Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ετυμολογικά’ Category

Και πάλι για τον άμπακο, τον αγλέουρα, τον περίδρομο και το καταπέτασμα

Posted by sarant στο 22 Αύγουστος, 2017

Όπως έχω πει, το καλοκαίρι τούτο θα βάζουμε αρκετές επαναλήψεις παλιότερων άρθρων. Έχω ξεχωρίσει μερικά άρθρα υποψήφια προς επανάληψη (από τα 3000+ που έχει δημοσιεύσει το ιστολόγιο στα 9+ χρόνια που εκπέμπει) αλλά το σημερινό δεν είναι ένα από αυτά. Μου το θύμισε όμως η μητέρα μου, που μου έγραψε πως η φίλη της η Λούλη μου ζήτησε να γράψω από πού προέρχεται η λέξη «αγλέορας». Φυσικά, έχουμε παρουσιάσει σχετικό άρθρο, και καθώς το βρήκα διαπίστωσα ότι είναι αρκετά παλιό (κοντεύει να κλείσει επταετία από την πρωτη δημοσίευσή του) και δεν είχε σχολιαστεί και πολύ όταν πρωτομπήκε, άρα προσφέρεται για αναδημοσίευση.

Για να μην παραπονιούνται όσοι ισχυρομνήμονες θυμούνται το παλιότερο άρθρο, έχω συμπεριλάβει σε τούτη την αναδημοσίευση στοιχεία από άλλο ένα παλιό άρθρο, ενώ στην αρχή της σημερινής αναδημοσίευσης προτάσσω έναν καταλογο με εκφράσεις που τις λέμε όταν κάποιος τρώει πολύ και που καλείστε να τον συμπληρώσετε. Δηλαδή τούτη η αναδημοσίευση περιέχει υλικό από τρία παλιά άρθρα -ε, συμφέρει!

Το αρχικό άρθρο είχε γραφτεί το 2010, ως συνέχεια ενός άλλου άρθρου που είχε αφορμή τη διάσημη πλέον φράση του Θ. Πάγκαλου «Μαζί τα φάγαμε».

Εκείνο το άρθρο κατέληγε με τη διαπίστωση ότι κάποιοι όχι μόνο τρώνε αλλά και ξεπερνούν τη χόρταση, κυριολεκτικά ή μεταφορικά:

καταβροχθίζουν, χλαπακιάζουν, γουρουνιάζουν, σαβουρώνουν, γκουμουλώνουν, ντερλικώνουν, περιδρομιάζουν, τρώνε τον αγλέουρα, τον αβλέμονα, τον άμπακο, τον περίδρομο, το καταπέτασμα, την κάνουν ταράτσα, την τυλώνουν, τρώνε μέχρι σκασμού, μέχρι κορεσμού, μέχρι να γκώσουν, μέχρι να πρηστούν, μέχρι να σμπλουνιάσουν.

Θα συμπληρώσετε ίσως τον κατάλογο στα σχόλια, πάντως πολλές από τις παραπάνω λέξεις και εκφράσεις έχουν λεξιλογικό ενδιαφέρον.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 45 Σχόλια »

Το κουτί της Πανδώρας και άλλα «σοφά λάθη»

Posted by sarant στο 21 Αύγουστος, 2017

Την ιδέα για το σημερινό άρθρο την πήρα από μια πρόσφατη δημοσίευση του Χρίστου Γραμματίδη στο Φέισμπουκ, που αναφερόταν στο πρώτο από τα σοφά λάθη που θα δούμε.

Ο όρος «σοφά λάθη» που χρησιμοποιώ είναι εσκεμμένα ανακριβής, εξού και τα εισαγωγικά στον τίτλο. Ακριβέστερο θα ήταν να πούμε για «λαθη σοφών».

Γιατί τα λέω έτσι;

Για να απαντήσουμε, ας σκεφτούμε το κουτί της Πανδώρας. Ξέρετε, το γνωστό κουτί που η Πανδώρα άνοιξε, μη μπορώντας να αντισταθεί στην περιέργεια, με αποτέλεσμα να ξεχυθούν από μέσα όλα τα δεινά στον κόσμο μας, αρρώστιες, πείνα, πόλεμος -αλλά και η ελπίδα, το αντίδοτο στα δεινά.

Η έκφραση έχει μπει και στη γλώσσα μας. Όταν λέμε «άνοιξε το κουτί της Πανδώρας» εννοούμε ότι έθεσε σε κίνηση μια διαδικασία που αποδεικνύεται πηγή αλλεπάλληλων κακών.

Κι όμως, το «κουτί της Πανδώρας» είναι «λάθος». Στην ελληνική μυθολογία δεν ήταν κουτί αλλά πιθάρι. Ναι, πιθάρι.

Για την Πανδώρα και το πιθάρι της μας μιλάει ο Ησίοδος στο Έργα και ημέρες. Την Πανδώρα την έφτιαξαν οι θεοί, πανέμορφη και ποθητή, για να τιμωρήσουν τους ανθρώπους μετά την αποκοτιά του Προμηθέα που έκλεψε τη φωτιά. Με εντολή του Δία, ο Ερμής τη χάρισε για σύζυγο στον Επιμηθέα, τον αδελφό του Προμηθέα.

Στο σπιτικό του Επιμηθέα υπήρχε ένα πιθάρι και η Πανδώρα έβγαλε το «μέγα πώμα» του και το άνοιξε και…

ἀλλὰ γυνὴ χείρεσσι πίθου μέγα πῶμ’ ἀφελοῦσα ἐσκέδασ’, ἀνθρώποισι δ’ ἐμήσατο κήδεα λυγρά.

Λίγο πολύ καταλαβαίνουμε τι θέλει να πει, αφού η γλώσσα είναι μία και ενιαία, έτσι; Αλλά και να μην καταλαβαίνουμε το νόημα, πάντως βλέπουμε σαφώς ότι ο Ησίοδος χρησιμοποιεί τη λέξη «πίθος».

Πώς το πιθάρι έγινε κουτί; Χρειάστηκε να μεσολαβήσει ένας σοφός -γι’ αυτό και λέω για «σοφό λάθος».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in χημεία, Ετυμολογικά, Λαθολογία, Μυθολογία, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 151 Σχόλια »

Η τσαέρα και άλλα δήθεν αγγλικά δάνεια της κυπριακής

Posted by sarant στο 17 Αύγουστος, 2017

Πριν από καμιά δεκαριά μέρες, σε μια συζήτηση που είχα στο Φέισμπουκ με μια φίλη, που έχει καταγωγή (και) από την Κύπρο, ήρθε ο λόγος, δεν θυμάμαι πώς ακριβώς, στη λέξη «τσαέρα», όπως λέγεται στην κυπριακή ελληνική η καρέκλα.

Τότε κάποιος ανέφερε ότι η τσαέρα είναι δάνειο από την περίοδο της αγγλοκρατίας, από τη λέξη chair, και η φίλη μου συμφώνησε, προσθέτοντας πως η κυπριακή έχει δανειστεί πολλές λέξεις από τα αγγλικά, όπως είναι η τσαέρα ή το σταφύλι βέρικο.

