Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 1

Posted by sarant στο 17 Αυγούστου, 2021

Τα τελευταία χρονια της ζωής του, ο πατέρας μου έγραφε κάθε βδομάδα ένα χρονογράφημα για την εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης. Όταν άνοιξα το ιστολόγιο, άρχισα να αναδημοσιεύω τις επιφυλλίδες αυτές κάθε Τρίτη. Στα τέλη του 2011 ο πατέρας μου πέθανε και από τότε καθιέρωσα κάθε δεύτερη Τρίτη να δημοσιεύω αποσπάσματα από τα βιβλία του. Με τον καιρό, δημοσίευσα αποσπάσματα από τα περισσότερα βιβλία, με τελευταίο τους Εσταυρωμένους σωτήρες.

Το βιβλίο που θα αρχίσω να δημοσιεύω από σήμερα έχει μιαν ιδιαιτερότητα, ότι δεν είναι λογοτεχνικό, είναι αναμνήσεις από τα μαθητικά χρόνια του πατέρα μου στο γυμνάσιο της Μυτιλήνης -ένα χρονικό, θα έλεγα, γραμμένο ύστερα από παροτρύνσεις παλαιών συμμαθητών. Γι’ αυτό και δίσταζα να το δημοσιεύσω, αφού αφορά ένα ειδικό κοινό.

Από την άλλη, οτιδήποτε έχει σχέση με την εκπαίδευση δεν είναι στερημένο από γενικότερο ενδιαφέρον, ιδίως σε ένα ιστολόγιο που έχει και εκπαιδευτικά ενδιαφέροντα αλλά και πολλούς εκπαιδευτικούς ως σχολιαστές. Έτσι, αποφάσισα τελικά να το δημοσιεύσω, ύστερα από μια μικρήν ανάπαυλα που οφειλόταν στο ότι δεν είχα πρόχειρο το βιβλίο.

Το χρονικό αυτό έχει επίσης ενδιαφέρον σαν απόπειρα μικροϊστορικής καταγραφής.

Στη σημερινή πρώτη συνέχεια δημοσιεύω τον Πρόλογο και την Εισαγωγή. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στη Μυτιλήνη το 2008 και το εξώφυλλό του μιμείται πετυχημένα την όψη των μαθητικών τετραδίων.

Πρόλογος

Όταν, με παρότρυνση πολλών παλιών συμμαθητών μου, ξεκίνησα να γράψω κάτι σαν χρονικό της τάξης μας στο Γυμνάσιο, να γράψω δηλαδή για τους μαθητές και τους καθηγητές της, είχα τη φιλοδοξία να αποτελέσει, το κείμενο αυτό, συλλογικό έργο, με την έννοια πως θα το γράφαμε πολλοί παλιοί συμμαθητές μαζί.

Για τον σκοπό αυτόν έφτιαξα ένα προσχέδιο, με το διάγραμμα της ύλης, τα περιεχόμενα και κάποια δικά μου περιληπτικά κείμενα και το μοίρασα σε πολλούς συμμαθητές μου, ζητώντας όχι μόνο να συμπληρώσουν τα κενά, αλλά να γράψουν τη δική τους εκδοχή, ακόμα και να προτείνουν κάτι τελείως διαφορετικό.

Πραγματικά με βοήθησαν αρκετοί φίλοι των σχολικών θρανίων, με φωτογραφίες, πληροφορίες, κάποιοι με σύντομα κείμενά τους, αλλά όχι στο βαθμό που προσδοκούσα και που θα χαρακτήριζε το έργο συλλογικό, με εμένα να περιορίζομαι στο ρόλο του επιμελητή της ύλης. Έτσι, αναγκαστικά, κάθισα και έγραψα σχεδόν όλα τα κείμενα μόνος μου και συνεπώς η ευθύνη για το αποτέλεσμα βαρύνει μόνον εμένα. Μερικά κείμενα, δικά μου ή άλλων,  έχουν παλαιότερα δημοσιευθεί σε λεσβιακά περιοδικά και αυτό μνημονεύεται στη βιβλιογραφία.

Οφείλω πάντως να ευχαριστήσω τους συμμαθητές μου: Βάσο Τεφτσή, Μιχάλη Γκορτζιώτη, Μιχάλη Γρημάνη, Μιχάλη Βενεδίκη, Γιώργο Μαυρονικόλα, Μιχάλη Πίτσιο, Γιώργο Σεφτελή, τον φίλο συγγραφέα Παναγιώτη Παρασκευαϊδη, τον φίλο Όμηρο Κοντούλη και τις φίλες Εύη Αποστόλου-Παναγιώτου, Αγλαϊα Αρχοντίδη-Αργύρη και Φανή Σωτηράκη-Αναιρούση, για τις πολύτιμες πληροφορίες που μου έδωσαν και τα στοιχεία που μου παραχώρησαν, κυρίως όμως για την ενθάρρυνση τους να προχωρήσω.

Ιδιαιτέρως ευχαριστώ τον Κώστα Μίσσιο, ακάματο ερευνητή και καταγραφέα κάθε σχετικού με την πνευματική Λέσβο γεγονότος, για τα άφθονα και έγκυρα  στοιχεία που μου παραχώρησε.

Η δυσαναπλήρωτη απουσία του συμμαθητή μου Θανάση Τσερνόγλου μου στοίχισε πολύ, γιατί εκτός των άλλων μου στέρησε πολύτιμες πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα, που οπωσδήποτε είχε συγκεντρώσει, έτσι μεθοδικός και λεπτολόγος που ήταν, αλλά τα οποία δε στάθηκε δυνατό να εντοπίσω και αγνοώ την τύχη τους.

Οπωσδήποτε στο κείμενο που ακολουθεί  οι παλιοί συμμαθητές μου, αλλά και συμπατριώτες, ειδήμονες των γεγονότων της εποχής εκείνης, θα βρούνε πολλές ελλείψεις, παραλείψεις και λάθη. Θέλω να τους βεβαιώσω πως δεν έγιναν σκοπίμως, αλλά οφείλονται στην απουσία τεκμηριωμένων στοιχείων.

Εισαγωγικά

Οι συμμαθητές μου κι εγώ καμαρώνουμε πως αποφοιτήσαμε από το Γυμνάσιο Μυτιλήνης. Δικαίως πιστεύω. Δεν πρόκειται για κάποια επαρχιώτικη ξιπασιά ή έπαρση. Το Γυμνάσιο Μυτιλήνης για πολλές δεκαετίες στάθηκε το αληθινό πνευματικό κέντρο ολόκληρου του νησιού και η συμβολή του υπήρξε αποφασιστική στη διάδοση των πιο προοδευτικών ιδεών και πρώτα απ΄ όλα του Δημοτικισμού, καθώς και στη διαμόρφωση του κλίματος εκείνου, μέσα στο οποίο αναδείχτηκε πλειάδα ανθρώπων των γραμμάτων και τεχνών, όλα αυτά όμως σε πνεύμα όχι αντιπαράθεσης και πολεμικής, αλλά σύνθεσης και συνεργασίας. Όπως γράφει ένας διαπρεπής απόφοιτός του και εν συνεχεία καθηγητής του, ο Βασίλης Αρχοντίδης[1] «στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης συναντήθηκαν τα δύο ρεύματα, ο δημοτικισμός και η κλασσική παράδοση, χωρίς να συγκρουσθούν σαν άσπονδοι εχθροί. Έτσι οι μαθητές που αγαπούσαν τη νέα ελληνική λογοτεχνία δε βρέθηκαν ανάμεσα σε δυο ακραία ιδεολογήματα, υποχρεωμένοι να επιλέξουν ανάμεσα σε δυο αντίπαλα στρατόπεδα».

Το Γυμνάσιο Μυτιλήνης ιδρύθηκε το 1840 και από το 1890 στεγάστηκε στο επιβλητικό, κλασσικής γραμμής κτίριο, με μαρμάρινα σκαλιά στην είσοδό του, που τη στολίζουν κίονες δωρικού ρυθμού και με απλόχωρο πευκόφυτο κήπο γύρω του. Βρίσκεται στο μεταίχμιο του παλιού ιστορικού πυρήνα της πόλης και της κάπως νεωτερίζουσας επέκτασής της προς νότο. Το κτίριο χτίστηκε με δωρεά πλειάδας πλουσίων Λεσβίων, που κατατάσσονται στην εκλείψασα (από την Κατοχή κι εδώ) κατηγορία των εθνικών ευεργετών, του Νικολάου Μητρέλια, που είχε κληροδοτήσει πεθαίνοντας το τεράστιο για την εποχή ποσό των 7.000 χρυσών λιρών,  των αδελφών Βουρνάζων και άλλων. Από αυτούς το άγαλμα του Σοφοκλή Βουρνάζου στέκεται στα προπύλαιά του και για πολλές δεκαετίες (όσες ήταν εν χρήσει το μελανοδοχείο και η πέννα), ήταν το θύμα ασεβούς εθίμου, να σπάνε επάνω του τα καλαμάρια τους, όσοι αποφοιτούσαν από το Γυμνάσιο[2].

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 90 Σχόλια »

Το μανίκι της μάνικας

Posted by sarant στο 16 Αυγούστου, 2021

Προχτές τα  μεζεδάκια μας τιτλοφορήθηκαν «με τη μάνικα στο χέρι». Και μου στέλνει ένας φίλος προσωπικό μήνυμα στο Μέσεντζερ, και με ρωτάει: «τι σχέση έχει η μάνικα με το μανίκι και με το μανικιούρ;»

Του απάντησα σύντομα, και μου ανταπάντησε «Αξίζει άρθρο, όπως σου αρέσει να λες». Κι επειδή δεν είχα κάτι άλλο έτοιμο, είπα να γράψω ένα αρθράκι για αυτήν την οικογένεια λέξεων.

