Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ετυμολογικά’ Category

Ο Άτλαντας του Γκας Πορτοκάλος

Posted by sarant στο 9 Ιουλίου, 2020

Κάτι ευτράπελο για σήμερα, αν και αρκετοί από εκείνους που το πλασάρουν το θεωρούν σοβαρό.

Εννοώ ένα κειμενάκι που κυκλοφορεί τις τελευταίες μέρες στο Διαδίκτυο. Ο τίτλος ποικίλλει, εδώ ας πούμε το βρήκα να τιτλοφορείται «Ο πλούτος της ελληνικής γλώσσας» -ένας τίτλος, παρεμπιπτόντως, που όταν τον βλέπουμε πρέπει να γινόμαστε δύσπιστοι.

Παραθέτω το κείμενο:

Λέγεσαι Αμερική αλλά δεν λέγεσαι Αμερική, καθ ότι ο Αμέρικο Βεσπούτσι ήταν βαφτισμένος Όμηρος. Μικρόν τον φώναζαν Ομέρικο και παραποιήθηκε σε Αμέρικο.

Η συμπαθέστατη Γερμανία. Αυτοί αυτοαποκαλούνται Deutschland. Το πρώτο συνθετικό είναι το Deus δηλαδή Δίας, και το δεύτερο είναι land από την λέξη λας= πέτρα από όπου και το λατομείο. Τουτέστιν η Γερμανία είναι η χώρα του Δία.

Η φιλτάτη Αγγλία, εκείνο το British που προέρχεται από την λέξη Βρυτός δηλαδή παρθένος, ήταν η Αγγλία η χώρα με τις πολλές παρθένες. Από αυτού βγαίνει και το Αγγλικό virgin από όπου και η πολιτεία της Αμερικής Virginia προς τιμήν της Βασίλισσας που ήταν παρθένος.

Ιταλία, είναι ‘’εις άλω’’, εις την θάλασσαν, πιστεύω πως έχετε δεί πως μπαίνει η Ιταλία ορμητικά μέσα στην Μεσόγειο.

Ισπανία, οι ίδιοι λένε την πατρίδα τους Espana , και σωστά την αποκαλούν έτσι αφού η χώρα λόγω των πολλών βροχών έχει πολλά δάση και ήταν αφιερωμένη στον κακόμορφο Έλληνα θεό των δασών Πάνα. Εις τον Πάνα λοιπόν.

Αίγυπτος, είναι χαρακτηρισμένη έτσι επειδή βρίσκεται υπτίως του Αιγαίου. Εκεί θα βάλουμε έναν τοποτηρητή μιάς και θα ελέγχουμε και την διώρυγα του Διός. Οι Άραβες διαβάζουν από δεξιά προς αριστερά και το SUEZ διαβάζεται ως ΖΕΥΣ.

Η Ινδία, ο Δίας είχε έναν μονάκριβο αναγνωρισμένον γυιό που τον έλεγαν Ιν. Ο Ιν του Δία.

Λίγο πιο κεί είναι μία μεγάλη Κινεζική περιοχή που λέγεται Yunnan, δηλαδή Ιωνία.
Για πάμε και στην Ιαπωνία που εύκολα διαβάζεται ‘’η Άπω Ιωνία’’.

Ολόκληρη η Ήπειρος Ασία πήρε το όνομά της από τον αδελφό της Εκάβης Άσιο που σκότωσε στην Τροία ο Αίας ο Τελαμώνιος .

Και η Ευρώπη πήρε το όνομά της από την μεγαλομάτα Ευρώπη, κόρη του Αγήνορα και της Τηλεφάεσσας, εγγονής του Ποσειδώνα.

Ευρώπη ηταν η κόρη του Αγηνόρα, βασιλιά της Φοινίκης, Το όνομα της ίσως σημαίνει «ανοιχτομάτα» (ευρύς +ωψ) ή προέρχεται από την ακκαδική λέξη erebu(δύω).

Ήταν ένα όμορφο, νεαρό κορίτσι που μια μέρα βγήκε στην εξοχή να μαζέψει λουλούδια και εκεί συνάντησε τον Δία με την γνωστή αδυναμία στις όμορφες κοπέλες. Φυσικά, δε του πέρασε απαρατήρητη
Η Ελλάδα είναι μία παγκοσμιότητα γεωγραφική και ιστορική. Εμείς έχουμε την υποχρέωση να την γνωρίσουμε και να την αναγνωρίσουμε.

Πηγή: Διαδίκτυο 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γκας Πορτοκάλος, Γλωσσικοί μύθοι, Ετυμολογικά, Τοπωνύμια, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , , | 84 Σχόλια »

Officials και οφίτσια

Posted by sarant στο 6 Ιουλίου, 2020

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής στην ταχτική μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Το αναδημοσιεύω εδώ με μια μικρή προσθήκη για τα επώνυμα.

Η στήλη μας ασχολείται κάθε φορά με μια λέξη που απασχόλησε ιδιαίτερα την επικαιρότητα το μήνα που μας πέρασε, λέξη σχεδόν πάντα ελληνική ή έστω ασυμμόρφωτο δάνειο στην ελληνική γλώσσα. Τούτη τη φορά θα κάνουμε μιαν εξαίρεση και θα λεξιλογήσουμε για μια λέξη της αγγλικής γλώσσας.

Πρόκειται για μια λέξη που κυριάρχησε στην επικαιρότητα τις τελευταίες μέρες, μετά τον εξωδικαστικό συμβιβασμό της αμερικανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της αμαρτωλής εταιρείας Novartis, όπου αναφέρεται ότι στελέχη της Novartis Hellas ενέχονται σε πράξεις διαφθοράς με foreign officials, με αποτέλεσμα να γίνουν συζητήσεις επί συζητήσεων για το τι σημαίνει ο όρος official και πώς πρέπει να αποδοθεί.

Οπότε, θα λεξιλογήσουμε για τον official, μια λέξη που ανήκει σε μια μεγάλη λεξιλογική οικογένεια και έχει και παρακλάδια στη γλώσσα μας.

Η αγγλική λέξη ανάγεται, μέσω γαλλικών ή απευθείας, στο υστερολατινικό officialis και αυτό στο λατινικό officium «υπηρεσία, επίσημο καθήκον, αξίωμα» που αναλύεται στην πρόθεση ob και στο ρήμα facio, «κάνω». Η λατινική φράση ex officio, «αυτοδικαίως», που βρίσκεται ακόμα σε χρήση, δήλωνε κάποιο προνόμιο ή δικαίωμα που απορρέει από το αξίωμα κάποιου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αγγλικά, Επώνυμα, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , , | 240 Σχόλια »

Σθλάβοι στα δεσμά τους και πάλι

Posted by sarant στο 3 Ιουλίου, 2020

Επειδή δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο, είπα να αναδημοσιεύσω ένα παλιότερο. Πολύ παλιότερο μάλιστα, από τους πρώτους μήνες ζωής του ιστολογίου, οπότε υπάρχει ελπίδα να μην το έχετε διαβάσει ή να μην το θυμάστε. Από την πολύ καλή συζήτηση που είχε γίνει στην αρχική δημοσίευση μεταφέρω λίγα πράγματα, δεν βλάφτει όμως να ανατρέξετε και στα παλιά σχόλια, αν έχετε όρεξη -ο φίλος μας ο Πέπε, που το εκανε πρόπερσι είχε βρει συναρπαστική τη συζήτηση.

Σε προηγούμενο άρθρο (εδώ στην τελευταία εκδοχή του) είδαμε πώς η λέξη grec (Έλληνας) πήρε στα γαλλικά τη σημασία ‘απατεώνας, χαρτοκλέφτης’. Μας πρόσβαλε αυτό, αλλά υπάρχουν και χειρότερα. Εδώ θα δούμε για μια άλλη ομάδα λαών και πώς το ελληνικό εθνωνύμιό της πήρε τη σημασία «δούλος» και πώς γέννησε, στα μεσαιωνικά ελληνικά, τη λέξη σκλάβος, που έδωσε δάνεια σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες.

