Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ετυμολογικά’ Category

Το βιβλίο και το μαχαίρι που το κρατάμε στο χέρι

Posted by sarant στο 25 Απρίλιος, 2018

Το σημερινό μας άρθρο, που δεν θα είναι και πολύ μεγάλο, πηγάζει από μια ερώτηση που μου έκανε φίλος. Μου κάνουν κατά καιρούς ερωτήσεις γλωσσικές και άλλες, κι όταν κρίνω πως το θέμα έχει ευρύτερο ενδιαφέρον μπορεί να τις παρουσιάσω, μαζί με την απάντησή μου, στο ιστολόγιο -είτε πολλές ερωταπαντήσεις μαζί, είτε ειδικό άρθρο αφιερωμένο σε μια συγκεκριμένη απορία.

Αυτό θα κάνω και σήμερα, αν και δεν έχω συγκρατήσει την απάντηση που έδωσα -διότι, αν θυμαμαι καλά, είπα στον φίλο μας ότι «αξίζει άρθρο».

Με ρώτησε λοιπον ένας φίλος πώς έγινε και η λέξη εγχειρίδιο σημαίνει δύο τόσο διαφορετικά πράγματα: ένα φονικό όπλο, μαχαίρι ή ξιφίδιο αλλά και ένα βιβλίο, συχνά διδακτικό.

Πράγματι, συμφωνα με το ΛΚΝ, η λέξη «εγχειρίδιο» έχει δύο βασικές σημασίες: I.(λόγ.) αγχέμαχο όπλο με λαβή και με δίκοπη και πολύ μυτερή λεπίδα· (πρβ. στιλέτο). II. βιβλίο που εκθέτει με αυστηρά συστηματικό τρόπο τις βασικές και πιο έγκυρες γνώσεις μιας επιστήμης: Διδακτικά / σχολικά εγχειρίδια. ~ ιστορίας / φιλοσοφίας.

Αγχέμαχο θα πει όπλο που χρησιμοποιείται για μάχη σώμα με σώμα, από το αρχαίο επίρρ. άγχι = κοντά, απ’ όπου και η αγχιστεία. Αλλά αυτά θα τα πούμε άλλη φορά, ας συνεχίσουμε τώρα τον γύρο των λεξικών.

Το Χρηστικό Λεξικό πρωτοτυπεί και βάζει πρωτη σημασία του βιβλίου και δεύτερη του όπλου, διότι έχει ως κριτηριο τη χρήση -και πράγματι, όταν θα μιλήσουμε σήμερα για εγχειρίδιο κατά πάσα πιθανότητα θα εννοούμε το βιβλίο, όχι το μαχαίρι.

Πάντως, η πρώτη σημασία της λέξης είναι το οπλο. Ή μάλλον, για να ακριβολογούμε, στην αρχαιότητα η λέξη αρχικά εμφανίζεται ως επίθετο, ο εγχειρίδιος. Στις Ικέτιδες του Αισχύλου βρίσκουμε την πρώτη χρονολογικά μνεία της λέξης:

τίν’ ἂν οὖν χώραν εὔφρονα μᾶλλον
τῆσδ’ ἀφικοίμεθα
σὺν τοῖσδ’ ἱκετῶν ἐγχειριδίοις
ἐριοστέπτοισι κλάδοισιν;

Μετάφραση δεν χρειάζεται βέβαια, αφού η γλώσσα είναι μία και ενιαία, πάντως λέει ότι έφτασαν σε τούτη τη χώρα κρατώντας στα χέρια τα ζωσμένα με ταινίες κλαδιά της ικεσίας. Εδώ το εγχειρίδιος είναι επίθετο στο κλάδος.

Ωστόσο, πολύ γρήγορα εμφανίζεται και το ουσιαστικοποιημένο επίθετο, το εγχειρίδιον, το οποίο αρχικά έχει μία και μονη σημασία, το μαχαίρι, το ξιφίδιο. Πολύ εύλογη η επέκταση της σημασίας για ένα όπλο που κρατιεται στο χέρι και σε μεγάλο βαθμό κρύβεται και στο χέρι.

Η αρχαιότερη (νομίζω) εμφάνιση της λέξης στον Ηρόδοτο, σε μια σκαμπρόζικη ιστορία, για τον Κανδαύλη και τη γυναίκα του -ξέρετε, τον Κανδαύλη που κοκορευόταν πόσο όμορφη γυναίκα έχει και πίεζε τον υπηρέτη του τον Γύγη να τη δει γυμνή, και τελικά κατάντησε κερατάς, και μαλιστα όχι κερατάς και δαρμένος αλλά σφαγμένος, διότι η γυναίκα εξοργίστηκε και έδωσε στον Γύγη ένα εγχειρίδιο και οταν έπεσε ο Κανδαύλης να κοιμηθεί ο Γυγης τον έσφαξε και πήρε και τον θρόνο: Καί μιν ἐκείνη ἐγχειρίδιον δοῦσα κατακρύπτει ὑπὸ τὴν αὐτὴν θύρην. Καὶ μετὰ ταῦτα ἀναπαυομένου Κανδαύλεω ὑπεκδύς τε καὶ ἀποκτείνας αὐτὸν ἔσχε καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὴν βασιληίην Γύγης·

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά, Ομόηχα, Φιλοσοφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 71 Σχόλια »

Ο δάσκαλος δεν δάσκει

Posted by sarant στο 19 Απρίλιος, 2018

Δεν δάσκει ο δάσκαλος, βεβαίως. Διδάσκει, γι’ αυτό και ονομάστηκε διδάσκαλος. Στη συνέχεια, στη νεότερη γλώσσα, ο διδάσκαλος έχασε την πρώτη του συλλαβή, κι έγινε δάσκαλος, αν και ο παλαιοτερος τύπος επίσης χρησιμοποιείται, είτε αυτόνομος σε λογιότερο ύφος είτε σε παράγωγα (π.χ. διδασκαλικός).

Το φαινόμενο εξαιτιας του οποίου ο διδάσκαλος έγινε δάσκαλος ονομάζεται «απλολογία». Συμφωνα με τον ορισμό του ΛΝΕΓ, απλολογία είναι η σίγηση ολόκληρης συλλαβής, όταν ακολουθεί στην ίδια λέξη συλλαβή που περιέχει το ίδιο σύμφωνο (με όμοιο ή διαφορετικό φωνήεν), γεννώντας λόγω τής επανάληψης αίσθημα κακοφωνίας, π.χ. τετράπεζα > τράπεζα, διδάσκαλος > δάσκαλος, αμφιφορεύς > αμφορέας.

Κατά το ΛΚΝ, η απλολογία είναι: γραμματικό φαινόμενο που παρατηρείται σε μια λέξη όταν αποβάλλει τη μία από τις δύο συνεχόμενες συλλαβές της που έχουν τα ίδια ή συγγενικά σύμφωνα, π.χ. αποφοιτητήριον > αποφοιτήριο.

Παρεμφερείς ορισμοί, κάπως πιο σφιχτός ο δεύτερος, με διάσημα παραδειγματα απλολογίας.

Η ίδια η λέξη «απλολογία» δεν υπήρχε στα αρχαία, είναι ελληνογενής σχηματισμός που τον πήραμε από τα γαλλικά (haplologie).

Χαριτολογώντας θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ίδια η λέξη «απλολογία» είναι άρνηση του εαυτού της, αφού περιλαμβάνει δυο συνεχόμενες ολόιδιες συλλαβές /λο/ χωρίς να σιγηθεί η μία από αυτες. Είχα διαβάσει παλιότερα (στα αστεία) ότι οι συνεπείς επιστήμονες πρέπει να τη λένε haplogy.

Αυτό βέβαια το είπαν στα αστεία -δεν υπάρχει κανένας φετφάς, κανένας νόμος απαράβατος που να λέει ότι κάθε φορά που έχουμε παρόμοιες συνεχόμενες συλλαβές η μία πρέπει να αποβάλλεται. Αντίθετα, η απλοποίηση αυτή συμβαίνει σχετικά σπάνια -ή, τέλος πάντων, σχετικά σπάνια γίνεται αποδεκτή και καθιερωνεται.

Απλολογίες συμβαίνουν φυσικά και σε αλλες γλώσσες. Στα αγγλικά το probably προέκυψε με απλολογία από το probable+ -ly ή στα γαλλικά το tragicomique αντί του tragico-comique.

