Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Συνθηκολόγηση

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή πρώτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε το καλοκαίρι του 1935 και ο ποιητής, ο παππούς μου δηλαδή, ενδίδει στις πιέσεις της γιαγιάς, που είχε κουραστεί από την αβεβαιότητα του ελεύθερου επαγγέλματος, και επιστρέφει στη ζωή του υπάλληλου. (Στη σημερινή συνέχεια παρατίθενται δυο εκτενή ποιήματα του παππού μου. Στο βιβλίο, ο πατέρας μου έδωσε αποσπάσματα μόνο, αλλά επειδή εμείς εδώ κόβουμε αλύπητα τα καναδέζικα ηλεδάση τα δημοσιεύω ολόκληρα).

mimis_jpeg_χχsmallΤελικά ο ποιητής αποφάσισε να αποσυρθεί από την επιχείρηση και να κοιτάξει να διοριστεί κάπου. Έστειλε τη γυναίκα του και το γιο του στη Μυτιλήνη, ξενοίκιασε το σπίτι της Καλλιθέας και βολεύτηκε προσωρι­νά στο πατρικό του στο Παγκράτι. Εξακολούθησε να απασχολείται στη Λαϊκή Αποταμίευση ενώ παράλληλα έψαχνε για δουλειά

Εκείνη την εποχή η Αγροτική Τράπεζα ανοιγόταν στην ελληνική επαρχία ιδρύοντας υποκαταστήματα σε κάθε πρωτεύουσα νομού. Η ανάπτυξη αυτή δε γινόταν χωρίς δυσκολίες, γιατί αντιδρούσαν οι άλλες τράπεζες και κυρίως η Εθνική, που ως τότε μονοπωλούσε ουσιαστικά την αγροτική πίστη. Η διοίκηση της Αγροτικής, όπως ήταν φυσικό, επιθυμούσε να προσελκύσει πεπειραμένους υπαλλήλους από άλλες τράπεζες και γι’ αυτό προσέφερε υψηλότερους μισθούς.

Ο Νίκος όταν το έμαθε υπέβαλε αμέσως αίτηση να προσληφθεί, μνημονεύοντας τη δεκαεπτάχρονη προϋπηρεσία του στην Εμπορική Τράπεζα. Περιμένοντας απάντηση, παράλληλα με την απασχόλησή του στη Λαϊκή Αποταμίευση, άρχισε να δίνει έναντι κάποιας αμοιβής σημειώματα και άρθρα εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα σε περιοδικά και εφημερίδες στις οποίες τον είχαν συστήσει ο Βασίλης ο Σπανόπουλος, που είχε εξελιχθεί σε μόνιμο συντάκτη της “Καθημερινής” (για να διαπρέψει αργότερα με τις Σημειώσεις ενός Αθηναίου) και ο Πολ Νορ, που μετά το κλείσιμο της «Παπαρούνας» έπιασε δουλειά στη “Βραδυνή”. Και οι δύο, εκτιμώντας τις γνώσεις και το γράψιμό του θέλαν να τον πείσουν να στραφεί στη δημοσιογραφία. Αν ήταν ανύπαντρος θα δεχόταν αμέσως.

 

Τέλος του καλοκαιριού του 1935 πήρε την απάντηση στην αίτηση που είχε κάνει. Τον προσέλαβαν με το βαθμό του λογιστή Α’, τον ίδιο δηλαδή που είχε στην Εμπορική, αλλά με σημαντικά υψηλότερο μισθό. Τοποθετήθηκε στην Κρήτη, στον Άγιο Νικόλαο, ως προϊστάμενος λο­γιστηρίου και με προοπτική να γίνει διευθυντής του υπό ίδρυσιν υπο­καταστήματος της Σητείας. Πήγε στη Μυτιλήνη, πήρε τη φαμίλια του και μέσω Πειραιώς έφτασε στο Ηράκλειο κι από κει οδικώς στον Άγιο Νικόλαο. Η Κρήτη τον κατάκτησε αμέσως. Ο Αγιος Νικόλαος ήταν τότε μια ειδυλλιακή γωνιά, γραφική κι απόμερη. Πολύ γρήγορα έπιασε φιλίες με πολλούς Κρητικούς, συναδέλφους και μη. Με τους φίλους του της Μυτιλήνης διατηρούσε πυκνή αλληλογραφία και έστελνε τακτικά ποιήματά του, που δημοσιεύονταν στον «Τρίβολο». Το πρώτο όπως ήταν φυσικό απηχούσε τις πρώτες του εντυπώσεις από την Κρήτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , , | 6 Comments »

Σοροί στο σωρό

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2014

Όσοι ταξιδεύουμε συχνά με αεροπλάνο, δεν θα αισθανθήκαμε πολύ άνετα τις τελευταίες μέρες καθώς ακούγαμε τις αλλεπάλληλες ειδήσεις για αεροπορικά δυστυχήματα, μικρά και μεγάλα. Όσοι επιπλέον ψειρίζουμε τα της γλώσσας, θα ένιωθαν και μια δεύτερη ενόχληση, φυσικά εντελώς άλλης τάξης και βαρύτητας, καθώς διάβαζαν τα ρεπορτάζ για τις εκάστοτε προσπάθειες εντοπισμού των συντριμμιών του αεροσκάφους και για την περισυλλογή και διακομιδή των πτωμάτων των επιβατών, στα χωράφια του Ντονιέτσκ ή στην άμμο του βόρειου Μαλί. Σ’ αυτή τη δεύτερη ενόχληση είναι αφιερωμένο το σημερινό άρθρο, παρόλο που η πρώτη είναι θέμα απείρως σοβαρότερο: για τα αεροπορικά δυστυχήματα δεν έχω τίποτα να πω, το αεροπλάνο εξακολουθεί να είναι το ασφαλέστερο μέσο -εκτός πια, αν η ιδεολογία των συνεχών εξοικονομήσεων έχει αλλάξει ριζικά τα πράγματα’ όμως δεν έχω στοιχεία για κάτι τέτοιο. Πριν προχωρήσω, να διευκρινίσω ότι πολύ υλικό για το άρθρο αυτό το έχω δανειστεί από σχετικό νήμα της Λεξιλογίας, όπου μάλιστα ο φίλος Δαεμάνος είχε την καλή ιδέα να συγκεντρώσει και παλιότερες συζητήσεις για το θέμα.

Βέβαια, το πιθανότερο είναι ότι δεν διαβάσατε για περισυλλογή και διακομιδή των πτωμάτων των επιβατών. Η λέξη “πτώματα” κοντεύει να εξαφανιστεί από τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Μάλλον θα διαβάσατε, όπως κι εγώ, για “σορούς των θυμάτων” ή, εξίσου πιθανό, για “σωρούς των θυμάτων“, όπως μετατρέπει τις σορούς το συχνότατο ορθογραφικό λάθος, που λίγα μέσα το αποφεύγουν.

Το επόμενο σκαλοπάτι στη σκάλα του κακού είναι ότι, υπό την επίδραση του σωρού, η σορός αλλάζει γένος, κι έτσι “Στην Ολλανδία μεταφέρονται οι πρώτοι σοροί” (σωστή ορθογραφία, λάθος γένος) αλλά και “Έφτασαν οι πρώτοι σωροί θυμάτων στην Ολλανδία” (λάθος και στο γένος και στην ορθογραφία’ βέβαια, η φράση “οι πρώτοι σωροί θυμάτων” θα μπορούσε να είναι ολόσωστη αν αφορούσε θύματα σωριασμένα το ένα πάνω στο άλλο).

Το ορθογραφικό λάθος είναι ευεξήγητο, όπως και το μπέρδεμα του γένους. Έχουμε δυο ομόηχα: μια λόγια λέξη, μέχρι πρόσφατα σπάνια, τη σορό, και μια κοινότατη και λαϊκή, τον σωρό. Λογικό είναι η άγνωστη σε πολύν κόσμο λέξη να έλκεται από τη γνωστή, και ίσως στο μυαλό κάποιων ομιλητών αυτά να συνδέονται: κάποιος που σωριάζεται νεκρός στο χώμα, γίνεται σορός/σωρός. Αυτό δεν είναι παράλογο: και η λέξη “πτώμα” στα αρχαία σήμαινε και την πτώση, και από εκεί προέρχεται.

Είπαμε για “πτώμα”, τη λέξη που φαίνεται συνειδητά να αποφεύγουν πολλά μέσα και να χρησιμοποιούν, αντί γι΄ αυτήν, τη λέξη “σορός”. Ωστόσο, η λέξη “σορός” μέχρι πρόσφατα δεν σήμαινε ακριβώς “πτώμα”. Όπως έγραφα πριν από καμιά δεκαριά μέρες, ” για να γίνει ένα πτώμα σορός πρέπει να το προετοιμάσει κάποιος για ταφή, κι όχι να  κείτεται καρβουνιασμένο σ’ ένα σταροχώραφο”. Το ΛΚΝ, που κυκλοφόρησε το 1998, δίνει τον εξής ορισμό:
σορός: επίσημος χαρακτηρισμός ανθρώπινου πτώματος που προορίζεται για ενταφιασμό· λείψανο: H ~ του ποιητή θα εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ευπρεπισμός, Ιστορίες λέξεων, Ορθογραφικά, Ομόηχα | Με ετικέτα: , , , | 175 Comments »

Συστολή του παντός και μια βελόνα στ’ άχυρα

Posted by sarant στο 27 Ιουλίου, 2014

Γράφοντας το 1935 στην εφημερίδα Ανεξάρτητος για το πώς αντίκρισε το Παρίσι, όπου είχε πάει με υποτροφία, το 1919 (τώρα στα “Φιλολογικά απομνημονεύματα”, σελ. 212), ο Βάρναλης περιγράφει πόσο τον εντυπωσίασε, αυτόν που είχε έρθει από την συντηρητική Ελλάδα, το πλήθος γυναικών στους δρόμους της μεγαλούπολης. Ένα απόσπασμα το έχω παραθέσει κι άλλη φορά, αξίζει να παρουσιάσω όλην την ενότητα τώρα:

Παρίσι! Γυναικοκρατία!

