Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ετυμολογικά’ Category

Λεξιλογικά του τσιγάρου

Posted by sarant στο 3 Δεκεμβρίου, 2019

Θα μου πείτε πως για το τσιγάρο και τον αντικαπνιστικό νόμο συζητήσαμε την περασμένη εβδομάδα στο ιστολόγιο. Ωστόσο, στο άρθρο εκείνο είχαμε συζητήσει διάφορες πτυχές του θέματος, είχαμε όμως αμελήσει εντελώς τα λεξιλογικά μας, λησμονώντας το γνωστό σλόγκαν του ιστολογίου «Εμείς εδώ λεξιλογούμε».

Το κενο αυτό έρχεται να το καλύψει το σημερινό άρθρο, που αρχικά δημοσιεύτηκε προχτές, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της Αυγής, στη μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

Εδώ το έχω συμπληρώσει με ορισμένα για τον ναργιλέ, που δεν χώρεσαν στο άρθρο της εφημερίδας. Αντιστάθηκα στον πειρασμό να προσθέσω και αναφορές στο τσιγάρο από την ποίηση και το τραγούδι διότι είναι αμέτρητες. Μάλλον χρειάζεται ξεχωριστό άρθρο.

Λεξιλογικά του τσιγάρου

Πριν από δέκα μέρες, στη Βουλή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραπονέθηκε στον Αλέξη Τσίπρα για την ερώτηση που του είχε υποβάλει: “Γιατί με ρωτάτε για τη διαφθορά και τα οικονομικά εγκλήματα; Χάθηκε να με ρωτήσετε για τον αντικαπνιστικό νόμο;” -όταν τα έχεις βρει όλα εύκολα στη ζωή σου, δυσφορείς με τις δύσκολες ερωτήσεις.

Αλλά παρόλο που όλες σχεδόν οι πολιτικές δυνάμεις υπερψήφισαν τα μέτρα ελέγχου του καπνίσματος, η εφαρμογή του νόμου στην πράξη δεν είναι και τόσο εύκολη υπόθεση. Όμως αυτό το θέμα είναι αρμοδιότητα άλλων στηλών της Αυγής -εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο στις λέξεις του τσιγάρου και του καπνίσματος.

Με τη λέξη καπνός, βέβαια, εννοούμε τόσο το φυτό από το οποίο παράγονται τα τσιγάρα όσο και το μίγμα από αέρια και στερεά σωματίδια που εκπέμπει ένα σώμα που καίγεται· το φυτό μάς ήρθε από τον νέο κόσμο, αλλά ο καπνός είναι μαζί μας από την αυγή της ανθρωπότητας ή και νωρίτερα, αφού συνόδευε τη φωτιά, βασικό μέσο εξανθρωπισμού του πιθήκου. Η λέξη είναι ομηρική (“καπνόν αποθρώσκοντα” λαχταρούσε ν’ αντικρίσει ο Οδυσσέας) ενώ ομηρικό είναι και το ρήμα “καπνίζω”, φυσικά με τη σημασία “προκαλώ, σηκώνω καπνό”. Σε κείμενα της ελληνιστικής εποχής βρίσκουμε τη λέξη “καπνιστήριο” που βέβαια δεν σημαίνει τον ειδικό χώρο για καπνιστές αλλά ένα είδος ατμόλουτρο. (Στον μεσαίωνα, καπνιστήρι ήταν το θυμιατήρι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , | 311 Σχόλια »

Τι παίζει;

Posted by sarant στο 28 Νοεμβρίου, 2019

Η ερώτηση του τίτλου είναι παραπλανητική -με την έννοια ότι δεν ρωτάω τι συμβαίνει, τι κρύβεται πίσω από κάτω, ποια είναι η βαθύτερη αιτία για κάποια παράξενη συμπεριφορά. Έβαλα την ερώτηση αυτή επειδή στο σημερινό άρθρο θα καταγράψουμε μερικές από τις πάμπολλες παγιωμένες φράσεις που υπάρχουν με το ρήμα «παίζω».

Θυμίζω ότι είχαμε πριν από μερικούς μήνες ένα ακόμα ανάλογο άρθρο, όπου είχαμε δει φρασεολογισμούς και ορισμένα λεξιλογικά για το ρήμα «τρώω».

Αλλά, όπως και στο άρθρο εκείνο, θα πούμε και δυο λόγια για την ετυμολογία. Το ρήμα «παίζω» είναι αρχαίο, ομηρικό κιόλας (στην Οδύσσεια, η Ναυσικά και οι φίλες της σφαίρηι έπαιζον) και ανήκει στην ίδια ετυμολογική οικογένεια με το ουσιαστικό «παις». Δεν αποκλείεται στην αρχή να σήμαινε «συμπεριφέρομαι σαν παιδί, παιδιαρίζω», αλλά ήδη από τον Όμηρο πήρε σημασίες όπως τις σημερινές: παίζω παιχνίδια (πεσσούς, κύβους), παίζω μουσικά όργανα, αστειεύομαι, πειράζω κάποιον (Πάντως, σήμαινε και «χορεύω», ήδη από παλιά). Βέβαια, η διασημότερη αρχαία φράση με το παίζω είναι «τα παιδία παίζει», που όλοι την ξέρουμε σαν δείγμα αττικής σύνταξης και που έχει γνωρίσει αμέτρητες ευτράπελες ή όχι τροποποιήσεις.

Σήμερα, το ρήμα «παίζω» είναι ένα από τα βασικά ρήματα της νεοελληνικής και έχει αποκτήσει πάμπολλες σημασίες. Εδώ, όπως είπα, θα σταθώ κυρίως στις παγιωμένες (εκ)φράσεις.

Λοιπόν, όταν κάποιος ριψοκινδυνεύει, όταν ενεργεί χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τον σοβαρό κίνδυνο που υπάρχει, λέμε ότι παίζει με τη φωτιά. Περίπου την ίδια εικόνα δίνει κι εκείνος που παίζει το κεφάλι του κορώνα γράμματα ή, ίδια εικόνα με άλλο τυχερό παιχνίδι, τα παίζει όλα μονά ζυγά. Μπορεί επίσης, και πάλι όταν διακινδυνεύει τα πάντα να τα παίζει όλα για όλα ή και να παίζει τα ρέστα του και όταν, ύστερα από αλλεπάλληλες αποτυχίες κάνει μια τελευταία προσπάθεια για να πετύχει κάτι λέμε ότι παίζει το τελευταίο του χαρτί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανέκδοτα, Ετυμολογικά, Τα μεγάλα ρήματα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , | 183 Σχόλια »

Αλαλούμ

Posted by sarant στο 22 Νοεμβρίου, 2019

Δεν κάνω σχόλιο για την κυβερνητική πολιτική, ούτε διαφημίζω ετεροχρονισμένα την ταινία του αξέχαστου Χάρρυ Κλυνν, παρά την εικόνα που συνοδεύει το άρθρο. Όχι, δεν είναι επίκαιρο το άρθρο μου, αντίθετα είναι όσο πιο ανεπίκαιρο θα μπορούσε να γίνει, αφού επιστρέφει και ανακεφαλαιώνει μια συζήτηση που είχε γίνει στο ιστολόγιο πριν από… δέκα χρόνια, τον Οκτώβριο του 2009.

