Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ετυμολογικά’ Category

Τα ενοχλητικά τουρκικά δάνεια

Posted by sarant στο 20 Ιουνίου, 2019

Στο σημερινό άρθρο παίρνω κάποια στοιχεία από ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα» αλλά το αναπτύσσω πολύ εκτενέστερα.

Μεγάλο μέρος του λεξιλογίου της νέας ελληνικής απαρτίζεται από δάνεια: από τα λατινικά, από τα βενετικά/ιταλικά, από τα τουρκικά, από τα γαλλικά. Λιγότερες από τα αλβανικά και τις σλαβικές γλώσσες, και τις τελευταίες δεκαετίες σχεδόν αποκλειστικά από τ’ αγγλικά.

Τα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους, παράλληλα με το κίνημα του καθαρισμού που αντικατέστησε με επιτυχία «θεσμικές» δάνειες λέξεις με νεολογισμούς ή αναστημένους όρους (πχ υπουργός αντί μινίστρος ή εφημερίδα αντί γαζέτα) αλλά όχι καθημερινές δάνειες λέξεις (μακαρόνια λέμε και όχι σκωληκίδια!), υπήρξε και ένα αυθόρμητο κίνημα, κυρίως από τα κάτω, για να βρεθούν ή να εφευρεθούν ελληνικές ρίζες σε διάφορες δάνειες λέξεις -κι έτσι για τον γάιδαρο βγήκε προέλευση από το «αεί γαρ δέρεται» ενώ για τη μπριζόλα από το «εν πυρί ζέει όλη».

Σήμερα, κάπως έχουμε συμφιλιωθεί με την ιδέα των δανείων, αν και πολλοί δυσφορούν με τη συρροή αγγλικών νεολογισμών, ιδίως όταν θεωρούν πως υπάρχει ή πως θα έπρεπε να βρεθεί αυτόχθονας όρος. Πολύ λίγοι ενοχλούνται από τα ιταλικά, τα λατινικά ή τα γαλλικά δάνεια.

Ωστόσο, οποτεδήποτε γίνει λόγος για τα τουρκικά δάνεια της ελληνικής γλώσσας, π.χ. αν αναρτηθεί κατάλογος δάνειων από τα τουρκικά, είναι σίγουρο πως θα εκφραστούν έντονες αντιδράσεις από πολλούς σχολιαστές.

Το ξέρω από πρώτο χέρι, επειδή έχω δημοσιεύσει στο ιστολόγιο δυο άρθρα σχετικά με τα δάνεια τουρκικής προέλευσης (πρώτο και δεύτερο άρθρο), το πρώτο από τα οποία έχει αναδημοσιευτεί ευρύτατα -βλέπω λοιπόν πάρα πολλά ενοχλημένα σχόλια.

Οι αντιδράσεις χωρίζονται, σε αδρές γραμμές, σε δυο κατηγορίες:

α. Οι λέξεις αυτές είναι μεν δάνεια, αλλά η απώτερη αρχή τους δεν είναι τουρκική. Είναι αραβικές ή περσικές λέξεις (ή αγγλικές ή γαλλικές ή ιταλικές -οτιδήποτε εκτός από τουρκικές).

β. Οι λέξεις αυτές έχουν απώτερη ελληνική αρχή και οι Τούρκοι τις πήραν από τα αρχαία ελληνικά -άρα ή είναι αντιδάνεια ή σκέτα δάνεια της τουρκικής από τα ελληνικά.

Τόσο η α’ όσο και η β’ άποψη συνοδεύονται συχνά από εξαιρετικά περιφρονητικές τοποθετήσεις για τους Τούρκους και τη γλώσσα τους (δεν είχαν πολιτισμό, ήταν Μογγόλοι που ήρθαν από τη στέπα, τα τουρκικά δεν είναι γλώσσα αλλά συμπίλημα περσικών, αραβικών και ελληνικών λέξεων, οι Τούρκοι δεν είχαν πόλεις και σπίτια, ήταν νομαδικός λαός άρα δεν είχαν δικό τους λεξιλόγιο, δεν είχαν δικό τους αλφάβητο, δεν μπορεί οι μαγειρικοί όροι να έχουν τουρκική προέλευση αφού οι νομάδες έτρωγαν μόνο παστό κρέας πάνω στο άλογο κτλ. κτλ. κτλ.)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in τούρκικα, Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ελληνοβαρεμένοι | Με ετικέτα: , , , | 58 Σχόλια »

Να κεράσει άλλο ένα κεράσι;

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2019

Όταν δεν προλαβαίνω να γράψω καινούργιο άρθρο, επαναλαμβάνω κάποιο παλιότερο -αυτό συμβαίνει και με το σημερινό μας άρθρο, που δημοσιεύεται για τρίτη φορά σήμερα. Ta άρθρα μου για τα οπωρικά συνηθίζω να τα επαναλαμβάνω κάθε 4-5 χρόνια, και αφού η προηγούμενη δημοσίευση του σημερινού έγινε το 2015 νομίζω ότι δεν θα γκρινιάξετε πολύ, ειδικά αφού τα κεράσια είναι στην εποχή τους. Προσθέτω και μερικά πράγματα, άλλωστε.

Στο τραγούδι «Ναύτης βγήκε στη στεριά», ο Μάνος Ελευθερίου, που έγραψε τους στίχους, βάζει τον ναύτη να θέλει να κεράσει «μια βανίλια παγωτό και γλυκό κεράσι». Κεράσι θα σας κεράσω στο κεφάλαιο αυτό, επισημαίνοντας πρώτα-πρώτα ότι η ομοιότητα του κερασιού με το ρήμα «κερνάω» είναι εντελώς συμπτωματική.

(Yπάρχει βέβαια και το ανέκδοτο, με τον αλλοδαπό που πηγαίνει στο περίπτερο και ρωτάει «έχει παγκωτό κεράσι;» κι όταν ο περιπτεράς του πει να πάρει από ψυγείο εκείνος λέει: «ευκαριστώ, εγκώ κεράσει άλλη φορά»).

Η λέξη κεράσι έχει αρχαία ελληνική προέλευση, από το ελληνιστικό κεράσιον, υποκοριστικό του κέρασος, που σήμαινε την κερασιά. Το δέντρο φαίνεται πως ήρθε από τη Μικρασία, αν σκεφτούμε και το τοπωνύμιο Κερασούς, οπότε η ελληνική λέξη θα είναι δάνειο από κάποια μικρασιατική γλώσσα, πανάρχαιο μάλιστα.

Στη Ρώμη, την καλλιεργούμενη κερασιά την έφερε από τον Πόντο ο Λούκουλλος  και ονομάστηκε cerasus. Ο καρπός της κερασιάς, το κεράσι, ονομάστηκε cerasium, στα μεταγενέστερα λατινικά ceresium, και στα λαϊκά λατινικά ο τύπος του πληθυντικού ceresia θεωρήθηκε εσφαλμένα ως ενικός θηλυκού γένους. Από αυτόν παράγεται το γαλλικό cerise και το αγγλονορμανδικό cherise, και επειδή η κατάληξη θεωρήθηκε κατά λάθος ότι δηλώνει πληθυντικό, στα αγγλικά το τελικό –s εξέπεσε κι έχουμε το μεσαιωνικό αγγλικό chery, σημερινό cherry,  που σημαίνει κεράσι. Μέσω των λατινικών πέρασε η λέξη στις πιο πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες (ή και όχι μέσω των λατινικών, π.χ. κιράζ στα τούρκικα,) και από τα αγγλικά επανήλθε ως αντιδάνειο το τσέρι, που είναι σύντμηση του cherry brandy.

Στα ιταλικά το κεράσι είναι ciliegia, που και αυτό στο λαϊκό λατινικό ανάγεται, απλώς έχει αλλάξει λίγο περσσότερο. Πάντως στη νότια Ιταλία το λένε cerase, που δείχνει πιο καθαρά την προέλευσή του.

Να σημειωθεί ότι το σέρι (sherry) είναι και αυτό αγγλικής προελεύσεως και ηδύποτο, αλλά ετυμολογικά δεν έχει καμιά σχέση με το τσέρι, αφού πήρε την ονομασία του από την ισπανική πόλη Xeres απ’ όπου το προμηθεύονταν οι Άγγλοι. Αντιδάνειο και από κεράσια, αλλά λιγότερο διαδομένο είναι το γερμανικό κιρς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 171 Σχόλια »

Θρίλερ

Posted by sarant στο 29 Μαΐου, 2019

Οι εκλογές έγιναν την Κυριακή, αλλά όλη τη μέρα χτες το επιτελείο ενός κόμματος αγωνιούσε για την τύχη της 21ης ελληνικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ πολλοί παρατηρητές παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον.