Όπως είχα γράψει παλιότερα, ο διδάσκαλος έγινε δάσκαλος με απλολογία στα μεσαιωνικά χρονια, όπως και το βιβάζω έγινε βάζω ή όπως, στις μέρες μας, τον περιβαλλοντολόγο πολλοί τον λένε περιβαντολόγο ή αθλίατρο τον αθλητίατρο, με τη διαφορά ότι τις πρώτες μεταβολές επειδή δεν τις είδαμε όταν συνέβαιναν τις αποδεχτήκαμε σαν αυτονόητες, ενώ οι δεύτερες, που τις βλέπουμε να συμβαίνουν τώρα, προκαλούν ενόχληση σε πολλούς.

Ενοχλεί η απλολογία, παρόλο που ο απλοποιημένος τύπος είναι πάντοτε πιο ευκολοπρόφερτος, διότι θολώνει την ετυμολογική διαφάνεια της λέξης. Η συνήθης αντίρρηση στον τύπο «περιβαντολόγος» είναι: – Τι δηλαδή, μελετάει το περιβάντο; Ε, όσο δάσκει ο δάσκαλος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Ετυμολογικά, Λαθολογία | Με ετικέτα: , , , | 190 Σχόλια »

Πέρκιμον πατταλέψει

Posted by sarant στο 13 Απρίλιος, 2018

Πάω στοίχημα, θα έχετε άγνωστες λέξεις στον τίτλο, πιθανότατα δύο στις δύο, εκτός αν κατάγεστε από τη Μεγαλόνησο ή ξέρετε κυπριακά. Εγώ κυπριακά δεν ξέρω, και δεν είμαι βέβαιος ότι στέκει η φράση αυτή, που την έφτιαξα τώρα συνδυάζοντας τις δυο λέξεις για τις οποίες θελω να μιλησω στο σημερινό άρθρο.

Πάω στοιχημα πάντως πως για εμάς τους καλαμαράδες και οι δυο λέξεις είναι εντελώς σκοτεινές και άγνωστες. Αμφιβάλλω πολύ αν μπορεί κανείς να μαντέψει τι σημαίνουν, αν και τη δεύτερη την έχουμε και στην κοινή νεοελληνική αν και κάπως διαφορετική στη μορφή (και στη σημασία της).

Να κάνουμε ένα μικρο κουίζ: προσπαθήστε (χωρίς γκούκλισμα) να μαντέψετε τι σημαίνουν οι δυο αυτές κυπρέικες λέξεις. Βραβεία δεν δίδω, αφού τη λύση θα τη φανερώσω αμέσως πιο κάτω.

.

.

.

.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Γκας Πορτοκάλος, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Κύπρος | Με ετικέτα: , , , , | 155 Σχόλια »

Στην εποχή του μαρουλιού

Posted by sarant στο 11 Απρίλιος, 2018

Τις προάλλες πήγα και αγόρασα μαρούλια για τη μαγειρίτσα και τις πασχαλινές σαλάτες κι ύστερα, ψάχνοντας κάτι άλλο, έπεσα πάνω σε ένα κατοχικό χρονογράφημα του Βάρναλη αφιερωμένο ακριβως στο ταπεινό αυτο λαχανικό, οπότε σκέφτηκα να γράψω κι εγώ ένα άρθρο για τα μαρούλια, συνεχίζοντας τη σειρά με τα άρθρα για λαχανικά που δημοσιεύω πότε-πότε στο ιστολόγιο.

Δεν έχω πάρα πολλά να πω, αλλά περιμένω από εσας να συμπληρώσετε.

Το χρονογράφημα του Βάρναλη που σας έλεγα δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 23 Απριλίου του 1942 και έχει τίτλο «Θρίδακος αίνος» κι αν έχετε άγνωστες λέξεις στον τίτλο δεν θα είστε μόνοι σας. Εντάξει, αίνος είναι ο έπαινος, το εγκώμιο, αλλά η πρώτη λέξη;

Και τότε που έγραφε ο Βάρναλης, άγνωστη θα ήταν, γι’ αυτό και σπεύδει να την εξηγήσει από την αρχή αρχή του χρονογραφήματος:

Κανένας Ρωμιός δεν έφαγε ποτές του το άγνωστο λαχανικό που λέγεται θρίδαξ. Τρώγει όμως μαρούλι, που είναι το ίδιο. Δυστυχώς, το προπατορικόν μας αμάρτημα, ο λογιωτατισμός, δεν αγνωστοποιεί μονάχα τις λέξεις, αλλά και τα πράγματα.

Τώρα είναι ο «χρυσούς αιών» του μαρουλιού. Σ’ όλες τις λαϊκές αγορές, σ’ όλα τα μανάβικα, σ’ όλα τα μαγέρικα και τα σπίτια έχει το προβάδισμα. Αυτό κυριαρχεί παντού. Κακά ονομάζουν οι ποιητές την άνοιξη «εποχή των ρόδων» (που’ναι τα;) γιατί είναι η εποχή του μαρουλιού. Ό,τι είναι τα χελιδόνια ψηλά στον αέρα, είναι τα μαρούλια κάτω στη γης.

Θρίδαξ λοιπόν ήταν το μαρούλι, ή ίσως κάποια ποικιλία μαρουλιού, στα αρχαία ελληνικά, με παράλληλους τύπους όπως θίδραξ με αντιμετάθεση ή θρόδαξ. Η ετυμολογία της λέξης είναι άγνωστη, ισως να πρόκειται για λέξη του υποστρώματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Μποστάνι των λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 182 Σχόλια »

Μόνο μια μέρα το χρόνο μάς λένε ψέματα;

Posted by sarant στο 2 Απρίλιος, 2018

Πρωταπριλιάτικο άρθρο στις 2 Απριλίου είναι σαφώς ανεπίκαιρο, αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε. Το άρθρο που παρουσιάζω σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη μέρα του μηνός αλλά και πρωτη Κυριακή του μήνα, στην τακτική στήλη που διατηρώ στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής και αφού δημοσιεύτηκε την Πρωταπριλια εξετάζει το έθιμο και τα λεξιλογικά του ψέματος -όχι εξαντλητικά, αφού το θέμα είναι τεράστιο: μπορείτε να το συμπληρώσετε στα σχόλια.

Για να πω την αλήθεια, και το 2012 είχαμε την Πρωταπριλιά να πέφτει Κυριακή οπότε και τότε το άρθρο μου στα Ενθέματα είχε επίσης άρωμα πρωταπριλιάτικο -και αρκετά κοινά στοιχεία με το σημερινό, όμως εκείνο εστίαζε στα λεξιλογικά της φάρσας.

Για τουτην εδώ την αναδημοσίευση, αποφάσισα να ενσωματώσω στο φετινό άρθρο κάμποσα στοιχεία από το άρθρο του 2012, εκείνα που αναφέρονται στη φάρσα, ώστε, συμφωνα με το κλισέ, να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι 🙂

Το σημερινό άρθρο έχει μιαν ιδιαιτερότητα, μια και η πρώτη Κυριακή τούτου του μήνα, του Απρίλη, είναι ταυτόχρονα και η πρώτη μέρα του· είναι δηλαδή πρωταπριλιά, η μέρα η παραδοσιακά αφιερωμένη στην (καλοπροαίρετη συνήθως) φάρσα και στην προσπάθειά μας να κάνουμε τους φίλους μας να πιστέψουν το ψέμα που θα τους σερβίρουμε. Οπότε, η στήλη αφιερώνεται στο έθιμο.

Παρά το γεγονός ότι το πρωταπριλιάτικο ψέμα είναι έθιμο διεθνές, μια και πολλοί λαοί συνηθίζουν να κάνουν φάρσες την πρώτη μέρα του Απρίλη, δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς τις απαρχές του. Μια εκδοχή που υποστηρίζεται από πολλούς είναι ότι το έθιμο γεννήθηκε στη Γαλλία, όταν από το 1564 και μετά ορίστηκε πρώτη μέρα του χρόνου η 1η Ιανουαρίου, ενώ ως τότε το έτος άρχιζε από την 1η Απριλίου. Υποτίθεται ότι τα πρώτα χρόνια πολλοί εξακολούθησαν να γιορτάζουν την πρωτοχρονιά την 1η Απριλίου, οπότε οι άλλοι, για να τους κοροϊδέψουν, τους έστελναν ψάρια (συνηθισμένο δώρο σε σαρακοστιανές μέρες), που όμως για την περίσταση ήταν ψεύτικα, τα οποία ονομάστηκαν, στα γαλλικά, poisson d’Avril, όπως λέγονται οι πρωταπριλιάτικες φάρσες. Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις πως το έθιμο είναι παλαιότερο από τον 16ο αιώνα, κι έτσι προς το παρόν η πρωταπριλιά αντιστέκεται στην επεξήγηση, όπως αρμόζει στη μέρα την αφιερωμένη στο ψέμα και στη φάρσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , | 83 Σχόλια »

Μηνολόγιον Απριλίου 2018

Posted by sarant στο 1 Απρίλιος, 2018

Για άλλη μια φορά, το ιστολόγιο βρίσκεται σε δίλημμα -είναι μεν πρώτη του μηνός, είναι όμως και Κυριακή. Την πρώτη του μηνός βάζουμε το Μηνολόγιο, την Κυριακή κάποιο λογοτεχνικό άρθρο. Ποιο από τα δύο θα προπορευτεί και ποιο θα υποχωρήσει; Επειδή και η αυριανή μέρα έχει θέμα δεσμευμένο, διάλεξα να θυσιάσω το λογοτεχνικό μας άρθρο.