Αφού μιλώ για «οικογένεια» λέξεων, είναι φανερό πως κάποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στη μάνικα, στο μανίκι και στο μανικιούρ -σχέση ετυμολογική. Και μάλιστα, η οικογένεια αυτή είναι πολυμελής, με αμέτρητα αδερφοξάδερφα σκορπισμένα σε όλες τις γλώσσες της Ευρώπης (τουλάχιστον), πολλά από αυτά να σταδιοδρομούν ευδοκίμως στην ελληνική γλώσσα.

Δεν ειναι όμως ελληνικής αρχής παρά λατινικής.

Γενάρχης της μεγάλης αυτής οικογένειας είναι η λατινική λέξη manus, που σημαίνει το χέρι. Βασικότατη λέξη φυσικά, επόμενο ήταν να παράξει (σικ, ρε) αμέτρητα σύνθετα και παράγωγα για ένα σωρό συγκεκριμένα πράγματα και αφηρημένες έννοιες -σκεφτείτε πόσο παραγωγικό είναι και το δικό μας «χέρι, χειρ».

Ένα από τα παράγωγα του manus είναι και το manica, δηλαδή η χειρίδα (ή περιχειρίδα;), ένα σωληνωτό περιβραχιόνιο που αποτελούσε μέρος της στολής του Ρωμαίου λεγεωνάριου. Κάλυπτε το χέρι, ίσως και το μπράτσο, από τον καρπό ως τον αγκώνα τουλάχιστον και ίσως ίσαμε τον ώμο. Αυτή της εικόνας είναι δερμάτινη αλλά πολύ συχνά οι manicae αυτές ήταν μεταλλικές.

Από τις manicae λοιπόν έχουμε το υστερολατινικό manicium που περνάει ως μανίκιον στα βυζαντινά ελληνικά και χρησιμοποιείται για διάφορα προστατευτικά των χεριών του πολεμιστή.

Γράφει ο Νικηφόρος Φωκάς στη στρατηγική του έκθεση πώς πρέπει να είναι η εξάρτυση των στρατευμάτων:

τὰ δὲ μανίκια αὐτῶν εἶναι κοντὰ καὶ πλατέα, ἔχοντα εἰς τὰς μασχάλας σχίσματα πρὸς τὸ ῥᾳδίως ὁμοῦ καὶ εὐκόλως τὰς αὐτῶν χεῖρας ἐκβάλλειν καὶ μάχεσθαι. τὰ δὲ μανίκια αὐτῶν ὄπισθεν εἰς τοὺς ὤμους ὑπὸ κομποθηλυκίων κρατεῖσθαι.

Φυσικά, η λέξη περνάει και στην πολιτική ζωή και περιγράφει ό,τι και η σημερινή, π.χ. είχεν η τραχηλία του και τα μανίκια του λιθάρια υπέρλαμπρα μετά μαργαριτάρια, στην Αχιλληίδα. Παίρνει επίσης η λέξη «μανίκι» και μιαν άλλη σημασία, τη λαβή του όπλου.

Από το ίδιο manica, το λατινικό ή το ιταλικό, ή από το μανίκιον, εμφανίζεται στα μεσαιωνικά χρόνια και η μανίκα ή μάνικα, που περιγράφει πάντοτε το σωληνωτό περιβραχιόνιο του πολεμιστή. Στον κρητικό Στάθη ανάμεσα στ’ άρματα που ζητάει ο ήρωας να του φέρει ο υπηρέτης του είναι «μανίκες και πουνιάλο, γαμπιέρες και μονόπολα».

Από εκεί λοιπόν και η σημερινή μανικα, ο σωλήνας των πυροσβεστών (ή του ποτίσματος); Ναι και όχι. Θέλω να πω, από την ίδια ρίζα. Αλλά η σημερινή μάνικα δεν είναι μετεξέλιξη της μεσαιωνικής μανίκας, αλλά μάλλον νέο δάνειο από το ιταλ. manica στα νεότερα χρόνια, ακριβώς με τη σημασία «σωλήνας για πότισμα» κτλ.

Το μανικιούρ πάλι, για να κλείσουμε την τριάδα των λέξεων που ανέφερε ο φίλος μου, είναι της ίδιας οικογένειας αλλά μας ήρθε μέσω γαλλικών. Ο γαλλικός όρος είναι manucure, που δεν είναι παλιά λέξη, αλλά πλάστηκε τον 19ο αιώνα από το λατινικό manus και το στοιχείο -cure (από το λατ. curare, κουράρω, θεραπεύω) κατ’ αναλογία προς το προϋπάρχον pédicure (των ποδιών), που το έχουμε επίσης δανειστεί ως πεντικιούρ. Υπό την επίδραση του τελευταίου εμφανίστηκε και τύπος manicure στα γαλλικά (όπως είναι και η αντίστοιχη αγγλική λέξη).

Είπαμε όμως ότι η οικογένεια του μανικιού και της μάνικας είναι πολυμελής. Καταρχάς, το ίδιο το μανίκι έχει απογόνους: τα μανικέτια και τα μανικετόκουμπα (για να μην πούμε και τα αμάνικα, κοντομάνικα και μακρυμάνικα). Αλλά υπάρχουν κι άλλα μέλη της οικογένειας.

Πράγματι, ανάμεσα στα ξαδέρφια της βρίσκουμε τη μανιβέλα. Κι αυτή ξεκινάει από το manus, ή μάλλον από το υποκοριστικό manicula που ήταν η χειρολαβή του αρότρου. Από παράλληλο τύπο *manibula και *manabella έχουμε το γαλλ. manivelle, για διάφορα είδη χειρολαβών και εργαλείων, που το πιο γνωστό ήταν ο περιστρεφόμενος μοχλός των παλιών αυτοκινήτων.

Η μανέλα, πάλι, είναι είδος μοχλού και προέρχεται από το βενετικό manoela, της ίδιας οικογένειας.

Άλλο ξαδερφάκι είναι η μανούβρα, από το βενετ. manuvra, που ανάγεται στο λαϊκό λατινικό manuopera, εργασία που γίνεται με το χέρι, από το manus και το opera = δραστηριότητα (από το opus, έργο -κάποτε θα γράψουμε και γι’ αυτήν την οικογένεια). Από τους χειρισμούς (να η λέξη) των πλοίων πρέπει να προέκυψε η μεταφορική σημασία του ελιγμού.

Η μανσέτα είναι απλή περίπτωση, δάνειο από το γαλλ. manchette, που είναι υποκοριστικό του γαλλ. manche («μανίκι»). Μανικάκι, ας πούμε. Από την ίδια γαλλική λέξη και το μανσόν, αφού η ορολογία της ένδυσης είναι σε μεγάλο βαθμό γαλλόπνευστη. Στο προχτεσινό άρθρο, ο φίλος μας ο Άγγελος μάς θύμισε ότι η Μάγχη λέγεται γαλλικά (απ’ όπου πήραμε κι εμείς το τοπωνύμιο και το εξελληνίσαμε) La Manche, που θα πει «το μανίκι» -από το επίμηκες σχήμα.

Απλή περίπτωση είναι και το ρήμα μανιπουλάρω, δηλ. χειραγωγώ, δάνειο από το ιταλ. manipolare ή το γαλλ. manipuler. Στις ξένες γλώσσες μπορεί να έχει και ουδέτερη σημασία (χειρίζομαι) ενώ στα ελληνικά μόνο αρνητική.

Σε αφηρημένες σημασίες έχουμε, πάντα στην ίδια οικογένεια, τη μανιέρα. Mανιέρα είναι ο τρόπος, το στιλ, το ύφος, από ιταλ. maniera και αυτό από γαλλ. manière, που ανάγεται σε παλιό γαλλικό επίθετο manier, «αυτό που λειτουργεί με το χέρι».

Έχουμε και τη φράση μάνι μάνι, για κάτι που γίνεται γρήγορα. Αρχικά ήταν ναυτικός όρος, από το γενουατ. manimani, με σημασία «από χέρι σε χέρι».

Και πάμε στους μακρινούς συγγενείς. Θα ελεγε κανείς πως το μανάρι, το οικόσιτο αρνί που το τρέφουμε για να το σφάξουμε, που βέβαια χρησιμοποιείται και ως χαϊδευτική προσφώνηση προς αγαπημένο πρόσωπο, προέρχεται από τη μάνα, και πράγματι αυτή την ετυμολογία δίνει το ΛΚΝ. Ωστόσο, ο Μπαμπινιώτης θεωρεί πιθανότερη την προέλευση από το αρωμουνικό manari, πληθ. του manaru, «οικόσιτο ζώο», από το υστερολατινικό manuarius, «αυτός που τρέφεται από το χέρι κάποιου, που μεγαλώνει στο χέρι κάποιου».

Κι αν το μανάρι είναι αβέβαιος συγγενής, ο μάνατζερ είναι σίγουρο τριτοξάδερφο. Το αγγλικό manager έρχεται από το ρήμα manage (χειρίζομαι, και αρχικά ‘εκπαιδεύω άλογο’) που ανάγεται στο ιταλ. maneggiare, μέσω γαλλικών, το οποίο επίσης είχε την αρχική σημασία «ελέγχω, διευθύνω άλογο» και που προέρχεται επίσης από το manus. Της ίδιας οικογένειας είναι και το ιδιωματικό-λαϊκό ματζόβολος (ή μανιτζέβελος ή μαϊτζέβελος -έχουμε γράψει άρθρο, που ασφαλώς σηκώνει αναδημοσίευση, ξαναδουλεμένο όμως).