Στην αρχή έχουμε τους Σλάβους, που έρχονται στη Βαλκανική περί τον 5ο αιώνα· αυτοί αυτοαποκαλούνται slovĕne (όνομα που επιβιώνει στους σημερινούς Σλοβένους). Το αρχικό σλ- είναι δυσπρόφερτο στα ελληνικά και αναπτύσσεται ένα ενδιάμεσο σύμφωνο για να διευκολύνει την προφορά. (σ: φατνιακό τριβόμενο, λ: οδοντικό προσεγγιστικό, θ: οδοντικό τριβόμενο. Δηλαδή το θ είναι φθόγγος ενδιάμεσος μεταξύ του σ και του λ: προφέρεται με τη γλώσσα στον ίδιο τόπο άρθρωσης όπως το θ, αλλά με τον ίδιο τρόπο άρθρωσης όπως το σ). Kάτι ανάλογο συμβαίνει και με πολλά σλαβικά ονόματα που τα βρίσκουμε γραμμένα σε βυζαντινά κείμενα με -σθλ, π.χ. Ιερόσθλαβος, Ραδόσθλαβος, Ρασίσθλαβος, Στανίσθλαβος κτλ.

Έτσι το εθνωνύμιο περνάει στα ελληνικά της εποχής ως Σθλαβηνός, Σκλαβηνός ή Σθλάβος, Σκλάβος· η πρώτη μαρτυρία της λέξης υπάρχει σε κείμενο του 56ου αιώνα, στον Μαλάλα (Μηνὶ μαρτίῳ ἰνδικτιῶνος ζ’ ἐπανέστησαν οἱ Οὗννοι καὶ οἱ Σκλᾶβοι τῇ Θρᾴκῃ). Οι δυο μορφές, η συντομευμένη και η εκτενέστερη, συνυπάρχουν στα κείμενα. Από το βυζαντινό σκλάβος έχουμε και το λατινικό sclavus. (Δείτε όμως πιο κάτω μια επιφύλαξη).

Οι Σλάβοι είχαν ασθενή πολιτική οργάνωση, βασισμένη χαλαρά στις οικογένειες και στα γένη· ήταν αγροτικός και ποιμενικός λαός, και έτσι αποτελούσαν εύκολη λεία για συγκροτημένους εισβολείς που με το γυμνασμένο ιππικό τους έκαναν επιδρομές και αιχμαλώτιζαν πολλούς Σλάβους που στη συνέχεια τους πουλούσαν σκλάβους. Κάποια στιγμή, γύρω στον ένατο αιώνα, το εθνωνύμιο Σκλάβος / Sclavus άρχισε να σημαίνει όχι πια «Σλάβος» αλλά «Σλάβος δούλος» και στη συνέχεια απλώς «δούλος» όχι απαραίτητα Σλάβος πλέον. Δεν έχει εξακριβωθεί σε ποια εποχή και γλώσσα πρωτοέγινε αυτή η μετάβαση· οι εντελώς αναμφίσημες εμφανίσεις μη Σλάβων σκλάβων π.χ. sclava grecha ή σαρακηνός σκλάβος είναι μεταγενέστερες. Πάντως όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι έγινε στις παρυφές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στη Βαλκανική χερσόνησο, εκεί που συναντιούνταν Βυζαντινοί, Άραβες και Γερμανοί.

Πράγματι, το λατινικό sclavus με την αναντίλεκτη σημασία «σκλάβος» εμφανίζεται σχετικά αργά στην Ιταλία (τέλος 11ου αιώνα) ή τη Γαλλία αλλά αρκετά νωρίτερα στη Γερμανία, από τον 10ο αιώνα. Στην αραβική Ισπανία οι Σλάβοι σκλάβοι καταφθάνουν από τον 10ο επίσης αιώνα ως λεία Σαρακηνών πειρατών ή πραμάτεια Εβραίων δουλεμπόρων. Αρχικά σακλάμπ (που είναι δάνειο από το σκλάβος, θυμηθείτε ότι οι άραβες δεν προφέρουν το σίγμα στην αρχή της λέξης μαζί με άλλο σύμφωνο) είναι το εθνωνύμιο που σημαίνει Σλάβος, στη συνέχεια σακαλίμπα είναι η λέξη που δηλώνει τους Σλάβους σκλάβους, και στη συνέχεια εφαρμόζεται σε οποιουσδήποτε ανοιχτόχρωμους σκλάβους, ανεξαρτήτως καταγωγής. Στην Κόρδοβα περί το 950 οι σακαλίμπα φτάνουν τις 13.000, και πολλοί απ’ αυτούς είναι ευνούχοι και εποπτεύουν τα χαρέμια, οπότε η λέξη φτάνει να σημαίνει και «ευνούχος», σημασία που επιβιώνει στο σημερινό ισπανικό ciclan «μόνορχις».

Η συνύπαρξη των σημασιών σθλάβος/σκλάβος = Σλάβος και σθλάβος/σκλάβος = σκλάβος βασανίζει τους μελετητές όχι λίγο. Λογουχάρη, όταν λέει ο Πορφυρογέννητος για την Πελοπόννησο «εσθλαβώθη δε πάσα η χώρα και γέγονε βάρβαρος», εννοεί άραγε «εκσλαβίστηκε» ή «σκλαβώθηκε»; Πιθανότερο το πρώτο, αλλά δεν μας πολυσυμφέρει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 279 Σχόλια »

Ζαρντινιέρες

Posted by sarant στο 30 Ιουνίου, 2020

Είναι κι αυτή μια λέξη που κυριαρχεί στην επικαιρότητα τις τελευταίες μέρες, με την αναστάτωση που γίνεται στο κέντρο της Αθήνας για τον Μεγάλο Περίπατο του Κωστάκη.

Στην ανάπλαση αυτή προς το παρόν πρωταγωνιστούν οι ζαρντινιέρες. Ζαρντινιέρες μάλιστα δύο ειδών, οι μικρές ορθογώνιες όπως στην Πανεπιστημίου, και τελευταία οι μεγάλες, οι κυκλικές, όπως στο Σύνταγμα. Κάποιοι θεώρησαν πως η τιμή με την οποία χρεώθηκαν στον Δήμο είναι υπερβολική, 550 ευρώ οι ορθογώνιες και κάπου 5000 οι κυκλικές. Στην αγορά βρίσκεις ανάλογα προϊόντα δέκα φορές φτηνότερα, πολύ περισσότερο που σε μια μαζική παραγγελία συνηθίζεται να γίνεται γενναία έκπτωση, εκτός αν ο προμηθευτής είναι καλός φίλος, οπότε συνηθίζεται γενναίο πλιάτσικο.

Ας είναι. Τον Μεγάλο Περίπατο θα τον κρίνουμε όταν τελειώσει. Προς το παρόν, όσοι υφιστάμεθα την ταλαιπωρία από το κυκλοφοριακό χάος που προκαλείται, αντιδρούμε χιουμοριστικά, με διάφορα έξυπνα μιμίδια που κυκλοφορούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σαν κι αυτό, που θέλησε να εποικίσει τις ζαρντινιέρες της πλατειας Συντάγματος. Λείπει ο παλαιοημερολογίτης μητροπολίτης από την εικόνα, αλλά το έργο δεν έχει τελειώσει. (Απορία: αναρωτιέμαι αν υπάρχει στ’ αγγλικά κάποιος όρος για τις φωτογραφίες προσώπων που προστίθενται σε μιμίδια).

Όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε ευκαιρία είναι σήμερα να μιλήσουμε για τις ζαρντινιέρες σ’ ένα μικρό, καθότι καλοκαιρινό, αρθράκι.

Η ζαρντινιέρα είναι δάνειο από το γαλλικό jardinière. Στα γαλλικά, jardinière μπορεί να είναι και η κηπουρίνα (θηλυκό του jardinier, κηπουρός), είναι όμως και η κατασκευή που μέσα της φυτεύουμε φυτά ή τοποθετούμε γλάστρες με φυτά.

Η jardinière παράγεται από το γαλλικό jardin, που είναι ο κήπος, λέξη που με τη σειρά της  ανάγεται σε φρανκονική λέξη και παλαιογερμανική ρίζα -κάτι σαν *gardo, που θα σήμαινε περίφραξη. Μπορεί να μεσολάβησε κάποιος υστερολατινικός τύπος, κάτι σαν *hortus gardinus (δηλαδή περιφραγμένος κήπος). Από τα γαλλικά η λέξη πέρασε και στα ιταλικά-ισπανικά, ενώ το γερμανικό Garten προέκυψε απευθείας από την παλαιογερμανική ρίζα, ενώ από ένα ενδιάμεσο βορειογαλλικό gardin προέκυψε το αγγλ. garden.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Επώνυμα, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 201 Σχόλια »

Μουστάκι

Posted by sarant στο 29 Ιουνίου, 2020

Μια από τις παρενέργειες του κορονοϊού ήταν και ότι μέσα στην καραντίνα άφησα μουστάκι. Το ίδιο είχα κάνει κι όταν είχα πάει φαντάρος, και ίσως το ψυχολογικό κίνητρο να είναι το ίδιο και στις δυο περιπτώσεις: να ξυπνάς το πρωί και να βλέπεις πάνω σου κάτι που να έχει αλλάξει, έστω και λίγο.