Είναι αλήθεια ότι η κυπριακή έχει δανειστεί από τα αγγλικά λέξεις που δεν τις έχει δανειστεί η κοινή νέα ελληνική, ενώ πολύ περισσότερα αγγλικά δάνεια έχει το λεξιλόγιο των Κυπρίων του Λονδίνου (των Τσάρληδων). Όμως, ούτε η τσαέρα ούτε το βέρικο έχουν αγγλική αρχή -και σε αυτά τα δήθεν αγγλικά δάνεια θα αφιερώσω το σημερινό άρθρο.

Βέβαια, η ομοιότητα του «τσαέρα» με το chair είναι μεγάλη, αλλά η ομοιότητα δυο λέξεων δεν σημαίνει ότι η μία προέκυψε με δανεισμό της άλλης: θα μπορούσε η ομοιότητα να είναι συμπτωματική ή θα μπορούσε οι δυο λέξεις να συγγενεύουν, αναγόμενες σε μια τρίτη κοινή αρχή. Θέλω να πω ότι δεν μπορούμε όπου βλέπουμε ομοιότητες να δεχόμαστε αμέσως γλωσσικό δανεισμό -χρειάζονται και άλλα στοιχεία.

Στην περίπτωση της τσαέρας, η υπόθεση του δανεισμού από τα αγγλικά αποδεικνύεται αβάσιμη αν κοιτάξουμε την ιστορία της λέξης -πρόκειται για λέξη παλιά, που υπάρχει σε δημοτικά τραγούδια («τζαι κάτσετε τους φίλους μου πάνω γρυσές τσαέρες»), επομένως αποκλείεται να οφείλεται σε επίδραση της αγγλικης γλώσσας αφού η αγγλική κυριαρχία στην Κύπρο χρονολογείται από το 1877. (Αυτός ο εμπειρικός κανόνας διατηρεί την ισχύ του και για την κοινή νέα ελληνική: λέξεις που υπήρχαν στη γλώσσα από τον 18ο-19ο αιώνα είναι απίθανο να έχουν αγγλική αρχή).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αγγλικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κύπρος, κυπριακά | Με ετικέτα: , , , , , | 129 Σχόλια »

Με τις σαγιονάρες

Posted by sarant στο 10 Αύγουστος, 2017

Το καλοκαίρι φοράμε σαγιονάρες, ιδίως στην παραλία. Κανονικά, οι σαγιονάρες είναι τα πατούμενα όπως στην εικόνα, δηλαδή, όπως λέει το ΛΚΝ, «είδος πλαστικής παντόφλας που συγκρατείται από δύο λουριά σε σχήμα V, που η γωνία τους περνά από το μεγάλο δάχτυλο».

Ωστόσο, νομίζω πως οι περισσότεροι θα χαρακτηρίσουν σαγιονάρες και τα άλλα είδη «πλαστικής παντόφλας», ιδίως εκείνες τις παλιές, τις καφετιές, με τις δύο πλατιές πλαστικές λωρίδες που σχημάτιζαν Χ. Τέτοιες κατασκεύαζε έναν καιρό ο στρατός και τις έδιναν στους φαντάρους, αν και νομίζω ότι τώρα πια δεν τις φτιάχνουν οι ίδιοι.

Τις σαγιονάρες τις χρησιμοποιώ καμιά φορά στην έκφραση «φράκο με σαγιονάρες», όταν θέλω να ψέξω κάποιον που ανακατεύει λέξεις πολύ λόγιες και πολύ λαϊκές π.χ. κάποιος που έγραψε «ιδιότητες που απάδουν από χέρι τέτοιων κατηγοριών», όπου το σαφώς λόγιο ρήμα «απάδω» δεν συνδυάζεται καλά με το χαρτοπαικτικό «από χέρι» -η συγκεκριμένη πρόταση, παλιό μαργαριτάρι του γελοιογράφου Στάθη, έχει και το κουσούρι της γενικομανιας, βέβαια, διότι το απάδω δεν συντάσσεται με γενική. Τέλος πάντων, η φράση μού φαίνεται τόσο αταίριαστη όπως κάποιος που φοράει επίσημο ένδυμα, φράκο, με σαγιονάρες. Πολλοί βέβαια θεωρούν γενικά τις σαγιονάρες σαν επιτομή του κιτς, όχι όμως εγώ.

Όμως εδώ δεν ενδυματολογούμε, αλλά λεξιλογούμε. Η σαγιονάρα λοιπόν είναι μια από τις λέξεις που μπήκαν στη γλώσσα μας εξαιτίας του κινηματογράφου. Είναι κάμποσες τέτοιες λέξεις π.χ. το ζιβάγκο -ο φίλος Τιπούκειτος είχε παλιά γράψει ένα σχετικό άρθρο, αν και η σαγιονάρα αναφέρεται μόνο στα σχόλια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , | 187 Σχόλια »

Ώστε υπάρχουν ακόμα κουσελιάρηδες;

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2017

Είχα πει ότι το καλοκαίρι θα έχουμε και αρκετές επαναλήψεις παλιότερων άρθρων, αλλά ίσαμε τώρα αυτές μετριούνται στα δάχτυλα. Καθώς λοιπον μου έτυχε κάτι έκτακτο χτες, ανεβάζω σε επανάληψη ένα άρθρο του 2011, ελπίζοντας ότι οι παλιότεροι αναγνώστες θα το έχουν μισοξεχάσει στα έξι (και βάλε) χρόνια που έχουν περάσει.

Φυσικά, το άρθρο περιστρέφεται γύρω από τη λέξη του τίτλου, που ίσως να σας είναι άγνωστη.

Εγώ τη λέξη τη θυμάμαι από τον Καραγάτση· όταν την είχα διαβάσει, έφηβος τότε, είχα υποθέσει το νόημά της από τα συμφραζόμενα· πρέπει να υπάρχει στον Γιούγκερμαν, αλλά δεν παίρνω όρκο, πάντως γίνεται συζήτηση ανάμεσα σε δυο άντρες, κι ο ένας κατηγορεί τον άλλον ότι δεν έπρεπε να συμπεριφερθεί σαν «κουσελιάρικο γραΐδιο». Νομίζω μάλιστα ότι κι άλλη φορά έχει χρησιμοποιήσει τη λέξη ο Καραγάτσης –αλλά δεν μπορώ να σας πω με βεβαιότητα, διότι τα βιβλία του δεν φαίνεται να γκουγκλίζονται.