Η συζήτηση αυτή είχε γίνει στο περιθώριο άλλου άρθρου, δηλαδή στα σχόλια (από το σχόλιο 53 και πέρα, σποραδικά) και αν ανατρέξετε θα δείτε πως πήραν μέρος φίλοι που εξακολουθούν να σχολιάζουν και σήμερα, καθώς και κάποιοι που έχουν σταματήσει -αλλά, ενώ η συζήτηση έβγαλε συμπεράσματα που τα θεωρώ αξιόλογα (και, κατά τη γνώμη μου, πειστικά) σχετικά με την ετυμολογία της λέξης «αλαλούμ», τα συμπεράσματα αυτά έμειναν θαμμένα στα σχόλια, διότι δέκα χρόνια τώρα αμέλησα να γράψω ένα ανακεφαλαιωτικό άρθρο, αν και σποραδικά, σε άρθρα του ιστολογίου και σε ομιλίες μου, έχω αναφερθεί στην ετυμολογία της λέξης αλαλούμ.

Οπότε, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να γράψω αυτό το ανακεφαλαιωτικό άρθρο.

Σύμφωνα με τα λεξικά, αλαλούμ είναι «Η κατάσταση κατά την οποία μια ομάδα ανθρώπων βρίσκεται σε σύγχυση, αναστάτωση, συχνά ως αποτέλεσμα ανεπαρκούς ενημέρωσης, αντικρουόμενων πληροφοριών ή έλλειψης οργάνωσης». Δίνω τον (κάπως φλύαρο αλλά σωστό κτγμ) ορισμό του ΜΗΛΝΕΓ, το οποίο δίνει ως συνώνυμα τις λέξεις κομφούζιο και χάος. Παραδείγματα χρήσης είναι ίσως περιττά αφού η λέξη είναι απολύτως ζωντανή -αλλά ας δώσουμε ένα: Απίστευτο αλαλούμ επικρατεί στο αεροδρόμιο εξαιτίας της απεργίας των ιπτάμενων φροντιστών (πάλι από ΜΗΛΝΕΓ).

Το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη αναφέρει ότι έχουν προταθεί τρεις απόψεις για την προέλευση της περίεργης αυτής λέξης: 1. Από το αραβικό επιφώνημα ulalum, με αφομοιωση του u προς το επόμενο α, 2. από τη φράση άλλα άλλων, κατ επίδραση του συνώνυμου [;;] γιουσουρούμ, 3. Από παιδικά παιχνίδια και τραγούδια.

Από τις εκδοχές αυτές το λεξικό θεωρεί επικρατέστερη την πρώτη, του αραβικού επιφωνήματος. Το ΛΚΝ αναφέρει μόνο αυτή την εκδοχή, με επιφύλαξη («ίσως»).

Περιέργως κανένα από τα δύο λεξικά δεν μας λέει τι είδους επιφώνημα είναι το αραβικό ulalum -είναι επιφώνημα χαράς; πόνου; αγανάκτησης; Μας αφήνουν στο σκοτάδι. Αλλά ας το προσπεράσουμε αυτό. Υπάρχει βέβαια και το ποίημα Ulalume του Πόου και το Ουλαλούμ του δικού μας Σκαρίμπα, που το έχει μελοποιήσει ο Άσιμος, αλλά δεν νομίζω πως θα μας φωτίσουν ως προς την ετυμολογία του αλαλούμ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανακεφαλαιώσεις, Δυσετυμολόγητα, Ετυμολογικά, Θεατρικά, Κινηματογράφος, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 78 Σχόλια »

Το μπάρμπεκιου των γουρουνιών στα Διαβατά

Posted by sarant στο 6 Νοεμβρίου, 2019

Εδώ και μερικές μέρες η ακροδεξιά κίνηση «Ενωμένοι Μακεδόνες» έχει ανακοινώσει ότι διοργανώνει, την Κυριακή 10 Νοεμβρίου το μεσημέρι, μπάρμπεκιου «διαμαρτυρίας κατά των λαθρομεταναστών» πολύ κοντά στο χοτ σποτ των Διαβατών όπου στεγάζονται ή στοιβάζονται πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο μέχρι να ανακατευθυνθούν σε άλλες δομές στην ενδοχώρα.

Η ανακοίνωση των ακροδεξιών ακτιβιστών είναι εύγλωττη, το ίδιο και η αφίσα τους.

Γράφουν: Απέναντι στον διεθνιστικό και ισλαμικό λαθροεποικισμό της πατρίδας μας και της Ευρώπης…απαντάμε με … άφθονο χοιρινό κρέας, με άθφονο αλκόολ, με άφθονο τρολάρισμα και αγωνιστική δράση!

Χτες, ο βουλευτής Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ Χρ. Γιαννούλης, μιλώντας σε επιτροπή της Βουλής, χαρακτήρισε «σαδισμό και κτηνωδία» την εκδήλωση αυτή, που ευθέως αποσκοπεί την πρόκληση και στην προσβολή μιας ιδιαίτερα ευάλωτης μερίδας συνανθρώπων μας. Αναρωτήθηκε μάλιστα αν είναι ποινικά κολάσιμες παρόμοιες εκδηλώσεις.

Με τον τρόπο αυτό, ο βουλευτής της αντιπολίτευσης ήρθε να βοηθήσει την κυβέρνηση, αφού δεν πήρε το μέρος των διαμαρτυρόμενων, αλλά ο βουλευτής της συμπολίτευσης κ. Κυρανάκης που πήρε μετά τον λόγο ουσιαστικά ενθάρρυνε το χάπενινγκ των ακροδεξιών, αφού είπε ότι «στην Ελλάδα επιτρέπεται η κατανάλωση χοιρινού και δεν μπορούν υπήκοοι τρίτων χωρών να επιβάλλουν τις απόψεις τους», λες και αυτό ήταν το ζήτημα, λες και είχε ζητηθεί από κάποιον η απαγόρευση της λειτουργίας ψητοπωλείων! (Το ρεπορτάζ εδώ).

Η εκδήλωση της ακροδεξιάς κίνησης είναι έξυπνη, διότι σκορπάει το ξενοφοβικό της δηλητήριο κρυμμένο μέσα σε λαχταριστούς μεζέδες και γαργαλιστικές μυρωδιές και ταυτόχρονα κατασκευάζει έναν φανταστικό εχθρό, τον «μουσουλμάνο λαθροέποικο» [δεν είναι δική μου η ορολογία φυσικά] που θέλει, τάχα, να αλλαξει τον τρόπο ζωής μας. Το ψέμα είναι κολοσσιαίο, αλλά έχει απήχηση σε αρκετό κόσμο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ισλάμ, Ξένοι, Ρατσισμός | Με ετικέτα: , , , , , | 207 Σχόλια »

Ο κατάφρακτος καρπός και πάλι

Posted by sarant στο 25 Οκτωβρίου, 2019

Ταξίδευα χτες, μην περιμένετε καινούργιο άρθρο. Ή δεν θα έβαζα τίποτα ή θα κατέφευγα στη δοκιμασμένη λύση, την επανάληψη κάποιου παλιότερου άρθρου. Προτίμησα να μη σπάσω το σερί της καθημερινής δημοσίευσης που κρατάει αδιάλειπτα από τον Γενάρη του 2014, οπότε αναδημοσιεύω σήμερα για δεύτερη φορά ένα άρθρο της σειράς των οπωρικών -το είχα αρχικά δημοσιεύσει το 2011 οπότε μπήκε και στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις, και το ξανάβαλα το 2015. Ενσωματώνω μερικά από τα σχόλιά σας.

Το διάλεξα επειδη τώρα είναι η εποχή τους, εννοώ η εποχή των καρυδιών. Μάλιστα, μέχρι πριν από καμιά δεκαριά μέρες έβρισκα στο σουπερμάρκετ και τα χλωρά καρύδια, που μ’ αρέσουν πολύ, κι έχω ακόμα καναδυό διχτάκια στο ψυγείο.

