Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ετυμολογικά’ Category

Η φαβορίτα του Λάνθιμου

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2019

Τις προάλλες, όταν η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου τιμήθηκε με κάμποσα βραβεία BAFTA, ο Κυρ. Μητσοτάκης συγχάρηκε με τουίτ στα αγγλικά τον σκηνοθέτη, όπου ανέφερε: Congratulations Yorgos Lanthimos for the great success of The Favorite at the

«Μάθε πρώτα πώς λένε την ταινία και μετά δώσε συγχαρητήρια» ήταν το δηκτικό σχόλιο του πρώτου σχολιαστή, ενώ και αρκετοί άλλοι επισήμαναν ότι ο τίτλος της ταινίας γράφεται κάπως διαφορετικά: The Favourite και όχι The Favorite.

Μικρό το κακό, φυσικά. Δεν πρόκειται για ανορθογραφία, αλλά για διπλοτυπία. Στα αμερικάνικα αγγλικά γράφουν favor, honor, color, ενώ στα βρετανικά αγγλικά favour, honour, colour και αυτή είναι μια από τις γνωστότερες ορθογραφικές διαφορές ανάμεσα στις δυο γλωσσικές ποικιλίες -υπάρχουν και άλλες, ίσως όμως όχι τόσες ώστε να δικαιώνουν το παλιό ευφυολόγημα ότι η Αγγλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι δυο χώρες που χωρίζονται από μια κοινή γλώσσα (φαίνεται πως το είπε ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σόου, ο οποίος βέβαια ήταν Ιρλανδός).

Οπότε, θα ήταν άδικο να κατηγορήσουμε τον καημένο τον Κούλη για λειψή γνώση της αγγλικής αν και καλά θα έκανε να ελέγξει τον τίτλο της ταινίας πριν συγχαρεί τον σκηνοθέτη της.

Όσο για τον ελληνικό τίτλο, είναι «Η ευνοουμενη». Επίτηδες δεν έβαλα τόνο, διότι και στο τρέιλερ της ταινίας αλλά και στην αφίσα της ο τίτλος γράφεται με κεφαλαία, Η ΕΥΝΟΟΥΜΕΝΗ, κι έτσι δεν ξέρουμε αν ο Λάνθιμος θα ήθελε να τονίζεται ο ελληνικός τίτλος της ταινίας του «Η ευνοούμενη» ή «η ευνοουμένη».

Όταν πρωτοέγραψα για την ταινία, έβαλα τόνο στην παραλήγουσα, «Η ευνοουμένη», επειδή θεώρησα πως όταν η μετοχή έχει ουσιαστικοποιηθεί (και σημαίνει την ερωμένη ενός εστεμμένου) παροξύνεται ενώ όταν παίζει ρόλο επιθέτου (π.χ. η ευνοούμενη παράταξη) τονίζεται στην προπαραλήγουσα. Ωστόσο, στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι αναφορές στα ελληνικά μέσα τονίζουν τη λέξη στην προπαραλήγουσα, Η ευνοούμενη, οπότε αυτό θα πάρουμε για σωστό εκτός αν ο Λάνθιμος εκφράσει άλλη άποψη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αγγλικά, Ετυμολογικά, Ιστορία, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , | 189 Σχόλια »

Γκώσαμε, ή μια τρύπα στα λεξικά μας

Posted by sarant στο 8 Φεβρουαρίου, 2019

Τις προάλλες, στην ομάδα «Υπογλώσσια» του Φέισμπουκ, όπου συμμετέχω κι εγώ, κάποιος φίλος έφερε για συζήτηση μιαν οθονιά από συζήτηση, έχοντας υπογραμμίσει τη λέξη «γκώσαμε».

Τη συζητησαμε λοιπόν εκεί, οπότε συνειδητοποίησα πως δεν την έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο, παρόλο που, γκουγκλίζοντας, βρίσκω πως έχουμε χρησιμοποιήσει μερικές φορές το ρήμα «γκώνω» και ιδίως τον τύπο «γκώσαμε», για παράδειγμα, σε συζήτηση για βιβλία κάποιος σχολίασε: «Όχι άλλο σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα, γκώσαμε πια» ενώ, με άλλη ευκαιρία, κάποιος άλλος έκανε το διαγλωσσικό λογοπαίγνιο «γκώσαμε πια με τα γκόσιπ!»

Όμως ξεκίνησα κάπως από τη μέση, θεωρώντας δεδομένο πως ξέρετε τι σημαίνει η λέξη -ίσως επειδή υποθέτω πως οι περισσότεροι θα την ξέρετε, αν και δεν αποκλείεται να έχετε ακούσει το «γκώσαμε» με τη σημασία του «φτάνει πια», «νισάφι», «μπάστα», «όχι άλλο κάρβουνο», αλλά να μην ξέρετε τι ακριβώς σημαίνει το σχετικό ρήμα.

Και, εδώ που τα λέμε, όλοι σχεδόν που χρησιμοποιούν την περίπου συνώνυμη «νισάφι» δεν ξέρουν -και δεν είναι ανάγκη να ξέρουν- την ετυμολογία της λέξης, ούτε τι σημαίνει η τουρκική λέξη insaf από την οποία προέρχεται το δικό μας νισάφι.

Το ρήμα «γκώνω» το είχα συμπεριλάβει στις Λέξεις που χάνονται, όπου έβαζα λέξεις που δεν συμπεριλαμβάνονταν στα μεγάλα λεξικά μας (τότε ήταν το ΛΚΝ και του Μπαμπινιώτη, το Χρηστικό δεν είχε κυκλοφορήσει το 2011 που βγήκε αυτό το βιβλίο μου). Είχα γράψει τα εξής:

Γκώνω και αγκώνω σημαίνει εξογκώνομαι, πρήζομαι από το πολύ φαγητό, αισθάνομαι κορεσμό. Το ρήμα είναι και αμετάβατο («έφαγα πολύ και έγκωσα») και μεταβατικό («οι λουκουμάδες με γκώνουν»). Πρόκειται για μια δυσάρεστη αίσθηση κορεσμού, πολύ κοντύτερα στο μπουχτίζω παρά στο χορταίνω. Προέρχεται από το αρχαίο ογκώ, μέσω του μεσαιωνικού ογκώνω, αγκώνω. Πανελλήνια και ολοζώντανη λέξη.

Προκειμένου για γλυκά, το γκώνω είναι λίγο πιο βαρύ από το λιγώνω. Σε ένα διάσημο στίχο από την Οδύσσεια του Καζαντζάκη, η Ράλα διώχνει το νιο ψαρά: «Σύρε στον ουρανό σου να χαθείς και παρθενιές δε θέλω / το άσπρο κρινάνθι σου μ’ αναγουλιάει κι η γλύκα σου με γκώνει».

Μεταφορικά, βρίσκουμε το γκώνω πολύ συχνά σε άρθρα εφημερίδων και σε διαδικτυακές συζητήσεις. Όταν στη Σκάλα του Μιλάνου οι θεατές αποδοκίμασαν τον σκηνοθέτη μιας παράστασης, ο Κ. Γεωργουσόπουλος έγραψε στα Νέα: «οι άνθρωποι έγκωσαν πια». Μάλιστα, εξελίσσεται σε παροιμιακή φράση το «γκώσαμε», σαν παραλλαγή και συνώνυμο των παλιότερων «δώσαμε, δώσαμε» και «όχι άλλο κάρβουνο», ένδειξη κορεσμού, π.χ.: «Όχι άλλες γκέι παραστάσεις. Γκώσαμε!» ή «Όχι άλλον [όνομα τηλεσχολιαστή]. Γκώσαμε!» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 261 Σχόλια »

Οι γκαζές της γκαζόζας γκαζώνουν αγκαζέ στο γκαζόν

Posted by sarant στο 7 Φεβρουαρίου, 2019

Το σημερινό άρθρο το ζητήσατε εσείς. Το περασμένο Σάββατο είχαμε τα Μεζεδάκια της γκαζόζας, με αφορμή τη διάσημη πια ατάκα του βουλευτή Αριστείδη Φωκά, που, όπως δικαιολογήθηκε, έχασε την ονομαστική ψηφοφορία επειδή είχε πιει μια γκαζόζα και αισθάνθηκε την ανάγκη να πάει εκεί που και οι βουλευτές πηγαίνουν μόνοι τους. Στα σχόλια εκείνου του άρθρου αρκετοί γκαζοζολογήσατε και ζητήσατε «μετ’ επιτάσεως» που λέει και το κλισέ να αφιερωθεί άρθρο στη γκαζόζα.

Αμ’ έπος αμ’ έργον λοιπόν.

Το άρθρο περιέχει τοποθέτηση προϊόντος, επειδή μου χρειαζόταν μια εικόνα και δεν έβρισκα καμία χωρίς μάρκα επάνω.

Η γκαζόζα, σύμφωνα με το ΛΚΝ, είναι «εμφιαλωμένο αεριούχο αναψυκτικό». Νομίζω πως ο ορισμός πάσχει, αν δεχτούμε ότι η γκαζόζα πρέπει να έχει γεύση λεμονιού (όχι να περιέχει λεμόνι). Το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας προσδιορίζει «που περιέχει κιτρικό οξύ».

Πράγματι, η γκαζόζα της εικόνας έχει τα εξής συστατικά: Νερό, Ζάχαρη, Διοξείδιο Άνθρακα, Μέσο Οξίνισης: Κιτρικό Οξύ, Αντιοξειδωτικό: Ασκορβικό Οξύ, Συντηρητικό: Σορβικό Κάλιο, Ρυθμιστής Οξύτητας: Κιτρικό Νάτριο, Φυσικές Αρωματικές Ύλες, ενώ η λεμονάδα περιέχει και χυμό λεμονιού.

