάσκες, μια άλλη είδηση υγειονομικού χαρακτήρα ήρθε να μας αναστατώσει: τα κρούσματα ευλογιάς των πιθήκων, ακόμα λιγοστά, αρκετά πάντως για να κάνουν τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αναζητούν εμβόλια και τα κανάλια να πλειοδοτούν σε τρομολαγνία.

Θα μπορούσαμε χαριτολογώντας να πούμε πως δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας αφού η ευλογιά των πιθήκων, το λέει δα και τ’ όνομα, δεν είναι κανονική ευλογιά, είναι ευλογιά μαϊμού· κι αφού η κανονική ευλογιά έχει εξαλειφθεί από το 1980 απ’ όλον τον κόσμο, γιατί να μας φοβίσει η ερζάτς;

Αλλά δεν είναι δική μας δουλειά να αποφανθούμε περί δημόσιας υγείας, εμείς λεξιλογούμε -οπότε θα λεξιλογήσουμε για την ευλογιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Υγεία | Με ετικέτα: , , , , | 157 Σχόλια »

Και πάλι για το περιφρονημένο φρούτο

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2022

Θα επαναλάβω σήμερα ένα άρθρο που έχει δημοσιευτεί ξανά στο ιστολόγιο, ένα άρθρο της σειράς των φρούτων -είναι άλλωστε η εποχή του περιφρονημένου φρούτου που θα σας παρουσιάσω (ξανά) σήμερα. Ποιο φρούτο; Το βλέπετε στην εικόνα: το μούσμουλο.

Τα είδα στον μανάβη, αλλά μου τα θύμισε και μια φίλη, που με ρώτησε αν τη λέξη μούσμουλο, που λέγεται στα ιταλικά nespolo και στην Κρήτη δέσπολο, έχει αρχή ελληνική ή ιταλική -ποιος το πήρε από ποιον με άλλα λόγια. Της απάντησα σε συντομία και της σύστησα να δει το άρθρο που θα έγραφα για περισσότερα.

Κατά την προηγούμενη δημοσίευση του άρθρου, που έγινε πριν από 6 χρόνια (τέτοια εποχή, παρά δύο μέρες!) είχα πει ότι το λέω περιφρονημένο το μούσμουλο, με τα πολλά και υπερμεγέθη κουκούτσια και τη σχετικά λιγοστή, φτενή σάρκα, παρόλο που έχει φανατικούς φίλους διότι ποτέ δεν κατέκτησε τις μάζες, όσο ωραίο κι αν είναι το θέαμα της φορτωμένης με καρπούς μουσμουλιάς, προς το τέλος της άνοιξης.

Σε εκείνη τη δημοσίευση ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος μού θύμισε ότι και τη μουσμουλιά την είχε κοροϊδέψει ο μέγας Τσιφόρος, σε ένα του ευθυμογράφημα της σειράς Παιδιά της πιάτσας, με τίτλο «Ο μούσμουλος». Εκεί, φαντάζεται τον Θεό να λέει μια μέρα «Ρε δεν κάθουμαι να σκαρώσω ένα δέντρο κορόιδο να σπάνε πλάκα τα υπόλοιπα φυτά;». Και πράγματι δίνει διαταγή στον Γαβρίλη (τον αρχάγγελο Γαβριήλ): «Το δέντρο, μεγάλα φύλλα το θέλω, καθότι τα μεγάλα θα φορεθούν πολύ φέτος και να’χει καρπόν, τα κουκούτσα να τρώνε το ψαχνό, διότι μας είναι και χρήσιμα». Χρήσιμα, επειδή θα τα παίρνουν οι ευσεβείς να τα κάνουν κομπολόγια για τις προσευχές.

Δεν ξέρω αν θα συμφωνήσετε με τον Τσιφόρο ότι είναι για κοροϊδία η μουσμουλιά. Αυτό που ξέρω, αλλά δεν ξέρω αν το ήξερε ο Τσιφόρος, είναι ότι στην πραγματικότητα οι σημερινές μουσμουλιές δεν είναι ίδιες με αυτές που ήξεραν οι προπαππούδες μας, οι οποίοι είχαν υπόψη τους μια πολύ διαφορετική ποικιλία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , | 106 Σχόλια »

Κώστας Γκουσγκούνης (1931-2022)

Posted by sarant στο 11 Μαΐου, 2022

Προχτές το απόγευμα, που μαθεύτηκε η είδηση για τον θάνατο του Κώστα Γκουσγκούνη δεν προλάβαινα να γράψω κάτι, αλλά δεν θα πρέπει να μείνει αμνημόνευτος, οπότε έγραψα το σημερινό μας άρθρο. Mου το ζήτησαν, άλλωστε, δυο τρεις φίλοι.