Στον Πωρικολόγο, το υστεροβυζαντινό σατιρικό ποίημα όπου προσωποποιούνται τα φρούτα, οι ξηροί καρποί παρουσιάζονται σε δεύτερη μοίρα, ως σωματοφύλακες (βάραγγοι) των αρχόντων: ο Καρύδιος, ο Κάστανος και ο Λεπτοκάρυος και άλλοι.

Οι Βάραγγοι, να πούμε για την ιστορία, ήταν Ρως και σκανδιναβοί μισθοφόροι (αργότερα και αγγλοσάξονες), που συγκροτήθηκαν σε σώμα από τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο και σταδιακά αποτέλεσαν το πιο επίλεκτο τμήμα της αυτοκρατορικής φρουράς στο Βυζάντιο από τον 11ο αιώνα και μετά, πιο αξιόπιστο από τους ντόπιους οι οποίοι ήταν επιρρεπείς σε πραξικοπήματα. Δεν αποκλείεται ο ανώνυμος συγγραφέας του Πωρικολόγου να διαλέγει αυτή την παρομοίωση επειδή οι ξηροί καρποί έχουν κι αυτοί πανοπλία, το κέλυφός τους, άρα δίνουν την εντύπωση του πολεμιστή. Και ο επικεφαλής αυτής της φρουράς, που αποτελεί μια ξεχωριστή οικογένεια μέσα στον κόσμο των οπωρικών, δεν είναι άλλος από το καρύδι.

Και λεξιλογικά αν το σκεφτούμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα καρύδια είναι ο κατεξοχήν ξηρός καρπός, αν σκεφτούμε ότι οι αρχαίοι τους ξηρούς καρπούς τους αποκαλούσαν «κάρυα», περίπου όπως τις οπώρες τις έλεγαν «μήλα». Πάντα τα ακρόδρυα κάρυα λέγουσιν, επισημαίνει ο Αθήναιος. Τα καρύδια τα έλεγαν σκέτα κάρυα όταν δεν υπήρχε περιθώριο για σύγχυση αλλά και Περσικά κάρυα ή βασιλικά κάρυα, δηλαδή προερχόμενα από τον βασιλιά της Περσίας. Η ανάμνηση του βασιλιά μένει και στην επιστημονική ονομασία της καρυδιάς που είναι Juglans regia, δηλαδή βασιλική.

Αυτό το περίεργο λατινικό Juglans σημαίνει, όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού, «Διός βάλανος» (Jovis glans)· βέβαια οι Έλληνες, π.χ. ο Θεόφραστος, αποκαλούσαν Διός βάλανο τα κάστανα, αλλά δεν είναι καθόλου σπάνιο να αποκαλείται ένας καρπός με όνομα που έχει χρησιμοποιηθεί και για κάποιον άλλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 174 Σχόλια »

Από πότε υπάρχουν ρουφιάνοι;

Posted by sarant στο 23 Οκτωβρίου, 2019

Τι ερώτηση κι αυτή! Από πάντα, θα απαντήσετε, ανέκαθεν, από την εποχή του Αδάμ -ποιος λέτε να κάρφωσε στον Πανάγαθο πως ο Αδάμ έκοψε το μήλο; Ωστόσο, οι ταχτικοί αναγνώστες του ιστολογίου ξέρουν πως συνηθίζουμε στο ιστολόγιο άρθρα με παρεμφερείς τίτλους (π.χ. «Από πότε υπάρχουν μαλάκες;«), τιτλους ελαφρώς παραπλανητικούς αφού εννοούν «από πότε υπάρχει η τάδε λέξη» και όχι «από πότε υπάρχει το πράγμα που περιγράφει η λέξη».

Οπότε, αν θέλαμε να διατυπώσουμε ακριβέστερα το ερωτημα του τίτλου θα έπρεπε να ρωτάει: «Από πότε υπάρχει η λέξη ‘ρουφιάνος’;» Και μάλιστα, όπως θα δείτε στη συνέχεια, αυτό που μάς απασχολεί δεν είναι (μόνο ή τόσο) πότε εμφανίστηκε η λέξη «ρουφιάνος» αλλά πότε εμφανίστηκε η σημερινή (επικρατέστερη) σημασία της, δηλαδή η σημασία του καταδότη, του χαφιέ, του καρφιού, του προδότη, του συκοφάντη.

Τι μου ήρθε και ασχολήθηκα με το θέμα; Τον τελευταίο καιρό στα κοινωνικά μέσα πολύς κόσμος χαρακτηρίζει με αυτό το ελάχιστα κολακευτικό επίθετο τον βουλευτή της ΝΔ Κ. Μπογδάνο. Μάλιστα, αν βάλετε στο γκουγκλ «εθνικός ρουφιάνος», η πρώτη εικόνα που βγαίνει είναι αυτή που βλέπετε αριστερά. Σπεύδω να διευκρινίσω πως εγώ απλώς καταγράφω ένα φαινόμενο -δεν το επιδοκιμάζω.

Η αμφίβολη δόξα του κ. Μπογδάνου είναι πρόσφατη. Στο παρελθόν ο χαρακτηρισμός «εθνικός ρουφιάνος» έχει απονεμηθεί, δίκαια ή άδικα, σε άλλους, κυρίως σε δημοσιογράφους. Είναι άλλωστε γνωστό το υβριστικό (και άδικο, θα έλεγα, αφου γενικεύει) σύνθημα που έχει το ακρώνυμο ΑΡΔ (όπου το Ρ ειναι ρουφιάνοι και το Δ δημοσιογραφοι. Α, μας διαβαζει και η μαμά μου).

Πώς κέρδισε ο κ. Μπογδάνος αυτόν τον όχι περιζήτητο τίτλο; Κυρίως επειδή πριν από καμιά δεκαπενταριά μέρες, που είχε γίνει σύγκρουση διαδηλωτών του ΠΑΜΕ με την αστυνομία, και που είχε γίνει ιότροπη μια φωτογραφία στην οποία ένας διαδηλωτής φαινόταν να επιτίθεται με φιγούρα του καράτε σε έναν αστυνομικό, ο κ. Μπογδάνος έσπευσε να γράψει στον λογαριασμό του στο Τουίτερ ότι το όνομα του διαδηλωτή είναι έτσι κι έτσι. (Μην το γράψει κανείς, θα το σβήσω). Το επανελαβε και από την τηλεόραση.

Αυτό κατά πάσα πιθανότητα είναι παράνομο και οπωσδήποτε είναι φοβερά επικίνδυνο και ανήθικο να το κάνει ένας βουλευτής. Η παρανομία, αν υπάρχει, έγκειται στην επεξεργασία προσωπικών δεδομένων (ταύτιση του προσώπου της συγκεκριμένης φωτογραφίας με πρόσωπα που εικονίζονται σε άλλες φωτογραφίες). Το επικίνδυνο έγκειται στο οτι ο βουλευτής, που έχει δεκάδες χιλιάδες ακόλουθους στο Τουίτερ, κατονομάζει εναν απλό πολίτη και τον εκθέτει σε ενδεχόμενες πράξεις αντεκδίκησης, ενώ καθόλου δεν αποκλείεται ο βουλευτής να έχει κάνει λάθος στην ταύτιση των προσώπων στις φωτογραφίες. Είναι και ανήθικο, διότι ο βουλευτής καλύπτεται από ασυλία κι έτσι ο θιγείς πολίτης δεν μπορεί να διεκδικήσει εύκολα το δίκιο του.