Το ΜέΡΑ25, το κίνημα του Γιάνη Βαρουφάκη, συγκέντρωνε ποσοστό πολύ κοντά στο 3% που είναι το όριο για την εκλογή βουλευτή. Καθώς προχωρούσε η ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων με βασανιστικά αργούς ρυθμούς (δεν ξέρω πώς δικαιολογήθηκε το επιτελείο της Singular και του Υπουργείου Εσωτερικών γι’ αυτό το φιάσκο) το πρωί της χτεσινής μέρας βρήκε το ΜέΡΑ25 ελάχιστα πάνω από το 3% αλλά προς το μεσημέρι τα ποσοστά του κόμματος έπεσαν κάτω από τον πήχη.

Πιο συγκεκριμένα, στο 92,63% της ενσωμάτωσης (δηλαδή έλειπαν 1671 τμήματα από τα 22675), το ΜΕΡΑ-25 είχε ποσοστό 3,0096%. Στο 92.87% της ενσωμάτωσης έπεσε στο 3.0073%, στο 93,64% των τμημάτων έπεσε στο 3,0003434%, στο 93,68% της ενσωμάτωσης επεσε στο 3,0001274% αλλά στο 93,71% πέρασε από κάτω, στο 2,9998341%.

Στις εκλογές, δεν γίνεται στρογγύλευση «υπέρ του μαθητού». Το 2,9998 δεν είναι 3% οπότε από εκείνο το σημείο και μετά η 21η έδρα πέρασε από το ΜέΡΑ στη Νέα Δημοκρατία.-και, το χειρότερο, η πτωτική πορεία των ποσοστών συνεχίστηκε -έπεσαν μέχρι το 2,98. Προς το τέλος όμως της μέρας, τα ποσοστά άρχισαν να τσιμπάνε λίγο.

Στο 98.32% της ενσωμάτωσης τα ποσοστά είχαν ανέβει ελάχιστα, στο 2,9922%, στο 98.62% στο 2,9938% και στο 98,73% πήγε στο 2.9942%, κάπου 300 ψήφους κάτω από τον πήχη. Ωστόσο, η ανοδική πορεία διακόπηκε και, τη στιγμή που γράφω, στο 99,26% της ενσωμάτωσης, με 167 τμήματα να λείπουν, το ποσοστό του ΜέΡΑ25 έχει πέσει στο 2,9925%, που σημαίνει πως η ελπίδα για εκλογή βουλευτή μάλλον χάθηκε.

Δεν θα χαρώ αν επιβεβαιωθεί η πρόγνωση και χάσει την έδρα το κόμμα του Γιάνη. Μπορεί να μη συμφωνώ σε πάρα πολλά με τη Σοφία Σακοράφα, αλλά είναι σαφώς προτιμότερη από τον Ζαγοράκη, που μάλλον θα καταλάβει την έδρα από πλευράς Νέας Δημοκρατίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Εκλογές, Κινηματογράφος, Κλισέ, Ομόηχα | Με ετικέτα: , , , | 295 Σχόλια »

Χαλαρά στις κάλπες

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2019

Χτες ταξίδευα, οπότε δεν προλάβαινα να γράψω άρθρο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, καταφεύγω συνήθως στη λύση της αναδημοσίευσης κάποιου παλιότερου άρθρου -και αυτό θα κάνω και σήμερα. Κι επειδή μεθαύριο έχουμε εκλογές, αναδημοσιεύω ένα άρθρο εκλογικό ή μάλλον λεξιλοεκλογικό, που αρχικά είχε δημοσιευτεί μερικές μέρες πριν από τις εκλογές του 2014. Το έχω επικαιροποιήσει βέβαια σε σχέση με τις αναφορές στα πολιτικά πράγματα.

Μεθαύριο ψηφίζουμε, και όχι σε μία αλλά σε τρεις ή τέσσερις κάλπες: ψηφίζουμε για τις ευρωπαϊκές εκλογές και για τον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών. Και οι μεν αυτοδιοικητικές εκλογές έχουν τοπικό χαρακτήρα, αν εξαιρέσουμε τους μεγάλους δήμους και τις περιφέρειες, αλλά στις ευρωεκλογές συμμετέχουν τα πολιτικά κόμματα, που πρόκειται να αναμετρηθούν και στις βουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου.

Λένε για τις ευρωπαϊκές εκλογές, σε αντιδιαστολή με τις βουλευτικές, ότι χαρακτηρίζονται από τη λεγόμενη «χαλαρή ψήφο». Εφόσον δεν θα αναδείξουν δηλαδή κυβερνηση της χώρας, θεωρείται ότι ο ψηφοφόρος ψηφίζει σε αυτές πιο ελεύθερα, χωρίς να σκέφτεται διλήμματα. Κι αυτό ίσως επιβεβαιώνεται αν πάμε με το λεξικό, αφού η βασική μεταφορική σημασία της λέξης χαλαρός είναι «αυτός που αφήνει περιθώρια ανεξαρτησίας, ελευθερίας ή ελευθεριότητας».

Πρόσφατα ο Κ. Μητσοτάκης διαφώνησε με την ιδέα της χαλαρής ψήφου και υποστήριξε ότι «σε αυτή την κάλπη δεν έχει θέση η χαλαρή ψήφος» ενώ αλλού γράφτηκε ότι «χαλαρή ψήφος σημαίνει ψήφος στον Τσίπρα». Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας, δηλαδή.

Επειδή όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε, θα πούμε λίγο περισσότερα για τη λέξη ‘χαλαρός’. Είναι αρχαία λέξη και διατηρήθηκε μέσα στα χρόνια απαράλλαχτη τόσο στη μορφή της όσο και στην κυριολεκτική σημασία της, κάτι που δεν συμβαίνει με πάρα πολλές νεοελληνικές λέξεις που υπάρχουν και στα αρχαία (περισσότερες είναι εκείνες που έχουν αλλάξει σημασία λίγο ή πολύ). Η λέξη χαλαρός στα αρχαία παράγεται από το ρήμα «χαλάω, χαλώ», το οποίο επίσης υπάρχει στα νέα ελληνικά αλλά είναι παράδειγμα λέξης που άλλαξε σημασία, διότι αρχικά σήμαινε ‘χαλαρώνω, λύνω’.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Εκλογές, Στρατός, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 156 Σχόλια »

Τι μπρόκολα, τι κουνουπίδια

Posted by sarant στο 9 Απρίλιος, 2019

Στα σαββατιάτικα μεζεδάκια μας είχαμε αναφερθεί κατά σύμπτωση στα μπρόκολα, οπότε θυμήθηκα πως για το λαχανικό αυτό δεν έχουμε γράψει άρθρο -κι έτσι προέκυψε η σημερινή μας δημοσίευση.

Αλλιώς είναι βέβαια η γνωστή παροιμιακή φράση, αλλά για τα λάχανα έχουμε ήδη γράψει άρθρο παλιότερα. Τα μπρόκολα και τα κουνουπίδια, από βοτανική άποψη ανήκουν στο ίδιο είδος με τα λάχανα, στο είδος της Κράμβης της Λαχανώδους (Brassica oleracea στα λατινικά της βοτανικής). Μάλιστα, ο Γεννάδιος τουλάχιστον κατατάσσει τα κουνουπίδια και τα λάχανα στο ίδιο βοτανικό υπο-είδος, της Κράμβης λαχανώδους ανθοκράμβης, ενώ τα λάχανα είναι στην κεφαλωτή. Αν είναι έτσι, τα μπρόκολα και τα κουνουπίδια είναι αδέρφια μεταξύ τους κι έχουν ξαδέρφι τα λάχανα, όπως και τα λαχανάκια Βρυξελλών που αποτελούν άλλο υποείδος της ιδιας οικογένειας (Κράμβη λαχανώδης σφαιριόμορφος).

Κι επειδή από φρασεολογική άποψη τα λάχανα έχουν αρκετό… ψαχνό, αξιώθηκαν δικό τους άρθρο, ενώ τα άλλα δύο συγγενικά φυτά συστεγάζονται στο σημερινό -και να δούμε αν έχουν αξιόλογο υλικό να γεμίσουν άρθρο.