Κάπου εδώ τελειώνουν τα μέλη της οικογένειας του μανικιού και της μάνικας, εξόν κι αν μου ξέφυγε κανένα. Το μανεκέν και το μανιτάρι έχουν αλλη ετυμολογία, αν και το μανιφέστο μπορεί τελικά να ανάγεται στο manus, όμως δεν είναι βέβαιο.

Η λέξη «μανίκι» στα νέα ελληνικά, πέρα από την ένδυση, διατηρεί ακόμα (παρωχημένη όμως) τη σημασία της λαβής του μαχαιριού, γι’ αυτό και λέμε «μαυρομάνικο μαχαίρι».

Βέβαια, έχει και την ελαφρώς χυδαία σημασία της σεξουαλικής πράξης, ενώ σημαινει επίσης τη δύσκολη δουλειά, τον μπελά, το παλούκι που λέμε. Πριν από πολλά χρόνια, αμνημόνευτα πες, είχα γράψει «η επιβίωση κατάντησε μανίκι – αυτό το άγχος πια δεν μου ανήκει». Ευτυχώς όμως οι υπόλοιποι στίχοι έχουν ξεχαστεί…

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 167 Σχόλια »

Περί οθόνης σκιάς (χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 15 Αυγούστου, 2021

Εδώ και χρόνια ασχολούμαι με τα χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη σε διάφορες αθηναϊκές εφημερίδες από το 1939 ως το 1944 και από το 1950 έως το 1958. Έχουν ήδη εκδοθεί, από τις εκδόσεις Αρχείο και σε δική μου φιλολογική επιμέλεια, τέσσερις τόμοι με θεματική κατάταξη: Αττικά, Αστυνομικά, Συμποσιακά και Πολεμικά. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, στο τέλος του χρόνου θα κυκλοφορήσει ένας ακόμα τόμος, που είναι σχεδόν έτοιμος, τα «Ερωτικά», δηλαδή 181 χρονογραφήματα του Βάρναλη για τον έρωτα και τη γυναίκα, για τις σχέσεις των δύο φύλων και την έγγαμη συμβίωση.

Θα μιλήσουμε κι άλλη φορά για τον τόμο αυτόν, όταν κυκλοφορήσει. Σήμερα όμως, που είναι Κυριακή κι έχουμε θέμα λογοτεχνικό, σκέφτηκα να βάλω, σε προδημοσιευση, ένα χρονογράφημα του Βάρναλη που είναι όχι απλώς ερωτικό αλλά και σινεφίλ, θα έλεγε κανείς, αφού εξετάζει την αίθουσα του κινηματογράφου ως ερωτική εστία. Το βρίσκω πολύ καλογραμμένο και νομίζω πως θα σας αρέσει, έστω κι αν τέτοιες μέρες μόνο σε θερινούς κινηματογράφους έχουμε όρεξη να μπούμε.

Το χρονογράφημα αυτό του Βάρναλη δημοσιεύτηκε στην Πρωία τον πρώτο χρόνο της Κατοχής, στις 15 Οκτωβρίου 1941. Φυσικά πάρα πολλά έχουν αλλάξει από τότε, ο έρωτας όμως;

Περί οθόνης σκιάς

— «Ό,τι είναι τα πάρκα το καλοκαίρι, είναι οι κινηματογράφοι το χειμώνα: ερωτικό εντευκτήριο. Όλο το καλοκαίρι, πριν ακόμη βασιλέψει ο ήλιος, τα προνοητικά ζευγάρια πιάνανε από νωρίς τους πιο παράμερους πάγκους, περιμένοντας τη νύχτα με τ’ άστρα της, όχι για να παραδοθούνε στη δροσιά της, παρά να παραδοθούνε στη φωτιά τη δική τους. Το πάρκο του Πολυγώνου με την απέραντη έκτασή του και με τους αμέτρητους κρυψώνες του ήτανε το βασίλειο του Έρωτα και πολίτες του μονάχα οι νέοι. Οι γέροι εκεί καταπίνανε το φαρμάκι της ατιμίας τους, με την αρχαία σημασία της λέξης, που θα πει στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων. Όχι όμως και λίγοι από τους γέρους ήταν ενθουσιασμένοι με το θέαμα των αγκαλιασμένων νέων, όπως εκείνος ο γέρος του Μυρζέ[1], όταν είδε στο αντικρινό του σπίτι τους φοιτητές που ολοχρονίς διαβάζανε και δε γλεντούσανε, να φέρουνε μια μέρα κορίτσια και να τραγουδάνε, βγήκε κι αυτός στο μπαλκόνι κι άρχισε να χορεύει από τη χαρά του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Ερωτικά, Κατοχή, Κινηματογράφος, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 155 Σχόλια »

Μεζεδάκια με τη μάνικα στο χέρι

Posted by sarant στο 14 Αυγούστου, 2021

Ο τίτλος του σημερινού πολυσυλλεκτικού μας άρθρου θα ήταν κάτι σαν «δεκατετραυγουστιάτικα μεζεδάκια» αλλά τελικά είπα να τιμήσω την έμπνευση του υπουργού Προστασίας του Πολίτη Μιχ. Χρυσοχοΐδη και τη μνημειώδη του απάντηση στις επικρίσεις της αντιπολίτευσης για τον τρόπο που διαχειρίστηκε τις καταστροφικές πυρκαγιές (που θεωρούμε ότι πέρασαν και πάνε, παρόλο που συνεχίζεται η μάχη με τις αναζωπυρώσεις στη Γορτυνία και παρόλο που έχουμε ακόμα καλοκαίρι μπροστά μας).

Απάντησε λοιπόν ο κ. Χρυσοχοΐδης με την εξής επικολυρική δήλωση:

«Προς ενημέρωση του ΣΥΡΙΖΑ

Αρχαία Ολυμπία την κρίσιμη νύχτα με τη μάνικα στο χέρι.

Πάρνηθα από κάτω χαμηλά έως το Πυροφυλάκιο στο Κατσιμίδι, όλες αυτές τις μέρες και νύχτες. Και στο ενδιάμεσο στο Συντονιστικό Κέντρο της Πυροσβεστικής στο Χαλάνδρι.

Και πυροσβέστης και επιτελικός.

Συνεχώς παρών»

Πολλοί δεν πίστεψαν ότι πρόκειται για αυθεντική δήλωση του υπουργού, θεώρησαν ότι είναι τρολιά.

Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα κάνω μια γλωσσική παρατήρηση. Όπως πρόσεξαν και άλλοι, η μνημειώδης δήλωση του (οΘντκ) υπουργού κ. Χρυσοχοΐδη, με τη μάνικα στο χέρι, είναι γραμμένη χωρίς *κανένα* ρήμα, κάτι που ασφαλώς πρώτη φορά θα συμβαίνει σε υπουργικές δηλώσεις.

(Αμυδρότατα θυμάμαι κάποιο μικρό διήγημα χωρίς κανένα ρήμα, ως άσκηση ύφους, αλλά μη με ρωτάτε περισσότερα).

Χωρίς ρήμα λοιπόν. Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει κι άλλα: χωρίς αιδώ, και χωρίς μυαλό, χωρίς έρμα, χωρίς αίσθηση του γελοίου· αλλά εδώ μας ενδιαφέρουν τα γλωσσικά, οπότε χωρίς ρήμα.

* Φυσικά η φράση με τη μάνικα σατιρίστηκε δεόντως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με μιμίδια σαν κι αυτό που βλέπετε, με παρωδίες όπως «Η μάνικα η μάνικα δεν σταματά, δουλεύει νύχτα μέρα» ή με ωραίες ρίμες (με αμάνικα, ρουμάνικα κτλ.).

Έφτιαξα κι εγώ ένα επικό, που τελικά με τη συμβολή και άλλων διαμορφώθηκε ως εξής:

Μάνικαν άειδε θεά Χρυσοχοΐδεω Μιχαλήος βουλωμένην ή μύρι’ Ευβοεύσιν άλγε’ έθηκε

* Αλλά, όπως είπαμε, μακάρι να μπορούμε να κάνουμε πλάκα με τις πυρκαγιές -δηλαδή, να μην ξανάρθουν.

* Καθώς έγραφα χτες το σημερινό άρθρο, είχαμε και την είδηση του ανασχηματισμού. Να αλλάξω τον τίτλο; Ανασχηματισμένα μεζεδάκια έχω ήδη δημοσιεύσει, ύστερα από άλλον ανασχηματισμό. Φλερτάρισα με την ιδέα να βάλω «μινιανασχηματισμένα» και να προσφέρω έτσι μιαν ακόμα λέξη στην ΥΤΧ μας, αλλά τελικά προτίμησα να μην αλλάξω τον τίτλο -και όλη την εισαγωγή.

* Κι ένα γλωσσικό σε σχέση με τις πυρκαγιές. Γράφτηκαν πολλά άρθρα για την εποχική πυροσβέστρια Κατερίνα Ιωαννίδου, που ο φακός την αποτύπωσε να παλεύει με αυταπάρνηση με τις φλόγες.

Σε πολλά από αυτά τα άρθρα, όπως εδώ, χρησιμοποιείται, κακώς κατά τη γνώμη μου, ο επίκοινος τύπος:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ραμόνια | Με ετικέτα: , , , , , , | 264 Σχόλια »

Ιστολογικά κεσάτια 2021

Posted by sarant στο 13 Αυγούστου, 2021

Παραδοσιακά, οι πέντε-δέκα μέρες γύρω από τον Δεκαπενταύγουστο είναι από τις περιόδους με τη μικρότερη κίνηση στα ιστολόγια, και η τάση αυτή ισχύει και φέτος.