(To πόσο επικίνδυνες ειναι οι «καταγγελίες» στα κοινωνικά μέσα φάνηκε χτες, όταν ο κ. Μπογδάνος κατονόμασε ως υπεύθυνη για το φιάσκο με την ταινία Τζόκερ την κ. Μαρία Βλαζάκη, η οποία δεν είχε καμιά σχέση. Ο βουλευτής ζήτησε συγγνώμη αλλά στο μεταξύ η ψευδοκαταγγελία έχει κάνει τον γύρο της Ελλάδας).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ληξιαρχεία λέξεων, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , , | 216 Σχόλια »

Νερό από την αποικία

Posted by sarant στο 21 Οκτωβρίου, 2019

Πριν από κάμποσα χρόνια, πηγαίναμε μιαν εκδρομή οικογενειακώς στην Κολονία (ή Κολωνία, θα δούμε παρακάτω τα ορθογραφικά).

Η μικρή μου κόρη ρώτησε:

– Θα πάρουμε και κολόνιες από την Κολονία; Αφού εκεί βγαίνουν.

Η μεγάλη την κοίταξε περιφρονητικά από την άβυσσο των δύο χρόνων που τις χώριζε, και έσπευσε να τη διορθώσει, λέγοντάς της ότι κολόνιες βγάζουν σε πολλά μέρη.

Ωστόσο, η μικρή είχε δίκιο, ετυμολογικά τουλάχιστον, διότι αν σήμερα κολόνιες φτιάχνονται σε όλα τα μέρη του κόσμου, ωστόσο η πρώτη κολόνια (ή κολώνια) φτιάχτηκε στην Κολονία (ή Κολωνία, είπαμε) και από εκεί πήρε το όνομά της -δεν είναι δηλαδή συμπτωματική η ομοιότητα η ηχητική.

Αν δείτε άλλωστε ένα μπουκαλάκι κολόνιας, το λέει καθαρά:

Eau de Cologne, κατά λέξη «νερό της Κολονίας».Μάλιστα εδώ το βλέπουμε και στα γερμανικά, Kölnisch Wasser, Κολονέζικο νερό, που είναι και echt, γνήσιο.

(Αναγκαστικά η φωτογραφία περιλαμβανει τοποθέτηση προϊόντος. Ζητώ συγγνώμη από τους αναγνώστες. Αν διαβάζετε από την 4711, πείτε μου πού να στείλω αριθμό λογαριασμού).

Γιατί νερό της Κολονίας; Διότι πρωτοφτιάχτηκε στη μεγάλη πόλη του Ρήνου. O Ιταλός αρωματοποιός Τζοβάνι Μαρία Φαρίνα, εγκατεστημένος στην Κολονία από τις αρχές του 18ου αιώνα, έφτιαξε το 1709 ένα άρωμα που το ονόμασε Eau de Cologne, στα γαλλικά, αφού η γαλλική γλώσσα ήταν εκείνη που κυριαρχούσε πανευρωπαϊκά, ιδίως σε θέματα μόδας και πολυτέλειας. Η οικογένεια Φαρίνα ακόμα φτιάχνει στην Κολονία τα δικά της αρώματα, οχτώ γενιες μετά.

(Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1704, ένας άλλος Ιταλός αρωματοποιός, ο Τζαν Πάολο Φέμινις, που συνεργαζόταν με τον Φαρίνα, είχε παρουσιάσει ένα παρόμοιο άρωμα, που όμως το ονόμασε λατινιστί aqua mirabilis, θαυμαστό νερό. Επειδή όμως τριακόσια χρόνια μετά ο Γαβρόγλου επρόκειτο να καταργησει τα λατινικά, η λατινική ονομασία δεν έπιασε και αντιθέτως καθιερώθηκε η γαλλική).

Η Κολονία ήταν σημαντικό κέντρο της αρωματοποιίας λοιπόν και στο τέλος του 18ου αιώνα ένας Γερμανός αρωματοποιός παρουσίασε ένα δικό του άρωμα που το έφτιαχνε στο εργαστήριό του στην οδό Glockengasse 4. Και επειδή όλα τα οικήματα της πόλης πήραν τότε αριθμό και το δικό του οίκημα είχε πάρει τον αριθμό 4711, ονόμασε το άρωμά του 4711, που διατηρείται έως σήμερα παρόλο που η μάρκα έχει πλέον αλλάξει χέρια.

Από το γαλλικό (και διεθνές) eau de Cologne, λοιπόν, και η δική μας κολόνια, μέσω του ιταλικού colonia μάλλον. Αλλά δεν τελειώσαμε, μάλλον αρχίζουμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γερμανία, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λατινικά, Τραγούδια, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , , , | 202 Σχόλια »

Με μια μπάλα σαν πεπόνι

Posted by sarant στο 18 Οκτωβρίου, 2019

Τις τελευταίες εβδομάδες, όταν πηγαινοέρχομαι στη δουλειά, ακούω στο ραδιόφωνο τα νέα από το Παγκόσμιο Κύπελλο.

Ποιο Παγκόσμιο Κύπελλο, θα ρωτήσετε. Όχι του ποδοσφαίρου, αυτό έγινε πέρυσι. Ούτε του μπάσκετ, αυτό έγινε πριν από 2-3 μήνες και η Ελλάδα, παρά την παρουσία του Γιάννη Αντετοκούνμπο, δεν τα πήγε και πολύ καλά.

Αυτή την περίοδο όμως διεξάγεται το Παγκόσμιο Κύπελλο σε ένα άλλο ομαδικό άθλημα, ένα άθλημα που παίζεται με μπάλα: όχι στρογγυλή σαν του ποδοσφαίρου, όχι σπυριάρα σαν του μπάσκετ, αλλά με μια μπάλα σαν πεπόνι: το ράγκμπι.

Το ράγκμπι δεν το ξέρουμε στα μέρη μας. Ελάχιστα παίζεται στη χώρα μας αν και νομίζω πως υπάρχει ομοσπονδία και εθνική ομάδα, που παίζει στα βάθη της ευρωπαϊκής κατάταξης. Ίσως όμως να κάνω λάθος, διότι ψάχνοντας βλέπω πως η ομοσπονδία υπήχθη στην ομοσπονδία του χάντμπολ και στην ιστοσελίδα της ΟΧΕ οι σελίδες που αφορούν το ράγκμπι έχουν να ανανεωθούν από το 2017.

Μιλάμε βέβαια για το ράγκμπι με 15 παίκτες, το λεγόμενο και rugby union, όχι για την παραλλαγή με 13 παίχτες που λέγεται rugby league. Και οι δυο παραλλαγές γεννήθηκαν στην Αγγλία τον 19ο αιώνα και κάποια στιγμή διχάστηκαν και η κάθε μια εξελίχθηκε διαφορετικά.

Επειδη όμως εδώ λεξιλογούμε, πρέπει να πούμε ότι το όνομα του αθλήματος, rugby, προέρχεται από την πόλη Ράγκμπι της μέσης Αγγλίας, κοντά στο Κόβεντρι. Το 1823, λέει, στο σχολείο του Ράγκμπι, ενώ οι μαθητές έπαιζαν ένα είδος ποδοσφαίρου, ένας μαθητής άρπαξε τη μπάλα με τα χέρια και άρχισε να τρέχει. Παρόλο που δεν υπάρχουν στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον μύθο, είναι βαθιά ριζωμένος κι έτσι γίνεται αποδεκτός.

Το ράγκμπι για το οποίο θα μιλήσουμε, λοιπόν, παίζεται με ομάδες των 15 παικτών, 8 επιθετικούς και 7 αμυντικούς, σε γήπεδο 100 x 70 μέτρων. Ο αγώνας διαρκεί 80 λεπτά, σε δυο ημιχρόνια των 40.