Μ’ άλλα λόγια, η γκαζόζα δεν είναι λεμονάδα.

Η γκαζόζα είναι λαϊκό αναψυκτικό. Όπως είχα γράψει στο προηγούμενο άρθρο, σε μια παλιά ερωτική ταινία (σοφτ) που είχε γυρίσει προδικτατορικά, ο Κώστας Γκουσγκούνης αποδίδει την επιτυχία του στις γυναικες στο γεγονός ότι είναι χουβαρντάς. Και αμέσως μετά εμφανίζεται να πηγαίνει με μια κοπέλα στο ζαχαροπλαστείο και να τη ρωτάει «Να σε κεράσω μια γκαζόζα;». Ο Φρέντι Γερμανός είχε ειρωνευτεί την τόση γαλαντομία (στο «Γράψτο όπως το λέω»).

Ο Μπαμπινιώτης, αλλά και το Χρηστικό Λεξικό, υποστηρίζουν ότι η γκαζόζα ετυμολογείται από το ιταλικό gassosa, θηλυκό του gassoso, αεριώδης ή αεριούχος. H θεωρία αυτή προσκρούει στο ότι στα ιταλικά λέγεται gazzosa, που προφέρεται γκατσόζα.

Νομίζω πως δίκιο έχει το ΛΚΝ, που θεωρεί ότι τη γκαζόζα την πήραμε από το τουρκικό gazoz, το οποίο βέβαια έχει μάλλον γαλλική αρχή (από το eau gazeuse).

Tο απόκομμα που βλέπετε αριστερά, από εφημερίδα του 1901, που μιλάει για «φιάλες γκαζόζ» μάλλον δικαιώνει οριστικά το ΛΚΝ.

Δεν ξέρω αν θα το περιμένατε, όμως βρίσκω τη γκαζόζα 16 φορές σε ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, που του αρέσει να τη χρησιμοποιεί σε εικόνες με λαϊκούς ανθρώπους, π.χ. Στο καφενείο η γκουβερνάντα πίνει τη γκαζόζα της, το μωρό είναι ήσυχο μέσα στο καροτσάκι του. Υπάρχει μια φορά και στον Σεφέρη, στο Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη: Κάνει ζέστη βαθιά ώς τη νύχτα, τ’ άστρα πετάνε σκνίπες, πίνω άγουρες γκαζόζες και διψώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός | Με ετικέτα: , , , | 318 Σχόλια »

Η κουρελού τραγουδάει ακόμα

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2019

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της Αυγής, στην τακτική μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

Στην εδώ αναδημοσίευση προσθέτω ορισμένα περί κουρελούς όπως και τη φωτογραφία.

Η κουρελού τραγουδάει ακόμα

Ο μήνας που μας πέρασε ήταν γεμάτος γεγονότα. Η συμφωνία των Πρεσπών στάθηκε καταλύτης για το διαζύγιο των κυβερνητικών εταίρων και δρομολόγησε εξελίξεις -όχι μόνο την ψήφο εμπιστοσύνης αλλά και την ανασύνθεση των πολιτικών δυνάμεων. Τελικά, η Συμφωνία ψηφίστηκε από τη Βουλή μάλλον άνετα, αλλά η αξιωματική (και όχι μόνο) αντιπολίτευση μίλησε προσβλητικά για κυβέρνηση-κουρελού και χαρακτήρισε “ρετάλια” τους βουλευτές εκτός ΣΥΡΙΖΑ που έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης ή στήριξαν τη Συμφωνία των Πρεσπών στη Βουλή.

Κουρελού είναι υφαντό στο οποίο ως υφάδι έχουν χρησιμοποιηθεί λεπτές λουρίδες διάφορων υφασμάτων και το οποίο χρησιμεύει ως πρόχειρο χαλί ή στρωσίδι. Από την άποψη αυτή, ο χαρακτηρισμός “κουρελού” για την κυβερνητική πλειοψηφία δεν είναι πολύ ακριβής, αφού η κουρελού αποτελείται από πολλά μικρά κομμάτια και όχι από ένα μεγάλο και πολλά μικρά -αλλ’ ας το προσπεράσουμε αυτό.

Το κουρέλι δεν είναι λέξη ελληνικής ετυμολογίας· οι αρχαίοι ημών πρόγονοι είχαν το ράκος, λέξη ήδη ομηρική (π.χ. στην Οδύσσεια όταν ο Οδυσσέας εμφανίζεται στο παλάτι του ως ζητιάνος, φοράει ράκη: ζώσατο μὲν ῥάκεσιν περὶ μήδεα, “έζωσε τα κουρέλια του τριγύρω στα κρυφά του” στη μετάφραση του Σίδερη). Από εκεί έχει επιβιώσει ο ρακοσυλλέκτης. Όμως το κουρέλι είναι μεσαιωνικό δάνειο από το λατινικό coriellum, που ανάγεται στο corium, δέρμα και πετσί ζώου. Πάντως, σε μεσαιωνικά κείμενα βρίσκει κανείς κουρέλιν να λέγεται και το κοράλλι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , | 295 Σχόλια »

Στρουθοκαμηλισμός

Posted by sarant στο 23 Ιανουαρίου, 2019

Σε πρόσφατη ανοιχτή επιστολή του προς τους 300 βουλευτές, ο Μίκης Θεοδωράκης, εκφράζοντας την αντίθεσή του στη Συμφωνία των Πρεσπών, ανέφερε ανάμεσα στα άλλα:

Η κυβέρνηση αγνόησε και τους κινδύνους και τον ελληνικό λαό και, χωρίς καμία λογική, αποφάσισε να προχωρήσει, με κάθε κόστος. Για ένα θέμα στο οποίο δεν έχουμε κανένα απολύτως λόγο να κάνουμε πίσω, ένα θέμα που δεν χρειάζεται να «λυθεί» γιατί για την Ελλάδα είναι λυμένο.

Επομένως, σύμφωνα με τον Μίκη Θεοδωράκη, και δυστυχώς σύμφωνα με μεγάλη μερίδα του ελληνικού πολιτικού κόσμου και των συμπολιτών μας, το ζήτημα του ονόματος της γειτονικής χώρας «είναι λυμένο» και δεν χρειάζεται να «λυθεί» (τα τελευταία εισαγωγικά είναι του Μίκη).

Λίγο μετράει για τον Μ.Θ. και για όλους τους αρνητές της πραγματικότητας, ότι 140 χώρες έχουν αναγνωρίσει τη γειτονική χώρα με το συνταγματικό της όνομα, Δημοκρατία της Μακεδονίας. Όπως άλλωστε επισημαίνει ο ίδιος ο Μίκης σε επόμενο σημείο της επιστολής του:

Δεν έχει σημασία αν υπάρχουν χώρες που αναγνώρισαν τα Σκόπια με το όνομα «Μακεδονία» παραβλέποντας ότι έτσι γελοιοποιούνται μπροστά στην ιστορία. Θυμηθείτε το παράδειγμα της Δυτικής Γερμανίας, που δεν αναγνώρισε ώς το τέλος την Ανατολική Γερμανία παρά το ότι δεκάδες χώρες είχαν συνάψει μαζί της διπλωματικές σχέσεις, θεωρώντας πως δεν μπορεί η αποδοχή από τους άλλους να παραχαράξει τελεσίδικα την ιστορία χωρίς τη δική τους νομιμοποίηση.

Εδώ, ο Μ.Θ. επαναλαμβάνει μια ιστορική ανακρίβεια, που διακινούν οι αρνητές της πραγματικότητας τον τελευταίο καιρό. Βέβαια, είναι θλιβερό να βλέπει κανείς κάποιον που έχει θητεύσει δεκαετίες στην κομμουνιστική αριστερά να θεωρεί ότι η ύπαρξη της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας αποτελούσε ή διεκδικούσε παραχάραξη της γερμανικής ιστορίας, και εκτός αυτού η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο Γερμανιών δεν έχει και πολύ μεγάλη σχέση με το Μακεδονικό ζήτημα, αλλά πριν προχωρήσουμε είναι χρήσιμο να επισημάνουμε κι αυτήν την ανακρίβεια.

Είναι ακριβές ότι η Δυτική Γερμανία τις πρώτες δεκαετίες αρνιόταν απολύτως να αναγνωρίσει την ΛΔ της Γερμανίας. Θεωρούσε ότι είναι παράνομο κράτος, και την αποκαλούσαν «σοβιετική ζώνη κατοχής» ή «Ανατολική ζώνη». Ήταν το λεγόμενο «δόγμα Χαλστάιν» -μάλιστα, αρχικά η Δυτική Γερμανία αρνιόταν τις σχέσεις με οποιοδήποτε κράτος είχε αναγνωρίσει τη ΛΔΓ, κάνοντας αναγκαστική εξαίρεση για την ΕΣΣΔ.

Ωστόσο, η στάση αυτή άλλαξε όταν ο σοσιαλδημοκράτης Βίλι Μπραντ ανέλαβε την καγκελαρία και εφάρμοσε τη λεγόμενη Οστπολιτίκ, που αποκορυφώθηκε στην υπογραφή της Βασικής συνθήκης, τον Δεκέμβριο του 1972 -στα γερμανικά λεγόταν Grundlagevertrag και ο πλήρης τίτλος της ήταν: Vertrag über die Grundlagen der Beziehungen zwischen der Bundesrepublik Deutschland und der Deutschen Demokratischen Republik. Δεν χρειάζεται να ξέρετε γερμανικά για να καταλάβετε ότι τα δύο γερμανικά κράτη αλληλοαναγνωρίστηκαν, δηλαδή ότι η Δυτική Γερμανία αναγνώρισε τη ΛΔΓ με το συνταγματικό της όνομα -και από τότε οι σχέσεις μεταξύ των δύο γερμανικών κρατών ομαλοποιήθηκαν πλήρως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γερμανία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Μακεδονικό, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , | 286 Σχόλια »

Να λείπει το βύσσινο; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 21 Ιανουαρίου, 2019

Μια μεγάλη χαρά που πήρα τώρα στις γιορτές ήταν που μπόρεσα επιτέλους να συναντηθώ από κοντά με τον Νίκο Νικολάου, ή Nick Nicholas, τον δαιμόνιο Ηλληνιστεύκοντα γλωσσολόγο που μας κάνει συχνά την τιμή να σχολιάζει στο ιστολόγιο. Αλληλογραφία έχουμε εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, αλλά ως τώρα, επειδή εκείνος κυκλοφορούσε μεταξύ ΗΠΑ και Αυστραλίας κι εγώ συνήθως ήμουν εκτός Ελλάδος όποτε την επισκεπτόταν, δεν είχαμε μπορέσει να συναντηθούμε.