Θα ρωτήσετε, ποια μύγα με τσίμπησε και αποφάσισα σήμερα να αφιερώσω κοτζάμ άρθρο σ’ αυτή τη μάλλον σπάνια λέξη, που δεν υπάρχει στα σημερινά μεγάλα λεξικά μας; Απλώς, μια μέρα που ετοίμαζα το άρθρο με τα πολλά ου, σκέφτηκα τη λέξη κουσκουσούρης και κοιτάζοντας στον Πάπυρο, θυμήθηκα και τον κουσελιάρη, που είναι πολύ κοντά στο λεξικό, και που σημαίνει το ίδιο ακριβώς. Αλλά ακόμα δεν σας είπα τι είναι ο κουσελιάρης (και ο κουσκουσούρης), αν και βέβαια πολλοί θα το ξέρετε.

Κουσελιάρης λοιπόν είναι ο κουτσομπόλης, ο κακολόγος, ο συκοφάντης. Κουσέλι, το κουτσομπολιό, η κακολογία. Το ίδιο σημαίνει και ο κουσκουσούρης. Ο κουσελιάρης υπάρχει στα παλιότερα λεξικά, όχι όμως στο ΛΚΝ, ούτε στον Μπαμπινιώτη, ενώ στο Μείζον Τεγόπουλου-Φυτράκη υπάρχει μόνο το κουσέλι. Ο κουσκουσούρης υπάρχει και στον Μπαμπινιώτη, όχι όμως στο ΛΚΝ.

Φυσικά, ο κουσελιάρης και το θηλυκό του, η κουσελιάρα, και το ουδέτερό του, το κουσελιάρικο, ολοφάνερα παράγονται από το κουσέλι, οπότε θα επικεντρωθούμε στη λέξη αυτή. Το κουσέλι, δηλαδή, όπως είπαμε, το κουτσομπολιό, πέρα από τα παραπάνω λεξικά, το βρίσκω και σε μερικά διαδικτυακά γλωσσάρια με τοπικές λέξεις –αλλά στην πραγματικότητα η λέξη, απ’ όσο ξέρω, αν και δεν είναι πανελλήνια, ακούγεται σε αρκετά μέρη: στα νησιά του Αιγαίου εξόν από την Κρήτη, στην Πελοπόννησο, στην Εύβοια, καθώς και παλιότερα στη Σμύρνη, δηλαδή σε μέρη που υπήρχε ιταλική επιρροή. Ίσως από τους Κασιώτες, ακουγόταν και στην Αίγυπτο. Στη Βόρεια Ελλάδα δεν την έχω συναντήσει, αν τη λέτε και εκεί πάνω να μου το πείτε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 120 Σχόλια »

Μαγαζί και μαγκαζίνο

Posted by sarant στο 24 Ιουλίου, 2017

Σε μια διαδικτυακή συζήτηση για την Ηριάννα, που παραμένει στη φυλακή διότι ούτε ναρκωτικά πουλούσε ούτε ασελγούσε σε ανήλικα ώστε να της χορηγηθεί ανασταλτικός χαρακτήρας στην έφεση, ένας φίλος, διαβάζοντας ένα κείμενο συμπαράστασης που ήταν γραμμένο στα αγγλικά (πιθανώς αυτό), εξέφρασε την απορία του για ποιο λόγο κρατείται η κοπέλα, αφού, όπως είπε, το να βρεθεί DNA πάνω σε κάποιο έντυπο δεν μπορεί να είναι καταδικαστικό, αφού το περιοδικό είναι κινητό αντικείμενο και εύκολα μεταφέρεται.

Επί της ουσίας ο φίλος είχε δίκιο, με την έννοια ότι πράγματι κακώς χρησιμοποιείται για πειστήριο ενοχής το γενετικό υλικό που έχει βρεθεί πάνω σε κινητά αντικείμενα, αφού αυτά είναι εύκολο να μεταφερθούν εκ των υστέρων, χώρια τους κινδύνους επιμόλυνσης στο εργαστήριο, όπως έχουμε συζητήσει και εδώ.

Ωστόσο, ο φίλος δεν είχε δίκιο ως προς το αντικείμενο που πάνω του βρέθηκε το (ελαττωματικό, επιπλέον) δείγμα γενετικού υλικού. Δεν ήταν περιοδικό, αλλά, όπως ξέρουμε, η γεμιστήρα (ή ο γεμιστήρας, ας μην σταθούμε εδώ) όπλου. Ο φίλος διάβασε τη φράση:

As for the charge of possession, transport and concealment of illegal firearms, the court based its verdict on expert testimony that Irianna’s DNA was found on a magazine

Βλέπετε τα αγγλικά, επειδή είναι ατελής γλώσσα και όχι νοηματική (πλάκα κάνω) χρησιμοποιούν την ίδια λέξη, magazine, και για το περιοδικό, και για τον γεμιστήρα του όπλου. Βέβαια, στην προκειμένη περιπτωση ο φίλος δεν πρόσεξε τη συνέχεια, που ασφαλώς διέλυε την αμφισημία: on a magazine (not attached to a weapon), that was discovered in a box (the firearms were never used in any criminal activity)

Αλλά βέβαια, δεν αποκλείεται ο φίλος να μη γνώριζε την άλλη σημασία της λέξης magazine, μία από τις άλλες πιο σωστά. Και επειδή είναι πολλές και ποικίλες, κι επειδή έχουμε και στη γλώσσα μας τη λέξη μαγκαζίνο αλλά και το μαγαζί, σκέφτηκα να αφιερώσω το σημερινό άρθρο ακριβώς σε αυτή την ενδιαφέρουσα γλωσσική περιήγηση, από το μαγαζί στο μαγκαζίνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά ταξίδια, Γλωσσικά δάνεια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 141 Σχόλια »

Μια άρια από τον Τροβατόρε

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2017

Δίνεται σήμερα στο Ηρώδειο η πρεμιέρα του Τροβατόρε, της δημοφιλέστατης όπερας του Τζουζέπε Βέρντι, σκέφτηκα λοιπόν, μια που δεν μπορώ να πάω, να αφιερώσω το σημερινό άρθρο στην όπερα αυτή. Θα συζητήσουμε για τον τίτλο της όπερας και θα δούμε την υπόθεσή της και μια από τις πιο γνωστές της άριες.

Βέβαια, ο τσαγκάρης δεν έχει αρμοδιότητα παραπάνω απ’ τον αστράγαλο, οπότε τα δικά μου σχόλια δεν θα είναι μουσικολογικά, όσο λεξιλογικά. Δεν κρύβω πάντως ότι μου αρέσει πολύ η ιταλική όπερα μέχρι και τον Βέρντι. Στο ιστολόγιο δεν έχω φανερώσει τόσο πολύ αυτή την κλίση μου, αν και πριν από τρεις μήνες είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο για μιαν άρια από τον Κουρέα της Σεβίλλης.

Η όπερα του Βέρντι έχει καθιερωθεί να αναφέρεται στην πατρίδα μας με τον ιταλικό της τίτλο αμετάφραστο, Τροβατόρε (στα ιταλικά Il trovatore). Ο αντίστοιχος ελληνικός όρος είναι «τροβαδούρος», μεταφορά του γαλλ. troubadour.