Υπάρχουν δυο τέρματα, που είναι δυο πανύψηλα δοκάρια με 8 μέτρα ύψος με ένα οριζόντιο δοκάρι στα 3 μέτρα, δηλαδή κάπως σαν κοντοπόδαρο Η. Όμως δεν υπάρχει τερματοφύλακας, και άλλωστε ο σκοπός των παικτών δεν είναι μόνο να περάσουν τη μπάλα μέσα από το τέρμα, όπως είναι στο ποδόσφαιρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθλήματα, Γαλλία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Μεγάλη Βρετανία | Με ετικέτα: , , , , | 171 Σχόλια »

Φίλντισι, μια ωραία λέξη

Posted by sarant στο 17 Οκτωβρίου, 2019

Επειδή χτες είχα μια δουλειά και δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο, αναδημοσιεύω σήμερα ένα παλιότερο άρθρο, και μάλιστα από τους πρώτους μήνες του ιστολογίου, αφού η αρχική του δημοσίευση έγινε λίγο πριν συμπληρώσει τρεις μήνες ζωής το ιστολόγιο -και στη συνέχεια μπήκε και στο βιβλίο μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

Τυχαία ξαναείδα το παλιό αυτό άρθρο πριν από λίγες μέρες, και μου άρεσε, οπότε σκέφτηκα σήμερα να το επαναλάβω, αν και τελικά το άλλαξα κάμποσο και πρόσθεσα και καινούργιο υλικό.

Φίλντισι είναι, καταρχήν, το ελεφαντόδοντο. Ωραία λέξη είναι, εξαιρετικά εύηχη, ενδιαφέρουσα ιστορία έχει, ας την κοιτάξουμε.

Φιλντισένιος αλφίλ από το νησί Λιούις

Στα ελληνικά, λέμε ελέφαντας, ελέφας στα αρχαία ελληνικά και από εκεί πέρασε στις δυτικότερες ευρωπαϊκές γλώσσες κι έχουμε το εγγλέζικο elephant και τα άλλα. Όμως στα αρχαία, ‘ελέφας’ ήταν και το ελεφαντόδοντο και το ζώο ο ελέφαντας, και μπορούμε να υποθέσουμε πως οι αρχαίοι πρώτα θα είδαν αντικείμενα από ελεφαντόδοντο και μετά ελέφαντες. Στον Όμηρο τουλάχιστον όλες οι εμφανίσεις της λέξης ‘ελέφας’ (αν δεν μου ξέφυγε καμία) αφορούν το ελεφαντόδοντο, όχι το ζώο. Για παράδειγμα, στο δ της Οδύσσειας ο Τηλέμαχος παινεύει την πολυτέλεια που βλέπει στο παλάτι του Νέστορα, όπου

χρυσοῦ τ’ ἠλέκτρου τε καὶ ἀργύρου ἠδ’ ἐλέφαντος

ή, στη μετάφραση του Αργύρη Εφταλιώτη, «το μάλαμα και το ήλεχτρο, τὸ φίλντισι, τ’ ασήμι».

Βρίσκω επίσης πως η λέξη απαντά ήδη στη Γραμμική Β΄ ως e-re-pa. Ανατολικό δάνειο λοιπόν, μάλλον από μικρασιάτικη γλώσσα, αλλά η ετυμολογία της λέξης έχει κάποιες δυσκολίες  –όποιος θέλει, τις βρίσκει στο ετυμολογικό του Σαντρέν.

Aντίθετα, στα μεσαιωνικά χρόνια, η λ. ‘ελέφας’ ή ‘ελέφαντας’ σημαίνει μόνο το ζώο, ενώ υπάρχουν και παραλλαγές, όπως ‘αλέφαντας’ ή ‘αλέφας’. Σε κάποια από τις παραλλαγές της Φυλλάδας του Μεγαλέξαντρου διαβάζω ότι «Ο Πώρος όρθωσεν πενήντα χιλιάδες αλέφαντους και εις πάσα αλέφαντον όρθωσεν ωσάν πύριγος απάνου». Προφανώς από εκεί ετυμολογείται το επώνυμο του γνωστού προπονητή.

Στα λατινικά, το ελεφαντόδοντο είναι ebur· κι αυτή η λέξη δάνειο είναι, μάλλον από τα αιγυπτιακά. Το ζώο όμως, ο ελέφαντας, λέγεται αλλιώς: elephas ή elephantus, ολοφάνερο δάνειο από τα ελληνικά. Βλέπετε, τους ελέφαντες τους γνώρισαν από πρώτο χέρι από την εκστρατεία του Πύρρου, όπου παραλίγο να πάθουν τη νίλα, και τούς έμεινε ζωντανή η ανάμνηση. Από το ebur το λατινικό, ή μάλλον από το επίθετο ebureus (φιλντισένιος) βγαίνει το ιταλικό avorio, το γαλλικό ivoire κι από εκεί το αγγλικό ivory.

Πιο πέρα, όχι. Οι Ισπανοί έχουν marfil και οι Πορτογάλοι marfin, κι αυτό δεν είναι η τράπεζα του Βγενόπουλου, είναι λέξη «συγγενική» με το φίλντισι. Τι κοινό έχει το marfil με το φίλντισι; Το «φιλ». Φιλ είναι ο ελέφαντας στα αραβικά. Στα αραβικά, το φίλντισι το λένε αζμ-αλ-φιλ, το κόκαλο του ελέφαντα. Οι Ισπανοί το είπαν almalfil, και κάποια στιγμή το αρχικό al θεωρήθηκε αραβικό άρθρο και έπεσε: malfil και μετά marfil.

Εμείς, το φίλντισι το πήραμε από τους Τούρκους. Φιλ ο ελέφαντας, ντις το δόντι, ι η κτητική αντωνυμία, παναπεί φίλντισι = ο ελέφαντας-το δόντι του, έτσι αγαπάνε να φτιάχνουν σύνθετες λέξεις οι Τούρκοι. Και οι Ρουμάνοι πήραν τη λέξη από τα τούρκικα, τη λένε fildeș. Υπάρχει και επώνυμο -είχα στον στρατό γνωρίσει έναν Φιλντίση, και υπάρχει και η συγγραφέας, Σοφία Φιλντίση. Βλέπω πως το επώνυμο είναι συχνό στη Μεσσηνία (Κοπανάκι, Κυπαρισσία).

Με τον «φιλ» όμως δεν ξεμπερδέψαμε ακόμα, όπως θα σας πει κάποιος διαβασμένος σκακιστής. Θα μου πείτε, υπάρχει ελέφαντας στο σκάκι; Στο σημερινό δυτικό σκάκι όχι, υπήρχε παλιότερα όμως, στο αραβοπέρσικο σκάκι. Και ποιο τάχα κομμάτι να είναι ο διάδοχος του αραβοπέρσικου σκακιστικού ελέφαντα, που λεγόταν, στα αραβικά, αλ-φιλ; Θα περίμενε κανείς να είναι ο πύργος, το πιο βαρύ κομμάτι· όχι όμως, είναι ο αξιωματικός, ο φου, ο τρελός, κομμάτι κομψό και ελαφρό. Βλέπετε, ο αραβικός σκακιστικός ελέφαντας ήταν ένα μάλλον αδύνατο κομμάτι, που μπορούσε να κινείται μόνο κατά δύο τετράγωνα διαγωνίως, αλλά μπορούσε να υπερπηδά το διαγώνια γειτονικό του τετράγωνο αν ήταν κατειλημμένο, όπως δηλαδή κάνει το άλογο.

