Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Δυο κηλίδες αίμα στο αλεξίπτωτο (διήγημα της Ειρήνης Ταχατάκη)

Posted by sarant στο 29 Μαΐου, 2022


Τις μέρες αυτές έχουμε την επέτειο της Μάχη της Κρήτης (20 Μαΐου με 1 Ιουνίου 1941). Ο φίλος μας ο Antonislaw, λοιπόν, μου έστειλε το διηγημα που θα διαβάσετε σήμερα, γραμμένο από την Ειρήνη Ταχατάκη, με θέμα τη Μάχη της Κρήτης. Ο Αντώνης τα τελευταία χρόνια έχει στείλει και άλλα σχετικά διηγήματα. Πέρυσι, στα 80 χρόνια, την Παντέρμη Κρήτη του Κωστή Φραγκούλη, πρόπερσι ένα άλλο διήγημα του Φραγκούλη για το ίδιο θέμα, τον Κοκοβιό, ενώ πριν από μερικά χρόνια ένα άλλο σχετικό διήγημα, του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή.

Το σημερινό διήγημα πήρε δεύτερο βραβείο στον πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Νομαρχίας Χανίων το 1991 αφιερωμένο στα 50 χρόνια της Μάχης της Κρήτης (1941-1991) με πρόεδρο της κριτικής επιτροπής τον φίλο Χριστόφορο Χαραλαμπάκη. Τα βραβευμένα κείμενα δημοσιεύτηκαν σε ειδική έκδοση της Νομαρχίας Χανίων με τίτλο «Αφιέρωμα στη μάχη και την αντίσταση της Κρήτης (1941-45)», Χανιά 1992.

Η Ειρήνη Ταχατάκη (1935-) από τις Αρχάνες είναι δασκάλα, λαογράφος και συγγραφέας πολλών βιβλίων, με ενεργό και πολύχρονη συμμετοχή στα πολιτιστικά πράγματα της Κρήτης. Είναι επίσης ζωγράφος και κεντήστρα και τα σχέδια που συνοδεύουν το διήγημα είναι δικά της,

Το κείμενο, όπως θα δείτε, έχει αρκετές ιδιωματικές λέξεις και φράσεις. Όταν εκδόθηκε σε βιβλίο, οι επιμελητές επισήμαναν κάποιες λέξεις με αστερίσκο και πρόσθεσαν ένα γλωσσάρι στο τέλος, που το αναπαράγει εδώ ο Αντώνης. Όμως άφησαν χωρίς εξήγηση πολλές ακόμα και κάθε άλλο παρά ευνόητες ιδιωματικές λέξεις, και αυτές τις έχει εξηγήσει ο φίλος μας ο Αντώνης σε αγκύλες μέσα στο κείμενο. Kαι πάλι βεβαια απόμειναν χωρις εξήγηση μερικές λέξεις που εγώ, αν είχα να επιμεληθώ το κείμενο, θα τις εξηγούσα (π.χ. ταχυνή, μιγαδερά).

ΔΥΟ ΚΗΛΙΔΕΣ ΑΙΜΑ ΣΤΟ ΑΛΕΞΙΠΤΩΤΟ

Η κατοχή των Γερμανών ήταν στο φόρτε της. Πολλές οι κακουχίες, οι στερήσεις, η πείνα! Περισσότερο βέβαια στα αστικά κέντρα και λιγότερο στην ύπαιθρο που όλο και κάτι χάριζε η Μάνα Γη στα πεινασμένα πλάσματά της: Τα κηπικά, τα φρούτα, τις βρούβες, τα σιτηρά… Και όσοι είχαν χωράφια και τα καλλιεργούσαν, όχι μόνο ζούσαν καλά μα βόλευαν κι αρκετούς άλλους που ζητούσαν με την εργασία τους στήριγμα για ζωή.

Αυτή η αισιόδοξη και γεμάτη φιλότιμο κίνηση, υπήρξε συνήθως στα σιτοχώρια της ευλογημένης πεδιάδας της Μεσαράς, στο Νομό Ηρακλείου. Στη δική μας περιοχή Τεμένους, βγάζαμε ελάχιστα σιτηρά. Γιατί πάντα από τα αρχαία χρόνια, καλλιεργούσαν εδώ τ’ αμπέλια. Αλλά με την Κατοχή πώς να καλλιεργηθούν και αυτά όπως έπρεπε και πού να πουληθούν τα τυχόν εισοδήματα; Όσοι δεν είχαν αμπέλια, δούλευαν στα ξένα σαν εργάτες, όμως τι μεροκάματο να κερδίσουν, να φάνε, να στηρίξουν οικογένεια, ν’ αναθρέψουν παιδιά;

Πολλά τα προβλήματα κι η δική μας καταδιά* μικρή κι ασήμαντη. Οι ανάγκες μεγάλες και στην οικογένεια τα παιδιά ανήλικα. Νήπια σχεδόν εμείς τα κοριτσάκια. Και το πιο μικρό, το νεογέννητο, ούτε καλά καλά είχε σαραντίσει όταν έγινε η Μάχη της Κρήτης, τότε που έπεφταν από τα σιδερένια εχθρικά πουλιά μιλιούνια οι χρωματιστές ομπρέλες των αλεξιπτωτιστών, στην ήρεμη και φωτολουσμένη γη μας…

Μάης καιρός. Οι γονείς μας πήραν τις οικογένειές τους μαζί με άλλους χωριανούς και μας πήγαν σε μια όμορφη εξοχική τοποθεσία για να προστατευτούμε από τους βομβαρδισμούς. «Ψηλό Κουτούτο» λεγόταν ο τόπος που δέσποζε στην περιοχή πάνω σ’ ένα καταπράσινο γόνιμο λόφο κατάφυτο μ’ αμπέλια και κρεβατίνες. Εκεί νιώθαμε πιο ασφαλείς από τις βόμβες  που μπορούσαν να πέσουν μέσα στην κωμόπολη [σημ. στις Αρχάνες], κάτι που ευτυχώς δεν έγινε, χάριν στην προστασία της Θαυματουργού μας Παναγιάς.

Από τον τόπο αυτό φαινόταν προς βορρά φάτσα το Ηράκλειο, με τις φωτιές των βομβαρδισμών και την αντάρα. Στήσανε οι γονείς μας τις παράγκες που θα μέναμε, γεμάτοι έγνοια και μεράκι να μας σώσουν από τον όλεθρο. Πώς θα μας σώζανε όμως από το φάσμα της πείνας;

Εμείς τα μικρά τα βλέπαμε όλα σαν πανηγύρι: Τις φωτιές από μακριά, την αγωνία, το βούισμα των αεροπλάνων, τους κρότους από τις βόμβες, το αντιφέγγισμα από τις φωτιές μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα.

Η στέρηση δεν μας άγγιζε ακόμη, γιατί υπήρχε το γάλα της κατσίκας, λίγα κηπικά και φρούτα, ψωμί ελάχιστο και λάδι, εκεί τουλάχιστον στην εξοχή, καθόλου. Ίσως όμως για κάποιες μόνο μέρες. Την έλλειψη του λαδιού τη θυμάμαι καλά, γιατί ο πατέρας, όπως κάρφωνε τις σανίδες και τους τσίγκους της σκεπής για να φτιάξει την παράγκα που θα μέναμε, βουτούσε τα καρφιά, για να καρφώνονται πιο εύκολα, μέσα σ’ ένα πιατάκι, που είχε ελάχιστο λάδι. Μα ο σκύλος του γείτονα, από τη διπλανή παράγκα, πήγε κοντά, βρήκε το λαδάκι και το έγλειψε όλο. Στεναχωρήθηκε ο πατέρας, γιατί δεν είχε άλλο λάδι να τελειώσει τη δουλειά του με τα καρφιά και για μια στιγμή διαμαρτυρήθηκε νευριασμένος: « Ω το παντέρμο ωζό, εκιά ‘βρε να ξεπεινάσει;» Μα σα να μετάνοιωσε πάλι: « Κι είντα φταίει δα κι αυτό το έρμο; Σάμπως έχει τα φαγιά στα πιάτα να διαλέξει και προτίμησε το λαδάκι μου;» Θυμάμαι τούτο το περιστατικό σα να είναι τούτη η ώρα κι ας ήμουνα μόνο πέντε χρονών…

Όμως, δεν ήταν μόνο η εποχή του καλοκαιριού. Αυτή εύκολα θα την περνούσαμε. Μα θα ακολουθούσαν μετά οι μαύρες νύχτες του χειμώνα… Και ήρθαν πράγματι δύσκολες και βαριές. Γι’ αυτό τ’ άλλο το καλοκαίρι οι γονείς μας σκέφτηκαν κάτι πιο πρακτικό και ωφέλιμο. Θα πηγαίναμε από τις αρχές του Μάη να ξεκαλοκαιριαστούμε σ’ ένα χωριό της Μεσαράς, που είχαμε γνωστούς. Εκεί η μητέρα μας, που ήταν μοδίστρα, θα μπορούσε να δούλευε τη δουλεία της και θα μάζευε καρπό για το χειμώνα. Μα θα ζούσαμε και πιο εύκολα στη διάρκεια του καλοκαιριού. Το χωριό λεγόταν Τουρλωτή γιατί ήταν χτισμένο πάνω σ’ένα τουρλωτό ύψωμα και δέσποζε της περιοχής.

Σαν ήρθε λοιπόν η προπαραμονή της αναχώρησής μας- μαθήτρια εγώ στην Α’ του Δημοτικού- από βραδύς η μάνα μου μου παράγγειλε:

-Γροίκα Ρηνιώ παιδί μου. Αύριο που δα [=θα, τοπικός ιδιωματισμός] πας στο σκολειό σου, να πεις τση δασκάλας σου να προβιβάσει, γιατί είναι ανάγκη επειδή δα πάμε στη Μεσαρά και δα λείπομε-πες- όλο το καλοκαίρι… Να την αποχαιρετίξεις κιόλας και να τση φιλήσεις και τη χέρα τζη…

Όλα γενήκανε κατά πώς τα είπε η μητέρα και την άλλη ταχυνή φορτωθήκανε δυο γαϊδουράκια με τις απαραίτητες αποσκευές μας, ρουχικά, κλινοσκεπάσματα, κουζινικά και η ραπτομηχανή, το απαραίτητο εργαλείο της μάνας μας για τη δουλειά της. Μεσοσώμαρα καβαλικέψαμε εμείς τα παιδιά και οι γονείς μας λαλούσαν* τα ζωντανά. Εγώ κρατούσα αγκαλιά το μικρό μου αδερφάκι που ότι κι είχε κλείσει τον πρώτο του χρόνο.

Πήραμε το δρόμο νοτικά προς το Βαθύπετρο κι από κει συνεχίζοντας βγήκαμε στο δροσόλουστο Χουδέτσι. Περάσαμε δίπλα από το γραφικό Μοναστήρι τ’ Αι-Γιώργη του Επανωσήφη και συνεχίσαμε τη δημοσιά ανάμεσα από χρυσωμένα χωράφια με στάχυα έτοιμα για θέρισμα. Ο στοργικός κόρφος της γης άπλωνε το χρυσό στήριγμα του σκλάβου, το ψωμί το ευλογημένο! Η πορεία συνεχίστηκε ως το δειλινό που φτάσαμε στο χωριό. Γνώριμος ο τόπος κι οι χωριανοί μας υποδέχτηκαν φιλικά και καλόκαρδα. Μας είχανε ετοιμάσει ένα μονόσπιτο ασοβάντιστο- ασβέστης δεν υπήρχε- μα σφουγγαρισμένο και καθαρό. Ανοίξαμε και απλώσαμε τα φτωχικά μας χρειώδη κι ετοιμάσαμε για κοιμηθιά ένα πρόχειρο κρεβάτι με στρίποδα*. Σ’ ένα τραπεζάκι θρονιάστηκε σα σε θέση τιμητική, ο συνεργός και σύμμαχος της μάνας μας, μα και δικός μας, η χειροκίνητη ραπτομηχανή. Το παιδομάνι του χωριού όλο περιέργεια γέμισε το μικρό χώρο της κατοικιάς μας. Ήρθαν κι οι μανάδες τους, οι θειάδες τους, όλες φιλενάδες της μάνας μας, άλλες μοναχές κι άλλες με τα μωροπαίδια στην αγκαλιά τους. Η υποδοχή τους μας συγκίνησε. Φιλότιμοι και φιλόξενοι οι Τουρλαθιανοί κάτοικοι και φίλοι, με την ανοιχτή καρδιά, σαν τον ορίζοντα το διάπλατο γύρω από το λόφο τους χωριού τους!

Μας φέρανε να φάμε φρέσκα μιγαδερά παξιμάδια, ξυνόγαλο και ανθόγαλο, λίγα αυγουλάκια και κηπευτικά, όλα δώρα πολύτιμα για την περίσταση. Σιτοβολώνας το χωριό, βίγλιζε στην κορφή του λόφου που ήταν χτισμένο. Δεν είχε πρασινάδες και νερά μα είχε μια ξεχωριστή γοητεία και θέα , καταμεσίς στο διάπλατο ορίζοντά του, με πολλά κοντινά χωριά ολόγυρα. Εκεί θα περνούσαμε το καλοκαίρι με τη μάνα μας. Ο πατέρας έφυγε το άλλο πρωί για να παραδώσει τα ξένα γαϊδουράκια που κάμανε τ’ αγώγι, μα και γιατί οι δικές του μικρές αγροτικές φροντίδες τον κρατούσαν στο σπίτι το πατρικό. Δούλευε η μάνα σαν το αεικίνητο μυρμήγκι και σόδειαζε υπομονετικά τη ζήση του χειμώνα. Στα ραψίματά της η αμοιβή της ήταν σιτάρι, κριθάρι, μαγεροψήματα…

Μετά από λίγες μέρες μια επίσκεψη έφθασε στο χωριό: Μια αντάρτικη ομάδα που συχνοκατέβαινε από τα βουνά κι έπαιρνε το δρόμο  προς τα φιλόξενα σιτοχώρια για να εφοδιαστούν οι αγωνιστές της Λευτεριάς με τα απαραίτητα τρόφιμα για να ζήσουν. Ανάμεσά του ήταν κι ο Καπετάν Στελιανός, ένας ψηλόκορμος ομορφολεβένταρος, με μουστάκια δασιά, μεγάλα μαύρα λαμπερά μάτια, κρουσομάντηλο, στιβάνια και μαύρη κυλότα. Ήταν αρχηγός της ομάδας με καταγωγή από τα μέρη των Χανιών.

Συνήθως οι αντάρτες φιλοξενούνταν στο σπίτι του Προέδρου του χωριού. Φαρσάρη τον λέγανε, λεβέντης κι ο ίδιος, γενναίος και φιλόξενος. Η γυναίκα του η κερά-Μαρία η Φαρσάραινα, άξια και χρυσονοικοκυρά, φύλαγε κάθε φορά για τους αντάρτες πλούσια φιλοξενία και πολλά πεσκέσια στο φευγιό τους.

Κείνη τη φορά λοιπόν η κερά Φαρσάραινα, που ήταν φιλενάδες με τη μάνα μου, ήρθε στο σπίτι μας σούρουπο σχεδόν, κι από την πόρτα, δίχως να μπει μέσα, πρόβαλε κι έκανε νόημα στη μάνα μου του τη θέλει, να της πει.

-Έλα κερά Αννίκα να μου συντράμεις γιατί έχω μουσαφίρηδες… Σκύβει μετά και της λέει ψυθιριστά στ’ αυτί: Αντάρτες ήρθανε μόνο έλα να τωσε μαγειρέψομε… Φεύγουνε μαζί, αφού μας πράγγειλε πρώτα να κάτσομε φρόνιμα ώσπου νά’ρθει.

Πήγαν λοιπόν στο σπίτι της μα εκείνο που την ήθελε πραγματικά δεν ήταν για συντρομή στο μαγείρεμα. Για τη δουλειά αυτή είχε πολλές παραφατόρισσες*. Ο σκοπός που την κάλεσε ήταν να της γνωρίσει ένα παράξενο καινούριο πελάτη για ράψιμο. Κι ο πελάτης αυτός δεν ήταν ούτε χωριανός, ούτε κοντοχωριανός, μα ο ίδιος αυτοπρόσωπα ο Καπετάν Στελιανός, ο αρχηγός της αντάρτικης ομάδας που υποδεχτήκανε…

-Παράξενο! κάνει η μάνα μου. Κι είντα θέλει μπρε κερά Μαρία. Είντα μπορώ να ράψω εγώ ενούς Καπετάνιου που ανεχουμίζει* τα βουνά…

-Γιάντα, δε βάνουνε αυτοί ρούχα; Μα ας μπούμε μέσα στο πόρτεγο* που κάθουνται, κι ο ίδιος δα σου πει είντα ‘ναι που θέλει.

Μπροστά η κερά Μαρία, πίσω της όχι πολύ θαρρετά η μοδίστρα, μπήκανε στο δωμάτιο που ήσανε καθισμένοι οι αντάρτες και τρωγοπίνανε.

-Νάτη Καπετάνιο μου τη φιλενάδα μου τη μπιστικιά που σού ΄λεγα. Έτηνε μας ράφτει όλους στο χωριό ας είναι καλά.

-Και του λόγου σου νάσαι καλά κερά Μαρία μου, μα σαν είντα μπορώ να ράψω εγώ για τον Καπετάνιο… Και κείνη τη στιγμή, μόλις που τόλμησε για μια στιγμή να σηκώσει σαν αστραπή το σεμνό της βλέμμα για να τονε δει με σεβασμό και να ξαναχαμηλώσει τη ματιά κοκκινισμένη.

–  Γροίκα κερά μοδίστρα, εγώ μαθές ούτε σώρουχα, ούτε ξώρουχα θέλω. Έχω απ’ όλα. Μα ένα σκολινό ποκάμισο μου χρειάζεται…

«Σκολινό ποκάμισο; κάνει με το νου της η μοδίστρα. Κι είντα το θέλει μωρέ κοντό [=άραγε] το σκολινό ποκάμισο; Έχουνε στα βουνά μαθές καματερές* και σκόλες; ή αστεία κοντό μιλεί; Μα τονε θωρεί με την κόχη του ματιού της να σηκώνεται και να λύνει σπουδαχτικά ένα πλουμιστό κρητικό βουργιάλι. Έβαλε τη χερούκλα του μέσα κι έσερνε κι έσερνε ένα κάτασπρο γυαλιστερό ρούχο, που δεν είχε ξετελεμό… Σαν τό ‘βγαλε της κάνει:

– Έντο επαέ κερά μοδίστρα το ρούχο του ποκαμίσου. Άσπρο σαν το γαμπριάτικο!

– Μα αυτό είναι αλεξίπτωτο,… τόλμησε να πει εκείνη.

– Καλά το γνώρισες. Αλεξίπτωτο είναι. Πιάσε ‘πο κειέ να τ’ ανοίξομε να το δεις καλά.

– Εμά μεγάάλο! κάνουνε όλοι με θαυμασμό.

– Και τόσονε για ένα ποκάμισο; Αυτό κάνει για δυο και τρία και θα πομείνει και περισσευούμενο.

– Μα ένα θέλω ‘γω και νάναι και σκολινό!

Επιμένει κείνος για σκολινό, κάνει η μοδίστρα με το νου της. Γιάντα κοντό; Μα ας τον ανερωτήξω να δω είντα θα μου πει.

– Με το συμπάθειο Καπετάνιο, να σ’ ανερωτήξω κάτιτίς;

– Ό,τι θες κερά μοδίστρα.

– Απ’ ό,τι κατέχω εσείς οι αντάρτες οι πλια πολλοί φορείτε μαύρα ρούχα, μαύρα ποκάμισα. Εσύ είντα το θες το άσπρο και σκολινό δα κιόλας; Έχετε σεις σκόλες απάνω στα βουνά;

– Όσες θες, σκόλη κάναμε την ανάγκη και ρεβαΐζι το μπαρούτι… Μα για να καταλάβεις ξάνοιξε καλά όλο τονέ το ρούχο που βαστώ…

Ανοίγουνε πιο διάπλατα το αλεξίπτωτο κι εκεί καταμεσής θωρούνε δυο κηλίδες αίμα μεγάλες, στρογγυλές κι ολόιδιες στο χρώμα, ούτε πλια σκούρα, ούτε πλια ανοιχτή η μια από την άλλη… Διαφέρνανε μόνο στο μέγεθος. Η μια ήτανε αρκετά μεγάλη κι η άλλη μικρότερη.