Οι τροβαδούροι ήταν περιπλανώμενοι λυρικοί ποιητές και μουσικοί που έζησαν στην Προβηγκία και γενικά στη νότια Γαλλία από τον 11ο έως τον 13ο αιώνα. Τραγουδούσαν κυρίως ερωτικά ιπποτικά θέματα στη λεγόμενη γλώσσα του οκ. Την ίδια εποχή στη Βόρεια Γαλλία άκμασαν οι τρουβέροι, που είχαν όμως πιο πολύ πολεμική θεματολογία.

Και οι δυο κατηγορίες τραγουδιστάδων έχουν παρεμφερή ετυμολογία και στην αρχή της αλυσίδας βρίσκεται η ελληνική λέξη τρόπος. Η λέξη περνάει στα λατινικά ως tropus, με πολλές σημασίες μεταξύ των οποίων «ρητορικό σχήμα». Από εκεί παράγεται το υστερολατινικό ρήμα contropare που σημαίνει «μιλώ μεταφορικά», «κάνω συγκρίσεις», καθώς και μια αμάρτυρη παραλλαγή του, το *tropare με σημασία «συνθέτω, εφευρίσκω».

Αυτό το *tropare πήρε λοιπόν δύο σημασίες που σιγά-σιγά χωρίστηκαν, αφενός τη «συνθέτω ένα ποίημα» και αφετέρου τη σημασία «ανακαλύπτω, εφευρίσκω». Από το παλαιοπροβηγκιανό ρήμα trobar, που παραδίδεται και με τις δύο παραπάνω σημασίες, γεννήθηκε η λέξη trobador που δήλωνε τους περιπλανώμενους αυτούς συνθέτες και τραγουδιστές. Η λέξη διαδόθηκε στις άλλες γλώσσες της περιοχής, και στα γαλλικά ως troubadour. Εν τω μεταξύ στα γαλλικά παράγωγο του *tropare ήταν το ρήμα trouver που σιγά-σιγά πήρε αποκλειστικά τη σημασία «βρίσκω» και είναι σήμερα ένα από τα κοινότερα ρήματα της γαλλικής γλώσσας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Μεταφραστικά, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , | 83 Σχόλια »

Φύρδην μίγδην

Posted by sarant στο 12 Ιουλίου, 2017

Περνώντας χτες-προχτές μπροστά από την τηλεόραση, είδα αυτόν τον τίτλο σε τηλεοπτική εκπομπή, υποθέτω σατιρική, νομίζω κυπρέικη, κι αυτό μου έδωσε την ιδέα για το σημερινό αρθράκι, σε συνδυασμό με εκείνο που συζητήσαμε τις προάλλες στα μεζεδάκια μας, σε κάποιο δικό σας σχόλιο, για το μαργαριτάρι μιας επώνυμης δημοσιογράφου, που έγραψε ότι ο Πέτρος Κόκκαλης «εξελέξη αριστείδην (!) μέλος του ΚΚΕ». Αριστίνδην βέβαια, αλλά ευτυχώς το είδαν και το διόρθωσαν.

Φύρδην μίγδην θα πει «ανάκατα, άνω κάτω, σε μεγάλη αταξία, σε απόλυτη ακαταστασία». Αυτές οι δυο λέξεις χρησιμοποιούνται μόνο σε αυτή τη φράση, και μόνο ζευγαρωμένες, δηλαδή λέμε Bιβλία, τετράδια, χαρτιά ριγμένα πάνω στο τραπέζι φύρδην μίγδην, αλλά δεν λέμε «τα βρήκα όλα μίγδην» ή «τα έριξε χάμω φύρδην». Αρχαίες είναι βέβαια οι λέξεις, αλλά στην αρχαιότητα δεν κάνανε μαζί, χώρια χρησιμοποιούνταν -μάλιστα ενώ το φύρδην είναι καθαρόαιμο αρχαίο, το μίγδην είναι ελληνιστικό, ο αρχαιότερος τύπος είναι «μίγδα», λέει ο Πετρούνιας στο ΛΚΝ. Η πιο παλιά ανεύρεση των δύο λέξεων μαζί είναι σε ένα σχόλιο που υπάρχει στο λεξικό Σούδα, ένα υβρεολόγιο που θα άξιζε να το μελετήσουμε κάποια άλλη φορά διότι είναι πολύ γλαφυρό, όπου λέγεται για κάποιον «καὶ κυκῶν καὶ φύρδην καὶ μίγδην ποιῶν ἅπαντα». Η στερεότυπη έκφραση «φύρδην μίγδην» δεν ξέρω πότε εμφανίζεται πρώτη φορά στα νεότερα γράμματά μας, πάντως μια διάσημη εμφάνισή της είναι σε ένα σύγγραμμα του Θ.Ι.Κολοκοτρώνη, του επιλεγόμενου και Φαλέζ, εγγονού του ήρωα της επανάστασης, που είχε τίτλο «Κουλουβάχατα ή αι φύρδην μίγδην σημεριναί ιδέαι» -στον Φαλέζ δηλαδή χρωστάμε αν όχι τη γέννηση πάντως τη διάδοση της λέξης «κουλουβάχατα», που έχει αραβική αρχή (kulluwahad = όλα ένα).

Το φύρδην και το μίγδην είναι παραδείγματα μιας κατηγορίας αρχαίων επιρρημάτων που είχαν την περίεργη -για τη σημερινή γλώσσα- κατάληξη «-δην». Αυτά παράγονταν είτε από ουσιαστικά (σπόρος – σποράδην) είτε από ρήματα (πλέκω-πλέξω-πλέγδην). Όπως λέει ο γραμματικός Απολλώνιος ο Δύσκολος (δεν χρειάζεται μετάφραση, είναι… εύκολο το κείμενο):

Τὰ εἰς δην ἐν βαρείᾳ τάσει ἐστί, καὶ παράγεται καὶ ἀπὸ ὀνομάτων, ὡς τῷ λόγος τὸ λογάδην παράκειται, μόνος μονάδην, τρόχος τροχάδην, σπόρος σποράδην. ἢ παρὰ ῥῆμα, διὰ τοῦ δ καὶ τοῦ συγγενοῦς β παραλαμβανομένου ἐν πρώτῃ συζυγίᾳ, κλέπτω κλέβδην, κρύπτω κρύβδην, γράφω γράβδην, ὄπτω ὄβδην καὶ ἐσόβδην. καὶ παρὰ τοὺς εἰς ξω λήγοντας μέλλοντας διὰ τοῦ γδ, πλέξω πλέγδην, μίξω μίγδην, νύξω νύγδην. καὶ παρὰ τὴν πέμπτην δὲ συζυγίαν, αἴρω ἄρδην, φύρω φύρδην. καὶ παρὰ τὸ σύω δὲ τὸ σύδην· ὅπερ ἐσχημάτιστο, ἐκ μεταθέσεως τοῦ ε εἰς τὸ υ, παρὰ τὸ σέω, ἀφ’ οὗ καὶ τὸ σόος, καθότι καὶ τῷ ῥέω τὸ ῥύω παράκειται, ἀφ’ οὗ καὶ τὸ ῥύβδην καὶ ὁλόκληρον εἰς ον λῆγον ῥυδόν· καὶ παρὰ τὸ χύω τὸ χύδην.