Η αραβική λέξη πέρασε στην Ευρώπη με το άρθρο κολλημένο ως al-fil, από όπου και το σημερινό ισπανικό alfil. Όμως στην Ευρώπη δεν υπήρχαν ελέφαντες, κι έτσι οι ευρωπαίοι προσπαθούσαν, με λαϊκή ετυμολογία, να ερμηνεύσουν αυτό το περίεργο alfil, έτσι οι Ιταλοί το είπαν alfiere (σημαιοφόρο), ενώ οι γάλλοι το συσχέτισαν με το fol, fou, που σημαίνει τρελός αλλά και γελωτοποιός· κι έτσι βάφτισαν fou αυτό το περίεργο κομμάτι που βρισκόταν πλάι στο βασιλιά και κινιόταν περίεργα. (Η εικόνα του άρθρου

Η ονομασία πέρασε και στα ρουμάνικα και στα ελληνικά, όπου στα χρόνια τα δικά μου τον «αξιωματικό» τον έλεγαν ‘τρελό’ και ‘φου’. Αν και έχω δεκαετίες να πατήσω σε σκακιστικό σύλλογο, οι φίλοι μου σκακιστές με πληροφορούν ότι τα παιδιά σήμερα λένε κυρίως ‘αξιωματικός’ αλλά το ‘φου’ ακόμα αντέχει, ίσως επειδή είναι μονοσύλλαβο. Αντίθετα, ο ‘τρελός’ χρησιμοποιείται μόνο από μεγαλύτερους στην ηλικία παίχτες –όσο κι αν ο σκακιστικός τρελός έχει περάσει στην αθανασία χάρη στο ποίημα του Αναγνωστάκη (…μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω / που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει).

Το φίλντισι το λέμε ελεφαντόδοντο ή ελεφαντοστό (ελεφαντοστούν στην καθαρεύουσα). Οι λέξεις αυτές δεν είναι αρχαίες, βλέπω στον Κουμανούδη ότι πρωτοεμφανίστηκαν γύρω στο 1870-1880 ή τουλάχιστον τότε τις κατέγραψε ο ίδιος. Μη με ρωτήσετε πώς το λέγαν στα ελληνικά το ελεφαντόδοντο πριν δανειστούν το φίλντισι, διότι δεν ξέρω. Στο μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά βρίσκω τα ουσιαστικοποιημένα επίθετα ‘το ελεφάντινον’ και ‘το ελεφάντειον’ που σήμαιναν «ελεφαντόδοντο». Βέβαια, το επίθετο ‘ελεφάντινος’ είναι αρχαίο, θυμόμαστε όλοι τα χρυσελεφάντινα αγάλματα του Δία και της Αθηνάς.

Πάντως, λατινογενές δάνειο δεν βρίσκω στα λεξικά, ή μάλλον βρίσκω στον Δημητράκο το ‘αβόριον’, αλλά το βρίσκω όχι σαν λήμμα αλλά μόνο στο ερμήνευμα της λέξης ελεφαντοστούν. (Παρεμπιπτόντως, το να έχεις μια λέξη σε ερμήνευμα και να μην έχεις λήμμα γι’ αυτή τη λέξη είναι θαρρώ χοντρό λεξικογραφικό φάουλ, αλλά αυτό συμβαίνει και στα καλύτερα λεξικά). Το ‘αβόριο’ το βρίσκω και σήμερα στο Γκουγκλ, λίγες φορές όμως και μόνο σαν ονομασία χρώματος, που πρέπει να είναι (αλλά δεν παίρνω κι όρκο) συνώνυμο με το ιβουάρ, το οποίο είναι ένα είδος άσπρο (η γυναίκα μου ανατριχιάζει από την ιεροσυλία, διότι βέβαια άλλο ιβουάρ και άλλο άσπρο, και άλλο οι άλλες τριανταέξι ανάμεσά τους αποχρώσεις). Επίσης, τώρα τελευταία χρησιμοποιείται το εθνωνύμιο Ιβοριανός, για όσους κατάγονται από την Ακτή Ελεφαντοστού, Côte d’Ivoire γαλλιστί (και διεθνώς, μια και η κυβέρνηση της χώρας έχει ζητήσει να αποκαλείται έτσι από όλες τις χώρες), που είναι πολύ βολικό διότι πώς αλλιώς να τους πεις; Ακτελεφαντοστιανούς; Αλλά δεν θα επεκταθώ και στην ιστορία της χώρας αυτής, θα παραπάει μακριά η βαλίτσα, κι ας έχει φιλντισένιο χερούλι.

Το φίλντισι μοιάζει με το σεντέφι (από τουρκικό sedef, περσικής προέλευσης), που λέγεται και μάργαρος και είναι η ουσία που καλύπτει το εσωτερικό κάποιων οστράκων. Από το φίλντισι και από το σεντέφι κατασκευάζονται συναφή αντικείμενα, π.χ. λαβές μαχαιριών, γι’ αυτό πολλοί τα μπερδεύουν. Το λεξικό Τριανταφυλλίδη δέχεται καταχρηστικά σαν δεύτερη σημασία της λ. ‘φίλντισι’ το σεντέφι, ενώ τα νεότερα (Μπαμπινιώτη, Χρηστικό, ΜΗΛΝΕΓ) δίνουν απλώς ως πρώτη σημασία της λ. φίλντισι το ελεφαντόδοντο και δεύτερη τον μάργαρο, το σεντέφι. (Στην πρώτη του έκδοση το λεξικό Μπαμπινιώτη διέπραξε εδώ μια μεγαλόπρεπη γκάφα, διότι έλεγε ότι φίλντισι είναι ο μάργαρος μόνο. Και από ένα λαθοθηρικό λεξικό, ένα τέτοιο λάθος παίρνει τρίδιπλες διαστάσεις). Ευτυχώς το διόρθωσαν.

Από το φίλντισι φτιάχναν πράγματι πολυτελή και φίνα αντικείμενα από τα πανάρχαια χρόνια· το δώρο που δίνει ο Ευρύαλος στον Οδυσσέα στο θ της Οδύσσειας έχει «κολεόν νεοπρίστου ελέφαντος» (νιοπριόνιστο φηκάρι φιλντισένιο μεταφράζει ο Εφταλιώτης), ενώ και ο θρόνος της Πηνελόπης είναι «τορνευτός με φίλντισι και ασήμι» (ελέφαντι και αργύρω). Υπάρχουν όπως είπαμε και τα χρυσελεφάντινα αγάλματα, που ήταν από ελεφαντόδοντο επενδυμένο με πλάκες χρυσού.

Η Αφροδίτη των σπηλαίων

Μάλιστα, κατά σύμπτωση, την εποχή που γράφτηκε το αρχικό άρθρο, τα διεθνή πρακτορεία δημοσίευσαν την είδηση πως βρέθηκε σε γερμανικό σπήλαιο ένα πανάρχαιο αγαλματίδιο από χαυλιόδοντα μαμούθ, ηλικίας, λέει, 35.000 ετών –να που και οι Γερμανοί χόμο σάπιενς έθεταν τις βάσεις της τέχνης σε μια εποχή που ο δικός μας ο αρχάνθρωπος κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Το φιλντισένιο αυτό έργο τέχνης είχε υπερτονισμένα τα γυναικεία του χαρακτηριστικά, πράγμα που έδωσε στους δημοσιογράφους την αφορμή να το ονομάσουν «Αφροδίτη των σπηλαίων». Θα μπορούσαμε άραγε να το πούμε φιλντισένιο, αφού δεν είναι από ελεφαντόδοντο αλλά από… μαμουθόδοντο; Πιστεύω ναι, η λέξη ‘φίλντισι’ έχει χάσει την ετυμολογική της διαφάνεια. Αντίθετα, αν πεις «ελεφαντόδοντο μαμούθ» κάποιοι θα χαμογελάσουν ή θα ενοχληθούν.