Τα μπρόκολα φαίνεται πως εξελίχτηκαν σε αυτόνομο υποείδος στη νότια Ιταλία κι έτσι δεν είναι περίεργο που η διεθνής ονομασία τους είναι ιταλογενής. Εμείς λέμε μπρόκολο, δάνειο από το ιταλικό broccolo, που είναι υποκοριστικό του brocco («ξερόκλαδο, καρφάκι») το οποίο ανάγεται στο λατινικό broccus.

Αυτή η λατινική λέξη έχει αποκτήσει πολλά παιδιά κι εγγόνια σε διάφορες γλώσσες, ανάμεσα στις οποίες και η δική μας μπροσούρα, που την είπαν έτσι στα γαλλικά (brochure) επειδή ήταν ένα φυλλάδιο από χαρτιά συρραμμένα: συρραμμένα με καρφάκια.

Σε αλλες ευρωπαϊκές γλώσσες πήραν τον ιταλικό πληθυντικό, broccoli και τον έκαναν ενικό, κάποτε με ορθογραφική απλοποίηση (brocoli στα γαλλικά). Τα μπρόκολα είναι από τα λιγοστά μη εξωτικά οπωρολαχανικά που έχουν ομόρριζη ονομασία σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες -ίσως μάλιστα να είναι και το μοναδικό, δεν μου έρχεται άλλο στο μυαλό.

Τα μπρόκολα πρέπει να παρουσιάζουν αξιόλογα οφέλη για την υγεία, αλλά πολύς κόσμος τα βρίσκει πικρά ή άγευστα κι έτσι σπάνια θα βρεις κάποιον που να τα εκθειάζει από γαστρονομική άποψη -το πολύ να ακούσεις για τα διατροφικά τους πλεονεκτήματα ή για το ότι έχουν «αρνητικές θερμίδες» (με την έννοια πως ο οργανισμός καταναλώνει για να τα πέψει περισσότερες θερμίδες απ’ όσες παίρνει, αλλά δεν ξέρω αν ισχύει ο ισχυρισμός).

Θυμάμαι πως κάποιος πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Μπους ο πρεσβύτερος ίσως, μόλις ανέλαβε καθήκοντα έβαλε βέτο και τροποποίησε το μενού του Λευκού Οίκου εξοβελίζοντας τα μπρόκολα, που τα είχε άχτι, λέει, επειδή όταν ήταν μικρός τον ανάγκαζαν να τα τρώει. Κάνουν κάτι τέτοιες χειρονομίες για να δείχνουν ανθρώπινοι και κοντά στον μέσο άνθρωπο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Κύπρος, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 146 Σχόλια »

Μηνολόγιον Απριλίου 2019

Posted by sarant στο 1 Απρίλιος, 2019

Το Μηνολόγιο, που το δημοσιεύω εδώ συνήθως την πρώτη του μηνός, ήταν ιδέα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ο οποίος αρχικά το δημοσίευε στο περιοδικό Φιστίκι, που το έβγαζε επί πολλά χρόνια στην Αίγινα. Στο εδώ ιστολόγιο, το Μηνολόγιο άρχισε να δημοσιεύεται τον Οκτώβρη του 2010 και βέβαια μέσα σε 12 μήνες έκλεισε τον κύκλο. Τότε, αποφάσισα να εξακολουθήσω να το δημοσιεύω στις αρχές κάθε μήνα, επειδή έχει γίνει το σταθερό σημείο αναφοράς που ενημερώνεται συνεχώς με δικά σας σχόλια μέσα στη διάρκεια του μήνα, σχόλια που συνήθως αφορούν επισήμανση ημερομηνιών, αν και κυρίως αγγελτήρια θανάτων.

Οπότε, συνεχίζω τις δημοσιεύσεις όσο θα υπάρχει ενδιαφέρον, προσθέτοντας πάντοτε δικές σας προτάσεις από πέρυσι. Πάντως, σε κάποιες περιπτώσεις η επέτειος έχει εσκεμμένα μετατεθεί κατά μία ημέρα.

Δε 1 Του βαρώνου Μυγχάουζεν και των ανιδιοτελώς ψευδομένων
Τρ 2 Διεθνής ημέρα παιδικού βιβλίου
Τε 3 Γενέσιον Θεοδώρου Κολοκοτρώνη του στρατηλάτου
Πε 4 Γενέσιον Ανδρέου Ταρκόφσκη και αυτοκτονία Δημητρίου Χριστούλα
Πα 5 Ιακώβου Καζανόβα του μεγάλου εραστού
Σα 6 Του ζωγράφου Ραφαήλου
Κυ 7 Παγκόσμια ημέρα υγείας – Ιπποκράτους του Κώου
Δε 8 Γενέσιον Ιακώβου Μπρελ
Τρ 9 † Φραγκίσκου Βάκωνος
Τε 10 Θρίαμβος Σπυρίδωνος Λούη του ωκύποδος
Πε 11 Γιούρι Γκαγκάριν, του πρώτου ανθρώπου εις το Διάστημα
Πα 12 Τα μεγάλα Διονύσια
Σα 13 Βαρούχ Σπινόζα του προδρόμου του Διαφωτισμού και Σαμουήλ Μπέκετ γενέσιον
Κυ 14 † Βλαδιμήρου Μαγιακόφσκι αυτοχειριασμός
Δε 15 Λεονάρδου ντα Βίντσι
Τρ 16 † Γεωργίου Βιζυηνού, το τελευταίον της ζωής του ταξίδιον
Τε 17 Γενέσιον Κωνσταντίνου Καβάφη και τελευτή Νίκου Παπάζογλου και Δημήτρη Μητροπάνου
Πε 18 † Αλβέρτου Αϊνστάιν τελευτή
Πα 19 † Καρόλου Δαρβίνου
Σα 20 Ιωάννου Ιακώβου Ρουσώ και του Κοινωνικού Συμβολαίου
Κυ 21 Βεβήλωσις του Φοίνικος (αποφράς ημέρα)
Δε 22 † Γουλιέλμου Σαιξπήρου του μεγάλου δραματουργού
Τρ 23 † Τελευτή Γεωργίου Καραϊσκάκη. Και παγκοσμία ημέρα του βιβλίου
Τε 24 Της γενοκτονίας των Αρμενίων
Πε 25 † Μαγελάνου του εξερευνητού
Πα 26 Γενέσιον Ευγενίου Ντελακρουά
Σα 27 Γενέσιον Αδαμαντίου Κοραή του Διαφωτιστού
Κυ 28 Μιχαήλ Λομονόσωφ
Δε 29 † Κωνσταντίνου Καβάφη του ανεπαναλήπτου
Τρ 30 Μαρίας Πολυδούρη τελευτή.

Να διευκρινίσω εδώ ότι η νίκη του Σπύρου Λούη στην Ολυμπιάδα του 1896 έγινε, με το τότε ημερολόγιο, στις 29 Μαρτίου. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι Ολυμπιακοί αγώνες είναι ένα διεθνές γεγονός, και επειδή την ίδια μέρα το μηνολόγιο τιμά τη μνήμη ενός δικού μας προσώπου, προτίμησα να τιμήσω τον Λούη με το νέο ημερολόγιο, αλλά ας έχουμε κατά νου την αλλαγή των ημερολογίων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Δημήτρης Σαραντάκος, Επώνυμα, Επετειακά, Ετυμολογικά, Μηνολόγιο | Με ετικέτα: , , , , , , | 202 Σχόλια »

Σκούφια, η παροιμιακή

Posted by sarant στο 28 Μαρτίου, 2019

Μπήκε πια η άνοιξη, αλλά στα βορειότερα κλίματα το κρύο ακόμα δαγκώνει τα πρωινά. Προχτές χρειάστηκε να βγω νωρίτερα απ’ το συνηθισμένο και σκέφτηκα πως βιάστηκα ν’ αποστρατεύσω το σκουφί που κουβαλάω στο σακκίδιό μου τους χειμωνιάτικους μήνες. Αυτή όμως η παράλειψη μού θύμισε πως κάτι χρωστάω.

Βλέπετε, το σημερινό άρθρο το έχω υποσχεθεί εδώ και κάμποσο καιρό, ίσως από τότε που έγραψα το άρθρο για τις τραγιάσκες και την ετυμολογία τους. Τις τραγιάσκες τις πετούσαν στον αέρα ζητωκραυγάζοντας οι Ρουμάνοι φοιτητές, οπότε είχα τότε γράψει: Πράγματι, τον καιρό που ο κόσμος φορούσε καπέλα ήταν πολύ συνηθισμένο όταν ζητωκραύγαζαν ή πανηγύριζαν, να πετάνε και τα καπέλα τους στον αέρα. Αυτό το βλέπουμε και στην έκφραση «πετάει τη σκούφια του για…» όταν κάποιος δείχνει πολύ ενθουσιασμό για ενα θέμα. Φαίνεται πως και το καπέλο τύπου ρεπούμπλικα πήρε από ανάλογους πανηγυρισμούς το όνομά του (στην Ιταλία, και μας ήρθε μαζί με το όνομα). Στα σχόλια έγινε λόγος και για άλλες εκφράσεις με τη σκούφια, και είπα πως χρωστάω άρθρο για τη λέξη.