Στην αρχαιότητα τα επιρρήματα εις -δην ήταν πάρα πολλά, αλλά στις μέρες μας έχουν επιβιώσει λιγοστά, που μετριούνται στα δάχτυλα αν όχι του ενός χεριού πάντως των χεριών και των ποδιών. Κάποια άλλα, ενώ δεν λέγονται, έχουν δώσει παιδιά που τα χρησιμοποιούμε, ας πούμε από το «ράγδην» (από το ρήγνυμι) έχουμε το «ραγδαίος», που το χρησιμοποιούμε για τη βροχή και για τη γρήγορη εξέλιξη κακών πραγμάτων, μακριά από εμάς. Επίσης από το άδην (με δασεία) που σήμαινε «άφθονα» έχουμε τον αδηφάγο.

Υποσύνολο των επιρρημάτων σε -δην είναι τα επιρρήματα σε -ίνδην, που αυτά πράγματι μετριούνται στα δάχτυλα. Εκτός από το «αριστίνδην», το μόνο που είχε κάποια συχνή χρήση ήταν το «πλουτίνδην» (με κριτήριο τον πλούτο, δηλαδή).

Στο ΛΚΝ βρίσκω 12 λήμματα-επιρρήματα με κατάληξη -δην. Ο Μπαμπινιώτης, που θέλει να φανεί κάπως πιο λόγιος, προσθέτει πεντέξι ακόμα.

Τα συγκέντρωσα και τα παρουσιάζω εδώ (όχι, δεν φυλλομέτρησα μία προς μία τις σελίδες των λεξικών, χρησιμοποίησα ηλεκτρονικές μεθόδους’ από τότε που βγήκε η ηλεκτρονική αναζήτηση χάθηκε το φιλότιμο).

  • άρδην (από το αίρω): ολοκληρωτικά, εκ θεμελίων. Η κατάσταση άλλαξε άρδην. Άρδην ήταν ο τίτλος της σοσιαλιστικής εφημερίδας του Πλάτωνα Δρακούλη και τώρα του εθνικιστικού κινήματος του Καραμπελιά -εκεί που κρεμούσαν οι καπεταναίοι τ’άρματα…
  • αριστίνδην (από το άριστος): με επιλογή μεταξύ των αρίστων, χωρίς εκλογή. Παλιά υπήρχαν αριστίνδην γερουσιαστές, ενώ αριστίνδην Ιερά Σύνοδος ήταν αυτή που έκλεξε αρχιεπίσκοπο τον Ιερώνυμο το 1967 (χουντίνδην ήταν δηλαδή, αλλά…)
  • βάδην (από το βαίνω): με ρυθμό βαδίσματος. Και ουσιαστικό, το βάδην, το αγώνισμα του στίβου. Επίρρημα Βυρτεμβέργην δεν υπάρχει.
  • διαρρήδην (από το θέμα ρη- του λέγω, είρημαι): απερίφραστα, κατηγορηματικά. Ο Μπαμπινιώτης δίνει την ελαφρώς άστοχη (και φτιαχτή) φράση «υποστήριξε διαρρήδην τις διεκδικήσεις του» αλλά σχεδόν πάντα το χρησιμοποιούμε με το «αρνούμαι» ή με το «απορρίπτω»
  • εκτάδην (από το εκτείνω): σε ξαπλωτή στάση. Μόνο ο Μπαμπινιώτης το έχει.
  • επιτροχάδην (από τον τροχό): γρήγορα, βιαστικά και συνήθ. χωρίς πολλή προσοχή: Ελέγχω επιτροχάδην τους λογαριασμούς. Aναφέρθηκε επιτροχάδην στα προηγούμενα (δηλ. σύντομα). Ο Μπαμπινιώτης εδώ σφάλλει, διότι το λημματογραφεί στο «τροχάδην», ως δύο λέξεις (επί τροχάδην) υποβάλλοντας μάλιστα την ιδέα ότι έτσι το έγραφαν οι αρχαιοι, ενώ οι αρχαίοι πάντοτε το έγραφαν σε μία λέξη, επιτροχάδην.
  • καταλογάδην : κατά τον τρόπο της φυσικής ομιλίας’ λέγεται για απόσπασμα π.χ. της Ιλιάδας που το διαβάζουμε πεζό, όχι έμμετρο.
  • λογάδην (από το λογάς = εκλεκτός -και όχι φλύαρος!): κατ’ επιλογή. Μόνο στον Μπαμπινιώτη και αμφιβάλλω αν λέγεται σήμερα, αν και βλέπω ότι υπάρχει λογοθεραπευτικό κέντρο ή κάτι τέτοιο με τον τίτλο Λογάδην, τρέχα γύρευε δηλαδή.
  • μίγδην (από το μίγνυμι) βλ. φύρδην μίγδην.
  • προτροπάδην (από την προτροπή): πολύ γρήγορα. Μόνο στον Μπαμπινιώτη που το χαρακτηρίζει αρχαιοπρεπές. Για κάποιον που το βάζει στα πόδια μπορούμε να πούμε «έφυγε προτροπάδην».
  • σποράδην (από το σπόρος): σποραδικά. Μπορούμε να αποδώσουμε έτσι τη βιβλιογραφική ένδειξη passim.
  • στάγδην (από το στάζω): σταγόνα-σταγόνα. Μόνο στον Μπαμπινιώτη, ο οποίος περιέργως δεν καταγράφει τον σύμπλοκο όρο «στάγδην άρδευση», τουλάχιστον στην έκδοση που έχω.
  • συλλήβδην (από το συλλαμβάνω): όλα/όλοι μαζί, χωρίς εξαίρεση -συχνά με επικριτική χροιά, π.χ. δεν μπορείς να χαρακτηρίζεις πουλημένους συλλήβδην τους πολιτικούς. Επειδή δεν είναι διάφανη η σημασία, συχνά λέμε «όλους συλλήβδην».
  • συστάδην (από το συνίσταμαι ή από τη συστάδα): από κοντά, σώμα με σώμα. Μόνο στις φράσεις «μάχομαι/μάχη εκ του συστάδην».
  • τροχάδην (από τον τροχό): τρέχοντας, βιαστικά. Και ουσιαστικό, το τροχάδην, που έχει δώσει σε σχολεία και στρατόπεδα το υποκοριστικό «το τροχαδάκι».
  • φύρδην (από το φύρω, εξού και φύραμα, αιμόφυρτος), βλ. φύρδην μίγδην.
  • χύδην (από το χέω): σωρηδόν, χύμα. Τόσο το ΛΚΝ όσο και ο Μπαμπινιώτης υποστηρίζουν ότι χρησιμοποιείται μόνο στη φράση «χύδην όχλος» που τον λέγανε περιφρονητικά οι παλιοί ψηλομύτηδες για την πλέμπα -άλλωστε και η λ. χυδαίος από το χύδην είναι. Ωστόσο, υπάρχει και το χύδην φορτίο, πχ. χύδην τσιμέντο (bulk που λέμε) στην ορολογία της πιάτσας και θα έπρεπε να το καταγράψουν τα λεξικά.