– Ναι, θωρώ δυο μεγάλες στάμπες αίμα, κάνει η μοδίστρα. Μα…πώς;

– Πώς εγεννηθήκανε θες ν’ ανερωτήξεις; Να σου πω εγώ… Γροίκα το λοιπόν: Στο Μάλεμε κοντά συχνογύριζα τσι μέρες που πέφτανε οι αλεξιπτωτιστές. Κι όχι βέβαια μόνο εγώ μα όλοι οι αθρώποι μας εκειά ένα γύρω. Εφτάνανε το λοιπόν οι συντερένιοι διαόλοι. Ενοίγανε τσι πόρτες τως κι εσκιάνιαζε ο ουρανός με τσ’ ομπρέλες τσι πολύχρωμες. Μιλιούνια εκατεβαίνανε κι αρχίνηζε ευθύς το μακελειό. Εκείνοι με τα όπλα ντως τα βαρά κι εμείς με τα σκαπέθια και τα δρεπάνια… Κι ελέγασι κιόλας οι δικοί μας όλο τσατίλα για τ’ άδικο τη μαντινάδα:

«Την ώρα μα και τη στιγμή δα σκυλοβλαστημάτε
όντες εξεκινούσατε στην Κρήτη για να πάτε»

Τέτοιο πείσμα μας ήπιασε  όλους τσοι ντόπιους για τ’ άδικο που μασε κάνανε στη γη μας, να κατεβαίνουνε μπρε ωσάν τ’ αρπαχτικά γεράκια και τσι σκάρες [=γύπες], που δε μασε σταμάτανε κιαμιά δύναμη… Εκειά να θώρειες…

«Ε το παντέρμο τ’ άδικο πώς σου πατεί τον γκάλο
μα και το δίκιο το τρανό, θάρρος σου δίνει κι άλλο»

Μέσα στσ’ άλλους απού λες, ευρέθηκα και ‘γω με δίχως όπλα. Ένα γκραδάκι του παππού μου ολοσκούριαστο εβάστουνα, μα είντα να σου κάμει. Από την εποχή των Τουρκώ είχανε να το λαδώσουνε το ευλογημένο να ξεσκουριάνει μια σταλιά. Είπα τότεσά κι εγώ να κάμω το κολάι*μου… Ν’ αρμαθιάσω* κάμποσα όπλα απού τσοι Γερμανούς που ήσανε τα παντέρμα ολοκαίνουργια και τα λιμπίζουσουνε. Εμακέλευγα κιόλας όσους εμπόρουνα, γιατί μαθές αν δε τό ‘κανα ‘τσα, ήθελα με μακελέψουνε ‘κείνοι  [= θα με μακελεύανε ‘κείνοι]. Κι ήθελα μου κάνουνε [=θα μου κάνανε] δα μνημόσυνο στο χρόνο απάνω. Ετσά ‘ναι η παντέρμη ώρα του πολέμου. Ή γίνεσαι μακελάρης ή μακαρίτης… Εμάζωνα το λοιπόν και τά ‘βανα κεια σε μια ξερολιθιά σκεπασμένα. Μια γκοπανιά* κοχεύγω με την άκρη τ’ αμαθιού μου μια ασκιανιάδα δίπλα μου… Ήτονε ένας Γερμαναράς κι είχε σηκωμένο το στιλέτο ντου να το μπήξει στον γκαφά * μου. Γυρίζω ‘γω σαν αστραπή και του ματσάζω και τα δυο ντου χέρια. Λίγο μού ‘γγιξε το μαχαίρι στο λαιμό και μου τονε ξέγδαρε. Και η μια κηλίδα που θωρείς, η πλια μικρή, είναι δικό μου αίμα…

Δίχως να του πάρω το μαχαίρι τού ‘σφιγγα τη γροθιά και τη γυρίζω οθέ ντα [=προς τα] πάνω ντου με δύναμη. Και με την ίδια ντου τη χέρα που του βάστουνα ετρύπησε το δικό ντου λαιμό… «Μάχαιραν έδωσες, μάχαιρα δα λάβεις» του κάνω ολοδιαόλιστος… Και να την άλλη κηλίδα το αίμα, την πιο μεγάλη. Δική ντου είναι… Εκεί πάνω ήπηρε και τσοι τράτους * ίσαμε που ψοφολόισε ολότελα…

– Δυο κηλίδες… μουρμούρισε με βλέμμα απλανές η μοδίστρα. Σαν να έβλεπε κείνη την ώρα μέσα από το σύθαμπο του χρόνου και της αντάρας της μάχης τους δυο αντίπαλους άντρες να ματοκυλιούνται πάνω στο αλεξίπτωτο… Δυο κηλίδες… επανέλαβε, από αίμα Ελληνικό και Γερμανικό! και βαθιαναστέναξε στοχαστικά…

– Λοιπόν; είντα λες μοδίστρα; να μου ράψεις θες [=θα μου ράψεις] το σκολινό ποκάμισο;

Μειδίασε κείνη καθώς ξαναβρέθηκε στην πραγματικότητα.

– Σκολινό Καπετάνιο; τον ρωτά με την ίδια διάθεση.

– Ναι σκολινό! Γιάντα. Αφού δε γίνηκε σάβανό μου κείνη την ώρα, σκόλη είν’ η ζωή μου, μια και ζω και θωρώ τον ήλιο. Γιατί ολπίζω και θα δω και τη Λευτεριά…

– Μαγάρι Καπετάνιο. Αξίζει σου να τ’ αξιωθείς… Μα το ματωμένο κομμάτι; είντα θες να το κάμω;

– Α εκειονά να μην το ράψεις, ούτε να το πετάξεις. Το θέλει θυμητάρι στην επίλοιπη ζήση μου… Ακριβοφύλαξέ μου το…

– Να μου κάμεις θες μια χάρη Καπετάνιο;

– Σαν είντα;

– Να, ανε θες να δώσεις και μένα ένα κομμάτι αλεξίπτωτο από κειονά που δα πομείνει;

– Είντα δα το κάμεις μοδίστρα; φουστανάκια των κοπελιώ;

– Όι, Θεόψυχά μου. Γερμανικό ρούχο να το γνωρίσουνε απάνω ντως οι Γερμανοί, δεν τωσε βάνω.

– Κιαμείντα το θες; Νυφικό κιαμιάς δικής σου νύφης;

– Όι Καπετάνιο. Ούτε νυφικό. Ματωμένα νυφικά δεν κάνουνε…

– Καλά το λες. Δεν κάνουνε. Θυμητάρι σάικα [=ασφαλώς] το θες, ετσά δεν είναι; Θυμητάρι, όπως θέλω κι εγώ το κομμάτι με τις δυο κηλίδες…

– Ναι, είπε η μοδίστρα κουνώντας το κεφάλι καταφατικά…

Πέρασε και πήγε τούτη η επίσκεψη των ανταρτών στο χωριό κι έμεινε ολόκληρο τ’ αλεξίπτωτο στα χέρια της μοδίστρας, για να ράψει το ποκάμισο του Καπετάν Στελιανού, να φυλάξει και τα θυμητάρια. Το καταχώνιασε μέσα σ’ ένα σακούλι και τό ‘βαλε στον πάτο του σεντουκιού, αφού πρώτα το θύμιασε. Αίμα είν’ αυτό σου λέει, ότινος και νά’ναι… Θα το έραβε όποτε ευκαιρούσε και σε μια άλλη επίσκεψη θα το γύριζε στον κάτοχό του.

Και μιαν άλλη μέρα ξανάρθαν πάλι οι αντάρτες για εφόδια μαζί με τον Καπετάν Στελιανό. Συχνοπήγαιναν είπαμε εκεί γιατί το χωριό ήταν άδειο από μόνιμους Γερμανούς κατοίκους. Μικρό καθώς ήταν και θρονιασμένο στο ψήλωμα που το δέρναν όλοι οι καιροί και οι ανέμοι δεν ήταν προσιτό για τις δικές τους ανάγκες. Ήταν όμως φιλόξενο και στοργικό όχι μόνο για τους φίλους κι επισκέπτες μα και για τους αγωνιστές της Λευτεριάς, τους αντάρτες, που είπαμε συχνόρχονταν. Όποτε μπορούσαν κατηφόριζαν από τα κρησφύγετά τους με τα ζώα και τα όπλα τους, νύχτα συνήθως, ζητώντας μια ανάσα ξεκούρασης και καλοπέρασης στο ήρεμο χωριό. Το ίδιο όμως κάνανε κι οι Γερμανοί για τροφές. Και αν τό ‘κανε η τύχη να φτάσουν την ίδια μέρα με τους αντάρτες, τότε αλίμονο στο χωριό… Κινδύνευε με σφαγή και εξαφάνιση. Γι’αυτό όσες φορές έρχονταν αντάρτες, τοποθετούσαν φρουρά στις άκρες του χωριού, μπρος σε δρόμους που πήγαιναν σε άλλα χωριά. Οι δρόμοι βέβαια στενοί, πρωτόγονοι, μόλις χωρούσαν δυο ζώα ν’ αντιπεράσουν και σε άλλες μεριές στενοί σα μονοπάτια. Αυτοκίνητα δε διασφάλιζαν * ακόμη στο χωριό.

Από τα ΒΔ ήταν η κύρια είσοδος του χωριού. Εκεί ήσαν στημένοι μπρος στο έλεος του βορά οι αλευρόμυλοι με τις τεράστιες φτερωτές τους αεικίνητες κι άλεθαν της σιτοδότρας γης τα δώρα. Οι φούρνοι του μικρού χωριού μοσχοβολούσαν κάθε μέρα, πότε της μιας νοικοκυράς, πότε της άλλης. Τεράστιοι σα μικρά δωμάτια, θυμάμαι που για να μαζέψουν από μέσα τις παξιμαδιασμένες κριθοκουλούρες σα κρύωναν οι φούρνοι, μπάζανε μέσα εμάς τα παιδιά και κάναμε αυτή τη δουλειά. Γι’ αυτό η κάθε ζυμωσιά ήθελε μέχρι ένα τσουβάλι αλεύρι. Γιατί εκτός από το σπιτίσιο ψωμί και παξιμάδι για την οικογενειακή κατανάλωση υπολογίζανε και τη μερίδα των ανταρτών μα και την ξεφουρνιά, ένα πανάρχαιο όμορφο έθιμο της αθάνατης λαϊκής μας παράδοσης. Όποια γυναίκα ζύμωνε έδινε σ’ όλα τα μαζωμένα εκεί χωριανάκια, τα καινούρια φυντάνια του χωριού, από ένα μυρωδάτο ζεστό ντάκο ή μια κριθοκουλούρα. Έτσι απλόχερα όλοι χόρταιναν και ειδικά τα παιδιά που ήταν εθνική ανάγκη να δυναμώσουν και να απλώσουν καινούριες ρίζες και βλαστάρια…

Οι δρόμοι λοιπόν ακτινωτά ολόγυρα με κέντρο το μικρό χωριό κατηφόριζαν απ’ αυτό σα κορδέλες που ανοίγονται από το ψηλό κοντάρι του γαϊτανάκι σε μέρες αποκριάτικης χαράς. Άλλος Β.Δ. πήγαινε προς το Πυράθι, Πύργο, Χάρακα. Άλλος δυτικά προς το Μεσοχωριό, ανατολικά προς το Δραπέτι και Γαρύπα και βορεινά προς Μπαδιά. Σε τούτα τα κράσπεδα στήνονταν «οι φρουροί» και παρακολουθούσαν όταν έρχονταν Γερμανοί ή αντάρτες. Μόλις έφταναν οι μεν ή οι δε αμέσως οι φρουροί έπαιρναν θέση για παρατήρηση, για να μην το κάμει η οργή του Θεού και σμίξουν…

Τα καλοστεκούμενα σπίτια φιλοξενούσαν συνήθως και τους Γερμανούς και τους αντάρτες με πρώτο πάντα το σπίτι το φιλόξενο του Προέδρου του χωριού. Καλοδεχούμενοι πάντα ήσαν οι αντάρτες, μα βουβά κι αγέλαστα δέχονταν τους καταχτητές, με μια περήφανη κρητική αξιοπρέπεια. Γινόταν όμως και για τους δυο το χωριό.

Μια μέρα λοιπόν ξανάρθανε στην Τουρλωτή αντάρτες. Ήταν και πάλι η ομάδα του Καπετάν Στελιανού. Κονέψανε* ως συνήθως στο σπίτι του Προέδρου. Η μοδίστρα έραβε στο σπιτάκι της και σε κάποια στιγμή που χρειαζόταν να σιδερώσει κάτι σηκώθηκε σπουδαχτικά, πήρε το σίδερο και πήγε στο διπλανό σπίτι του Προέδρου να το γεμίσει κάρβουνα από το τζάκι.

– Κερά Μαρία έχεις φωτιά; Της φωνάζει απ’ έξω.

– Στην απάνω παραστιά, κάνει εκείνη χαριτολογώντας. Έλα, κόπιασε μέσα κερά Αννίκα. Μα και να μην έχω δα ανάψω για το δικό σου χατήρι.

– Του λόγου σου έχεις με τα σακιά την καλωσύνη, κερά Μαρία, ας είσαι καλά… Κι ως έσκυβε να βάλει τα κάρβουνα σιμώνει η κερά Μαρία και της κάνει ψιθυριστά:

– Αντάρτες είναι μέσα κερά Αννίκα.

– Μάνα μου! Ποιοι κοντό;

– Ο Καπετάν Στελιανός με την ομάδα του.

– Ώφου αδικιά και δεν τού ‘ραψα ακόμη το ποκάμισο. Μα λίγος καιρός μπρε δεν είναι που ξανάρθανε; Κι ήλεγα πως δα το ράψω ετηνέ την εβδομάδα μια κι ήδωκα το λόγο μου…

Πάνω σε κείνη την ψιθυριστή συζήτηση πλησιάζει την κερά Μαρία ένα ντελικανιδάκι* και της κάνει βιαστικά και ξελαχανιασμένα με το στόμα ξερό από την τρεχάλα:

– Θεια Μαρία, θεια Μαρία…

– Είντα ‘ναι μωρέ; Είντα συμβαίνει;

– Γερμανοί θεια Μαρία, Γερμανοί. Ίδια δα [=τώρα δα] μπήκανε στο χωριό και σέρνουνε και δυο μουλάρια…

– Ε τσοι σκύλους! Για σαντούκιασμα* ήρθανε πάλι κι είναι λίγες μέρες που ξανάρθανε για θροφές… Κι εδά κερά Αννίκα; Πού δα χώσουμε τσ’ αντάρτες μη τσοι δούνε οι Γερμανοί και κεντίσομε* συθέμελα το χωριό.

– Μη χάνεις το κουράγιο σου, κάνει ψύχραιμα εκείνη κι ορμούν κι οι δυο στο πόρτεγο που τρωγοπίνανε οι αντάρτες. Τα σπίτια ήσανε τότε μικρά και δεν είχανε πολλούς κρυψώνες και ξετρύπια.

Ευθύς καταλάβανε και σηκωθήκανε ορθοί κι οι αντάρτες. Ένα γύρο στο δωμάτιο ήσανε φρεσκοπλυμένα και μπουμπουρισμένα* τα πιθάρια των σιτηρών, που περίμεναν καθαρά να φυλάξουν την καινούρια σοδειά. Γιατί τ’ αλώνια πια δούλευαν καθημερινά κι οι ψηλές θημωνιές, όλο και χαμήλωναν.

– Στα πιθάρια! Εμπρός! Χωστείτε* ντελόγο στα πιθάρια από κάτω, λένε στους αντάρτες. Σβέλτα κείνοι τρύπωσαν κι οι κοπελιές που βοηθούσαν στην περίπτωση στάθηκαν σαν Καρυάτιδες κάθε μια κοντά σ’ ένα πιθάρι και πού και πού με την πλάτη έσπρωχναν και τ’ ανασήκωναν για να μπαίνει αέρας να μη κρουφτούνε* οι κρυμμένοι… Δίπλα ήταν το πέτρινο κρεβάτι γιατί το ίδιο δωμάτιο χρησίμευε και για ύπνο. Πάνω εκεί ήταν αραδιασμένα τα όπλα των ανταρτών. Και σε μια ξύλινη κοντάδα* που κρεμόταν από τα δοκάρια είχαν απλώσει διπλωμένες πατανίες και κιλίμια για φύλαγμα μα και για στολισμό, όπως γινόταν στα παλιά κρητικά σπίτια. Ορμά η μοδίστρα και κατεβάζει από κει δυο πατανίες. Απλώνει τη μια πάνω στα όπλα και λέει στην κερά Μαρία:

– Θέσε κειε… Πλαγιάζει εκείνη και τη σκεπάζει με την άλλη πατανία. Ύστερα βγάζει από την τσέπη της προστοποδιάς της το μαντηλάκι της, το βρέχει με λίγο νερό και το απλώνει στο μέτωπό της.

– Είσαι αρρωσταρά… της κάνει επιτακτικά- και… αποθαίνεις…

Μέχρι να ακούσουνε τα δυο ανήλικα παιδιά της πως η μάνα τους είναι του … θανατά, το πιστέψανε κι αρχίνησαν άγριο μουγγαλιτό:

– Μάνα μας. Μανούλα μας. Μη ποθάνεις καλή μας μάνα…

Κι έτσι με τις φωνές τους συμπληρώθηκε η σωστή σκηνοθεσία… Μπαίνουν κείνη την ώρα οι Γερμανοί. Γνώριμο τους ήταν το σπίτι που αναγκαστικά κάθε τόσο τους φιλοξενούσε.

– Άφκα, πατάτες, μούγκρισαν κρατώντας στα χέρια τα πολυβόλα.

Τα παιδιά βόγγησαν πιο πολύ στη θέα τους. Τα έπνιγε ο σπαραγμός και το δάκρυ στο φόβο του χαμού της μάνας…

– Τι πίκουλα; ρωτούν οι Γερμανοί τη μοδίστρα που φρόντιζε πάντα να βρέχει επιδειχτικά το μαντηλάκι και να το τοποθετεί στο μέτωπο της «αρρωσταράς».

– Τι πίκουλα; ξαναρωτούν. Δηλαδή τι έχουν τα μικρά και σκούζουν.

– Μάμα μαλάτο, λέει διπλωματικά εκείνη. Άρρωστη είναι η μάνα τους.

– Μαλάτο; Τι μαλάτο; Ξανακάνουν.

– Να, Μαλάτο, τύφο, λέει η μοδίστρα, που είχε ακουστά πως την αρρώστια αυτή την τρέμανε οι Γερμανοί όπως ο διάολος το λιβάνι.

– Τύύύφο, κάνουν εκείνοι έντρομοι κι όπου φύγει φύγει όχι μόνο από το σπίτι μα κι από το χωριό…

Βγήκαν από τα πιθάρια οι αντάρτες ταλαιπωρημένοι από την έλλειψη του αέρα αλλά σωσμένοι. Παίζει ένα καμπανό* κι η αρρωσταρά με τον… τύφο και κατεβαίνει εφτάγερη. Μερώνουν και τα… πίκουλα από την απελπισία τους. Βάζει κι η μοδίστρα τα κάρβουνα στο σίδερο και κάνει να φύγει, μα όπως σήκωσε τα μάτια της βλέπει μπροστά της τον Καπετάν Στελιανό. Της χαμογελούσε καλωσυνάτα με θαυμασμό κάτω από τις δασιές μουστάκες του.

– Μοδίστρα είσαι λεβεντιά. Με ετσά λογιώ αθρώπους που έχει η Κρήτη μας, οι Γερμανοί δε δα πολυκαιρίσουν στον τόπο μας.