Παρόμοιες εικόνες για φιλντισένια κομψοτεχνήματα βρίσκουμε και στα δημοτικά μας τραγούδια, π.χ. «Μαλαματένιο τ’ αργαλειό και φίλντισι το χτένι», αλλά και η «Φιλντισοκοκαλένια» που την έκανε γνωστή και ευρύτερα η Μαρίζα Κωχ:

Φίλντισι βρίσκουμε όμως και στα ρεμπέτικα, αφού από «φίλντισι και μάλαμα» θα ’ναι ο μπαγλαμάς που θα πάρει δώρο στον αγαπημένο της μάγκα η πριγκιπέσα που ’ρχεται από το Μαρόκο μέσα κι έχει λίρα με ουρά, στο γνωστό ρεμπέτικο.

Μόνο που κάθε χτένι και κάθε κομψοτέχνημα σημαίνει κι ένας ελέφαντας που έχασε τους χαυλιόδοντές του και τη ζωή του. Σήμερα το εμπόριο απαγορεύεται ή διέπεται από δρακόντειες ρυθμίσεις, αλλά παλιότερα δεν ήταν έτσι. Τον 19ο αιώνα χρησιμοποιούσαν ελεφαντόδοντο για κουμπιά και για μπουτόν, για πλήκτρα του πιάνου και για τις μπάλες του μπιλιάρδου, και χιλιάδες ελέφαντες θυσιάζονταν κάθε χρόνο για να παίζουν οι Ευρωπαίοι μπιλιάρδο –στην πλάτη τους, θα λέγαμε. (Κάπου διάβασα πως η Αγγλία χρειαζόταν ελεφαντόδοντο από 4.000 ελέφαντες το χρόνο). Βρέθηκε τελικά, το 1910 περίπου, ένας δαιμόνιος Βέλγος από τη Γάνδη, ο Λέο Μπέκελαντ (Baekeland), ένας καταπληκτικός εφευρέτης που επινόησε ένα σωρό πράγματα (π.χ. το φωτογραφικό χαρτί) και που βέβαια τον κράτησε η ρουφιάνα η Αμερική. Ο Μπέκελαντ λοιπόν εφεύρε τον βακελίτη (που του ’δωσε και τ’ όνομά του) αλλά ο ξολοθρεμός των ελεφάντων δεν σταμάτησε.

Οπότε, καλύτερα σεντέφι, σκέφτομαι. Εκτός κι αν έχουν αρχίσει να λιγοστεύουν και τα όστρακα.

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 202 Σχόλια »

Το σιγόντο τραγουδιέται σιγά

Posted by sarant στο 8 Οκτωβρίου, 2019

Προχτές την Κυριακή είχα πάει μια εκδρομή, και έτυχε να βάλω ένα σιντί που είχα πολύ καιρό να το ακούσω -ήταν από τη συλλογή «Χρυσή Δισκοθήκη» που είχε κυκλοφορήσει την περασμένη χιλιετία από την Καθημερινή, μια συλλογή από 30 ή 40 σιντί, ένα για κάθε χρόνο, που περιέχει ελληνικά τραγούδια που κυκλοφόρησαν εκείνη τη χρονιά και που έγιναν επιτυχίες.

Το σιντί που έβαλα να ακούσω είχε τραγούδια του 1953, είκοσι τον αριθμό. Ξεκινούσε με τα Καβουράκια του Τσιτσάνη, συνέχιζε με άλλα λαϊκά και ρεμπέτικα, προχωρούσε σε ελαφρά, και μετά έπιανε αρχοντορεμπέτικα και τελείωνε με λάτιν -όλα όμως εσοδείας 1953.

Γνωστά τραγούδια ήταν τα περισσότερα. Αλλά το αρ. 17 δεν είμαι βέβαιος ότι το είχα ξανακούσει.

«Απόψε θέλω σαματά», με τη Μάγια Μελάγια και το Τρίο Κιτάρα.

Η Μάγια Μελάγια δεν είναι πολύ γνωστή σήμερα, όμως τότε ήταν διάσημη. Μάλιστα, υπάρχει κι ένα ανέκδοτο (αστικός μύθος, μάλλον), ότι μια μέρα στην Επίδαυρο ένας χωροφύλακας σταμάτησε την Κατίνα Παξινού ενώ πήγαινε προς τα καμαρίνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Ρεμπέτικα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , | 144 Σχόλια »

Η Γκρέτα και το κλίμα

Posted by sarant στο 7 Οκτωβρίου, 2019

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής, στη μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Για τη Γκρέτα Τούνμπεργκ έχουμε γράψει πρόσφατα στο ιστολόγιο αλλά ελάχιστη αλληλοκάλυψη υπάρχει με τούτο το άρθρο, το οποίο λεξιλογεί για το κλίμα.

Η Γκρέτα και το κλίμα

Οι σύνοδοι κορυφής και οι άλλες επίσημες συνεδριάσεις των Ηνωμένων Εθνών συνήθως αφορούν μόνο διπλωμάτες και λοιπούς μεγαλοσχήμονες και περνούν απαρατήρητες από τον μέσο πολίτη· η πρόσφατη σύνοδος κορυφής για το κλίμα αποτέλεσε εξαίρεση, χάρη στη 16χρονη Σουηδή Γκρέτα Τούνμπεργκ. Η νεαρή ακτιβίστρια κατάφερε να στρέψει επάνω της τους προβολείς της δημοσιότητας και να θέσει το θέμα της κλιματικής αλλαγής με τον επείγοντα χαρακτήρα που έχει· και κέρδισε όχι μόνο την προσοχή όλων και τη συμπάθεια εκατομμυρίων αλλά και τα φαρμακερά βέλη πολλών σχολιαστών, κυρίως (αλλά με κανένα τρόπο αποκλειστικά) δεξιών και ακροκεντρώων -μέχρι και σάιμποργκ τη χαρακτήρισε ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Ονφρέ, όπως θα διαβάσατε πριν από λίγο καιρό στην Αυγή.

Αφού λοιπόν η Γκρέτα πρωταγωνίστησε στην επικαιρότητα, ταιριάζει να της αφιερώσουμε το άρθρο αυτού του μήνα· όχι ακριβώς στην ίδια, όσο στην έννοια που εκείνη ανέδειξε, εννοώ το κλίμα. Και βέβαια εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα λεξιλογήσουμε για το κλίμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κλίμα | Με ετικέτα: , , , | 185 Σχόλια »

Δεν κολλάμε όλα τα μπρίκια

Posted by sarant στο 25 Σεπτεμβρίου, 2019

Χτες, στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, αναρτήθηκε η εξής φωτογραφία που έχει γλωσσικό ενδιαφέρον.

Ο τιμοκατάλογος είναι στα αγγλικά, αλλά προέρχεται από το, ας πούμε, καφενείο Dope στην οδό Αθηνάς. Δεν ξέρω αν έχουν άλλον τιμοκατάλογο στα ελληνικά, πάντως η αγγλογραφή δικαιολογείται αφού η πελατεία είναι κατά κύριο λόγο τουρίστες.

Η καινοτομία του τιμοκαταλόγου, που εξαιτίας αυτής δημοσίευσε τη φωτογραφία ο φίλος, είναι ότι αντί για φρέντο εσπρέσο και καπουτσίνο ή μάλλον αντί για Freddo, ο κατάλογος γράφει Cryo Espresso/Cappuccino.

Αυτή η καινοτομία δεν υπαγορεύτηκε από κάποιο πνεύμα προβολής της τρισχιλιόχρονης γλώσσας μας, αλλά, όπως εξήγησε ο μπαρίστας [όταν γράφουμε ελληνικά, μπαρίστα μπορεί να είναι θηλυκό μόνο] οι τουρίστες, εκτός των Ιταλών, δεν καταλάβαιναν τι θα πει Freddo, ενώ με το Cryo υποθέτει πως όλο και κάτι θα καταλάβουν (ιδίως αν έχουν κάνει σπουδές στην κρυογενετική, λέω εγώ).