Το Μηνολόγιο, λοιπόν, που το δημοσιεύω εδώ συνήθως την πρώτη του μηνός, ήταν ιδέα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ο οποίος αρχικά το δημοσίευε στο περιοδικό Φιστίκι, που το έβγαζε επί πολλά χρόνια στην Αίγινα. Στο εδώ ιστολόγιο, το Μηνολόγιο άρχισε να δημοσιεύεται τον Οκτώβρη του 2010 και βέβαια μέσα σε 12 μήνες έκλεισε τον κύκλο. Τότε, αποφάσισα να εξακολουθήσω να το δημοσιεύω στις αρχές κάθε μήνα, επειδή έχει γίνει το σταθερό σημείο αναφοράς που ενημερώνεται συνεχώς με δικά σας σχόλια μέσα στη διάρκεια του μήνα, σχόλια που συνήθως αφορούν επισήμανση ημερομηνιών, αν και κυρίως αγγελτήρια θανάτων.

Οπότε, συνεχίζω τις δημοσιεύσεις όσο θα υπάρχει ενδιαφέρον, προσθέτοντας πάντοτε δικές σας προτάσεις από πέρυσι. Πάντως, σε κάποιες περιπτώσεις η επέτειος έχει εσκεμμένα μετατεθεί κατά μία ημέρα.

Κυ 1 Του βαρώνου Μυγχάουζεν και των ανιδιοτελώς ψευδομένων
Δε 2 Διεθνής ημέρα παιδικού βιβλίου
Τρ 3 Γενέσιον Θεοδώρου Κολοκοτρώνη του στρατηλάτου
Τε 4 Γενέσιον Ανδρέου Ταρκόφσκη και αυτοκτονία Δημητρίου Χριστούλα
Πε 5 Ιακώβου Καζανόβα του μεγάλου εραστού
Πα 6 Του ζωγράφου Ραφαήλου
Σα 7 Παγκόσμια ημέρα υγείας – Ιπποκράτους του Κώου
Κυ 8 Γενέσιον Ιακώβου Μπρελ
Δε 9 † Φραγκίσκου Βάκωνος
Τρ 10 Θρίαμβος Σπυρίδωνος Λούη του ωκύποδος
Τε 11 Γιούρι Γκαγκάριν, του πρώτου ανθρώπου εις το Διάστημα
Πε 12 Τα μεγάλα Διονύσια
Πα 13 Βαρούχ Σπινόζα του προδρόμου του Διαφωτισμού και Σαμουήλ Μπέκετ γενέσιον
Σα 14 † Βλαδιμήρου Μαγιακόφσκι αυτοχειριασμός
Κυ 15 Λεονάρδου ντα Βίντσι
Δε 16 † Γεωργίου Βιζυηνού, το τελευταίον της ζωής του ταξίδιον
Τρ 17 Γενέσιον Κωνσταντίνου Καβάφη και τελευτή Νίκου Παπάζογλου και Δημήτρη Μητροπάνου
Τε 18 † Αλβέρτου Αϊνστάιν τελευτή
Πε 19 † Καρόλου Δαρβίνου
Πα 20 Ιωάννου Ιακώβου Ρουσώ και του Κοινωνικού Συμβολαίου
Σα 21 Βεβήλωσις του Φοίνικος (αποφράς ημέρα)
Κυ 22 † Γουλιέλμου Σαιξπήρου του μεγάλου δραματουργού
Δε 23 † Τελευτή Γεωργίου Καραϊσκάκη
Τρ 24 Της γενοκτονίας των Αρμενίων
Τε 25 † Μαγελάνου του εξερευνητού
Πε 26 Γενέσιον Ευγενίου Ντελακρουά
Πα 27 Γενέσιον Αδαμαντίου Κοραή του Διαφωτιστού
Σα 28 Μιχαήλ Λομονόσωφ
Κυ 29 † Κωνσταντίνου Καβάφη του ανεπαναλήπτου
Δε 30 Μαρίας Πολυδούρη τελευτή.

Να διευκρινίσω εδώ ότι η νίκη του Σπύρου Λούη στην Ολυμπιάδα του 1896 έγινε, με το τότε ημερολόγιο, στις 29 Μαρτίου. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι Ολυμπιακοί αγώνες είναι ένα διεθνές γεγονός, και επειδή την ίδια μέρα το μηνολόγιο τιμά τη μνήμη ενός δικού μας προσώπου, προτίμησα να τιμήσω τον Λούη με το νέο ημερολόγιο, αλλά ας έχουμε κατά νου την αλλαγή των ημερολογίων.

Μια ακόμα διευκρίνιση είναι ότι στις 29 Απριλίου δεν έχουμε μόνο τον θάνατο του Καβάφη αλλά και τη γέννησή του: ο ποιητής ανήκει στη σχετικά σπάνια κατηγορία ανθρώπων που έφυγαν από τον κόσμο τη μέρα των γενεθλίων τους. Αυτό όμως ισχύει μόνο με το νέο ημερολόγιο: με το παλαιό, που ίσχυε το 1863, ο Καβάφης γεννήθηκε στις 17 Απριλίου γι’ αυτό και τον τιμάμε και εκείνη την ημερομηνία.

Βέβαια, σήμερα είναι και πρωταπριλιά και ίσως θα έπρεπε να βάλουμε ένα πρωταπριλιάτικο αστείο (όπως είχαμε βάλει πριν από μερικά χρόνια). Ωστόσο, στις μέρες μας δυσκολεύεται κανείς να βρει ένα πρωταπριλιάτικο που να μην έχει γίνει ή να μην υπάρχει κίνδυνος να γίνει πραγματικότητα.  Οπότε, παραιτούμαι από τα πρωταπριλιάτικα, αν όμως διαβάσετε κάποιο γουστόζικο και πρωτότυπο μπορείτε να το αναφέρετε εδώ. Δείτε και ένα παλιότερο άρθρο μας για μερικά πετυχημένα πρωταπριλιάτικα αστεία, καθώς κι ένα σχετικό γιουτουμπάκι για τα ελβετικά σπαγγετόδεντρα, όπως και ένα γλωσσικό πρωταπριλιάτικο από παλιότερα: Η τρόικα επιβάλλει το λατινικό αλφάβητο.

Κατά τα άλλα, ο Απρίλιος, πέρα από την πρωταπριλιά, είναι επίσης (κατά τον Έλιοτ) ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας μέσα απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, ενώ σύμφωνα με ένα παμπάλαιο δημοτικό τραγούδι είναι και απριλοφόρητος (δείτε το παλιό μας άρθρο) -ωστόσο, το επίθετο “απριλιανός” έχει σπιλωθεί, ώσπου να την ξεχάσουμε, από τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967.

Επίσης, ο Απρίλης είναι συνήθως ο μήνας του Πάσχα -το οποίο μπορεί να πέσει από 4 Απριλίου έως 8 Μαΐου, άρα τις περισσότερες φορές πέφτει Απρίλη, φέτος μάλιστα νωρίς-νωρίς.

Επειδή, σε αντίθεση με τον άστατο Μάρτη, τον Απρίλη η άνοιξη έχει πια εδραιωθεί, πολύ συχνά τους δυο καθαρόαιμους ανοιξιάτικους μήνες τους λέμε μαζί: Απριλομάης ή και Μαγιάπριλο, λέξεις ποιητικότατες. Υπάρχει πάντως και η παροιμία «των καλών ναυτών τα ταίρια, το μαγιάπριλο χηρεύουν», για τις αιφνίδιες ανοιξιάτικες κακοκαιρίες, όπως και η «στον καταραμένο τόπο, το Μαγιάπριλο χιονίζει», που τη λέμε και μόνο για τον Μάη. Βέβαια, οι απριλιάτικες βροχές χρειάζονται: Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ’ εκείνον τον ζευγά που’χει πολλά σπαρμένα, λέει μια γνωστή παροιμία, και «Τ’ Απριλιού κάθε σταλαματιά νερό είναι βαρέλι λάδι», ένα όχι πολύ γνωστό κεφαλονίτικο γνωμικό.