Οπότε, θα συνεχίσω με μια παράδοση του ιστολογίου, δηλαδή θα ανεβάσω και πάλι σήμερα, ελαφρότατα ξανακοιταγμένο, ένα άρθρο που πρώτη φορά το ανέβασα τέτοιες μέρες το 2009 και που έκτοτε το ανεβάζω σχεδόν κάθε χρόνο, τις περισσότερες χρονιές που υπάρχει το ιστολόγιο (πλάκα-πλάκα, τούτος είναι ο δέκατος τρίτος ιστολογημένος μου Αύγουστος).

Η ανάπαυλα αυτή δίνει και στον ιστολόγο μία μέρα ημιρεπό, μια και το σερί των αναρτήσεων, ένα άρθρο τη μέρα, συνεχίζεται αδιάλειπτο από τα τέλη Ιανουαρίου του 2014. Θα μου πεις, συμβιβάζεται αδιάλειπτο σερί με επαναλήψεις; Ιστορικός συμβιβασμός, θα απαντήσω.

Στη φωτογραφία, που είναι παρμένη το 2009 ή νωρίτερα από την οδόν Αιόλου, βλέπουμε δυο μαγαζάτορες που, επειδή έχουν κεσάτια, παίζουν τάβλι.

Τα κεσάτια βέβαια είναι οι αναδουλειές, στερεότυπη εμπορική απάντηση που την ακούμε ταχτικά στην αγορά, πολύ πριν από την κρίση. Η λέξη είναι τουρκικό δάνειο (kesat), αραβοπερσικής αρχής, και φαίνεται ότι οι έμποροι από πολύ παλιά τη χρησιμοποιούσαν, αν θυμηθούμε ένα γουστόζικο ανέκδοτο με τον βασιλιά Όθωνα, όπως το καταγράφει στην Ιστορική ανθολογία του ο Γ. Βλαχογιάννης:

Τρεις πραματευτάδες Χιώτες παρουσιαστήκανε στον Όθωνα το Βασιλέα.
     Αφού είπανε το ’να και τ’ άλλο, […] ο Βασιλέας, που μόνη γλώσσα του είχε να μιλεί τις ελληνικούρες που είχε πρωτομάθει από τον Φίλιππο Ιωάννου […], γυρίζει στον έναν από τους τρεις Χιώτες μ’ εκείνο το συνηθισμένο σοβαρό του και ρωτάει:
     ― Πώς προχωρεί το εμπόριον;
     ― Κεσάτια, Μεγαλειότατε! λέει ο Χιώτης.
     Ο Όθωνας απορεί· πρώτη φορά ακούει αυτή τη λέξη. Κοιτάζει αυτόν που μίλησε στα μάτια και ξαναρωτάει:
     ― Τι σημαίνει η λέξις κεσάτια;
     Ο Χιώτης απορεί κι αυτός, μα ο άλλος Χιώτης, πιο έξυπνος, πετιέται κι απαντάει:
     ― Δεν έχει νταραβέρι, Μεγαλειότατε!
     Ο Βασιλέας, με την ίδια πάντα σοβαρότη του, γυρίζει και σ’ αυτόν:
     ― Και η λέξις νταραβέρι, τι σημαίνει;
     Μα ώσπου ν’ απαντήσει ο δεύτερος, ο τρίτος Χιώτης δεν αργεί και λέει:
     ― Αλισιβερίσι, Μεγαλειότατε!
     Ο Βασιλέας δεν έκαμε άλλο ρώτημα. Και φύγαν οι τρεις φίλοι χαρούμενοι που φωτίσανε το Βασιλέα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , , , , , | 115 Σχόλια »

Ο ανεδιάβαστος (ένα κείμενο του Γιάννη Χάρη)

Posted by sarant στο 12 Αυγούστου, 2021

Για ένα κείμενο λέω, αλλά στην πραγματικότητα είναι διπλό. Πριν από λίγες μέρες, ο φίλος Γιάννης Χάρης δημοσίευσε στο Φέισμπουκ μια συντομη εξομολόγηση με τον τίτλο «Ο ανεδιάβαστος», το οποίο παρέπεμπε σε ένα παλιότερο εκτενές άρθρο του, από το μακρινό 2007, τότε, που υπήρχαν πολλά και ζωντανά ιστολόγια, με έντονη μεταξύ τους αλληλεπίδραση (αλλά δεν υπήρχε σχεδόν Φέισμπουκ, ούτε Τουίτερ, ούτε Ίνσταγκραμ και τα άλλα των νεότερων).

Το παλιότερο εκείνο κείμενο ήταν η συμμετοχή του Χάρη σε ένα παιχνίδι των μπλογκ, όπου ο καθένας καλούσε κάποιον άλλο να εξομολογηθεί/αποκαλύψει πέντε πράγματα για τον εαυτό του. Θα το παραθέσω πιο κάτω, αλλά να πω εισαγωγικά πως ένα από τα πέντε αυτά πράγματα ήταν η εξομολόγηση του Γ. Χάρη ότι δεν διαβάζει, ότι βαριέται το διάβασμα, μια δήλωση που ακούγεται παράδοξη από κάποιον που και γράφει και ασχολείται επαγγελματικά με τη μετάφραση και με την επιμέλεια κειμένων -και βιβλίων. Γι’ αυτό και στο νεότερο, εισαγωγικό ας το πούμε, κείμενό του αυτοχαρακτηρίζεται «ανεδιάβαστος».

Όπως θα δείτε, στο τέλος του παλιότερου κειμένου του ο Γιάννης είχε πετάξει το μπαλάκι και σε μένα, καλώντας με να συνεχίσω το παιχνίδι και να εξομολογηθώ κι εγώ πέντε πράγματα για τον εαυτό μου. Δεν είχα τότε ανταποκριθεί, και για να πω την αλήθεια δεν θυμάμαι για ποιο λόγο, αλλά το πιθανότερο είναι πως άργησα να δω το σχετικό άρθρο -και άλλωστε δεν είχα ιστολόγιο τότε.

Και εδώ είναι η μεγάλη ειρωνεία, πώς τα φέρνει η ζωή δηλαδή, ότι το 2007 ειρωνευόμουν τον Χάρη για την ενασχόλησή του με τα μπλογκ (και τον σχετικό μπελά, να διαβάζει σχόλια και να απαντάει) και προτιμούσα την ηρεμία που πρόσφερε το να δημοσιεύω σε σάιτ, με πολύ μικρότερη αλληλεπίδραση και αναπληροφόρηση.

Και τώρα έχω, επί δωδεκάμισι χρόνια μάλιστα, ιστολόγιο, με χιλιάδες άρθρα και με εκατοντάδες χιλιάδες σχόλια! Πώς τα φέρνει η ζωή!

(Όσο για την πρόκληση να εξομολογηθώ κι εγώ με τη σειρά μου πέντε πράγματα, λέω να το κάνω -όχι σήμερα όμως).

Αλλά ας δώσω τον λόγο στον φίλο Γιάννη Χάρη:

Ο ΑΝΕΔΙΑΒΑΣΤΟΣ
(για φίλες και φίλους που συχνά μου κάνουν την τιμή να μου στείλουν ένα βιβλίο τους, και ντρέπομαι τι να τους πω…)
Πάνε χρόνια, απίστευτα πολλά, που δεν διαβάζω. Βιβλία που μου κινούν την περιέργεια, για τα οποία με διαβεβαιώνουν φίλοι πως είναι αριστουργήματα…, τίποτα. Μαζεύονται κάποια στοίβες, λέω τουλάχιστον να τα ξεφυλλίσω…, τίποτα.
Ε πώς, δε γίνεται, θα πείτε. Τίποτα τίποτα δηλαδή; Καλά· είναι και έργα λόγου χάρη στα οποία αναφέρεται ο Κούντερα, και πρέπει τότε να τα διατρέξω, ή αναλόγως να τα διαβάσω κανονικά, για να μη μεταφράζω λέξεις σκόρπιες στον αέρα, εννοείται. (Έτσι διάβασα, ας πούμε, και με μεγάλη απόλαυση, ενθουσιασμό μάλλον, το «Δέρμα» του Μαλαπάρτε, χωρίς ωστόσο αυτό να με παρακινήσει για ανάλογο εγχείρημα…) Και επίσης έργα φίλων της στενής παρέας (αυτών που επιστρατεύω και για δικά μου κείμενα και μεταφράσεις), σε χειρόγραφο ακόμα, όταν νομίζω ότι κάπου θα βοηθήσει η… σοφία μου. (Αλλά κι αυτά, με την ηλικία και με την προβληματική υγεία, όλο και πλημμελέστερα πια.)
Αλλιώς, τίποτα. Ποτέ κανένας δεν με πίστεψε και ούτε με πιστεύει, κι ας το ’χω εξομολογηθεί δημόσια, όταν πρωτάνοιξα το μπλογκ μου και προκλήθηκα να πάρω μέρος σ’ ένα παιχνίδι όπου εκμυστηρευόταν κανείς πέντε άγνωστα πράματα για τον εαυτό του: το παραθέτω εδώ το κείμενο αυτό, θα μάθετε έτσι κι άλλα ανήκουστα.
Το κείμενο είναι του 2007· το σχετικό με το [μη] διάβασμα είναι το σημείο 5. Βάλτε τώρα και τα 14 χρόνια που πέρασαν από τότε, με τα διάφορα –το διάβασμα έγινε περίπου γολγοθάς.
Και το κείμενο του 2007

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Βιβλία, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , | 45 Σχόλια »

Στις στάχτες

Posted by sarant στο 11 Αυγούστου, 2021

Οι πρωτοφανείς πυρκαγιές φαίνεται πια να έχουν υποχωρήσει, αφού βέβαια πρώτα κατέκαψαν όλη σχεδόν τη βόρεια Εύβοια και τόσες άλλες περιοχές στην Αττική κυρίως και στην Πελοπόννησο. Ο πρωθυπουργός στο προχτεσινό διάγγελμά του ζήτησε συγγνώμη «για τις όποιες αδυναμίες» (που σημαίνει ότι μπορεί και να μην υπήρξαν αδυναμίες), οι πυρόπληκτοι μαζεύουν τα κομμάτια τους και θα προσπαθήσουν να ξαναχτίσουν τις καμένες ζωές τους, ήρθε η ώρα των απολογισμών και της άντλησης διδαγμάτων.