Ανάμεσα στα πολλά και τα διάφορα που συζητήσαμε, ο Νικολάου μού είπε ότι είχε γράψει, στα αγγλικά, αρκετά γλωσσικά άρθρα ελληνικού ενδιαφέροντος για άλλους ιστοτόπους. Του είπα λοιπόν, ότι θα ήταν πολύ καλή ιδέα αν μπορούσε να μεταφράσει/ξαναγράψει μερικά από τα άρθρα αυτά για το ιστολόγιό μας.

Σήμερα δημοσιεύω με πολλή χαρά το πρώτο άρθρο του Νίκου Νικολάου. Αν και όταν βρει καιρό, θα μας στείλει και άλλο, αλλά μην περιμένετε συχνότερα από ένα άρθρο το μήνα.

Μη σας ξεγελάει ο τίτλος. Το άρθρο δεν ασχολείται με την πασίγνωστη έκφραση «Να λείπει το βύσσινο», ή «να μένει το βύσσινο», που τη λέει κάποιος όταν αρνείται πρόταση ή προσφορά που του έγινε, επειδή συνοδεύεται από υποχρεώσεις που δεν θέλει να δεχθεί ή επειδή τη βρίσκει ασύμφορη ή επικίνδυνη. Με την έκφραση αυτή είχαμε ασχοληθεί σε παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, όπου εξετάζουμε και την κοινώς παραδεκτή ετυμολογία της λέξης «βύσσινο». Μόνο που ο Νίκος Νικολάου έρχεται εδώ να προτείνει μια διαφορετική ετυμολογία για το βύσσινο. Ας τον ακούσουμε. [Η αρχική δημοσίευση του άρθρου στα αγγλικά, είναι εδώ].

Να λείπει το βύσσινο;

Δύσκολο πράγμα η ετυμολογία, κατά γενική ομολογία. Για να κάνεις ετυμολογία σωστά, πρέπει να ξέρεις γερά και γλώσσες, και γλωσσικές διαδικασίες, και ιστορία, και να βάλεις κάτω και μπόλικη λογική. Και να τα βάλεις αυτά κάτω, πάλι θα καταντήσεις συχνά να ξεδιαλέγεις ανάμεσα σε περισσότερο και λιγότερο πιθανές εικασίες. Γιατί καταπώς είπε κι ο Τσιφόρος κάποτε, οι σοφοί διαφωνούν όταν δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Όταν ξέρουν, λένε «ένα κι ένα κάνουν δύο», και τελειώσανε.

Η δε ετυμολογία της νεοελληνικής, δεν είναι κι από τις λιγότερο ζόρικες. Έχεις να κάνεις με το βάρος της τρισχιλιετούς, έχεις να κάνεις με τις τόσες γλώσσες που πέρασαν από το ρωμαίικο κατά καιρούς, διαβατάρικες ή μόνιμες, έχεις να κάνεις και με το πολυπληθές των διαλέκτων και των γλωσσικών διαδικασιών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Συνεργασίες, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , | 168 Σχόλια »

Είκοσι λέξεις από τον Βασίλη τον Αρβανίτη

Posted by sarant στο 4 Ιανουαρίου, 2019

Μια εκδοτική συνήθεια που ακόμα διατηρείται, έστω κι αν φθίνει, είναι να εκδίδονται, στο τέλος της χρονιάς, συλλογές φιλολογικών και λογοτεχνικών κειμένων με τη λέξη «Ημερολόγιο» στον τίτλο τους, γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα ή τόπο. Ο Στρατής Φιλιππότης εκδίδει εδώ και πολλά χρόνια κάθε χρόνο το Αθηναϊκό ημερολόγιο ενώ ο Παναγιώτης Σκορδάς εκδίδει στη Μυτιλήνη το Λεσβιακό ημερολόγιο, με το οποίο συνεργάζομαι κι εγώ μερικές φορές, ως Μυτιληνιός δεύτερης γενιάς, στο πόδι του αείμνηστου πατέρα μου.

Στο Λεσβιακό ημερολόγιο 2019, που κυκλοφόρησε φέτος τον Δεκέμβριο, φιλοξενήθηκε κι ένα δικό μου κείμενο, που θα το παρουσιάσω σήμερα εδώ. Όπως συνηθίζω, είναι ένα κείμενο με λέξεις από ένα σημαντικό λογοτεχνικό έργο του Μυτιληνιού συγγραφέα Στράτη Μυριβήλη, λέξεις που δεν θα τις βρει ο αναγνώστης σε σημερινά λεξικά. Φυσικά κάποιες από αυτές περιλαμβάνονται και στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται».

Παραθέτω το άρθρο.

Είκοσι λέξεις από τον Βασίλη τον Αρβανίτη

Ο σημερινός αναγνώστης, ιδίως ο νεότερος, που θα θελήσει να διαβάσει ένα νεοελληνικό λογοτεχνικό έργο γραμμένο πριν από 100 περίπου χρόνια, στις αρχές του εικοστού αιώνα ή και στον μεσοπόλεμο, είναι πολύ πιθανό να συναντήσει δυσκολίες με αρκετές λέξεις που του είναι άγνωστες ή που για τη σημασία τους δεν είναι απόλυτα βέβαιος. Η δυσκολία είναι ακόμα μεγαλύτερη όταν στο λογοτεχνικό έργο χρησιμοποιείται ιδιωματικό λεξιλόγιο.

Κάτι τέτοιο είναι απόλυτα φυσιολογικό, αφού η γλώσσα εξελίσσεται, αλλά και η κοινωνία εξελίσσεται –και η αγροτική κοινωνία των αρχών του προηγούμενου αιώνα είναι πολύ διαφορετική από τη δική μας. Ο φιλέρευνος αναγνώστης που συναντά άγνωστες λέξεις προστρέχει για βοήθεια στο λεξικό. Και τις λέξεις της καθαρεύουσας που πιθανόν να αγνοεί, θα τις βρει εύκολα ή λίγο πιο δύσκολα, αν όχι στα σημερινά σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας (έχουμε τουλάχιστον τρία: το ΛΚΝ, του Μπαμπινιώτη και το Χρηστικό της Ακαδημίας, ενώ ένα τέταρτο, το ΜΗΛΝΕΓ είναι στα σκαριά) τότε σίγουρα σε παλαιότερα όπως του Δημητράκου.

Ωστόσο, για τις λαϊκές άγνωστες λέξεις, και πολύ περισσότερο για τις ιδιωματικές λέξεις, δύσκολα θα βρεθεί ανάλογη βοήθεια: οι λέξεις του τύπου αυτού αντιμετωπίζονταν κάπως περιφρονητικά από την παλαιότερη λεξικογραφία, κι έτσι δεν θα βρεθούν ούτε στα σύγχρονα λεξικά, αφού δεν λέγονται πια, ούτε στα παλιότερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Λογοτεχνία, Μυτιλήνη, Μυθιστόρημα, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , | 245 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στον Μανώλη (ή τον Μανόλη)!

Posted by sarant στο 26 Δεκέμβριος, 2018

Δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων σήμερα, γιορτάζουν οι Μανώληδες, ευκαιρία να τους αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο και να προσθέσουμε έναν ακόμα κρίκο στην αλυσίδα των ονοματολογικών μας άρθρων, το τελευταίο από τα οποία το ανεβάσαμε πριν από δυο ακριβώς εβδομάδες, όταν γιόρταζε ο Σπύρος.

Να θυμίσω ότι στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιέψει κι άλλα τέτοια άρθρα, αφιερωμένα σε ονόματα, τη μέρα της γιορτής τους, και έχουμε καλύψει τα περισσότερα πολύ διαδεδομένα αντρικά και γυναικεία ονόματα -τη Μαρία και την Άννα, τον Δημήτρη και τη Δήμητρα, τον Γιάννη, τον Γιώργο, τον Νίκο, τον Κώστα και την Ελένη, τον Στέλιο και τη Στέλλα, τον Χρίστο (ή Χρήστο) και την Κατερίνα. Από τα λιγότερο συχνά έχουμε αφιερώσει άρθρο στον Σπύρο πρόσφατα και παλιότερα στον Θωμά και στον Στέφανο.

Όπως και ο Σπύρος, έτσι και ο Μανώλης δεν είναι από τα πολύ συχνά αντρικά ονόματα. Σύμφωνα με μια έρευνα, ο Μανώλης έχει τη 17η θέση ανάμεσα στα αντρικά ελληνικά ονόματα, ενώ το θηλυκό, η Εμμανουέλα, είναι αισθητά σπανιότερο, αφού βρίσκεται στην 134η θέση των γυναικείων.

Όμως, αυτή είναι η γενική εικόνα, που ισχύει για το σύνολο της χώρας. Τοπικά, υπάρχουν παραλλαγές -και θα το ξέρετε ότι ο Μανόλης (ή Μανώλης) είναι όνομα πολύ συχνό στην Κρήτη, το συχνότερο μάλιστα, σύμφωνα με διάφορες έρευνες.