Πάντως, στην Κεντρική Ευρώπη ο Απρίλης είναι πολύ πιο άστατος -έχει τα σουσούμια του δικού μας Μάρτη, κι έτσι υπάρχουν γερμανικές παροιμίες όπως April, April, er macht was er will (κάνει ό,τι θέλει) ή η έκφραση launisch wie April (παλαβός σαν Απρίλης).

Η λέξη Απρίλιος είναι μάλλον είδος αντιδανείου. Πράγματι, το λατινικό aprilis (όλα τα ονόματα των μηνών έχουν λατινική προέλευση), σύμφωνα με μια παμπάλαιη ετυμολογία προέρχεται από το ρήμα aperire (ανοίγω). Επί αιώνες, οι φιλόλογοι έμειναν ικανοποιημένοι από την εξήγηση αυτή, που άλλωστε είναι απολύτως ευλογοφανής, μια και τον Απρίλιο «ανοίγει» ο καιρός, γίνεται ανοιξιάτικος και φιλικός. Να θυμίσουμε και την δική μας άνοιξη. Όμως ο Emile Benveniste υποστήριξε, πειστικά, ότι ο Απρίλιος προέρχεται από την θεά Αφροδίτη, και ειδικότερα από τον συγκεκομμένο τύπο του ονόματός της, το υποκοριστικό Αφρώ. Αλλά δεν πήγε κατευθείαν από τα ελληνικά στα λατινικά -μεσολάβησαν οι ετρούσκοι, και ο ετρουσκικός τύπος, apru, είναι αυτός που πήραν οι ρωμαίοι. Η εξήγηση του Μπενβενίστ γίνεται απόλυτα πειστική αν σκεφτούμε ότι ο γειτονικός μήνας του Απρίλη, ο Μάρτιος, δεν είναι άλλος από τον μήνα του θεού Αρη (Mars στα λατινικά), και απ’ αυτόν έχει πάρει τ’ όνομά του. Και, όπως ξέρουμε, η Αφροδίτη και ο Αρης είχαν στη μυθολογία κάτι παραπάνω από στενούς δεσμούς. Λογικό ήταν να έχουν και τους μήνες τους πλάι-πλάι. Αλλωστε, και Ρωμαίοι το αναγνώριζαν αυτό, όπως ο Οβίδιος. Κι αν ο Απρίλης είναι όντως της Αφροδίτης, δικαιώνεται ακόμα περισσότερο ο σολωμικός στίχος έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη.

Υπάρχει πάντως και επώνυμο Απρίλης, το οποίο όπως βλέπω επιχωριάζει στη Φαλάνη του ν. Λαρίσης.

Επίσης, την 1η Απριλίου, ανάμεσα στις άλλες επέτειες που υπάρχουν, και που δεν χώρεσαν στο μηνολόγιο (όπως είναι η έναρξη του κυπριακού αγώνα ανεξαρτησίας το 1955 ή η δημιουργία του Gmail, που σήμερα γίνεται 12 χρονών), είναι και μια ιδιωτική, ας πούμε, επέτειος, που πολύ ενδιαφέρει όσους ασχολούνται με τις μεταφράσεις και γενικότερα με τη γλώσσα. Πριν από 10 χρόνια, την πρωταπριλιά, ιδρύθηκε το μεταφραστικό φόρουμ Λεξιλογία, όπου γίνονται πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις σαν κι αυτές για μεταφραστικά και γλωσσικά θέματα και όπου μπορείτε να βρείτε απάντηση σε όποια μεταφραστική απορία έχετε!

Να κλείσουμε μ’ ένα απριλιάτικο γιουτουμπάκι. Το βαλς του Απρίλη, σε μουσική Λάζαρου Σαμαρά και στίχους Σοφίας Καραχάλιου, με τη Φωτεινή Βελεσιώτου.

Καλό μήνα και θα περιμένω τα σχόλιά σας. Θα το εκτιμήσω ιδιαίτερα αν συνεχίσετε να κάνετε σχόλια, αφού από σήμερα μπήκε φόρος 0,01 ευρώ για κάθε σχόλιο σε ιστολόγιο, το λεγόμενο ΕΤΗΣΙ (Ειδικό Τελος Ηλεκτρονικού Σχολιασμού Ιστολογίων). Να σημειωθεί πως αν το σχόλιο έχει και εικόνα ή βίντεο το τέλος ανεβαίνει στα 0,05 ευρώ.

Posted in Αντιδάνεια, Δημήτρης Σαραντάκος, Επώνυμα, Επετειακά, Ετυμολογικά, Μηνολόγιο, Παροιμίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 188 Σχόλια »

Γιατί δεν παντρεύονται στο Σαρβάιβορ

Posted by sarant στο 28 Μαρτίου, 2018

Αν αποφασιστεί να δικάσουνε όποιον δεν βλεπει Σαρβάιβορ, εμένα μάλλον θα με κρεμάσουνε διότι από όλες τις εκπομπές του ριαλιτοπαίχνιδου έχω δει μόνο ενάμισι λεπτό, και αυτό για χατίρι δικό σας, όπως θα δείτε πιο κάτω. Έχω βέβαια αντιληφθεί την εξαιρετικά μεγάλη δημοτικότητα της εκπομπής, αλλά να μου επιτρέψετε να μην τη θεωρώ αισιόδοξο σημάδι. Πριν απο αρκετόν καιρό είχα κλικάρει σε έναν τίτλο «Σοκ από τις αποκαλύψεις της Βαλαβάνη» (ή κάτι τέτοιο), περιμένοντας να διαβάσω τα ντεσού του ταραγμένου πρώτου εξάμηνου του 2015, αλλά βέβαια δεν επρόκειτο για τη Νάντια Βαλαβάνη αλλά για μια συνεπώνυμή της παίκτρια του Σαρβάιβορ, ονόματι Ευρυδίκη (σκέφτομαι, θα τους διαλέγουν και με βάση το σπάνιο ή φανταχτερό όνομα). Κι έτσι συνειδητοποίησα ότι υπάρχει ολοκληρη παραφιλολογία στον διαδικτυακό (και πιθανώς στον έντυπο) τύπο, γυρω από το Σαρβάιβορ και τα παρασκήνιά του, ποιος παίκτης είπε τι σε ποιαν, και ποια παίκτρια τσακώθηκε με ποιον.

Αλλά το σημερινό μας άρθρο δεν θα επιχειρήσει να κάνει συνολική κριτική αυτού του παιχνιδιού -δεν θα ήμουν και ο καταλληλότερος, αφού δεν το βλέπω- παρά θα αναφερθεί σε ένα γλωσσικό θέμα, που ανέκυψε σε ένα πρόσφατο επεισόδιο του παιχνιδιού αλλά που το έχω ακούσει να συζητιέται και ευρύτερα.

Το ανέφερε τις προαλλες εδώ, σε σχόλιό του, ο φίλος μας ο Ριβαλντίνιο. Παίρνοντας αφορμή από τη φράση που μου αρέσει να λέω, «εμείς εδώ λεξιλογούμε», ο Ριβαλντίνιο (πρόκειται για ψευδώνυμο) σχολίασε ότι λεξιλογούν και στο Σαρβάιβορ (το γράφω ελληνικά διότι το προφέρω ελληνικά, με ο στο τέλος και με όλα του τα ρο) και, διά του λόγου το αληθές, παρουσίασε το ακόλουθο βιντεάκι:

Αυτό είναι όλο κι όλο το ενάμισι λεπτό της εκπομπής που έχω δει, κι έχω να πω πως αν όλα τα στιγμιότυπα είναι έτσι, νυχτερινές λήψεις που τους δείχνουν να χαριεντίζονται με μάτια σαν της γάτας, τότε δεν καταλαβαίνω γιατί το βλέπει ο κόσμος. Αλλά επειδή εδώ, το είπαμε, λεξιλογούμε, ας πάμε στο 0.30 όπου γίνεται ο εξής διάλογος:

– Αφού σου είπα, θα παντρευτούμε όταν βγούμε απ’ το παιχνίδι, λέει η κοπέλα στον νεαρό.

– Εσύ θα παντρευτείς, εγώ δεν θα παντρευτώ, απαντάει ο νεαρός κουνώντας δασκαλίστικα το δάχτυλο. Και συνεχίζει: Γιατί τώρα που το λες, και αφού είμαστε γλωσσολόγοι εδώ, θα σου πω την πραγματική έννοια.