Πέρα από αυτά, το Αντίστροφο λεξικό της Συμεωνίδη, που όμως καταγράφει και σπανιότατες λέξεις, έχει τρεις ακόμα: περιβάδην, παραστάδην και συμμίγδην. Τα δύο πρώτα ακούγονται λιγάκι σαν κυπρέικα.

Να πούμε ότι όλες οι παραπάνω λέξεις είναι αρχαίες, δηλαδή το επίθημα -δην δεν είναι πια ζωντανό στα νέα ελληνικά, σε αντίθεση με το άλλο επιρρηματικό επίθημα, το -δόν, π.χ. αναφανδόν, οκλαδόν, ομαδόν, σωρηδόν, το οποίο χρησιμοποιείται και για την παραγωγή νεότερων λέξεων, κάποτε ευκαιριακών σχηματισμών, π.χ. κλοτσηδόν, σαρδεληδόν (π.χ. για τους επιβάτες στο λεωφορείο), κοπιπαστηδόν.

Από την άλλη, τα επιρρήματα σε -δην, όπως και να το κάνεις, έχουν κάποιαν επισημότητα. «Θα τιμωρήσω όλο τον λόχο διαρρήδην», έλεγε ένας λοχαγός που είχαμε στο στρατό κι εμείς ψαρώναμε. Μάλλον συλλήβδην ήθελε να πει, αλλά κανείς δεν τόλμησε να του το επισημάνει.

Posted in Αρχαία ελληνικά, Γραμματική, Γενικά γλωσσικά, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 129 Σχόλια »

Τρώνε σπετζοφάι οι Spice Girls;

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2017

Ομολογώ πως δεν μπορώ να απαντήσω στην ερώτηση του τίτλου αν και φαντάζομαι πως η απάντηση θα είναι αρνητική: αφενός, για να μάθουν το σπετζοφάι πρέπει να βρεθούν από τα μέρη μας, αν και όχι αναγκαστικά στο Πήλιο, και αφετέρου πάω στοίχημα ότι το χωριάτικο λουκάνικο δεν ικανοποιεί τις υγιεινιστικές προδιαγραφές που με θρησκευτική ευλάβεια πρέπει να τηρούν οι αστέρες του θεάματος. Υπάρχει κι άλλο ένα προβληματάκι, ότι το πενταμελές συγκρότημα έχει διαλυθεί και οι περσινές προσπάθειες να ανασυσταθούν με τρία από τα αρχικά μέλη δεν ευοδώθηκαν.

Αρνητική όμως είναι η απάντηση αν εννοήσουμε κυριολεκτικά την ερώτηση. Ωστόσο, εμείς εδώ λεξιλογούμε, κι έτσι το σημερινό άρθρο δεν θα είναι αφιερωμενο στο διαιτολόγιο του γνωστού συγκροτήματος, αλλά στο κατά πόσον υπάρχει ετυμολογική σχέση ανάμεσα στο σπετζοφάι και στη λέξη spice.

Αυτήν ακριβώς την ερώτηση την έθεσε σε σχόλιο ένας φίλος του ιστολογίου πριν από μερικές μέρες, σκέφτηκα λοιπόν ότι προσφέρεται για ένα σύντομο αρθράκι, τέτοιο που ταιριάζει σε μια καλοκαιρινή Παρασκευή.

Το σπετζοφάι λοιπόν, σύμφωνα με την επικρατέστερη εξήγηση, πήρε την ονομασία του από τις πιπεριές, που αποτελούν βασικό του συστατικό -οι δε καυτερές πιπεριές λέγονται και σπέντζες στο Πήλιο και σε άλλα πολλά σημεία της χώρας, αλλά και στα αρβανίτικα.

Στα Ρόδινα ακρογιάλια του, ο Παπαδιαμάντης, αντικρινός στο Πήλιο, παρουσιάζει έναν διάλογο με τον Κώστα, επιστάτη ενός κτήματος, που του αρέσει να ανακατεύει στην κουβέντα του τούρκικες λέξεις. Του λέει ο Κώστας, και μεταφράζει αμέσως ο αφηγητής:

― Σπέντζες ἰστέρσιν; μοῦ ἐφώναξε μακρόθεν ὁ Κώστας. Βὰρ τσόκ. (Πιπεριὲς θέλεις; Ἔχω πολλές.)

Επειδή η λέξη σπέντζα = πιπεριά δεν είναι πανελλήνια και επειδή σήμερα δεν είναι πια τόσο γνωστή, πολύς κόσμος το σπετζοφάι το παρετυμολογεί με τις Σπέτσες και το λέει σπετσοφάι -αλλά για τις Σπέτσες θα μιλήσουμε πιο κάτω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παπαδιαμάντης, Τοπωνύμια, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , | 173 Σχόλια »

Για μπάνιο πάω

Posted by sarant στο 6 Ιουλίου, 2017

Φέτος έτυχε να πάρω νωρίς την καλοκαιρινή μου άδεια, αλλά τον Αύγουστο που όλοι θα διακοπεύετε εγώ θα δουλεύω σκληρά. Οπότε, τη φράση του τίτλου θα μπορούσα να την πω κι εγώ, αν και την έχουν πει κι άλλοι πριν από μένα. Γενικά, ολόκληρο το σημερινό άρθρο θα έχει κάτι από ντεζαβούδι για τους ταχτικούς αναγνώστες του ιστολογίου, αφού αποτελεί, εν μέρει όμως μόνο, επανάληψη παλιότερου άρθρου -σας έχω προειδοποιήσει, άλλωστε, ότι ως τον Σεπτέμβρη το ιστολόγιο θα κινείται με πιο χαλαρούς ρυθμούς.

Το καλοκαίρι κάνουμε μπάνιο στη θάλασσα, αλλά η λέξη δεν αναφέρεται μόνο στο θαλασσινό λουτρό ούτε μόνο στο κολύμπι. Μπάνιο λέγεται και το πλύσιμο ολόκληρου του σώματος, κανονικά όταν γίνεται στη μπανιέρα, αλλά και στο ντους, ενώ συνεκδοχικά μπάνιο λέγεται και ο ειδικός χώρος του σπιτιού ή του ξενοδοχείου που είναι εφοδιασμένος με μπανιέρα ή/και ντουζιέρα και όλα τα απαραίτητα.