Γιατί τους Κρητικούς τούς λένε Μανώληδες; Ακριβώς αυτό το ερώτημα το είχαμε θέσει στο ιστολόγιο σε ένα άρθρο πριν από οχτώ χρόνια. Κι ενώ από τη σχετική συζήτηση είχε επιβεβαιωθεί η θέση για τη συχνότητα του ονόματος στη Μεγαλόνησο, δεν καταλήξαμε ως προς την αιτία της συχνότητας. Πάντως δυο επισημάνσεις που φαίνεται να έχουν βάση είναι οι εξής: α) Η Κρήτη ήταν πεδίο μαζικών εξισλαμισμών-εκτουρκισμών με προσφορά προνομίων. Οπότε, οι Κρητικοί που έμεναν πιστοί στη χριστιανική πίστη ήταν εύλογο να επιλέγουν ένα όνομα εμφανώς δηλωτικό όπως το Εμμανουήλ. β) Ωστόσο, όχι μονο το Εμμανουήλ, αλλά και άλλα δύο ονόματα συχνά στην Κρήτη, Μιχαήλ και Ιωσήφ, είναι εβραϊκά, προέρχονται από το ιερό βιβλίο που είναι κοινό στις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, την Παλαιά Διαθήκη.

Όμως το πιάσαμε κάπως «ιν μέντιας ρες» το θέμα. Ποια η ετυμολογία του ονόματος; Ο Μανώλης έχει την επίσημη μορφή Εμμανουήλ, που όπως είπαμε πιο πάνω είναι εβραϊκής προέλευσης και σημαίνει «ο Θεός μαζί μας». Η πρόταση δεν έχει ρήμα, οπότε μπορεί κανείς να το θεωρήσει είτε ως ευχή είτε ως διαπίστωση. Στα εβραϊκά είναι Ιμμανουέλ, όπου το «Ελ» αντιστοιχεί στον Θεό.

Το όνομα εμφανίζεται σε προφητεία του Ησαΐα (7.14) στην Παλαιά Διαθήκη, η οποία επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτολεξεί (με μόνη διαφορά το «καλέσεις» που γίνεται «καλέσουσιν») στο Κατά Ματθαίον (1.23):

ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἔξει καὶ τέξεται υἱὸν, καὶ καλέσουσιν τὸ ὅνομα αὐτοῦ Ἐμμανουηλ, ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ θεός.

Οπότε, το Εμμανουήλ («ο Θεός μαζί μας») είναι όνομα που προφητεύτηκε πως θα δώσει ο λαός του Ισραήλ στον Ιησού αναγνωρίζοντας πως είναι υιός Θεού.

Καθώς ήταν όνομα του Ιησού, οι πατέρες της Εκκλησίας το συζήτησαν και το ανέλυσαν, αλλά το όνομα δεν δινόταν σε ανθρώπους κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και, όταν δόθηκε στους ώριμους αιώνες του Βυζάντιου, δόθηκε με τη μορφή Μανουήλ. Ήταν ταμπού να δίνεται σε θνητούς όνομα Θεού. (Ωστόσο, στη γαλλική μόνο Βικιπαίδεια βρισκω έναν Εμμανουήλ που μαρτύρησε επί Διοκλητιανού -θα είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα).

Στη βάση δεδομένων των συγγραφέων του TLG, ο αρχαιότερος Μανουήλ είναι ο Μανουήλ Στραβορωμανός, που έζησε τον 11ο αιώνα, και ακολουθούν, τον 12ο αιώνα, ο Μανουήλ Καραντηνός και ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός (1118-1180). Σε κάποιο σημείο των Πτωχοπροδρομικών, ο Πρόδρομος για να κολακέψει τον αυτοκράτορα Μανουήλ τον αποκαλεί «Εμμανουήλ παρά σαρανταπέντε», εννοώντας την αξία των γραμμάτων ΕΜ (ή μάλλον ΜΕ) κατά τα οποία διαφέρουν τα δυο ονόματα.

Αλλά αυτά τα έχει πει καλύτερα από μένα ο Καβάφης (ναι, ο Καβάφης!) οπότε μεταφέρω:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βυζάντιο, Ετυμολογικά, Καβαφικά, Ονόματα, Ρεμπέτικα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 191 Σχόλια »

Το γκλομπ και το κλαμπ

Posted by sarant στο 14 Δεκέμβριος, 2018

Επειδή ταξίδευα χτες και δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο, καταφεύγω στη δοκιμασμένη μέθοδο της επανάληψης, κι έτσι θα αναδημοσιεύσω ένα άρθρο που είχε πρωτοδημοσιευτεί στο ιστολόγιο πριν από εννιά χρόνια (και κάτι μέρες). Σήμερα κάνω κάποιες αλλαγές, μεταξύ άλλων επειδή το αρχικό άρθρο εστιαζόταν σε μια πορτοκαλική ετυμολογία του ακροδεξιού Κ. Πλεύρη, ενώ το θέμα έχει ενδιαφέρον αυτοτελές, και εννιά χρόνια μετά δεν χρειάζεται η παρά-πλευρη έμφαση.

Τι σχέση έχουν τα κλαμπ με τα γκλομπ, θα ρωτήσετε; Αν γίνει φασαρία σε ένα κλαμπ, μπορεί να επέμβει η αστυνομία,  οι δε αστυνομικοί έχουν κλομπ, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς -όμως η σχέση ανάμεσα στις δύο λέξεις είναι ετυμολογική και μόνο.

Να ξεκινήσουμε από το κλαμπ.

Λοιπόν, το κλαμπ. Λέξη αγγλική, αν και δεν είναι βέβαιο πως εμείς τη δανειστήκαμε από τα αγγλικά.

Κλαμπ είναι η λέσχη, ειδικότερα η αγγλική λέσχη, ο σύλλογος γενικότερα. Τη λέξη τη χρησιμοποιούμε στα σημερινά ελληνικά κυρίως για ένα είδος νυχτερινών κέντρων, με χορό και μουσική. Αυτά παλιότερα, στη δεκαετία του 1960 ας πούμε, τα λέγαμε νάιτ κλαμπ, τότε που η λέξη σκανδάλιζε κάθε καθωσπρέπει πατέρα με τη σκέψη ότι το σπλάχνο του μπορεί να παρασυρθεί σε τέτοια καταγώγια, τώρα όμως σπάνια το λέμε έτσι. Παρόλο που η λέξη ήρθε σχετικά αργά κι έτσι δεν προσαρμόστηκε στο κλιτικό σύστημα της ελληνικής (αν και τα Ημισκούμπρια έχουν τραγουδήσει για κλάμπι), έχει δώσει το κλαμπάκι, αν και το άλλο πιο πρόσφατο παραγωγό της είναι κι αυτό ξενότροπο, το κλάμπινγκ.

Βέβαια ‘κλαμπ’ είναι και κάθε είδους λέσχη, και το χρησιμοποιούμε και μ’ αυτή τη σημασία, ενώ το λέμε και κάπως μεταφορικά, συχνά χαριτολογώντας, για μια άτυπη κοινότητα ανθρώπων ή πραγμάτων με τα ίδια χαρακτηριστικά –για παράδειγμα, όταν ανακοίνωσα ότι παντρεύομαι κάποιοι παντρεμένοι μου είπαν ‘καλώς ήρθες στο κλαμπ των παντρεμένων’ (βέβαια μερικοί το είπαν στα αγγλικά, welcome to the club)· αλλά και τώρα διαβάζω σε μια εφημερίδα ότι το Octavia είναι το φτηνότερο μέλος «του κλαμπ των 200 ίππων».

Μια άλλη σημασία της λέξης στα ελληνικά, πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια στη γλώσσα των αθλητικογράφων, είναι η σημασία «ποδοσφαιρικός σύλλογος, ιδίως μεγάλος». Οι αθλητικογράφοι αρέσκονται πολύ να ονομάζουν κλαμπ τους ποδοσφαιρικούς συλλόγους, λες κι αν γράψουν ‘σύλλογος’ ή ‘ομάδα’ θα τους πέσει η μύτη. Βέβαια, συνήθως κλαμπ ονομάζονται οι μεγάλες και ιστορικές ομάδες, όπως Μπαρτσελόνα, Ρεάλ, Λίβερπουλ, τέτοιες. Ο Σαρωνικός Αιγίνης δεν είναι κλαμπ. Τέλος, υπάρχει το «φαν κλαμπ», η λέσχη των θαυμαστών ενός τραγουδιστή ή ηθοποιού, ενώ από τα εδέσματα θα αναφέρουμε το κλαμπ σάντουιτς.

Όλες αυτές οι σημασίες υπάρχουν και στα αγγλικά και βέβαια μας θυμίζουν τα κλαμπ της αγγλικής αριστοκρατίας, εκείνους τους μυθικούς τόπους καταφυγής των γαλαζοαίματων παράσιτων, που τόσο σπαρταριστά περιγράφει ο Γουντζχάουζ στις ιστορίες τού αξιαγάπητου μικρονοϊκού αριστοκράτη Μπέρτι Γούστερ και του πανέξυπνου υπηρέτη του, του Τζιβς (που όποιος τις μεταφράσει στα ελληνικά θα του βγάλω το καπέλο μέχρι το δάπεδο, μια και τις θεωρώ σχεδόν αμετάφραστες, δηλαδή μη μεταφράσιμες).

Όμως, αυτή η σημασία, της συνάθροισης δηλ. ανθρώπων που έχουν κοινά ενδιαφέροντα (και κατ’ επέκταση των χώρων στους οποίους συχνάζουν) δεν είναι η πρώτη χρονολογικά σημασία της λέξης club στα αγγλικά. Όπως ξέρουμε, club είναι επίσης στα αγγλικά το ρόπαλο, το ματσούκι. Αυτή η σημασία στα αγγλικά, μου λέει το OED πως είναι η αρχαιότερη, πως υπάρχει από το 1200 (ως clubbe) και έχει συγγενικές λέξεις στις σκανδιναβικές γλώσσες.