Ο Κώστας Γκουσγκούνης, επιτομή της καλτ μορφής, πέθανε πλήρης ημερών στις 6 Μαΐου, με κλεισμένα τα 91 του χρόνια. Γεννήθηκε το 1931 στη Λάρισα και, όπως και ο πατέρας του, έγινε φωτογράφος. Είχε φωτογραφείο στον Χολαργό, δίπλα στο (πάλαι ποτέ) Σινέ Αλόμα. Όπως έγραψε ο θείος Θανάσης στο Τουίτερ, Αμέτρητοι πιτσιρικάδες έβγαλαν εκεί φωτογραφίες ταυτότητας (και φυσικά μετά διηγούνταν την σύντομη συνάντησή τους με τον φωτογράφο θρύλο).

Θρύλος βέβαια δεν έγινε ως φωτογράφος, αλλά από την καριέρα του στη μεγάλη οθόνη. Ξεκίνησε με μικρούς ρόλους σε ταινίες της Φίνος Φιλμ, που μερικές φορές δεν τον αναφέρουν καν στο ζενερίκ της ταινίας, όπως τη Θεία απ’ το Σικάγο.

Στην ταινία Μια ζωή την έχουμε (1958) παίζει τον ρόλο του καφετζή και έχει ακόμα μαλλιά (τη φωτογραφία την ανέβασε ο θείος Θανάσης στο Τουίτερ)

Στη δεκαετία του 1960 παίρνει πρωταγωνιστικούς ρόλους σε δυο «αυστηρώς ακατάλληλες» ερωτικές ταινίες που διαφημίζονται ως εξαιρετικά τολμηρές και ο ίδιος ως «ο Έλληνας Γιουλ Μπρίνερ» μια και από τότε καθιερώνει το εντελώς ξυρισμένο κεφάλι, που έγινε σήμα κατατεθέν του. (Ο φίλος Ακίνδυνος βρήκε συνέντευξη του Δημήτρη Νικολαΐδη, όπου σε ερώτηση αν φοβάται τους νεότερους συναδέλφους, εκείνος απάντησε: Βεβαίως, τώρα βγήκε ένας Γκουσγκούνης που έχει φαλάκρα πολύ μεγαλύτερη από τη δική μου),

Εδώ η διαφήμιση της ταινίας «Χωρίς ιδανικά» από την Αυγή, Απρίλιος 1965:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Ετυμολογικά, Εις μνήμην, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , , | 138 Σχόλια »

Ποιο χρώμα είναι το μαβί;

Posted by sarant στο 9 Μαΐου, 2022

Ακόμα ένα άρθρο με ερώτηση προς τους αναγνώστες. Πράγματι, όπως στα άρθρα της προηγούμενης εβδομάδας, όπου σας είχα ρωτήσει αν γράφετε «κλοτσάω» ή «κλωτσάω», και αν γράφετε «Φρανκφούρτη» ή «Φραγκφούρτη», έτσι και τώρα θα σας ρωτήσω ποιο χρώμα είναι κατά τη γνώμη σας το μαβί. Τι σκέφτεστε όταν ακούτε «ένα μαβί πουκάμισο»; Μοβ; Ή μήπως γαλάζιο;

Θα μου πείτε, γιατί δεν κοιτάζουμε τα λεξικά; Στο κάτω κάτω τα λεξικά αποτυπώνουν τη συναίνεση των ομιλητών της γλώσσας, κατά κανόνα έστω. Για να σας ρωτάω, σημαίνει ότι (κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον) δεν αρκούν τα λεξικά -αλλά ας το επιχειρήσουμε.

Στο ΛΚΝ λοιπόν, βρίσκω ότι μαβής (μαβιά, μαβί) είναι αυτός που έχει μοβ χρώμα.

Στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας όμως, τα πράγματα μπλέκονται: αυτός που έχει βαθύ μπλε ή μοβ χρώμα. Τώρα, βαθύ μπλε και μοβ είναι διαφορετικά χρώματα, έστω και κοντινά. Στο φάσμα των χρωμάτων, θυμίζω, έχουμε: κυανούν-βαθύ κυανούν-ιώδες.