Από πού βγήκανε και ξεχυθήκαν αυτά τα πλήθη των γυναικών στο Παρίσι; Από πού βγήκανε και ξεχύθηκαν αυτά τα πλήθη των γυναικών; Αναλογία δέκα άντρες, είκοσι γυναίκες. Γυναίκες όλων των φυλών του Ισραήλ, όλων των ηλικιών, των επαγγελμάτων και… των στάσεων. Γυναίκες στους δρόμους, στα πάρκα, στα καφενεία, στα ρεστοράν, στα θέατρα, στους κινηματογράφους, στα μετρό, στα οτομπύς, στα τραμ. Φραντσέζες, Εγγλέζες, Σκανδιναβές, Σλάβες, Ρωμιές, Γιαπωνέζες και Αραπίνες -η περίφημη Αϊσέ της Ροτόντας του Μονπαρνάς.

Γυναίκες φοιτήτριες, υπάλληλες, μιντινέτες, γκαρσόνες, μανάβισσες, εφημεριδοπώλισσες, καλλιτέχνισσες, μοντέλα και πούλες. Γυναίκες, που βαστάνε στην αμασκάλη ή στο χέρι μια σερβιέτα με βιβλία ή νότες, βιολιά μέσα στη θήκη τους, παλέτες ή πινέλα, βαλίτσες, δίχτυα με ψώνια ή που σπρώχνουν ένα καροτσάκι με μπανάνες, πεπόνια ή μπεμπέδες. Γυναίκες, που πάνε αγκαλιασμένες τοίχο-τοίχο ή κάτου από τις δενδροστοιχίες και στόμα με στόμα («συστολή του παντός εις έν και μόνον ον…») με το φίλο τους του τελευταίου καιρού ή εκείνης της στιγμής· και γυναίκες, που πάνε ν’ αγκαλιαστούνε με το στόμα ανοιχτό ψηλά στον αέρα το γεμάτον από μηνύματα. «Γυναίκες προορισμένες», όπως θα έλεγε ο Πλάτων ο Ροδοκανάκης…

Πολλά θα μπορούσαμε να σχολιάσουμε στο κειμενάκι αυτό -ευχαρίστως θα ακούσω και τα δικά σας σχόλια, αν έχετε. Αν μείνουμε στα λεξιλογικά, προσέχουμε τον λαϊκό τύπο “(οι) υπάλληλες” -και πολύ λογικά: σε ένα τόσο θηλυκό κείμενο, πώς θα μπορούσε να σταθεί το ερμαφρόδιτο “υπάλληλοι” ανάμεσα σε τόσους έμφυλους τύπους; Οι μιντινέτες (γαλλ. midinette), ήταν οι νεαρές εργαζόμενες κοπέλες, ιδίως μοδίστρες ή πωλήτριες, στον μεσοπόλεμο -όχι εργάτριες, ούτε υπάλληλες γραφείου. Η γαλλική λ. προήλθε από συμφυρμό των midi και dinette, επειδή τα εργαζόμενα κορίτσια έκαναν διάλειμμα το μεσημέρι για ένα σύντομο γεύμα. Τα στερεότυπα της εποχής τις θεωρούσαν απλοϊκές και με ρηχό συναισθηματισμό, ενώ και στα ελληνικά λαϊκά περιοδικά του μεσοπόλεμου θα βρούμε πάμπολλες αναφορές σε μιντινέτες, που ήταν το κρυφό αντικείμενο του πόθου πολλών αντρών, κάποτε και ρεπορτάζ για τη «ζωή των Αθηναίων μιντινετών». Οι πούλες, πάλι, είναι μεταφορά του γαλλ. poule, της αργκό: οι κοκότες.

Όμως, το σημερινό άρθρο είναι υστερόβουλο, δηλαδή το ανεβάζω με έναν απώτερο ιδιοτελή σκοπό. Κάτι ψάχνω και απευθύνομαι στη συλλογική σοφία των αναγνωστών του ιστολογίου. Αυτό που αναζητώ δεν είναι εύκολο. Κι εγώ έχω ερευνήσει αρκετά, και απεύθυνα το ερώτημα στους φίλους της Λεξιλογίας -χωρίς αποτέλεσμα. Γι’ αυτό και στον τίτλο κάνω λόγο για “βελόνα στ’ άχυρα”.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απορίες, Βάρναλης, Λογοτεχνία, Μεταφραστικά, Παράλληλα κείμενα | Με ετικέτα: , , , , , , | 81 Comments »

Φωτογραφικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 26 Ιουλίου, 2014

Εντάξει,  δεν είναι όλα τα μεζεδάκια μας φωτογραφικά, αλλά κάμποσα συνοδεύονται από φωτογραφίες, οπότε είπα να βάλω αυτόν τον τίτλο (Πριν από λίγο καιρό είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο που βασιζόταν αποκλειστικά σε φωτογραφίες γλωσσικού ενδιαφέροντος).

* Το πρώτο μας μεζεδάκι είναι μεν φωτογραφικό, αλλά δεν συνοδεύεται από φωτογραφία -και θα έλεγε κανείς ότι δεν είναι καν άξιο για μεζεδάκι, μια και αφορά ένα κοινότατο ορθογραφικό λάθος. Αλλά έχω τον λόγο μου που το παραθέτω.

Το μεζεδάκι είναι φωτογραφικό επειδή αφορά μια φωτογραφία που ίσως θα την είδατε: μια φωτογραφία με δυο αθλήτριες που τραβάνε μια σέλφη (είπα να εξελληνίσω τον όρο: η σέλφη, της σέλφης) και από πίσω ποζάρει (ή απλώς γελάει) η βασίλισσα Ελισάβετ.

Στη σχετική είδηση στο in.gr διαβάζουμε ότι: Ούτε η ίδια η βασίλισσα Ελισάβετ δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην μόδα του photo bombing. Όταν δύο αθλήτριες του χόκεϊ τράβηξαν τη selfie τους, η βασίλισσα… εισέβαλλε στο πλάνο με παιχνιδιάρικο τρόπο.
Δεν “εισέβαλλε” βέβαια, δεν έμπαινε διαρκώς στο πλάνο των κοριτσιών, “εισέβαλε”, μπήκε μόνο μια φορά. Το λάθος είναι κοινότατο και θα έπρεπε να είναι πολύ εύκολο να το αποφύγουμε, αφού αν βάλουμε ένα συνώνυμο ρήμα στη θέση του “εισβάλλω”, π.χ. “μπαίνω” βλέπουμε καθαρά πως θα λέγαμε “μπήκε στο πλάνο”.

Παρατηρώ πάντως ότι συχνότερα εμφανίζεται το λάθος με τα παραπανίσια λ, παρά το λάθος με τα λειψά λ, δηλαδή συχνότερα βλέπουμε, π.χ., “*έχει εισβάλλει” (που είναι πάντα λάθος), παρά “*αυτός εισβάλει” (που επίσης είναι πάντα λάθος). Ίσως να είναι εντύπωσή μου. Ίσως πάλι να υπάρχει κάποιος υποσυνείδητος ψυχολογικός μηχανισμός σε πολλούς, που να λέει ότι το να βάλεις ένα λ ενώ χρειάζονται δύο είναι περισσότερο στιγματισμένο, είναι λάθος αμορφωσιάς, ενώ το να βάλεις ένα παραπανίσιο λ είναι λιγότερο σοβαρό λάθος, για να μην πούμε ότι είναι και απλώς κιμπαριλίκι -το πολύ ποτέ δεν έβλαψε, σου λέει ο άλλος και γράφει “έχει υποβάλλει”.

fotom3 Η πρώτη φωτογραφία μας, από δελτίο ειδήσεων του Αντένα. Κυκλοφόρησε αρκετά στο Φέισμπουκ, αλλά αν δεν συχνάζετε ίσως δεν την έχετε δει.

Ο μπασκετμπολίστας Κουφός είχε υποσχεθεί ότι θα παίξει με την Εθνική, αλλά τελικά άλλαξε γνώμη και θα λείψει (αν δεν κάνω λάθος, από το Μουντιάλ του μπάσκετ). Άλλαξε γνώμη, έκανε πίσω, ανέκρουσε πρύμναν, πολλές εκφράσεις θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε. Ο δημοσιογράφος του Αντένα θέλησε να χρησιμοποιήσει μιαν άλλη, την “έκανε στροφή 180 μοιρών” -πράγματι, αν κάνετε στροφή 180 μοιρών θα κάνετε μεταβολή. Όμως, ο συντάκτης θέλησε να… υπερθεματίσει, ίσως πικαρισμένος από την άρνηση του Κουφού κι έτσι διπλασίασε τις μοίρες, πιστεύοντας ίσως πως έτσι διπλασάζεται η ασυνέπεια.

Το κακό είναι πως αν κάνεις στροφή 360 μοιρών κλείνεις πλήρη κύκλο και βρίσκεσαι στο ίδιο σημείο με πριν, κοιτάζοντας προς τα εκεί που κοίταζες. Και δυστυχώς ο Κουφός δεν… δεσμεύεται από το μαργαριτάρι κι έτσι δεν θα παίξει με την Εθνική!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Πορτοκαλισμοί, Φρασεολογικά, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , | 175 Comments »

Πριν από 50 χρόνια: Ο Μποστ για τη μεγάλη απεργία στου Καρέλλα στο Λαύριο

Posted by sarant στο 25 Ιουλίου, 2014

Ο Μποστ αρέσει στο ιστολόγιο και, ελπίζω, σε αρκετούς αναγνώστες και φίλους. Εδώ και λίγο καιρό ανεβάζω, πότε-πότε, σκίτσα του Μποστ που σχολιάζουν γεγονότα που συνέβηκαν πριν από 50 χρόνια. Τελευταία κάπως το παραμέλησα βέβαια, αν σκεφτεί κανείς ότι το προηγούμενο άρθρο της σειράς αυτής το είχα ανεβάσει στις αρχές του προηγούμενου μήνα. Καιρός είναι λοιπόν για την επόμενη συνέχεια.