Ετυμολογικά, η λέξη «μπάνιο» είναι δάνειο από τα ιταλικά, και όπως θα δούμε είναι αντιδάνειο. Παράλληλα, έχουμε κρατήσει την παλιότερη λέξη, λουτρό, για όλες σχεδόν τις χρήσεις -έτσι, και το δωμάτιο του μπάνιου λέγεται και λουτρό, αλλά και για θαλάσσια λουτρά μιλάμε. Μάλιστα, λέμε μόνο «λουόμενοι» όταν θέλουμε να αναφερθούμε σε όσους βρίσκονται στην πλαζ και κάνουν μπάνιο, δεν έχουμε άλλη λέξη, από τη ρίζα του μπάνιου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 185 Σχόλια »

Καλό καίρι!

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2017

Σύμφωνα με πληροφορίες από το Αστεροσκοπείο, στις 07.24 σήμερα το πρωί είχαμε το θερινό ηλιοστάσιο κι έτσι μπήκαμε επισήμως στο καλοκαίρι, ένα ορόσημο που σημαδεύεται από τις μεγαλύτερες σε διάρκεια μέρες της χρονιάς. Το ιστολόγιο θα σας ευχηθεί αναδημοσιεύοντας ένα προπέρσινο άρθρο με τα λεξιλογικά του καλοκαιριού, μια και είπαμε ότι φέτος έχουμε μπει σε τροχιά επαναλήψεων.

Όμως, ενώ αναδημοσιεύω χωρίς πολλές αλλαγές το προπέρσινο άρθρο, αλλάζω τον τίτλο, για να ειρωνευτώ αυτήν τη γλωσσοδιορθωτική ανοησία που ακούστηκε πρόσφατα με τις πανελλήνιες εξετάσεις, ότι τάχαμ είναι λάθος, διότι πλεονασμός, να ευχόμαστε «καλή επιτυχία» αφού η επιτυχία είναι ούτως ή άλλως κάτι θετικό. Αν τραβήξουμε αυτή τη λογική λίγο πιο πέρα, φτάνουμε στο συμπέρασμα πως είναι πλεονασμός να ευχόμαστε «καλό καλοκαίρι» διότι το καλοκαίρι έχει μέσα του το «καλό».

Πράγματι, το καλοκαίρι είναι λέξη μεσαιωνική και προέκυψε «εκ συναρπαγής» που λένε οι φιλόλογοι, δηλαδή από συγχώνευση σε μια λέξη της φράσης «καλός καιρός». Ήδη σε κάποιο ελληνολατινικό γλωσσάρι της ύστερης αρχαιότητας παραδίδεται ο τύπος «καλόκαιρος» με την επεξήγηση bonum tempus, ενώ σε κείμενο του 9ου αιώνα απαντά ο τύπος «καλοκαίριον» -από εκεί είναι εύκολο, καλοκαίριν, καλοκαίρι. Το πιάσαμε το υπονοούμενο, το καλοκαίρι κάνει καλό καιρό!

Η αρχαία λέξη έχει διατηρηθεί κι αυτή, θέρος. Είναι ήδη ομηρική (ουτ’ εν θέρει, ουδ’ εν οπώρη στην Οδύσσεια, όπου οπώρα το φθινόπωρο) και προέρχεται από ινδοευρωπαϊκή ρίζα που δηλώνει τη ζέστη και τη θερμότητα -από την οποία άλλωστε προέρχεται και η λέξη «θερμός». Θέρος όμως είναι και ο θερισμός: θέρος-τρύγος-πόλεμος λέει η παροιμία για τις τρεις μεγάλες αναστατώσεις της παλιάς εποχής. Άραγε να ονομάστηκε το καλοκαίρι από τον θερισμό, να σημαίνει «εποχή του θερισμού»; Όχι, το αντίστροφο συνέβη, η αρχική σημασία του ρήματος «θερίζω» ήταν «περνώ το καλοκαίρι» και μετά πήρε τη σημασία «δρέπω».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 174 Σχόλια »

Τι εστί βερίκοκο τελικά;

Posted by sarant στο 16 Ιουνίου, 2017

Τις προάλλες η φίλη μας η Λ. μας είπε ότι πεθύμησε κανένα φρουτάκι, εννοώντας τα άρθρα που βάζω κατά καιρούς για τα οπωρικά, που τα έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις» (2013). Ήρθε στα λόγια μου, αφού το έχω πει πως αυτή την περίοδο, δηλαδή ίσαμε τον Σεπτέμβρη, το μενού του ιστολογίου θα περιλαμβάνει αρκετές επαναλήψεις και γενικά ελαφρότερο πρόγραμμα. Οπότε, αναδημοσιεύω σήμερα ένα άρθρο του 2009 για ένα φρούτο που είναι η εποχή του, ξαναδουλεμένο όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο.

Άλλα φρούτα βρίσκονται σχεδόν ολοχρονίς στην αγορά, άλλα επί μήνες, άλλα όμως μόνο για λίγες εβδομάδες. Ένα απ’ αυτά τα τελευταία είναι τα βερίκοκα· ακόμα και σήμερα που με την εκμηδένιση των αποστάσεων ο πάγκος του μανάβη γεμίζει καρπούς από μακρινά μέρη, η εποχή του βερίκοκου είναι μάλλον σύντομη, κάτι εβδομάδες τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.

Αλλά, ας δούμε τι εστί βερίκοκο. Και ξεκινάω μ’ ένα πρόχειρο κουίζ. Ποια είναι η απώτερη καταγωγή της λέξης βερίκοκο; Ελληνική, λατινική, αραβική, ινδική ή άλλη; Αν υποθέσατε καταγωγή από την Ανατολή, λυπάμαι αλλά πέσατε έξω. Το φρούτο από την Ανατολή μάς ήρθε, η λέξη που το περιγράφει όχι, τουλάχιστον όχι η λέξη «βερίκοκο». Το βερίκοκο είναι λέξη που έχει περάσει από σαράντα κύματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 119 Σχόλια »

Σκυλεύουν χωρίς σκύλους

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2017

Στο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Στο Χριστό στο Κάστρο» υπάρχει και ο ακόλουθος διάλογος ανάμεσα στον παπα-Φραγκούλη και στον Αλεξανδρή τον ψάλτη, που ο παπάς αγαπά να τον πειράζει:

«Δε μου λές, Αλεξανδρή, τί θα πή, τώρα, στην καταβασία των Χριστουγέννων, ‘ο ανυψώσας το κέρας ημών’; Ποιός είν’ αυτός ο ανυψώσας;»

«Νά, ο ανιψιός σας» απήντα ο κύρ Αλεξανδρής, μή εννοών άλλως την λέξιν.

«Και τί θα πή ‘σκύλα Βαβυλών της βασιλίδος Σιών;» ηρωτα πάλιν ο παπάς.

«Νά, σκύλα Βαβυλών» απήντα ο ψάλτης, νομίζων ότι περί σκύλας πράγματι επρόκειτο.