Είχα πει πως μόλις τελειώσει η καραντίνα θα το κόψω, αλλά τελικά το άφησα έως την παραμονή της αναχώρησής μου για την Ελλάδα, πριν από δέκα μέρες δηλαδή. Έβγαλα και μερικές φωτογραφίες μυστακοφόρος, μία από τις οποίες τη φανέρωσα ήδη στο Φέισμπουκ, οπότε λόγοι διαφάνειας και ισονομίας επιβάλλουν να τη δημοσιοποιήσω κι εδώ -επειδή όμως δεν ισχύει πλέον, προτίμησα να μην την βάλω φάτσα φόρα στο άρθρο αλλά να την ανεβάσω εδώ.

Παρόλο που τα γένια έχουν ξαναγυρίσει στη μόδα, σκέτο μουστάκι είναι μάλλον σπάνιο σε νεότερους. Εγώ είχα γένια (και μουστάκι) μετά τον στρατό, αλλά τώρα δεν αποπειράθηκα να αφήσω ξανά, διότι βγαίνουν άσπρα.

Την τελευταία φορά που είχα μουστάκι προηγουμένως ήταν το 1999, που το άφησα και πάλι μια περίοδο που ήμουν για ένα μήνα μακριά από την οικογένεια. Μόλις με είδε μυστακοφόρο η μικρή μου κόρη, που τότε ήταν κάπου 18 μηνών, δεν είπε τίποτα αλλά έφυγε από το δωμάτιο. Το ξύρισα αμέσως.

Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε. Οπότε, σκέφτομαι ν’ αφιερώσω το σημερινό άρθρο στο μουστάκι, με αφορμή την εφήμερη μυστακοτροφία μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 246 Σχόλια »

Πιλάφι

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2020

Πριν από μερικές μέρες (ανα)δημοσιεύσαμε και συζητήσαμε εκτενώς ένα άρθρο ξένου ιστοτόπου για το εθνικό φαγητό της κάθε χώρας, φυσικά δίνοντας περισσότερο έμφαση στο αν πράγματι είναι εθνικό μας φαγητό στην Ελλάδα αυτό που αναφερόταν στο άρθρο (ο μουσακάς).

Από τα περίπου 200 φαγητά (ένα για κάθε χώρα) που έχει το άρθρο αυτό, αναφέραμε τα εθνικά πιάτα περίπου 20 χωρών. Σήμερα θα εστιάσω σε κάποια άλλα.

Το εθνικό φαγητό του Αζερμπαϊτζάν, σύμφωνα πάντοτε με το άρθρο, είναι το Plov. Eίναι ένα από τα (όχι πολλά) πιάτα που το ξέρω, εννοώ το έχω δοκιμάσει, μια και το έφτιαχνε ένας φίλος που είναι παιδί πολιτικών προσφύγων και γεννηθηκε και μεγάλωσε στην Τασκένδη. Η Τασκένδη βέβαια βρίσκεται στο Ουζμπεκιστάν, και στο άρθρο για εθνικό φαγητό του Ουζμπεκιστάν δίνεται μια σούπα με κρέας, shurpa, που πρέπει να είναι της ίδιας ρίζας με τον τσορβά, αλλά γειτονικές χώρες είναι όλες αυτές, δεν έχει σύνορα το φαγητό. Στη φωτογραφία, που είναι από τη Βικιπαίδεια, μαγειρεύουν πλοβ στο δρόμο, στην Τασκένδη.

Αν πάμε λίγο πιο πέρα, στο Αφγανιστάν, θα βρούμε ότι το εθνικό φαγητό είναι το Kabuli palaw, κι αυτό με βάση το ρύζι. Δεν κοίταξα ολες τις χώρες της περιοχής, ίσως να έβρισκα και άλλες παραλλαγές. Γενικά, στα εθνικά φαγητά του άρθρου τη σχετική, ίσως και την απόλυτη, πλειοψηφία την έχουν τα πιάτα με βάση το ρύζι, το οποίο το βρίσκει κανείς και στην Άπω αλλά και στην Εγγύς Ανατολή, και στην Ινδία, και στην Αφρική, αλλά και στην Κεντρική και Νότια Αμερική.

Τι κοινό έχουν το ουζμπέκικο ή αζέρικο πλοβ με το αφγανικό παλάου; Όχι μόνο μοιάζουν στα συστατικά τους αλλά και ετυμολογικώς συνδέονται, ανήκουν στην ίδια οικογένεια λέξεων, μιαν οικογένεια όπου βρίσκεται και το δικό μας το πιλάφι. Το πιλάφι είναι ρύζι «που έχει βράσει σε νερό ή ζωμό, έχει στραγγιστεί ή έχει αφυδατωθεί από τα υγρά του και έχει ζεματιστεί με βούτυρο ή λάδι» (ο ορισμός από το ΜΗΛΝΕΓ). Δεν είναι λοιπόν πιλάφι κάθε ρύζι, αλλά τους μαγειρικούς ορισμούς τους αφήνω σε εκείνους που μαγειρεύουν. Πάντως, η αγγλική Βικιπαίδεια επισημαίνει ότι στο πιλάφι το ρύζι είναι σπυρωτό, δηλ. οι κόκκοι διακρίνονται σαφώς ο ένας από τον άλλον.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ισλάμ, Στρατός | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 248 Σχόλια »

Τουρίστες στα ξενοδοχεία

Posted by sarant στο 8 Ιουνίου, 2020

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε αρχικά χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Το αναδημοσιεύω εδώ χωρίς σοβαρές αλλαγές, μια προσθήκη μέσα σε παρενθέσεις. H φωτογραφία είναι τυχαία, από πρόσφατο άρθρο οικονομικού ιστοτόπου.

Tουρίστες στα ξενοδοχεία

Τις τελευταίες μέρες έγινε πολύς λόγος για τον τουρισμό, καθώς η Ελλάδα, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αρχίζουν να χαλαρώνουν τους ταξιδιωτικούς περιορισμούς και ετοιμάζονται να υποδεχτούν τουρίστες. Θα αφιερώσουμε λοιπόν το σημερινό μας άρθρο στη λεγόμενη βαριά βιομηχανία της χώρας, λεξιλογώντας για τις δυο λέξεις του τίτλου.

Στα αρχαία ελληνικά η λέξη ‘τόρνος’ σήμαινε αφενός ένα εργαλείο που είναι αντίστοιχο με το σημερινό ομώνυμο, αλλά και ένα όργανο σαν τον διαβήτη για χάραξη κύκλων (ἐργαλεῖον τεκτονικόν, ᾧ τὰ στρογγύλα σχήματα περιγράφεται, λέει ο Ησύχιος). Η λέξη περνάει στα λατινικά ως tornus και ανοίγει ολόκληρη φλέβα λεξιλογική. Εκεί λοιπόν φτιάχτηκε το ρήμα tornare, το οποίο, κατ’ αναλογία με το ελληνικό ‘τορνεύω’, σήμαινε «κατεργάζομαι κάτι στον τόρνο». Επειδή όμως όταν δουλεύουμε κάτι στον τόρνο το περιστρέφουμε, πολύ γρήγορα το tornare πήρε τη σημασία «στρέφω, περιστρέφω, γυρίζω» και απέσπασε μεγάλο μέρος του σημασιολογικού πεδίου των αυτοχθόνων λατινικών ρημάτων vertere και torquere.

Από τα λατινικά, στις νεότερες γλώσσες έχουμε το ρήμα tourner, το οποίο περνάει και στα αγγλικά, όπου τον 14ο αιώνα έχουμε τη λέξη tour, «στροφή, βάρδια», η οποία περί το 1650 παίρνει και τη σημασία «βόλτα, εκδρομή, περιήγηση», ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα καταγράφεται και η λέξη tourism, που περνάει στη συνέχεια στα γαλλικά και γίνεται διεθνής.