– Ο Θεός σ’ έφερε ετούτηνέ την ώρα, κάνει κι η κερά Μαρία κουνώντας με σημασία το κεφάλι…

– Μα να σε ρωτήσω μπρε μοδίστρα μια και σ’ είδα, είντα γίνεται; Ήραψες το ποκάμισο το… σκολινό μου;

– Καπετάνιο μου, του λέει εκείνη. Ενήμενά * ντο να μ’ ανερωτήξεις. Μα συμπάθα με που δεν το γοργόραψα, όμως άμα ξαναρθήτε με το καλό δα τό ‘χω έτοιμο να σου το παραδώσω. Κι αφού το θες και … σκολινό, πρέπει να το ψιμιδέψω* και να το ράψω με την υπομονή μου, κάνει καλόκαρδα κι εκείνη.

– Καλά μοδίστρα. Ράψε το όποτε θες. Μα τσι δυο κηλίδες να μου τσι φυλάξεις.

– Εντάξει Καπετάνιο, νά ‘σαι ήσυχος.

Φύγανε αθόρυβα οι αντάρτες και μείνανε πάλι οι κάτοικοι που ψύχραιμα ξέρανε τί ‘πρεπε να διάχνουν την κάθε δύσκολη στιγμή.

Σε λίγες μέρες πάλι, να τους Γερμανούς στο χωριό. Ήταν διαταγή του Γενικού Φρουραρχείου της περιοχής να κάνουν οι στρατιώτες άσκηση σκοποβολής σε κατωκημένο χώρο. Και σαν πιο κατάλληλο διαλέξανε το χωριό Τουρλωτή, που όπως ήταν κτισμένο πάνω στο ύψωμα, η θέση του επέτρεπε την άνεση της μάχης, αφού σε μεγάλη ακτίνα ολόγυρα από το ύψωμα αυτό δεν υπήρχε εμπόδιο για σφαίρες. Οι κάτοικοι με διαταγή κλείστηκαν στα σπίτια τους στις πιο σίγουρες γωνιές τους, για να μη δεχτούν καμιά αδέσποτη.

Μπαμ, μπουμ. Μπαμ, μπαμ ακούγονταν οι κρότοι επί ώρες, ολόκληρο πρωινό. Ένα μικρό της κουμπάρας που συγκατοικούσε η οικογένειά τους με την οικογένεια της μοδίστρας κι επικοινωνούσαν με μια μεσόπορτα, ήθελε ν’ ανοίξει την πόρτα για να δει τον… πόλεμο. Τα γουρουνάκια του χωριού τρομοκρατημένα ξέφευγαν από τους στάβλους μέσα στο μπαλοτοκόπι και τριγύριζαν σαν τρελά στους δρόμους του χωριού γρυλλίζοντας. Μερικά μάλιστα από αυτά γίνανε οι αθώοι … πεσόντες της μάχης, για να γίνουν στη συνέχεια μεζεκλίκια των ασκούμενων καταχτητών. Μα και πολλές γαλοπούλες την ίδια τύχη είχαν κι ας κροτάλιζαν σαστισμένες τα ράμφη τους κάτω από την κρεμαστή προβοσκίδα τους. Τα κουνέλια λούφαξαν στις μίνες τους και τα πουλερικά κακάριζαν σαν τρελά, στριμωγμένα στις γωνιές και στα κοτέτσια. Πανδαιμόνιο στο χώρο και μόνο η ανθρώπινη ανάσα του άμαχου πληθυσμού προβληματισμένη σιωπούσε, μέσα στην αντάρα που είχε πλακώσει το ήρεμο χωριό.

Κάποτε η άσκηση μάχης κόπασε. Κι οι Γερμανοί προτού φύγουν σκέφτηκαν να πάρουν εκτός από τους «πεσόντες» -γουρουνάκια και γάλους- και ό,τι άλλο τους έμπαινε στο μάτι από τα φαγώσιμα του χωριού.

Στο σπίτι της μοδίστρας άνοιξαν οι κλεισμένοι την πόρτα και το μικρό παραθυράκι μα δεν τολμούσανε ακόμη να ξεμυτίσουν. Βούιζαν ακόμη τ’ αυτιά τους από τον προηγούμενο σαματά.

Ξάφνου βλέπουν στο παραθυράκι να σκιάζει το φως η μορφή ενός αναψοκοκκινισμένου Γερμαναρά. Είχε χώσει το μισό κορμί του μέσα στο σπιτάκι και κοίταζε ερευνητικά με το βλέμμα ολόγυρα το μικρό χώρο. Το μάτι του πήρε δυο φλάσκες-μπουκάλες- που ήσαν τοποθετημένες στο ράφι του τζακιού. Η μια είχε το λάδι που μαγειρεύαμε κι η άλλη ρακή για εντριβές και γιατρικουλέματα. Ήταν σα να πούμε το «φαρμακείο» της οικογένειας. Εμείς τα μικρά στη θέα του Γερμαναρά που φαινόταν σα δράκοντας στα μάτια μας, ενστικτώδικα με φόβο αγκαλιάσαμε τα γόνατα της μάνας μας, ενώ εκείνη είχε πάρει και κρατούσε σφικτά στην αγκαλιά της το μικρό μας αδερφάκι, που έμπηξε τις φωνές μπροστά στην άγρια μορφή του. Εκείνος σύρθηκε από το παράθυρο μα για λίγο, όσο να κάμει το γύρο του σπιτιού και να προβάλει πιο θεόρατος από την απέναντι πόρτα. Παγώσαμε πιο πολύ στη νέα εμφάνιση κι εκείνος γέλασε χοντρά κι αδέξια, διασκεδάζοντας με τον παιδιάστικο φόβο μας. Είχε ανασηκωμένα τα μανίκια, ανοικτό το γιακά και τα ξανθά ολόισια μαλλιά του ήταν όρθια σαν καρφιά του σκαντζόχοιρου. Ακουμπούσε τις γροθιές του στη μέση του ανέμελα και τα κόκκινα μάτια του γούρλωναν παράξενα κι ερευνητικά. Κοίταζε σα χαζός και μοσκογελούσε. Η μάνα μας τότε φοβήθηκε, γιατί έβαλε στο νου της μη κάμει καμιά έρευνα και βρει το αλεξίπτωτο το γερμανικό του Καπετάν Στελιανού. Αλίμονο τότε… Κι είχε και τις δυο κηλίδες το αίμα απάνω του…

«Άχι μωρέ Καπετάνιο και τι τό’θελες το …σκολινό ποκάμισο… Αν το βρει τούτο το γουρουνίσιο αγρίμι, θα κάμει σε μας πεσκέσι και τα καθημερινά μας και τα σκολιάτικά μας… Η θεία Ελένη πού είχε ‘ρθει από τη Χώρα να μας δει και να δουλέψει και κείνη λίγο έριξε μια καθησυχαστική ματιά της μάνας μου και κάθισε μετά δήθεν ανέμελα πάνω στο μικρό μπαουλάκι που είχε καταχωνιάσει η μάνα μας το ματωμένο αλεξίπτωτο. Πήρα μετά στα πόδια της το μικρό της κουμπάρας και του χάιδευε στοργικά τα μαλλιά σα να μη συνέβαινε τίποτε.

Μα όπως φάνηκε στη συνέχεια, το Γερμαναρά δεν τον ενδιέφερε καθόλου το μπαουλάκι, ούτε το περιεχόμενό του. Το κόκκινο πρόσωπό του, τα γουρλωμένα μάτια του και η χοντρή σαν παντζάρι μύτη του μαρτυρούσαν ότι ήταν πότης κι ότι ήθελε να πιει… Κατεβάζει λοιπόν τη μια μπουκάλα του λαδιού, τη μυρίζεται, κάνει ένα μορφασμό αδιαφορίας και την παραπετά σε μια άκρη. Κατεβάζει μετά τη δεύτερη μπουκάλα με τη ρακή. Την ανοίγει, πίνει μερικές γουλιές και πλαταγίζει μετά τη γλώσσα του απόλυτα ικανοποιημένος… Ξαναστουμπώνει την μπουκάλα, την παίρνει παραμάσκαλα κι ετοιμάζεται να μισέψει…

Μα η ευλογημένη η μάνα μου αντί να κάμει το σταυρό της που φτηνά θα γλυτώναμε από την παρουσία του, τόλμησε να του πει παρακαλεστικά βλέποντας να χάνει το πολύτιμο … φαρμακείο της:

– Μη! Να χαρείς, μη την παίρνεις…

Ο Γερμαναράς εξοργίστηκε. Στράφηκε, την κοίταξε αγριεμένα και της κάνει:

– Ίγγλις, μπουμ, μπουμ, καπούτ, μάμα, μπάμπα… Εσύ φλάσκα ι, ι, ι, ι,. Κι έβαζε τις γροθιές στα μάτια του κοροϊδεύοντας τη μάνα μου που ήταν έτοιμη να κλάψει για τη μπουκάλα, ενώ εκείνου όπως είπε οι Εγγλέζοι σκότωσαν σε βομβαρδισμούς τον πατέρα του και τη μάνα του…

Και δίχως άλλη κουβέντα ανασηκώνει με δύναμη τη φλάσκα και της δίνει μια γερή στο πάτωμα που γίνηκε χίλιες χιλιάδες κομμάτια, σκορπίζοντας στο χώρο την αρωματική οινοπνευματώδικη οσμή της… Έφυγε μουρμουρίζοντας και χειρονομώντας ακαταλαβίστικα με χαλικουτίσματα που ποιος ξέρει τι να έλεγε μ’αυτά. Εύκολα όμως εννοεί κανείς…

– Σκολάτι σου Παναγιά μου, κάνει σταυροκοπούμενη η μάνα μας. Φτηνά τη γλιτώσαμε.

Μετά κι από τούτο το περιστατικό δεν ήθελε να καθυστερήσει άλλο το ράψιμο του ποκάμισου του Καπετάν Στελιανού. Ήθελε να διώξει από το σπίτι το αλεξίπτωτο και τις ματωμένες κηλίδες του.

– Να γραντίσω [= βρίσκω μπελά] θέλω κιαμιά κοπανιά [=φορά] και νά ‘ναι τούτανά η γι’ αφορμή, μονολογούσε άμα κυρίευαν το νου της αυτές οι σκέψεις…

Τ’ άλλο πρωινό κιόλας άνοιξε το μικρό σεντούκι κι έβγαλε το καταχωνιασμένο στο σακούλι μέσα αλεξίπτωτο. Το άπλωσε με τη βοήθεια της αδερφής της και το έκαμε δυο άνισα κομμάτια: Ένα για να ράψει το ποκάμισο και τ’ άλλο το μεγάλο με τις κηλίδες το αίμα, θα το κρατούσε για θυμητάρι ο Καπετάν Στυλιανός, όπως της είχε πει. Για τον εαυτό της δεν ήθελε τέτοια ενθύμια… Καλύτερα να της έλειπε κι ας το είχε από την αρχή ζητήσει η ίδια. Όχι πως φοβόταν κανένα ούτε δείλιαζε για σκέψεις και παρατηρήματα… Τίποτε απ’ αυτά. Μα να! Γιατί την πλήγωνε βαθιά στην ψυχή το πώς και γιατί χύνεται αίμα ανθρώπινο άδικα! Αίμα νεανικό!…

Ράφτηκε το λοιπόν το ποκάμισο επιτέλους. Ξανάρθε και η ομάδα των ανταρτών με τον αρχηγό τους στο χωριό. Τυλιγμένη του πήγε την «παραγγελιά» στην κερά Μαρία.

– Πάρε Καπετάνιο το «σκολινό» σου ποκάμισο κι όσο ρούχο απόμεινε.

– Όχι όλο το απομεινάρι. Κράτηξε είπαμε και συ ένα κομμάτι για θυμητάρι δικό σου.

– Σε σένα ανήκει Καπετάνιο. Εσύ το πλήρωσες με το δικό σου αίμα. Δεν ταιριάζει να το κρατήξω εγώ…

Το διπλωμένο ποκάμισο ούτε που το κοίταξε ο Καπετάνιος. Άνοιξε μόνο με σοβαρότητα και στοχασμό το ματωμένο κομμάτι:

– Εσύ είντα λες κερά μοδίστρα; Καλά κάμαμε που το κόψαμε το αλεξίπτωτο;

– Όχι Καπετάνιο μια και με ρωτάς. Ολόκληρο έπρεπε να το κρατήσεις. Ακέραιο! Όπως το πήρες απ’ τη γενναία εκείνη Μάχη του τόπου μας.

– Γιάντα; τη ρωτά εξεταστικά. Πώς το παίρνεις του λόγου σου;

– Να για να φαίνεται πώς ήτανε ολόκληρη η ομπρέλα που κατέβαζε στον τόπο μας το θανατικό και τη συμφορά του… Μα…

– Είντα μα… Πε μου είντα άλλο βάνει ο νους σου… Γιατί κατιτίς θωρώ και σε βασανίζει…

– Μα και για να φαίνονται καταμεσής οι δυο κηλίδες το αίμα… Γερμανικό κι Ελληνικό! Δυο κηλίδες ολόιδιες. Μα πε μου να χαρείς Καπετάνιε. Ξεχωρίζεις εσύ άμα δεν κατέχεις ποιανού ήτανε η μια κηλίδα και ποιανού η άλλη;τον ρωτά με βαρύ αναστεναγμό η μοδίστρα.

– Όχι βέβαια δε θα μπορούσα να τις ξεχωρίσω. Μα πες μου όμως γιάντα βαραναστέναξες;

– Σα και με ρωτάς δα σου το πω Καπετάνιε και να με συμπαθάς. Μ’ όλο το σεβασμό μου σε σένα και σ’ όσους πολεμούνε και χύνουνε το αίμα τους για την Κρήτη μας και την Ελλάδα μας- το χρέος σας κάνετε- άφησέ με να του πω μια σκέψη που στριφογυρίζει στο νου μου, αφ’ όντας πήρα στα χέρια μου το ματωμένο αλεξίπτωτο…

– Πε την κερά μοδίστρα. Πε τηνε τη σκέψη σου και δεν υπάρχει λόγος να διστάζεις…

– Να Καπετάνιο. Θέλω να πω πως τούτηνέ την ώρα σου μιλώ σα μάνα πού’μια. Βέβαια το χρέος μου το αιστάνομαι. Κι η τιμή της Πατρίδας πρώτα απ’όλα… Μα λέω πως: Μανάδες της Κρήτης γεννήσαμε εσάς τους Κρητικούς. Αλλά μανάδες γεννήσανε κι αυτούς που ήρθανε από τον ουρανό με τσ’ ομπρέλες τους να μας σκλαβώσουν… Ίδιο κι όμοιο το αίμα τους πάνω στο άσπρο ρούχο, πάνω στης γης το χώμα… Όμως γιατί να χύνεται άδικα; Εγώ κι όλες οι μανάδες της Γης –πιστεύω- θα θέλαμε τούτες οι κηλίδες των αντιπάλων να μην υπάρχουν… Σε καμιά γη… σε κανένα αλεξίπτωτο… Τούτο το αίμα και μάλιστα της νιότης να μη χύνεται άδικα. Μα να κυλά στις φλέβες των παιδιών μας σαν αίμα λαών αδελφωμένων…

«Κρήσσα» (Ειρήνη Ταχατάκη)

Γλωσσάριο (το οποίο συνοδεύει την έκδοση της Νομαρχίας Χανίων τίτλο «Αφιέρωμα στη μάχη και την αντίσταση της Κρήτης (1941-45)», Χανιά 1992). Αναφέρεται στις λέξεις που σημειώνονται με αστερίσκο με τη σειρά που συναντώνται στο κείμενο.

καταδιά: εισόδημα, πόροι ζωής

λαλούσαν: οδηγούσαν. Λαλώ το ζώο: το κατευθύνω στο δρόμο του

στρίποδα: ξύλινα στηρίγματα που στερέωναν πάνω τους σανίδες για κρεβάτι

παραφατόρισσα: γυναίκα βοηθός σε σπιτικές δουλειές.

ανεχουμίζω: κάνω άνω κάτω τον τόπο.

πόρτεγο: μεγάλο δωμάτιο, χώρος υποδοχής κλπ σε παλιό κρητικό σπίτι.

καματερές: καθημερινές μέρες. Το αντίθετο: σκόλες ή σκολάδες

έντο επαέ: κοίταξέ το εδώ

το κολάι: η φροντίδα για κάτι που χρειάζεται

αρμαθιάζω: μαζεύω κάποια πράγματα, κάνω αρμαθιά, δεμάτι

μια γκοπανιά: κάποια στιγμή

ο καφάς: ο αυχένας

ήπηρε τσι τράτους: πήρε τις τελευταίες αναπνοές

δεν διασφάλιζαν: δεν φανερώνονταν

κονέψανε: φιλοξενήθηκαν, σταμάτησαν να ξεκουραστούν, να διανυκτερεύσουν

το ντελικανιδάκι: νεαρός, έφηβος

σαντούκιασμα: μάζεμα τροφών, ή άλλων χρήσιμων ειδών.

κεντίζω: καίω, λαμπαδιάζω.

μπουμπουρισμένα: γυρισμένα με το άνοιγμα προς τα κάτω.

χωστείτε: κρυφτείτε

να μη κρουφτούνε: να μην πάθουνε ασφυξία

κοντάδα: οριζόντιο ξύλο που επάνω κρεμούν διάφορα πράγματα, ρούχα.

παίζει ένα καμπανό: κάνει ένα πήδημα.

ανήμενα: περίμενα (αναμένω ή ανημένω)

να το ψιμιδέψω: να το φροντίσω με επιτηδειότητ

114 Σχόλια προς “Δυο κηλίδες αίμα στο αλεξίπτωτο (διήγημα της Ειρήνης Ταχατάκη)”

  1. Ριβαλντίνιο said

    τα ξανθά ολόισια μαλλιά του ήταν όρθια σαν καρφιά του σκαντζόχοιρου.

    Πάντως να πούμε πως πολύ λίγοι Γερμανοί ήταν σαν τον Ιβάν Ντράγκο.
    Π.χ. Δείγμα Άρειας μουτσούνας.

    ===============================
    Ίγγλις, μπουμ, μπουμ, καπούτ, μάμα, μπάμπα… Εσύ φλάσκα ι, ι, ι, ι,.

    Αυτό ήταν πάγια τακτική των Γερμανών , όταν διαμαρτυρόμασταν για τις σφαγές. Όταν οι Γερμανοί έκαναν τις καταστροφές στα Καλάβρυτα , στην Αγία Λαύρα και στο Μέγα Σπήλαιο και ο Ράλλης διαμαρτυρήθηκε, μεταξύ άλλων του απάντησαν :

    ( Δορδανάς , Αντίποινα )

    Ή μεταπολεμικά προσπάθησαν να δικαιολογήσουν την δράση τους με αντιπαραδείγματα μέσα απ’ την πρόσφατη ελληνική ιστορία !!!

    Ακρόπολις 20/11/1946
    Εγκλήματα των Γερμανών στην Κρήτη. Το ειδικό δικαστήριο εγκληματιών πολέμου δικάζει Γερμανούς στρατηγούς. Οι Γερμανοί διακαιολογούνται. Ο ελληνικός στρατός δεν πήρε τα μέτρα που έπρεπε κατά των υπερβασιών του τουρκικού άμαχου πληθυσμού στην Μικρασία . Γι’ αυτό η Ελλάδα έχασε τον πόλεμο το ’22 . Ναι , αλλά τουλάχιστον ο Κεμάλ είπε στην τουρκική εθνοσυνέλευση πως ο ελληνικός στρατός υπήρξε ανθρωπιστής . 🙂 🙂 🙂

  2. Reblogged στις anastasiakalantzi59.

  3. Τι είναι άραγε το βουργιάλι που χωρά κοτζάμ αλεξίπτωτο;

  4. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1 Ώστε είχαν αυτή τη δικαιολογία; Ενώ είχαν ισοπεδώσει το Κόβεντρι;

    3 Είναι μία ακόμα από τις λέξεις που ήθελε επεξήγηση 🙂

    Βούργια και βουργιάλι, το ταγάρι, σακίδιο κτλ. Βλ. και Λέξεις που χάνονται.

  5. ΣΠ said

    Καλημέρα.

    Τελικά, τα αλεξίπτωτα ήταν άσπρα ή πολύχρωμα;

  6. atheofobos said

    Στο ωραίο αυτό διήγημα να προσθέσω μερικές ακόμα εξηγήσεις σε λέξεις που τουλάχιστον εγώ δεν τις ήξερα.