Στο λεξικό θα βρούμε τρεις βασικούς τύπους της λέξης: σκούφια, σκουφί και σκούφος. Φαίνεται πως η σκούφια είναι ο παλιότερος τύπος, και ίσως γι’ αυτό εμφανίζεται και στις διάφορες παροιμίες, αλλά στη σημερινή γλώσσα εντύπωσή μου είναι πως για να αναφερθούμε κυριολεκτικά στο κάλυμμα της κεφαλής μας θα πούμε «σκουφί» κυρίως ή «σκούφος» αν είναι κάπως μεγαλύτερος ή για ειδικές χρήσεις, και πιο σπάνια θα πούμε «σκούφια». Τη σκούφια την κρατάμε για τις παροιμίες.

Η λέξη φαίνεται να ετυμολογείται από το παλιό ιταλικό scuffia, ή το βενετικό scufia, που ανάγονται στο cuffia («κάλυμμα της κεφαλής») και στο υστερολατινικό cufia, ίσως παλαιογερμανικής ετυμολογίας. Ο Μπαμπινιώτης δεν αποκλείει την επίδραση του αρχαίου σκύφος = είδος κυπέλλου αλλά δεν βλέπω σε ποιο στάδιο μπορεί να ασκήθηκε αυτή η επίδραση.

Η σκούφια μπήκε στη γλώσσα μας στα βυζαντινά χρόνια. Στον Πόλεμο της Τρωάδος, χρησιμοποιείται αντί για την περικεφαλαία:

Κονταρέαν τὸν ἔδωκεν ἐπάνω εἰς τὸ σαγόνι·
τὸ λουρίκιν τῆς σκούφιας του ἐτρύπησεν ὀλίγον.

αλλά σε επόμενα κείμενα παίρνει τη σημασία τη σημερινή.

Είπαμε ήδη ότι «πετάω τη σκούφια μου για κάτι» σημαίνει ότι δείχνω μεγάλο ενθουσιασμό για ένα θέμα. Στους Χαλασοχώρηδες, ο Παπαδιαμάντης δίνει έναν πλατυσμό (που θέλει ο φίλος Πέπε) της έκφρασης, αν και στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα μπορούμε να σκεφτούμε και την κυριολεξία:

Ὁ Θόδωρος ὁ Μοστρόπουλος, πρὸ διετίας μόλις ἀποκατασταθεὶς εἰς τὸ χωρίον, εἶχε χωθῆ ὅλος εἰς τὰ πολιτικά, κ᾽ ἐπετηδεύετο μέγαν ζῆλον καὶ φανατισμὸν ὑπὲρ τοῦ κόμματος. Ἐπέτα τὴν σκούφιαν του κατὰ γῆς, τὴν ἐδάγκανε, τὴν ἐποδοπατοῦσε, ἐπήδα καὶ ἐχόρευεν ἀπὸ τὴν κομματικὴν ζέσιν.

Πάντως, η έκφραση λέγεται και σήμερα, που οι περισσότεροι βγαίνουμε στον δρόμο ασκεπείς -ή ξεσκούφωτοι. Συχνά, με το «για…», π.χ. πετάει τη σκούφια του για εκδρομές. Τη βρίσκω επίσης συχνά σε τίτλους αθλητικών ειδήσεων: Πετάει τη σκούφια του για να γυρίσει στην τάδε ομάδα ο τάδε προπονητής. Τον Ιούλιο του 2015 ο Ν. Φίλης του ΣΥΡΙΖΑ είχε δηλώσει ότι «δεν πετάμε τη σκούφια μας» για τη συμφωνία με τους δανειστές -τον οδυνηρό συμβιβασμό: δεν είμαστε και ενθουσιασμένοι.

Ωστόσο, δεν είναι αυτή η γνωστότερη παροιμιακή έκφραση με τη σκούφια. Νομίζω πως σαφώς πιο διαδεδομένη είναι «από πού κρατάει / βαστάει η σκούφια του», που συνήθως εκφέρεται αρνητικά: δεν ξέρω από πού κρατάει η σκούφια του: λέγεται, συνήθως με μια δόση καχυποψίας, για κάποιον του οποίου αγνοούμε πλήρως την καταγωγή και την προϊστορία. Πρέπει να είναι εξέλιξη της παλιότερης έκφρ. «από τι μαλλί βαστάει η σκούφια του» την οποία παραθέτει ο Βενιζέλος με το ερμήνευμα «επί των καθ’ όλα αγνώστων».

Γράφει, ας πούμε, ο Πικρός στα Χαμένα κορμιά: … το Τζούλιο Τζάκομο τον εραστή της, έναν Ιταλό που δεν ξέρει κανείς από πού βαστά η σκούφια του και που λέει πως είναι κόντες.  Ή, ο Καραγάτσης στον Γιούγκερμαν: Πρόβαλαν μέσα στην ξαφνιασμένη κοινωνία της Αθήνας άνθρωποι άγνωστοι, μυστήριοι, που κανείς δεν ήξερε πούθε βαστούσε η σκούφια τους, με τις τσέπες φίσκα στο χρήμα …           

Σπάνια θα δούμε να χρησιμοποιείται η έκφρ. στο πρώτο πρόσωπο και καταφατικά, δηλ. π.χ. «η σκούφια μου κρατάει από τη Μάνη». Είπαμε, είναι έκφραση που κρύβει καχυποψία για την προέλευση του λεγάμενου -όπως στα Σατιρικά Γυμνάσματα του Παλαμά:

Όχι λόγια χοντρά και λόγια κούφια·
μ’ όλους και με κανένα δεν ταιριάζουν.
Πούθε κρατεί του κάθε αχρείου η σκούφια
κράχ’ το με λόγια που να ξεσκεπάζουν·

Πάντως, η εφαρμογή που βρίσκει σε ποιες περιοχές της χώρας επιχωριάζει κάθε επώνυμο, που συχνά τη χρησιμοποιούμε εδώ, λέγεται «Από πού κρατάει η σκούφια σου»

Μια τρίτη έκφραση με τη σκούφια, που καταγράφεται στο ΛΚΝ, είναι «βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με». Σημαίνει: μη με κατηγορείς για κάτι που το κάνεις κι εσύ.

Νόμιζα ότι η έκφραση αυτή έχει παλιώσει, αλλά βλέπω ότι γκουγκλίζεται κάμποσο και καταγράφεται και στο slang.gr, όπου θα δείτε και τις ομοιότητες και τις διαφορές της από την παρεμφερή φράση «είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα».

Από το σλανγκρ ξεσηκώνω το παράδειγμα χρήσης: Όταν ο Επίτιμος είχε πει κάποτε – ως κακέκτυπο του Αριστοτέλους – «πολιτική δεν νοείται χωρίς ηθική», η μόνη απάντηση που ήρμοζε, αρμόζει και θα αρμόζει είναι, στεντορεία τη φωνή: βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με, καραγκιόζη. [Άραγε αν μας διαβάζει κανείς σε π.χ. 20 χρόνια θα καταλάβει ποιος είναι ο Επίτιμος;]

Το μόνο που δεν λέει το σλανγκρ είναι η προέλευση της φράσης. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη εξήγηση, η έκφραση γεννήθηκε από έναν ευτράπελο μύθο. Σε κάποιο μοναστήρι, ο ηγούμενος είχε κλειστεί στο κελί του με μια γυναίκα. Ενώ όμως βγάζανε τα μάτια τους, ξέσπασε ένας καβγάς ανάμεσα σε δυο καλόγερους, που πιάστηκαν στα χέρια. Οι άλλοι καλόγεροι χτύπησαν την πόρτα του κελιού του γούμενου για να τον ειδοποιήσουν, οπότε αυτός, πάνω στη βιασύνη του έκανε λάθος, και αντί για το καλογεροσκούφι φόρεσε το βρακί της λεγάμενης. Όταν βγήκε έξω, εξοργισμένος που τον είχαν διακόψει, άρχισε να μαλώνει τους πρωταίτιους της φασαρίας και να μοιράζει επιτίμια, οπότε ένας από αυτούς του λέει «βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με».