Βέβαια, τον 19ο αιώνα ο τουρισμός δεν ήταν μαζική υπόθεση, αλλά περιηγητές υπήρχαν από παλιότερα. Στα ελληνικά, η λέξη «τουρισμός» μπήκε στις αρχές του 20ού αιώνα, πιθανώς μετά το 1910, μάλλον από τα γαλλικά. Δεν υπάρχει στη Συναγωγή του Κουμανούδη, ενώ την έχω βρει σε χρονογράφημα του Φορτούνιο (Σπύρου Μελά) το καλοκαίρι του 1917, ο οποίος μάλιστα υποστηρίζει ότι «Δεν έχουμε ακόμη αποκτήσει ούτε την λέξιν» -άρα θα ήταν πολύ πρόσφατη τότε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 157 Σχόλια »

Πίτα με κρασί (Μια συνεργασία του Γιάννη Μαλλιαρού)

Posted by sarant στο 5 Ιουνίου, 2020

Το ένα φέρνει το άλλο. Χτες είχαμε θέμα γαστρονομικό, συνεχίζουμε σήμερα πάλι με εδέσματα, αν και με κατεύθυνση περισσότερο λαογραφική. Ο φίλος μας ο Γιάννης Μαλλιαρός, που δική του συνεργασία είχαμε δημοσιεύσει και την περασμένη βδομάδα, πήρε αφορμή από τα κυριακάτικα χρονογραφήματα που μιλούσαν για το κρασί και την κρασοψιχιά και θυμήθηκε ένα έθιμο που έχουν στη Μυτιλήνη. 

Οπότε, το σημερινό άρθρο γαστρολογεί για την πίτα. Όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε, κι έτσι έστω και προλογικά πρέπει να πούμε δυο λόγια για τα λεξιλογικά της.

Το πρόβλημα είναι ότι η ετυμολογία της πίτας κάθε άλλο παρά ξεκαθαρισμένη είναι. Ο Πετρούνιας στο ΛΚΝ την ανάγει στο αρχαίο «πίττα» (αττικό τύπο του «πίσσα»), προσθέτοντας «η σημασία από τα διάφορα υλικά που χρησιμοποιούνταν». Άλλοι την παράγουν από το παλαιό ιταλικό pitta, το οποίο πολλοί ανάγουν στην «πίττα» που είπαμε, μέσω αμάρτυρου λατινικού *pitta ή στην πηκτή μέσω αμάρτυρου λατινικού *picta. Aυτές τις δύο εκδοχές αναφέρει ως πιθανές ο Μπαμπινιώτης στο ετυμολογικό λεξικό του. Το ιταλικό ετυμολογικό λεξικό μου δεν έχει την pitta ώστε να δω πού την ανάγει. Κάποιοι άλλοι έχουν συσχετίσει πίτα με πίτσα, που και αυτή έχει σκοτεινή ετυμολογία.

Οπότε, αφού με τα ετυμολογικά δεν βλέπουμε φως, δίνω τον λόγο στον Γιάννη Μαλλιαρό.

Καινούργιες αφάλες από τον Σαραντάκο. Έγραφε προχτές για το πώς πίνεται το κρασί (δυο χρονογραφήματα του Βάρναλη) και κάπου έγραψε για κρασοψιχιά (ψωμί μέσα σε κρασί). Και κοίτα σύμπτωση, λίγη ώρα πριν το διαβάσω, είχα σημειώσει να γράψω για το έθιμο του ψωμιού με το κρασί που υπάρχει στο χωριό μου, ένα έθιμο όμως που δεν είναι για ευχάριστες καταστάσεις.

Όταν στην Ήπειρο λένε πίτα εννοούν σε ένα ταψί (ρηχό, συνήθως, και μεγάλο) να στρώσουν φύλλο ζύμης από κάτω, φύλλο από πάνω και στη μέση γέμισμα. Το γέμισμα μπορεί να είναι από τυρί, από σπανάκι, από λάπατα, από κιμά από ό,τι φανταστεί ο καθένας. Το ίδιο και στη Θεσσαλία. Λίγο παραπάνω στην κεντρική Μακεδονία αυτό το λένε μπουγάτσα. Υποτίθεται ότι η μπουγάτσα έχει άλλου είδος φύλλο αλλά βασικά αν είναι σχετικά λεπτό, ο όρος γίνεται δεκτός 🙂

Στο χωριό μου όμως, όταν λέμε πίτα εννοούμε κάτι άλλο. Τελείως άλλο. Τη λαγάνα.  Ίσως λίγο πιο χοντρή και ψωμωμένη αλλά λαγάνα. Τόχω  ξαναγράψει κάποιες φορές, η τελευταία όταν έγραφα για τους φούρνους του χωριού. Που έγραψα και πως παλιά, κάθε φορά που η γιαγιά μου θα ζύμωνε μας έφτιαχνε και καμιά λαγάνα που πολύ μας άρεσε. Πίτα δηλαδή έφτιαχνε, κι όταν μ’ έστελνε να πάω στο φούρνο και να πω ότι η γιαγιά θα ζυμώσει πήγαινα και έλεγα «πίτα γιαγιά»! Ότι δηλαδή η γιαγιά θα ετοιμάσει ψωμί και θα μου φτιάξει και πίτα (εμένα το τελευταίο μ’ ενδιέφερε, ο φούρναρης καταλάβαινε τα υπόλοιπα).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Λαογραφία, Μυτιλήνη, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 160 Σχόλια »

Ταβέρνες κι εστιατόρια

Posted by sarant στο 25 Μαΐου, 2020

Ένα μεγάλο βήμα στην άρση των κοροναϊκών περιορισμών γίνεται σήμερα, καθώς αρχίζουν και πάλι να λειτουργούν τα «καταστήματα εστίασης» δηλαδή ταβέρνες, εστιατόρια, μπαρ και καφεζαχαροπλαστεία, που ως τώρα είχαν διακόψει τη λειτουργία τους με μόνη εξαίρεση την παράδοση φαγητών με πακέτο ή το ντελίβερι, αν και η εξαίρεση αυτή είχε σε ορισμένες περιπτώσεις, συνήθως σε καφετεριες, οδηγήσει σε καταστρατηγήσεις.

Από σημερα ξανανοίγουν κανονικά, αν και το επίρρημα θα έπρεπε να το βάλουμε σε εισαγωγικά, αφού θα υπάρχουν αρκετές διαφορές από την π.Κ. κατάσταση -υποτίθεται ότι τα τραπέζια θα τοποθετηθούν έτσι ώστε να υπάρχει η ενδεδειγμένη απόσταση μεταξύ τους, δεν θα υπάρχουν μεγάλες παρέες σε ενωμένα τραπέζια, και άλλα τέτοια μέτρα ώστε να αποφεύγεται ο συγχρωτισμός. Σε αντιστάθμισμα της μείωσης της πυκνότητας των δυνητικών πελατών, τα καταστήματα εστίασης θα επιτρέπεται να καταλάβουν έως και διπλάσιο δημόσιο χώρο με τα τραπεζοκαθίσματά τους. Δεδομένου ότι και π.Κ. σε πολλά σημεία τα τραπεζοκαθίσματα είχαν τόσο επεκταθεί που δεν χωρούσε να περάσει άνθρωπος, καταλαβαίνετε τι θα γίνει τώρα: μου λένε ότι σε μερικές πλατείες του λεκανοπεδίου έχουν αρχίσει να τοποθετούν τραπέζια ακόμα και στα μπαλκόνια των γειτονικών πολυκατοικιών. Εντάξει, αυτό είναι μάλλον υπερβολή, αλλά αν οσφραίνομαι καλά το κλίμα μού φαίνεται πως εκείνα τα εισαγωγικά που είχαμε θελήσει να βάλουμε στην αρχή της παραγράφου μάλλον καλώς δεν τα βάλαμε -θέλω να πω, προβλέπω ότι ύστερα από καναδυό βδομάδες τα πράγματα δεν θα διαφέρουν και πολύ απ’ ό,τι ήταν προ κορονοϊού.