    μιγαδερά =οι κρητικοί ζύμωναν μιγαδερά αλεύρια δηλαδή μείγματα αλεύρων, στα οποία πότε υπερίσχυε το κριθαρένιο και πότε το σταρένιο. Συχνή ήταν και η πρόσμιξη σίκαλης.

    Ταχυνή= ο χρόνος κατά τον οποίο ανατέλλει ο ήλιος και λίγο μετά, έως το μεσημέρι

    Βουργιάλι= μικρό κρητικό σακίδιο χειροτεχνημένο στον αργαλειό που μεταφέρεται στην πλάτη

    ασκιανιάδα =ίσκιος

    χαλικουτίσματα= https://www.slang.gr/lemma/5911-xalikoutis-xalikoutizo

  7. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Ωραίο το διήγημα αν και δυσκολοδιάβαστο. Μπράβο στον Αντώνη που το έστειλε και στο Νικοκύρη που το δημοσίεψε.😊

    3 – «που χωρά κοτζάμ αλεξίπτωτο;»

    Ένα στρατιωτικό αλεξίπτωτο, είναι 32 τετραγωνικά μέτρα από συνθετικό μετάξι (εκείνα ήταν μεταξωτά για να είναι λεπτά, και γύρω στα 25 νομίζω) αν το μαζέψεις σωστά, χωράει σε ένα σάκο 50χ40χ30.

  8. ΚΑΒ said

    έντο επαέ=κοίταξέ το εδώ

    Ίντα πράμα είν’ αυτό το «έντο»;

  9. sarant said

    6 A μπράβο

    7 Μιλάει η πείρα

  10. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    8# Νάτο.

  11. Το 11 το έγραψα εγώ, δεν ξέρω πώς βγήκε με άλλο όνομα.

  12. Costas Papathanasiou said

    Καλημέρα.
    «Ετσά ‘ναι η παντέρμη ώρα του πολέμου. Ή γίνεσαι μακελάρης ή μακαρίτης…»:
    Με δύο κηλίδες, μικρή του αντιστεκόμενου, μεγάλη του εισβολέα (κι όμως ασήκωτες κι οι δυο για όποια ψυχή στο θάμα της ζωής μετέχει), συνυπογράφεται αυτό το σύμφωνο για φόρο αίματος, γραμμένο στ’ άσπρο σύννεφο, το έκπτωτο στη γη, που ίσως γυρεύει έτσι να γενεί κρινάκι κόκκινο, φλεβάρικο, ανθρωπιάς, πριν να το πάρει η θολερή νεροσυρμή για να το κάνει πάλι φάλαινα λευκή θανάτου, αχλύ απέθαντη…
    ΥΓ1:Ωραίο αφήγημα. Μπράβο στη συγγραφέα με την όμορφη ματιά και στους ευγενείς παρουσιαστές της.
    Υγ2:5-Μονόχρωμες-ετερόχρωμες πρέπει να ήταν αυτές οι “ομπρέλες”
    ΥΓ3:Πέρυσι δεν ήταν και η απόφαση του Σωματείου Ευρωπαίων Αλεξιπτωτιστών να γίνει έκθεση εις μνήμην και των Γερμανών Αλεξιπτωτιστών που έπεσαν στη Μάχη της Κρήτης ;

  13. Ξανα μπέρδεμα με το 11: έχω γράψει «Πολυ το φχαριστήθηκα, κεί΄μνεο και ντοπολαλιά!»

  14. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Καλημέρα!
    Φυσικά και μόνο που αφορά τη Μάχη της Κρήτης, έχω περίσσια συγκίνηση κι ενδιαφέρον.
    Ευχαριστώ προσωπικά, εκτός από τον Νικοκύρη (μονίμως 🙂 ) και τον Antonislaw για το σημερινό.
    Δεν την ήξερα τη δασκάλα-συγγραφέα.
    Δε θέλω να είμαι «αυστηρή» αλλά μ΄έπιασε ένα (λογοτεχνικό) «γαμώτο» . Μια ωραία ιδέα (το αλεξίπτωτο-πουκάμισο με τις κηλίδες , μέσα στο πολεμικό σκηνικό της Κατοχής) δεν εκτινάχτηκε, τόσο όσο μπορούσε. Έπιασα τον εαυτό μου να το ξαναχτίζει ελλειπτικά, πυκνά καταπώς θα του ΄δινα λέει τη δύναμή του.
    Ας μην συνεχίσω κριτικά, είναι άκομψο και γι΄αυτό σταματώ, αλλά καθώς είναι ιδωμένο με αγάπη, όχι άδικο κατά τη γνώμη μου πάντα. Ίσως μού το κάνει εντονότερο αυτό το γαμώτο, το ότι διαβάζω τώρα (γεια σου Πέπε που μού το θύμισες) του Σωτήρη Δημητρίου τον Ουρανό που λέγαμε χθες-προχθές κι έχω τρελαθεί από τη δύναμή του. Βουρκώνω πότε από συγκίνηση λύπης, πότε από χαράς και πότε από την ίδια την αυθεντικότητα της γραφής – χνώτου των ηρώων του. (Δυσκολία σχεδόν μηδέν στα γλωσσικά του-τα βαθιά ηπειρώτικα)
    Τώρα για τα γλωσσικά του προκείμενου , αισθάνθηκα διάφορα «κρατήματα».
    Μικτή γλώσσα, δεν την διατηρεί ενιαία πχ στους διαλόγους το ιδίωμα και νεοελληνικά στο υπόλοιπο. Δεν είναι κατ΄ανάγκην μειονέκτημα αυτό αλλά να μην χτυπούν οι μεταβάσεις, οι μικτές σφήνες (βέβαια αυτό ισχύει για μένα, ως κρητικιά, για τους υπόλοιπους ίσως το κάνει ευκολότερο).

    >ξυνόγαλο και ανθόγαλο,… κηπευτικά
    ξύ(ι)γαλο και αθόγαλο, κηπικά (αλλού τα λέει έτσι)

    >τ’ αγώγι
    τ΄αγώι (που ξυπνά τον αγωγιάτη)

    >από βραδύς/ αποβραδύς

    >μουστάκια δασιά/παχιά μουστάκια

    >δρεπάνια/δραπάνια

    >εκειά ένα γύρω/εκειά ένα γύρο

    >να μη κρουφτούνε* οι κρυμμένοι/ *Γκρούβγομαι-πλαντώ,πνίγομαι,(ναι, να μην πάθουνε ασφυξία όπως λέει και ο Αντώνης )

    >τσέπη της προστοποδιάς/ της μπροστοποδιάς

    >μπαλοτοκόπι= (ν)τουφεκίδι (θα το εξηγούσα)

    >Σκολάτι σου Παναγιά μου/σπολάτι ή σπολλάτη ή σπολλάτι/ εις πολλά έτη, ΛΚΝ:
    σπολλάτη: [spoláti] επιφ. : (λαϊκότρ.) συνήθ. ειρωνικά, ευχαριστώ, μπράβο, πάλι καλά!

    >έντο επαέ: κοίταξέ το εδώ: έντο -δες το, επαέ- εδώ πέρα

  15. rogerios said

    Πολύ ωραίο κι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Ευχαριστούμε πολύ τον φίλτατο Antonislaw.
    Με την άδεια και την κατανόησή σας, προσθέτω κι εγώ ένα παλιότερο κείμενό μου , όταν τσακωνόμασταν για το βιβλίο του Ρίχτερ.

  16. sarant said

    11-13 Το σχολιο σου αυτό το έχει κρατήσει η μαρμάγκα

    15 Ευχαριστούμε!

  17. antonislaw said

    Καλημέρα σας! Σας ευχαριστώ κι εγώ για τη φιλοξενία του κειμενου της σημαντικής λαογράφου της Κρήτης της Ειρηνης Ταχατάκη και χαίρομαι για τα θετικά σχόλια
    Συγγνώμη κιόλας που δεν απέδωσα περισσοτερες λέξεις στην κοινή γλώσσα, παρακατω παραθέτω μερικές ακομα λέξεις κ φρασεις, καποιες εχουν ήδη απαντηθει στα σχόλια πολύ εύστοχα, συγγνώμη αν επαναλαμβάνονται κάποιες, την επιείκειά σας γιατί γράφω από το κινητό:
    «Εκεί η μητέρα μας, που ήταν μοδίστρα, θα μπορούσε να δούλευε τη δουλεία της «: από λάθος στην πληκτρολόγηση, τη δουλειά της το σωστό
    παντέρμο (ε το παντέρμο ωζό): αφιλότιμο , σε άλλη φράση (πχ παντέρμη Κρήτη):καημένη. Επίσης σκωπτικά η παντέρμη:το αντρικό μόριο

    Την άλλη ταχυνή:το επόμενο πρωί
    Μεσοσώμαρα (καβαλικέψαμε εμείς τα παιδιά ):ανάμεσα στα πράγματα
    Μονόσπιτο:μονόχωρο σπίτι, με ένα μόνο δωμάτιο
    κατοικιά ,η: το κατάλυμα, η κατοικία
    Μιγαδερό(παξιμάδι): από στάρι και κριθάρι
    Βίγλιζε(το χωριό): βρισκόταν σε ψηλό σημείο,από όπου μπορεί κανείς να εποπτεύσει, δέσποζε
    Μαγεροψήματα: μαγεριές: τα όσπρια
    Κρουσομάντηλο, στιβάνια και μαύρη κυλότα. (τμήματα της ανδρικής κρητικής ενδυμασίας): μαντήλι υφαντό ή πλεκτό με κρόσια ολογυρα, ψηλές μπότες, παντελόνι ιππικού που τα μπατζάκια μπαίνουν μέσα στην μπότα. Τα υπόλοιπα τμήματα της φορεσιάς: μεϊντενογίλεκο, ζωνάρι μακρύ πολλά μέτρα που δένεται σφιχτά για να κανει δαχτυλιδωτή τη μέση, μαχαίρι ασημωτό, καπότο.
    Να μου συντράμεις:να με βοηθήσεις,(συνδράμω)
    Έτηνε (μας ράφτει όλους στο χωριό): έτηνε: να αυτή
    Γροίκα:άκου(γροικώ)
    Βουργιάλι,το: το υφαντό σακίδιο πλάτης ( η βούργια, υποκορ.βουργίδι,το)
    (Δεν είχε) ξετελεμό: δεν τελείωνε, ατέλειωτο
    Ανερωτώ:ρωτώ για να μάθω
    Πλια (σκούρα): πιο (σκούρα)
    Εσκιάνιαζε(ο ουρανός): σκοτείνιαζε, (η ασκιανιάδα,το σκιανιό ή ο σκιανιός: η ισκιάδα)
    Τα όπλα ντως τα βαρά: τα όπλα τους τα βαριά(ιδιωματισμός αντί βαριά, πχ βαραναστενάζω)
    Σκαπέθια,τα: οι αξίνες( το σκαπέτι)
    Γκραδάκι,το: παλιό γαλλικό τουφέκι, από τα πρώτα οπισθογεμή , πρωτοκατασκευαστηκε το 1874( ο γκρας)
    Εμάζωνα: μάζευα, συγκέντρωνα(μαζώνω)
    Κοχεύγω: βλέπω με την άκρη, την κόχη, του ματιού
    Ματσάζω ( και τα δυο ντου χέρια): πιάνω με τη ματσά, με την τσιμπίδα του τζακιού, μεταφ. αρπαζω πολύ σφιχτά, τσιμπιδώνω
    Ολοδιαόλιστος( του κάνω): σε έξαλλη ψυχική κατάσταση λόγω θυμού (του λέω)
    Μαγάρι: μακάρι
    Τωσε (βάνω): τους (βάζω)
    Καταχώνιασε : κατάχωσε, έκρυψε καλά στον πάτο
    Σίμωσε: πλησίασε (σιμώνω)
    Ώφου αδικιά: πω πω κρίμα, τι έκαμα
    Θέσε (κειε): ξάπλωσε (εκεί), (θέτω: ξαπλώνω με ενεργητική και μέση σημασία:θέτω στο κρεβατι:κοιμάμαι,και θέσε το ποτήρι στο τραπέζι:βάλε,άφησε)
    (Μοδίστρα είσαι),λεβεντιά: είσαι λεβέντισσα,σπουδαία. (Και λεβεδιά) (Επίσης αντί του τέλεια: τι κάνεις; Λεβεδιά είσαι!)
    Με ετσά λογιώ αθρώπους: με τέτοιου ειδους ανθρώπους
    Χαλικουτίσματα: ακαταλαβίστικα λόγια σε ξένη γλώσσα

  18. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    8 >>Ίντα πράμα είν’ αυτό το «έντο»;
    δέντο (διέτο-που λέν αλλού 🙂 ) λέμε, ανατολικά, το έντο . Ιδέ το .
    -Ίντα το καμες μπρε το μαχαίρι;
    -δεντο, ομπρος σου είναι , στο τραπέζι!

    Ταχυνή=το πρωί, αποτάχυνα (νωρίς το πρωί),
    οψές την ταχυνή, χθες το πρωί
    τ΄ασκέρου(τ΄αϋτέρου δυτικά) την ταχυνή, αύριο το πρωί
    Ταχιά ταχιά (΄ναι Αρχιχρονιά- λένε τα κάλαντα), αύριο, ξημερώνει Πρωτοχρονιά

    >>»την άλλη ταχυνή» που λέει στο διήγημα εννοεί το άλλο πρωί, αλλά η έκφραση χρησιμοποιείται και για το «ποτέ»
    -Είπε πώς θα ρθει να τα κόψει πριν ξεραθούνε τα χόρτα
    -ναι, καλά, την άλλη ταχυνή! Σε όλους τάσ(ζ)ει…

  19. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    17 >> ματσάζω
    Αντώνη, όχι, ματσάζω με τα δυο χέρια είναι πιάνω σφιχτά και με τις δυο χούφτες (φούχτες) μου.
    Ματσάζω= κάνω μάτσα.
    Ένα μάτσο ,η μια χεριά (πχ σαν ανθοδέσμη).
    Από τη μασιά (μαχιά-παχύ το σ) δε μού ΄ρχεται να λέμε μια δόση μ΄αυτήν. Πάντα κατά την ανατολική εκδοχή του ιδιώματος, Μπορεί δυτικά να λέτε μασιάζω, πιάνω με τη μασιά;

    Σειρές-σειρές βασιλικούς
    και ρόδα μάτσα- μάτσα
    θυμάσαι απού σου τα ΄πεμπα
    π΄ανάθεμάσε …χάτσα ! *

    *βρώμα, βρωμούσα, μεταφορικά

  20. Ριβαλντίνιο said

    Ο Ρίχτερ στο βιβλίο του έχει πολλά λάθη ή λέει πολλά ψεματούρια. Όποιος έχει όρεξη για διάβασμα βλέπει σε αυτή την εργασία την αποδόμησή του :

    Η Μάχη της Κρήτης: Ένας αντίλογος στις αναθεωρητικές θέσεις του Χάιντς Ρίχτερ, Μέρος Α’
    https://belisarius21.wordpress.com/2016/05/20/%ce%bc%ce%ac%cf%87%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%cf%81%ce%ae%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ad%ce%bd%ce%b1%cf%82-%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%b9%cf%82-%ce%b1%ce%bd/

    Η Μάχη της Κρήτης: Ένας αντίλογος στις αναθεωρητικές θέσεις του Χάιντς Ρίχτερ, Μέρος Β’
    https://belisarius21.wordpress.com/2016/07/16/%CE%B7-%CE%BC%CE%AC%CF%87%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%B1/

    Κυρίως το Β΄μέρος.

    Βάζω ένα – δυο αποσπάσματα για όσους βαριούνται την ανάγνωση :

    Η γερμανική έκθεση δηλώνει συγκεκριμένα σε πόσα περιστατικά αναφέρεται – απλώς ο Ρίχτερ ξεχνάει να το πει: από τον Μπήβορ γνωρίζουμε ότι η έκθεση του 11ου Αεροπορικού Σώματος αναφέρει συγκεκριμένα 25 περιστατικά ακρωτηριασμών σε όλο το νησί, «από τα οποία σχεδόν όλα είχαν γίνει σχεδόν με βεβαιότητα -κατά την έκθεση-μεταθανάτια». Παραθέτοντας την ίδια έκθεση, ο Μπήβορ αναφέρει ρητά αυτό που ο Ρίχτερ γνωρίζει αλλά μάλλον σκόπιμα αποφεύγει να πει και ταυτόχρονα αόριστα διογκώνει: τα εγκλήματα που κατέγραψαν οι Γερμανοί και αποδίδονται στους Κρήτες ατάκτους και με τα οποία «δικαιολογούνται» οι μαζικές εκτελέσεις αμάχων ήταν: λιγότεροι από 25 ακρωτηριασμοί πτωμάτων (ήσσονος σημασίας έγκλημα πολέμου που αντιστοιχεί στην περιύβριση μνήμης νεκρού του ποινικού δικαίου) και «μεμονωμένοι» βασανισμοί τραυματιών. Από το γεγονός ότι οι «βασανισμοί τραυματιών» -για την ακρίβεια: προθανάτιοι ακρωτηριασμοί- ήταν «μεμονωμένοι» επί συνόλου 25 ακρωτηριασμών, δε μπορεί να ήταν πάνω από 3-4 περιπτώσεις.

    Φυσικά, εδώ προκύπτει και ένα άλλο ερώτημα, πώς ένας (προθανάτιος) ακρωτηριασμός ενός στρατιώτη που προέρχεται π.χ. από επίθεση με τσεκούρι ή τσάπα που ήταν μερικά από τα κρητικά όπλα είναι «βασανισμός» και όχι νόμιμη επίθεση από ένα μαχητή που δεν διαθέτει άλλο όπλο. Ένας ακρωτηριασμός είναι νόμιμος όταν προέρχεται από βλήμα όλμου ή βόμβα, αλλά «έγκλημα» όταν επέρχεται στο πεδίο της μάχης από σκαπάνη ή πέλεκυ;

    ________________

    Η τέταρτη έκθεση γερμανικής προελεύσεως σχετικά με τα «εγκλήματα των Κρητών ατάκτων» αποδίδεται, με χαρακτηριστική ασάφεια, στον συντάκτη Χέλμουτ Ούνγκερ (Hellmuth Unger). Αν και προφανώς η έκθεση δεν είναι ιδιωτική, είναι ασαφές για λογαριασμό ποιας υπηρεσίας συνετάχθη η έκθεση αυτή, καθώς δεν αναφέρεται υπηρεσία ενώ ο ίδιος ο Unger ήταν γιατρός, μέλος του ναζιστικού κόμματος και εκπρόσωπος τύπου της Υπηρεσίας Φυλετικών Διακρίσεων του κόμματος. Υπάρχουν δύο ενδείξεις για την προέλευση της εκθέσεως αυτής: Η μεν πρώτη είναι ότι εντολέας της εκθέσεως, ή τουλάχιστον της συλλογής στοιχείων από τον Ούνγκερ, ήταν ο Στρατάρχης της Γερμανικής Αεροπορίας Έρχαρντ Μιλχ (Erhard Milch). Ο Μιλχ κατά την περίοδο εκείνη ήταν Γενικός Επιθεωρητής της Αεροπορίας, και συχνά αντικαθιστούσε τον Γκαίριγκ στα καθήκοντά του επικεφαλής της Γερμ. Αεροπορίας. Επιπλέον, για τα συμπεράσματα της έκθεσης, ο Ρίχτερ στις σημειώσεις του βιβλίου παραπέμπει σε επιστολή του Ούνγκερ της 19ης Ιουνίου προς τον Επιθεωρητή Υγειονομικού της Γερμ. Αεροπορίας. Έτσι, μπορεί να συναγάγει κανείς ότι η έκθεση Ούνγκερ αποτελούσε πιθανότατα την έκθεση της Γερμανικής Αεροπορίας σχετικά με το ζήτημα των «εγκλημάτων» της Κρήτης.