Εγώ όμως πρόσεξα κάτι άλλο. Λίγο πιο κάτω από τον Cryo υπάρχει ο Imbrik Coffee. Αυτός είναι ο ελληνικός καφές ή ο τούρκικος καφές, αναλόγως πώς τον λέτε (μέχρι το 1974 όλοι τούρκικο τον λέγαμε). Η μετονομασία σε Imbrik Coffee δεν νομίζω να έγινε για να αποφύγει η επιχείρηση το δίλημμα αν θα το πει Greek ή Turkish. Ο όρος υπάρχει στα αγγλικά.

Υπάρχει αλλά… δεν γράφεται (ακριβώς) έτσι. Οι φίλοι που έγραψαν την πινακίδα έκαναν ένα λαθάκι, η τουρκική λέξη είναι ibrik, όχι imbrik. Μικρό το κακό, συμφωνώ, αλλά όταν πουλάς μούρη πρέπει να είσαι σωστός.

Θα καταλάβατε βεβαίως ότι από αυτό το ibrik προέρχεται και το δικό μας το μπρίκι, με το οποίο ψήνουμε τον καφέ -και το κολλάμε κιόλας.

Η εκφραση «μπρίκια κολλάμε;» (συνήθως έτσι διατυπώνεται, ερωτηματικά) χρησιμοποιείται για να επιβεβαιώσουμε ότι ξέρουμε τη δουλειά μας, είμαστε επιδέξιοι, έχουμε ικανοτητες σε αυτό που μας αναθέσανε ή με το οποίο καταπιαστήκαμε. «Τι νόμιζες αφεντικό, μπρίκια κολλάμε;» μπορεί να πει ο μάστορας στον πελάτη που τον παινεύει για τη δουλειά που έκανε ή που τον ρωτάει αν πήρε όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Καφενειακά, Φρασεολογικά, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 299 Σχόλια »

Το πιρούνι και πώς γράφεται

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2019

Χτες έπιασα μια συζήτηση στο Φέισμπουκ με αφορμή ένα κείμενο που είχε αναδημοσιευτεί από γνωστόν γνωστού, μια παραλλαγή του Λερναίου με τον ποιητικό τίτλο «Τι σημαίνει η ελληνική γλώσσα λίγοι από εμάς το γνωρίζουν«.

Το κείμενο αυτό το βλέπω να κυκλοφορεί εδώ και χρόνια στο ελληνόφωνο Διαδίκτυο, κι όλο λέω να επιχειρήσω να το ανασκευασω αλλά μετά παραιτούμαι. Είναι τόσο μεγάλο και αγγίζει τόσα πολλά διαφορετικά θέματα, που αν ήθελε κανείς να το ανασκευάσει καταλεπτώς θα ήθελε ολόκληρο βιβλίο. Βλέπετε, ο νόμος του Μπραντολίνι λέει πως η ποσότητα ενέργειας που χρειάζεται για να καταρριφθεί μια σαχλαμάρα είναι μια τάξη μεγέθους μεγαλύτερη από την ποσότητα που χρειάζεται για να παραχθεί η σαχλαμάρα -ή, κατά την κρητική παροιμία που μ’αρέσει να επαναλαμβάνω, «Ρίχνει ο κουζουλός μια πέτρα στο πηγάδι και σαράντα γνωστικοί δεν μπορούν να τηνε βγάλουν».

Οπότε, δεν έχω μέχρι σήμερα βρει το κουράγιο να αναμετρηθώ κατά μέτωπο με τον Γολιάθ των λερναίων μεταλλάξεων και ούτε θα το επιχειρήσω σε τούτο το άρθρο. Θα πιάσω ένα μόνο σημείο του, που έτυχε και συζητήθηκε χτες, όταν ένας υποστηρικτής του κειμένου με προ(σ)κάλεσε να βρω ένα (1) λάθος σε αυτό.

Του λέω λοιπόν ότι στο απόσπασμα αυτό υπάρχει λάθος στην ετυμολογία που προτείνεται.

Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.

Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.

Το πιρούνι δεν είναι καθόλου προφανές ότι προέρχεται απευθείας από το ρήμα «πείρω» που (όντως) σημαίνει «τρυπώ, διαπερνώ». Κανένα ετυμολογικό λεξικό δεν δέχεται την εξήγηση αυτή και για το λόγο αυτό άλλωστε η γραφή «πειρούνι» που προτείνεται στο άρθρο είναι πολύ σπάνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λερναίο κείμενο, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 183 Σχόλια »

Φθινοπωρινό

Posted by sarant στο 23 Σεπτεμβρίου, 2019

Το γκουγκλ μάς πληροφορεί (αν βάλετε «φθινόπωρο») ότι στο Βόρειο Ημισφαίριο το φθινόπωρο αρχίζει στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, δηλαδή σήμερα, ενώ από άλλους ιστοτόπους μαθαίνουμε ειδικότερα πως στην Ελλάδα το φθινόπωρο αρχίζει στις 10.51 το πρωί (ώρα Ελλάδος).

Επομένως, το σημερινό άρθρο κάποιοι θα αρχίσουν να το διαβάζουν καλοκαίρι αλλά… θα το τελειώσουν φθινόπωρο (μα τόσο αργά διαβάζουν;) Και βέβαια, αφού είναι τέτοια η μέρα, δεν θα παραξενευτείτε αν αφιερώσουμε το άρθρο στο φθινόπωρο που αρχίζει. Θα έλεγα μάλιστα πως το παράξενο είναι που ως τώρα δεν είχαμε βάλει άρθρο για το φθινόπωρο, αφού το φετινό είναι το δέκατο ιστολογικό μας φθινόπωρο.

Το φθινόπωρο είναι η τρίτη εποχή του χρόνου, η εποχή ανάμεσα στο καλοκαίρι και στον χειμώνα: η γέφυρα που οδηγεί από το καλοκαίρι προς τον χειμώνα, θα ελεγε κανείς.

Θ’ ακούσετε συχνά να λένε ότι «έτσι οπως κατάντησε το κλίμα, δεν υπάρχουν πια τέσσερις εποχές αλλά δύο: χειμώνας και καλοκαίρι». Είναι κοινός τόπος της συζήτησης ότι τα τελευταία χρόνια έχουν χαθεί οι ενδιάμεσες εποχές, η άνοιξη και το φθινόπωρο.

Νομίζω όμως ότι οι ενδιάμεσες εποχές ανέκαθεν βρίσκονταν σε υποδεέστερη θέση ως προς το χειμώνα και το καλοκαίρι. Η παροιμία τι λέει; Από Μάρτη καλοκαίρι και από Αύγουστο χειμώνα -παναπεί, η λαϊκή ψυχολογία έχει μια τάση να παραβλέπει τις αποχρώσεις: εστιάζει στο βασικό. Δυο είναι οι εποχές, από αυτή την οπτική γωνία: η καλή και η κακή. Με λίγη καλή θέληση τους ενδιάμεσους μήνες τους βολεύουμε στο ένα ή στο άλλο άκρο.

Εμείς ομως εδώ λεξιλογούμε και δεν αναφερθήκαμε ακόμα στη λέξη φθινόπωρο. Η λέξη είναι αρχαία, από τον 5ο κιόλας αιώνα π.Χ. Θα αναγνωρίσατε τα συνθετικά της, φθίνω (λιγοστεύω, ελαττώνομαι) και οπώρα. Οπώρα είναι σήμερα το φρούτο, το οπωρικό, και οπωρικά εμφανίζονται ολοχρονίς, οπότε χρειάζεται κάποια εξήγηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λαπαθιώτης, Παροιμίες, Ποίηση, Συγκριτικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , , , , | 123 Σχόλια »