Αυτό βέβαια είναι μια κουβέντα. Και αν θα γίνει εδώ, θα γίνει στα σχόλιά σας. Εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε σήμερα θα λεξιλογήσουμε με τη λέξη του τίτλου, τη στάχτη, που κυριαρχεί στα καμένα, εκεί όπου σπίτια, δέντρα, ζώα, όνειρα, κόποι, σχέδια, έχουν όλα γίνει στάχτη.

Στάχτη, και να την πιάσουμε από την αρχή.

Η σημερινή λέξη προέρχεται από το μεσαιωνικό «στάκτη», το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το ελληνιστικό «στακτή κονία», που ήταν το σταχτόνερο, η αλισίβα, άρα από το επίθετο «στακτός» και από το ρήμα στάζω. (Η αρχαία λέξη για τη στάχτη είναι τέφρα, που επίσης έχει επιβιώσει στη σημερινή γλώσσα -ίσως αξίζει ειδικό άρθρο).

Στα κείμενα του Γαληνού και των άλλων μεγάλων Ελλήνων γιατρών της ελληνιστικής εποχής και της ύστερης αρχαιότητας υπάρχουν πολλές αναφορές στη «στακτή κονία», σε διάφορα γιατροσόφια και συνταγές, π.χ. «τῶν μὲν οὖν ὑγρῶν ἡ στακτὴ καλουμένη κονία τοιαύτην ἔχει δύναμιν».

Όπως συχνά συμβαίνει, κι όπως το νεαρόν ύδωρ έγινε νηρόν και νερό ή το κινητό τηλέφωνο έγινε κινητό, έτσι και στη στακτή κονία το ουσιαστικό μαράθηκε κι έπεσε και το επίθετο ουσιαστικοποιήθηκε: η στακτή, και με ανέβασμα του τόνου (όπως π.χ. στο λευκή –> λεύκη) έγινε «στάκτη», και η λέξη πήρε πια τη σημερινή σημασία σε μεσαιωνικά κείμενα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 256 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα – 16: Το σπίτι της Τουρκοπούλας

Posted by sarant στο 10 Αυγούστου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο έκτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Θα δούμε σήμερα μια σελίδα από τα «μικρά» του Αγώνα, όπως φτάνει σε μας μέσα από δυο αναφορές προς την «Υπερτάτη Διοίκησιν», που σώζονται στα Αρχεία της Παλιγγενεσίας (τόμος 11). Θέμα τους, η διεκδίκηση ενός σπιτιού. Μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, το σπίτι ενός Τούρκου θεωρήθηκε, όπως και όλη η ακίνητη περιουσία Οθωμανών, «εθνικό κτήμα» και δόθηκε σε κάποια οικογένεια που είχε μείνει άστεγη. Όμως, η κόρη του παλιού ιδιοκτήτη, έχοντας στο μεταξύ βαφτιστεί χριστιανή, το διεκδικεί ενόψει μάλιστα του γάμου της -ή μάλλον, το διεκδικεί ο μέλλων γαμπρός, που είναι και άνθρωπος του Νικηταρά.

Κατά σύμπτωση, και οι δυο αναφορές έχουν την ίδια ημερομηνία, 5 Ιουλίου 1823. Πρώτη έχει καταχωρηθεί η αναφορά της ενοίκου του σπιτιού και δεύτερη η αναφορά του μέλλοντος συζύγου της «Τουρκοπούλας».

Κοίταξα λίγο στα αρχεία, αλλά δεν βρήκα τι απόγινε -ποιο από τα δύο μέρη δικαιώθηκε. Κρατάω την ορθογραφία. Στο τέλος σημειώνω κάποια λεξιλογικά. Βέβαια, τα κείμενα πρέπει να έχουν γραφτεί από κάποιον δημόσιο γραφιά ή γραμματικό.

 

* Αναφορά Γεώργενας Τουρνικιώτισσας διά το εθνικόν οσπίτιον οπού ζητούν να της το πάρουν.

Υπερτάτη Διοίκησις της Ελλάδος

Προστρέχω εγώ ή δυστυχισμένη εις την αγίαν Διοίκησιν να κάμη ίλεως εις εμένα την πτωχήν, όπου έχω τόσα αχαμνόμερη και μετά να μου εχάλασαν παντελώς ένα σπίτιον οπού είχα οι Τούρκοι, εμβαίνοντας εις το ρεσάλτο της Τριπολιτζάς. Επίασα ένα οσπιτάκι εθνικόν και το μερεμέτισα με τόσους κόπους και κάθομουν τώρα δύο χρόνους. Και μετά να βρίσκεται μία τουρκοπούλα του οσπιτίου. Τις απερασμένες βάνει κάτι ανθρώπους του καπετάν Νικήτα διά να με βγάλουν και μετά να έχω δυο μου παιδιά οπού τρέχουν με τον καπετάν Γενναίον εις τον πόλεμον. Επήγα εις τον γενναιότατον Κολοκοτρώνη και έκαμεν ντεσκερέ του καπετάν Νικήτα και τους αποδίωξε. Σήμερον βλέπω και έρχονται δύο στρατιώτες από του κυρ-Ανδρέα, επάρχου της Τριπολιτζάς, και μου λένε να με διώ­ξουν, λέγοντας πως βαπτίστη η τουρκοπούλα, ναν την παντρέψουν, ναν της δώσουν το σπίτι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κείμενα | Με ετικέτα: , | 120 Σχόλια »

Αναζωπύρωση, λέξη που μας τρόμαξε

Posted by sarant στο 9 Αυγούστου, 2021

Όταν άρχισα χτες να γράφω το σημερινό, στην Αττική οι πυρκαγιές φαίνονταν να έχουν τεθεί υπό έλεγχο, αλλά η Εύβοια εξακολουθούσε να καίγεται, από την παραλία του Ευβοϊκού ίσαμε τις ακτές που βλέπουν στο Αιγαίο. Πρώτη φορά στα χρονικά με τέτοιο πλάτος η καταστροφή στο νησί. Τις προηγούμενες μέρες, οι τίτλοι στους ειδησεογραφικούς ιστοτόπους έκαναν να φαντάζει απειλητική μια λέξη που δεν μας είχε ως τώρ’ ακουστεί δυσοίωνη.

Αγωνία για τις αναζωπυρώσεις στην Αττική, ο ένας τίτλος. Η αναζωπύρωση στην περιοχή της Νεμούτας (στην Ηλεία είναι) οδήγησε σε μεγάλο μέτωπο, σεγοντάρει ο άλλος.

Να αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο, που δεν θα είναι και μεγάλο, σ’ αυτή τη λέξη.

Αναζωπύρωση, λέει το λεξικό, είναι το ξαναφούντωμα της φωτιάς, που προηγουμένως βρισκόταν σε ύφεση ή που είχε τεθεί υπό έλεγχο. Αυτή η απαίσια κυριολεκτική σημασία μάς ταλαιπωρεί τόσες μέρες -από τότε που η φωτιά της Βαρυμπόμπης, που είχε τεθεί υπό έλεγχο, ξαναφούντωσε και έκαψε πολύ μεγαλύτερες εκτάσεις.

Αλλά η λέξη έχει και μεταφορικές σημασίες, που αυτές συνήθως ακούμε τον καλό τον καιρό, και που δεν έχουν αμιγώς αρνητική χροιά.

Αναζωπύρωση λοιπόν είναι και η εκ νέου ενίσχυση της έντασης ενός φαινομένου που είχε ατονήσει ή και που κινδύνευε να χαθεί. Μπορεί να μιλήσουμε για αναζωπύρωση του εθνικισμού, των πολιτικών παθών, των ταραχών ή του πληθωρισμού, αλλά εξίσου μπορεί να κάνουμε λόγο για αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος ή της ζήτησης. Χαρακτηριστικά, το ΜΗΛΝΕΓ δίνει σαν συνώνυμα της αναζωπύρωσης την αναμόχλευση, για τις πρώτες χρήσεις, αλλά την αναζωογόνηση για τις δεύτερες. Υπάρχει και η αναθέρμανση, που χρησιμοποιείται κυρίως με θετική χροιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ποιο από τα δυο; | Με ετικέτα: , , | 131 Σχόλια »

Μόνο βιβλία είχαμε μπόλικα (απόσπασμα από το βιβλίο του Άμος Οζ)

Posted by sarant στο 8 Αυγούστου, 2021

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα απόσπασμα, και συγκεκριμένα το 3ο κεφάλαιο, από το βιβλίο «Ιστορία αγάπης και σκότους» του Άμος Οζ, ένα αυτοβιογραφικό αφήγημα που μπορεί να χαρακτηριστεί μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αφού σε αυτό ο Οζ αφηγείται την ιστορία της οικογένειάς του και την παιδική και εφηβική του ηλικία -και ταυτόχρονα την ιστορία της Ιερουσαλήμ και του κράτους του Ισραήλ κατά τον 20ό αιώνα. Ο τίτλος που βάζω στο άρθρο είναι δικός μου, αν και είναι παρμένος από μια φράση του βιβλίου.