 Θα ρωτήσετε, και με το δίκιο σας, πώς φτάσαμε από το ματσούκι στη λέσχη; Τι περίεργο σημασιολογικό άλμα είναι δαύτο; Άλμα είναι, και μεγάλο μάλιστα, και το χειρότερο είναι πως κι οι ίδιοι οι εγγλέζοι δεν ξέρουν να το εξηγήσουν πειστικά. Φαίνεται πάντως ότι από τη σημασία της σφιχτής μάζας, όπως σφιχτή είναι η άκρη του ροπάλου, προήλθε με κάποιο τρόπο και η σημασία της συγκέντρωσης ανθρώπων και από εκεί της λέσχης και των κλαμπ.

Στα σημερινά αγγλικά συνυπάρχουν και οι δυο σημασίες, του ρόπαλου και της λέσχης, πράγμα που έδωσε τη δυνατότητα στον Γκράουτσο Μαρξ, ο οποίος παρεμπιπτόντως είχε πει ότι ουδέποτε θα γινόταν μέλος ενός κλαμπ το οποίο θα τον δεχόταν για μέλος, να πει επίσης: I got a good mind to join a club and beat you over the head with it (από την ταινία Duck soup, βλ. δίπλα). Νομίζω ότι οι μαρξιστές του ιστολογίου πρέπει να το ξέρουμε αυτό.

Όσοι εκτός από μαρξιστές είναι και χαρτόμουτρα, θα προσθέσουν ότι club στα αγγλικά είναι και τα σπαθιά, η μία από τις τέσσερις φυλές της τράπουλας. Πράγματι, μόνο που το σύμβολο που τα συνοδεύει, το ♣, δεν μοιάζει και πολύ με ματσούκι. Ούτε με σπαθί μοιάζει, εδώ που τα λέμε. Βλέπετε, στις ονομασίες των φυλών της τράπουλας έχει γίνει ένα φοβερό αλαλούμ που αξίζει να το δούμε σε άλλο σημείωμα, πάντως το τριφυλλάκι των σπαθιών και των clubs είναι γαλλική επιρροή –εκείνοι βέβαια τα λένε Trèfles, τριφύλλια, οπότε είναι συνεπείς.

Τελειώσαμε; Όχι ακόμα. Διότι αυτό το πρωτεϊκό club, που είναι και ρόπαλο, είναι και λέσχη, είναι και τριφυλλόμορφη φυλή της τράπουλας, έχει δώσει κι άλλο ένα δάνειο στην ελληνική γλώσσα, οπότε πρέπει να μιλήσουμε και γι’ αυτό. Εννοώ το γκλομπ ή κλομπ, το ροπαλάκι που κουβαλάνε οι αστυνομικοί και ενίοτε το κατεβάζουν και σε κανένα κεφάλι. Αυτό είναι δάνειο από τα αγγλικά, διότι στα γαλλικά δεν έχει περάσει η σημασία club = ρόπαλο (μόνο μπαστούνι του γκολφ). Θα επιστρέψω στο ρόπαλο αλλά πρώτα θέλω να ξεκαθαρίσω πότε και από πού μπήκε στην ελληνική γλώσσα το «κλαμπ» (με τη σημασία της λέσχης).

Τα μεγάλα λεξικά μας (ΛΚΝ και Μπαμπινιώτη) θεωρούν ότι η λέξη κλαμπ είναι δάνειο από τα αγγλικά, χωρίς να δίνουν χρονολογία εισόδου στην ελληνική. Έχω κάποιες επιφυλάξεις. Οι παλαιότερες εμφανίσεις της λέξης στα ελληνικά είναι από τα γαλλικά και αφορούν διάφορες λέσχες γαλλικές, όπως το Automobile Club (μεταγραμμένο στα ελληνικά, βεβαίως) είτε σε ανταποκρίσεις από Παρίσι είτε σε μεταφράσεις γαλλικών μυθιστορημάτων. Η παλιότερη ανεύρεση, από το 1908.

Βέβαια, στα επόμενα χρόνια δεν άργησαν να εμφανιστούν και εγχώρια κλαμπ, όχι νυχτερινά κέντρα εννοείται, αλλά λέσχες και σύλλογοι όπως το τέννις κλαμπ. Και εδώ πρέπει να πούμε ότι επειδή στα γαλλικά η λέξη club προφέρεται περίπου «κλομπ», με ένα ιδιότροπο /ο/ κοντά στο –ου- πολλές φορές τη λέξη τη βρίσκουμε γραμμένη «κλομπ» ή «κλουμπ» (το Πέρα Κλουμπ της Πόλης ακόμα υπάρχει, τώρα στην Αθήνα, και μάλιστα το τμήμα ποδοσφαίρου αγωνιζόταν έναν καιρό στη Δ’ Εθνική). Για παράδειγμα, στο Ελεύθερο Βήμα, το 1927: «Προχθές Κυριακή ήτο η «ουβερτύρ» του τέννις κλομπ με απαρτία ωραίου και κομψού κόσμου».

Αλλά ας επιστρέψω στο άλλο κλομπ, το αστυνομικό ροπαλάκι ή γκλομπ. Πότε μπήκε αυτό στα ελληνικά; Έχω ψάξει αρκετά τα σώματα των εφημερίδων και παρατηρώ το εξής ενδιαφέρον, ότι η λέξη «κλομπ» με τη σημασία του ροπάλου ή γκλομπ απουσιάζει εντελώς πριν από το 1929, ενώ ξαφνικά μετά το 1929 εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα, σχεδόν πάντα σε περιγραφές επιθέσεων της αστυνομίας εναντίον απεργών ή διαδηλωτών, όπως εδώ: «ούτω συνήφθη πραγματική μάχη, των απεργών χρησιμοποιούντων καρέκλας και των αστυνομικών καρέκλας και κλομπ». Εικάζω, αν και δεν το έχω διασταυρώσει από άλλη πηγή, ότι η αστυνομία πρέπει να υιοθέτησε το ροπαλάκι στα τέλη του 1928 ή στις αρχές του 1929, αλλιώς δεν εξηγείται εύκολα η απόλυτη απουσία του πρωτύτερα και η μαζική παρουσία του μετά. Εκτός βέβαια αν δεν έψαξα καλά στα σώματα των εφημερίδων. Βέβαια, κάποιο ματσούκι θα είχαν και πριν οι αστυνομικοί, αλλά επειδή δεν το είχαν εισαγάγει απέξω δεν θα το λέγανε έτσι.

Η παραλλαγή γκλομπ είναι λαϊκότερη –έχουμε και μερικά άλλα παραδείγματα τροπής αρχικού κ σε γκ, αλλά σε αρσενικά ή θηλυκά, οπότε εξηγείται από τη συνεκφορά με άρθρα. Εδώ δεν μπορώ να την εξηγήσω. Όμως μπορώ να σκεφτώ ότι λόγω της εμφάνισης του κλομπ = ροπαλάκι το κλομπ = λέσχη άρχισε να υποχωρεί κι έτσι (βοηθώντας και η αγγλομάθεια) επικράτησε ο τύπος κλαμπ.

Στο παλιό άρθρο είχα αναφερθεί εκτενώς στην πορτοκαλική ετυμολογία του Πλεύρη, ας την παραθέσω κι εδώ σε συντομία.

Λοιπόν, στο βιβλίο του Κώστα Πλεύρη «Οι κίναιδοι», ο… μέγας διανοητής αναφέρεται στη Σαπφώ, και λέει ότι με τις φίλες της τη συνέδεε απλώς αγνή φιλία και ότι στις αιολικές πόλεις οι γυναίκες είχαν δικαιώματα και ότι «ελειτούργουν κλειστοί σύλλογοι, με μέλη γυναίκας, που ησχολούντο με την καλλιτεχνικήν, πολιτικήν και γενικωτέραν πνευματικήν δημιουργίαν. Εις αυτούς τους κλειστούς συλλόγους, που εθεωρούντο «κλωβοί» εισήρχοντο μόνον τα μέλη. Το γράμμα «ωμέγα» στα αρχαία Ελληνικά προφέρεται και ως «ου». Ο κλωβός (κλουβί) μεταφερθείς στα λατινικά προφέρεται clubo, εξελίχθη στα ιταλικά εις clubo, στα αγγλικά club, κτλ. που εννοεί τον κλειστόν σύλλογον, άλλως «κλαμπ» των ξενομανών».

Θέλει κάποιο ταλέντο για να χωρέσεις σε μια παράγραφο τόσο πολλές και τόσο χοντρές κοτσάνες! Μετρήστε:

α) Η λέξη κλωβός στα αρχαία είχε μοναδική σημασία «κλουβί, ιδίως για πουλιά».
β) Η λέξη είναι πολύ μεταγενέστερη, δεν υπήρχε στην εποχή της Σαπφώς.
γ) Η λέξη κλωβός δεν έχει μεταφερθεί στα λατινικά.
δ) Λέξη clubo δεν υπάρχει στα λατινικά· το κλουβί στα λατινικά λεγόταν cavea.
ε) Ούτε στα ιταλικά υπάρχει λέξη clubo.
στ) Το κυριότερο: η αγγλική λέξη club, όπως ήδη είδαμε, έχει εντελώς διαφορετική ετυμολογία.