Αλλά αλλιώς δεν γινόταν, έπρεπε να ξαναρχισει να λειτουργεί ο κλάδος. Έπρεπε, όχι μόνο επειδή με δυο μήνες απραξίας πολλές επιχειρήσεις έχουν έρθει στα πρόθυρα της κατάρρευσης αλλά και επειδή δεν αντέχει άλλο και η πελατεία χωρίς αυτήν την «περιττή» διέξοδο. Και, εδώ που τα λέμε, αν είναι να συνωστίζονται οι νέοι όπως στη φωτογραφία (που τη βρήκα στο Διαδικτυο και υποτίθεται ότι είναι παρμένη προχτές από την οδό Τάκη στου Ψυρρή· δεν βάζω το χέρι στη φωτιά για την αυθεντικότητά της, αλλά γνήσια φαίνεται) τότε καλύτερα να ξανανοίξουν τα μαγαζιά να μοιράζεται κάπως ο συνωστισμός. Το ίδιο ισχύει και για τα πάρκα, παρεμπιπτόντως.

Ο κλάδος της εστίασης επηρεάζει την κατανάλωση τροφίμων και ποτών. Στο δίμηνο (να το πούμε δεκαβδόμαδο;) της καραντίνας η κατανάλωση ποτών έπεσε κατακόρυφα, τουλάχιστον σε κάποιες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, διότι βέβαια η μικρή αύξηση της οικιακής κατανάλωσης δεν αντιστάθμιζε, ούτε κατά διάνοια, την κατακόρυφη πτώση (έως και μηδενισμό) στα καταστήματα. Αλλά έπεσε και η κατανάλωση τροφίμων, διαβάζω, παρά τη μεγάλη αύξηση στην οικιακή κατανάλωση. Τουλάχιστον αυτά σημειώθηκαν σε χώρες όπου, πέρα από τα εστιατόρια, ήταν επίσης πολύ σημαντική η δραστηριότητα της σχολικής και επαγγελματικής εστίασης.

Για να χαιρετίσω το άνοιγμα των καταστημάτων εστίασης, σήμερα θα λεξιλογήσω για το ένα σκέλος του κλαδου, για τα εστιατόρια, τις ταβέρνες και τα συναφή καταστήματα. Το άλλο σκέλος, καφενεία, ζαχαροπλαστεία και μπαρ το αφήνω για άλλη φορά, όπως χωριστό άρθρο αξίζει και για τα ξενοδοχεία, παρόλο που πολλά ξενοδοχεία έχουν και εστιατόριο. Ας τα αφησουμε κι αυτά για αλλη φορά λοιπόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 244 Σχόλια »

Ψαρονέφρι στο Καρπενήσι

Posted by sarant στο 15 Μαΐου, 2020

Θέλοντας κάποιος να υποστηρίξει τη θέση ότι στα νησιά δεν τρως καλό ψάρι, ευφυολόγησε λέγοντας ότι «το καλύτερο ψάρι που έχω φάει σε νησί, είναι μια φορά που έφαγα ψαρονέφρι στο Καρπενήσι».

Στο σημερινό αρθράκι δεν θα κρίνω τη βασιμότητα της θέσης αυτής, αρκετά προβλήματα έχει έτσι κι αλλιώς ο τουρισμός φέτος, αλλά θα σταθώ στο ευφυολόγημα.

Και το χαρακτήρισα ευφυολόγημα επειδή ούτε το ψαρονέφρι είναι (νεφρό από) ψάρι, ούτε το Καρπενήσι είναι νησί. Το ευφυολόγημα έχει αναφερθεί παλιότερα στο ιστολόγιο, και τότε το είχα συνοδέψει με τη μοιραία φράση «αξίζει άρθρο».

Είναι άλλωστε γνωστό ευφυολόγημα, το βρίσκουμε σε μιμίδια, ενώ το είχε χρησιμοποιήσει και ο ευρωβουλευτής Δ. Παπαδημούλης, απαντώντας στο επιχείρημα της Μαριέτας Γιαννάκου, ότι τάχα ο εθνικοσοσιαλισμός είναι αριστερής προέλευσης διότι είναι -σοσιαλισμός. Με την ίδια λογική, είπε, και το Καρπενήσι είναι νησί ενώ το ψαρονέφρι είναι ψάρι.

Πώς όμως προέκυψαν οι λέξεις αυτές, αφού ούτε το ένα είναι νησί ούτε το άλλο ψάρι;

Το ψαρονέφρι, πρώτα. Ονοματίστηκε μεν από ψάρι, αλλά από άλλου είδους ψάρι, όχι της θάλασσας. Ψάρι λέγεται η περιοχή του σφαγίου γύρω από την οσφύ, που περιβάλλει τα νεφρά. Αυτή η περιοχή στα αρχαία λεγόταν ψόαι ή ψύαι (στον πληθυντικό βέβαια) και το υποκοριστικό, *ψυάριον.

Το ημίφωνο έπαθε σίγηση όταν βρέθηκε ανάμεσα σε σίγμα και φωνήεν (πρβλ. ψιάθιον –> ψαθί, σιαγόνα –> σαγόνι) κι έτσι έδωσε τον τύπο «ψάρι» στα νεότερα χρόνια, τύπος που δεν επιβίωσε μεν αλλά διατηρήθηκε στο ψαρονέφρι. Αυτά τα έχουμε ήδη αναφέρει σε παλιότερο άρθρο, αλλά η επανάληψη δεν βλάφτει.

Η λέξη ψόα έχει επίσης επιβιώσει στην ανατομική ορολογία, αφού υπάρχει ο ψοΐτης μυς, από τους μεγαλύτερους του σώματος, που σηκώνει τον μηρό προς την κοιλιά και λειτουργεί στη βάδιση. Υπάρχει και ο λαγονοψοΐτης, που τον είχαμε σχολιάσει σε κάποια παλιότερα μεζεδάκια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ευτράπελα, Παρετυμολογία, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , | 224 Σχόλια »

Από τον Χάντακα στα νησιά Λοφότεν, το στοκοφίσι (μια συνεργασία του Ρογήρου)

Posted by sarant στο 6 Μαΐου, 2020

Το σημερινό σημείωμα βασίζεται σε ένα άρθρο που δημοσίευσε στο Φέισμπουκ ο φίλος μας ο Ρογήρος. Το διάβασα, μου άρεσε, και πάνω στη συζήτηση ένας άλλος φίλος έκανε ένα σχόλιο που μου έδωσε πάσα, οπότε έτσι γεννήθηκε το σημερινό άρθρο, συλλογικό προϊόν να πούμε. Αλλά τα πρωτεία ανήκουν στον Ρογήρο.

Γεννημένος κατά πάσα πιθανότητα λίγα χρόνια πριν από το 1400, ο Πέτρος Κουερίνι ήταν παιδί μιας από τις πλέον επιφανείς οικογένειες της ενετικής αριστοκρατίας. Για χρόνια ήταν εγκατεστημένος στον Χάνδακα της Κρήτης, μια και, εκτός των άλλων, ήταν άρχοντας των Δαφνών και του Τεμένους (τότε Καστέλ Τέμινι, επί τουρκοκρατίας Κανλί Καστέλι, σήμερα Προφήτης Ηλίας). Τα φέουδά του παρήγαν κυρίως το γλυκό κρασί που έμεινε γνωστό με την ονομασία Μαλβαζία.

Στις 25 Απριλίου 1431, ο Πέτρος σάλπαρε από τον Χάνδακα με το πλοίο του, την Κουερίνα. Το πλοίο ήταν φορτωμένο με 800 βαρέλια μαλβαζία, μπαχαρικά, βαμβάκι, κερί και στυπτηρία. Συγκυβερνήτες του Κουερίνι ήταν ο Νικόλαος Ντε Μικέλ κι ο Χριστόφορος Φιοραβάντε. Το πλοίο είχε ως προορισμό του ταξιδιού του τα πλούσια λιμάνια της Φλάνδρας όπου ο Κουερίνι θα διέθετε τα προϊόντα του φορτίου.