Στο ΜΗΛΝΕΓ, μαβής είναι 1. Αυτός που έχει το μοβ χρώμα του μενεξέ, συνών. μενεξεδής, 2. Αυτός που έχει βαθύ μπλε χρώμα, συνών. λουλακής.

(Αν σας ξενίζουν τα αρσενικά των χρωμάτων σε -ής, δεν είναι λάθος, έτσι τα έχει η γραμματική).

Και για να κλείσουμε τον κύκλο των σύγχρονων μεγάλων λεξικών μας, το λεξικό Μπαμπινιώτη, στην τελευταία του έκδοση, έχει: 1. Αυτός που έχει γαλάζιο χρώμα, 2. Αυτός που έχει ιώδη απόχρωση, μενεξεδής.

Θα συμφωνείτε υποθέτω ότι το γαλάζιο είναι αρκετά μακριά από το ιώδες, το μοβ, το μενεξεδί, περισσότερο απ’ όσο απέχει το βαθύ μπλε από το μοβ.

Όπως βλέπετε, η περιήγηση στα λεξικά δεν μας βοήθησε και πολύ. Όλα τα λεξικά δίνουν μαβί = μοβ, αλλά τα τρία από τα τέσσερα αναφέρουν επίσης, σαν πρώτη ή σαν δεύτερη σημασία, και κάποιαν απόχρωση του μπλε, είτε βαθύ μπλε είτε γαλανό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Καβαφικά, Σφυγμομετρήσεις, Χρώματα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 137 Σχόλια »

Εσείς κλοτσάτε ή κλωτσάτε;

Posted by sarant στο 5 Μαΐου, 2022

….όχι βεβαίως γατάκια στην Αιδηψό! Αλλά το σημερινό άρθρο παίρνει αφορμή από τα δύο προηγούμενα. Από το χτεσινό μας άρθρο, για το γατάκι στην Αιδηψό, δανείστηκα το ρήμα (και μόνο). Και από το προχτεσινό μας άρθρο, για το αν γράφετε Φρανκφούρτη ή Φραγκφούρτη, δανείζομαι τη δομή του ερωτήματος, σαν σφυγμομέτρηση πες.

Διότι, βλέπετε, η λέξη κλοτσάω (και όλες της οικογένειας: κλότσος, κλοτσιά, κλοτσηδόν, κλοτσοσκούφι κτλ.) αποτελεί ένα από τα γνωστά παραδείγματα ορθογραφικής διτυπίας στη γλώσσα μας.

Παλιότερα οι λέξεις αυτής της οικογένειας γράφονταν με ωμέγα: κλωτσιά, κλωτσάω, κλωτσοσκούφι, όπως στην ταινία με τη Βουγιουκλάκη.

Κι έτσι, ενώ η επίσημη (εννοώ τη σχολική) ορθογραφία θέλει τη λέξη με όμικρον, και με όμικρον τη γράφουν όλα τα λεξικά, πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, τη γράφουν με ωμέγα. Όπως έμαθαν; Νομίζω ότι και νεότεροι, που ασφαλώς τη διδάχτηκαν με όμικρον στο σχολείο, θα τη γράφουν με ωμέγα -αλλά αυτό θα το δούμε στα σχόλια (και βεβαια, οι λέξεις της οικογένειας αυτής δεν έχουν πολλές ευκαιρίες να εμφανιστούν γραμμένες σε σχολικό κείμενο).

Η λέξη «κλοτσάω» δεν έχει ελληνική ετυμολογία. Οι αρχαίοι έλεγαν «λακτίζω», απ’ όπου έχει μείνει και το εναρκτήριο λάκτισμα στο ποδόσφαιρο (και με μεταφορική σημασία).

Σύμφωνα με τα ετυμολογικά λεξικά, γενάρχης, ας πούμε, της οικογένειας είναι η λέξη «κλότσος», που αποτελεί δάνειο από το ιταλικό calcio (λάκτισμα, φτέρνα) το οποίο ανάγεται στο λατινικό calx, φτέρνα. Στα ιταλικά, όπως θα ξέρουν οι φίλαθλοι, calcio είναι και το ποδόσφαιρο. Οι παλαιοί, όπως ο Κοραής, ήθελαν τη λατινική λέξη calx να προέρχεται από το αρχαίο «λαξ» (πρβλ. πυξ λαξ) αλλά δεν ισχύει κάτι τέτοιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ορθογραφικά, Ποιο από τα δυο; | Με ετικέτα: , , | 134 Σχόλια »