– Πες

– Ωραία, η γυναίκα υπανδρεύεται, γι’ αυτό λέγεται «παντρεύεται», επειδή μπαίνει υπό του ανδρός. Ο άνδρας δεν παντρεύεται, νυμφεύεται.

– Α, άρα εσύ θα νυμφευτείς κι εγώ θα παντρευτώ…

– Γι’ αυτό λέει νυμφεύεται και παντρεύεται, εξηγει ο νεαρός. (Δεν μας λέει ποιος «λέει», αλλά υποθέτω ότι εννοεί τη γαμήλια ακολουθία).

– Μαζί όμως, διευκρινίζει η κοπέλα.

– Τι μαθαίνουμε εδώ στο Σαρβάιβορ! ακούγεται μια άλλη γυναικεία φωνή.

Μαθαίνετε αναλήθειες και βλακείες, αγαπητή μου, θα της έλεγα αν ήμουν παρών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανέκδοτα, Ετυμολογικά, Λαθολογία, Τηλεοπτικά | Με ετικέτα: , | 202 Σχόλια »

Ένα μνημείο στην Πρέβεζα (συνεργασία του Αλέξη)

Posted by sarant στο 22 Μαρτίου, 2018

Ο τίτλος ειναι δικός μου, αλλά όχι το άρθρο. Το έχει γράψει ο φίλος μας ο Αλέξης, στον οποίο το ιστολόγιο χρωστάει μερικά πολυ καλά άρθρα, όπως το περσινό πολιτικοδημοσιογραφικό κλισεδολόγιο, τη συλλογή ιστορικών λέξεων και φράσεων της μεταπολίτευσης, πριν από 4 χρόνια, και την ανασύσταση των Ομηρικών επών  το 2011.

Στην πραγματικότητα, μάλιστα, ο Αλέξης έστειλε «Τρεις μικρές γλωσσικές ιστορίες», αλλά δεδομένου ότι το συνολικό κείμενο ήταν κάπως μεγάλο, και κυρίως επειδή οι άλλες δυο ιστορίες είχαν διαφορετικό θέμα, αποφάσισα να χωρίσω τη συνεργασία του σε δύο μέρη και να παρουσιάσω σήμερα την πρώτη ιστορία και (πιθανότατα) αύριο τις άλλες δύο που αφορούν περιπου το ίδιο θέμα.

Προς το παρόν δεν λέω περισσότερα, αλλά θα σχολιάσω στο τέλος.

Ο Αλέξης μού έστειλε και την εξής φωτογραφία, από ένα μνημείο για το οποίο γίνεται λόγος στη συνέχεια. Βλέπουμε και την Πυροβολαρχία Πρεβέζης, που εχει απαθανατιστεί στο ποίημα του Καρυωτάκη.

Δίνω όμως τον λόγο στον Αλέξη:

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στερεότυπα των ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας όταν μιλάνε για τους νέους είναι ότι οι σημερινοί νέοι «δεν είναι σαν αυτούς».  Σύμφωνα με το στερεότυπο  οι νέοι σήμερα δεν έχουν το ήθος, την παιδεία, το φιλότιμο, την εργατικότητα, την ευγένεια, τους τρόπους των παλιών.  Επειδή το στερεότυπο αντανακλά στην ουσία το χάσμα των γενεών, τη διαφορετικότητα στον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα ο πενηντάρης και ο εικοσάρης, αλλά ίσως βαθύτερα και τη νοσταλγία των μεγαλύτερων για τα παιδικά και τα εφηβικά τους χρόνια, είναι κάτι επαναλαμβανόμενο από γενιά σε γενιά, ένα «μότο» που όλες οι γενιές αναπαράγουν και μεταδίδουν. Αυτό που έλεγαν σ’ εμάς οι γονείς μας και που πιθανότατα το άκουγαν κι αυτοί ως νέοι, το λέμε εμείς σήμερα στα παιδιά μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Ετυμολογικά, Ευτράπελα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 155 Σχόλια »

Η πολυθρόνα στην πυλωτή

Posted by sarant στο 20 Μαρτίου, 2018

Ο τίτλος θα μπορουσε να σας κάνει να σκεφτείτε ότι στο σημερινό άρθρο θα σας διηγηθω κάποιο επεισόδιο που παρουσιαστηκε σε μια πολυκατοικία, όμως έχω σκοπό να λεξιλογήσω.

Αν και, εδώ που τα λέμε, θα μπορούσα να δοκιμάσω να σκεφτώ ένα επεισόδιο, για παράδειγμα με τον ιδιοκτήτη ενός διαμερίσματος που του αρέσει να βγάζει την πολυθρόνα του στην πυλωτή του κτιρίου και να κάθεται, ενώ κάποιος συνιδιοκτήτης έχει αντιρρήσεις. Θα μπορούσαν μάλιστα να λογομαχήσουν γι’ αυτό και να έρθουν στα χέρια, κι ίσως ο ένας απ’ τους δυο καταλήξει στην πολυκλινική.

Τη σταματάω εδώ την ιστορία διότι δεν βρίσκω άλλες από τις λέξεις που θέλω.

Τι είδους λέξεις; Σαν τα δυο ουσιαστικά του τίτλου.

Τι κοινό έχουν τα ουσιαστικά του τίτλου; Αυτό είναι το αντικείμενο του σημερινού άρθρου, ενός άρθρου που γεννήθηκε από το ερώτημα ενός φίλου στο Φέισμπουκ.

Παραθέτω το ερώτημα:

Αγαπητέ πυλωτή ή πιλοτή; Επίσης μια ιστορικός τέχνης ισχυρίζεται πως το γένος και ο αριθμός της λέξης που λέμε είναι ουδέτερο στον πληθυντικό «τα πιλοτή» λόγω της γαλλικής προέλευσης της κολώνας.

Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Πυλωτή ή πιλοτή είναι ο ελεύθερος χώρος που σχηματίζεται στο ισόγειο ενός κτιρίου από τις κολόνες που το συγκρατούν. Στις περισσότερες πολυκατοικίες, η πιλοτή (ή πυλωτή) χρησιμοποιείται για να σταθμεύουν οι ένοικοι τα αυτοκίνητά τους.

Νομίζω ότι με τον νεότερο οικοδομικό κανονισμό οι κατασκευές με πιλοτή/πυλωτή έχουν απαγορευτεί αλλά μπορεί να κάνω λάθος -σιγουρα θα μας διαφωτίσουν οι μηχανικοί που διαβάζουν το ιστολόγιο. Θυμάμαι πάντως που είχα διαβάσει ένα γράμμα μηχανικού σε εφημερίδα, ο οποίος ήταν αντίθετος με την απαγόρευση διότι η πιλοτή, πέρα από τα άλλα καλά που της έβρισκε, επιτρέπει να κινούνται οι αέριες μάζες κι έτσι λειτουργεί σαν κλιματιστικό. Όμως εδώ λεξιλογούμε, οπότε δεν θα επεκταθώ στα υπέρ και στα κατά της πυλωτής.

Πιλοτή ή πυλωτή; ρωτάει ο φίλος.

Τον παλιό καιρό, τη γράφαμε όλοι σχεδόν «πυλωτή» επειδή συσχετίζαμε τη λέξη με την πύλη. Πράγματι, οι κολόνες της πολυκατοικίας δινουν την εντυπωση ότι σχηματίζουν μια πύλη, οπότε η συσχέτιση ήταν εύλογη.

Εύλογη ίσως, αλλά όχι πραγματική.

Η λέξη δεν έχει ετυμολογική σχέση με την πύλη. Είναι δάνειο από το γαλλικό pilotis, το οποίο περιγράφει το σύνολο από κολόνες που πάνω τους στηριζεται το κτίριο. Η γαλλική λέξη προέρχεται από το pile, που σημαίνει πάσσαλος και υπάρχει στη γλώσσα από τον 14ο αιώνα (από το πικαρδικό pilotich).

Ο Λε Κορμπιζιέ περιέλαβε την πιλοτή/πυλωτή στα πέντε χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής, αλλά η μεν λέξη ειναι όπως είδαμε παλιότερη η δε μέθοδος πανάρχαιη, αφού ουσιαστικά και οι λιμναίοι οικισμοί πάνω στην ίδια αρχή στηρίζονταν -σε πασσάλους βέβαια, όχι σε κολόνες από μπετόν.

Αυτο το pilotis το δανειστηκαμε στα ελληνικά και το κάναμε θηλυκό διότι ταιριάζει πολύ με τα θηλυκά επίθετα σε -ωτή κι έτσι η λέξη προσαρμόστηκε αμέσως και παρετυμολογήθηκε ότι προέρχεται από την πύλη.