Όσο το πλοίο έπλεε στη Μεσόγειο, το ταξίδι δεν επεφύλασσε απρόοπτα. Τα πράγματα, όμως, άλλαξαν στον Ατλαντικό. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του 1431, ενώ η Κουερίνα έπλεε ανοιχτά των ακτών της Γαλικίας, καταιγίδες και σφοδροί άνεμοι έβγαλαν το σκάφος από την πορεία του. Τα θαλάσσια ρεύματα παρέσυραν το πλοίο μακριά στον Βορρά, πέρα από τον Αρκτικό Κύκλο. Τον Δεκέμβριο το πλοίο ναυάγησε. Το πλήρωμα χωρίστηκε σε δύο ομάδες και η καθεμία ξεκίνησε στη λέμβο της αναζητώντας τη σωτηρία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ενετοκρατία, Κρήτη, Συνεργασίες, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 187 Σχόλια »

Λεξιλογικά των γιατρών

Posted by sarant στο 4 Μαΐου, 2020

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Το ξαναδημοσιεύω εδώ με κάποιες προσθήκες.

Έχει γούστο: συνήθως όταν γράφω το άρθρο για την εφημερίδα, όπου το όριο είναι οι 800 λέξεις, κόβω διάφορα και λέω μέσα μου «θα τα προσθέσω όταν δημοσιεύσω το άρθρο στο ιστολόγιο». Τις περισσότερες φορές όμως, όταν έρθει η ώρα της δημοσίευσης στο ιστολόγιο, ή δεν θυμάμαι τι είχα κόψει ή δυσκολευομαι να κάνω τις προσθήκες γιατί μου φαίνεται πως χαλάει η ισορροπία του κειμένου. Σήμερα έβαλα μία μόνο από τις πολλές προσθήκες που είχα κατά νου, αλλά σίγουρα θα προσθέσετε κι εσείς πολλά στα σχόλιά σας.

Λεξιλογικά των γιατρών

Καθώς σε όλη την Ευρώπη οι κοινωνίες ετοιμάζονται με δειλά βήματα να βγουν από την καραντίνα, περνώντας στη δεύτερη φάση, της συμβίωσης με τον κορονοϊό, δεν πρέπει να ξεχάσουμε τους ήρωες της πρώτης φάσης, τους επαγγελματίες της υγείας, το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, που έδωσαν τη μάχη από την πρώτη γραμμή, με τεράστιο προσωπικό κόστος -και σε ανθρώπινες ζωές. Οπότε, στο σημερινό σημείωμα θα λεξιλογήσουμε για τους γιατρούς.

Λέμε γιατρός στην καθημερινή γλώσσα, αλλά ιατρός στο πιο επίσημο, που είναι λέξη αρχαία, ομηρική μάλιστα. Στο Λ της Ιλιάδας λένε για τον Μαχάονα, τον γιο του Ασκληπιού και γιατρό των Αχαιών, ότι ἰητρὸς γὰρ ἀνὴρ πολλῶν ἀντάξιος ἄλλων, ο γιατρός αξίζει όσο πολλοί άντρες -ιητρός είναι ο ιωνικός τύπος. Η λέξη ετυμολογείται από το ρήμα ιάομαι, θεραπεύω, γιατρεύω, που έχει επιβιώσει στα ιαματικά λουτρά και στην ιατρική ιδιόλεκτο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαγγελματικά θηλυκά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά, Υγεία | Με ετικέτα: , , , , , , | 202 Σχόλια »

Λέξεις του Πάσχα, για μια ακόμα φορά

Posted by sarant στο 17 Απριλίου, 2020

Εμείς εδώ λεξιλογούμε, ως γνωστόν -και τη Μεγαλοβδομάδα αναμενόμενο είναι να λεξιλογήσουμε πασχαλινά, ακόμα και φέτος που η πανδημία μάς έκλεψε το Πάσχα.

Βέβαια, αφου το φετινό είναι το δωδέκατο Πάσχα του ιστολογίου μας (ζωή νάχουμε!) επόμενο είναι τα λεξιλογικά και τα φρασεολογικά της Λαμπρής να τα έχουμε συζητήσει πάνω από μία φορά -και το σημερινό άρθρο είναι πολυεπανάληψη -τελευταία φορά το είχαμε δημοσιεύσει το 2016.

Δεν πειράζει όμως. Αφού φέτος το Πάσχα όλα σχεδόν είναι αλλαγμένα, ας μείνει τούτο το άρθρο ίδιο με αλλοτινούς καιρούς (όχι εντελώς ίδιο, άλλαξα κάποια πράγματα).

Ξεκινώντας την περιήγησή μας στις πασχαλινές λέξεις, πρώτα πρώτα έχουμε το ίδιο το Πάσχα, που είναι λέξη άκλιτη, δάνειο από το αραμαϊκό pasha και αυτό από το εβραϊκό pesah (πέσαχ είναι το σημερινό εβραϊκό Πάσχα), από τον αόριστο ενός ρήματος που σημαίνει «αυτός προσπέρασε». Και το «προσπέρασε» μας πηγαίνει στην Παλαιά Διαθήκη, στην Έξοδο, όπου στη δέκατη πληγή του Φαραώ ο άγγελος Κυρίου θανάτωσε τους πρωτότοκους γιους των Αιγυπτίων· πέρασε γραμμή τα σπίτια και έσπειρε τον όλεθρο, είχε όμως προηγουμένως ειδοποιήσει τους Εβραίους να σφάξουν ένα αρνάκι και να βάψουν με το αίμα του την πόρτα του σπιτιού τους για να τα προσπεράσει. Ή, όπως το λέει στην Έξοδο: και παρελεύσεται κύριος πατάξαι τους Αιγυπτίους και όψεται το αίμα επὶ της φλιάς και επ’ αμφοτέρων των σταθμών͵ και παρελεύσεται κύριος την θύραν και ουκ αφήσει τον ολεθρεύοντα εισελθείν εις τας οικίας υμών πατάξαι. Άγρια πράγματα τα παλαιοδιαθηκικά, αλλά από εκεί θαρρώ προήλθε το αρνάκι που σουβλίζουμε –βέβαια με νέα σηματοδότηση μετά τη σταύρωση του Χριστού που ήταν ο αμνός ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου.

(Για να απαντήσω και σε μια ερώτηση που έγινε σε πρόσφατο σχόλιο, επαναλαμβάνω πως το Πάσχα είναι άκλιτο -αν θελετε να το κλίνετε, να πείτε «η Πασχαλιά» ή «η Λαμπρή»).

Το Πάσχα το λέμε και Λαμπρή, μια και είναι η μεγαλύτερη γιορτή, και παρόμοια ονομασία υπάρχει στα βουλγάρικα, όπου επισήμως το Πάσχα λέγεται βελικντέν, δηλαδή «μεγάλη μέρα», ενώ στους δυτικούς σλάβους λέγεται συχνά «μεγάλη νύχτα» (π.χ. Wielkanoc στα πολωνικά και αναλόγως στα σλοβένικα ή στα τσέχικα) -στα σερβοκροάτικα λέγεται Uskrs, που υποψιάζομαι πως σημαίνει Ανάσταση. Στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες η ονομασία προήλθε από το ελληνικό, συνήθως μέσω λατινικών, κι έτσι έχουμε το γαλλικό Pâques ή το ιταλικό Pasqua, αν και στα αγγλικά έχουμε Εaster, που προέρχεται από μια παγανιστική γιορτή προς τιμήν μιας τευτονικής θεάς της άνοιξης και του φωτός, της ανατολής του ήλιου (άλλωστε east είναι η ανατολή). Κάτι ανάλογο ισχύει και στα γερμανικά (Ostern).

Το φετινό Πάσχα πέφτει σχεδόν στο μέσο της περιοχής ημερομηνιών του (οι πιθανές ημερομηνίες του ορθόδοξου Πάσχα πηγαίνουν από 4 Απριλίου έως 8 Μαΐου) και έχει μία βδομάδα διαφορά από το καθολικό, που μόλις προηγήθηκε. Του χρόνου θα έχουν διαφορά 4 εβδομάδων, 4 Απριλίου οι Καθολικοί και 2 Μαΐου εμείς. Όπως είχε σχολιάσει εδώ παλιά ο φίλος Βιοάννης: Το ορθόδοξο Πάσχα από το δυτικό διαφέρουν 1, 4, 5 εβδομάδες (το ορθόδοξο πάντα έπεται) ή συμπίπτουν. Ποτέ δεν διαφέρουν 2 ή 3 εβδομάδες. Η διαφορά των 4 εβδομάδων είναι σπάνια, μόνο στο 5,2% των περιπτώσεων για τα έτη 1583-2100. Από το 1583 έχουμε διαφορά στις ημερομηνίες εορτασμού, μια και εμφανίστηκε το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Καθώς τα χρόνια θα περνούν και θα αποκλίνει το ορθόδοξο από την αστρονομική πραγματικότητα, θα εμφανιστούν και διαφορές 6 εβδομάδων (πρώτη φορά το 2437) και θα εξαφανιστεί η ταύτιση (τελευταία φορά το 2698), όπως και θα εμφανιστεί διαφορά 2 εβδομάδων (το 2725) όχι όμως διαφορά 3 εβδομάδων (έως το 4100, που το έχω ψάξει). Να πω ότι αυτά δεν τα έχω τσεκάρει προσωπικά, κι έτσι αν το 2437 δεν εμφανιστεί διαφορά έξι εβδομάδων μην μου κάνετε επικριτικά σχόλια, σας παρακαλώ. Αλλά αυτό θα το συζητήσουμε τότε.