Ο Άμος Οζ (1939-2018) γεννήθηκε Άμος Κλάουσνερ στην Ιερουσαλήμ λίγους μήνες πριν αρχίσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η οικογένεια του πατέρα του κρατούσε από το Βίλνιους της σημερινής Λιθουανίας, αν και κάποιοι είχαν κάνει μια σκάλα στην Οδησσό πριν εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη της βρετανικής αγγλικής εντολής στη δεκαετία του 1920. Η οικογένεια της μητέρας του ερχόταν από το Ρίβνε, σήμερα στην Ουκρανία. Και οι δυο ήταν διανοούμενοι -ο πατέρας του είχε πάντοτε φιλοδοξία για πανεπιστημιακή καριέρα, αλλά έμεινε βιβλιοθηκάριος, αφού στο νεοπαγές εβραϊκό κράτος οι πτυχιούχοι και διδάκτορες πρωτοκλασάτων πανεπιστημίων ήταν πάρα πολλοί. Ένα-δυο χρόνια μετά την αυτοκτονία της μητέρας του, το 1952, ο Άμος Κλάουσνερ πήγε εθελοντής στο κιμπούτς Χούλντα. Εκει πήρε το επώνυμο Οζ. Με τον τρόπο αυτό ήρθε σε ρήξη με την οικογένειά του, που ήταν δεξιοί, αφού στα κιμπούτς επικρατούσε πνεύμα κομμουνισμού.

Αλλά αυτά θα τα διαβάσετε στο βιβλίο, που αξίζει αν το επιχειρήσετε παρόλο που ξεπερνάει τις 700 σελίδες. Εγώ διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα ένα βιβλιοφιλικό κεφάλαιο, που δεν είναι το πρώτο βιβλιοφιλικό αυτοβιογραφικό απόσπασμα που έχουμε βάλει στο ιστολόγιο (θυμίζω, ας πούμε, ένα πρόσφατο αντίστοιχο της Ούρσουλας Λε Γκεν). Στην αρχή σκέφτηκα να παραθέσω μόνο το κομμάτι του κεφαλαίου που μιλάει ειδικώς για τα βιβλία αλλά τελικά αποφάσισα να βάλω όλο το κεφάλαιο.

Tο βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Ιακώβ Σιμπή για τις εκδόσεις Καστανιώτη (2004). Βρήκα πολύ καλή τη μετάφραση, παρόλο που κάποια σημεία μού κίνησαν την περιέργεια (αλλά σε 700+ σελίδες και ποιος δεν θα είχε κάποιες παρατηρήσεις;).

Σημειώνω ότι τα «βιβλία με τελίτσες», που αναφέρει ο Οζ σε κάποιο σημείο, είναι τα βιβλία στα οποία δηλώνονται τα φωνήεντα με τελίτσες για να βοηθηθεί ο αναγνώστης, κάτι που γίνεται μόνο στα παιδικά βιβλία. Στα σημερινά εβραϊκά βιβλία για ενήλικες τα φωνήεντα δεν δηλώνονται.

Το βιβλίο έχει και ενδιαφέρον γλωσσικό, π.χ. σε κάποια σημεία όπου ο Οζ αναφέρει τις παρεξηγήσεις (συχνά ξεκαρδιστικές) που γίνονταν όταν μια λέξη της κλασικής εβραϊκής είχε πάρει άλλη σημασία στην αργκό ή τις λεπτομερείς εξηγήσεις που αγαπούσε να δίνει ο πατέρας του για την ετυμολογία διάφορων λέξεων και τη σχέση τους με άλλες λέξεις άλλων γλωσσών. Όμως τ’ αποσπάσματα αυτά είναι διάσπαρτα στο κείμενο οπότε δεν ήταν εύκολο να παρουσιαστούν εδώ.

Όσο για το παλαιστινιακό, ασφαλώς δεν θα λυθεί αύριο -απέφυγα να το θίξω στην εισαγωγή μου, αλλά σίγουρα θα αναφερθεί στα σχόλιά σας.

3

Μπορούσες να διακρίνεις παντού διάφορους μικρούς αγγελιαφόρους εκείνης της Ευρώπης, που ήταν η γη της επαγγελίας. Παραδείγματος χάρη, εκείνα τα ανθρωπάκια, εκείνα τα μικροσκοπικά ανθρωπάκια που κρατούσαν τα παντζούρια ανοιχτά όλη τη διάρκεια της ημέρας, εννοώ εκείνα τα μεταλλικά μάντσαλαχ, τα α­νάγλυφα μάνταλα σε σχήμα ανθρώπου: όταν ήθελες να κλείσεις τα παντζούρια τα γύριζες έτσι ώστε όλο το βράδυ να μένουν κρεμασμέ­να με το κεφάλι προς τα κάτω. Όπως ακριβώς κρέμασαν τον Μουσολίνι και την παλλακίδα του, που λεγόταν Κλάρα Πετάτσι, στο τέ­λος του Παγκοσμίου Πολέμου. Και ήταν τρομερό, απαίσιο, όχι το ότι τους κρέμασαν, αυτό βέβαια τους άξιζε, αλλά το ότι τους κρέ­μασαν με το κεφάλι προς τα κάτω. Εγώ τους λυπήθηκα λίγο, παρό­λο που ήταν απαγορευμένο, αδιανόητο, τι, τρελάθηκες εντελώς; Έ­χασες τα λογικά σου; Να λυπάσαι τον Μουσολίνι; Είναι σαν να λυ­πάσαι τον Χίτλερ! Εγώ όμως το δοκίμασα, σε ένα σωλήνα στον τοί­χο, κρεμάστηκα από τα πόδια, με το κεφάλι κάτω: μετά από δυο λε­πτά όλο το αίμα μου κατέβηκε στο κεφάλι και ένιωθα να λιποθυ­μάω. Ο Μουσολίνι και η παλλακίδα του ήταν κρεμασμένοι έτσι, ό­χι δυο λεπτά αλλά τρεις μέρες και τρεις νύχτες, ακόμα και μετά που τους σκότωσαν! Τη θεώρησα πολύ άγρια τιμωρία, ακόμα και για δολοφόνους. Ακόμα και για παλλακίδες.

Όχι πως είχα την παραμικρή ιδέα τι σήμαινε παλλακίδα. Σ’ όλη την Ιερουσαλήμ δεν υπήρχε εκείνες τις μέρες ούτε μία. Υπήρχε η «φί­λη», υπήρχε η «σύντροφος», υπήρχε η «φίλη με τις δυο σημασίες της λέξης». Μπορεί εδώ κι εκεί να υπήρχαν και κάποια ειδύλλια: πολύ επιφυλακτικά έλεγαν, λόγου χάρη, πως ο Τσερνιχόφσκι είχε κάποια νταραβέρια με τη φίλη τού Λουπάτιν, και εγώ υπέθετα καρδιοχτυπώντας ότι οι λέξεις «κάποια νταραβέρια» ήταν μια μυστήρια, μοι­ραία έκφραση, που έκρυβε πίσω της κάτι γλυκό και φοβερό, κάτι ε­παίσχυντο. Όμως παλλακίδα! Αυτό ήταν βιβλικό ζήτημα. Ένα ζή­τημα που ξεπερνούσε τη ζωή. Αδιανόητο. Ίσως στο Τελ-Αβίβ να υπάρχουν τέτοια πράγματα, σκεφτόμουν, εκεί πάντα υπάρχουν διά­φορα πράγματα που εδώ σε μας δεν υπάρχουν και απαγορεύονται.

Ο συγγραφέας το 1965

Άρχισα να διαβάζω σχεδόν μόνος από τότε που ήμουν τόσο δα μικρός. Μήπως είχαμε και τίποτε άλλο να κάνουμε; Οι νύχτες τότε ή­ταν πολύ πιο μακριές, επειδή η υδρόγειος σφαίρα γυρνούσε πολύ πιο σιγά, αφού και η βαρύτητα στην Ιερουσαλήμ ήταν πολύ πιο μεγά­λη από ό,τι είναι σήμερα. Το φως της λάμπας ήταν κίτρινο και χλο­μό, και έσβηνε κάθε τόσο με τις πολλές διακοπές ρεύματος. Μέχρι σήμερα συνδέονται μέσα μου η μυρωδιά των κεριών που κάπνιζαν και η μυρωδιά της μαυρισμένης από καπνιά λάμπας πετρελαίου με την επιθυμία μου να διαβάσω κάποιο βιβλίο. Από τις εφτά το από­γευμα κλεινόμασταν σπίτι εξαιτίας της απαγόρευσης κυκλοφορίας που επέβαλλαν οι Άγγλοι στην Ιερουσαλήμ. Όμως ακόμα κι όταν δεν απαγόρευαν την κυκλοφορία, ποιος ήθελε να βρίσκεται έξω ε­κείνες τις μέρες στην Ιερουσαλήμ; Όλα ήταν θεόκλειστα, δεν υπήρ­χε ψυχή στα πέτρινα δρομάκια. Κάθε σκιά που περνούσε σ’ αυτά τα σοκάκια έσερνε πίσω της στην άδεια άσφαλτο τρεις ή τέσσερις σιλουέτες σκιάς.

Ακόμα και όταν δεν υπήρχε διακοπή ρεύματος, ζούσαμε πάντα με το θολό φως επειδή έπρεπε να κάνουμε οικονομία: οι γονείς μου άλλαζαν τη λάμπα των σαράντα βατ με μια των είκοσι πέντε, όχι μό­νο εξαιτίας της τιμής αλλά και, κυρίως, από θέμα αρχής, επειδή το ζωηρό φως ήταν σπατάλη και η σπατάλη ήταν ανήθικο πράγμα. Στο μικρό μας διαμέρισμα συνωστιζόταν πάντα όλο το ταλαιπωρημένο ήμισυ του ανθρώπινου γένους: τα πεινασμένα παιδιά στις Ινδίες, που εξαιτίας τους έπρεπε να τελειώσω ό,τι μου έβαζαν στο πιάτο. Οι μααπιλίμ, οι επιζήσαντες από τη χιτλερική κόλαση, που οι Άγγλοι τους εξόριζαν στις τενεκεδένιες καλύβες των στρατοπέδων της Κύπρου. Τα ορφανά που περιπλανιόντουσαν ακόμα με τα κουρέλια τους στα χιονισμένα δάση της κατεστραμμένης Ευρώπης. Ο μπαμπάς καθό­ταν μέχρι τις δύο τη νύχτα και δούλευε μπροστά στο γραφείο του υπό το φως μιας αναιμικής λάμπας των είκοσι πέντε βατ, ζορίζοντας τα μάτια του, διότι δεν ήταν ωραίο να χρησιμοποιείς πιο δυνατή λά­μπα: οι πιονιέροι στα κιμπούτς της Γαλιλαίας κάθονται κάθε βρά­δυ στη σκηνή και γράφουν ποιητικές συλλογές ή φιλοσοφικές πραγ­ματείες υπό το φως του τρεμάμενου στον άνεμο κεριού, πώς μπορείς εσύ να τους αγνοήσεις και να κάθεσαι σαν Ρότσιλντ υπό το φως μιας ζωηρής λάμπας σαράντα βατ; Και τι θα πουν οι γείτονες αν δουν ξαφνικά στο σπίτι μας φώτα χοροεσπερίδας; Θεωρούσε λοι­πόν πιο σωστό να βγάζει τα μάτια του προκειμένου να μη βγάζει μάτι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Βιβλία, Εβραϊσμός, Ισραήλ, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , , , , | 157 Σχόλια »

Κατακαμένα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 7 Αυγούστου, 2021

Στην αρχή της εβδομάδας, σκεφτόμουν πως το σαββατιάτικο άρθρο, τούτο που διαβάζετε τώρα, θα το ονόμαζα «Γρεβενιώτικα μεζεδάκια», προς τιμήν του καταπληκτικού Μίλτου Τεντόγλου, που μας χάρισε τόση χαρά με το χρυσό μετάλλιο στο μήκος και με τις απίθανες δηλώσεις του -όπως είχα ονομάσει «γιαννιώτικα» το άρθρο της περασμένης εβδομάδας για να τιμήσω τον Στέφανο Ντούσκο.

Έτσι σκεφτόμουν, αλλά οι πρωτοφανείς καταστροφικές πυρκαγιές που κατάκαψαν τη μισήν Ελλάδα έκαναν σχεδόν υποχρεωτικό τον τίτλο που διαβάσατε.

Σκέφτηκα μάλιστα να μη βάλω καθόλου άρθρο σήμερα, σε ένδειξη πένθους (και κυριολεκτικά, αφού πέρα από τις ανυπολόγιστες καταστροφές στο περιβάλλον και σε περιουσίες, είχαμε και ανθρώπινα θύματα, τουλάχιστον τον εθελοντή πυροσβέστη αλλά και τον Κ. Μίχαλο). Μετά είπα να βάλω μόνο μια φωτογραφία, αλλά τελικά αποφάσισα, έστω και με βαριά καρδιά, να προσπαθήσω να γράψω ένα άρθρο περίπου σαν κάθε άλλου Σαββάτου. Θα είναι βέβαια άκεφο, και πιο σύντομο. Αλλά άκεφοι είμαστε όλοι μας.

* Κριτική για τις φωτιές δεν θέλω να κάνω, αλλά θέλω να αναφερθώ σε ένα παράπλευρο θέμα, που άλλωστε συνέβη την πρώτη μέρα της φωτιάς, πριν πάρουν τα πράγματα εφιαλτική τροπή.

Πρόκειται για ένα τουίτ του υπουργού κ. Μηταράκη ο οποίος απαντάει σε Ολλανδή ευρωβουλεύτρια. Η Tineke Strik (των Πρασίνων) τον ρωτάει αν υπάρχει σχέδιο εκκένωσης της Αμυγδαλέζας από τους εκεί κρατούμενους μετανάστες, και ο αρμόδιος υπουργός την επιπλήττει, περίπου, επειδή δεν ρώτησε και για την τύχη των ντόπιων κατοίκων.

Φυσικά, τέτοιες απαντήσεις θα περίμενε κανείς από (έμμισθο ή όχι) τρολ, όχι από υπουργό που απαντά σε μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Δεβ έχει κάποιο γλωσσικό ή ορθογραφικό λάθος η στιχομυθία, το περιεχόμενο της απάντησης του κ. υπουργού είναι που αποτελεί ανορθογραφία. Ας μείνει να το θυμόμαστε.

* Μια παρωνυχίδα για τον Ντούσκο, σε ρεπορτάζ για τη νίκη του:

Ο χρυσός, πλέον, έλληνας ολυμπιονίκης ήταν τέταρτος μέχρι τα πρώτα 500 μέτρα της κούρσας, όμως στη συνέχεια ανέβασε τον ρυθμό του και πλασαρίστηκε στην πρώτη θέση, την οποία κράτησε μέχρι το τέλος…..

Ο φίλος που το στέλνει δεν συμφωνεί με το ρήμα «πλασαρίστηκε» διότι, κατά τη γνώμη του, το ρήμα αυτό δεν ταιριάζει με την πρώτη θέση, αλλά με μια χαμηλότερη, που να έχει τουλάχιστον έναν αθλητή πιο πάνω, όπως και τουλάχιστον έναν πιο κάτω.

Εσείς τι λέτε;

(Και ναι, ξέρω, υπάρχουν κι άλλα ζητήματα, κάπως πιο σοβαρά)

* Ένας φίλος μου γλωσσολόγος μαζεύει παραδείγματα γενικομανίας, και μου έστειλε ένα τελευταίο αλίευμα, από αθλητικό ιστότοπο, σχετικά με τον αποκλεισμό της ΑΕΚ:

θα την πονέσουν περισσότερο τα κείμενα και τα λόγια που πάντα ακολουθούν ενός ντροπιαστικού αποκλεισμού

Τα έντονα στοιχεία είναι του συντάκτη, αλλά εμείς εδώ προσέχουμε τη σύνταξη του «ακολουθώ» με γενική, ακολουθούν ενός ντροπιαστικού αποκλεισμού.

Φυσικά, το «ακολουθώ» με αιτιατική συντάσσεται στα νέα ελληνικά. Στα αρχαία, έπαιρνε δοτική (ακολουθώ τινί) αλλά αυτό δεν αφορά τη νέα γλώσσα. Να υπάρχει έλξη από το «προηγούμαι» που όντως παίρνει γενική; Να επηρεάζει το «ενός κακού μύρια έπονται;»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Το είπε/δεν το είπε | Με ετικέτα: , , , | 169 Σχόλια »

Ποιος θα πληρώσει την πράσινη μετάβαση;

Posted by sarant στο 6 Αυγούστου, 2021

Και ενώ η χώρα δοκιμάζεται από τις πυρκαγιές, χτες έγινε γνωστή μια άλλη είδηση, που έμμεσα συνδέεται με το θέμα. Γράφτηκε λοιπόν ότι από χτες η ΔΕΗ αλλάζει τον τρόπο υπολογισμού για το τιμολόγιο Γ1 (αυτό που αφορά τους οικιακούς καταναλωτές) και με βάση όσα έχουν προαναγγελθεί αυτός ο νέος τρόπος μπορεί να οδηγήσει σε αυξήσεις στα τιμολόγια -έως και 70% αναφέρει η ΕφΣυν, ενώ άλλοι θεωρούν ότι οι αυξήσεις θα κυμανθούν γύρω στο 30%.

Το αν και πόσο θα επαληθευτούν αυτές οι δυσοίωνες προβλέψεις θα το συνειδητοποιήσουμε τον Σεπτέμβριο, όταν θα έρθουν οι λογαριασμοί που θα είναι υπολογισμένοι με τον καινούργιο τρόπο.

Ταυτόχρονα όμως μάθαμε ότι η Ελλάδα κατέχει και μιαν άλλη, καθόλου αξιοζήλευτη, πανευρωπαϊκή πρωτιά, αφού βρίσκεται στην πρώτη θέση, ανάμεσα σε 18 χώρες, όσον αφορά την τιμή χονδρικής της μεγαβατώρας. Ο σχετικός πίνακας:

Για να είμαστε δίκαιοι, οι τιμές αυτές είναι απόλυτες -επομένως, στη Σερβία ή τη Βουλγαρία, που έχουν επίσης πολύ υψηλές τιμές, η επιβάρυνση των νοικοκυριών είναι αρκετά πιο επώδυνη απ’ ό,τι στην Ελλάδα, αφού οι μισθοί εκεί είναι χαμηλότεροι. Αλλά το επιχείρημα αυτό είναι δίκοπο, αν σκεφτούμε ότι η Ελλάδα έχει τιμή χονδρικής σχεδόν διπλάσια από πλούσιες χώρες όπως η Ελβετία, η Γαλλία ή η Γερμανία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , | 160 Σχόλια »

Στο φούρνο

Posted by sarant στο 5 Αυγούστου, 2021

Προχτές κάηκε η Βαρυμπόμπη, χτες η Εύβοια, αλλά και η αρχαία Ολυμπία, σήμερα ελπίζω να μην τριτώσει το κακό. Μπήκε άσκημα ο Αύγουστος, με σαραντάρια και σαρανταπεντάρια, και ευτυχώς που ως τώρα οι άνεμοι δεν ήταν δυνατοί αλλιώς οι καταστροφές θα ήταν ανυπολόγιστες. (Η καταπληκτική φωτογραφία που κοσμεί το άρθρο, του Κοσμά Κουμιανού, είναι από τη φωτιά της Βαρυμπόμπης).