Πρέπει βέβαια να πούμε ότι η «εφεύρεση» της ετυμολογίας του club από το κλωβός δεν είναι ολότελα του Πλεύρη. Στα Άτακτα, στον τρίτο τόμο, ο Κοραής αναφέρεται σε κάποιον περίεργο θεσμό της αρχαίας Χίου, το πρεσβυτικόν, όπου μαζεύονταν οι ηλικιωμένοι πολίτες και έπιναν, έπαιζαν και συζητούσαν τα πολιτικά, και λέει ότι μοιάζει «με τας συνήθεις εις τα πολιτισμένα της Ευρώπης έθνη Εταιρίας, τας λεγομένας Κλωβούς (Clubs), ή τους εις την Ιταλίαν ονομαζομένους Οικίσκους (casini)». Ο Κοραής δηλαδή δεν ετυμολογεί το club από τον κλωβό, αλλά εξελληνίζει το club σε κλωβός, μια και η συνήθεια της εποχής ήταν να εξελληνίζονται τα πάντα.

Δεν ξέρω λοιπόν αν μόνος του ο Πλεύρης φαντάστηκε ότι το club ετυμολογείται από τον κλωβό ή αν διάβασε τον Κοραή και τον διέστρεψε, αλλά και δεν ενδιαφέρει. Η ιστορία της λέξης είναι τόσο ενδιαφέρουσα, από ρόπαλο σε λέσχη και σε εντευκτήριο αριστοκρατών, και μετά σε αθλητικούς συλλόγους και σε κέντρα διασκέδασης της νεολαίας, και ταυτόχρονα πάλι σε ρόπαλο στα χέρια αστυνομικών αυτή τη φορά, και από τις σκανδιναβικές χώρες στην Αγγλία και μέσω Γαλλίας στα ελληνικά, οπότε ας αφήσουμε καλύτερα στη δυστυχία του τον κακομοίρη τον Πλεύρη και ας απολαύσουμε τη γλώσσα που είναι τόσο απέραντη ώστε από αγκάθι να βγαίνει ρόδο.

Πριν τον αφήσουμε όμως, ας τον τσιγκλίσουμε λιγάκι: η αρχαία ελληνική λέξη «κλωβός», που όπως είπαμε δεν είναι της κλασικής αρχαιότητας αλλά μεταγενέστερη, δεν είναι ακραιφνής ελληνική· το χειρότερο; Σύμφωνα με τα λεξικά, ο κλωβός είναι σημιτικό δάνειο. Το κλουβί είναι κελούβ στα εβραϊκά, κελούμπ στα συριακά. Και μ’ αυτό το πάρθιο βέλος (ή ροπαλιά) μπορώ να κλείσω το άρθρο.

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Χαρτοπαίγνιο | Με ετικέτα: , , , , | 198 Σχόλια »

Τα δίδυμα σίγμα του κλασικού

Posted by sarant στο 7 Δεκέμβριος, 2018

Πριν από λίγο καιρό ένας φίλος μου έδειξε ένα λινκ και με ρώτησε αν ισχύουν τα όσα γράφονται εκεί. Του έδωσα μια σύντομη απάντηση, σκέφτηκα όμως ότι το θέμα έχει ευρύτερο ενδιαφέρον και μπορεί να δώσει υλικό για ένα, σύντομο έστω, άρθρο. Σημερα λοιπόν γράφω αυτό το άρθρο, να επιστρέψουμε στα γλωσσικά μας λημέρια για το τέλος της εβδομάδας.

Το άρθρο που μου έστειλε ο φίλος αφορούσε την ετυμολογία και την ορθογραφία της λέξης «κλασικός». Είναι σύντομο και το αναπαράγω όλο -το πρωτότυπο εδώ.

  • Θεωρία γλωσσολογίας :

λέξη κλασικός προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη κλάσις (της κλάσεως) που σημαίνει ‘τάξη, σειρά’. Όταν οι αρχαίοι μας πρόγονοι έλεγαν ότι ένας ποιητής ήταν κλασικός εννοούσαν ότι ήταν πρώτης τάξεως και ότι ξεχώριζε από τους υπόλοιπους. Όπως φαίνεται από την ορθογραφία της, η λέξη γράφεται με ένα ‘σ’.
Όμως στη συνέχεια οι Λατίνοι πήραν τη λέξη για να τη χρησιμοποιήσουν με τον ίδιο τρόπο και αντιγράφοντάς την όπως την άκουγαν την έγραψαν classis. Δεν την έγραψαν clasis γιατί αυτό θα προφερόταν ως [κλάζις], χωρίς να παραπέμπει στην αρχαιοελληνική προφορά.

Στη συνέχεια Λατίνοι συγγραφείς παρήγαγαν τη λέξη classicus, την οποία χρησιμοποίησε στη συνέχεια η γαλλική και η αγγλική, νεολατινικές γλώσσες. Με τη σημασία του κλασικού ως συγγραφέα πρώτης τάξεως χρησιμοποίησαν τη λέξη και οι νεότεροι Έλληνες. Έτσι, η λέξη ξεκίνησε από την Ελλάδα, πέρασε απέναντι στην Ιταλία, ταξίδεψε στην Ευρώπη και ξαναγύρισε στην Ελλάδα.

Επειδή όμως

α) για τους Έλληνες δεν υπάρχει λόγος να γραφεί η λέξη με δύο ‘σ’, καθώς δεν έχει διαφορά η προφορά του 1 από τα 2 ‘σ’ στο συγκεκριμένο φωνητικό περιβάλλον και

β) η λέξη προέρχεται από την αρχαιοελληνική κλάσις που γράφεται με ένα ‘σ’,

–> το σωστό είναι να γράφεται ‘κλασικός’.

Σχόλιο : Οι λέξεις όπως η συγκεκριμένη που προέρχονται από την αρχαία ελληνική (ή από οποιαδήποτε άλλη γλώσσα), πέρασαν στο εξωτερικό και επέστρεψαν αλλαγμένες λέγονται αντιδάνεια (δάνεια σε άλλες γλώσσες που γύρισαν πίσω) ή αλλιώς ‘περιπλανώμενες’ ή ‘ταξιδιάρες’ λέξεις, αποδίδοντας το γερμανικό όρο Rückwanderer. Ο συγκεκριμένος όρος επομένως (‘περιπλανώμενες’ λέξεις, που αποδίδει το Rückwanderer) είναι ένα δάνειο της ελληνικής από τη γερμανική γλώσσα. Συνοψίζοντας, δάνειο είναι μια λέξη που δανείζεται μια γλώσσα από κάποια άλλη (ακόμα και μεταφρασμένη), αντιδάνειο μια λέξη που δανείζεται μια γλώσσα από κάποια άλλη, στη συνέχεια όμως επιστρέφει (τροποποιημένη με συνέπεια να μην παραπέμπει αμέσως στην αρχική) στη γλώσσα απ’ όπου ξεκίνησε. Αντιδάνειο είναι και η λέξη μπάνιο, που προέρχεται από την ιταλική bagno, με τη σειρά της από τη λατινική balneum η οποία τέλος προήλθε από την αρχαιοελληνική βαλανείον (λουτρό).

Το άρθρο αυτό έχει κάτι το πολύ περίεργο. Καταρχάς, το σύντομο άρθρο φαίνεται να είναι γραμμένο από άνθρωπο που κάτι ξέρει από γλωσσολογία, αν και κάπως τα έχει μπερδέψει όπως δείχνει το καταληκτικό σχόλιο για τα αντιδάνεια. Επίσης, το ορθογραφικό συμπέρασμα είναι σωστό, γράφουμε «κλασικός» και έτσι έχουν τη λέξη όλα τα σύγχρονα λεξικά.

Ωστόσο, και παρά την προσεγμένη ορολογία, το άρθρο βασίζεται σε εντελώς λαθεμένα δεδομένα: η λέξη «κλασικός» δεν υπήρχε στην αρχαιότητα, η λατινική λέξη classicus ΔΕΝ είναι δάνειο από τα ελληνικά και κατά συνέπεια η σύγχρονη λέξη «κλασικός», που πολλοί τη γράφουν με δύο σίγμα, ΔΕΝ είναι αντιδάνειο αλλά απλό δάνειο από τα λατινικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Μυθιστόρημα, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , | 133 Σχόλια »

Τα κίτρινα γιλέκα θα φορεθούν πολύ τον φετινό χειμώνα;

Posted by sarant στο 5 Δεκέμβριος, 2018

Όπως ακούω στις ειδήσεις, η γαλλική κυβέρνηση σήμερα υποχώρησε εν μέρει στις διεκδικήσεις των «Κίτρινων γιλέκων» και ο πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ ανακοίνωσε το πάγωμα, τουλάχιστον για ένα εξάμηνο, τριών μέτρων που επρόκειτο να τεθούν σε ισχύ από την αρχή του 2019, ανάμεσα στα οποία και η αύξηση της τιμής των καυσίμων, ένας φόρος οικολογικού χαρακτήρα που απέβλεπε στο να στρέψει τους πολίτες προς αυτοκίνητα μικρότερης κατανάλωσης ή προς τα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Έτσι, τα Κίτρινα γιλέκα πέτυχαν μια πρώτη νίκη, παρόλο που κάποιοι εκπρόσωποί τους δήλωσαν, μετά τις ανακοινώσεις, ότι δεν αρκούν τα μέτρα που ανακοινώθηκαν. Μεταφράζω πρόχειρα τις δηλώσεις ενός εκπροσώπου: «Οι διεκδικήσεις μας είναι πολύ ευρύτερες από τον φόρο στα καύσιμα. Θέλουμε απλούστατα την ακύρωση της αύξησης του φόρου [και όχι απλώς το πάγωμα] ενώ επίσης περιμένουμε μια συντακτική συνέλευση για τη φορολογία με στόχο την καλύτερη αναδιανομή του πλούτου (…) την αναβάθμιση των μισθών και του κατώτατου μισθού (Smic), των συντάξεων, των επιδομάτων πρόνοιας. Δεν θα αρκεστούμε σε ψίχουλα, οι Γάλλοι θέλουν ολόκληρη τη μπαγκέτα» -εννοώντας βέβαια τη γαλλική φραντζόλα.