Πάντως, επειδή ο τρόπος υπολογισμού του Πάσχα είναι περίπλοκος, η εκκλησία κάθε χρόνο βγάζει το πασχάλιον του σωτηρίου έτους τάδε, το οποίο αναφέρει όλες τις κινητές γιορτές –και από εκεί βγήκε και η φράση «έχασε τα πασχάλια του» που τη λέμε όταν κάποιος έχει περιέλθει σε πλήρη σύγχυση. Και επειδή το Πάσχα έχει συνδεθεί αξεχώριστα με τα κόκκινα αυγά, η παροιμιακή αυτή φράση συμφύρθηκε με την άλλη που λέει «έχασε τ’ αυγά και τα καλάθια», για όποιον έχει πάθει μεγάλη ζημιά, κι έγινε «έχασε τ’ αυγά και τα πασχάλια», που εκ πρώτης όψεως είναι «λάθος» αλλά απόλυτα εύλογο. (Περισσότερα για τις εκφράσεις αυτές εδώ, ενώ για τα κόκκινα αυγά ειδικώς έχουμε ανεβάσει το 2013 ένα κείμενο του Εμμ. Ροΐδη).

Πέρα από τα αυγά, το Πάσχα έχουμε και τον οβελία. Οβελίας αρχικά ήταν οτιδήποτε ψήνεται στη σούβλα (ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές κάνει λόγο για οβελίαν άρτον, ψωμί στη σούβλα), αλλά έχει επικρατήσει πια να τη λέμε για το αρνάκι. Η λέξη οβελός για τη σούβλα είναι αρχαία, ήδη ομηρική: οι ήρωες του Ομήρου κατ’ επανάληψη παρουσιάζονται να κόβουν κρέατα και να τα περνούν σε οβελούς. Και επειδή κάποτε θα χρησιμοποιήθηκαν μικροί οβελοί από μέταλλο ως μονάδες συναλλαγής, υπήρχε στην Αθήνα το νόμισμα οβολός που ήταν το ένα έκτο της δραχμής. Και με τον εξαίσιο συντηρητισμό της γλώσσας, δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά, κι ας έχει στο μεταξύ καταργηθεί η δραχμή, ακόμα μας ζητούν να συνεισφέρουμε τον οβολό μας (όταν δεν μας τον παίρνουν δηλαδή, με το έτσι θέλω και με φοροεπιδρομές). Να πούμε πάντως ότι και η Ιόνιος Πολιτεία το 1819 είχε θεσπίσει ως νόμισμα τον οβολό, με μικρότερο νόμισμα τον ημιώβολο -απ’ όπου και η παλιά φράση «δεν έχω μιώβολο», αλλά και τα όβολα, λαϊκή ονομασία για τα χρήματα.

Βέβαια, ο οβελίας είναι λέξη αναστημένη από τους λογίους. Η σούβλα, πάλι, είναι δάνειο λατινικό (από το subula, που σήμαινε χοντρή βελόνα ή το σουβλί των παπουτσήδων), λέξη που εμφανίζεται ήδη από τον 3ο αιώνα μ.Χ. στη γραμματεία σε διάφορες περιγραφές βασανιστηρίων, και που επικρατεί εκτοπίζοντας τον οβελό. Υποκοριστικό της το σουβλάκι, που ήταν στην αρχή το καλαμάκι στο οποίο περνούσαν το κρέας (και δεν θα μπω στη διαμάχη Βορρά-Νότου για το αν είναι «λάθος» να λέμε σουβλάκι το φαγητό με τυλιχτή πίτα και γύρο, αλλά θα παρατηρήσω ότι ο όρος πιτόγυρο που δεν συνηθιζόταν στην Αθήνα όταν ήμουν νέος διαδίδεται όλο και περισσότερο).

Για το αρνάκι που σουβλίζουμε, τα είπαμε· ετυμολογικά η λέξη είναι αρχαία (αρνίον, ήδη της κλασικής εποχής, υποκοριστικό του αρήν, αρνός = πρόβατο, λέξη που είχε και δίγαμμα μπροστά και που παράγωγά της βρίσκουμε και σε επιγραφές της γραμμικής Β’), όπως τόσες άλλες λέξεις της δημοτικής που η καθαρεύουσα τις περιφρονεί. Ωστόσο, δεν είναι πανελλήνιο έθιμο το σούβλισμα: σε κάποια μέρη φουρνίζουν το «κουτάλι» (ένα χεράκι αρνιού), σε άλλα ολόκληρο κατσικάκι αλλά στον φούρνο, κάποτε σκεπασμένο με ζύμη.

Τα γαστρονομικά του Πάσχα κλείνουν με τη λαμπροκουλούρα ή το τσουρέκι, που ως λέξη είναι τουρκικό δάνειο (çörek, λέξη που αρχικά σήμαινε το στρογγυλό ψωμί αλλά και άλλα στρογγυλά αντικείμενα). Παρόμοιες λέξεις (και γλυκίσματα) υπάρχουν σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, μέχρι τα αρμένικα, όπου το λαμπρόψωμο λέγεται cheoreg και βάζουν μέσα και νόμισμα. Και πάλι, έχουμε τοπικές διαφορές: στην Κρήτη, πιθανώς και αλλού, λένε ή έλεγαν «κουλούρα» αυτό που οι Αθηνάιοι λένε «τσουρέκι», και αντίστροφα λένε «τσουρέκια» αυτά που εμείς θα λέγαμε κουλούρια.

Μπορεί ο Πόντιος Πιλάτος να ένιψε τας χείρας του (κάτι που έγινε παροιμιώδες, αν και δεν ξέρουμε κατά πόσον τας έπλυνε «πολύ σχολαστικά» όπως ο Σπύρος Παπαδόπουλος στο πασίγνωστο πλέον αντικορονικό μήνυμα) και να δήλωσε αθώος από του αίματος τούτου, ωστόσο δεν απέφυγε την ηθική καταδίκη. Από το όνομά του προέρχεται το ρήμα «πιλατεύω», που έχει τη σημασία «ταλαιπωρώ, βασανίζω». Στο μεσαιωνικό λεξικό του ο Κριαράς δίνει και το «πιλατήριο» με σημασία «μαρτύριο, βασανιστήριο» αλλά και «φυλακή». Βέβαια, στη σημερινή γλώσσα «πιλατεύομαι» σημαίνει «ασκούμαι κάνοντας πιλάτες». Βασανιστήριο είναι κι αυτό αλλά ετυμολογικώς δεν συνδέεται άμεσα με τον Πιλάτο

Μια άλλη μεγαλοβδομαδιάτικη λέξη που έχει περάσει από τα Ευαγγέλια στη γλώσσα μας είναι ο Γολγοθάς. Γολγοθάς είναι ο λόφος της Ιερουσαλήμ όπου σταυρώθηκε, σύμφωνα με τους ευαγγελιστές, ο Ιησούς. Το όνομα παραδίδεται και στα τέσσερα Ευαγγέλια, π.χ. στον Ιωάννη: Παρέλαβον οὖν τὸν Ἰησοῦν·  καὶ βαστάζων αὑτῷ τὸν σταυρὸν ἐξῆλθεν εἰς τὸν λεγόμενον Κρανίου Τόπον, λέγεται Ἑβραϊστὶ Γολγοθᾶ, ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἄλλους δύο ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν, μέσον δὲ τὸν Ἰησοῦν. ἔγραψεν δὲ καὶ τίτλον Πιλᾶτος καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ· ἦν δὲ γεγραμμένον, Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.