    Καθώς τα συμπεράσματα της έκθεσης αυτής είναι ελάχιστα βολικά για τον συγγραφέα, το άγχος του να την υποβαθμίσει είναι καταφανές. Αρχικά ο συγγραφέας μας πληροφορεί ότι συντάκτης της έκθεσης είναι «κάποιος δρ. Hellmuth Unger». Περιέργως, αν και ο Ούνγκερ δεν είναι λιγότερο γνωστός από γερμανούς δικαστές που αναφέρει ο Ρίχτερ όπως τον ταγματάρχη Μποκ, τον στρατοδίκη Ρούντελ ή τον στρατοδίκη Σουλτς, είναι ο μόνος που εισάγεται υποτιμητικά ως «κάποιος δρ. Ούνγκερ» και όχι ως «ο δρ. Ούνγκερ». Βέβαια, μια απλή έρευνα σε βιογραφικές πληροφορίες δείχνει ότι ο Ούνγκερ, καλώς ή κακώς, ήταν σαφώς πιο γνωστό πρόσωπο του Β’ ΠΠ από τους προαναφερθέντες. Ο συγγραφέας εν συνεχεία σπεύδει να μας πληροφορήσει για τη συμμετοχή και τη θέση του Ούνγκερ στο Ναζιστικό Κόμμα, σε μια προφανή προσπάθεια να υποσκάψει το κύρος του «άβολου» μάρτυρα. Αναρωτιέται κανείς αν οι υπόλοιποι Γερμανοί εμπλεκόμενοι στη Μάχη και τις έρευνες που έχουν προαναφερθεί δεν έχουν καμία σχέση με το ναζιστικό κόμμα (πράγμα που με τα δεδομένα του 1941, θα ήταν αξιοσημείωτο, ειδικά για τη Γερμανική Αεροπορία), ή αν απλά μόνον για τον Ούνγκερ έγινε η σχετική ρητή αναφορά. Κυρίως όμως, αναρωτιέται κανείς γιατί, εν προκειμένω, η συμμετοχή στο ναζιστικό κόμμα είναι επιβαρυντικό στοιχείο για τη μαρτυρία του Ούνγκερ. Στην πραγματικότητα, ακριβώς το γεγονός ότι ο Ούνγκερ είναι στρατευμένος ναζί, είναι από τα στοιχεία που προσδίδουν μεγαλύτερη αξιοπιστία στην έκθεσή του: ο ναζί Ούνγκερ θα είχε έναν λόγο περισσότερον από τον μέσο ερευνητή να είναι εχθρικός προς τους «αμφιβόλου» φυλετικής ποιότητας Έλληνες (και δη άξεστους Κρήτες χωρικούς).

    Παρ’ όλα αυτά ο ναζί Ούνγκερ αμφισβητεί τις κατηγορίες κατά των Κρητών μετά το ταξείδι του στην Κρήτη, αναφέροντας στον Μιλχ ότι τα περί εγκλημάτων κατά των Γερμανών ήταν «υπερβολές μερικών δημοσιογράφων» και τα ασυνήθη πλήγματα κατά των αλεξιπτωτιστών οφείλονταν απλώς στα ασυνήθη όπλα (γεωργικά εργαλεία) που είχαν αρχικά οι Κρήτες. Ο Ρίχτερ, λες και αυτή η αμφισβήτηση του Ούνγκερ ήταν ντε φάκτο ύποπτη, γράφει ότι αδυνατεί να προσδιορίσει «τα πραγματικά κίνητρά του» για την αθώωση των Κρητών – «τα πραγματικά κίνητρα παραμένουν άγνωστα». Ενδεχομένως κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια, ο συγγραφέας αδυνατεί να πιστέψει ότι ο Ούνγκερ δεν είχε κάποιο βαθύτερο κίνητρο αλλά απλώς ήρθε στην Κρήτη, ερεύνησε τις καταγγελίες και διαπίστωσε ότι δεν ευσταθούν. Παρ’ όλα αυτά, ο Ρίχτερ επιμένει στην ύπαρξη δόλιων κινήτρων και προτείνει δυο πιθανούς λόγους για τα συμπεράσματα του Ούνγκερ. Ο πρώτος πιθανός λόγος είναι ότι «οι επιθυμίες του ήταν επιφανειακές και εσφαλμένες, καθώς δε μίλησε με τους σωστούς ανθρώπους» και «δεν αντιλήφθηκε την έκταση που πήραν τα έκτροπα». Το πώς ένας εντεταλμένος του Γενικού Επιθεωρητή (και ντε φάκτο Νο 2 της Γερμανικής Αεροπορίας) και μέλος του πολιτικού καθεστώτος, δε μπορεί να «μιλήσει με τους σωστούς ανθρώπους» για ένα θέμα που ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι είχε πάρει μαζική έκταση, είναι αξιοθαύμαστο. Ο Ούνγκερ έπρεπε να αναζητήσει μάρτυρες σε δύο αποδεκατισμένες μεραρχίες στην Κρήτη, όχι σε… τρεις Ομάδες Στρατιών στο Ανατολικό Μέτωπο, ενώ μάλιστα διεξάγονταν στο Νησί και άλλες τέτοιες έρευνες. Ο Ούνγκερ μάλλον πράγματι δε «μίλησε με τους σωστούς ανθρώπους», δηλαδή πιθανόν δεν του «εξήγησε» ο Στούντεντ και ορισμένοι αλεξιπτωτιστές τι όφειλε να γράψει στην έκθεσή του, μιας και δεν ήταν υφιστάμενος του Στούντεντ.

    Ο δεύτερος λόγος που προτείνει ο Ρίχτερ ως κίνητρο για το πόρισμα του Ούνγκερ είναι ότι «ενδεχομένως προσπάθησε να συγκαλύψει τα έκτροπα προκειμένου να αποτρέψει τις αρνητικές αντιδράσεις της κοινής γνώμης». Όμως, οι τυχόν αρνητικές αντιδράσεις της κοινής γνώμης θα ήταν μέλημα του Χίτλερ ή του Γκαίμπελς, δηλαδή των καθ’ ύλην αρμοδίων, αλλά δεν προκύπτει από κάπου ότι απασχόλησαν τον εντολέα του Ούνγκερ, δηλαδή τον Μιλχ -που ήταν Στρατάρχης της Γερμανικής Αεροπορίας.

    Με απλά λόγια: ο συγγραφέας, παρ’ όλο που έχει την έκθεση του Ούνγκερ στα χέρια του, δεν είναι σε θέση να αντιπαραθέσει ούτε ένα επιχείρημα επί της ουσίας της. Μάλιστα, αποφεύγεται να σχολιαστεί το γεγονός ότι ο Ούνγκερ, ως γιατρός και απευθυνόμενος στον Επιθεωρητή Υγειονομικού είναι σε κατάλληλη θέση να αξιολογήσει τους αναφερόμενους ακρωτηριασμούς, και πράγματι τους αποδίδει σε «ασυνήθιστα όπλα» –δηλαδή σε γεωργικά εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν κατά την περίοδο της Μάχης .
    __________________

    Υ.Γ.1 Τον Ρίχτερ στα θέματα αυτά τον πολέμησαν πρώτα οι αριστεροί τύπου Φλάισερ . Αυτοί του τα είχαν μαζεμένα γιατί ήταν προφανώς αντικομμουνιστής. Ο Ρίχτερ όμως έκανε το λάθος να εναγκαλισθεί στο θέμα της Κρήτης τον γερμανικό εθνικισμό απαράδεκτα παραπάνω από όσο θα ήταν ανεκτό σε αυτούς που τον θεωρούσαν φιλέλληνα.

    Υ.Γ.2 Στην περίπτωση της Κύπρου όμως που ο Ρίχτερ ήταν κατά της τρομοκρατικής ΕΟΚΑ και υπέρ των Εγγλέζων , η Αριστερά μούγγα.

  21. SearchPeloponnese said

    «Ε το» (συνηθέστερα) και «εν το» το λέμε και στον Μοριά. Εγώ το καταλαβαίνω δύο λέξεις (που μπορούν να γρφτούν και ενωμένες) «να το», «να αυτό» (όχι ΝΑΤΟ).

  22. Eva Matenoglou said

    Ωραίο διήγημα !

    >>«Ίδιο κι όμοιο το αίμα τους πάνω στο άσπρο ρούχο, πάνω στης γης το χώμα… Όμως γιατί να χύνεται άδικα»

    Τα λόγια αυτά θυμίζουν το ίδιο αντιπολεμικό θέμα στον Μυριβήλη (Η ζάβαλη Μάικω του Η ζωή εν τάφω) και στον Σαμαράκη (το ποτάμι), αλλά και ένα περιστατικό που ενέπνευσε τον Barbusse για την περιγραφή μιας από τις πιο εμβληματικές σκηνές του Le Feu, και τον Οtto Dix για τον πίνακά του με τον τίτλο Flanders.
    Στον πίνακα του Dix δεν πρωταγωνιστεί το μακελειό, αλλά η πλημμύρα των χαρακωμάτων, που έκανε αδύνατη την συνέχιση της μάχης και ανάγκασε τους στρατιώτες και από τις δύο πλευρές να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους – και μαζί τη σκέψη του αλληλοσκοτωμού. Κατά τη διάρκεια της νύχτας αναζήτησαν καταφύγιο μακριά από το νερό, και την αυγή ανακάλυψαν ότι τα σώματά τους, καλυμμένα με λάσπη, ήταν κοντά το ένα στο άλλο. Ο Henri Barbusse απέδωσε την σκηνή ως εξής: «Είχε γίνει πλέον ένα παράξενο πεδίο ανάπαυσης. Το έδαφος ήταν διάσπαρτο με κοιμώμενα όντα ή άλλα που ανακατεύονταν απαλά, σήκωναν το ένα χέρι, σήκωναν το κεφάλι, έρχονταν πίσω στη ζωή ή αλλιώς πέθαιναν. Η εχθρική τάφρος τελικά κατέρρευσε […]. Όλοι αυτοί οι άνδρες με τα κατάχλωμα πρόσωπα μπροστά μας και πίσω μας, εξαντλημένα, στραγγισμένα από τον λόγο και από κάθε τι, όλοι αυτοί οι άνθρωποι με μόνο το βάρος της λάσπης επάνω τους, σχεδόν μεταφέροντας τον τάφο τους, φαίνονταν ίδιοι μεταξύ τους, σαν να ήταν γυμνοί. Άνδρες και από τις δύο πλευρές, βγήκαν από εκείνη την φοβερή νύχτα φορώντας ακριβώς την ίδια στολή της εξαθλίωσης και της βρωμιάς […]

    Επίσης, για τη διαμάχη των ιστορικών (ενταγμένη στο ταραχώδες οικονομικο-πολιτικό τοπίο του 2016), το άρθρο του Δημήτρη Ψαρρά
    https://www.efsyn.gr/arheio/fantasma-tis-istorias/68769_oi-germanikes-epanorthoseis-kai-i-nea-diamahi-ton-istorikon

  23. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Εδώ μαζεμένες κάμποσες από τις χοντράδες του Ρίχτερ.
    https://sarantakos.wordpress.com/2016/05/20/richter-3/

    Είχε πει αν θυμάμαι για κτηνώδεις κρητικούς και ιππότες γερμανούς. Εύκολα μιλάνε για ιπποτισμό οι κατάφρακτοι απέναντι σε ξεβράκωτους.

  24. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    14# Η αλήθεια είναι πως κι εγώ όταν διάβασα για τους δυο λεκέδες, περίμενα το σκολινό πουκάμισο να τους έχει παραγγελιά καταμεσίς στο στήθος, και να φοριέται για πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο. Άλλα κλαριά θα πέταγε η αφήγηση.

  25. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    24 >>περίμενα το σκολινό πουκάμισο να τους έχει παραγγελιά καταμεσίς στο στήθος,
    χμ., κι εγώ αυτό περίμενα και θυμόμουν κάτι «σχετικό», (όχι οπωσδήποτε δικές του οι κηλίδες- ή μάλλον όχι δικές του) συνεχίζοντας τις αράδες παρακάτω:
    Η σφαίρα τον επέτυχε στην πλάτη
    κι έκαμε τρία βήματα κι εστάθη

    Το άσπρο του πουκάμισο ματώνει
    κόκκινο τριαντάφυλλο απλώνει

    Στάλες τα ροδοπέταλά του αφήνει
    το ματωμένο ρόδο του Χαΐνη

  26. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    22 Ακριβώς! Και στα νεότερα (μαύρα) χρόνια του Εμφύλιου η νύχτα στη Νιάλα. Και οι δυο πλευρές ήσαν μόνο κορμιά , άνθρωποι που τουρτούριζαν, στη χιονοθύελα. Ποιος «εχθρος», ποιος φίλος, μπρος στην ανθρώπινη διάσταση
    https://greekcivilwar.wordpress.com/2017/01/12/gcw-799/

  27. ΕΦΗ - ΕΦΗ said


    Έπλεξε περίτεχνο νυφικό από νήμα αλεξίπτωτου το 1941
    https://www.neakriti.gr/article/kriti/hania/1545687/eplexe-nufiko-apo-nima-alexiptotou-to-1941/
    ………………………………………………………………………………………………………………………………….
    Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει τις ιστορίες τριών γυναικών της Κρήτης οι οποίες έζησαν τη Μάχη της Κρήτης το 1941 και συμμετείχαν ενεργά σε αυτή, αλλά και στην αντίσταση των Κρητικών για τα επόμενα 3 χρόνια.

    Η Αφροδίτη Πουλινάκη-Φραγκιαδάκη θυμάται με τη σειρά της τις μάχες και την αντίσταση κατά των Γερμανών και πώς η ίδια και άλλες κοπέλες πήγαιναν εφόδια και τρόφιμα στους Κρητικούς αντιστασιακούς χωρίς να τις αντιληφθούν οι Γερμανοί. εξηγεί επίσης τους λόγους για τους οποίους η πλειοψηφία των κατοίκων που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς ήταν γυναίκες, αναφέρεται στις δυσκολίες και την ανέχεια που προκάλεσε η γερμανική κατοχή, ενώ αναφέρει ως παράδειγμα τα ρούχα που έφτιαχναν οι μητέρες για τα παιδιά τους με το ύφασμα από τα αλεξίπτωτα των Γερμανών
    https://www.ertnews.gr/anadromes/ert-archeio-i-gynaika-sti-machi-tis-kritis-video/

  28. antonislaw said

    19 Αντώνη, όχι, ματσάζω με τα δυο χέρια είναι πιάνω σφιχτά και με τις δυο χούφτες (φούχτες) μου.
    Ματσάζω= κάνω μάτσα.
    Ένα μάτσο ,η μια χεριά (πχ σαν ανθοδέσμη).

    Έχεις δικιο Έφη, όπως το λες πρέπει να είναι! Να με συγχωρείτε!

  29. antonislaw said

    27
    Εμένα η γιαγιά μου είχε πλέξει με το βελόνι από το κορδόνι του αλεξίπτωτου που της πήγε ο παππούς δύο κουρτινες με μοτίβο αγγελάκια! Από την ομπρέλα που ήταν κόκκινη εραψε σώβρακα του παππού μου, και σε ένα κασελάκι από χειροβομβίδες φυλουσε τις σταφίδες και τα σύλα της χρονιάς. Οι κουρτίνες πρέπει να υπάρχουν ακόμα, όπως και το κασελάκι, τα χρωματιστά εσώρουχα του παππού όχι!

  30. antonislaw said

    29
    Σύλα: σύκα ήθελα να γράψω

  31. Πολύ ωραίο και το σημερινό.
    Πολύ κατατοπιστικά και τα σχόλια για τον Ρίχτερ.

  32. Πολύ ωραίο και το σημερινό.
    Πολύ κατατοπιστικά και τα σχόλια για τον Ρίχτερ.

  33. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Ελληνοπολεμικό σχετικοάσχετο το παρακάτω αλλά, επειδή το διάβαζα σήμερα, παραθέτω αποσπάσματα από το Βρετανός στρατιώτης στην Ελλάδα, του αριστερού, φιλοεαμίτη Κόλιν Ράιτ που βρέθηκε εδώ στρατευμένος το 44-45 (πρώτη έκδοση στην Αγγλία το 1946, σε μας έκδοση της Εφσυν Ιανουάριος 2022).

    13 Δεκ 1944
    Αυτή η περιπέτεια απέχει πολύ από το τέλος της, αλλά να είμαι καταραμένος αν βοηθήσω την επιβολή του φασισμού (με όποιο πρόσχημα εμφανίζεται) σε οποιονδήποτε λαό. Ξέρω πολύ καλά πως αν το επιτρέψω αυτό θα είναι σαν να το επιτρέπω τελικά να συμβεί στην πατρίδα μας. Δεχτήκαμε σφοδρό βομβαρδισμό από τον ΕΛΑΣ κι αυτό μου άρεσε! Καταλαβαίνεις?

    13 Μαρ 1945
    Στην έρευνα σχετικά με τις ιστορίες θηριωδίας που διαπράχθηκαν από το ΕΑΜ νομίζω ότι θα διαπιστώσουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος τους είναι ανοησίες […] Έχουν εκταφεί άνθρωποι που πέθαναν από φυσικά αίτια, η μύτη και τα αυτιά τους έχουν αποκοπεί, τα μάτια και τα γεννητικά όργανα αφαιρέθηκαν με επέμβαση και τα πτώματα εμφανίζονται ως φρικαλεότητες του ΕΛΑΣ […]Λέω ότι οι μόνες φρικαλεότητες που έχω δει πραγματοποιήθηκαν από τη Δεξιά εναντίον της Αριστεράς.

    15 Απρ 1945
    Σου έχω πει ότι το ελληνικό έθιμο είναι το ασταμάτητο τραγούδι. Είναι ένα έθιμο που το έχουμε υιοθετήσει. […]Το ίδιο κι όταν κάποιος επισκέπτεται ένα ελληνικό σπίτι. Μιά μεγάλη πιατέλα και τέσσερα ή πέντε πιρούνια, ο αριθμός των μαχαιροπίρουνων εξαρτάται από τον αριθμό των παρόντων. Ο καθένας σκαλίζει εκεί μέσα κι αυτό είναι πολύ καλό έθιμο.

    22 Μαι 1945
    Τις τρεις τελευταίες μέρες με έχει ρίξει κάτω η δυσεντερία […] Μου πέρασε αφήνοντας μου πόνους παντού σαν να με κλότσησαν όλοι οι βασιλόφρονες της Αθήνας!

  34. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Αλλ’ ο πατέρας μου κανένα θαύμα δε θυμόταν
    κι όταν τον ρώταγα τον πόλεμο τον καταριόταν.
    – Ποιοι ήταν πατέρα οι νικηταί και ποιοι οι ηττημένοι;
    – Στον πόλεμο, παιδί μου, υπάρχουν μόνο σκοτωμένοι…
    Τα κρυοπαγήματα και τα κουρέλια του θυμόταν.
    – Και τα ανδραγαθήματα; Ρωτούσα. Αποκρινόταν:
    – Μπορεί οι νεκροί που τάφηκαν μέσα στο χιόνι
    που πολεμήσαν μοναχοί και που πεθάναν μόνοι…
    (από το ποίημα Το αλβανικό του Θωμά Γκόρπα)

    32, Τα γερμανικά αλεξίπτωτα είχαν αρχικά διάμετρο 3,5 μέτρων και εμβαδόν 56 μ 2
    Η Μάχη της Κρήτης (1941): Η περίπτωση του Μάλεμε και των Νεοζηλανδών υπερασπιστών του
    Διατριβή, Ιωάννινα 2019
    https://www.academia.edu/41906409/%CE%97_%CE%9C%CE%AC%CF%87%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9A%CF%81%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%82_1941_%CE%97_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9C%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%B5_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%9D%CE%B5%CE%BF%CE%B6%CE%B7%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%8E%CE%BD_%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8E%CE%BD_%CF%84%CE%BF%CF%85

  35. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    28 πέμπω σου χαιρετίσματα ένα ματσάκι ρόδα 🙂

  36. Κουτρούφι said

    Μιγαδερό. Σε μας, μιαδερό με σίγηση του -γ-. Άλλοτε προφέρεται με συνίζηση (μια-δερό) και άλλοτε χωρίς (μϊαδερό).
    Η σίγηση του -γ- μεταξύ φωνηέντων είναι πολύ συνηθισμένη στη Σίφνο. Στην περίπτωση εδώ, δεν φαίνεται η συσχέτιση (π.χ. με το μιγάς) και έτσι η ετυμολογία δεν είναι προφανής.