Αυτά, από τον τοπικό εκπρόσωπο της περιοχής του Ωτ Γκαρόν, διότι η μεγάλη ιδιαιτερότητα του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων είναι ότι δεν έχει κάποια κεντρική ηγεσία. Γίνονται καλέσματα μέσα από το Φέισμπουκ σε κάθε γαλλική πόλη, από τις μεγάλες ως τις μικρές, αναδεικνύονται κάποιοι τοπικοί εκπρόσωποι, αλλά δεν υπάρχει συντονισμός ανάμεσα στις πρωτοβουλίες των επιμέρους περιοχών ούτε έχει μέχρι τώρα αναδειχτεί κάποια ηγετική προσωπικότητα, ενώ κι οι ίδιοι οι εκπρόσωποι δεν έχουν κάποια δυνατότητα «επιβολής» στο κίνημα.

Σε μια πρώτη προσπάθεια συνδιαλλαγής, ο πρωθυπουργός είχε καλέσει, την περασμένη εβδομάδα, πριν από τις μεγάλες ταραχές, οχτώ τοπικούς εκπροσώπους σε συζήτηση: από τους οχτώ πήγαν μόνο δύο, εκ των οποίων ο ένας ζήτησε να καταγράφεται η συνομιλία και να μεταδίδεται ζωντανά από το διαδίκτυο. Όταν ο πρωθυπουργός αρνήθηκε, ο εκπρόσωπος έφυγε. Έτσι ο πρωθυπουργός συζήτησε με τον άλλον εκπρόσωπο και στο τέλος έκανε τα πικρά γλυκά λέγοντας στους δημοσιογράφους ότι είχαν μια ειλικρινή και εποικοδομητική συζήτηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Οικολογία | Με ετικέτα: , , , | 217 Σχόλια »

Λεξιλογικά της εκκλησίας

Posted by sarant στο 3 Δεκέμβριος, 2018

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα, το ένθετο της κυριακάτικης Αυγής. Το αναδημοσιεύω εδώ χωρίς αλλαγές.

(Στις εφημερίδες υπάρχει περιορισμός στην έκταση των άρθρων -στην προκειμένη περίπτωση, το όριο είναι οι 800 λέξεις, ενώ ειδικά αυτό το θέμα είναι τεράστιο και θα μπορούσαν άνετα να γραφτούν τα τετραπλάσια.

Καθώς έγραφα το άρθρο, όχι για πρώτη φορά, σκεφτόμουν ότι πρέπει να αφήσω έξω κάποια πράγματα, αλλά ότι στη δημοσίευση στο ιστολόγιο θα τα πρόσθετα. Όμως, τώρα που ξαναβλέπω το άρθρο διστάζω να κάνω προσθήκες για να μη χαλάσει η ισορροπία του κειμένου. Επαφίεμαι λοιπόν στα σχόλιά σας).

Λεξιλογικά της εκκλησίας

Η συγκυρία έπαιξε άσκημο παιχνίδι στη στήλη, αφού όταν δημοσιεύτηκε το άρθρο του προηγούμενου μήνα κυριαρχούσε στην επικαιρότητα η συμφωνία με την εκκλησία, που όμως τώρα έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο. Ωστόσο, επειδή το θέμα θα επανέλθει και επειδή η λέξη έχει μεγάλο λεξιλογικό ενδιαφέρον, αποφάσισα σήμερα να λεξιλογήσουμε ακριβώς για την εκκλησία.

Η εκκλησία έχει συνδεθεί άρρηκτα με τη χριστιανική θρησκεία, όμως η λέξη εμφανίστηκε νωρίτερα, είναι της κλασικής, προχριστιανικής αρχαιότητας. Σημαίνει τη συνέλευση των πολιτών, σε αντιδιαστολή με τον πιο γενικό “σύλλογο”, κι έτσι πχ διαβάζουμε στον Θουκυδίδη πως ο Περικλής ἐκκλησίαν τε οὐκ ἐποίει αὐτῶν οὐδὲ ξύλλογον οὐδένα, τοῦ μὴ ὀργῇ τι μᾶλλον ἢ γνώμῃ ξυνελθόντας ἐξαμαρτεῖν, απέφευγε να συγκαλέσει συνέλευση των πολιτών ούτε άλλου είδους συνάθροιση για να μην πάρουν λάθος αποφάσεις από την οργή που ένιωθαν βλέποντας τους Πελοποννήσιους να καταστρέφουν την αττική ύπαιθρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Εκκλησία, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 229 Σχόλια »

Γιατί τρώμε ψάρια;

Posted by sarant στο 29 Νοέμβριος, 2018

Τρώμε ψάρια επειδή είναι νόστιμα, τρώμε ψάρια επειδή περιέχουν ωμέγα-3, κάποιοι τα τρώνε επειδή τα ψαρεύουν οι ίδιοι, ενώ όταν ήμουν μικρός και δεν μου πολυάρεσαν -ίσως επειδή ήταν μπελάς να τα καθαρίζεις- η μητέρα μου με πρότρεπε να τρώω ψάρια επειδή κάνουν καλό στα μάτια, μια παραίνεση που θα την έχουν ακούσει αμέτρητα παιδιά.

Όμως εδώ δεν διαιτολογούμε αλλά λεξιλογούμε, ως γνωστόν. Οπότε, θα εννοήσουμε και την ερώτηση του τίτλου κάπως διαφορετικά, αν και βέβαια επίτηδες τη διατύπωσα έτσι ώστε όποιος τη διαβάζει να σκέφτεται πρώτα τη διαιτολογική πλευρά. Κάπως διαφορετικά, δηλαδή ετυμολογικά -γιατί τρώμε ψάρια και όχι ιχθείς, ή, μ’ άλλα λόγια, πώς γεννήθηκε η λέξη «ψάρι»;

Να προειδοποιήσω πριν ξεκινήσω ότι στο σημερινό άρθρο θα θίξω μόνο τα ετυμολογικά του ψαριού -όχι τις σημασίες που έχει προσλάβει η λέξη ή τα φρασεολογικά του: αυτα τα αφήνω για μελλοντικό άρθρο, αφού αν ήθελα να τα χωρέσω όλα, ετυμολογικά, ιστορία λέξης, φρασεολογικά, λαογραφικά κτλ. σε ένα άρθρο θα επρεπε να γράψω πάρα πολλά. Οπότε, μη μου πείτε στα σχόλια για το ψάρι έξω απ’ το νερό ούτε για το φανταρίστικο ψάρωμα.

Στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ τέθηκε το εξής ερώτημα:

Εχθές, παρακολουθώντας ένα ντοκιμαντέρ για την Δήλο, αναφερόμενοι στη διατροφή τους, οι ειδικοί είπαν πως το ψάρι ήταν είδος πολυτελείας, και το δικαιολόγησαν αναφερόμενοι στην ετυμολογία της λέξης «ψάρι»< οψάριον<οψέ (αργά). Είναι έτσι;

Δεν είναι έτσι, κι αν το είπαν ειδικοί τότε είναι διπλό το κακό, αλλ’ ας ελπίσουμε ότι ο φίλος δεν άκουσε καλά αυτό που ειπώθηκε. Όμως να δούμε ποια είναι η ετυμολογία του ψαριού.

Το ψάρι ετυμολογείται από το οψάριον, που είναι υποκοριστικό της λέξης όψον. Όψον ήταν στα αρχαία ελληνικά το προσφάι που συνοδεύει το ψωμί ή ο μεζές που συνοδεύει το κρασί. Η λέξη μπορεί να συνδέεται ετυμολογικα΄με το οψέ, και ίσως αυτό να άκουσε ο φίλος μας στην εκπομπή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ομηρικά | Με ετικέτα: , , , , , | 230 Σχόλια »

Τα τοξικά τόξα

Posted by sarant στο 28 Νοέμβριος, 2018

Πλησιάζει το τέλος της χρονιάς, άρχισαν λοιπόν να εμφανίζονται άρθρα με τον απολογισμό του 2018 στον ένα ή στον άλλο τομέα -και, επειδή εδώ λεξιλογούμε, θα εστιαστούμε στα άρθρα με τις Λέξεις της χρονιάς, μια διάκριση την οποία απονέμουν, κάθε χρόνο τέτοια εποχή, διάφοροι οργανισμοί, φυσικά ο καθένας για τη γλώσσα του. Για τα ελληνικά το ιστολόγιό μας έχει ξεκινήσει από το 2010 την ανάλογη διαδικασία -πέρυσι βγάλαμε Λέξη της χρονιάς τον όρο «φέικ νιουζ».

Η δική μας διαδικασία ανακήρυξης της Λέξης της χρονιάς ξεκινάει κάθε χρόνο γύρω στις 10 Δεκεμβρίου και ολοκληρώνεται στις 31 του μήνα, κι αν όλα πάνε καλά δεν αποκλείεται να τη διοργανώσουμε και φέτος, όμως άλλοι φορείς έχουν ήδη ανακηρύξει τη δική τους, κάποιοι από τα μέσα Νοεμβρίου κιόλας. Έτσι, το dictionary.com επέλεξε τη λέξη misinformation, το λεξικό Collins τον όρο single-use, ενώ το λεξικό της Οξφόρδης το επίθετο toxic.

Με αυτή την τελευταία λέξη θ’ ασχοληθεί το σημερινό μας άρθρο.