Η γαλλική λέξη είναι βέβαια αρσενική, αλλά αυτό δεν το κοιτάζουμε όταν δανειζόμαστε λέξεις. Επίσης, η γαλλική λέξη είναι ίδια στον ενικό και στον πληθυντικό, le pilotis, les pilotis.

Δεν έχω ψάξει πότε μπήκε  η λέξη στη γλώσσα μας, αλλά θα υπέθετα πως αυτό έγινε μεταπολεμικά. Πάντως το βέβαιο είναι ότι στη δεκαετία του 1970-80 υπερτερούσε η γραφή «πυλωτή». Αν είναι ακριβές το άρθρο που βρήκα, ο νόμος του 1979, όπως τροποποιήθηκε το 1981, ορίζει ότι «αι τυχόν δημιουργούμεναι θέσεις σταθμεύσεως εις τον ελεύθερον ισόγειον χώρον του κτιρίου όταν τούτο κατασκευάζεται επί υποστηλωμάτων (πυλωτή) κατά τις ισχύουσες διατάξεις, δεν δύνανται ν` αποτελέσουν διαιρεμένας ιδιοκτησίας».

Κάποια στιγμή, ίσως από τη δεκαετία του 90 και μετά, όταν πήρε το κουτάλι μας νερό και μάθαμε ότι η πυλωτή είναι γαλλικό δάνειο, σταματήσαμε να το γράφουμε «πυλωτή» και τώρα πια το γραφουμε «πιλοτή» και έτσι το έχουν και τα τρία μεγάλα σύγχρονα λεξικά μας.

Προσωπικά την παρετυμολογία τη δέχομαι σε πολλές περιπτώσεις, αλλά επειδη η ορθογραφία είναι θέμα σύμβασης θα ακολουθούσα κι εγώ, έστω και απρόθυμα, τις επιταγές των λεξικών και, αν χρειαζόταν, θα έγραφα «πιλοτή».

Δεν συμφωνώ πάντως με τις ενστάσεις της ιστορικού που αναφέρει ο φίλος μου, ότι τάχα πρεπει να γράφουμε «τα πιλοτή» (και πώς θα είναι ο ενικός; το πιλοτές; ή εννοεί το πιλοτί-τα πιλοτί; Για να κάνω και λίγο πλάκα, «το πιλοτί» στα ελληνικά μόνο… το χρώμα του πιλοτου μπορεί να είναι!)

Και η πολυθρόνα τι σχεση έχει; Μα και η πολυθρόνα είναι προϊόν παρετυμολογίας. Πρόκειται για δανειο από την ιταλ. λέξη poltrona. H ιταλική λέξη, κι ας μην της φαίνεται, ανάγεται στο λατινικό pullus, απ’ όπου και το πουλί (εκκρεμεί άρθρο γι’ αυτό το θέμα) και πέρασε στα ελληνικά τον 19ο αιώνα. Παρασυσχετίστηκε αμέσως με το πολύς + θρόνος, κάτι πολύ λογικό.

Ωστοσο, παρά το γεγονός οτι η ιταλική ετυμολογία ήταν γνωστή, κανείς δεν πρότεινε να γράφεται «πολιθρόνα», όπως έγινε στην πιλοτή. Ασυνέπεια; Ισως, αν και μπορει να δοθούν εξηγήσεις για τη διαφορετική μεταχείριση. Πάντως και η ορθογραφία, παρόλο που ειναι όπως ειπαμε σύμβαση, έχει αρκετές περιπτώσεις ασυνέπειας.

Στην ιστοριούλα που ξεκίνησα να διηγούμαι στην αρχή του άρθρου έχω και άλλες δυο λέξεις που η ορθογραφία τους έχει επηρεαστει από την παρετυμολογία. Αφενός το κτίριο, για το οποιο έχουμε γράψει ειδικό άρθρο, και αφετέρου την πολυκλινική, η οποία αρχικά φτιάχτηκε στα γερμανικά ως Poliklinik, από τις ελληνικές λέξεις «πόλις» και «κλινική». Όμως, η παρετυμολογία έγινε ήδη στα γαλλικά, polyclinique, απ’ όπου το πήραμε κι εμείς.

Το σημερινό άρθρο να το δούμε σαν πρελούδιο για ένα ή δύο άρθρα που έχω σκοπό να γράψω στο μελλον σχετικά με το φαινόμενο της παρετυμολογίας. Στο ένα θέλω να παρουσιάσω το φαινόμενο γενικά, και θα βασιστώ σε ένα άρθρο που έχει γραψει ο γλωσσολόγος Ασ. Φλιάτουρας, και στο άλλο θα παραθέσω παραδείγματα από το πρόσφατο βιβλίο του Δημ. Καλαμπούκα, όπου σε ορισμένες λέξεις ακολουθείται ορθογραφία παρετυμολογική και όχι ετυμολογική -σαν την πολυθρόνα.

Ίσως μάλιστα, αυτό θα το δούμε στο πρώτο άρθρο, για τις περιπτώσεις όπως αγιόκλημα (που σχηματίστηκε παρετυμολογικά από το αιγόκλημα) ή το εφτάζυμο (με παρετυμολογία από το αυτόζυμο) να πρέπει να λέμε για «λαϊκή ετυμολογία» επειδή ο όρος «παρετυμολογία», καλώς ή κακώς, χρησιμοποιείται και για τους πορτοκαλιστές, που σκόπιμα αναζητούν (και επινοούν) ελληνικές ετυμολογίες στις ξένες λέξεις.

Αλλά αυτό θα το συζητήσουμε άλλη φορά.

 

Posted in Ετυμολογικά, Ορθογραφικά, Παρετυμολογία | Με ετικέτα: , , , | 183 Σχόλια »

Τρίτη και 13

Posted by sarant στο 13 Μαρτίου, 2018

Σήμερα ο μήνας έχει δεκατρείς, άρα, το λέει και το τραγούδι, είναι μέρα γρουσούζικη. Επιπλέον, είναι Τρίτη, που είναι η πιο γρουσούζικη μέρα της εβδομάδας, άρα έχουμε γρουσουζιά στο τετράγωνο -γι’ αυτό και η Τρίτη και 13 του μηνός είναι παροιμιωδώς μέρα δυσοίωνη, όπως δείχνει και ο τίτλος της παλιάς ελληνικής ταινίας με τον Νικο Σταυρίδη στον ρόλο ενός προληπτικού εργολάβου.

Η Τρίτη θεωρείται ευρέως μέρα δυσοίωνη, επειδή, λέει, η 29η Μαΐου του 1453, που έπεσε η Πόλη, ήταν μερα Τρίτη (δεν το έχω ελέγξει). Πάντως, ενώ η απέχθεια για το 13 είναι πολύ διαδεδομένη παγκοσμίως (αν και όχι οικουμενική: οι Κινέζοι θεωρούν γρουσούζικο το 4, οι Ιταλοί το 17), ο φόβος της Τρίτης πρεπει να είναι δική μας πατέντα.

Οι Αγγλοσάξονες, ας πούμε, θεωρούν την Παρασκευή (και 13) γρουσούζικη. Και είχαν ρωτήσει τον Μπέρναρ Σω, «Δάσκαλε, αληθεύει πως η Παρασκευή είναι κακή μέρα για να παντρεύεται κανείς;»

Κι εκείνος απάντησε: «Ασφαλώς, αγαπητοί μου. Γιατι η Παρασκευή να αποτελει εξαίρεση;»

Αφού το εμπεδώσαμε ότι Τρίτη και 13 είναι το τετράγωνο της γρουσουζιάς, να πω ότι στην οικογένεια λέγαμε πως απ’ ολες τις Τρίτες και 13 η πιο γρουσούζικη είναι η Τρίτη 13 Μαρτίου. Δεν ξέρω αν κι εσείς έχετε ακούσει αυτή την εξειδίκευση ή αν ήταν οικογενειακή μας παραδοση, αν πάντως ισχύει, σήμερα που είναι Τρίτη 13 Μαρτίου θα έχουμε γρουσουζιά στον κύβο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Γλωσσικά δάνεια, Επετειακά, Ετυμολογικά, Κινηματογράφος, Λαογραφία, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 205 Σχόλια »

Ο ρέκτης δεν χαϊδεύει

Posted by sarant στο 9 Μαρτίου, 2018

Πριν από λίγο καιρό είχαμε συζητήσει στο ιστολογιο τη λέξη «ρέκτης», που την ειχε χρησιμοποιησει σε αγόρευσή του στη Βουλή ο Ευάγγ. Βενιζέλος κατα τρόπο που δεν αποτυπώνεται και τόσο στα λεξικά, αλλά κατοχυρώνεται στη χρήση. Σύμφωνα με τα λεξικά, ρέκτης είναι ο δραστήριος, ο ενεργητικός άνθρωπος -είναι λέξη λόγια, που η ετυμολογία της (που θα τη δούμε πιο κατω) κάθε αλλο παρά σαφής είναι, κι έτσι πολλοι την έχουν παρασυνδέσει με το ορέγομαι (με το οποίο δεν συνδέεται κανονικά) και τη χρησιμοποιούν με τη σημασία «οπαδος, γνώστης, φίλος» ακολουθούμενη με γενικη, π.χ. ρέκτης του κρασιού, ρέκτης του Σαίξπηρ, ρέκτες των θεωριών συνωμοσίας, ρέκτης της νομικής επιστήμης -αυτό ειχε πει και ο Βενιζελος. Τα νεότερα λεξικά περιλαμβάνουν και τέτοιες φράσεις, οπότε η επέκταση αυτή της σημασίας είναι απολύτως αποδεκτή.