Τη στιχομυθία πρέπει να την έχουμε αναφέρει ξανά σαν παράδειγμα παρανόησης της εκκλησιαστικής γλώσσας. Ο ψάλτης, άνθρωπος λαϊκός, που δεν θα πήγε και πολλά χρόνια στο σχολείο, ερμηνεύει το «ο ανυψώσας», που το ψέλνει κάθε χρόνο, σαν να ήταν «ο ανηψιός σας» ενώ το «σκύλα» νομίζει ότι είναι προσδιορισμός της Βαβυλώνας, που χαρακτηρίζεται σκύλα -κυριολεκτικά ή μεταφορικά, θηλυκός σκύλος ή σκληρή ή ανήθικη γυναίκα.

Δεν είναι έτσι βέβαια. Ολόκληρη η φράση του Κανόνα είναι: Σκῦλα Βαβυλὼν τῆς Βασιλίδος Σιών, καὶ δορύκτητον ὄλβον ἐδέξατο, το οποίο μεταφράζεται στη γλώσσα μας: Η Βαβυλώνα δέχτηκε τα λάφυρα της βασιλικής Σιών και τον λεηλατημένο πλούτο της. Είναι λοιπόν «τα σκύλα», τα λάφυρα της Ιερουσαλήμ.

Εδώ κάποιος πολυτονιστής, σαν τον φίλο μας τον Αρχιμήδη, θα μας πει ότι το πολυτονικό θα μας βοηθούσε να ξεδιαλύνουμε ότι πρόκειται για τα σκύλα και όχι για τη σκύλα, αλλά βέβαια ο κυρ Αλεξανδρής άκουγε, δεν διάβαζε, κι έτσι κι αλλιώς αν μπορεί κάποιος να διακρίνει τις διαφορές της σημασίας βάσει του τονισμού δεν τις έχει ανάγκη διότι καταλαβαίνει ότι δεν μπορει να γίνεται λόγος για τη σκύλα.

Το γουστόζικο αυτό μικρογλωσσικό επεισόδιο το θυμήθηκα τις προάλλες, όταν φίλος με ρώτησε αν θεωρώ σωστή τη χρήση του όρου «σκυλεύω τη μνήμη του νεκρού».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ομόηχα, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 209 Σχόλια »

Οι ντελιβεράδες έχουν σήμερα απεργία

Posted by sarant στο 25 Μαΐου, 2017

Το σωματείο Συνέλευση Βάσης Εργαζόμενων Οδηγών Δικύκλου (ΣΒΕΟΔ), που φιλοδοξεί να καλύψει τον κλάδο των ντελιβεράδων, των κούριερ και των εξωτερικών συνεργατών, έχει σήμερα κηρύξει απεργία, διεκδικώντας πράγματα που φαίνονται αυτονόητα: το μηχανάκι που οδηγούν να είναι εταιρικό (αυτή τη στιγμή είναι δικό τους, με όλα τα έξοδα που αυτό συνεπάγεται), να τους χορηγεί ο εργοδότης μέσα ατομικής προστασίας (κράνος, γάντια κτλ.), να ενταχθεί ο κλάδος στα βαρέα και ανθυγιεινά και να καταβάλλονται όλα τα ένσημα (η συνήθης πρακτική είναι να παίρνουν πολύ λιγότερα ένσημα απ’ όσα αντιστοιχούν στις ώρες που δουλεύουν) και να αναγνωριστεί ενιαία ειδικότητα ώστε να μην είναι εύκολο το «διαίρει και βασίλευε». Θα είναι δύσκολη απεργία, αφού ο κλάδος είναι διεσπαρμένος -αλλά ο στόχος του σωματείου είναι να φέρει τους ντελιβεράδες, τους κούριερ και τους εξωτερικούς από τον μοναχικό αγώνα δρόμου στον συλλογικό δρόμο του αγώνα.

Το σωματείο έχει ανεβάσει βιντεάκι στο Γιουτούμπ, επειδή όμως εμείς είμαστε ιστολόγιο που αγαπάει τον γραπτό λόγο θα παρουσιάσω εκτενή αποσπάσματα από το απεργιακό φύλλο του περιοδικού του σωματείου, που έχει τον τίτλο Στο Ρελαντί και μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Βέβαια, αναπόφευκτα θα λεξιλογήσουμε, οπότε ας ξεκινήσουμε μ’ αυτό.

Ο εργαζόμενος με το μηχανάκι, που έρχεται να μας φέρει φαγητό στο σπίτι, κάνει ντελίβερι και λέγεται ντελιβεράς. Η λέξη «ντελιβεράς» έχει πια μπει στην ελληνική γλώσσα και λημματογραφείται στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας. Από την άλλη, δεν καταγράφεται στο ΛΚΝ (1998), κάτι που μας δίνει μια ισχυρή χρονολογική ένδειξη όχι απαραίτητα για την εμφάνιση αλλά πάντως για τη διάδοση της λέξης.

Κατά συνέπεια, δεν είναι ανάγκη να γράφουμε delivery όταν γράφουμε ελληνικά, ούτε βέβαια, βγάζω σπυράκια μόνο που το σκέφτομαι, deliverάς. Εξεζητημένη μού φαίνεται και η μεταγραφή ντιλίβερι, ντιλιβεράς, που πάντως τη δίνει σαν δεύτερη το Χρηστικό. Ο ντελιβεράς στη Βόρεια Ελλάδα λέγεται πακετάς.

Το αγγλικό delivery ετυμολογικά ανάγεται στο λατινικό deliberare, στη ρίζα του δηλαδή βρίσκεται το liber = ελεύθερος. Άλλωστε και το ρήμα deliver σημαίνει και διασώζω, και απελευθερώνω, και απαλλάσσω, αλλά και ξεγεννάω γυναίκα, και διάφορα άλλα πράγματα, πέρα από τη σημασία «παραδίδω», που είναι αυτή που μας ενδιαφέρει εδώ.

Ο κούριερ, πάλι, ο υπάλληλος της εταιρείας ταχυμεταφοράς ή ταχυδιανομής που μεταφέρει και παραδίδει φακέλους, είναι δάνειο από τα αγγλικά, που είναι δάνειο από τα γαλλικά και τελικά ανάγεται στο λατινικό currere, τρέχω. Αν θέλουμε να εξελληνίσουμε τον όρο, μπορούμε να τον πούμε ταχυδιανομέα (ή και ταχυμεταφορέα) αλλά θα υπάρχει μια μικρή ασάφεια καθώς δεν είναι σαφές αν «ταχυμεταφορέας» είναι η εταιρεία ή ο υπάλληλος. Μπορούμε, θαρρώ, να κρατήσουμε (και) το κούριερ και δεν υπάρχει λόγος, όταν γράφουμε ελληνικά, να τον γράφουμε με λατινικό αλφάβητο. Η αφίσα του σωματείου γράφει βέβαια courier και delivery, αλλά στο απεργιακό φύλλο του περιοδικού χρησιμοποιούνται, και σωστά, οι ελληνογραμμένοι όροι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εργατικά, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , | 209 Σχόλια »