  37. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    36 κλπ
    Το ευρύτερα γνωστό ως σμιγάδι.

  38. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα. Ωραίες προσθήκες, λεξιλογικές και άλλες.

  39. @ 36 Κουτρούφι

    Και πώς το προφέρετε; Μγιαδερό ή μνιαδερό;

  40. sxoliastis2020 said

    Πολύ ωραίο το σημερινό κείμενο! Εξαιρετικές κι οι δύο μαντινάδες (του):

    «Την ώρα μα και τη στιγμή δα σκυλοβλαστημάτε
    όντες εξεκινούσατε στην Κρήτη για να πάτε». (πρβ. ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή…)

    «Ε το παντέρμο τ’ άδικο πώς σου πατεί τον γκάλο
    μα και το δίκιο το τρανό, θάρρος σου δίνει κι άλλο».

  41. Nestanaios said

    8. Εν τω (χωρικό και χρονικό) επ’ αεί.

  42. Costas Papathanasiou said

    25: “Στάλες τα ροδοπέταλά του αφήνει/ το ματωμένο ρόδο του Χαΐνη”.
    Πτώση και πτήση, ίδια ρίζα, με άνθος μαύρο ή κόκκινο. Σχετικό και το εξαίσιο της Επιπτώσεως/Ύβρεως πτώμα του αλεξιπτόητου ποιητή:
    «(…)Να θλίβεσαι, πιο πολύ κι απʼ το ρόδο, τʼ ωραίο αυτό κλουβί που αιχμαλωτίζει βλέμματα και άπειρα μελίσσια.
    Η ζωή είναι πλους αλεξιπτώτου και όχι αυτό που θέλεις εσύ να πιστέψεις.
    Πέφτουμε, πέφτουμε ολοένα, απʼ το δικό μας ζενίθ στο δικό μας ναδίρ, και τον αέρα μολύνουμε με αίμα, για νʼ ανασάνουν οι αυριανοί φαρμάκι.
    Εντός και εκτός του εαυτού σου, θα πέφτεις από το ζενίθ στο ναδίρ, γιατί αυτή κι όχι άλλη είναι η άθλια μοίρα σου. Κι όσο από υψηλότερα θα πέσεις, τόσο υψηλότερο θα ʼναι και το αναπήδημα, τόσο πιο έμμονη η διάρκειά σου μέσα στη μνήμη της πέτρας.
    Από τον κόλπο της μητρός μας ή από την άκρη κάποιου άστρου πηδήξαμε και πέφτουμε, όλο πέφτουμε.
    Ω αλεξίπτωτό μου εσύ, το μόνο ρόδο ευωδιαστό της ατμοσφαίρας, θανατηφόρο ρόδο ροβολώντας ανάμεσα από τʼ άστρα του θανάτου.(…)
    Άνθρωπε, ιδού το αλεξίπτωτό σου, ωραίο σαν ίλιγγος.
    Ποιητή, ιδού το αλεξίπτωτό σου, θαυμάσιο σαν μαγνήτης της αβύσσου.
    Ιδού το αλεξίπτωτό σου, Μάγε, που με μια λέξη μόνο θα το κάνεις αλεξιανάβατο εξίσου θαυμαστό ως κι η αστραπή που πάει τον Πλάστη να τυφλώσει.
    Γιατί καθυστερείς;
    Ιδού το μυστικό του Σκοτεινού που το χαμόγελο έχει λησμονήσει.
    Και το αλεξίπτωτο σε περιμένει δεμένο στο προαύλιο ίδιο το άτι για μια φυγή που τελειωμό δεν έχει.»
    (Βισέντε Ουιδόβρο, “Αλταζώρ ο Υψιέραξ ήτοι Πλους αλεξιπτώτου”-Πρόλογος, Μανδραγόρας, 2018- μτφρ: Βίκτωρ Ιβάνοβιτς)

  43. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μιγάδι

    ….
    «Τα μιγαδερά ,βλαστήμα τα», αυτά που τάχεις ανακατερά μ΄άλλον -οι απο κοινού μπερδεμένες υποθέσεις, είναι άστα να πάνε (πχ εξ αδιαιρέτου κληρονομιά)

  44. Georgios Bartzoudis said

    Πολύ καλό και μετρημένο και αντιπολεμικό το διήγημα. Έχει λεξιλογικό ενδιαφέρον (και) από Μακεδονικής απόψεως:
    – «Αύριο που δα [=θα, τοπικός ιδιωματισμός] πας στο σκολειό σου»
    # Δα αντί θα λέμε (και) εν Μακεδονία. Κάποιοι παλιοί γλωσσολόγοι το λένε «δωρισμό».
    – «λαλούσαν: οδηγούσαν. Λαλώ το ζώο: το κατευθύνω στο δρόμο»
    # Όμοια σημασία και στα Μακεδονικά. Έχει όμως και άλλη σημασία, όπως σε δημοτικό τραγούδι («λαλούν τ’ αρνίθια τρεις φορές») ή σε παροιμία («τρεις λαλούν και δυο χορεύουν»)
    – «ούτε πλια σκούρα, ούτε πλια ανοιχτή»
    # Παρομοίως Μακεδονιστί λέγεται «ούτε λιον μουντή ούτε λιον ανοιχτή».
    – «αρχίνηζε ευθύς το μακελειό»
    # Ομοίως πως και Μακεδονιστί: (Αρχίν’ζα, αρχίν’ζις, αρχίν’ζι, αρχίν’ζαμι, αρχίν’ζατι, άρχιν’ζαν)
    – «το κολάι: η φροντίδα για κάτι που χρειάζεται»
    # Ομοίως πως και Μακεδονιστί
    – «Θυμητάρι σάικα [=ασφαλώς] το θες»
    # Να μια ασυμφωνία Κρητικών-Μακεδονικών, όπου σιάικα [σιάι-κα] λέμε το καρφί (τον …χριστιανικό ήλο)
    – «Η μια [μπουκάλα] είχε το λάδι που μαγειρεύαμε κι η άλλη ρακή για εντριβές»
    # Ίσως η συγγραφέας να παραλείπει (ή να αγνοεί) κάτι: Στη Μακεδονία, το πρώτο-πρώτο ρακί που βγαίνει από την απόσταξη (περίπου ένα πενηνταράκι από κάθε καζανιά) συλλέγεται ξεχωριστά, είναι σχεδόν καθαρό οινόπνευμα, ονομάζεται «πρωτοστάξη»(η), και χρησιμεύει αποκλειστικά για εντριβές κλπ.
    – «Πε την κερά μοδίστρα»
    # Ομοίως και Μακεδονιστί η (προστακτική) «πέ»

  45. ΚΑΒ said

    Ευχαριστώ Έφη

    8 >>Ίντα πράμα είν’ αυτό το «έντο»;
    δέντο (διέτο-που λέν αλλού 🙂 ) λέμε, ανατολικά, το έντο . Ιδέ το .
    -Ίντα το καμες μπρε το μαχαίρι;
    -δεντο, ομπρος σου είναι , στο τραπέζι!

  46. Κουτρούφι said

    #39.
    Μάλλον, προς το μγιαδερό.

  47. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >> «Ψηλό Κουτούτο» λεγόταν ο τόπος
    Κουτούτο, είναι το σκεπαστό αυλάκι/ο αγωγός απ΄όπου διερχόταν ο νερό για πότισμα, από πηγές ή στέρνες ( σε κάποια σημεία μπορεί να μεσολαβούσαν και πήλινοι ή χτιστοί αγωγοί). Ποιός ξέρει, ίσως επειδή ήταν σε ύψωμα το μέρος να είχε ψηλοκρεμαστούς τέτοιους αγωγούς εποχής.
    Μαντινάδα γάμου:
    Ως τρέχει το κρυγιό νερό στο γυάλινο κουτούτο
    έτσα να τρέξει κι η χαρά στ΄αντόγυνο ετούτο

  48. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας κι ἀπὸ τὴν ἀφεδιά* μου.

    *τό ᾿γραψα σωστὰ στὰ κρητικά; 🙂

    Εὐχαριστοῦμε τὸν φίλτατο Νομικαντώνη γιὰ τὸ σημερινὸ καὶ τὸν Νικοκύρη γιὰ τὴ φιλοξενία.

    Σίγουρα, ὅπως προανεφέρθηκε ἄλλωστε, τὸ διήγημα δὲν διεκδικεῖ λογοτεχνικὲς δάφνες. Δὲν παύει ὅμως νὰ ἀποτελεῖ μιὰ ζωντανὴ μαρτυρία γιὰ τὴν ἐποχή.

    Μοῦ ἄρεσαν περισσότερο τὰ σημεῖα ὅπου ἀναφέρεται στὴν καθημερινότητα, ὅπως τὴ βίωσε ἡ συγγραφέας ὡς παιδί.

    Ἡ χρήση τοῦ ἀλεξίπτωτου γιὰ κάθε λογῆς ρουχισμὸ δὲν ἦταν κάτι τὸ ἀσυνήθιστο γιὰ τὴν ἐποχή. Τὸ νυφικὸ τῆς μάνας μου (οἱ γονεῖς μου παντρεύτηκαν τὸ 1942) ἦταν ἀπὸ ἀλεξίπτωτο ποὺ βρῆκε στὴ θάλασσα ὁ παπποῦς μου. Ἦταν ὁλομέταξο καὶ τὸ ὕφασμα, μετὰ ἀπὸ τὴ σχετικὴ βαφή, ἔφτασε γιὰ φουστάνια κι ἄλλων γυναικῶν τῆς οἰκογένειας.

  49. antonislaw said

    43 «Τα μιγαδερά ,βλαστήμα τα», αυτά που τάχεις ανακατερά μ΄άλλον -οι απο κοινού μπερδεμένες υποθέσεις, είναι άστα να πάνε (πχ εξ αδιαιρέτου κληρονομιά)

    Σωστά! Θυμάμαι τη γιαγιά μου να λέει την παροιμία: «Μικιό το αμπελάκι σου νά’ναι μοναχικό σου»

  50. spyridos said

    Ενα ευχαριστώ και για το σημερινό.

    Κι εγώ δεν έχω καταλάβει αν τα αλεξίπτωτα είχαν διαφορετικά χρώματα ή αν μέρη του αλεξίπτωτου ήταν βαμμένα διαφορετικά.
    Ξέρω ότι το 1941 – 42 η Λάικα στο πλαίσιο της «πολεμικής προσπάθειας» έφτιαχνε μεγάλους αριθμούς του μοντέλου IIIC για το υπουργείο προπαγάνδας στο Βερολίνο, το οποίο τις μοίραζε σε στρατιωτικές μονάδες.
    Εκείνες τις δυό χρονιές δεν είχαν πια μαύρο ψιλό τσόχινο ύφασμα για την κουρτίνα του κλείστρου και την έφτιαχναν με κόκκινο από αλεξίπτωτα.
    Ανατριχιάζω στην ιδέα ότι κι ο Βάιξλερ κρατούσε μια τέτοια και φωτογράφιζε στο Κοντομαρί.

  51. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Ψηλό Κουτούτο» λεγόταν ο τόπος που δέσποζε στην περιοχή πάνω σ’ ένα καταπράσινο γόνιμο λόφο κατάφυτο μ’ αμπέλια και κρεβατίνες.
    Από το Φαράγγι των Αρχανών με υδραγωγείο 15 χιλιομέτρων, ο Μοροζίνι κατέβασε το νερό ως το κέντρο του Ηρακλείου/Χάνδακα. Ακόμη τρέχει το νερό στην Κρήνη του/στα «Λιοντάρια»!
    Πιθανότατα από το Ψηλό Κουτούτο να περνούσε μέρος αυτής της κατασκευής.
    Βρίσκω σχετικές αναφορές
    «Στην τοποθεσία όπου σήμερα συναντάμε την υδατογέφυρα και την ερειπωμένη εκκλησία, υπήρχε το χωριό καρυδάκι, η τελευταία αναφορά αυτού του χωριού γίνετε από τον Καστροφύλακα στην απογραφή του 1585 και αριθμούσε 138 κατοίκους, έκτοτε δεν σώζεται άλλη αναφορά για το χωριό αυτό, υποθέτω πως οι Ενετικές αρχές λόγο της κατασκευής του μεγάλου έργου για την υδροδότηση του Ηρακλείου, αποφάσισαν την μετεγκατάσταση η την διάλυση αυτού του οικισμού, διότι αν παρέμενε σίγουρα αυτό θα είχε επιπτώσεις στην ποσότητα του νερού που θα κατέβαινε στο Ηράκλειο, αφού εκεί υπάρχει μόνο μία πηγή και αυτή είχε δεσμευτεί από τις Ενετικές αρχές, το νερό έφθανε στο Ηράκλειο μέσα από ανοικτό κουτούτο του οποίου ίχνη σώζονται ακόμη και σήμερα.
    https://ipy.gr/2018/03/21/%CE%B7-%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%85%CE%B4%CE%AC%CE%BA%CE%B9-%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%B3/
    ………………………………………………………………………………………………………………………….
    Το νερό ερχόταν από το βουνό Γιούχτας στις Αρχάνες με ένα υδραγωγείο 15 χιλιομέτρων που έφτανε στο Ηράκλειο.
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%81%CE%AE%CE%BD%CE%B7_%CE%9C%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%B6%CE%AF%CE%BD%CE%B9
    ……………………………………………………………………………………………………………………………
    σαν πηγαίναμε για ραντίσματα και όλα εκείνα τα γεωργικά που δεν τα καλοθυμάμαι, βρίσκαμε πάντα χρόνο να ανηφορίσουμε στο «Ψηλό Κουτούτο», το λοφάκι και να παίξουμε στην αυλή του Προφήτη Ηλία του Πεπονά.
    https://www.cretalive.gr/politismos/ki-itane-toy-profiti-ilia-panigyri

  52. antonislaw said

    50 «Κι εγώ δεν έχω καταλάβει αν τα αλεξίπτωτα είχαν διαφορετικά χρώματα ή αν μέρη του αλεξίπτωτου ήταν βαμμένα διαφορετικά.»

    Από ό,τι θυμαμαι από τις διηγήσεις του παππού μου αλλάκι από διαβάσματα υπήρχαν αλεξίπτωτα διαφορετικών χρωματων το καθένα ανάλογα με το αν κατέβαζαν στρατιώτες ή συγκεκριμένο εξοπλισμό, πολεμοφόδια ή φάρμακα ώστε να μπορούν μόλις κατέβουν να εντοπίσουν γρηγορα ό,τιχρειάζονται και να ανασυνταχθούν!

  53. ΓΤ said

    Εξαιρετική, η Φωκίωνος Νέγρη ποτέ δεν παύει να με εκπλήσσει.
    Ως γνωστόν, στις βιτρίνες των προπάδικων κρέμονται οθόνες, ώστε ο πολυάσχολος λαός να είναι απευθείας συνδεδεμένος με την παρουσίαση των τάνκερ που πρόκειται να κερδίσει.
    Κατηφορίζω, 18:25, και μάνα έχει χώσει ΚΙΝΟ κι είναι κρεμασμένη τσαμπί στην οθόνη απόξω.
    Λεπτομέρεια;
    Στον κόρφο είχε το βλαστούδι της, που το θήλαζε. Να είσαι μάνα, και να τζογάρεις πακέτο θηλάζοντας το παιδί σου.
    Αντιλαμβάνομαι ότι πρέπει να υποκλιθώ απέναντι σε έναν ιδιότυπο αλτρουισμό. Το ρωγοβύζι για το τέκνο, και το πορτοφόλι σου ρωγοβύζι για τον ΟΠΑΠ.
    Είναι φορές που η μητρότης είναι ηρωική, ιδίως όταν προτάσσει το ιερό στήθος, έστω και απέναντι από οθόνη κληρώσεων.

  54. antonislaw said

    44 «Ίσως η συγγραφέας να παραλείπει (ή να αγνοεί) κάτι: Στη Μακεδονία, το πρώτο-πρώτο ρακί που βγαίνει από την απόσταξη (περίπου ένα πενηνταράκι από κάθε καζανιά) συλλέγεται ξεχωριστά, είναι σχεδόν καθαρό οινόπνευμα, ονομάζεται «πρωτοστάξη»(η), και χρησιμεύει αποκλειστικά για εντριβές κλπ.»

    Στο Ρέθυμνο που έχω δει καζανέματα τη λένε «πρωτόρακη,η» και την έχουνε οντως για εντριβές γιατί θεωρητικά δεν πίνεται.

  55. Θράκας said

    Ωραία επιλογή το σημερινό διήγημα.Το ευχαριστήθηκα.Μπράβο σας παιδιά για τον κόπο σας.
    Προσωπικά από λογοτεχνικής άποψης με γοήτεψε ιδιαίτερα η συχνή χρήση διπλολέξεων.Δίνουν μια άλλη γοητεία στο κείμενο.Οι διπλολέξεις δίνουν και άλλες προεκτάσεις,συνδημιουργούν και άλλες εικόνες στο θυμικό.Δίνουν επιπλέον βάθος,άλλη κίνηση και άλλο ζουμί στα νοήματα.Κρίμα που δεν πολυχρησιμοποιούνται στην μοντέρνα γλώσσα.
    Όταν τις ξεδιάλεξα,έτσι απο την ροή του κειμένου,μου φάνηκε σαν ποίημα σουρεαλιστικό:
    τα σιτοχώρια της ευλογημένης πεδιάδας
    στην ήρεμη και φωτολουσμένη γη μας
    περιοχή πάνω σ’ένα καταπράσινο
    γόνιμο λόφο κατάφυτο μ’ αμπέλια
    το αντιφέγγισμα απο τις φωτιές μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα
    Ώ, το παντέρμο ωζό,
    εκεί βρε να ξεπεινάσει;
    Θα πηγαίναμε απο τις αρχές του Μάη να ξεκαλοκαιριαστούμε
    η προπαραμονή της αναχώρησης
    με τις απαραίτητες αποσκευές μας,ρουχικά,κλινοσκεπάσματα,κουζινικά
    βγήκαμε στο δροσόλουστο Χουδέτσι
    άλλες μοναχές και άλλες με τα μωροπαίδια στη αγκαλιά τους
    Σιτοβολώνας το χωριό
    η αμοιβή της ήταν σιτάρι,κριθάρι,μαγεροψήματα
    Ομάδα που συχνοκατέβαινε απο τα βουνά
    Ο Καπετάν Στελιανός ένας ψηλόκορμος ομορφολεβένταρος
    η κερά Μαρία η Φαρσάραινα,άξια και χρυσονοικοκυρά
    δεν ήταν ούτε χωριανός ούτε κοντοχωριανός
    μα ο ίδιος αυτοπρόσωπα ο Καπετάν Στελιανός
    που ήσανε καθισμένοι οι αντάρτες και τρωγοπίνανε
    ούτε σώρουχα ούτε ξώρουχα θέλω
    την ώρα μα και τη στιγμή δα σκυλοβλαστημάτε
    ένα γκραδάκι του παππού μου ολοσκούριαστο εβάστουνα
    Ετσά ‘ναι η παντέρμη ώρα του πολέμου
    και τά ‘βανα κειά σε μιά ξερολιθιά σκεπασμένα
    Μάχαιραν έδωσες μάχαιρα δα λάβεις του κάνω ολοδιαόλιστος
    ίσαμε που ψοφολόισε ολότελα
    μέσα απο το σύθαμπο του χρόνου
    τους δυο αντίπαλους άντρες να ματοκυλιούνται πάνω
    και φαθιαναστέναζε στοχαστικά
    Ακριβοφύλαξέ μου το
    Συχνοπήγαιναν είπαμε εκεί
    μόλις χωρούσαν δυο ζώα ν’αντιπεράσουν
    κι άλεθαν της σιτοδότρας γής τα δώρα
    μοσχοβολούσαν
    τα καλοστεκούμενα σπίτια
    καλοδεχούμενοι πάντα
    βιαστικά και ξελαχανιασμένα
    και κεντίσομε συθέμελα το χωριό
    στο πόρτεγο που τρωγοπίνανε οι αντάρτες
    κι η αρρωσταρά με τον τύφο και κατεβαίνει εφτάγερη
    οι Γερμανοί δε δα πολυκαιρίσουν στον τόπο μας
    Μα συμπάθαμε που δεν το γοργόραψα

  56. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    50 Κοίτα να δεις!