Στην ανακοίνωση των υπεύθυνων του Oxford διαβάζουμε ότι διάλεξαν τη λέξη toxic για Λέξη της χρονιάς επειδή μέσα στη χρονιά διευρύνθηκε εντυπωσιακά το πεδίο εφαρμογής της ή, με δικά τους λόγια, επειδή: In 2018, toxic added many strings to its poisoned bow becoming an intoxicating descriptor for the year’s most talked about topics. It is the sheer scope of its application, as found by our research, that made toxic the stand-out choice for the Word of the Year title. Δεν το μεταφράζω για να μη χαθούν τα έξυπνα λογοπαίγνια -και επισημαίνω και την έκφραση to have/add another string to one’s bow.

Η λέξη toxic είναι ελληνικής ετυμολογίας, όπως ανέφεραν οι περισσότεροι ιστότοποι που κάλυψαν το θέμα, αν και κάποιοι έμειναν στο λατινικό ενδιάμεσο. Μεταφράζω τις ετυμολογικές πληροφορίες που δίνει ο ιστότοπος του Όξφορντ:

Το επίθετο toxic σημαίνει «δηλητηριώδης» και εμφανίστηκε πρώτη φορά στα αγγλικά στα μέσα του 17ου αιώνα, από το μεσαιωνικό λατινικό toxicus, που σημαίνει ‘δηλητηριασμένος’ ή ‘διαποτισμένος με δηλητήριο’.

Αλλά η φαρμακερή ιστορία της λέξης δεν αρχίζει από εδώ. Ο μεσαιωνικός λατινικός όρος είναι με τη σειρά του δάνειο από το λατινικό toxicum, που σημαίνει ‘δηλητήριο’, λέξη που ανάγεταο στο ελληνικό τοξικόν φάρμακον, το φονικό δηλητήριο που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες για να αλείφουν τις αιχμές των βελών τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα λατινικά δεν μεταφέρθηκε η λέξη φάρμακον, που σήμαινε το δηλητήριο, αλλά η λέξη τοξικόν που προέρχεται από τη λέξη τόξον.

Ότι φάρμακον στα αρχαία σήμαινε δηλητήριο, το έχουμε πει στο ιστολόγιο παλιότερα. Τοξικόν φάρμακον λοιπόν, το δηλητήριο για τα τόξα. Για τα βέλη, θα έλεγε κάποιος αυστηρός, αφού τα βέλη άλειφαν με το φαρμάκι, αλλά η οικονομία της γλώσσας έτσι το θέλησε. Να το θυμηθούμε αυτό την επόμενη φορά που θα μας πει κάποιος «ακολουθήστε τα τόξα» και θα τον ειρωνευτούμε για αγράμματο που δεν είπε «ακολουθήστε τα βέλη». Και οι αρχαίοι ημών έτσι σκέφτηκαν.

Όσο για την απόπτωση του ουσιαστικού και την παράλληλη ουσιαστικοποίηση του επιθέτου, είναι κοινός τόπος στη γλώσσα. Όπως το τοξικόν φάρμακον έγινε σκέτο τοξικόν έτσι και ο ποντικός μυς έγινε ποντικός ή το νεαρόν ύδωρ έγινε νεαρόν και μετά νηρόν και νερόν/νερό, ως τις μέρες μας που η χωριάτικη σαλάτα έγινε χωριάτικη και το κινητό τηλέφωνο: κινητό.

Οι ετυμολογικές πληροφορίες του Όξφορντ είναι σωστές, αν και αναφέρει ότι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ήταν εκείνοι που άλειφαν τα βέλη τους με δηλητήριο ενώ το λεξικό του Μπαμπινιώτη λέει ότι τη συνήθεια αυτή την είχαν οι Κέλτες και οι Σκύθες. Ο Αριστοτέλης δίνει δίκιο στον Μπαμπινιώτη, μια και λέει:

Φασὶ δὲ παρὰ τοῖς Κελτοῖς φάρμακον ὑπάρχειν τὸ καλούμενον ὑπ’ αὐτῶν τοξικόν· ὃ λέγουσιν οὕτω ταχεῖαν ποιεῖν τὴν φθορὰν ὥστε τῶν Κελτῶν τοὺς κυνηγοῦντας, ὅταν ἔλαφον ἢ ἄλλο τι ζῷον τοξεύσωσιν, ἐπιτρέχοντας ἐκ σπουδῆς ἐκτέμνειν τῆς σαρκὸς τὸ τετρωμένον πρὸ τοῦ τὸ φάρμακον διαδῦναι…..

Μετάφραση δεν χρειάζεται στους απογόνους των τρισχιλιετών. Λέει πως οι Κέλτες έχουν ένα δηλητήριο, που το αποκαλούν τοξικό και, όπως λένε, τόσο γρήγορη δράση έχει ώστε, όταν κυνηγούν και χτυπήσουν με το τόξο ελάφι ή άλλο ζώο πρέπει να βιαστούν και να κόψουν το χτυπημένο μέρος της σάρκας του ζώου πριν διαδοθεί το δηλητήριο και στο υπόλοιπο.

Να σημειωθεί εδώ πως το επίθετο «τοξικός» το χρησιμοποιούσαν και για άλλες χρήσεις οι αρχαίοι ημών, όχι μόνο για το τοξικόν φάρμακον. Ας πούμε, τοξική στολή δεν ήταν μια στολή που αρρωσταίνεις όταν τη φοράς αλλά ο εξοπλισμός του τοξότη, ενώ τοξικος κάλαμος ένα καλάμι κατάλληλο για βέλη. Η αυτονόμηση και ουσιαστικοποίηση του επιθέτου έρχεται μερικούς αιώνες αργότερα, π.χ. στον γιατρό Διοσκουρίδη, τον 1ο αιώνα μ.Χ.

Τα υπόλοιπα της ετυμολογικής αλυσίδας τα είδαμε παραπάνω. Και τον 19ο αιώνα επανακάμπτουν στα ελληνικά, μέσω γαλλικών, οι επιστημονικοί όροι αυτής της οικογένειας, όπως η τοξίνη και η τοξιναιμία, η τοξικολογία και η τοξικότητα, ενώ η τοξικομανία πρέπει να είναι του εικοστού αιώνα.

Αντιδάνεια; Θεωρητικά ναι, αφού οι γαλλικές λέξεις όπως toxicologie κτλ. ανάγονται σε ελληνική λέξη, όμως η ελληνική βιβλιογραφία τους όρους αυτούς δεν τους χαρακτηρίζει αντιδάνεια αλλά (ο Μπαμπινιώτης) «μεταφορά ελληνογενούς ξένου όρου».

Πριν φύγουμε από τα ετυμολογικά, μια τελευταία επισήμανση. Η ετυμολογία του «τοξικού» (όπως και πολλών άλλων λέξεων) δείχνει πόσο πλανημένη είναι η άποψη ότι, τάχα, η ετυμολογία φανερώνει το αληθινό νόημα/το βαθύτερο νόημα των λέξεων. Λέτε το αληθινό ή το βαθύτερο νόημα της σημερινής λέξης «τοξικός» (π.χ. ο ασθενής διακομίστηκε με τοξικό σοκ) να βρίσκεται στο τόξο; Όχι βέβαια. Η ετυμολογία, παρά το γεγονός ότι έτυμον = αληθές, δεν δείχνει παρά τον τρόπο που σκέφτηκαν εκείνοι που ονομάτισαν έτσι το κάθε πράγμα.

Ας επιστρέψουμε όμως στον τοξικό, αλλά στα σημερινά πλέον χρόνια.

Ως πολύ πρόσφατα, το επίθετο «τοξικός» έμενε περιορισμένο στην επιστημονική ορολογία. Είχαμε τοξικές ουσίες, τοξικά αέρια, τοξικό νέφος, τοξικό σοκ και άλλες τέτοιες κυριολεκτικές, επιστημονικές χρήσεις. Είχαμε και τοξικά φάρμακα, όχι φυσικά με την αρχαία σημασία παρά με τη σύγχρονη, φάρμακα που επιδρούν τοξικά. Είχαμε και τοξικά απόβλητα.

Στον αιώνα μας, το επίθετο αρχίζει και χρησιμοποιείται, πρώτα στα αγγλικά, ολοένα και περισσότερο μεταφορικά κι έτσι έχουμε π.χ. τα τοξικά ομόλογα (από τα μεγάλα έντυπα λεξικά μας, μόνο το Χρηστικό της Ακαδημίας καταγράφει τον όρο). Τοξικά ειπώθηκαν τα ομόλογα επειδή, έχοντας χάσει μεγάλο μέρος της αξίας τους, προκαλούν ζημιά στον κάτοχό τους, όπως μια τοξική ουσία.

Και οι μεταφορικές χρήσεις επεκτάθηκαν περαιτέρω, σε τοξικά συναισθήματα, τοξικές σχέσεις, τοξικό περιβάλλον, τοξική συμπεριφορά -αυτά όλα πρέπει να είναι του εικοστού πρώτου αιώνα φράσεις, παλιότερα αντί για «τοξικό» θα λέγαμε «φθοροποιό» ή «ψυχοφθόρο». Ενδεικτικό είναι ότι το ΜΗΛΝΕΓ, το μεγάλο ηλεκτρονικό λεξικό που συντάσσεται αυτή την περίοδο, έχει εκτενείς αναφορές στις μεταφορικές χρήσεις της λ. τοξικός.

Και ειδικά στις ΗΠΑ πέρυσι, με την υπόθεση του δικαστή Κάβανο, έδωσε και πήρε ο όρος toxic masculinity, τοξική αρρενωπότητα δηλαδή. Με παραξενεύει, αλλά βρίσκω πως ο όρος έχει προλάβει να αποκτήσει λήμμα και στην ελληνική Βικιπαίδεια.

Αν αξιωθούμε και κάνουμε και φέτος ψηφοφορια για τη λέξη της χρονιάς στο ιστολόγιο, θα βάλουμε κι εμείς τη λέξη ‘τοξικός’ στο ψηφοδέλτιο. Λέτε να διακριθεί και στα ελληνικά;

 

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 182 Σχόλια »