Μια τέταρτη έκφραση με τη σκούφια, πάντα στο ΛΚΝ, είναι: βάζω τη σκούφια μου στραβά, που λέγεται όταν αδιαφορούμε (επιδεικτικά) για κάτι, κυρίως επειδή έχουμε εξασφαλιστεί οικονομικά. Ωστόσο, πιο συχνά λέμε «φοράω στραβά το καπέλο μου».

Πάμε τώρα στις λιγότετρο συχνές εκφράσεις με τη σκούφια, που είναι μισοξεχασμένες.

  • παρακαλώ εγώ κι η σκούφια μου: αστεία μορφή παράκλησης, που οφείλεται στο ότι όταν παρακαλούσαν έβγαζαν συνήθως, σε ένδειξη σεβασμού, και το κάλυμμα της κεφαλής
  • πάρε τη σκούφια μου συχαρίκια: όταν μας αναγγείλουν κάτι ασήμαντο -αλλά ήδη η σημασία της λέξης «συχαρίκια» έχει αλλάξει και σημαίνει «συγχαρητήρια» και όχι την αμοιβή που δίνουμε σε όποιον μας αναγγείλει ευχάριστο νέο
  • είναι με τρύπια σκούφια: πάμπτωχος. Την έκφρ. την έχει ο Μακρυγιάννης.
  • γύρισε η σκούφια του ανάποδα: όταν κάποιος μένει εμβρόντητος από δυσάρεστη είδηση
  • τάφερε ο διάβολος και του Μανόλη η σκούφια ή: … κι η σκούφια του Μιχάλη. Ευτράπελος πλατειασμός. Υπάρχει και τραγούδι του Παναγιώτη Μιχαλόπουλου, Η σκούφια του Μιχάλη, όπου: Ο διάβολος την έβαλε κι η σκούφια του Μιχάλη, προτού να κλείσει μια πληγή να μου ανοίξει άλλη.
  • αγέννητο το παιδί, αγορασμένη η σκούφια -παραλλαγή του «ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τονε βγάλαμε»
  • μέτρα κεφάλια και κόψε σκούφιες, φράση που λεγόταν παλιά σε καφενεία όταν παράγγελνε κανείς καφέδες ή ρακές ή ποτό για όλη την παρέα. Ο καφετζής ρωτούσε «πόσους;» και ο παραγγέλνων και πλερώνων απαντούσε έτσι, εννοώντας «όσοι είμαστε». Η φράση δεν λέγεται πια, αφού για να παραγγείλεις σήμερα καφέ πρέπει να δώσεις λεπτομερέστατες προδιαγραφές, οπότε οι παραγγελίες εξατομικεύονται.
  • και τέλος, μια παροιμία που την έλεγε η συχωρεμένη η πεθερά μου, «Τι του λείπει του ψωριάρη; Σκούφια με μαργαριτάρι». Μάλλον την έχω εξευγενίσει, διότι η πεθερά μου την έλεγε: τι του λείπ’ του κασιδιάρη; Σκούφια με το μαργαριτάρι, έτσι με το άρθρο, όπως συνήθιζαν παλιά οι λαϊκοί άνθρωποι σε ορισμένα μέρη, π.χ. έφτιαξα αρνί με το σπανάκι. Βέβαια, του Κασιδιάρη του λείπει κι ένα ευρύχωρο, η δημοκρατία δεν εκδικείται, κελί.

Όλες αυτές οι παροιμίες για τη σκούφια, και σχεδόν καμία για το σκουφί ή τον σκούφο, αν εξαιρέσουμε το «ούφο με σκούφο», που τη θυμάμαι από τα νιάτα μου, αλλά την έχει και το slang.gr, ως επιτατικό του απλού ούφο.

Υπάρχει βέβαια και η σκουφίτσα ή το σκουφάκι που είναι στην αργκό το προφυλακτικό, κοινώς η καπότα, εξού και ο ξεσκούφωτος με αυτή τη σημασία, ενώ υπάρχει και το κλοτσοσκούφι, που λέγεται για κάποιον που όλοι τον περιφρονούν και κανείς δεν τον υπολογίζει, όπως στο τραγούδι που λέει η Βουγιουκλάκη, από την παλιά συνήθεια των παιδιών να παίζουν μπάλα με μια παλιά σκούφια που την είχαν γεμίσει με κουρέλια. Βέβαια, κλοτσοσκούφι είναι και περιφρονητική ονομασία για το ποδόσφαιρο, είτε γενικά ως άθλημα («πάλι κλοτσοσκούφι θα δούμε;») είτε ειδικά για το κακό ποδόσφαιρο («από τότε που ήρθε ο καινούργιος προπονητής, δεν παίζουμε ποδόσφαιρο, παίζουμε κλοτσοσκούφι».

Πρασινοσκούφηδες είναι οι στρατιώτες των Ειδικών Δυνάμεων, αλλά ο όρος «μαυροσκούφηδες» μπορεί να αναφέρεται είτε στους φαντάρους των τεθωρακισμένων (και «τέθωρες») από τον μαύρο μπερέ τους, είτε στους θρυλικούς έφιππους σωματοφύλακες του Άρη Βελουχιώτη στον ΕΛΑΣ, που φορούσαν ένα χαρακτηριστικό μαύρο καλπάκι. Δεν είναι πολύ γνωστό, αλλά το καλπάκι αυτό αρχικά το φορούσαν οι Λεγεωνάριοι του Διαμάντη, οι βλαχόφωνοι αυτονομιστές του Πριγκιπάτου της Πίνδου -όταν τους εξόντωσε ο ελασίτης καπετάνιος Νάκος Μπελλής πήρε λάφυρο μερικά καλπάκια που τα χάρισε στον Άρη.

Από παρατσούκλι θα προήλθε και το επώνυμο Αλογοσκούφης, όπως λεγόταν ο σήμερα σχεδόν ξεχασμένος «τσάρος της οικονομίας» επί κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή.

Αλλά αυτά είναι αλλουνού σκούφια. Η δική μας επισκόπηση τελειώνει εδώ!

 

 

 

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Παπαδιαμάντης, Παροιμίες, Ποίηση, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 211 Σχόλια »

Η μέρα του χαλβά

Posted by sarant στο 11 Μαρτίου, 2019

Κούλουμα σήμερα, αν και για τους ξενιτεμένους η μέρα είναι εργάσιμη και τίποτα το γιορταστικό δεν έχει. Τις φετινές Απόκριες δεν τις τίμησε αρθρογραφικώς το ιστολόγιο, οπότε σήμερα θα προσπαθήσω να επανορθώσω.

Πέρυσι είχαμε βάλει (σ’ επανάληψη) ένα άρθρο για τη λαγάνα, ταιριάζει σήμερα να λεξιλογήσουμε για το απαραίτητο συνοδευτικό της, τον χαλβά.

Ποιον χαλβά; θα αναρωτηθείτε. Ποιον απ’ όλους; Η ερώτηση μπορεί να έχει πολλές απαντήσεις διότι χαλβάδες υπάρχουν πολλοί -και εννοώ τη λέξη με την κυριολεκτική της σημασία.

Έχουμε, ας πούμε, τον σιμιγδαλένιο χαλβά, ο οποίος στη βασική του μορφή έχει απλούστατη σύνθεση, και είναι γνωστος και ως χαλβάς 1:2:3:4 επειδή παρασκευάζεται με 1 μέρος βούτυρο ή λάδι, 2 μέρη σιμιγδάλι, 3 μέρη ζάχαρη και 4 μέρη νερό. Ως εκεί, ξέρω κι εγώ που οι επιδόσεις μου στη μαγειρική είναι υποτυπώδεις. Αυτός είναι ο κατεξοχήν σπιτικός χαλβάς, ενώ τώρα τελευταία τον φερνουν συχνά και στις ταβέρνες σαν κέρασμα στο τέλος.

Υπάρχει βέβαια και ο χαλβάς Φαρσάλων ή σαπουνέ χαλβάς, που χρησιμοποιεί νισεστέ αντί για σιμιγδάλι. Η λέξη «νισεστές» είναι τουρκικό δάνειο, περσικής αρχής (nişasta, το αμυλάλευρο). Μου αρέσει, αλλά με γκώνει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 171 Σχόλια »

Από πότε υπάρχουν σούργελα;

Posted by sarant στο 7 Μαρτίου, 2019

Η ερώτηση του τίτλου δεν είναι εντελώς παραπλανητική, πάντως δεν κυριολεκτεί. Αφού, σύμφωνα με το λεξικό, σούργελο είναι το γελοίο υποκείμενο, ο περίγελος, θα έλεγε κανείς πως σούργελα υπάρχουν απανέκαθεν [δεν ταιριάζει περισσότερο ο ‘λαθεμένος’ τύπος;]

Ωστόσο, η απάντηση δεν είναι τόσο απλή. Και καλύτερα, πριν σας μπλέξω περισσότερο, να πάρω τα πράγματα με τη σειρά.

Τις προάλλες, ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος, που δεν χρειάζεται βέβαια συστάσεις, έδωσε μια σημαντική συνέντευξη στην Lifo. Aν δεν την έχετε διαβάσει, διαβάστε την και πείτε μου μετά αν βρίσκετε αντιπροσωπευτικό τον τίτλο που διάλεξε να βάλει η αρχισυνταξία της Lifo -εγώ τον θεωρώ δημοσιογραφικό ατόπημα, αφού με κανένα τρόπο δεν αποδίδει ο τίτλος το βασικό θέμα της συνέντευξης.

Η συνέντευξη Αλιβιζάτου συζητήθηκε πολύ διότι ο καθηγητής, πρόσωπο αδιαφιλονίκητου κύρους, έπλεξε το εγκώμιο του πρωθυπουργού, έψεξε το ΚΙΝΑΛ για τις παλινωδίες του, επέκρινε τους αντίπαλους του ΣΥΡΙΖΑ για επιθετικότητα και ανοίκειο ύφος (κατονομάζοντας τον, φίλο του πάντως, Γ. Πρετεντέρη) και, ενώ είχε να πει πολλά επικριτικά και για την κυβέρνηση και το κυβερνών κόμμα, δεν ήταν κατεδαφιστικός στην κριτική του αυτή. Επίσης πρόβλεψε οτι το μέλλον του Ποταμιού και του ΚΙΝΑΛ είναι δυσοίωνο καθώς το κυβερνών κόμμα έρχεται να αλώσει τον χώρο της Κεντροαριστεράς -και, στο θέμα αυτό, ο Αλιβιζάτος έχει βαρύνουσα γνώμη, αφού ήταν εκείνος που πρωτοστάτησε στη διαδικασία δημιουργίας του ΚΙΝ.ΑΛ. που τόσο άδοξα το διέλυσε ουσιαστικά η Φώφη Γεννηματά όταν αγνόησε επανειλημμένα και επιδεικτικά τους εταίρους της και επέβαλε τη δική της μειοψηφική (μεταξύ της ηγεσίας) άποψη, τόσο στο Μακεδονικό όσο και σε άλλα ζητήματα.

Στα κοινωνικά μέσα πολλοί φανατικοί αντισυριζαίοι (διότι πάει καιρός τώρα που ο φανατισμός είναι σχεδόν αποκλειστικότητα της αντισύριζα πλευράς) θεώρησαν προδοσία τη συνέντευξη του Αλιβιζάτου -και θα είχε πολύ ενδιαφέρον να το συζητήσουμε και αυτό, όπως και την ίδια τη συνέντευξη, όμως το χούι μας, γλωσσικό ιστολόγιο καθώς είμαστε, είναι να λεξιλογούμε. Και, όπως ξέρετε, πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Οπότε, θα λεξιλογήσουμε παίρνοντας αφορμή από μιαν αναφορά του κ. Αλιβιζάτου.

Σε ερώτηση για τις ριζικές μεταστροφές ανθρώπων με αφορμή το Μακεδονικό, ο Αλιβιζάτος απάντησε:

Κοιτάξτε, είναι και αγαπημένος μου φίλος από παλιά… ο Γιάννης Πρετεντέρης με τον οποίο έχω συμπορευθεί πολλές φορές τα τελευταία τριάντα χρόνια. Όταν, για παράδειγμα, είχε τεθεί στις αρχές της δεκαετίας του ’90 το Μακεδονικό από τον Αντώνη Σαμαρά είχαμε δώσει μαζί τη μάχη εναντίον του φανατισμού και της δίωξης ανθρώπων που παραπέμπονταν σε δίκες επειδή μοίραζαν προκηρύξεις υπέρ της ανεύρεσης λύσης.
Μου έχει κάνει εντύπωση η αλλαγή της θέσης του Γιάννη Πρετεντέρη σε αυτήν τη φάση. Κάθε άνθρωπος μπορεί να αλλάζει θέσεις, να περνάει από την άλλη πλευρά. Δεν είναι αυτό που μου κάνει εντύπωση. Είναι η απαξίωση με την οποία πλέον αντιμετωπίζει αυτούς που έχουν αντίθετη θέση από τη δική του.
Θυμάστε τι ειπώθηκε: «εξαγορές αληταριών», «παρέλαση σούργελων». Σημειωτέον, επειδή το έψαξα, «σούργελο» σημαίνει «μουνόπανο» στα τουρκικά.
Είναι πράγματι εντυπωσιακή η απαξίωση με την οποία πολλοί αντιμετωπίζουν την αντίθετη άποψη. Το έχω νιώσει για τα καλά κι εγώ στο πετσί μου όταν κάποιοι κεντροαριστεροί ή κεντροδεξιοί γνωστοί της πραγματικής ζωής μού επιτέθηκαν με άδικους χαρακτηρισμούς επειδή έχω πολιτική τοποθέτηση διαφορετική από αυτούς. Αλλά είπαμε, εδώ λεξιλογούμε. Οπότε, εστιαζόμαστε στην τελευταία φράση:

Σημειωτέον, επειδή το έψαξα, «σούργελο» σημαίνει «μουνόπανο» στα τουρκικά.

Εδώ έχουμε να εξετάσουμε δύο θέματα:

Α. Ισχύει αυτή η εντυπωσιακή πληροφορία για την αρχική σημασία της λέξης «σούργελο» στα τουρκικά;

Β. Εάν ισχύει, επηρεάζει αυτό τη σημασία της λέξης στα ελληνικά; Έστω τη χρήση της;

Ας ξεκινήσουμε από το δεύτερο, που είναι πιο εύκολο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 266 Σχόλια »

Η φαβορίτα του Λάνθιμου

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2019

Τις προάλλες, όταν η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου τιμήθηκε με κάμποσα βραβεία BAFTA, ο Κυρ. Μητσοτάκης συγχάρηκε με τουίτ στα αγγλικά τον σκηνοθέτη, όπου ανέφερε: Congratulations Yorgos Lanthimos for the great success of The Favorite at the

«Μάθε πρώτα πώς λένε την ταινία και μετά δώσε συγχαρητήρια» ήταν το δηκτικό σχόλιο του πρώτου σχολιαστή, ενώ και αρκετοί άλλοι επισήμαναν ότι ο τίτλος της ταινίας γράφεται κάπως διαφορετικά: The Favourite και όχι The Favorite.

Μικρό το κακό, φυσικά. Δεν πρόκειται για ανορθογραφία, αλλά για διπλοτυπία. Στα αμερικάνικα αγγλικά γράφουν favor, honor, color, ενώ στα βρετανικά αγγλικά favour, honour, colour και αυτή είναι μια από τις γνωστότερες ορθογραφικές διαφορές ανάμεσα στις δυο γλωσσικές ποικιλίες -υπάρχουν και άλλες, ίσως όμως όχι τόσες ώστε να δικαιώνουν το παλιό ευφυολόγημα ότι η Αγγλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι δυο χώρες που χωρίζονται από μια κοινή γλώσσα (φαίνεται πως το είπε ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σόου, ο οποίος βέβαια ήταν Ιρλανδός).

Οπότε, θα ήταν άδικο να κατηγορήσουμε τον καημένο τον Κούλη για λειψή γνώση της αγγλικής αν και καλά θα έκανε να ελέγξει τον τίτλο της ταινίας πριν συγχαρεί τον σκηνοθέτη της.

Όσο για τον ελληνικό τίτλο, είναι «Η ευνοουμενη». Επίτηδες δεν έβαλα τόνο, διότι και στο τρέιλερ της ταινίας αλλά και στην αφίσα της ο τίτλος γράφεται με κεφαλαία, Η ΕΥΝΟΟΥΜΕΝΗ, κι έτσι δεν ξέρουμε αν ο Λάνθιμος θα ήθελε να τονίζεται ο ελληνικός τίτλος της ταινίας του «Η ευνοούμενη» ή «η ευνοουμένη».

Όταν πρωτοέγραψα για την ταινία, έβαλα τόνο στην παραλήγουσα, «Η ευνοουμένη», επειδή θεώρησα πως όταν η μετοχή έχει ουσιαστικοποιηθεί (και σημαίνει την ερωμένη ενός εστεμμένου) παροξύνεται ενώ όταν παίζει ρόλο επιθέτου (π.χ. η ευνοούμενη παράταξη) τονίζεται στην προπαραλήγουσα. Ωστόσο, στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι αναφορές στα ελληνικά μέσα τονίζουν τη λέξη στην προπαραλήγουσα, Η ευνοούμενη, οπότε αυτό θα πάρουμε για σωστό εκτός αν ο Λάνθιμος εκφράσει άλλη άποψη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αγγλικά, Ετυμολογικά, Ιστορία, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , | 217 Σχόλια »

Γκώσαμε, ή μια τρύπα στα λεξικά μας

Posted by sarant στο 8 Φεβρουαρίου, 2019

Τις προάλλες, στην ομάδα «Υπογλώσσια» του Φέισμπουκ, όπου συμμετέχω κι εγώ, κάποιος φίλος έφερε για συζήτηση μιαν οθονιά από συζήτηση, έχοντας υπογραμμίσει τη λέξη «γκώσαμε».

Τη συζητησαμε λοιπόν εκεί, οπότε συνειδητοποίησα πως δεν την έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο, παρόλο που, γκουγκλίζοντας, βρίσκω πως έχουμε χρησιμοποιήσει μερικές φορές το ρήμα «γκώνω» και ιδίως τον τύπο «γκώσαμε», για παράδειγμα, σε συζήτηση για βιβλία κάποιος σχολίασε: «Όχι άλλο σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα, γκώσαμε πια» ενώ, με άλλη ευκαιρία, κάποιος άλλος έκανε το διαγλωσσικό λογοπαίγνιο «γκώσαμε πια με τα γκόσιπ!»

Όμως ξεκίνησα κάπως από τη μέση, θεωρώντας δεδομένο πως ξέρετε τι σημαίνει η λέξη -ίσως επειδή υποθέτω πως οι περισσότεροι θα την ξέρετε, αν και δεν αποκλείεται να έχετε ακούσει το «γκώσαμε» με τη σημασία του «φτάνει πια», «νισάφι», «μπάστα», «όχι άλλο κάρβουνο», αλλά να μην ξέρετε τι ακριβώς σημαίνει το σχετικό ρήμα.

Και, εδώ που τα λέμε, όλοι σχεδόν που χρησιμοποιούν την περίπου συνώνυμη «νισάφι» δεν ξέρουν -και δεν είναι ανάγκη να ξέρουν- την ετυμολογία της λέξης, ούτε τι σημαίνει η τουρκική λέξη insaf από την οποία προέρχεται το δικό μας νισάφι.

Το ρήμα «γκώνω» το είχα συμπεριλάβει στις Λέξεις που χάνονται, όπου έβαζα λέξεις που δεν συμπεριλαμβάνονταν στα μεγάλα λεξικά μας (τότε ήταν το ΛΚΝ και του Μπαμπινιώτη, το Χρηστικό δεν είχε κυκλοφορήσει το 2011 που βγήκε αυτό το βιβλίο μου). Είχα γράψει τα εξής:

Γκώνω και αγκώνω σημαίνει εξογκώνομαι, πρήζομαι από το πολύ φαγητό, αισθάνομαι κορεσμό. Το ρήμα είναι και αμετάβατο («έφαγα πολύ και έγκωσα») και μεταβατικό («οι λουκουμάδες με γκώνουν»). Πρόκειται για μια δυσάρεστη αίσθηση κορεσμού, πολύ κοντύτερα στο μπουχτίζω παρά στο χορταίνω. Προέρχεται από το αρχαίο ογκώ, μέσω του μεσαιωνικού ογκώνω, αγκώνω. Πανελλήνια και ολοζώντανη λέξη.

Προκειμένου για γλυκά, το γκώνω είναι λίγο πιο βαρύ από το λιγώνω. Σε ένα διάσημο στίχο από την Οδύσσεια του Καζαντζάκη, η Ράλα διώχνει το νιο ψαρά: «Σύρε στον ουρανό σου να χαθείς και παρθενιές δε θέλω / το άσπρο κρινάνθι σου μ’ αναγουλιάει κι η γλύκα σου με γκώνει».

Μεταφορικά, βρίσκουμε το γκώνω πολύ συχνά σε άρθρα εφημερίδων και σε διαδικτυακές συζητήσεις. Όταν στη Σκάλα του Μιλάνου οι θεατές αποδοκίμασαν τον σκηνοθέτη μιας παράστασης, ο Κ. Γεωργουσόπουλος έγραψε στα Νέα: «οι άνθρωποι έγκωσαν πια». Μάλιστα, εξελίσσεται σε παροιμιακή φράση το «γκώσαμε», σαν παραλλαγή και συνώνυμο των παλιότερων «δώσαμε, δώσαμε» και «όχι άλλο κάρβουνο», ένδειξη κορεσμού, π.χ.: «Όχι άλλες γκέι παραστάσεις. Γκώσαμε!» ή «Όχι άλλον [όνομα τηλεσχολιαστή]. Γκώσαμε!» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 261 Σχόλια »

Οι γκαζές της γκαζόζας γκαζώνουν αγκαζέ στο γκαζόν

Posted by sarant στο 7 Φεβρουαρίου, 2019

Το σημερινό άρθρο το ζητήσατε εσείς. Το περασμένο Σάββατο είχαμε τα Μεζεδάκια της γκαζόζας, με αφορμή τη διάσημη πια ατάκα του βουλευτή Αριστείδη Φωκά, που, όπως δικαιολογήθηκε, έχασε την ονομαστική ψηφοφορία επειδή είχε πιει μια γκαζόζα και αισθάνθηκε την ανάγκη να πάει εκεί που και οι βουλευτές πηγαίνουν μόνοι τους. Στα σχόλια εκείνου του άρθρου αρκετοί γκαζοζολογήσατε και ζητήσατε «μετ’ επιτάσεως» που λέει και το κλισέ να αφιερωθεί άρθρο στη γκαζόζα.

Αμ’ έπος αμ’ έργον λοιπόν.

Το άρθρο περιέχει τοποθέτηση προϊόντος, επειδή μου χρειαζόταν μια εικόνα και δεν έβρισκα καμία χωρίς μάρκα επάνω.

Η γκαζόζα, σύμφωνα με το ΛΚΝ, είναι «εμφιαλωμένο αεριούχο αναψυκτικό». Νομίζω πως ο ορισμός πάσχει, αν δεχτούμε ότι η γκαζόζα πρέπει να έχει γεύση λεμονιού (όχι να περιέχει λεμόνι). Το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας προσδιορίζει «που περιέχει κιτρικό οξύ».

Πράγματι, η γκαζόζα της εικόνας έχει τα εξής συστατικά: Νερό, Ζάχαρη, Διοξείδιο Άνθρακα, Μέσο Οξίνισης: Κιτρικό Οξύ, Αντιοξειδωτικό: Ασκορβικό Οξύ, Συντηρητικό: Σορβικό Κάλιο, Ρυθμιστής Οξύτητας: Κιτρικό Νάτριο, Φυσικές Αρωματικές Ύλες, ενώ η λεμονάδα περιέχει και χυμό λεμονιού.

Μ’ άλλα λόγια, η γκαζόζα δεν είναι λεμονάδα.

Η γκαζόζα είναι λαϊκό αναψυκτικό. Όπως είχα γράψει στο προηγούμενο άρθρο, σε μια παλιά ερωτική ταινία (σοφτ) που είχε γυρίσει προδικτατορικά, ο Κώστας Γκουσγκούνης αποδίδει την επιτυχία του στις γυναικες στο γεγονός ότι είναι χουβαρντάς. Και αμέσως μετά εμφανίζεται να πηγαίνει με μια κοπέλα στο ζαχαροπλαστείο και να τη ρωτάει «Να σε κεράσω μια γκαζόζα;». Ο Φρέντι Γερμανός είχε ειρωνευτεί την τόση γαλαντομία (στο «Γράψτο όπως το λέω»).

Ο Μπαμπινιώτης, αλλά και το Χρηστικό Λεξικό, υποστηρίζουν ότι η γκαζόζα ετυμολογείται από το ιταλικό gassosa, θηλυκό του gassoso, αεριώδης ή αεριούχος. H θεωρία αυτή προσκρούει στο ότι στα ιταλικά λέγεται gazzosa, που προφέρεται γκατσόζα.

Νομίζω πως δίκιο έχει το ΛΚΝ, που θεωρεί ότι τη γκαζόζα την πήραμε από το τουρκικό gazoz, το οποίο βέβαια έχει μάλλον γαλλική αρχή (από το eau gazeuse).

Tο απόκομμα που βλέπετε αριστερά, από εφημερίδα του 1901, που μιλάει για «φιάλες γκαζόζ» μάλλον δικαιώνει οριστικά το ΛΚΝ.

Δεν ξέρω αν θα το περιμένατε, όμως βρίσκω τη γκαζόζα 16 φορές σε ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, που του αρέσει να τη χρησιμοποιεί σε εικόνες με λαϊκούς ανθρώπους, π.χ. Στο καφενείο η γκουβερνάντα πίνει τη γκαζόζα της, το μωρό είναι ήσυχο μέσα στο καροτσάκι του. Υπάρχει μια φορά και στον Σεφέρη, στο Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη: Κάνει ζέστη βαθιά ώς τη νύχτα, τ’ άστρα πετάνε σκνίπες, πίνω άγουρες γκαζόζες και διψώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός | Με ετικέτα: , , , | 318 Σχόλια »

Η κουρελού τραγουδάει ακόμα

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2019

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της Αυγής, στην τακτική μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

Στην εδώ αναδημοσίευση προσθέτω ορισμένα περί κουρελούς όπως και τη φωτογραφία.

Η κουρελού τραγουδάει ακόμα

Ο μήνας που μας πέρασε ήταν γεμάτος γεγονότα. Η συμφωνία των Πρεσπών στάθηκε καταλύτης για το διαζύγιο των κυβερνητικών εταίρων και δρομολόγησε εξελίξεις -όχι μόνο την ψήφο εμπιστοσύνης αλλά και την ανασύνθεση των πολιτικών δυνάμεων. Τελικά, η Συμφωνία ψηφίστηκε από τη Βουλή μάλλον άνετα, αλλά η αξιωματική (και όχι μόνο) αντιπολίτευση μίλησε προσβλητικά για κυβέρνηση-κουρελού και χαρακτήρισε “ρετάλια” τους βουλευτές εκτός ΣΥΡΙΖΑ που έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης ή στήριξαν τη Συμφωνία των Πρεσπών στη Βουλή.

Κουρελού είναι υφαντό στο οποίο ως υφάδι έχουν χρησιμοποιηθεί λεπτές λουρίδες διάφορων υφασμάτων και το οποίο χρησιμεύει ως πρόχειρο χαλί ή στρωσίδι. Από την άποψη αυτή, ο χαρακτηρισμός “κουρελού” για την κυβερνητική πλειοψηφία δεν είναι πολύ ακριβής, αφού η κουρελού αποτελείται από πολλά μικρά κομμάτια και όχι από ένα μεγάλο και πολλά μικρά -αλλ’ ας το προσπεράσουμε αυτό.

Το κουρέλι δεν είναι λέξη ελληνικής ετυμολογίας· οι αρχαίοι ημών πρόγονοι είχαν το ράκος, λέξη ήδη ομηρική (π.χ. στην Οδύσσεια όταν ο Οδυσσέας εμφανίζεται στο παλάτι του ως ζητιάνος, φοράει ράκη: ζώσατο μὲν ῥάκεσιν περὶ μήδεα, “έζωσε τα κουρέλια του τριγύρω στα κρυφά του” στη μετάφραση του Σίδερη). Από εκεί έχει επιβιώσει ο ρακοσυλλέκτης. Όμως το κουρέλι είναι μεσαιωνικό δάνειο από το λατινικό coriellum, που ανάγεται στο corium, δέρμα και πετσί ζώου. Πάντως, σε μεσαιωνικά κείμενα βρίσκει κανείς κουρέλιν να λέγεται και το κοράλλι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , | 295 Σχόλια »

Στρουθοκαμηλισμός

Posted by sarant στο 23 Ιανουαρίου, 2019

Σε πρόσφατη ανοιχτή επιστολή του προς τους 300 βουλευτές, ο Μίκης Θεοδωράκης, εκφράζοντας την αντίθεσή του στη Συμφωνία των Πρεσπών, ανέφερε ανάμεσα στα άλλα:

Η κυβέρνηση αγνόησε και τους κινδύνους και τον ελληνικό λαό και, χωρίς καμία λογική, αποφάσισε να προχωρήσει, με κάθε κόστος. Για ένα θέμα στο οποίο δεν έχουμε κανένα απολύτως λόγο να κάνουμε πίσω, ένα θέμα που δεν χρειάζεται να «λυθεί» γιατί για την Ελλάδα είναι λυμένο.

Επομένως, σύμφωνα με τον Μίκη Θεοδωράκη, και δυστυχώς σύμφωνα με μεγάλη μερίδα του ελληνικού πολιτικού κόσμου και των συμπολιτών μας, το ζήτημα του ονόματος της γειτονικής χώρας «είναι λυμένο» και δεν χρειάζεται να «λυθεί» (τα τελευταία εισαγωγικά είναι του Μίκη).

Λίγο μετράει για τον Μ.Θ. και για όλους τους αρνητές της πραγματικότητας, ότι 140 χώρες έχουν αναγνωρίσει τη γειτονική χώρα με το συνταγματικό της όνομα, Δημοκρατία της Μακεδονίας. Όπως άλλωστε επισημαίνει ο ίδιος ο Μίκης σε επόμενο σημείο της επιστολής του:

Δεν έχει σημασία αν υπάρχουν χώρες που αναγνώρισαν τα Σκόπια με το όνομα «Μακεδονία» παραβλέποντας ότι έτσι γελοιοποιούνται μπροστά στην ιστορία. Θυμηθείτε το παράδειγμα της Δυτικής Γερμανίας, που δεν αναγνώρισε ώς το τέλος την Ανατολική Γερμανία παρά το ότι δεκάδες χώρες είχαν συνάψει μαζί της διπλωματικές σχέσεις, θεωρώντας πως δεν μπορεί η αποδοχή από τους άλλους να παραχαράξει τελεσίδικα την ιστορία χωρίς τη δική τους νομιμοποίηση.

Εδώ, ο Μ.Θ. επαναλαμβάνει μια ιστορική ανακρίβεια, που διακινούν οι αρνητές της πραγματικότητας τον τελευταίο καιρό. Βέβαια, είναι θλιβερό να βλέπει κανείς κάποιον που έχει θητεύσει δεκαετίες στην κομμουνιστική αριστερά να θεωρεί ότι η ύπαρξη της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας αποτελούσε ή διεκδικούσε παραχάραξη της γερμανικής ιστορίας, και εκτός αυτού η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο Γερμανιών δεν έχει και πολύ μεγάλη σχέση με το Μακεδονικό ζήτημα, αλλά πριν προχωρήσουμε είναι χρήσιμο να επισημάνουμε κι αυτήν την ανακρίβεια.

Είναι ακριβές ότι η Δυτική Γερμανία τις πρώτες δεκαετίες αρνιόταν απολύτως να αναγνωρίσει την ΛΔ της Γερμανίας. Θεωρούσε ότι είναι παράνομο κράτος, και την αποκαλούσαν «σοβιετική ζώνη κατοχής» ή «Ανατολική ζώνη». Ήταν το λεγόμενο «δόγμα Χαλστάιν» -μάλιστα, αρχικά η Δυτική Γερμανία αρνιόταν τις σχέσεις με οποιοδήποτε κράτος είχε αναγνωρίσει τη ΛΔΓ, κάνοντας αναγκαστική εξαίρεση για την ΕΣΣΔ.

Ωστόσο, η στάση αυτή άλλαξε όταν ο σοσιαλδημοκράτης Βίλι Μπραντ ανέλαβε την καγκελαρία και εφάρμοσε τη λεγόμενη Οστπολιτίκ, που αποκορυφώθηκε στην υπογραφή της Βασικής συνθήκης, τον Δεκέμβριο του 1972 -στα γερμανικά λεγόταν Grundlagevertrag και ο πλήρης τίτλος της ήταν: Vertrag über die Grundlagen der Beziehungen zwischen der Bundesrepublik Deutschland und der Deutschen Demokratischen Republik. Δεν χρειάζεται να ξέρετε γερμανικά για να καταλάβετε ότι τα δύο γερμανικά κράτη αλληλοαναγνωρίστηκαν, δηλαδή ότι η Δυτική Γερμανία αναγνώρισε τη ΛΔΓ με το συνταγματικό της όνομα -και από τότε οι σχέσεις μεταξύ των δύο γερμανικών κρατών ομαλοποιήθηκαν πλήρως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γερμανία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Μακεδονικό, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , | 290 Σχόλια »