Όπως μάς λέει ο Ιωάννης, Γολγοθά στα εβραϊκά σημαίνει «Κρανίου τόπος». Πράγματι, στα αραμαϊκά Gulgulthā είναι το κρανίο. Στην αρχή το γένος του Γολγοθά επαμφοτερίζει στα ελληνικά, αλλά τελικά σταθεροποιήθηκε στο αρσενικό: ο Γολγοθάς. Κάποιοι λένε ότι η ονομασία «Κρανίου τόπος» οφείλεται στο ότι ο Γολγοθάς ήταν ο «συνήθης τόπος εκτελέσεων», άλλοι ότι ο λόφος ονομάστηκε έτσι απλώς επειδή είχε σχήμα κρανίου· αυτή η δεύτερη εκδοχή ακούγεται συχνότερα. Η κάποια φωνητική ομοιότητα μεταξύ Γολγοθά και Γολιάθ γέννησε τον γλωσσικό μύθο ότι ο λόφος ονομάστηκε έτσι επειδή ο Δαβίδ έθαψε εκεί το κρανίο του Γολιάθ. Μύθος είναι.

Στα ελληνικά, έχει μείνει και η έκφραση «κρανίου τόπος», που τη λέμε για ένα εξαιρετικά ξερό και αφιλόξενο μέρος, χωρίς απαραίτητα να τη συνδέουμε στο μυαλό μας με τον Γολγοθά και το μαρτύριο του Ιησού. Λέμε επίσης κρανίου τόπο ένα μέρος που έχει υποστεί ολοκληρωτική καταστροφή και ερήμωση· συχνά το χρησιμοποιούμε για περιπτώσεις πυρκαγιάς (π.χ. κρανίου τόπος το φοινικόδασος της Πρέβελης), αλλά και πιο μεταφορικά, π.χ. ότι η ελληνική διαφημιστική αγορά είναι κρανίου τόπος λόγω της κρίσης. Η βιβλική αναφορά μεταφράστηκε Calvariae Locus στα λατινικά, που έδωσε το αγγλικό calvary και το γαλλικό calvaire, που επίσης σημαίνουν όχι μόνο τον Γολγοθά καθαυτόν αλλά και μια μεγάλη ταλαιπωρία, δοκιμασία –έναν γολγοθά μεταφορικά.

Φυσικά και στα ελληνικά χρησιμοποιούμε το κύριο όνομα σαν ουσιαστικό, δηλ. τον Γολγοθά μεταφορικά, σαν μια σειρά από ταλαιπωρίες και βάσανα που περνάει κάποιος, μια μακρά πορεία πόνου και ταπεινώσεων – «Ο Γολγοθάς μιας ορφανής» ήταν μια παλιά ελληνική ταινία. Βέβαια, με τον γλωσσικό πληθωρισμό που επικρατεί σε ορισμένους δημοσιογραφικούς κύκλους, διαβάζεις ότι κάποια σταρ περνάει Γολγοθά και δεν ξέρεις αν χαροπαλεύει ή αν απλώς πήρε δυο κιλά που δεν μπορεί να τα χάσει (και όλα τα ενδιάμεσα στάδια), ωστόσο γενικά ο Γολγοθάς δείχνει μια επώδυνη και μακρόχρονη διαδικασία.

Ο Γολγοθάς κατέληξε στη σταύρωση. Περιέργως, τόσα χρόνια δεν έχω γράψει άρθρο για τον σταυρό, ίσως επειδή το θέμα είναι πολύ εκτενές και με πιάνει δέος. Κάποτε θα το αποφασίσω, πού θα πάει. Πάντως, να πούμε προς το παρόν ότι στα αρχαία ελληνικά η λέξη «σταυρός» δεν δηλώνει το σημερινό σχήμα αλλά είναι, απλώς, ένας πάσσαλος. Πολλή συζήτηση γίνεται επίσης και για το σχήμα του ξύλου που πάνω του θανατώθηκε ο Ιησούς, αν συνέβη κάτι τέτοιο, δηλαδή αν ήταν πάσσαλος, δύο ξύλα σε σχήμα Τ ή δύο ξύλα σε σχήμα +.

Πριν από μερικές μέρες ο κ. Χαρδαλιάς ειπε ότι «σηκώνουμε τον Γολγοθά μας», ένα συγγνωστό λαθάκι. Τον σταυρό σηκώνουμε και ανεβαίνουμε στον Γολγοθά, αλλά το μπέρδεμα είναι εύκολο. Το πρόβλημα είναι ότι ο Γολγοθάς στον οποίο έχουμε μπει δεν προβλέπεται να τελειώσει μόλις βγούμε από την καραντίνα. Κάποιοι λένε ότι τότε αρχίζει. Προς το παρόν όμως ας ευχηθούμε καλές γιορτές σε όλους, όσο μας επιτρέψει ο κοροναϊκός περιορισμός.

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ημερολογιακά, Ιστορίες λέξεων, Λαογραφία, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , | 275 Σχόλια »

Συνωστισμός στη Ριβιέρα

Posted by sarant στο 13 Απριλίου, 2020

Το Σάββατο που μας πέρασε, σύμφωνα με τα κανάλια, επικράτησε «απίστευτος συνωστισμός» στο Παλαιό Φάληρο και σε άλλα σημεία της «αθηναϊκής Ριβιέρας». Παρόλο που δεν μένω πολύ κοντά στην παραλία, μου αρέσει όταν πέφτει ο ήλιος να κάνω τη βόλτα μου στα σημεία του «απίστευτου συνωστισμού», κι αν τύχαινε να μ’ έχει πετύχει η καραντίνα στην Ελλάδα μπορεί να’μουν κι εγώ ανάμεσα στους συνωστιζόμενους -όμως έχω άλλοθι, είμαι πολύ μακριά, δυστυχώς.

Για να πω την αμαρτία μου, τον όρο «αθηναϊκή Ριβιέρα» τον ήξερα βέβαια, αλλά καθόλου δεν μου αρέσει και δεν τον χρησιμοποιώ, μου φαίνεται όρος γεννημένος από το μάρκετινγκ. Πάντως, έχει καθιερωθεί, σε σημείο να έχει αποκτήσει λήμμα στη Βικιπαίδεια, ελληνική τε και αγγλική. Είναι δηλαδή η περιοχή από τον Πειραιά ως το Σούνιο -η παραλιακή που τη λέγαμε πριν μεγαλοπιαστούμε.

Καμαρώνω ότι την έχω περπατήσει όλην, από το Πέραμα ως το Λαύριο, αν και φυσικά σε πολλές δόσεις, όχι μονομιάς -και φυσικά σε πολλά σημεία είναι αδύνατο να πας παραλιακά αφού πολυτελείς βιλάρες έχουν κλέίσει κάθε πρόσβαση, ενώ σε ένα-δυο μέρη απαγορεύεται με πινακίδα της τροχαίας η είσοδος σε όσους δεν είναι κάτοικοι ή προσκαλεσμένοι.

Γιατί Ριβιέρα; Γιατί έτσι έχει επικρατήσει να ονομάζεται η ακτογραμμή που έχει ωραίες πλαζ, ακριβά σπίτια, κέντρα διασκέδασης. Η γαλλική Ριβιέρα είναι αυτή που τη λέγαμε παλιά Κυανή Ακτή (οι Γάλλοι έτσι τη λέμε ακόμα) αλλά τώρα έχουν πληθύνει οι ανά τον κόσμο ριβιέρες, έχει και στην Αλβανία (με εξαιρετικές παραλίες με πολύ όμορφα χρώματα αλλά, λένε, και κιτσάτα κτίρια -στο Βουθρωτό να πάτε).

H λέξη ριβιέρα είναι ιταλικής ετυμολογίας, και ιταλική ήταν η πρώτη Riviera, η παραλιακή περιοχή γύρω από τη Γένοβα -ουσιαστικά από τη Λα Σπέτσια ως τη Μασσαλία, σε εποχές που τα σύνορα δεν ήταν τα σημερινά. Στα ιταλικά, σημαίνει «όχθη» -ίδια ρίζα με το γαλλικό rivière και το αγγλ. river, από το λατιν. ripa.

Tέλος πάντων, εμένα η αγαπημένη μου Ριβιέρα είναι το σινεμά στα Εξάρχεια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παρίσι, Υγεία, Φαληρικά | Με ετικέτα: , , , | 333 Σχόλια »