Το καλό είναι που δεν θρηνήσαμε (ως τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές) ανθρώπινες ζωές, αλλά οι καταστροφές από τις πυρκαγιές είναι πολύ μεγάλες -κυρίως στο περιβάλλον, που δεν αποκατασταίνεται τόσο γρήγορα.

Να το πάρουμε απόφαση πως η κλιματική αλλαγή έχει έρθει και πως δεν θα μας αρέσει; Πως τέτοια και χειρότερα ακραία καιρικά φαινόμενα θα βλέπουμε όλο και συχνότερα και παντού; Διότι βέβαια πυρκαγιές μαίνονται και στη γειτονική Τουρκία, και στην Ιταλία, και νωρίτερα στην Καλιφόρνια, και στην Αυστραλία, όπως και στην Ιβηρική. Πλημμύρες χτύπησαν πριν από λίγες βδομάδες στη Γερμανία και στο Βέλγιο.

Αλλά εμείς εδώ δεν κλιματολογούμε, όσο κι αν στα σχόλιά σας είμαι βέβαιος πως θα θίξετε το ζήτημα της αλλαγής του κλίματος. Εμείς εδώ λεξιλογούμε.

Σε πολλούς τίτλους ειδησεογραφικών άρθρων είδα το κλισέ της πυρινης κόλασης, συνηθισμένο κάθε φορά που έχουμε μεγάλη πυρκαγιά, όπως και τον πύρινο κλοιό, αλλά πρόσεξα επίσης ένα χτεσινό άρθρο με τίτλο «Τοξικός φούρνος η Αττική» μαζί με τις συμβουλές του Αστεροσκοπείου προς τους πολίτες να μείνουν μέσα έχοντας κλείσει πόρτες και παράθυρα. Όμως και τις προηγούμενες μέρες, όταν το πρόβλημά μας ήταν μονάχα ο καύσωνας (εντάξει, και η πανδημία) κάμποσα άρθρα προανάγγειλαν ότι θα μπει «σε φούρνο» η χώρα.

Οπότε, είπα σήμερα να λεξιλογήσω για τον φούρνο.

Ο φούρνος είναι λέξη δάνεια, αλλά είναι δανειο παλιό, από τα λατινικά, furnus, ήδη από τον 1ο αιώνα μ.Χ. Στην κλασική αρχαιότητα δεν ήξεραν τη λέξη, έλεγαν «ιπνός», έλεγαν και κάμινος. Εξηγεί ο γραμματικός Ερωτιανός: «ἰπνοῦ· καμίνου, οἱ δὲ φούρνου. καὶ γὰρ ὁ φοῦρνος ἰπνὸς λέγεται…» -από το οποίο εγώ καταλαβαίνω ότι τότε που τα έγραφε, τον 1ο αιώνα, η κλασική λέξη (ιπνός) κόντευε να ξεχαστεί. Και ο Ήρωνας ο μεγάλος εφευρέτης έχει στα Στερεομετρικά του ένα κεφάλαιο «Μέτρησις φούρνου».

Και φουρνίτης άρτος το φουρνιστό ψωμί, όπως σε μια συμβουλή του Γαληνού: Δίδου φουρνίτου ἄρτου μετὰ ἰσχάδων ἱκανῶν φαγεῖν -με ξερά σύκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 249 Σχόλια »

Εσείς παίζετε;

Posted by sarant στο 4 Αυγούστου, 2021

Ο τίτλος είναι ασαφής, μεταξύ άλλων επειδή το ρήμα «παίζω» είναι πολυσήμαντο. Μπορεί κανείς να παίζει ποδόσφαιρο ή θέατρο, να παίζει σκάκι ή βιολοντσέλο, να παίζει κρυφτό ή πόκερ, για να μην πούμε για όσους παίζουν με τη φωτιά, παίζουν διπλό παιχνίδι, παίζουν με τον πόνο μας ή το παίζουν ειδήμονες.

Όμως το θέμα του σημερινού άρθρου δεν είναι οι πολλές σημασίες του ρήματος (κάτι έχουμε γράψει, αλλά πρέπει να ξαναγράψουμε). Η ερώτηση που σας κάνω είναι ειδικότερη: παίζετε παιχνίδια στον υπολογιστή ή σε κινητή συσκευή, στην ταμπλέτα ή στο σμαρτόφωνο;

Βέβαια, ηλεκτρονικά παιχνίδια υπήρχαν ήδη πριν από την εποχή των προσωπικών υπολογιστών, όταν στη δεκαετία του 1980 τα παίζαμε στις αίθουσες που τις έλεγαν ουφάδικα, σε ειδικά μηχανήματα που λειτουργούσαν με κερματοδέκτη, δεκαρικομηχανές που τα λέγαμε, και που κάποια από αυτά προσομοίωναν τα παλιότερα μηχανικά φλιπεράκια των δεκαετιών 1950-60.

Στους προσωπικούς υπολογιστές της προϊντερνετικής περιόδου υπήρχαν παιχνίδια, ας πούμε η πασιέντζα ή ο ναρκαλιευτής, και συνεχίστηκαν βέβαια και όταν γενικεύτηκε το διαδίκτυο στη σημερινή μορφή του, αλλά το διαδίκτυο είναι αυτό που ανέδειξε τα παιχνίδια, τα games, σε ένα από τα μείζονα καινούργια φαινόμενα στις δυτικές κοινωνίες στον αιώνα μας.

Ο νεαρός στην εικόνα βέβαια παίζει κάποιο παιχνίδι κονσόλας. Τέτοιο ομολογώ πως δεν έχω παίξει ποτέ μου -ήμουν πολύ μεγάλος όταν εμφανίστηκαν και όταν έγινα πατέρας οι κόρες μου δεν μας ζήτησαν ποτέ τέτοιες συσκευές. Έπαιζαν βέβαια, αλλά μόνο στον υπολογιστή.

Από τις κόρες μου πάντως κόλλησα δυο παιχνίδια, που συνέχισα να τα παίζω και όταν εκείνες τα άφησαν. Το ένα ήταν το Pokemon go, το καλοκαίρι του 2016 που είχε πιάσει υστερία τον μισό πλανήτη να κυνηγάνε τον Πίκατσου στην πλατεία της γειτονιάς ή στον κήπο του γείτονα. Το Pokemon Go μού άρεσε πολύ, επειδή μου αρέσουν οι χάρτες και η πεζοπορία, και το παιχνίδι αυτό εμφάνιζε τα τερατάκια πάνω στο υπαρκτό τοπίο και σε καλούσε να τα πιάσεις, να τα εξελίξεις, και να τα τοποθετείς σε «γυμναστήρια», που και αυτά ήταν τοπόσημα όπως εκκλησίες, αγάλματα, σχολεία κτλ.

Η εταιρεία που έβγαλε το παιχνίδι βασίστηκε πάνω σε μια λεπτομερή χαρτογράφηση που είχε γίνει από τους παίκτες ενός προηγούμενου παιχνιδιού, που το αγόρασε. Μπορούσες να παίζεις δωρεάν, αλλά το παιχνίδι είχε πολλούς τρόπους για να σε δελεάζει να βάζεις το χέρι στην τσέπη, π.χ. για να αγοράσεις επιπλέον μπάλες και γενικά για να επιταχύνεις την πρόοδό σου.

Είναι πολλά τα παιχνίδια που ακολουθούν αυτό το οικονομικό μοντέλο, δωρεάν καταρχήν, αλλά με χρέωση για διάφορα έξτρα, που φαίνεται αρκετά αποτελεσματικό αρκεί να συγκροτήσουν μια πολυπληθή βάση παικτών. Διάβασα κάπου ότι οι νεαροί, που αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία των παικτών, αποκαλούν whales (φάλαινες) τους παίκτες μεγαλύτερης ηλικίας που έχουν την οικονομική άνεση να ξοδεύουν 50-100 ευρώ το μήνα για να αγοράζουν καλύτερα όπλα ας πούμε, κι έτσι να επιταχύνουν την πρόοδό τους στα παιχνίδια αυτού του είδους, αφού ο δωρεάν παίκτης για να αποκτήσει τα ίδια θα πρέπει να αφιερώσει πολλές ώρες ή μέρες παιχνιδιού.

Το άλλο παιχνίδι που μου κόλλησαν οι κόρες μου, που το έχω παρουσιάσει αναλυτικά σε άρθρο του ιστολογίου, είναι το WordBlitz, ένα είδος σκραμπλ για δύο παίχτες, που το παίζεις εναντίον κάποιου γνωστού σου μέσα από το Μέσεντζερ του Φέισμπουκ. Το WordBlitz το συνεχίζω ακόμα, ενώ το Πόκεμον το παράτησα ύστερα από κανένα χρόνο (αλλά το παιχνίδι, βέβαια, ακόμα συνεχίζεται).

Αν το πάμε έτσι, παλιότερα έπαιζα αρκετές ώρες την εβδομάδα μπριτζ διαδικτυακά, ενω πρόσφατα, ύστερα από το άρθρο που έγραψα για το μπριτζ, νοστάλγησα τα παλιά και έπαιξα ξανά (όπου διαπίστωσα πως δεν τα έχω ξεχάσει όλα). Υπάρχουν σέρβερ για να παίζεις μπριτζ, είτε με ανθρώπους για αντιπάλους είτε με ρομπότ, όπως και για να παίζεις σκάκι, τάβλι, ακόμα και πρέφα. Αλλά τα παιχνίδια αυτά δεν είναι ακριβώς αυτό που με ενδιαφέρει στο σημερινό άρθρο, αφού στην ουσία δεν αποτελούν παρά τις ηλεκτρονικές και από απόσταση υλοποιούμενες εκδόσεις των αντίστοιχων παιχνιδιών του υλικού κόσμου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαδίκτυο, Παιχνίδια, Υπολογιστικά | Με ετικέτα: , , , , | 163 Σχόλια »