Το σημερινό σκίτσο έχει θέμα μια απεργία ή μάλλον το άγριο χτύπημα των απεργών από την αστυνομία. Αυτό έγινε στο Λαύριο τον Ιούλιο του 1964.

avgilavmpost2

Στις 21 Ιουλίου 1964 οι εργάτες της κλωστοϋφαντουργίας Αιγαίον του Καρέλλα στο Λαύριο κήρυξαν απεργία ζητώντας την επαναπρόσληψη πέντε απολυμένων συνδικαλιστών. Τετρακόσιοι απεργοί κατέλαβαν το εργοστάσιο. Την επόμενη μέρα επενέβη η χωροφυλακή για να εκκενώσει το εργοστάσιο αλλά οι εργάτες πρόβαλαν αντίσταση και σύντομα οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν σε ολόκληρη την πόλη του Λαυρίου με συμμετοχή των οικογενειών των εργατών και άλλων πολιτών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Εργατικό κίνημα, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , | 76 Comments »

1974-2014, Σαράντα χρόνια, σαράντα ιστορικές λέξεις και φράσεις (συνεργασία του Αλέξη)

Posted by sarant στο 24 Ιουλίου, 2014

Συνεχίζουμε από χτες σε επετειακό στιλ και πάλι και παρουσιάζω με χαρά και λίγες τύψεις μια εξαιρετική συνεργασία, του φίλου Αλέξη, στον οποίο το ιστολόγιο χρωστάει και μια άλλη πολύ καλή δουλειά πριν από λίγα χρόνια.

Ο Αλέξης συγκέντρωσε σαράντα (σημαδιακό νούμερο) λέξεις και φράσεις που σημάδεψαν τα χρόνια της μεταπολίτευσης. Τέτοια “κλισεδολόγια” υπάρχουν πολλά στο Διαδίκτυο, όμως αυτό που θα διαβάσετε νομίζω ότι ξεχωρίζει εξαιτίας της διεξοδικής έρευνας που έχει κάνει ο Αλέξης. Πρόκειται για πολύ σοβαρή δουλειά. Τα 40 λήμματα τα διάλεξε από ευρύτερο λημματολόγιο 80-85 λημμάτων που έχει καταρτίσει.

Εξού και οι τύψεις που έχω. Επειδή το αρχικό κείμενο ήταν πολύ μεγάλο, σχεδόν 8000 λέξεις, αναγκάστηκα με πόνο ψυχής να κάνω περικοπές στα λήμματα. Σε μερικά διάσημα και πολύ πρόσφατα λήμματα (Λεφτά υπάρχουν, Μαζί τα φάγαμε) έκοψα όλη την ανάπτυξη του λήμματος. Αν μάλιστα το είχαμε συνεννοηθεί από τα πριν θα πρότεινα στον Αλέξη να διαλέξει λήμματα μόνο της πρώτης περιόδου αυτών των 40 χρόνων (ως το 1989 ή ως το 1996). Τέλος πάντων, έτσι εξοικονομήθηκαν κάπου 2500 λέξεις και το κείμενο έγινε πιο ματζόβολο. Έβαλα κάποια λινκ, ενώ σε ένα-δυ0 σημεία που έχω διαφορετική άποψη σημειώνω και τη δική μου γνώμη.

Ωστόσο: τα μπράβο ανήκουν στον Αλέξη.

1974-2014: ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΦΡΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

  1. ακουμπάμε τους τρομοκράτες: Τον Οκτώβριο του 1987 ο στρατηγός Αντώνης Δροσογιάννης, υπουργός Δημόσιας Τάξης τότε, ανακοίνωσε στους δημοσιογράφους ότι «ακουμπάμε τους τρομοκράτες». Η δήλωση Δροσογιάννη είχε στηριχτεί στον ισχυρισμό της Αστυνομίας ότι στη γιάφκα της οδού Καλαμά βρέθηκε ένα κλειδί που ανοίγει τις πόρτες του αυτοκινήτου, μάρκας Σίμκα, που χρησιμοποίησε η 17Ν στην δολοφονία του Γουέλς.

Είχε προηγηθεί (1 Οκτωβρίου 1987) η σύλληψη των Μαρίνου και Σμυρναίου μετά από καταδίωξη, ενώ ο Μιχάλης Πρέκας ταμπουρώθηκε σε κάποιο σπίτι κι έπεσε νεκρός λίγες ώρες μετά από πυρά αστυνομικών.

Η φράση του Δροσογιάννη πάντως έμεινε ιστορική και χρησιμοποιείται έκτοτε σταθερά, από τους δημοσιογράφους κυρίως και με ειρωνική χροιά, σε ανάλογες περιπτώσεις που η Αστυνομία πλησιάζει στην εξιχνίαση κάποιας υπόθεσης τρομοκρατίας.

 

  1. αλλαγή: Λέξη που χαρακτήρισε και σημάδεψε μία ολόκληρη εποχή. Κεντρικό πολιτικό σύνθημα του ΠΑΣΟΚ από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, έγινε κυρίαρχο στις εκλογές του 1981, που “έφεραν την αλλαγή”, αλλά χρησιμοποιήθηκε πάρα πολύ και τα χρόνια που ακολούθησαν. “Εδώ και τώρα αλλαγή” ήταν το κεντρικό σύνθημα που ακουγόταν κάτω από τα προεκλογικά μπαλκόνια το 1981. “Στηρίζουμε την αλλαγή, ελέγχουμε την εξουσία” ήταν  το σλόγκαν που είχε υιοθετήσει η εφημερίδα “Ελευθεροτυπία” και το είχε επί χρόνια σαν υπότιτλο, κάτω από το λογότυπό της.

“Αλλαγή κι απάνω τούρλα” ήταν ο τίτλος επιθεώρησης της “Ελεύθερης σκηνής”, με Φασουλή, Λαζόπουλο, Παναγιωτοπούλου που παίχτηκε τη θεατρική περίοδο 1982-1983.

“Αλλαγή και πάσης Ελλάδος”, τίτλος θεατρικής παράστασης με το Χάρρυ Κλυνν την ίδια χρονιά (χειμώνας 1983).

“Αλλαγή και το λουρί της μάνας”, τίτλος ελληνικής ταινίας του 1982, με τη γνωστή …ποιότητα των greek movies των ’80s.

Με τον καιρό η λέξη ξεθώριασε εντελώς ως πολιτικό σύνθημα και σήμερα εάν βάλεις σε μία μηχανή αναζήτησης στο διαδίκτυο τις λέξεις “ΠΑΣΟΚ” και “αλλαγή” συνδυασμένα, είναι περισσότερο πιθανό να σου βγάλει άρθρα για την …κλιματική αλλαγή ή για την αλλαγή ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ παρά για την συγκεκριμένη “αλλαγή”.

 

 

  1. (αν δεν υπήρχε ο Α. Παπανδρέου) δεν θα μας ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας μας: Εμβληματική φράση που ειπώθηκε από τον Γιώργο Κατσιφάρα, στενό φίλο του Ανδρέα Παπανδρέου και υπουργό των πρώτων κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ. Άγνωστο που και πότε ακριβώς ειπώθηκε, πιθανόν σε συνέντευξη, πιθανόν σε κάποιο υπουργικό συμβούλιο, απευθυνόμενος στους συναδέλφους του υπουργούς. Σίγουρο είναι πάντως ότι ειπώθηκε στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, περί το 1982-83, τότε που οι περισσότεροι υπουργοί και υφυπουργοί ήταν παντελώς άγνωστοι στον κόσμο, και επί πλέον προκαλούσαν ποικίλα σχόλια με την εξωτερική τους εμφάνιση (ευμεγέθη μουστάκια και μούσια στα πλαίσια της «αγωνιστικής» παράδοσης της μεταπολίτευσης, αντισυμβατικό ντύσιμο κλπ.).

Σήμερα η φράση ελάχιστα ακούγεται και σχεδόν πάντα ως αναφορά σ’ εκείνες τις εποχές, αφού όταν θέλουμε να πούμε για κάποιον ότι είναι παντελώς άγνωστος σαν όνομα χρησιμοποιούμε συνήθως τη συνώνυμη φράση «δεν τον ξέρει ούτε η μάνα του».