    53 Γεια σου φωτογράφε!

  57. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Γειά σου Δημήτρη!

  58. antonislaw said

    55 πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η παρατηρηση για τις διπλολεξεις! Πραγματικά λειτουργούν στο θυμικό όπως γράφετε. Θυμάμαι στημ υπηρεσία μου στη Ρόδο λέγαν μόλις μεσημέριαζε: «οι μωρομάνες να σχολάσουν νωρίτερα». Ή ένα καθηγητή μου που έλεγε » Το αμεκιέλα (πηγαινέλα)Ηρακλειο Ρεθυμνο με κούρασε»

  59. antonislaw said

    Τελικά ήταν πανευρωπαϊκό το φαινόμενο να ράβουν ρούχα από τα αλεξίπτωτα λατά τον β παγκόσμιο πόλεμο! Εδώ ένα εσώρουχο από μεταξωτό γερμανικό αλεξίπτωτο που έπεσε στο ηνωμένο βασίλειο και τροποποιήθηκε σε εσώρουχο, από δημοσίευμα του bbc. Συμπτωματικά εχει μείνει το τμήμα με τις τυπωμένες τεχνικές προδιαγραφές του αλεξίπτωτου. Υπέθεσε η μοδίστρα ότι ως εσώρουχο ποιος θα τις έβλεπε…

    https://www.bbc.co.uk/programmes/articles/56g8lTWhR73HQ4w927mZNdS/german-parachute-silk

  60. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    59# Και αθάνατες σόλες παπουτσιών από λάστιχα αυτοκινήτων.

  61. ΚΑΒ said

    58. Και οι δυο σου φράσεις μου θύμισαν πολλά από την παιδική μου ηλικία. Ας μείνουν για μένα.

  62. Pedis said

    # 22 – Θα το αναζητήσω το βιβλίο του Barbusse. Μερσί.

    # 33 – Βρετανός στρατιώτης στην Ελλάδα, του αριστερού, φιλοεαμίτη Κόλιν Ράιτ που βρέθηκε εδώ στρατευμένος το 44-45 (πρώτη έκδοση στην Αγγλία το 1946, σε μας έκδοση της Εφσυν Ιανουάριος 2022).

    Άντε να το βρεις αυτό αν δεν το τσίμπησες όταν βγήκε … Αυτά τα αντίτυπα, άραγε, απομένουν στα πρακτορεία? (υπάρχουν ακόμη πρακτορεία?) (‘Η, ίσως, σε κάνα βιβλιοπωλείο μετ/νων.)

  63. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    62# Μα γι αυτό το τσίμπησα άμα τη εμφανίσει μάστορα. Λεβεντιά ο Άγγλος (40 χρονώ παρακαλώ στα Δεκεμβριανά), ανακατεύτηκε με τον κόσμο, έπιασε τον λαϊκό παλμό, έκανε φίλους Έλληνες, τους βοήθησε όσο μπόρεσε, μπήκε στις ταβέρνες και στα σπίτια τους. Εκατό σελίδες που κλείνουν με την ευγνωμοσύνη του.

    Φυσικά, στην Αγγλία το βιβλίο θάφτηκε και εξαφανίστηκε από τα βιβλιοπωλεία.

  64. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    62β. Μη σκας. Θα το βρεις. Πάρ΄τους τηλ. Πέρυσι το είχαν στο Bazaar βιβλίων τους,

    https://el-gr.facebook.com/efimerida.syntakton/videos/bazaar-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CF%89%CE%BD/808217573406087/

    https://www.efsyn.gr/politiki/326296_i-eleytheria-edo-ehei-skotothe


    https://www.efsyn.gr/afieromata/70-hronia-apo-ton-dekembri-toy-44/6735_etsi-ezisa-elliniko-drama

  65. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

  66. Pedis said

    # 63 – Συμφωνώ, κάτι τέτοια δεν χάνονται.

    # 64 – Θα το βρω με κάποιον τρόπο. Ευχαριστώ.

  67. antonislaw said

    27 Περί νυφικών από αλεξίπτωτα:
    Διαβάζω σε ένα άρθροκαι σε παρόμοια δημοσιεύματα ότι για τρεις λόγους κυρίως υπήρξε μια τάση στον β’παγκόσμιο πόλεμο κι αμέσως μετά να φτιαχνονται νυφικά από αλεξίπτωτα:
    1.Αν ήταν το αλεξίπτωτο με το οποίο σώθηκε ο αγαπημένος τους, για να τον τιμήσουν τις υπηρεσίες του

    2. Αν ήταν το αλεξίπτωτο αντιπάλου, ως σύμβολο νίκης

    Νυφικό Αμερικανίδας από ιαπωνικό αλεξίπτωτο λάφυρο


    Νυφικό επιζήσασας από το στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλζεν από γερμανικό αλεξίπτωτο
    3. Ως ένδειξη γυναικείας επινοητικότας και νοικοκυρωσύνης αλλά και λόγους πρακτικούς καθώς το συνήθως κρεμ χρώμα των αλεξίπτωτων και η καλή ποιότητά τους τα καθιστούσαν ιδανικά υφάσματα για κατασκευή νυφικών.
    https://dustyoldthing.com/wwii-parachute-wedding-dresses/

  68. Μαρία said

    64
    Το βρήκε ο Γ. Πετρόπουλος σε παλαιοπωλείο και το πάσαρε στον Ζαβουδάκη.

  69. Παναγιώτης Κ. said

    Σήμερα ευκαίρησα και το διάβασα.
    Έδεσε με τις αφηγήσεις περί στερήσεων και τα σχετικά της Κατοχής, σε μια άλλη περιοχή της χώρας, στην Ήπειρο.
    Ενδιαφέροντα τα σχόλια και τα λινκ.
    Είχε και το σχετικό σασπένς…

  70. ΓΤ said

    Οι φανέλες του Πλατανιά την περίοδο 1942-1943 φτιάχτηκαν από κλεμμένες σημαίες Γερμανών. Από τότε και το κόκκινο χρώμα της ομάδας των Χανίων.
    (Η ομάδα διαλύθηκε τον Αύγουστο του 2021.)

  71. Καλημέρα,
    Τι να πω για το διήγημα, τα λέει θαρρώ όλα. Να προσθέσω άλλα δυο ευχαριστώ κι εγώ (από ένα στον καθένα 🙂 )
    Αλλά είπα να γράψω για λέξεις που αναγνωρίζω κι είναι κοινές με τις δικές μας.

    γροικώ (κι αγροικώ) = καταλαβαίνω
    λαλώ (τα ζα) = προτρέπω (τα ζώα) να προχωρήσουν, να πάνε προς κάποιο μέρος
    στρίποδο = στρίποδο 🙂
    το κολάι = τον τρόπο που γίνεται κάτι, τη δεξιότητα
    αρμαθιάζω = αρμαθιάζω
    χωστείτε = χωστείτε (και χουσκήρας το παιχνίδι κρυφτό)
    ταχυνή = η επαύριο (και ταχιά – μεταχιά = μεθαύριο)

    Το καταχωνιάζω νομίζω πως είναι κοινό, δεν το βλέπω σαν ιδιωματικό.

    Το μεσοσώμαρα εμείς το λέμε κατρακύλι (έξτρα φορτίο πάνω απ’ το κανονικό – τυπικό φόρτωμα). Μπορούσε να είναι κάποια εργαλεία ή κάνα παιδάκι.

  72. sarant said

    70 Διαλύθηκε; Με τόσα χρόνια στην Α’ εθνική; (Θα μου πεις και η Καλλονή…)

  73. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >> μεσοσώμαρα, μεσοσάμαρα

    Ποντικός σαμαρωμένος

    Eίπαμε ψέματα πολλά,
    ας πούμε και μια αλήθεια:

    Φορτώσαμε έναν ποντικό
    εννιά κιλά ρεβίθια,
    κι αυτού, στα μεσοσάμαρα,
    σαράντα κολοκύθια.
    http://www.snhell.gr/kids/content.asp?id=114&cat_id=4

  74. ΓΤ said

    @72

    «[…] Οι οικονομικές αδυναμίες της ομάδας μετά την πανδημία όμως, ανάγκασαν την ομάδα να μην υποβάλει την συμμετοχή της στην Σούπερ Λίγκ 2 της σεζόν 2020-21 και να υποβιβαστεί στην Γ’ εθνική (νέα Δ’ εθνική). Στις 06/08/2021, μετά από τη λήξη προθεσμίας για να δηλώσει συμμετοχή στο Ερασιτεχνικό Πρωτάθλημα Χανίων, αποφασίστηκε η οριστική διάλυση. […]».

    Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91.%CE%9F._%CE%A0%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%AC

  75. # 72

    Είχαν κάτι κοινό, χρηματοδοτες για την άνοδο στην σούπερλίγδα ήταν άνθρωποι του παχύσαρκου πειραιώτη στιχουργού. Τώρα ετοιμάζεται να βαρέσει διάλυση (στις 28/7 τελευταία προθεσμία να βρεθεί επενδυτής η Λάρισσα)
    Παίζουν τον ρόλο τους και πετιούνται σαν στιμένες λεμονόκουπες μετά, ο Κούγιας θύμα του Καρυπίδη στην ιεραρχία !!!

    Υποβιβάσθηκαν επίσης οι δορυφόροι Κέρκυρα, Βέροια, Λειβαδιά- η τελλευταία επανέρχεται αλλά με φιλοπράσινο αφεντικό αυτή την φορά να παίξει άλλο ρόλο από εκείνο με την υπόθεση του Πουλίδος που τον αγόρασε 14 μύρια ευρώ τον Δεκέμβρη και τον΄έδωσε με ελεύθερη μεταγραφή στον ΟΣΦΠ τον Ιούνη !
    Προέχει η υπόθεη Βοτανικού για την Νουδούλα !

  76. antonislaw said

    70,74 «Οι φανέλες του Πλατανιά την περίοδο 1942-1943 φτιάχτηκαν από κλεμμένες σημαίες Γερμανών. Από τότε και το κόκκινο χρώμα της ομάδας των Χανίων.
    (Η ομάδα διαλύθηκε τον Αύγουστο του 2021.)»

    Καλημέρα σας! Πραγματικά δεν το ήξερα ότι οι φανέλες του Πλατανιά ήταν από κλεμένες σημαίες τω Γερμανώ (sic)! Είναι η περίπτωση που η επαναχρησιμοποίηση του σημαίας του κατακτητή συμβολίζει τη νίκη σε βάρος του. Πάντως μου θύμισε και το θρύλο για την κατασκευή της ελληνικής σημαίας από τη φουστανέλα του Κλέφτη και το ράσο του παπά…

  77. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Με καθυστέρηση το διάβασα –λόγω υποχρεώσεων ερασιτέχνη φροντιστή προς εγγόνια 🙂 κ.ά.- και είδα τα ενδιαφέροντα σχόλια!
    Εύγε Νικολαντώνη – Πολλές ευχαριστίες, Νικοκύρη!

    – Την Ειρήνη Ταχατάκη τη γνώρισα ως νεαρή δασκάλα στις Αρχάνες, δεκαετία 1960. Δεν ήμουν μαθητής της, αλλά επειδή εκεί περνούσα αρκετά γυμνασιακά καλοκαίρια, έτυχε να τη συναντήσω μερικές φορές.
    Αυτό που θυμάμαι ήταν η διαφορετική εντύπωση που μου είχε προκαλέσει σε σχέση με την εικόνα του δασκάλου που είχα σχηματίσει από τα δικά μου μαθητικά χρόνια… Και ο σεβασμός με τον οποίο της συμπεριφέρονταν οι Αρχανιώτες!

    – Για το διήγημα και τις λογοτεχνικές ή όχι αρετές του, νομίζω ότι δεν πρέπει να εστιαζόμαστε σ’ αυτές (ΕΦΗ 🙂 #14), γιατί η Ειρ. Ταχατάκη, σε όλη την –αξιόλογη πράγματι- παρουσία της στα τοπικά πολιτιστικά πράγματα, περισσότερο «έγερνε» προς την λαογραφία, ηθογραφία, τοπική λαϊκή παράδοση κ.τ.ο. (Ο Δημ. Μαρτίνος το επεσήμανε στο #48).

    – Τα λεξιλογικά κρητικά εξηγήθηκαν και αναλύθηκαν όλα πολύ καλά!

    Δεν ξέρω μόνο αν έγινε κατανοητό από όλους το χαριτολόγημα της κερά-Μαρίας:
    «- Κερά Μαρία έχεις φωτιά; Της φωνάζει απ’ έξω.
    – Στην απάνω παραστιά, κάνει εκείνη χαριτολογώντας.»
    Πρόκειται για επαναλαμβανόμενη τυπική ερωταπάντηση σε παιδικό παιχνίδι, το οποίο –σε μας τουλάχιστον- παιζόταν με πηδήματα σε χαραγμένο στο δρόμο «λαβύρινθο» και που τελείωνε με τη φράση: «Έ, γλάκα να σβήσεις τη φωθιά!» και έναν αντίστοιχα μεγάλο σάλτο. (Δεν το θυμάμαι ακριβώς -φταίει κι αυτός ο παλιο-γερμανός ο …Έμενταλ! 🙂 ].

  78. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    77, – Για το διήγημα και τις λογοτεχνικές ή όχι αρετές του, νομίζω ότι δεν πρέπει να εστιαζόμαστε σ’ αυτές (ΕΦΗ 🙂 #14), γιατί η Ειρ. Ταχατάκη, σε όλη την –αξιόλογη πράγματι- παρουσία της στα τοπικά πολιτιστικά πράγματα, περισσότερο «έγερνε» προς την λαογραφία, ηθογραφία, τοπική λαϊκή παράδοση κ.τ.ο.
    Ου με πείσεις καν με πείσης 🙂 Αμείωτη η αξία της μαρτυρίας, δεν συζητιέται, αλλά λογοτεχνικά, μια δυνατή ιδέα πνίγηκε στα καλολογικά (κι αν δεν το ΄ξερα θα το καταλάβαινα ότι ήταν δασκάλα 🙂 , είχε κάμποσες εκθεσιακές εκφράσεις). Μην πω και για τη θαυματουργό Παναγιά που εμπόδισε να βομβαρδιστεί το χωριό, ενώ η δική μας είχε πάει για βρούβες και κατασφάξανε ως και μανάδες και μωρά παιδιά οι Γερμανοί. Θα ήθελα να με αντικρούσεις, αντί να με …κρούσεις 🙂
    Να το πω αλλιώς, αν γνώριζα το γραπτό, θα το πρότεινα κι εγώ, εις μνήμην του γεγονότος και με το βάρος της μαρτυρίας, αλλά πάλι θα κρατούσα το «κρίμα» μου που δεν έγινε «διαμαντάκι».

  79. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    «- Κερά Μαρία έχεις φωτιά; Της φωνάζει απ’ έξω.
    – Στην απάνω παραστιά, κάνει εκείνη χαριτολογώντας.»

    77, Μικ. Δε θυμάμαι κάτι με αυτή την περιγραφή σου

    Το «Έχεις φωτιά – Στην από πάνω παραστιά» σ΄εμάς ήταν παιχνιδάκι με τα δάχτυλα, για μικρούλια παιδάκια, της αγκαλιάς. Ενώνουν τα χεράκια τους αντικρυστά δάχτυλο-δάχτυλο κι η μαμά ή όποια το ταχταρίζει, ακουμπάει την πρώτη ένωση στα δαχτυλάκια και ρωτάει -έχεις φωτιά, -στην από πάνω παραστιά, απαντά το παιδάκι ή εκ μέρους του άλλος αν ακόμη δεν μιλάει. Πάει στη δεύτερη ένωση, η ίδια στιχομυθία. Στην τέταρτη που δεν έχει άλλη «παραστιά», το παιδί απαντά «έχω» (φωτιά) και ο άλλος λέει » ε δέσε τα κουλουκάκια* σου να μη με δα(γ)κάσουνε». Και κάνει μια παιχνιδιάρικη κίνηση προς το στέρνο και το λαιμό του παιδιού και το (ψευτο)γαργαλάει και το μικρό σκάει στα γέλια.

    Eπειδή ήταν γνωστό το ταχτάρισμα αυτό, ήταν συχνή η απάντηση στο «έχεις φωτιά», το «στην από πάνω παραστιά»

    *κουλουκάκια, σκυλάκια

  80. Pedis said

    # 70 – Αυτό είναι πιστευτό;

  81. Αστέρω said

    Ξεχωριστή προσωπικότητα — τόσο γνήσια σε ό,τι κι αν κάνει. Τη συνάντησα πρόσφατα. Εξακολουθεί να γράφει και να μελετά και χαρίζει ό,τι φτιάχνει. Απέδωσε όλη την Ιλιάδα και τη Οδύσσεια στίχο-στίχο για παιδιά, για να μπορούν να χαίρονται τα ομηρικά έπη και αναζητά εκδότη για να καλύψει τα έξοδα της εκτύπωσης…

  82. sarant said

    81 Πολύ ενδιαφέρον

  83. Μαρία said

    Η πρωτόρακη έχει μεγάλη περιεκτικότητα σε μεθανόλη (και όχι αιθανόλη που είναι το οινόπνευμα) και γι αυτό το λόγο δεν πρέπει να καταναλώνεται.

  84. ΓΤ said

    @80

    https://web.archive.org/web/20190505033452/http://www.fcplatanias.gr/%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b1/%ce%b7-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%80%ce%bb%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ac/

  85. Pedis said

    # 84 – Bλέπω, πάλι, γραμμένο το ίδιο ακριβώς. Η ερώτηση παραμένει. 😀

  86. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    78, 79
    ΕΦΗ,

    – Καθόλου δεν σε …έκρουσα –ούτε κάν σε αντέκρουσα! Αντίθετα, σέβομαι τη γνώμη σου –με την οποία και ψιλοσυμφωνώ. Απλώς είπα ότι η λογοτεχνική αποτίμηση είναι κτγμ ήσσονος σημασίας στο συγκεκριμένο διήγημα, σε σχέση με τον λαογραφικό του χαρακτήρα. [Και η ‘θαυματουργή Παναγιά’, συστατικό λαϊκού πολιτισμού δεν είναι;]

    -Ίσως η δική μας ‘παραστιά’ να ήταν μια πιο …ενήλικη εκδοχή της δικής σας! 🙂

  87. Ριβαλντίνιο said

    Το ότι ένας Άγγλος έγραψε υπέρ του ΕΑΜ δεν το λες και κάτι σημαντικό. Όλοι οι Εργατικοί υπέρ του ΕΑΜ ήταν και σοβιετόφιλοι . Μάτσο οι «σοσιαλιστές της σαμπάνιας» . Οι δε αγγλικές μυστικές υπηρεσίες αλωμένες από πράκτορες της ΕΣΣΔ. Μέχρι και φιλοεαμικό ντοκυμανταίρ είχε γίνει που ταύτιζε το ΕΑΜ με τον λαό . Χαχαχα ….:lol: 😆 😆

    Και φυσικά οι αριστεροί το ήξεραν αυτό. Στις 9/12/1944 τα χωνιά του ΕΑΜ διαλαλούσαν πως ο Άτλυ απειλεί με παραίτηση και πως ο αγγλικός μητροπολιτικός στρατός αφοπλίσθηκε από τον Σκόμπυ γιατί δεν έβαλε κατά του ΕΛΑΣ. 😆

    Κόκκινος Γάτος 6/7/1945
    ( αριστερό σατιρικό έντυπο )
    Ο Άτλυ ως Ιησούς και ο Τσώρτσιλ ως Βαραββάς.

  88. sarant said

    87 Στις 5 Ιουλίου έγιναν οι εκλογές στη ΜΒρετανία που, παρά τα αναμενόμενα, οδήγησαν σε συντριπτική νίκη των Εργατικών.