Μερικές μέρες αργότερα, εμφανίστηκε στο ιστολόγιο ένα σχόλιο που φέρεται να υπογράφεται απο τον δημοσιογράφο κ. Κώστα Δούκα, του οποίου τα σεμινάρια στην ΕΣΗΕΑ είχα επικρίνει σε σχετικά πρόσφατο άρθρο. Χρησιμοποιώ αυτή την προσεκτική διατύπωση επειδή κάποια στοιχεία μας έκαναν να υποψιαστούμε, εννοώ εμένα και πολλούς άλλους σχολιαστές, ότι στην πραγματικότητα συντάκτης του σχολίου μπορει να είναι ο καλικάντζαρος του ιστολογίου, ένας παλαιός σχολιαστής που έχει αποκλειστεί από το ιστολόγιο και που αλλάζει προσωπεία συχνότερα από πουκάμισα προσπαθώντας να σχολιάσει ξανά.

Ωστόσο, αυτό δεν ενδιαφέρει. Είτε αυθεντικό το σχόλιο είτε όχι, περιέχει μια ετυμολογική πρόταση την οποία πράγματι έχει διατυπώσει ενυπόγραφα σε άλλο αρθρο του ο κ. Δουκας και που έχουν υποστηρίξει κι άλλοι ελληνοκεντρικοί ερευνητές (ανοίξτε το τσουβάλι με τα εισαγωγικά και βάζετε αβέρτα) οπότε δεν είναι άσκοπο να απαντήσω στην άποψη χωρίς να με ενδιαφέρει από πού εκπορεύεται. Στο εξης, θεωρώ ότι το σχόλιο πραγματι γράφτηκε από τον κ. Κώστα Δούκα.

Όπως λέει ο κ. Δούκας:

Έμαθα ότι οι σχολιαστές του πράγματι ενδιαφέροντος ιστολογίου σας σάς αποκαλούν «ρέκτη» και συχνά διερωτώνται τί σημαίνει η αρχαιότατη αυτή ελληνική λέξη. Επιτρέψτε μου να σάς αποστείλω την ετυμολόγησή της (προϊόν πολυετούς προσωπικής ερεύνης), την οποία εδίδαξα σήμερα το πρωΐ στο σεμινάριο της ΕΣΗΕΑ. Θα ήθελα να σάς ερωτήσω σε ποιό ακριβώς σημείο διαφωνείτε ή εντοπίζετε παρετυμολόγηση, ώστε να σάς απαντήσω καταλλήλως, μέσω των πηγών

Η πρόταση του κ. Δούκα είναι η εξής:

Tην έχω βάλει σε εικόνα, όπως μας την έστειλε ο κ. Δούκας, αλλά εχει κάμποσα λαθάκια στο τέλος, στις ξένες λέξεις. Πάντως, την ίδια ετυμολογική πρόταση εχει διατυπωσει ο κ. Δούκας και σε δημοσιευμένο άρθρο του, και το σχετικό απόσπασμα το μεταφέρω εδώ για λόγους πληρότητας:

Ὁ Ὃμηρος λέει «καταρρέζω». Εἶναι σύνθετη λέξη, ἀπό τήν πρόθεση «κατά» καί τό ρῆμα «ρέζω»=πράττω. Σήμερα λέμε ὃτι ὁ δεῖνα εἶναι ρέκτης, δηλαδή πράκτης.
Τό «καταρρέζω» σημαίνει στήν κυριολεξία «πράττω κάτι πρός τά κάτω», ἢτοι θωπεύω, χαϊδεύω, διότι θωπεύουμε ἐκ τῶν ἂνω πρός τά κάτω καί ὂχι ἀντιστρόφως. Χάριν τοῦ μέτρου ὁ Ὃμηρος ἀφαιρεῖ καί ἐδῶ μία συλλαβή, καί τό «καταρρέζω» γίνεται «καρρέζω».

Καί πῶς λένε οἱ Γάλλοι τό «θωπεύω»;
Caresser.
Πῶς λένε οἱ Ἂγγλοι τό «σέ φροντίζω», «σ᾽ ἀγαπῶ»;
I care you.
Πῶς λένε οἱ Ἰταλοί τό «ἀγάπη μου»;
Cara mia. Καί τό πολυαγαπημένε carissimo.
Κατά τά ἂλλα ὁμιλοῦν τήν μητρική τους γλῶσσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γκας Πορτοκάλος, Γλωσσικά δάνεια, Γλωσσικοί μύθοι, Ετυμολογικά, Ελληνοβαρεμένοι | Με ετικέτα: , , , | 171 Σχόλια »

κουρου

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2018

Την πρώτη φορά που με πήγε ο πατέρας μου, πιτσιρικά, να φάω τυρόπιτα από το Άριστον, στην οδό Βουλής, δεν τον άκουσα να την παραγγέλνει, είδα όμως στη βιτρίνα που έγραφε ΤΥΡΟΠΙΤΑ ΚΟΥΡΟΥ και σκέφτηκα «Τυρόπιτα Κούρου». Ήξερα τους Κούρους από το Μουσείο, δεν θυμαμαι ακριβώς πώς τους συσχέτισα με τις τυρόπιτες, πάντως το βρήκα λογικό -ίσως σκέφτηκα πως ονομάστηκαν έτσι προς τιμή τους.

Αργότερα, άκουσα που τις προφέρανε «τυρόπιτα κουρού» και κατάλαβα πως είχα κανει λάθος, αν και δεν ήξερα τι σημαίνει αυτό το «κουρού», γιατί τις λένε έτσι. Ρώτησα εδώ κι εκεί τι θα πει κουρού, δεν ξέραν να μου πούνε, ξέρανε όμως πως οι τυρόπιτες αυτές λέγονταν έτσι. Ήταν οι εποχές οι προϊντερνετικές, που οι απορίες μας δεν απαντιούνταν αμέσως.

Κάποτε έμαθα ότι αυτό το κουρού είναι το τουρκικό kuru που θα πει ξερός. Ο σημερινός ιδιοκτήτης του αρτοποιείου Άριστον εξηγεί: Ο παππούς λοιπόν, πήγε στην Κωνσταντινούπολη πριν το 1900, δούλεψε σε κάποιο τυροπιτάδικο, πήρε τη συνταγή και έφερε την τυρόπιτα στην Αθήνα. Εκείνη την εποχή, την ονόμαζαν στην Κωνσταντινούπολη «κουρού», που σημαίνει ξερή, ζύμη χωρίς λιπαρά.

Αλλού είδα την εξήγηση πως η τυρόπιτα λέγεται κουρού επειδή είναι χωρίς σφολιάτα. Πάντως το τουρκικό kuru πράγματι θα πει ξερός, σκέτος.

Στο λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής δεν έχει λήμμα «κουρού», εχει μόνο τα κουραφέξαλα, τον κούρο και την κουρούνα. Ούτε το λεξικό του Μπαμπινιώτη, τουλάχιστον στην έκδοση που έχω, καταγράφει τη λέξη. Έχει το κουρο-σίβο, αλλά όχι το κουρού, ίσως επειδή για το κουρού δεν έγραψε ο Καββαδίας.

Το Χρηστικο όμως λεξικό, της Ακαδημίας, έχει λήμμα «κουρού», ενώ επίσης καταγράφει και το κουρούμπελο (στην έκφραση «έγινα κουρούμπελο», μια από τις αμέτρητες εκφράσεις για το μεθύσι, που κάποτε πρέπει να τους αφιερώσουμε άρθρο).

Στο slang.gr διαβάζω ότι στην αργκό των κομπιουτεράδων «κουρού» λέγεται το αντίθετο του γκουρού. Αν δηλαδή γκουρού είναι ο μάγος των υπολογιστών, ο δάσκαλος, που βρίσκει λύσεις για όλα με τρόπο αυτομαγικό, ο κουρού είναι ο ατζαμής που όμως πλασάρεται για ειδήμονας κι αφήνει πίσω του συντρίμμια. Δεν είχα ακούσει τον όρο και δεν ξέρω αν είναι ευρύτερα διαδεδομένος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Αργκό, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 206 Σχόλια »

Γιατί την περνάμε κοτσάνι;

Posted by sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2018

Ένα από τα καλύτερα μεταπολεμικά τραγούδια του Τσιτσάνη είναι το «Τα βάσανα μες στη ζωή», που κυκλοφόρησε το 1953 σε πρώτη εκτέλεση με τον Τσιτσάνη, τη Σωτηρία Μπέλλου και τον Αθαν. Γιαννόπουλο αν και είναι πιο γνωστό με τη δεύτερη εκτέλεσή του, με τη Μαρίκα Νίνου και τον συνθέτη.

Να θυμηθούμε την πρωτη εκτέλεση:

Αξίζει να προσέξουμε τους στίχους, που είναι κι αυτοί του Τσιτσάνη:

Τα βάσανα μες στη ζωή
θα τα περάσουμε μαζί
μαζί τις πίκρες, τις χαρές,
μαζί και τις αναποδιές.
Θα τη βγάλουμε αντάμα
πότε γέλιο, πότε κλάμα.

Θα μανουβράρουμε μαζί
την ακατάστατη ζωή
μια σφαίρα είναι ο ντουνιάς
και θα γυρίσει και για μας.
Σε παλάτια, σε τσαντίρια
θα τα πιούμε τα ποτήρια.

Θα ξημερώσει και για μας,
μην είσαι άπιστος Θωμάς
τα μονοπάτια τα παλιά
θα τα περάσουμ’ αγκαλιά.
Πίκρες και χαρές χαρμάνι
θα τη βγάλουμε κοτσάνι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Κύπρος, Ρεμπέτικα, Τραγούδια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 172 Σχόλια »

Ο άνθρωπος δεν θρώσκει

Posted by sarant στο 21 Φεβρουαρίου, 2018

Διαξιφισμοί και δημόσιες αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε πνευματικούς ανθρώπους συμβαίνουν συχνά, διαξιφισμοί για θέμα γλωσσικό κάπως σπανιότερα, καβγά με θέμα την ετυμολογία δεν θυμάμαι να έχουμε δει εδώ και μερικά χρόνια. Καθώς είμαστε γλωσσικό ιστολόγιο, το θέμα καταρχην μάς ενδιαφέρει. Βέβαια, έχουμε ήδη αναφερθεί παρεμπιπτόντως, σε σχόλια, στη δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα στον Γιάννη Χάρη και στον Γιώργο Κιμούλη, επειδή όμως στη συζήτηση θίχτηκαν ορισμένα γενικότερα ζητήματα έκρινα ότι αξίζει να τους αφιερώσουμε ειδικό άρθρο, μεταξύ άλλων επειδή από καιρό ήθελα να συζητήσω την ετυμολογια της λέξης «άνθρωπος».

Πριν ξεκινήσω, να προειδοποιήσω ότι ο Γιάννης Χάρης είναι φίλος μου, κι έτσι μπορεί να κατηγορηθώ για μεροληψία. Ας είναι. Πάντως, επειδή εκτιμώ τον Γιώργο Κιμούλη, ελπίζω να διατηρήσω την αντικειμενικότητά μου.

Στην τακτική σαββατιάτικη στήλη του «Ασκήσεις μνήμης» στην Εφημερίδα των Συντακτών, μια στήλη που τη διαβάζω ανελλιπώς και που τη συστήνω και σε σας, ο Γιάννης Χάρης δημοσίευσε το προπερασμένο Σάββατο ένα άρθρο στο οποίο αναφέρθηκε και σε συνέντευξη που είχε δώσει μερικές μέρες νωρίτερα στην ίδια εφημερίδα ο Γιώργος Κιμούλης.

Η λέξη γάιδαρος, έλεγαν κάποτε, βγαίνει απ’ το αεί δαίρω· το φιτίλι, τότε μάλιστα που γραφόταν με -υ: φυτίλι, απ’ το φωτός ύλη· ενώ άνθρωπος, το δημοφιλέστερο, είναι τάχα ο άνω θρώσκων, που πηδάει προς τα πάνω, που τραβάει τ’ αψήλου.

Πάει καιρός που η επιστήμη, είτε βρήκε τη σωστή προέλευση μιας λέξης, το έτυμο, είτε δεν τη βρήκε, αποφάνθηκε πάντως πως όλα τα παραπάνω, και άπειρα άλλα, εννοείται, είναι παραετυμολογία. Η οποία πάει μαζί με την παραεπιστήμη. Η οποία ξέρουμε πια πού διακονείται και τι σκοπούς υπηρετεί –όταν γλωσσολογίζεται ο Αδωνης, λόγου χάρη, πως από το πλ πλ πλ που κάνει το κύμα βγήκε η λ. πέλαγος!

Φυσικά και δεν μπορεί να ξέρει ο καθένας, ακόμα και επιστήμονας, την ετυμολογία μιας λέξης, την εξέλιξη της επιστήμης κτλ. Διαβάζει όμως, οφείλει να διαβάζει, ιδίως όταν μιλάει από δημόσιο βήμα και δημοσίως στοχάζεται.

Οπως ο Γιώργος Κιμούλης, που θέλησε να στοχαστεί τις προάλλες από εδώ (27.1.18) με ετυμολογίες, όπου οι δύο στις τρεις ήταν παραετυμολογίες (ασήμαντη λεπτομέρεια για την τρίτη: το σχήμα δεν βγαίνει από τον αόριστο έσχον του ρ. έχω, αλλά από τον μέλλοντα: σχήσω).

Ας δούμε τα σοβαρά όμως, με τον αντίλογο να έρχεται από τον Μπαμπινιώτη, που αντιπροσωπεύει τη συντηρητικότερη σχολή της γλωσσολογίας, πέρα από την οποία υπάρχει μόνο η παραγλωσσολογία των Αδώνηδων.

«Τι είναι αυτός ο Αλλος, μιας και ξένος δεν υπάρχει» φιλοσοφεί ο Κιμούλης. «Ο ξένος προκύπτει από το “ξοινός” που σημαίνει κοινός. Κοινή είναι η γη, δεν ανήκει μόνο σ’ εμένα και σε κανέναν άλλον.»

Ομως ο Μπαμπινιώτης: «από το αρχαίο ξένος/ξείνος, από το *ξένFος, αβέβαιου ετύμου».

«Η ταυτότητά μας είναι μία: άνθρωπος» φιλοσοφεί και πάλι ο Κιμούλης. «Και εκ των πραγμάτων αυτή η διαβολεμένη ταυτότητα της ύπαρξής μας κουβαλάει τον κίνδυνο της έπαρσης, από το όνομά του και μόνο: “άνω θρώσκω”, πηδώ προς τα πάνω. Προς τα πού; Πουθενά.»

Ομως ο Μπαμπινιώτης: «αρχαίο, αβέβαιου ετύμου, πιθανώς από το *άνδρ-ωπος, από το ανήρ, ανδρός + -ωπός […], με τη σημασία “ο έχων ανδρική όψη, αυτός που μοιάζει με άνδρα”, όπου άνδρας σημαίνει γενικότερα τον άνθρωπο […]. Ας σημειωθεί ότι αρχικώς η λέξη χρησιμοποιήθηκε κυρίως με μειωτική κάπως σημασία, για να δηλώσει την τάξη των θνητών ανθρώπων, εν αντιθέσει με εκείνη των θεών. Είναι προφανές ότι η σύνδεση με το αρχαίο αναθρώσκω “αναπηδώ” είναι παρετυμολογική και επιστημονικώς αβάσιμη».

Μπορεί δηλαδή να αναθρώσκει κάποιος, όχι όμως γιατί αυτό σημαίνει τάχα τ’ όνομά του, η λέξη «άνθρωπος». Κι όταν πηδάει έτσι στον βρόντο, πηδάει στο πουθενά, όπως είπε μόνος του ο Κιμούλης. Με άλλα λόγια: πλ πλ πλ, αλήθεια πέλαγος, βαθύ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Εφημεριδογραφικά, Παρετυμολογία | Με ετικέτα: , , , , | 226 Σχόλια »