 

  1. αν το δηλώσεις μπορείς να το σώσεις: Θρυλικό σλόγκαν κρατικής διαφήμισης που προπαγάνδιζε την υπαγωγή όσων είχαν αυθαίρετο κτίσμα στον περίφημο νόμο Τρίτση. Ήταν το 1983 όταν το Υπουργείο Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος (ΥΧΟΠ), με υπουργό τον Αντώνη Τρίτση, προχώρησε στην ψήφιση του νόμου 1337/83 στα πλαίσια της λεγόμενης Ε.Π.Α. (Επιχείρηση Πολεοδομική Ανασυγκρότηση). Ήταν το πρώτο ολοκληρωμένο νομοθέτημα της ελληνικής πολιτείας που φιλοδοξούσε να βάλει τάξη στον άναρχο χώρο της αυθαίρετης δόμησης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Κλισέ, Μεταπολίτευση, Πρόσφατη ιστορία, Συνεργασίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 198 Comments »

Σαράντα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση

Posted by sarant στο 23 Ιουλίου, 2014

Πριν από σαράντα χρόνια τέτοια μέρα παραθέριζα με τον παππού και τη γιαγιά. Ένας φίλος, που ήτανε καναδυό χρόνια μεγαλύτερος, τάραξε την απογευματινή ησυχία καθώς βγήκε στο δρόμο και φώναζε θριαμβευτικά “Πολιτική κυβέρνηση! Καραμανλής! Έρχεται από το Παρίσι!”, γύρευε βρες που το είχε μάθει. Οι μεγάλοι μαζεύτηκαν στο ραδιόφωνο στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, προσπαθώντας να μάθουν κάτι περισσότερο από ντόπιους και ξένους σταθμούς, και για πρώτη φορά ο Α., που ήταν ο αρχιχουντικός της περιοχής, έμεινε σε απόσταση, σε μια γωνία, επιφυλακτικός -αντίθετα, πριν καναδυό μέρες, ενώ ακούγαμε τις ειδήσεις από την εισβολή στην Κύπρο, μόλις άρχισε να λέει ο εκφωνητής την ανακοίνωση του ΑΚΕΛ, ο Α. είχε απλώσει τη χερούκλα του κι είχε κλείσει το ραδιόφωνο με ύφος που δεν σήκωνε αντιρρήσεις.

Τις προηγούμενες μέρες το χωριό είχε αναστατωθεί με την επιστράτευση, καθώς έφυγαν οι ντόπιοι άντρες. Ο αστείος του χωριού, θυμάμαι, φώναζε “Θα φάω σαράντα”, αλλά οι περισσότεροι δεν είχαν κέφια, ενώ μια κοπέλα που κάναμε παρέα έβαλε τα κλάματα ανησυχώντας για τον πατέρα της, που τον παίρνανε -παναπεί ήτανε κάτω από σαράντα χρονώ, σε αντίθεση με τον δικό μου, ας πούμε.

Καναδυό μέρες αργότερα ήρθαν οι γονείς μου και με πήραν στην Αθήνα, λίγο νωρίτερα από το προβλεπόμενο. Τις επόμενες μέρες διάβαζα μανιωδώς και συζητούσα με φίλους. Νομιμοποιήθηκε το ΚΚΕ και βγήκαν οι αριστερές εφημερίδες. Όταν άρχισε το σχολείο ήμουν έτοιμος να γραφτώ σε οργάνωση, αλλά το ανάβαλα γιατί είχα πρόβλημα στην εκλογή. Μετά έγιναν εκλογές και μια βδομάδα αργότερα στην πορεία για το Πολυτεχνείο κάποιοι φώναζαν “Λαέ ντροπή σου για την εκλογή σου” και οι άλλοι τούς έλεγας “Σσσςς” να μην το λένε.

BHMA240774

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δικτατορία 1967-74, Επετειακά, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 123 Comments »

Όταν έκλαψε ο Σήφης

Posted by sarant στο 22 Ιουλίου, 2014

Ο Σήφης του τίτλου είναι βέβαια ο κροκόδειλος που βρέθηκε στο φράγμα Ποταμών στο Ρέθυμνο και που παρά την κινητοποίηση και τη μετάκληση ειδικού ερπετολόγου δεν έχει γίνει ακόμα μπορετό να τον πιάσουν -άλλωστε έχει μετατραπεί και σε είδος αξιοθέατο της περιοχής, παρόλο που λίγοι τον έχουν δει. Και άλλα ονόματα του έχουν δώσει, Μανωλιός ας πούμε, αλλά εμείς θα μείνουμε στο “Σήφης”, Σήφης Αμαριωτάκης αν θέλετε και το επίθετο.

Η ιδέα να γράψω κάτι για τον Σήφη μού ήρθε όταν είδα προχτές στο φόρουμ της Λεξιλογίας ένα βιντεάκι που το τράβηξε ένα μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα, drone που το λένε οι αγγλοσάξονες, το οποίο πέταξε πάνω από τη λίμνη και βιντεοσκόπησε τον Σήφη την ώρα που εκείνος πλατσούριζε στα ρηχά. Βέβαια, επειδή στη Λεξιλογία δεν συχνάζουμε κανονικοί άνθρωποι, το βιντεάκι αυτό είχε προστεθεί στο νήμα όπου συζητούσαμε την απόδοση της λέξης drone στα ελληνικά. Για να μη σας μείνει η απορία, έχουμε δεχτεί και χρησιμοποιούμε τον νεολογισμό “δρόνος” εξελληνίζοντας την ξένη λέξη, μια λύση που τη βρίσκω πολύ καλή αν και αμφιβάλλω κατά πόσο θα τη δεχτούν οι φορείς της ορολογίας αφού για να γίνει δεκτός ένας ελληνικός όρος πρέπει αφενός να είναι τρισχιλιετής και αφετέρου να έχει περισσότερες συλλαβές απ’ όσα γράμματα έχει ο αντίστοιχος αγγλικός όρος.

Επιπλέον, ο δρόνος που τράβηξε το βιντεάκι με τον Σήφη είχε ως χειριστή του τον ιδιοκτήτη του που λέγεται Νίκος Σαράντος, οπότε ως Νίκος Σαραντάκος ένιωσα ότι έπρεπε να γράψω για το θέμα. Ιδού λοιπόν το βιντεάκι:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ζωολογία, Ιστορίες λέξεων, Ορθογραφικά, Ορολογία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 242 Comments »

Τι θέλει λοιπόν η Χαμάς; (άρθρο του Gideon Levy)

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2014

Οι συγκρούσεις συνεχίζονται στη Γάζα και ο αριθμός των νεκρών ολοένα ανεβαίνει. Χτες ήταν ματωμένη Κυριακή, η πιο ματωμένη μέρα του πολέμου, με πάνω από 100 νεκρούς, τους περισσότερους από τον βομβαρδισμό της συνοικίας Σατζάγια.

Παρά το γεγονός ότι χτες υπολογίσιμες απώλειες δεν είχε μόνο η μία πλευρά, δεν υπάρχει αμφιβολία για τη συντριπτική υπεροχή του Ισραήλ. Εξίσου όμως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σημερινή τακτική δεν οδηγεί πουθενά.

Στο Ισραήλ είναι ακόμα λίγοι εκείνοι που το βλέπουν αυτό -ή ίσως “έχουν απομείνει λίγοι”, μια και κάποτε ήταν αρκετά περισσότεροι όσοι υποστήριζαν έμπρακτα μιαν ειρηνική λύση. Και για το αραίωμα των γραμμών τους δεν φταίει μόνο η ισραηλινή δεξιά, αλλά κι εκείνοι που την έφεραν στην εξουσία με το μπαράζ τυφλών τρομοκρατικών χτυπημάτων πριν από 20 χρόνια -όπως πάντα, τα δυο τέρατα ζουν συμβιωτικά και το ένα θρέφει το άλλο και του δίνει δικαιολογίες.

Ένας από τους λίγους στο Ισραήλ είναι και ο δημοσιογράφος Γκίντεον Λεβί (Gideon Levy). Χτες δημοσίευσε ένα άρθρο στη Χαάρετς, όπου λέει κάτι πολύ λογικό για τους 10 όρους της Χαμάς. Μετέφρασα πρόχειρα το άρθρο και το παρουσιάζω στα επόμενα.

Η μετάφραση είναι, ξαναλέω, βιαστική, οπότε αν έχει λαθάκια τα επισημαίνετε αδίστακτα.

Τι θέλει λοιπόν η Χαμάς;

Αφού πούμε όσα έχουμε να πούμε για τη Χαμάς: ότι είναι φονταμενταλιστική· ότι είναι αντιδημοκρατική· ότι είναι απάνθρωπη· ότι δεν αναγνωρίζει το Ισραήλ· ότι ανοίγει πυρ σε αμάχους· ότι κρύβει πυρομαχικά σε σχολεία και νοσοκομεία· ότι σκοπός της δεν είναι να προστατεύει τον πληθυσμό της Γάζας –αφού λοιπόν ειπωθούν, και σωστά, όλα αυτά, πρέπει να σταματήσουμε για ένα λεπτό και να ακούσουμε τη Χαμάς· μπορεί ακόμα και να τολμήσουμε να έρθουμε στη θέση της, ίσως ακόμα και να εκτιμήσουμε την τόλμη και την αντοχή που δείχνει ο ορκισμένος αυτός εχθρός μας κάτω από τόσο δύσκολες συνθήκες.

Το Ισραήλ όμως προτιμά να κλείνει τ’ αυτιά του στα αιτήματα της άλλης πλευράς, ακόμα κι όταν αυτά τα αιτήματα είναι σωστά και συμφωνούν με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του Ισραήλ. Το Ισραήλ προτιμά να χτυπάει τη Χαμάς χωρίς έλεος και χωρίς άλλον σκοπό πέρα από την εκδίκηση. Αυτή τη φορά, τούτο φαίνεται ολοκάθαρα: το Ισραήλ λέει ότι δεν θέλει να ανατρέψει τη Χαμάς –ακόμα και το Ισραήλ καταλαβαίνει ότι αν το κάνει αυτό θα φέρει τη Σομαλία στην πόρτα του– γιατί όμως τότε δεν θέλει να ακούσει τα αιτήματα της Χαμάς; Επειδή «πρόκειται για ζώα»; Ας πούμε ότι έτσι είναι. Όμως δεν πρόκειται να φύγουν, ακόμα κι αν το Ισραήλ πιστεύει κάτι τέτοιο, οπότε γιατί να μην τους ακούσουμε;

Την περασμένη εβδομάδα δημοσιεύτηκαν από την Χαμάς και την Ισλαμική Τζιχάντ 10 όροι προκειμένου να συμφωνηθεί δεκαετής εκεχειρία. Μπορεί να έχουμε αμφιβολίες αν αυτά ήταν όντως τα αιτήματα των δύο συγκεκριμένων οργανώσεων, αλλά μπορούν να χρησιμεύσουν σαν καλή βάση για μια συμφωνία. Ούτε ένας από τους όρους δεν είναι αβάσιμος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Διεθνή, Επικαιρότητα, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , , | 204 Comments »

Ο Καρολάκης και οι φαρσέρ

Posted by sarant στο 20 Ιουλίου, 2014

Τώρα με την κρίση, το έχουμε ξαναπεί, βρίσκει κανείς φτηνά βιβλία σε πάρα πολλά μέρη -κάποτε και πολύ καλά βιβλία, είτε σε προσφορές εφημερίδων είτε αυτά που οι ίδιοι οι εκδότες βγάζουν στο σφυρί για να ξεστοκάρουν, είτε παλιά βιβλία σε παλαιοβιβλιοπωλεία. Τελευταία, και μερικά κεντρικά περίπτερα έχουν βγάλει πάγκο απέξω και πουλάνε παλιά βιβλία, και όχι τη συνηθισμένη σαβούρα. Όποτε περνάω από εκεί, βρίσκομαι στα δυο νερά -από τη μια, αν όλοι ψωνίζουν κοψοχρονιάς, θα σταματήσουν να βγαίνουν καινούργια βιβλία. Από την άλλη, με δελεάζουν κάποιοι τίτλοι, όχι μόνο τίτλοι που έψαχνα καιρό να τους βρω και τώρα τους βρίσκω φτηνότερα, αλλά και άλλοι που μπορεί να μην τους αγόραζα σε κανονική τιμή αλλά με τη μειωμένη μπαίνω στον πειρασμό.

Έτσι, τις προάλλες πήρα τα Άπαντα του Νιρβάνα σε πέντε τόμους, προς τρία ευρώ τον τόμο, παλιά έκδοση σκληρόδετη, παρόλο που αρκετά του Νιρβάνα υπάρχουν στο Διαδίκτυο και παρόλο που το βάρος να τα κουβαλάς δεν ήταν ευκαταφρόνητο -γύρω στις 600 σελίδες κάθε τόμος. Είναι έκδοση του 1968, σε επιμέλεια Βαλέτα (“Αναστύλωσε και έκρινε Γ. Βαλέτας”). Ο Βαλέτας είναι φιλόλογος άλλης γενιάς, έκανε δουλειά που σήμερα πολλοί θα την πουν τσαπατσούλικη, έκανε όμως δουλειά από τις λίγες, κι αυτό δεν το λέω επειδή ήταν Μυτιληνιός και οι οικογένειές μας έχουν δεσμούς φιλίας.

Θα πει κανείς, τα Άπαντα του Νιρβάνα “εντελώς άπαντα” δεν είναι, διότι δεν περιλαμβάνουν όλα του τα έργα -τα κανονικά άπαντα θα έπιαναν πολύ περισσότερους τόμους, αν σκεφτούμε ότι ο Νιρβάνας (1866-1937) είχε καθημερινό χρονογράφημα επί πολλά χρόνια σε εφημερίδες. Ο Βαλέτας, και το λέει άλλωστε, έχει διαλέξει μερικά χρονογραφήματα μόνο, τα καλύτερα κατά τη γνώμη του.

Από τον Νιρβάνα έχω ανεβάσει αρκετόν στο Διαδίκτυο στον παλιό μου ιστότοπο, τόσο διηγήματα και νουβέλες όσο και τα πολύ καλά “Φιλολογικά απομνημονεύματά” του, όπου αφηγείται τη γνωριμία του με άλλους λογοτέχνες, τους οποίους σκιαγραφεί. Το σημερινό πεζό που θα σας παρουσιάσω, παρμένο από την έκδοση του Βαλέτα, ανήκει στην ίδια κατηγορία, των φιλολογικών σκιαγραφιών, αλλά δεν έχει περιληφθεί στον σχετικό τόμο, επειδή γράφτηκε αργότερα -δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβρη του 1934, στην εφημερίδα Νέος Κόσμος, στη στήλη “Πρόσωπα και πράματα που είδα”.

Ο Νιρβάνας σκιαγραφεί τον φίλο του, τον γνωστό Γερμανό βυζαντινολόγο και νεοελληνιστή Καρλ Ντίτριχ (Karl Dieterich, 1869-1935), που τον φώναζαν χαϊδευτικά Καρολάκη, και τις φάρσες που του έκαναν στη φιλολογική παρέα που είχε σχηματιστεί γύρω από το πρωτοποριακό περιοδικό “Τέχνη”, γύρω στο 1898 (ανθολογία από ποιήματα της Τέχνης έχω ανεβάσει εδώ). Κάποιες από τις φάρσες αυτές είχαν γλωσσικό χαρακτήρα: οι Έλληνες φίλοι του Ντίτριχ τον έπειθαν να χρησιμοποιεί κακέμφατες λέξεις που δήθεν σήμαιναν κάτι αθώο.

Όσοι έχουν δει το “Γάμος αλά ελληνικά” θα θυμούνται ότι τα αδερφοξαδέρφια της νύφης πείθουν τον αμερικάνο γαμπρό να φωνάξει “Έχω τρία αρχίδια”, λέγοντάς του ότι αυτό στα ελληνικά σημαίνει “Ελάτε όλοι μέσα”. Κάτι ανάλογο κάναμε κι εμείς όταν ήμασταν φοιτητές με ξένους τουρίστες, και το έκαναν και ο Νιρβάνας με τους φίλους του, λόγιοι πρώτης γραμμής όλοι τους, με τον “Καρολάκη”. Αναρωτιέμαι αν είναι ελληνική ιδιοτροπία ή αν κι άλλοι λαοί αγαπούν αυτές τις φάρσες.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στα 1934, αλλά περιγράφει γεγονότα στο γύρισμα του 20ού αιώνα, από 1899 ως 1902-3 εικάζω. Στο σύντομο σημείωμά του ο Βαλέτας λέει ότι “πρώτη μορφή του κομματιού δημοσιεύτηκε στα Παναθήναια τόμ. ΙΓ’ (1906-7) σελ. 286″, ένα δείγμα του πώς ο Βαλέτας δεν πολυσκοτιζόταν για λεπτομέρειες: η παραπομπή είναι μεν σωστή, αλλά το άρθρο εκείνο είναι μια σοβαρή παρουσίαση του Ντίτριχ και επικεντρώνεται στο επιστημονικό του έργο, δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τούτο εδώ, μόνο αναφέρει πως ο Χατζόπουλος τρέλαινε τους πάντες με τις φάρσες του. Κάτι όμως κέρδισα που το αναζήτησα, βρήκα τη φωτογραφία του… Καρολάκη και την βάζω εδώ. Για τον Χατζόπουλο ως φαρσέρ έχει γράψει και στα φιλολογικά του απομνημονεύματα ο Νιρβάνας, και εκεί αναφέρεται και στον Ντίτριχ.

O Έσσελινκ, που μνημονεύεται στο αφήγημα, είναι ο Ολλανδός βυζαντινολόγος Dirk Christian Hesseling (1859-1941).

Μεταφέρω σε μονοτονικό, διατηρώ κάποιες παλιές γραφές, ενώ μπορεί να έχουν ξεφύγει λαθάκια από το οσιάρισμα.

 

Ο ΚΑΡΟΛΑΚΗΣ

dieterichΟ Κάρολος Ντήτριχ (Karl Dieterich) ήταν ένας σοφός νεοελληνιστής κι ένας πολύτιμος φίλος της Ελλάδος. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, ιστορικός και γλωσσολόγος, συγγραφέας μιας αξιόλογης Ιστορίας της Βυζαντινής και Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, είχε έρθει, πρώτη φορά, στην Ελλάδα την εποχή που είχε πρωτοφανεί το δημοτικιστικό, «πρωτοποριακό» περιοδικό «Τέχνη». Έφτανε δηλαδή σε κατάλληλη στιγμή. Δημοτικιστής ο ίδιος, όπως όλοι οι ξένοι νεοελληνιστές, μιλούσε κι έγραφε τα ελληνικά, σχεδόν άφταιστα. Έχω μια σειρά από γράμματά του, που αν βγάλει κανείς μερικά τυπικά λάθη, που τα κάνουν σχεδόν όλοι οι ξένοι (θα σας γράφω, θα σας στέλνω, λ.χ., αντί θα σας γράψω, θα σας στείλω), δύσκολα μπορεί να καταλάβει πως είναι γραμμένα από ξένο. Ο σοφός και σοβαρότατος, λοιπόν, αυτός άνθρωπος, ύστερ’ από λίγες μέρες, που είχε βρεθεί μεταξύ μας, στη φιλολογική συντροφιά της «Τέχνης» (Κώστας Χατζόπουλος, Πορφύρας, Καμπύσης, Γρυπάρης, Βλαχογιάννης, Μαλακάσης, , Τσιριμώκος, Eπισκοπόπουλος) άπό προφέσσορ Κάρλ Ντήτριχ έγινεν οίκειότατα, χαϊδευτικότατα και σαμφασονικότατα, όπως θάλεγε ο Γαβριηλίδης : Καρολάκης. Φίλος κι αδερ­φοποιτός δηλαδή. Ο Καρολάκης αποδώ, ο Καρολάκης αποκεί, γεια σου Καρολάκη!

Ευτυχώς δεν παρεξηγούσε ο ίδιος την ξαφνική αυτή οικειό­τητα. Καταλάβαινε, πως είχε πάντα όλο το σεβασμό μας, όλη την εκτίμησή μας για την αξία του και όλη μας την αγάπη.. Η περίερ­γη όμως αυτή οικειότητα, που ξεπερνούσε κάποτε τα θεμιτά όρια, χωρίς κακία βέβαια, αλλά με τρόπο, που θα μπορούσε να παρεξηγηθεί από κάθε άλλον, εκτός από τον Καρολάκη, είχε το λόγο της. Ο Ντήτριχ ήταν ένας άνθρωπος αγαθός, απονήρευτος, ακακος και, προπάντων, ευκολόπιστος — αρετές επικίνδυνες στην Ελλάδα. Όπως όλοι ο άνθρωποι οι μαθημένοι να μη λένε ψέματα οι ίδιοι, ούτε για αστεία, ήταν έτοιμος να πιστέψει το κάθε τι, που του έλεγαν. Αν, λόγου χάριν, του έλεγα εγώ, ότι στο Φάληρο πέταξε ένας γάιδαρος, θα δεχόταν την καταπληκτική εί­δηση μ’ ένα θαυμαστικό «Ά !…», χωρίς να την αμφισβητήσει. Ευκολότερα δηλαδή μπορούσε να πιστέψει, πως έγινε ένα θαύμα, παρά πως τον γέλασε ένας φίλος του, που τον εκτιμούσε. Και ίσως θα ξανάλεγε, με όλη του τη σοβαρότητα, την απίστευτη πληρο­φορία σ’ έναν άλλον. Κι αν ο άλλος αυτός τουδινε να καταλάβει, πως ένας γάιδαρος είναι αδύνατον να πετάξει, ακόμα και στην ‘Ελλάδα, θα του απαντούσε μ’ ένα άλλο θαυμαστικό: «Ά!..», σα να τούλεγε :

– Μου το είπε ο Νιρβάνας. Πώς μπορεί να μου πει ψέματα ο Νιρβάνας;

Εννοείται, ότι μια τέτοια ευπιστία, μεταξύ Ελλήνων, περ­νάει για κουταμάρα. Κανείς, βέβαια, δεν μπορούσε να πιστέψει, πως ο Ντήτριχ ήτανε κουτός, πολλοί όμως βρίσκανε πως μπο­ρούσαν, χωρίς κακία πάντα, να διασκεδάσουν με την ευπιστία του. Έτσι ο καημένος ο Καρολάκης είχε ακούσει πράγματα κα­ταπληκτικά. Τον είχαν καταφέρει να πιστέψει, ότι ένας γνωστό­τατος ποιητής της συντροφιάς είχε ανώμαλες ορέξεις, ότι βρισκό­ταν σε αθέμιτες σχέσεις μ’ έναν άλλον ποιητή — πεθαμένοι τώρα και οι δυο — και ότι έπρεπε να φυλάγεται και ο ίδιος.

– Ά!… έκαμε, ο Καρολάκης.

Και πίστευε. Και τι δεν πίστευε;… Τον είχαν κάνει μια φο­ρά να ζητήσει στο εστιατόριο «Αβέρωφ», αντί σουντζουκάκια, που είδε να τρώει κάποιον άλλον και που του είχαν κινήσει φαί­νεται την όρεξη, πράγματα ανομολόγητα, που η μόνη τους σχέσημε τα σουντζουκάκια ήταν ή ομοιοκαταληξία. Και όταν το γκαρ­σόνι άρχισε να του γελάει κατάμουτρα, πάλι δεν πήγε στο κακό ο νους του.

Φαίνεται —είπε— πως δεν προφέρω καλά ακόμα τα ελληνικά.

‘Ένα άλλο βράδι στο σαλόνι του Παλαμά —ο ποιητής δεχό­ταν τότε τα βράδια στο σπίτι του— έτυχε να βρίσκεται, περα­στικός απ’ την Αθήνα, και ο καθηγητής των Νεοελληνικών στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν, κ. Έσσελινκ, που τον διαδέχθηκε τώρα στην έδρα του η δεσποινίδα Σοφία Αντωνιάδη. Τους παρουσίασαν. Και οι δύο ξένοι σοφοί άρχισαν να μιλούν ελληνικά μεταξύ τους.

– Σας έχω στείλει και τα πράματά μου… είπε μια στιγμή ο Ντήτριχ στον Έσσελινκ.

Εννοούσε τα συγγράμματά του, τα έργα του. Πνιχτά γέλια ακούστηκαν από διάφορες μεριές, ο Ντήτριχ κατάλαβε πως κάτι στραβό είχε πει. Πήρε κατά μέρος ένα δικό μας στο αντικρινό δωμάτιο, που ήταν το γραφείο του Παλαμά, και τον παρακάλεσε, να του εξηγήσει το λάθος του.

– Αυτό που είπες, Καρολάκη —του είπε εκείνος— έχει πολύ κακή σημασία στα ελληνικά. Και ήταν μπροστά και κυρίες.

Ήταν πράγματι στο σαλόνι, εκτός από την κ. Παλαμά και τη δ. Ειρήνη Νικολαΐδη, η αδελφή του γλωσσολόγου κ. Περνό, που έγραφε τότε με το ψευδώνυμο : Μικρογιάννης.

— Α!.. έκαμε ο Ντήτριχ. Και πώς έπρεπε να πω;

– Τα καλαμπαλίκια μου.

Ο Ντήτριχ δυσκολεύτηκε κάπως στη λέξη, την ξαναείπε δυο – τρεις φορές και, μια και δυο, ξαναγύρισε στο σαλόνι.

– Με συγχωρείτε, κύριε συνάδελφε… είπε στον Έσσελινκ. Πρωτύτερα ήθελα να σας πω, πως σας έστειλα τα καλαμπαλίκια μου.

Το τί ακολούθησε τότε δεν περιγράφεται. Αλλά και πάλι ο Καρολάκης δεν έβαλε κακό στο νου του. Είχε πιστέψει πως δεν είχε προφέρει καλά τη λέξη. Ποτέ όμως δεν θέλησε να πιστέψει, ότι τον είχε γελάσει ένας φίλος του.

Το ίδιο βράδι, από μια σατανική σύμπτωση, ο αγαθός Καρο­λάκης δοκίμασε και κάποιαν άλλη εύθυμη έκπληξη. Ο τότε αξιωματικός του Π. Ναυτικού και τώρα βουλευτής Πειραιώς κ. Γ. Σακκαλής, που ήτανε και λίγο ποιητής στις ώρες του, έκανε διαρκώς στον Ντήτριχ, που του τον είχαν παρουσιάσει εκείνη τη βρα­διά, ερωτήσεις για… ποδήλατα. Τον ρωτούσε, αν υπάρχουν πολ­λά εργοστάσια ποδηλάτων στη Γερμανία, αν οι Γερμανοί αγαπούν το ποδήλατο, αν ο ίδιος είναι καλός ποδηλατιστής, αν ήρθε απ’ τη Γερμανία με ποδήλατο, όλο και για ποδήλατα τέλος πάντων. Ο Καρολάκης, στενοχωρημένος, του απαντούσε με μονοσύλλαβα. Επιτέλους, έχασε την υπομονή του.

– Μα γιατί, κύριε, με ρωτάτε διαρκώς για ποδήλατα ;

– Μα δεν είσαστε ο κύριος Γκαίτριχ ; τον ρώτησε ο Σακαλής, που τον έπαιρνε ή έκανε πως τον παίρνει, για κάποιον Γκαί­τριχ, που ήταν τότε αντιπρόσωπος εργοστασίου ποδηλάτων στην ’Αθήνα.

Ο Ντήτριχ σηκώθηκε, έδωκε το χέρι του στο Σακαλή και ξαναπαρουσίασε τον εαυτό του:          ,

– Προφέσσορ Καρλ Ντήτριχ.

Τα περισσότερα όμως είχε τραβήξει ο καημένος ο Καρολάκης, από τον τρομερόν εκείνο φαρσέρ, που ήταν ο μακαρίτης ο Κώστας Χατζόπουλος. Ο Χατζόπουλος, που λογάριαζε τότε να πάει στη Γερμανία, είχε πάρει το Ντήτριχ δάσκαλο των γερμανικών. Αλλά μαθήματα ήταν εκείνα ή αδιάκοπη φάρσα; Ο καημένος ο Καρο­λάκης τα είχε χάσει, υποχρεωμένος να μεταφράζει ολοένα στο μαθητή του, όλους τους εξωφρενισμούς που του κατέβαιναν στο κεφάλι. Για μικρό δείγμα αρκεί να σημειωθεί ότι κάποτε τον έβα­λε να του μεταφράσει γερμανικά τη λέξη : «σκουληκομυρμηγκότρυπα». Και ο αθώος και απονήρευτος Καρολάκης υποχρεώθηκε να του τη μεταφράσει. Αλλά τα μαθήματα αυτά Ντήτριχ – Χατζοπούλου είναι ολόκληρη ιστορία, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος.

Απρέπειες όλα αυτά… θα μου πείτε. Και θα ήσαν πράγματι απρέπειες, χωρίς το σεβασμό, την εκτίμηση και την αγάπη, που είχαμε όλοι μας για το σοφό ·μας φίλο. Απλούστατα έφταιγε η αγαθότητα του Γερμανού σοφού και η ευπιστία του, αρετές πολύ επικίνδυνες, όπως είπα παραπάνω, μεταξύ Ελλήνων.

 

 

Posted in Αναμνήσεις, Φάρσες, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 70 Comments »

Παράταιρα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2014

Παράταιρα, επειδή από τη φύση τους τα μεζεδάκια έχουν εύθυμο χαρακτήρα, αφού γελάμε με τα μαργαριτάρια και τις κοτσάνες που έχουν μαζευτεί την προηγoύμενη εβδομάδα από τα μέσα ενημέρωσης και το Διαδίκτυο -και την ίδια ώρα συνεχίζεται το μακελειό στη Γάζα, ενώ στα χωράφια του Ντονιέτσκ δεν έχουν ακόμα περισυλλεγεί τα πτώματα των επιβατών του μαλαισιανού αεροπλάνου (εγώ έτσι θα τα λέω, και όχι ‘σορούς’, για να γίνει ένα πτώμα σορός πρέπει να το προετοιμάσει κάποιος για ταφή, κι όχι να  κείτεται καρβουνιασμένο σ’ ένα σταροχώραφο).

Όσο για τη Γάζα, διάβασα ένα άρθρο του Ούρι Αβνέρι, γραμμένο πριν από πεντέξι μέρες, δηλαδή πριν ξεκινήσει η χερσαία επίθεση.  Βέβαια, φωνή βοώντος εν τη ερήμω -αλλά θαυμάζω το θάρρος του.

Προχωράμε στα μεζεδάκια -κι ας ακούγονται παράταιρα.

Πολλά από τα μεζεδάκια τούτης της βδομάδας συνδέονται, άμεσα ή έμμεσα, με τη θεαματική, ας το πω έτσι, σύλληψη του Νίκου Μαζιώτη στο Μοναστηράκι, οπότε ας ξεκινήσω με αυτή την ομάδα.

* Καταρχάς, ένα ιατρικό μαργαριτάρι στην αρχική ανακοίνωση του ΑΠΕ, που ίσως διορθώθηκε στη συνέχεια διότι δεν το βρίσκω σε πολλούς ιστότοπους. Όπως γράφτηκε λοιπόν, “Όπως αναφέρει το Αθηναϊκό Πρακτορείο, [ο Μαζιώτης] έχει υποστεί τρώση τραχειωνίου αρτηρίας στον δεξί ώμο και χειρουργείται.” Δεν υπάρχει τέτοια αρτηρία, το σωστό είναι “βραχιόνιος”, τρώση βραχιονίου αρτηρίας λοιπόν.

* Τη στιγμή της σύλληψης ήταν μπροστά ένας δημοσιογράφος, που πήρε με το κινητό του φωτογραφίες του αιμόφυρτου Μαζιώτη και ανέβασε στη μπλογκόσφαιρα ένα κείμενο, το οποίο για αρκετές ώρες ήταν μία από τις σπάνιες πρωτογενείς πηγές πληροφόρησης για το γεγονός. Το όλο εγχείρημα δείχνει και την αξία και τα όρια της ακαριαίας δημοσιογραφίας σε πραγματικό χρόνο. Η αξία είναι αυταπόδεικτη -αλλά υπάρχουν και όρια, που τα βλέπετε στο κείμενο, το οποίο περιέχει μια σειρά από ανακρίβειες (π.χ. τα περί σχεδιαζόμενης ληστείας) αφού ο δημοσιογράφος φυσικά δεν έκανε έρευνα, απλώς μετέφερε τα όσα λέγονταν γύρω του.

Πρόσεξα και μια γουστόζικη φρασούλα που συνδυάζει την ανακριβή πληροφορία με την ακυρολεξία: Κάποιες πληροφορίες λένε και για τραυματισμό δύο τουριστών. Δεν έπεσε στην υπόληψή μου κάτι τέτοιο. Τραυματισμός υπήρξε, αλλά δεν υπέπεσε στην αντίληψη του δημοσιογράφου. Και “έπεσε στην αντίληψη” να πούμε δεν θα μας πέσει η υπόληψη, αλλά όχι “έπεσε στην υπόληψη”, με τίποτα!

* Ο δημοσιογράφος αργότερα ξανάγραψε το κείμενό του, αφαιρώντας τις ανακρίβειες και το γλωσσικό λαθάκι. Έχει ενδιαφέρον να δείτε τι άλλαξε από το ένα κείμενο στο άλλο. Πάντως, στο επιμελημένο κείμενο τρύπωσε κι ένα καινούργιο λαθάκι, επιμελημένο κι αυτό: ένας αστυνομικός, τον οποίο περιέθαλπταν 4-5 συνάδελφοι. Περιθάλπω βέβαια, όπως και υποθάλπω. Απορώ τι τους πιάνει να προσθέτουν αυτό το φριχτό ταυ, που δυσκολεύει την προφορά της λέξης -ίσως σκέφτονται ότι για να είναι λόγια μια λέξη πρέπει να είναι και δυσκολοπρόφερτη, ή ότι όσο πιο δυσκολοπρόφερτη είναι τόσο πιο καλή φιγούρα κάνει.

* Κι ένα υπουργικό μαργαριτάρι από την ίδια υπόθεση, αν και με τον κ. Κικίλια, όσο κρατήσει σ΄αυτό το πόστο, είναι βέβαιο ότι δεν θα μείνουμε παραπονεμένοι -από την άποψη της αλιείας μαργαριταριών, εννοώ. Σύμφωνα λοιπόν με το ρεπορτάζ, ο κ. Κικίλιας αναφερόμενος στον Μαζιώτη, είπε ότι πυροβολούσε “χωρίς αιδώ και χωρίς να τον ενδιαφέρει η ανθρώπινη ζωή». Χωρίς αιδώ; Να πει “χωρίς αναστολές”, “χωρίς ενδοιασμούς” ή κάτι ανάλογο, το καταλαβαίνω. Αλλά χωρίς αιδώ, το μόνο που μπορεί να σημαίνει είναι ότι είχε κατεβάσει τα βρακιά του ή ότι έκανε άσεμνες χειρονομίες με το άλλο χέρι. Πήγε να πει μια περισπούδαστη φράση ο κ. υπουργός αλλά σκόνταψε!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Εκδηλώσεις, Κοτσανολόγιο, Μαργαριτάρια, Μεζεδάκια, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , , | 148 Comments »

Στον καιρό του 2000

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2014

Για τους ανθρώπους της γενιάς μου, της μεταπολίτευσης τη χαμένη γενιά, όσους δηλαδή βρίσκονται τώρα στις αρχές του δεύτερου ημιχρόνου, αλλά και τους λίγο νεότερους, όπως και (υποθέτω) τους μεγαλύτερους, υπήρχε μια εποχή που το έτος 2000 ήταν ένα μακρινό ορόσημο, ένα ορόσημο που ξέραμε ότι υπό κανονικές συνθήκες θα το προλαβαίναμε, αλλά που αντιπροσώπευε το Μέλλον, τον επόμενο αιώνα, κάτι το δύσκολα προβλέψιμο. Όπως άλλωστε είχε πει και κάποιος πολιτικός (νομίζω ήταν ο Κ. Λαλιώτης) όταν ρωτήθηκε, στη δεκαετία του 80, τι θα κάνει το 2000, απάντησε “Το 2000 θα είμαι 49 χρονών” -μόνο αυτό μπορούσε να προβλέψει.

Το 2000 αποτελούσε τόσο μεγάλο ορόσημο μια και ήταν ο τελευταίος χρόνος όχι απλώς της δεκαετίας, όχι μόνο του αιώνα, αλλά και της χιλιετίας. Βέβαια, θα θυμάστε ότι από τη βιασύνη των εμπόρων και των διαφημιστών, το 2000 λανσαρίστηκε σαν ο πρώτος χρόνος της νέας χιλιετίας, όχι ο τελευταίος της παλιάς. Από την άλλη, το 2000 έχει κάτι το επίσημο έτσι στρογγυλό όπως είναι, δεν είναι λοιπόν περίεργο που επισκίασε το 2001  και του σφετερίστηκε τη θέση του ορόσημου. Είτε έτσι είτε αλλιώς, το Μιλένιουμ όπως το είπαν στ’ αγγλικά, όρος που έγινε διεθνής, κυριάρχησε για δυο-τρία χρόνια και ακουγόταν παντού, και μετά το ξεχάσαμε.

Θα θυμάστε επίσης ότι τα δυο-τρία χρόνια πριν από το 2000 μας απασχολούσε πολύ το λεγόμενο “πρόβλημα του 2000″ ή ο “ιός του 2000″ ή όπως αλλιώς τον είπαμε, το λεγόμενο στα αγγλικά “Year 2000 problem/bug” ή Y2K για συντομία. Επειδή οι παλιοί προγραμματιστές, εκεί στον βαθύ 20ό αιώνα, τότε που το 2000 φάνταζε σαν απώτατο μέλλον ενώ η υπολογιστική μνήμη ήταν αγαθό εν ανεπαρκεία, αποθήκευαν τις ημερομηνίες προβλέποντας δύο μόνο ψηφία για το έτος, όταν πλησίασε το 2000 έγινε αντιληπτό ότι θα υπήρχε πρόβλημα με τα παλιά υπολογιστικά συστήματα, ιδίως αυτά που ήταν εγκατεστημένα στη δημόσια διοίκηση. Για να πούμε την αλήθεια, το πρόβλημα το είχαν επισημάνει από πολύ νωρίτερα: πρώτος το αντιλήφθηκε ένας γενεαλόγος το 1958, επειδή δούλευε με γενεαλογικά δέντρα που πιάνανε πολλούς αιώνες -αλλά την εποχή εκείνη το 2000 ήταν τόσο μακρινό που δεν εισακούστηκε.

Όταν επιτέλους ήρθε το 2000, τα προβλήματα που παρατηρήθηκαν ήταν ελάχιστα. Άλλοι λένε ότι αυτό έγινε επειδή είχαν εγκαίρως παρθεί τα σωστά μέτρα, ενώ κάποιοι επιμένουν ότι το πρόβλημα είχε διογκωθεί τεχνηέντως και έκαναν λόγο για την απάτη της χιλιετίας. Το ιστολόγιο δεν θα πάρει θέση, αλλά ευχαρίστως ακούει την άποψή σας, αν έχετε. Πάντως, από  την όλη φασαρία έμεινε το κουσούρι σε όλες τις δημόσιες αρχές να ζητάνε παντού αναγραφή της χρονολογίας με τέσσερα ψηφία (ΗΗ/ΜΜ/ΕΕΕΕ) αν και εγώ, όπου μπορώ, γράφω δίψηφα, π.χ. 18/07/14.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριθμοί, Επετειακά, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , | 152 Comments »

Διακοπές στο μαγευτικό Μπουρντάκιοϊ

Posted by sarant στο 17 Ιουλίου, 2014

Κάτι άλλο λογάριαζα να γράψω σήμερα, αλλά τελικά δεν τα κατάφερα, οπότε καταφεύγω στη λύση της επανάληψης -έχω άλλωστε προαναγγείλει ότι τώρα το καλοκαίρι το κατάστημα θα προβάλλει και επαναλήψεις, άρθρα που έχουν δημοσιευτεί πριν από τουλάχιστον τρία χρόνια. Το σημερινό άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε πριν από τεσσεράμισι χρόνια εδώ, και αν λινκάρετε θα δείτε ότι είναι ένα από τα πιο σύντομα άρθρα σε όλη την ιστορία του ιστολογίου. Ουκ εν τω πολλώ το ευ έλεγαν οι αρχαίοι (σχήμα λόγου, διότι η φράση δεν υπάρχει στην αρχαία γραμματεία), αλλά στη σημερινή αναδημοσίευση έχω προσθέσει πολύ υλικό, είτε από τα σχόλια που είχαν γίνει στην πρώτη δημοσίευση είτε άλλο.

Την ιδέα της αναδημοσίευσης τη σκέφτηκα καθώς διάβαζα, στον ιστότοπο του Βήματος, μια ψηφοφορία με ερώτημα “Πόσες μέρες θα πάτε φέτος διακοπές;” στην οποία το 41% των απαντητών (μέχρι στιγμής) απαντά “Καθόλου”.

Κι αυτό μού θύμισε μια συζήτηση που είχα πριν από μερικά χρόνια μ’ έναν συνάδελφο, που τον ρώτησα αν είχε πάει πουθενά τα Χριστούγεννα.

– Πήγα στο Μπουρντάκιοϊ, μου απάντησε.

Και μου εξήγησε πως αυτή τη φράση την έλεγε ο πατέρας του, πρόσφυγας στην καταγωγή, από τη Σινώπη, όταν ήθελε να πει, περιπαικτικά, ότι δεν πήγε ή δεν θα πάει πουθενά. Μπουρντά θα πει “εδώ” στα τούρκικα, θα το θυμάστε από το “γκελ μπουρντά” (αν και η σωστή τούρκικη φράση είναι ‘γκελ μπουραγιά’, για να δηλώσει κίνηση και όχι στάση, όπως το μπουρντά). Και “κιόι” (köy) είναι το χωριό, για παράδειγμα Γενίκιοϊ το Νεοχώρι ή Νηχώρι της Καλλίπολης, Κιούπκιοϊ (χωριό που φτιάχνουν κιούπια, πιθάρια) το χωριό του Καραμανλή που το είπαμε Πρώτη κτλ. Έτσι, Μπουρντάκιοϊ το “Εδωχώρι”.

Το Μπουρντάκιοϊ παλιότερα το λέγαν αρκετά οι Ρωμιοί, τώρα λιγότερο. Υπάρχει και παραλλαγή, Μπουραντάκιοϊ (buradaköy), αφού το burada είναι παράλληλος τύπος του burda. Ελληνικό αντίστοιχο του Μπουρντάκιοϊ δεν ξέρω αν έχουμε, πάντως η γιαγιά ενός φίλου έλεγε “το Κατσεδό”.

Κάτι ανάλογο έχουν κι οι Γερμανοί. Μια απάντηση στην ερώτηση “πού θα πάτε φέτος διακοπές” είναι Auf Balkonien, που ακούγεται κάπως σαν το όνομα μιας εξωτικής χώρας, σαν να λέμε “Στη Μπαλκονία”, ενώ ο φουκαράς απαντάει ότι θα μείνει στο σπίτι, στο μπαλκόνι του.

Υπάρχουν κι άλλες περιπτώσεις όπου αποφεύγει κανείς, περιπαικτικά, να δώσει αρνητική απάντηση ή μασκαρεύει την αρνητική απάντηση ώστε να ακουστεί θετική. Για παράδειγμα, στην αρχική δημοσίευση, μια φίλη που τότε είχε πρωτοέρθει στην παρέα μας θυμήθηκε τις “νηστικόπιτες”, που ήταν η καθιερωμένη απάντηση της μητέρας της όταν τη ρωτούσαν τι μαγείρεψε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανέκδοτα, Ευτράπελα, Λογοπαίγνια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: | 162 Comments »

Λεξιλογώντας για το μπουγατσάν (με ευκαιρία το άρθρο της Λ. Κανέλλη)

Posted by sarant στο 16 Ιουλίου, 2014

bogacanΟμολογώ ότι στο θέμα αυτό πιάστηκα αδιάβαστος, τη μόδα του μπουγατσάν πολύ πρόσφατα την πήρα είδηση, και το νεοφανές γλυκό δεν το έχω ακόμα δοκιμάσει, άλλωστε απ’ όσο μαθαίνω είναι μόδα θεσσαλονικιά και δεν ξέρω αν ευδοκιμεί στο χαμουτζήδικο κλίμα. Με καθυστέρηση επίσης αντιλήφθηκα το άρθρο της Λιάνας Κανέλλη, διότι ήμουν σε ολιγοήμερες διακοπές και μου ξέφυγε -οπότε το πήρα είδηση μόνο μετά τον σχετικό θόρυβο που έγινε.

Με δυο λόγια, το μπουγατσάν είναι ένα γλυκό που αποτελεί, όπως (ίσως) λέει το όνομά του, διασταύρωση μπουγάτσας και κρουασάν. Έβαλα ένα “ίσως”, διότι δεν είμαι βέβαιος ότι αν κάποιος ακούσει το όνομα αυτό μπορεί να καταλάβει και τους δυο γονείς του καινούργιου γλυκού -τη μπουγάτσα θα τη βρει σίγουρα, αλλά το καημένο το κρουασάν, στριμωγμένο έτσι όπως είναι στη γωνίτσα, μπορεί και να μην το υποψιαστεί. Εγώ θα το έλεγα “μπουγασάν”, νομίζω πως έτσι θα ήταν πιο αναγνωρίσιμο το κρουασάν, χώρια που αυτό το -τσαν του μπουγατσάν το κάνει να ακούγεται κινέζικο, αλλά δεν είναι δική μου η πατέντα.

Την περασμένη Κυριακή λοιπόν, η Λιάνα Κανέλλη αφιέρωσε στο μπουγατσάν το ταχτικό κυριακάτικο άρθρο της στον Ριζοσπάστη. Η βουλευτίνα του ΚΚΕ δεν δείχνει καθόλου ενθουσιασμένη από την καινούργια πατέντα. Παραθέτω τις δυο πρώτες παραγράφους του άρθρου της:

Και μας προέκυψε το μπουγατσάν. Καμία σχέση με το πολυμήχανο του Οδυσσέα κι άλλα τέτοια ωραία αυτοτροφοδοτικά των μύθων μας. Σκέτη αλλοτρίωση πολιτισμική, γαστρονομική, γευστική και σε τελευταία ανάλυση εξαθλίωση της ευρύτερης έννοιας της παιδείας, είναι το μπουγατσάν. Θα το δείτε ως καινοτομία και μαγκιά για να «κατακτήσει την αγορά», ελληναράδικη ιδέα που «κολλάει τους ξένους στον τοίχο» ή και το μεγαλείο των Ελλήνων δαιμόνιων σεφ της πιάτσας, που, στη φτωχομάνα Θεσσαλονίκη, διδάσκουν και ικανοποιούν τα πλήθη με τη «μαγεία της αγοραστικής τους εξαπατημένης έμπνευσης» κι άλλα τέτοια ασύντακτα κι ασύνδετα με την πραγματικότητα.

Εστί, λοιπόν, μπουγατσάν μετατροπή υβριδική όπως λέμε τιγρολιόνταρο, δηλαδή τίγρης με χαίτη ή λέων ριγέ, δηλαδή κρουασανομπουγάτσα. Παίρνεις το αν απ’ το κρουασάν, το φερμάρεις στο μπουγατσ και προκύπτει μπουγατσάν. Ητοι: κρουασάν με γέμιση κρέμας μπουγάτσας. Καταστρέφεις το φύλλο της μπουγάτσας, το μετατρέπεις στην ευκόλως διαλυόμενη ζύμη του κρουασάν, το δαγκώνεις και πλουτς πετάγεται η κρεμούλα στα πηγούνια, στα μουστάκια και τα δάχτυλα. Οι Γάλλοι σεφ έχουν τρομοκρατηθεί. Πιθανόν και περισσότερο από την παραπομπή του Σαρκοζί. Η Χρυσή Αυγή, πάσης ευρωπαϊκής μορφής και όψης, γυρνάει την πλάτη στο μπουγατσάν, παρά την ελληνοπρέπειά του, γιατί φυλακίζεται η φυλή της κρέμας στο εκ της τουρκικής ημισελήνου εμπνευσμένο κρουασάν – κατασκεύασμα και έμπνευση των νοικοκυρών της Βιέννης, όταν έφτασαν αλλά σταμάτησαν στις πύλες της οι σαρικοφόροι της τότε μεγαλοπρεπούς μη τηλεοπτικής τουρκιάς. Αυτοί οι φασίστες δυσκολεύονται και λίγο μεταξύ αυστριακής έμπνευσης και τουρκικής μούσας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μύθοι | Με ετικέτα: , , , , | 246 Comments »

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 7,704 other followers