  89. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    87# Όμως δεν έχουμε αποτύπωση της κοινωνικής πραγματικότητας από άλλον Άγγλο (από τα κάτω, σε επαφή με τον απλό κόσμο), κι αυτό δίνει στο ντοκουμέντο την αξία του. Οπότε ναι, το λέω σημαντικό, όπως λέω σημαντική τη μαρτυρία του Αμπού ή των Ξένων Ταξιδιωτών του Σιμόπουλου. Τώρα, αν οι επιστολές αυτές προς τη γυναίκα του γράφτηκαν από το πεδίο, την ώρα που έτρεχαν τα γεγονότα και η αφήγησή του πχ για τα Δεκεμβριανά, τις προβοκάτσιες της Δεξιάς ή την αρχή της λευκής τρομοκρατίας ταιριάζει με το γενική εικόνα που έχουμε για την περίοδο, ε, τι να κάνουμε…Ούτε τις πρώτες σφαίρες έριξε το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, ούτε ξυλοκοπούσε, βίαζε και δολοφονούσε μετά τη Βάρκιζα…

  90. ΓΤ said

    85@ Pedis

    Την ιστορία με τις στολές τη γνωρίζω από Χανιώτισσα μάνα φίλου μου. Απλώς εδώ δώσαμε το ίδιο μέσα από το λινκ της ομάδας. Δεν βλέπω τον λόγο να μην είναι πιστευτό.

  91. Ριβαλντίνιο said

    @ 89 ΣτοΔγιαλοΧτηνος
    Με τον λαό ; Έχω διαβάσει κι εγώ μαρτυρίες Άγγλων απ’ την Κατοχή που λένε πως όλη η ύπαιθρος είναι με τον βασιλιά εξαιτίας της τρομοκρατίας του ΕΑΜ. Κι αυτοί με τον λαό ήρθαν σε επαφή. 🙂
    Τα Δεκεμβριανά προετοιμάζονταν απ’ το ’43 απ’ το ΕΑΜ. Δεν οφείλονται σε προβοκάτσιες της Δεξιάς. Η Λευκή Τρομοκρατία ήταν απάντηση στην Ερυθρή Τρομοκρατία. Μάλιστα σε κάποιες περιοχές , όπως στην Δυτική Μακεδονία , συνέχισε η Τρομοκρατία του ΕΑΜ και του ΝΟΦ να είναι μεγαλύτερη απ’ την Λευκή Τρομοκρατία. Τα εγκλήματα του ΕΑΜ είναι γνωστά. Να π.χ. αναφορές σε βιασμούς κατά τα Δεκεμβριανά στην εφημερίδα Βραδυνή το 1948 :

    ( Περίληψη γι’ αυτούς που αδυνατούν να το διαβάσουν : Οι εκτελεστές ήταν χασικλήδες και ουζοπότες. Βιασμός και φόνος γυναικών. Συμπαραστάτες των δήμιων ο ερυθρός δήμαρχος Κοκκινιάς καθηγητής Γυμναστικής , ένας κομμουνιστής αστυνομικός και ο ερυθρός δήμαρχος Κορυδαλλού συμβολαιογράφος στο επάγγελμα. Αυτοί υποδείκνυαν στους δήμιους ποιοι έπρεπε να εκτελεστούν. )

  92. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Μάστα. Αναφορές περί χασικλήδων βιαστών εαμιτών από τον εμφυλιοπολεμικό Τύπο. Σαν τα όργια των Λαμπρακισσών αργότερα.

  93. Ριβαλντίνιο said

    Γιατί όχι ; Ο Κωστόπουλος με ανομολόγητη χαρά περιγράφει στο βιβλίο του για τα ΤΑ πως γρονθοκοπούσε ο Λαμπράκης αντίπαλο βουλευτή μέσα στο κοινοβούλιο σε κοινοβουλευτικό καυγά. Δεν τα έχω ζήσει τα γεγονότα καθώς έχω γεννηθεί πολύ αργότερα , αλλά αν έδινε αυτό το παράδειγμα στους οπαδούς του δεν θα ήταν τίποτα παιδιά των Λουλουδιών οι Λαμπράκηδες.

  94. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    “Το τιμωρό χέρι του Λαού: Η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη πρωτεύουσα 1942-1944”

    Η μελέτη της δεκαετίας του ’40 έλκει εδώ και δύο δεκαετίες το ενδιαφέρον της ιστορικής κοινότητας. Ωστόσο η ΟΠΛΑ, η πλέον άγνωστη και “καταραμένη” πτυχή του ελληνικού αντιφασιστικού αγώνα, παραμένει στο περιθώριο. Ο 26χρονος ιστορικός Ιάσονας Χανδρινός την τοποθέτησε στο επίκεντρο της έρευνάς του επιδιώκοντας να απαντήσει σε ενοχλητικά όσο και απαραίτητα πια ζητήματα. “Η βία της αριστεράς δεν προκύπτει εν κενώ αλλά απαντά σε μια οργανωμένη και θεσμοποιημένη εκστρατεία εξόντωσής της” μας εξηγεί, επισημαίνοντας παράλληλα ότι πέρα από “δαίμονες και αγγέλους την ΟΠΛΑ οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε πλέον ως μια αμιγώς αντιστασιακή οργάνωση”. (…)

    Ασχολήθηκα με το “καυτό” θέμα της ΟΠΛΑ παρακινούμενος από τη γενικότερη συζήτηση για τη βία της αριστεράς στην Κατοχή. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια τάση επανεξέτασης και ανατροπής του σχηματικού δίπολου “καλοί αριστεροί – κακοί δεξιοί” και μέσα από τοπικές έρευνες έχει πράγματι προκύψει μια σχετικοποίηση των κινήτρων τόσο της ένοπλης αντίστασης όσο και του δωσιλογισμού στην Κατοχή, κυρίως, σε ό,τι αφορά την ύπαιθρο. Η δική μου έρευνα για την πρωτεύουσα, που παραμένει σχετικά άγνωστο πεδίο, με οδήγησε στο συμπέρασμα πως ένα γνήσιο κοινωνικό κίνημα, δηλαδή το ΕΑΜ και η ένοπλη έκφρασή του, ο ΕΛΑΣ και η ΟΠΛΑ, συγκρούστηκε μετωπικά με την απόλυτη βία των κατοχικών δυνάμεων και τον “θεσμικά” κατοχυρωμένο δωσιλογισμό των Ταγμάτων Ασφαλείας. Φαίνεται πως σε ένα ασφυκτικά κατεχόμενο περιβάλλον, όπου λειτουργούν κρατικοί θεσμοί και η στράτευση στην Αντίσταση συνεπάγεται άμεσο κίνδυνο, οι επιλογές μοιάζουν να είναι περισσότερο συνειδητές και τα στρατόπεδα περισσότερο διακριτά. Η εμπειρία της Κατοχής σε μια κατεχόμενη πόλη είναι πολύ πιο έντονη. Είναι σίγουρα διαφορετικό να κρατάει κανείς όπλο στα Άγραφα απ’ ότι στην Κυψέλη, ενώ η συνεργασία με τους Γερμανούς είναι πολυεπίπεδη, από έκδοση νόμων που εξυπηρετούν την πολεμική βιομηχανία του Γ’ Ράιχ μέχρι καταδόσεις Εβραίων και ανοιχτούς απαγχονισμούς αντιστασιακών στις συνοικίες.
    https://greekcivilwar.wordpress.com/2016/07/03/gcw-290/

  95. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    93# Αυτουνού όμως του δείξανε ποιος κυβερνούσε αυτόν τον τόπο. Απέκτησε μόνιμη πρόσβαση σε πληροφορίες άκρως απόρρητες, που ούτε ο ΠΘ ο Καραμανλής δεν τις ήξερε και ρωτούσε να μάθει επιτέλους, ο άσχετος.

  96. Ριβαλντίνιο said

    Και εδώ μια κριτική.
    Κάποιες πρώτες παρατηρήσεις στο έργο του αριστερού ιστορικού Ιάσονα Χανδρινού για την ΟΠΛΑ και τον ΕΛΑΣ της Αθήνας
    Βάζω τον σύνδεσμο έτσι h**p://istoriakatoxis.blogspot.com/2013/05/blog-post_30.html γιατί αυτός που το έχει υποστήριζε Αβγή στα ντουζένια της και ξέρω πως αυτά δεν αρέσουν στο ιστολόγιο.

    Από τον Ιανουάριο του 1943 ως το Μάρτιο του 1945 οι αντάρτες του ΕΑΜ, η Πολιτοφυλακή όπως ονομάστηκε η χωροφυλακή τους, και η ΟΠΛΑ, η μυστική Αστυνομία του ΚΚΕ, εξουδετέρωναν με διάφορους τρόπους τους αντιπάλους τους στην επαρχία Κοζάνης, τα βράδια κυρίως, με ατομικούς φόνους, κάποτε με βασανιστήρια και σε μερικές περιπτώσεις με μαχαίρια ή ρόπαλα – η ώθηση αγρότισσας σε φλεγόμενο μπουράτο έχει ήδη αναφερθεί. Συνηθέστερες όμως ήταν οι εκτελέσεις κατόπιν ανακρίσεων σε απόμερα μέρη όπως ο ήδη λεχθείς οικισμός Ρύμνιο και το ορεινό χωριό Παλιάλωνα (σήμερα Φρούριο), έδρα της ΠΕ Σερβίων του ΚΚΕ. Οι μαζικές εκτελέσεις του Νοεμβρίου του 1944 έγιναν από αποσπάσματα που έφεραν οπλοπολυβόλα κι αυτόματα σύμφωνα με καταθέσεις ελάχιστων επιζώντων. Από την πλευρά των επαναστατών κανείς δεν έχει αναφερθεί γραπτά στα γεγονότα. Γιατί άραγε;

    Φονευθέντες από το ΕΑΜ/ΚΚΕ στην επαρχία Κοζάνης 1943-1945: γραφιστικές απεικονίσεις
    https://blogs.sch.gr/thankall/?p=1570

  97. Ριβαλντίνιο said

    Στο 96 ξέχασα να κλείσω τα πλάγια , αλλά πιστεύω πως καταλαβαίνετε όλοι πως ο Καλλιανιωτης διακρίνεται απ’ τον πρώτο σύνδεσμο.

  98. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    96-97
    Στο δεύτερο λυγξ λέει για μια γυναίκα, μέλος της Οργάνωσης Τοντ που απήχθη από τους κομμουνιστάς χωρίς πλέον να δώσει σημεία ζωής. Δε μου λες, η Οργάνωση Τοντ ήταν αυτή με τα δημόσια έργα?
    Και εν πάση, αφού ξέρεις ότι το ιστολόγιο δε γουστάρει, γιατί φέρνεις τα χρυσάβγουλα εδωμέσα?

  99. Ριβαλντίνιο said

    @ 98 ΣτοΔγιαλοΧτηνος

    Καλλιανιώτη γουστάρει. ΗΛΙΑΚΟ δεν γουστάρει.
    Δεν ξέρω. Δεν μου είχε κάνει εντύπωση αυτή , αλλά η άλλη :
    Τον πιο οικτρό θάνατο είχε 27χρονη ελληνόφωνη αγρότισσα, η οποία Αύγουστο ’44 σπρώχτηκε ζωντανή μέσα σε καιόμενο καθαριστικό σπόρων στον οικισμό Κουβούκλια.

  100. Pedis said

    # 98 – Σε παρακαλώ, όχι χρυσάβγουλα, εθνικιστές πατριώτες. 🤮

    # 90 – Εντάξει, δεν επιμένω, ούτε κρίνω αυτούς που το λένε ή μεταφέρουν τη μαρτυρία. Απλά, εμένα, έτσι δοσμένη η πληροφορία χωρίς άλλα δεδομένα και ντοκουμέντα, μού φαίνεται λίγο πιστευτή. Δεν θα το κάνουμε ζήτημα. 😃

  101. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Ούτε εγώ ξέρω για την 27χρονη. Ξέρω όμως ότι οι τσαμένοι οι τουρκόφωνοι της Μακεδονίας που εσφαγιάσθησαν υπό των κομμουνιστών (δεύτερο λυγξ) συνεργάστηκαν με τους ναζί. Δεν ξέρω αν μπορούμε να εξάγουμε ασφαλή συμπεράσματα για την 27χρονη, αλλά ίσως θα μπορούσαμε να κάνουμε κάποιες εικασίες αν είμαστε αρκούντως καχύποπτοι, προκατειλημμένοι και κακόπιστοι.

  102. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    100# Είπα κι εγώ, πού χάθηκε αυτό το πεδί? 🙂

  103. Ριβαλντίνιο said

    @ 101 ΣτοΔγιαλοΧτηνος

    Σίγουρα η 27χρονη θα είχε σκοτώσει πολλούς «πατριώτες» και της άξιζε αυτός ο θάνατος.

    Η οργάνωση αυτή πρέπει να είναι γιατί ο Καλλιανιώτης λέει στο διδακτορικό του :

    Προτροπή στον Επόπτη Εργασίας Κοζάνης το Μάρτιο του 1944 να ανακοινώσει ότι η γερµανική εταιρία Τοντ ζητά εργάτες και δίνει µισθό και τροφή. Στο κάλεσµα ανταποκρίθηκαν αρκετοί πολίτες και χωρικοί, καθώς η οικονοµία είχε στενέψει.

  104. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    103# Ξαναλέω, δεν έχω ιδέα για την περίπτωση. Πού να ξέρω αν της άξιζε?

  105. 79 Αυτό το παιχνίδι κάπου το θυμάμαι κι εγώ στα μικρά παιδιά (μπορεί η μάνα μου να το έκανε και στα δικά μου). Την ερώτηση δηλαδή και το ότι πήγαινε από το ένα άνοιγμα στο άλλο μέχρι που στο πάνω έκλεινε το χέρι. Την απάντηση και πώς γινόταν η μετάβαση δεν την θυμάμαι, ίσως αν ρωτήσω να μου πουν

    83. Έτσι. Και το σκέφτηκα στο διάβασμα αλλά το ξέχασα μετά. Γι’ αυτό και τα κεφάλια (όπως κι οι ουρές) της απόσταξης δεν χρησιμοποιούνται για ποτό.

  106. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    105α Πέτυχα δυο άλλα, κοντινά

    Η φωτίτσα

    – Μανίτσα, μανίτσα, έχεις φωτίτσα;

    – Δεν ακούω καλά,

    – Στην πάρα πάνω γειτονιά.

    – Μανίτσα, μανίτσα, έχεις φωτίτσα;

    – Έχω.

    – Να ψήσω τ’ αυγό;

    – Ψήσε το.

    – Έγινε τ’ αυγό;

    – Έγινε.

    – Μήπως με φάει το σκυλί;

    – Του ’δωσα ψωμί και τυρί και πάει στα γίδια.

    …γαβ, γαβ, γαβ!
    ………………………………………………………………………………
    -Μπάμπω, έχεις φωτιά;

    -Παραπάνω γειτονιά.

    -Έχεις σκυλιά;

    -Τα ’χω στο μαντρί.

    -Τι ’ναι αυτό που μαυρίζει;

    -Ο παπάς που τρώει γαλοπαπάρα.

    – Τι ’ναι αυτό που ασπρίζει;

    – Η παπαδιά που γνέθει.

    -Να μπω;

    – Έμπα…γαβ, γαβ, γαβ…

    http://antiparos-dimotiko.blogspot.com/2010/04/blog-post_7840.html

  107. Με δάχτυλα το ξέρω κι εγώ:
    – Έχεις φωτίτσα;
    – Στην απάνω γειτονίτσα.
    ….
    – Τι ‘ναι αυτό που γυαλίζει;
    – Η κάπα του γέρου.

  108. Myriolis said

    Καλημέρα σας!
    Κι εγώ με δάχτυλα το ξέρω. Τι γινόταν όμως στην απάνω-απάνω παραστιά καθόλου δεν θυμάμαι. Ο άτιμος ο παλιο-Γερμανός που λέει ο Μικιός! (άσε που κι αυτόν Ελβετό τον νόμιζα).

    Εκτός από τα αλεξίπτωτα, και τα σακιά για το αλεύρι της Ούνρα χρησιμοποιήθηκαν για ενδυματολογικές ανάγκες. Κάποιος αγροτικός γιατρός που πήγε σε διπλανό χωριό να εξετάσει μια γιαγιά, διάβασε στο βρακί της «Δώρο του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής»!

  109. […] Πηγή: sarantakos.wordpress.com […]

  110. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    109# Υπάρχουν πολύ, πολύ χειρότερα.
    https://asteiakia.gr/anekdota/keratades

  111. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    108 >>τα σακιά για το αλεύρι της Ούνρα χρησιμοποιήθηκαν για ενδυματολογικές ανάγκες
    Ναι! και τί μου θύμισες:
    «Είδα τη βάκα τσι Φουσύνης κι έχει κοκκινα γάμματα! »
    Απόμεινε στα νάκλια του χωριού η κουβέντα ενός μικρού παιδιού σε μέρες του ΄40 που είδε το βρακί της Φροσύνης φτιαγμένο από σακί της Ούνρα.

  112. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Η Ταχατάκη της παράδοσης
    «Ανθρωπος οντό γεννάται σαν το ’πωρικό λογάται.
    Εις τα δέκα μεγαλώνει, σα λουλούδι ξεφαντώνει.
    Στα είκοσι είν’ τραγουδιστής και καλός ντεληκανής.
    Στα τριάντα αντρειωμένος και στον κόσμο ξακουσμένος.
    Στα σαράντα αθεί και δένει και το πράμα κατασταίνει.
    Στα πενήντα για βουλή αν έχει κεφαλή καλή.
    Στα εξήντα γέρεται και στραβοκουφαίνεται.
    Στα εβδομήντα καμπουρώνει μπαστουνάκι ανεμαζώνει.
    Στα ογδόντα δε φελά μόνο το ψωμί χαλά.
    Στα ενενήντα οι δικοί ντου ξεβαριούνται τη ζωή ντου.
    Θε μου, μη φτάξει τ’ εκατό και δεν τονέ βαστούμε μπλιο».
    https://www.efsyn.gr/efkriti/politismos/119234_i-tahataki-tis-paradosis

  113. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    110. Αντίστοιχο αυτό με την παρθενοραφή όπου χρησιμοποίησαν αρνίσια πέτσα. Ο …παρθενοκυνηγός την πάει τη μέλουσα στον γυναικολόγο για …γνωμάτευση κι αυτός λέει όλα καλά, οκ, αλλά η σφραγίδα της αγορανομίας δεν ξέρω τί γυρεύει εκεί μέσα.

  114. antonislaw said

    105-108
    ταχτάρισμα με το έχεις φωθιά:

    Θα σας το πω όπως το θυμάμαι κι εγώ:
    Τα δυο χέρια λοιπόν το μεγάλου είναι ενωμένα δάχτυλα με δάχτυλα. Το παιδάκι ξεκινάει από το άνοιγμα που κάνουν τα δύο μικρά δάχτυλα με τους δύο παράμεσους ακουμπάει -σαν να χτυπάει την πόρται-και ρωτάει:
    -Γείτονα (ή γειτόνισσα) έεις φωθιά;
    -Στην απάνω γειτονιά!
    Μετά πάει στο επόμενο άνοιγμα που κάνουν οι δύο παράμεσοι με τους δύο μέσους:
    -Γείτονα (ή γειτόνισσα) έεις φωθιά;
    -Στην απάνω γειτονιά!
    κλπ
    Φτάνει στο μεγάλο άνοιγμα που κάνουν οι δύο δείχτες με τους δύο αντίχειρες (που μοιάζει με στόμα)
    -Γείτονα (ή γειτόνισσα) έεις φωθιά;
    -Έχω!Έμπα μέσα ν’άψεις!
    -Μη με φάει το κουλούκι;
    -Όι, δεμένο τό’χω!
    (ή -Έχω!Έμπα μέσα ν’άψεις! Έχω δεμένο το κουλούκι!)
    Βάζει το χεράκι του το παιδί στο άνοιγμα, που μοιάζει με στόμα και ξαφνικά ο ενήλικας το κλείνει γαυγίζοντας. Το παιδί ξαφνιάζεται και σκάει στα γέλια!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: